Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Αλέξ. Παπαδιαμάντης : ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ


Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.
Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

«ΧΡΙΣΤΩ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»


Ο άγιος  Απόστολος Παύλος έδωκε με σαφήνειαν όλον το πνευματικόν βάθος του Σταυρού του Κυρίου, όλην την σημασίαν του δια τον βίον των πιστών: «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Τα λόγια αυτά του αγίου Αποστόλου ακτινοβολούν τον χριστοκεντρισμόν της αγιωτάτης του ψυχής. Σταυρωμένος με τον Χριστόν, συλλυτρωμένος με τον Χριστόν, συμπάσχων με τον Χριστόν και μη ζων την ιδικήν του ζωήν, αλλά την ζωήν του Χριστού. Και η ζωή του Χριστού, ως θυσία, ως αγάπη, ως έλεος, ως άκτιστος θεία ενέργεια, ενοικεί εις την ηγιασμένην ψυχήν του. Λέγει ένας μεγάλος θεολόγος, ότι «ο φιλών τον Χριστόν μεταμορφούται εις τον Χριστόν». Και ο ιερός Αυγουστίνος συμπληρώνει: «Επειδή η αγάπη μεταστοιχειοί τον φιλούντα εις το φιλούμενον», και συμπεραίνει: «Όθεν, ει φιλείς Θεόν, θεός έση, ει δε φιλείς διάβολον, διάβολος έση, ει δε σάρκα, σάρξ».
Ουδέν ηγαπήθη υπό αγίων ψυχών τόσον, όσον ο Σταυρός του Κυρίου. και καμμία επιθυμία αγίας ψυχής δεν υπήρξε τόσον έντονος, όσον η συσταύρωσις μετά του Χριστού. Διότι το πρώτον έργον του θείου έρωτος, κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην, είναι «να ενώνη τον φιλούντα μετά του φιλουμένου». Ως λέγει και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «το όνομα του θείου έρωτος, δυνάμεώς εστιν ενοποιού και συνδετικής και διαφερόντως συγκριτικής εν τω καλώ και αγαθώ». Δεύτερον  έργον του θείου έρωτος είναι το «αμοιβαίον». Όπως ακριβώς συνέβη εις τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος λέγει, καθώς ο Χριστός εσταυρώθη δι’ εμέ, ούτω και εγώ αμοιβαίως «Χριστώ συνεσταύρωμαι». Το δε τρίτον έργον του θείου έρωτος είναι «το να κάμνη τον φιλούμενον να φιλή τον φιλούντα και να εντυπώνη αυτόν εις όλα τα ορώμενα και νοούμενα». Και το τέταρτον έργον του θείου έρωτος είναι «να προξενή έκστασιν εις τους εραστάς». Δηλαδή οι ερασταί να μη ζουν την ιδικήν των ζωήν, αλλά την ζωήν των ερωμένων των, κατά τον θείον Διονύσιον. «έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων». Αυτή λοιπόν η διπλή ζωή του Αποστόλου Παύλου, ή μάλλον η απλή «εν Χριστώ» ζωή, εις όλην την έντασίν της και εις όλας τας παραλλαγάς των θείων βιώσεών της, τον έκαμνε να μη αισθάνεται ούτε φόβους ούτε ηδονάς ούτε κόπους ούτε ανθρωπίνην δόξαν να επιθυμή ούτε να ζη εις την γην. Αντιθέτως, έχαιρε δι’ όλας τας καταδρομάς και τας θλίψεις του μέχρι σημείου, να καυχάται εις αυτάς και να αισθάνεται άρρητον αγαλλίασιν πάσχων δια τον Χριστόν και το μυστικόν σώμα του, την Εκκλησίαν. Διότι είχε μεταβληθή εις Χριστόν, εγένετο ένα μετά του Χριστού. Αυτό παρατηρούμεν και εις τα πλήθη των πιστών, που ετρώθησαν τω θείω έρωτι του Χριστού και εμαρτύρησαν χαίροντα δια την αγάπην του. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Χριστόν, έγραφεν ο άγιος Ιγνάτιος προς Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται», και όλα εκείνα τα ερωτικά, πορευόμενος προς το μαρτύριον. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Κύριον, έλεγεν ο θείος Απόστολος Ανδρέας μετά την καταδίκην του εις τον δια σταυρού θάνατον, «ω Σταυρέ, τον οποίον πάλαι επόθουν, ιδού τώρα απολαμβάνω την τελείωσιν του πόθου μου». Ο πανάγιος του Κυρίου Σταυρός εγένετο σύμβολον αγάπης και έρωτος προς τον επ’ αυτού καθηλωθέντα και το μέτρον της προς τον Ιησούν αφοσιώσεως. Εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ο Σταυρός του Κυρίου δεν προσέλαβε, ως εις την δυτικήν Εκκλησίαν, την σημασίαν οργάνου δικανικής υφής. Δια τους Ανατολικούς Πατέρας και τους Δυτικούς ακόμη, μέχρι του Ανσέλμου Κανταβριγίας, ο Σταυρός του Σωτήρος δεν εδόθη εις ημάς προς ικανοποίησιν της δήθεν θιγομένης θείας Δικαιοσύνης δια των αμαρτιών μας, αλλ’ ως μέσον παιδαγωγίας και «σταυρώσεως των μελών των επί της γης». Ο Απόστολος Παύλος καυχάται εν τω Σταυρώ, κατά τον Κορέσσιον, «δια πίστεως και χάριτος, ενθυμούμενος την ευεργεσίαν και δικαίωσιν, όπου έλαβεν από τον Σταυρόν». Δια τούτο έλεγε και ο θείος Χρυσόστομος: «Δια του Σταυρού και το μέγεθος της αμαρτίας και το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας γνωρίζεται». Εις την πρακτικήν και πνευματικήν μας ζωήν, κατά τον Ομολογητήν άγιον Μάξιμον, «ο φόβος του Θεού, Σταυρός εστι και η μνήμη των άνω, και η κυριότης κατά των παθών, ήτοι του θυμού και της επιθυμίας, και η αλλοτρίωσις από της αγάπης των συγγενών και φίλων δια τον προς Θεόν έρωτα». Κατά μεν τον Αββάν Ησαϊαν, «Σταυρός κατάργησίς εστι πάσης αμαρτίας», κατά δε τον όσιον Μάρκον τον Ερημίτην, «πάσα αρετή Σταυρός εστιν». «Η πράξις του Σταυρού, λέγει ο θείος Ησυχαστής Ισαάκ, διπλή εστι, και τούτο προς το διπλούν της φύσεως… και η μεν, προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός… και καλείται πράξις. Η δε, εν τη λεπτή εργασία του νου και εν τη θεία ευρίσκεται αδολεσχία, έτι και εν τη διαμονή της προσευχής, και καλείται θεωρία, και η μεν πράξις, το παθητικόν μέρος της ψυχής καθαρίζει εν τη δυνάμει του ζήλου, η δ’ άλλη, την ενέργειαν της αγάπης της ψυχής».

