Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιθ΄   Περί Νοητιανού του μάγου.                                                                                                    

 Υπήρχεν εις την πόλιν εκείνην άνθρωπος τις, Νοητιανός ονόματι, έχων και γυναίκα ονομαζομένην Φοράν και δύο υιούς, εκ των οποίων ο πρώτος ωνομάζετο Ράξ, και ο νεώτερος Πολύκαρπος· είχε δε ούτος μεγάλην πείραν μαγικής κακοτεχνίας και πολλά μαγικά βιβλία υπό δαιμόνων συντεθειμένα. Ούτος λοιπόν, ως είδε τον ναόν του Διονύσου πεσόντα δια της προσευχής του Ιωάννου και τους ιερείς καταπλακωθέντας και αποθανόντας, ελυπήθη σφόδρα και εθυμώθη κατ’ αυτού, αναλαβών ζήλον δαιμονιώδη· ο δε λαός δραμών έλυσε τον Ιωάννην και προσπεσών παρεκάλει αυτόν να μη οργισθή και πάθωσι και αυτοί το πάθημα των ιερέων. Ελθών λοιπόν εκεί και ο Νοητιανός είπε προς τον Ιωάννην: «Ιδού πάντες αγαπώμεν σε πειθόμενοι εις τα λεγόμενά σου και δεν ζητούμεν παρά σου λόγον δια την καταστροφήν του ναού· όμως δια να πληροφορηθώμεν τελείως περί της ευθύτητος της καρδίας σου και ότι Θεόν ζώντα κηρύττεις εις ημάς, ανάστησον τους δώδεκα ιερείς τους καταπλακωθέντας εις τον ναόν και αποθανόντας εντός αυτού». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν ήσαν άξιοι να αναστηθώσι, δεν θα απέθνησκον μόνον αυτοί οι δώδεκα εκ του τοσούτου πλήθους του λαού». Απεκρίθη ο Νοητιανός, λέγων: «Εγώ προς δόξαν ιδικήν σου και δια το καλόν και συμφέρον σου φροντίζων, είπον ταύτα προς σε και επαναλαμβάνω· ή ανάστησον τους αποθανόντας δια να πιστεύσω και εγώ εις τον Εσταυρωμένον ή πρέπει να γνωρίζης, ότι θα αναστήσω εγώ τούτους, και συ θα υποβληθής εις την εσχάτην των ποινών θανατούμενος κακώς ως καταστροφεύς του μεγίστου ναού». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Μη πλανάσαι, ω Νοητιανέ, στηριζόμενος εις μαγείας και ψευδείς ελπίδας». Διδάσκοντος λοιπόν του Ιωάννου τον λαόν, ανεχώρησεν εκείθεν ο Νοητιανός εν μεγάλη στενοχωρία και μετέβη να ίδη ποίαν καταστροφήν είχεν υποστή ο ναός· εκεί δε, δια της επικλήσεως των δαιμόνων, εποίησε να παρουσιασθώσιν εις αυτόν δώδεκα δαίμονες εις σχήμα και μορφήν των δώδεκα θανατωθέντων ιερέων, προς τους οποίους είπεν: «Έλθετε οπίσω μου δια να ενεργήσωμεν όπως θανατωθή ο Ιωάννης», είπον δε προς αυτόν οι δαίμονες: «Δεν δυνάμεθα να πλησιάσωμεν προς τον Ιωάννην· αλλ’ ημείς ιδού ιστάμεθα ενταύθα· συ δε μεταβάς φέρε εδώ τον λαόν δια να ίδη ημάς και πιστεύση, και απελθών λιθοβολήση τον Ιωάννην και αποθάνη». Εγνώρισεν ο Ιωάννης πάντα ταύτα δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος· όθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, όταν έλθη εδώ ο Νοητιανός, συ ύπαγε δι’ άλλης οδού όπισθεν του κατεστραμμένου ναού, και θα ίδης εκεί δώδεκα άτομα ισταμένους εις σχήμα των θανατωθέντων ιερέων, και ειπέ προς αυτούς: «Λέγει ο Απόστολος του Χριστού Ιωάννης, να αφανισθήτε εκ της νήσου ταύτης μεταβαίνοντες εις ανύδρους τόπους». Ενώ δε ακόμη ωμίλει προς με ο Ιωάννης, έρχεται ο Νοητιανός κράζων και λέγων: «Άνδρες αδελφοί, έως πότε ακούετε τους διεστραμμένους λόγους του απατεώνος τούτου; ιδού εγώ, καθώς υπεσχέθην, ανέστησα τους ιερείς περί των οποίων είπεν ούτος ότι ήσαν ανάξιοι να ζώσιν· εντός ολίγου δε θέλω ανεγείρει και τον ναόν εάν αυτόν τον πλάνον θανατώσητε. Έλθετε λοιπόν πάντες, εκτός μόνον αυτού του απατεώνος, δια να ίδητε τους αναστηθέντας ιερείς». Ακούσαντες δε οι όχλοι περί της αναστάσεως των ιερέων, ηκολούθησαν τον Νοητιανόν παραιτήσαντες τον Ιωάννην· απερχόμενοι δε εδιδάσκοντο υπό του Νοητιανού πώς να θανατώσωσι τον Ιωάννην. Ελθόντες λοιπόν εις τον τόπον εκείνον και μη ευρόντες τους νομιζομένους ιερείς, εξέστησαν μη γνωρίζοντες τι έγιναν ούτοι· διότι μεταβάς εγώ κατά την εντολήν του ποστόλου, ηφάνισα