Ας προσευχώμεθα, αδελφοί εν Χριστώ, ας προσευχώμεθα αδιαλείπτως, όπως καθαρθώμεν «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», δια να είπωμεν μετά του Αποστόλου Παύλου: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός, ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Ας αγωνιζώμεθα «τον καλόν αγώνα», δια να γίνωμεν άκτιστοι, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, ως λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κτιστός ην ο Παύλος μέχρις αν έζη την προστάγματι Θεού εξ ουκ όντων γεγονυίαν ζωήν, ότε δε μηκέτι ταύτην έζη, αλλά την ενοικήσει του Θεού προσγενομένην, άκτιστος γέγονε τη χάριτι, και πας ο ζώντα και ενεργούντα μόνον τον του Θεού λόγον κτησάμενος». Ας αγαπήσωμεν και ημείς τον Σταυρόν του Κυρίου, όπως ο θεοφόρος Ιγνάτιος, ο οποίος υπό του ιδίου έρωτος με τον Απόστολον Παύλον πυρπολούμενος, έγραφε προς Ρωμαίους, «…άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής… και πόμα θέλω το πόμα αυτού, ο εστιν αγάπη άφθαρτος και αέναος ζωή, ουκ έτι θέλω κατά άνθρωπον ζην. Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, επειδή περ ζη εν εμοί Χριστός». Και ας ψάλλωμεν εν κατανύξει και πόθω, «Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον Σταυρόν σου ημίν δέδωκας, φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν…». 

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

O Συναξαριστής της ημέρας.

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014


Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ, Ιωάννη της Κλίμακος. Ιωάννου του οσίου, συγγραφέως της Κλίμακος, Εύβουλης μητρός Αγ. 
Παντελεήμονος, Ζαχαρίου ιερομάρτυρος του νέου, επισκόπου Κορίνθου (1684).

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.
Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε μοναχικὲς κοινότητες στὴ Σκήτη καὶ Ταβέννιση τῆς Αἰγύπτου, ἀργότερα δὲ ἐγκαταστάθηκε σὲ κελὶ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἀπεῖχε δύο ὧρες ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.

Ὁ βιογράφος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, Δανιὴλ ὁ Ραϊθηνός, μᾶς δίνει μερικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του, κυρίως ὅμως μᾶς παρουσιάζει τὸ πῶς ἀναδείχθηκε δεύτερος Μωϋσῆς καθοδηγώντας τοὺς νέους Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν γῆ τῆς δουλείας στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Μὲ τὴν λίγη τροφὴ νίκησε τὸ κέρας τοῦ τύφου τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας, πάθη πολὺ λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπλέκονται στὶς κοσμικὲς ἐνασχολήσεις. Μὲ τὴν ἡσυχία, νοερὰ καὶ σωματική, ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του ἀγώνα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν δουλεία στὰ εἴδωλα. Ἀνέστησε τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε. Μὲ τὴν ἀπονέκρωση τῆς προσπάθειας καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ἄνθρωπος, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀνακαινισμένος. Καὶ μὲ ὅσα ἔγραψε δὲν μετέφερε σὲ ἐμᾶς μόνο τὶς ἀνθρώπινες γνώσεις ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, γι’ αὐτὸ ὁ λόγος του εἶναι ἀφοπλιστικὸς καὶ θεραπευτικός.
Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἄσκηση στὴν ἔρημο, σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ, ἐνῷ πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του ἀποσύρθηκε πάλι στὴν ἔρημο, ὅπου κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 600 μ.Χ.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε δύο περίφημα συγγράμματα: τὴν «Κλίμακα»καὶ τὸ «Λόγο πρὸς τὸν Ποιμένα». Ἡ «Κλίμακα» εἶναι συνέχεια τῶν ἡσυχαστικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης παρουσιάζει τὰ στάδια τῆς τελειώσεως σὲ τριάντα κεφάλαια. Τὴν ἰδέα τῆς κλίμακος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, τὸν δὲ ἀριθμὸ τριάντα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῆς ὡριμότητας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση Του.
Κατ’ ἀρχὰς περιγράφει τὸ πρῶτο στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ποὺ συνίσταται στὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸν κόσμο, τὴν ξενιτεία. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιγραφὴ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσκητοῦ, μεταξὺ τῶν ἀρετῶν καὶ κακιῶν, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ἀνάμεικτες: λύπη, ὑπακοή, μετάνοια, μνήμη θανάτου, κατὰ Θεὸν πένθος, ἀοργησία, μνησικακία, καταλαλιά, σιωπή. Τὰ τελευταία κεφάλαια ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἐν ἀγάπῃ τελείωση, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή.

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Καλόν το άλας· εάν δε και το άλας μωρανθή, εν τίνι αρτυθήσεται;…» Ο Κύριος.