αυτούς. Ο δε Νοητιανός, μη γνωρίζων τι να πράξη, κατεδαπάνα τον εαυτόν του εις ματαίας επικλήσεις των δαιμόνων· ο δε λαός επί πολλάς ώρας παραμείνας ανωφελώς εις τον τόπον εκείνον, ήρξαντο πλέον να φέρωνται σκληρώς προς τον Νοητιανόν και να λέγωσι προς αυτόν, ότι «πλάνος υπάρχων εξηπάτησας ημάς και μας απεμάκρυνας από της ζωτικής διδασκαλίας του διδασκάλου ημών Ιωάννου· και τώρα με ποίους οφθαλμούς να επιστρέψωμεν και να ίδωμεν αυτόν, ύστερον από τόσην διδασκαλίαν εγκαταλείψαντες αυτόν και ακολουθήσαντες σε τον απατεώνα»; Μερικοί δε εξ αυτών εζήτουν να αποκτείνωσιν αυτόν λέγοντες: «Καθώς ηθέλησας συ να ποιήσης εις τον διδάσκαλον ημών, τοιουτοτρόπως θα ποιήσωμεν ημείς προς σε»· άλλοι δε έλεγον, ότι «άνευ της γνώμης του Διδασκάλου ημών δεν πρέπει να πράξωμεν τι το προπετές». Ελθόντες λοιπόν προς τον Ιωάννην, είπον προς αυτόν: «Διδάσκαλε, παρακαλούμεν την αγαθότητά σου όπως μακροθυμήσης επί τα τέκνα σου δια την ανοησίαν ημών· διότι εγκαταλείψαντες σε την πηγήν της γλυκύτητος, επορεύθημεν οπίσω χολής και πικρίας. Ιδού και ο πλάνος ούτος ο απατήσας ημάς και ετοιμάσας δια σε τον θάνατον· τον έχομεν εδώ και εκείνο, το οποίον θα μας προστάξης, αυτό και θα πράξωμεν εις αυτόν, διότι είναι ένοχος θανάτου». Τότε ο Ιωάννης είπε προς αυτούς: «Τέκνα μου· άφετε την σκοτίαν να υπάγη εις το σκότος· σεις δε, επειδή είσθε υιοί φωτός, πορεύεσθε εις το φως, και η σκοτία δεν θέλει σας καταλάβει, διότι η αλήθεια του Χριστού εντός υμών εστιν». Ούτω δεν αφήκεν αυτούς ίνα θανατώσωσι τον Νοητιανόν. Παρεκάλουν δε οι περισσότεροι εκ του λαού, όπως αξιωθώσι του φωτισμού του Χριστού, ο δε Απόστολος απέλυσεν αυτούς, ίνα μεταβώσιν εις τας οικίας αυτών, διότι ήτο πλέον εσπέρα της ημέρας εκείνης. Την επομένην λοιπόν ημέραν συνήχθησαν πάντες σχεδόν προς τον Ιωάννην, και εζήτουν παρ’ αυτού ίνα βαπτισθώσιν· ούτος δε κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς εις τον ποταμόν, οίτινες ήσαν άνδρες διακόσιοι είκοσιν. Όμως ο Νοητιανός, παρ’ όλα τα θαύματα άτινα έβλεπε, δεν έπαυεν από της κακουργίας του, αλλ’ επεχείρει δια πολλών τρόπων να εκκόψη την προθυμίαν των βαπτιζομένων· και τούτο ιδών ο Ιωάννης είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο επί Ελισσαίου του Προφήτου τους επ’ αυτόν παραγενομένους αορασία πατάξας, αυτός πάταξον και τον Νοητιανόν πηρώσει των του σώματος οφθαλμών, όπως αποβλέψη προς σε δια των οφθαλμών της ψυχής». Ευθέως δε ετυφλώθη ο Νοητιανός, και χειραγωγούμενος ήλθε προς τον Ιωάννην παρακαλών να τύχη ελέους και να αξιωθή της εις Χριστόν πίστεως. Κρατήσας λοιπόν ο Ιωάννης εκ της χειρός τον Νοητιανόν αμνησικάκως είπε προς αυτόν: «Ευχαριστώ τον Θεόν μου, τον πληθύνοντα την χρηστότητα αυτού εις σε, και μη συγχωρήσαντα να κερδηθής υπό του διαβόλου»· και πολλά κτηχήσας εβάπτισεν αυτόν, και ευθέως ανέβλεψε· πεσών δε εις τους πόδας του Ιωάννου, παρεκάλει αυτόν ίνα εισέλθη εις τον οίκον αυτού, το οποίον και εγένετο. Μόλις λοιπόν εισήλθεν ο Ιωάννης εις την οικίαν του Νοητιανού, ευθύς έπεσον εις την γην όλα τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα και συνετρίβησαν κονιορτοποιηθέντα· τούτο δε ιδών ο Νοητιανός περισσότερον εστερεώθη εις την πίστιν του Χριστού, καθώς και η τούτου γυνή, επίσης δε και οι δύο υιοί αυτού πιστεύσαντες εβαπτίσθησαν. Εμείναμεν λοιπόν εις τον οίκον αυτών δέκ ημέρας αγαλλιώμενοι επί τη Χάριτι του Κυρίου· και ευλογήσας αυτούς ο Απόστολος του Χριστού παρέθετο εις τον Κύριον, και εξήλθομεν εκ της πόλεως Μυρινούσης μεταβάντες εις την πόλιν Κάρον, τρία μίλια απέχουσαν εξ αυτής· υπεδέχθη δε ημάς εκεί ανήρ τις Ιουδαίος ονόματι Φαύστος, ο οποίος επίστευσε και εβαπτίσθη μεθ’ όλου του οίκου αυτού και εις τον οίκον του οποίου εμείναμεν αρκετόν καιρόν. 