Αναμφιβόλως διερχόμεθα μίαν από τας κρισιμωτέρας, ίσως, περιόδους της θρησκευτικής Εκκλησιαστικής και Εθνικής ζωής της Ελληνικής ημών Πατρίδος. Σπανίως η Εκκλησία της Ελλάδος εκλήθη ν’ αντιμετωπίση τοιαύτα και τοσαύτα προβλήματα, οία ανέκυψαν επί των ημερών μας, και γεννηθήσονται εν τη προοπτική του χρόνου, κατά τας αποκαλυπτικάς, ας διερχόμεθα, φάσεις της παγκοσμίου και ειδικώς της Ελληνικής Ιστορίας. Εις ανάγκας, ου τας τυχούσας, περιεπλάκημεν ως Έθνος και Εκκλησία. Έσωθεν ταραχαί, έριδες, αιρέσεις, μάχαι. Έξωθεν κίνδυνοι, απειλαί, ταπεινώσεις. Πανταχόθεν ακαταστασίαι και «συνοχή εθνών εν απορία», εκ του φόβου των επερχομένων δεινών. Ο ευσεβής λαός μας τιτρώσκεται την φιλοτιμίαν εκ των αλλεπαλλήλων εθνικών ταπεινώσεων και των προσγινομένων ύβρεων κατά της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πάσχει, το μεν δια την λύπην του λαού, το δε δια την επιπολάσασαν αμαρτίαν, εξ ης και αι συμφοραί. Ημείς εντεύθεν της δραστηριότητος της Εκκλησίας, ως έξω όντες του κόσμου, ταπεινοί Μοναχοί, αλλά καλοί δέκται της αγωνίας της στρατευομένης Εκκλησίας και του Έθνους, συμπάσχομεν και «εν στεναγμοίς αλαλήτοις» αναφέρομεν τας ικετηρίας ημών προς τον «δυνάμενον σώζειν» ημάς και τον κόσμον. Δεν μας διαφεύγει, ότι υφίστανται προβλήματα εν τη Εκκλησία, άτινα, ως εξαρτώμενα εκ πολλών παραγόντων, δεν είναι εύκολον να επιλυθούν με οιανδήποτε δραστηριότητα. Γνωρίζομεν, ότι υπάρχουν άλλα τοιαύτα, αγόμενα εις την καλυτέραν δυνατήν λύσιν των. Και άλλα ωσαύτως, τα οποία θα επιλύση μόνον ο παντοδύναμος Θεός. Κατ’ ουσίαν όμως δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά μορφαί κακού, τας οποίας πολεμεί η Εκκλησία και μορφαί αγαθού, τας οποίας επιδιώκει να κατακτήση εντός των πλαισίων της αντικειμενικότητος, την οποίαν προσδιορίζει ο χρόνος και ο χώρος, εν οις λαμβάνει χώραν η στρατεία της Εκκλησίας. Ό,τι αποτελεί τιμήν και καύχησιν εν Κυρίω της Εκκλησίας, είναι ο αγών, ον διεξάγει με πλήρη γνώσιν και σπανίαν διαύγειαν, ότι δεν κάμνει τίποτε πλέον, από ό,τι επιβάλλει αυτή η φύσις της, ως στρατευομένης Εκκλησίας. Επομένως η εμφάνισις των ποικίλων μορφών του κακού και ο κατ’ αυτού αγών, δεν αποτελούν προβλήματα, αλλά γεγονότα εκφραστικά, τόσον της κατ’ άφατον θείαν Οικονομίαν παρουσίας του κακού, όσον και του επιγείου σκοπού της Εκκλησίας. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, ότι πασών των μορφών του κακού αίτιος μεν είναι ο διάβολος, φορείς δε οι άνθρωποι. Ο μεν διάβολος υποβάλλει αφανώς το κακόν, έχων συνεργόν την υπολειφθείσαν εν τω ανθρώπω αμαρτητικήν κλίσιν, οι δε άνθρωποι καθίστανται εν αγνοία των υπηρέται αυτού. Και τι μεν είναι καλόν είναι γνωστόν, ως επίσης τι είναι κακόν. Ευτυχώς ότι εν τω Χριστιανισμώ δεν διαφερόμεθα περί της ουσίας του καλού και του κακού, ως και περί των τρόπων δι’ ων εμφανίζονται. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν δύο είδη κακού εν τη Εκκλησία. Εκείνο, όπερ απεργάζεται ο Σατανάς, δια των οργάνων του, και εκείνο, ούτινος φορείς καθίστανται τα «φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας», οι πιστοί, τούτ’ έστιν ο λαός και ο ιερός κλήρος. Εάν ο κλήρος είναι περισσότερον συνδεδεμένος με την φύσιν της Εκκλησίας, ως αποτελών την επίσημον, ούτως ειπείν, έκφρασίν της, αποβαίνει φανερόν το πόσον αι συνέπειαι του αμαρτάνοντος δημοσίως κληρικού είναι πολύ μεγαλύτεραι των τοιούτων του λαϊκού. Άλλο είναι η Εκκλησία, άλλο ο κλήρος και άλλο ο λαός. Δεν πρέπει να γίνεται συσχέτισις της Εκκλησίας με τον κλήρον ή με τον πιστόν του Κυρίου λαόν. Εν τούτοις, η ιδιάζουσα θέσις του κλήρου εν τη Εκκλησία και η πνευματική και διοικητική εξουσία, την οποίαν κέκτηται, βαρύνουν απείρως