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιη΄  Καταστροφή του ναού του Διονύσου.                                                                                  

Την τετάρτην ημέραν εξήλθομεν εκ της οικίας εκείνης εις την αγοράν, ένθα συνήχθησαν πολλοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· γνωρίσας δε ούτος ότι οι ειδωλολάτραι κατ’ εκείνην την ημέραν ετέλουν μεγάλην εορτήν του θεού των Διονύσου, ελθών πλησίον του ναού αυτών εστάθη εκεί διδάσκων τον λαόν ευαγγελιζόμενος την εις τον Θεόν επιστροφήν και μετάνοιαν και την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν πίστιν, λέγων συγχρόνως προς αυτούς: «Ω άνθρωποι, αφού επλάσθητε κατ’ εικόνα Θεού και ετιμήθητε με λόγον, δεν πρέπει να φαίνεσθε και των αλόγων ζώων αλογώτεροι, ρυπαρώτερον εκείνων βίον διάγοντες, και δια της αισχράς σας πολιτείας να ατιμάζητε τον εαυτόν σας και να νοθεύητε τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως». Ταύτα δε και άλλ πολλά τοιαύτα λέγοντος του Ιωάννου προς τον λαόν, ήλθον εκεί οι ιερείς του Διονύσου, λέγοντες προς αυτόν: «Φύγε απ’ εδώ και μη κάμνης σύγχυσιν, εμποδίζων την εορτήν ημών και την τελετήν του θεού Διονύσου». Ο δε Ιωάννης ουδόλως προσείχεν εις τους λόγους αυτών, αλλά περισσότερον εδίδασκε τον λαόν να απομακρύνηται από την σατανικήν εκείνην συνήθειαν και λατρείαν· διότι επεκράτει εις τον ειδωλικόν εκείνον ναόν μία άτακτος και ακάθαρτος παράδοσις, και προσέφερον θύματα φαγητά και ποτά πολλά· εισερχόμενοι δε ΄νδρες και γυναίκες χωρίς παιδιά, αφού έτρωγον και έπινον, έκλειον είτα τας θύρας του ναού και συνεφθείροντο διαπράττοντες παν είδος αισχράς πράξεως και ακολασίας, ωσάν ίπποι θηλυμανείς και αναίσχυντοι. Ιδόντες οι ιερείς της αισχύνης τον Ιωάννην επιμένοντα εις την διδαχήν αυτού και τον λαόν ιστάμενον και ακούοντα αυτού, ελθόντες εκεί, τον μεν λαόν δια κολακειών και παρακλήσεων απεμάκρυναν εκείθεν, τον δε Ιωάννην δέσαντες έφερον μακράν του τόπου εκείνου, και δώσαντες πολλάς πληγάς, άφησαν αυτόν κατά γης δεδεμένον και ημιθανή· αυτοί δε μετέβησαν εις την εορτήν της αισχροπραξίας των, και εισήλθον εις τον ναόν αυτοί μόνοι, κατά την συνήθειαν, δια να τελέσωσι πρώτον τα δαιμονικά μυστήρια και να γευθώσιν εκ των μιαρών και ειδωλοθύτων φαγητών. Εκείτετο λοιπόν ο Ιωάννης κατά γης· εκείθεν δε ηύξατο προς τον Θεόν λέγων: «Ο Θεός και πατήρ της ελπίδος ημών Ιησού Χριστού, ο δια του γενναίου Σαμψών τους μεγίστους οίκους των αλλοφύλων καταβαλών, αυτός και νυν ευδόκησον ίνα καταστραφή ο ναός της ασωτείας». Έτι δε του Ιωάννου προσευχομένου, ιδού ο ναός όλος κατέπεσεν εκ των θεμελίων, και κατεπλακώθησαν εντός αυτού αποθανόντες οι δώδεκα ιερείς μόνον, χωρίς εκ του λαού να πάθη κανείς.