τούτον έναντι του Θεού και των πιστών εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του. Δεδομένου δε ότι, «φιλεί το υπήκοον εξομοιούσθαι τοις άρχουσι» και ότι ο απλούς λαός δεν δύναται να διαστείλη τον κλήρον από της Εκκλησίας, καθίσταται προφανές πόσον μέγα κακόν δύναται να προκαλέση εις βάρος της Εκκλησίας ο κληρικός, όταν δεν παρέχη εαυτόν προς μίμησιν, ως υπερτέρου τινός υποδείγματος χριστιανικής τελειότητος, αλλ’ αντιθέτως καθίσταται αίτιος σκανδάλων. Επομένως η αγία Εκκλησία μας δεν έχει προβλήματα, ειμή εκείνα μόνον, τα οποία δημιουργούν οι διάκονοι αυτής, όταν απομακρύνωνται από του γνησίου πνεύματός της. Τότε σχηματίζονται αδιέξοδοι, κοσμικαί αγωνίαι, αιτίαι σκανδάλων, η πίστις ψύγεται, οι πιστοί μεθίστανται από την Εκκλησίαν, ο Επίσκοπος εγκαταλείπεται, διαβολών άκανθαι υποφύονται και παρέπεται εξασθένησις της δυνάμεως της Εκκλησίας. Άπαντα σχεδόν τα προβλήματα συμπυκνούνται εις το πρόσωπον των διακόνων αυτής. Προς αυτούς πρέπει να στραφή το ενδιαφέρον της Εκκλησίας. Προς αυτούς, οίτινες θα αποβούν φορείς δόξης ή καταισχύνης, χαράς ή λύπης, σωτηρίας ή απωλείας, διότι ο κόσμος προσβλέπει εις αυτούς, ως προς την Εκκλησίαν, προς αυτόν τον Χριστόν. Το υπόδειγμα της ζωής και της δράσεως και της αγίας αναστροφής των εν Κυρίω διακόνων της Εκκλησίας, έδωκαν ημίν οι άγιοι Απόστολοι ων το έργον εμεγάλυναν οι άγιοι Πατέρες μη καταλείψαντες τον λόγον του Θεού, όταν παρέστη ανάγκη να διακονήσουν τραπέζας. Αλλ’ αντιθέτως, αναθέσαντες την κατωτέραν ταύτην διακονίαν εις υποδεεστέρους εν τη ιεραρχία της Εκκλησίας, αυτοί προσεκαρτέρουν τη προσευχή και τη διακονία του λόγου.
Η αγιωτάτη ημών Εκκλησία τότε μόνον θα δυνηθή να δικαιώση την αποστολήν αυτής, όταν εξαρθή εις την περιωπήν της Αποστολικής αυτής φύσεως. Όταν εν αυτή αναζήση το πνεύμα της θυσίας. Όταν λαλή προς τον ουρανόν και «ακούωνται φωναί, αστραπαί και βρονταί». Όταν εν ταις θλίψεσιν αυτής επαναλαμβάνη, «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος». Όταν λέγη με θείαν επιθυμίαν, «εγώ τω νυμφίω μου και ο νυμφίος μου εμοί». Όταν εν τω προσώπω των Αγιωτάτων Αρχιερέων και Πατέρων ημών δύναταί τις να διακρίνη τον Πέτρον, τον Παύλον, τον «υιόν της Παρακλήσεως», τους «υιούς της βροντής», τους θείους Πατέρας του αγίου Βυζαντίου μας, οι οποίοι υπήρξαν μιμηταί του Χριστού εν όλη τη ταπεινώσει αυτού. Τότε δεν θα εσκανδαλίζοντο εις την πίστιν οι ασθενείς αδελφοί, δεν θα εδυσχέραινον εν τη πτωχεία, δεν θα εβλασφήμουν επί τη δυστυχία, δεν θα ηγάπων τα ηδέα του βίου, δεν θα έχανον τας ψυχάς των, «υπέρ ων Χριστός απέθανε». Δεν θα είχομεν σατανικά σχίσματα, δεν θα ήνθουν αι παρασυναγωγικαί συναθροίσεις, αι διασπώσαι την ενότητα της Εκκλησίας, δεν θα «εμερίζετο ο Χριστός». Δεν θα εθεωρείτο η πτωχεία δυστύχημα, αλλ’ ευλογία. Δεν θα ωρχείτο η κενόδοξος σπουδή δια κατάληψιν αξιωμάτων, αλλά θα ενεπολιτεύετο η τα ταπεινά φρονούσα αφανής ζωή. Οι χριστιανοί, ως από ζώσας εικόνας, θα εδιδάσκοντο την πτωχείαν, την ταπείνωσιν του Χριστού, την άφατον και απερίγραπτον κένωσίν του. Πάντα θα εγίνοντο δια της Εκκλησίας, πάντα θα ερρυθμίζοντο· οι γήϊνοι θα εγίνοντο ουράνιοι. Εφ’ όσον η Εκκλησία θα εκπροσωπείται από διακόνους κομώντας πλούτω και εγκοσμία δόξη, καμμία προσπάθεια δεν δύναται να αποβή λυσιτελής παρά τω λαώ του Θεού, κανέν κήρυγμα δεν ικανούται να καρποφορήση περί Χριστού και αγάπης και πτωχείας και ταπεινώσεως και αιωνιότητος και θυσίας εν Κυρίω. Περί ποίου πράγματος μας ομιλείτε; Θα ερωτήση ο πιστός του Κυρίου λαός. Ημείς δεν πιστεύομεν τοις κενοίς λόγοις, του παραδείγματος πείθοντος πλείον τούτων.
Η αγιωτάτη ημών Εκκλησία δέον όπως ασχοληθή εμπόνως με το θέμα της κατά Χριστόν συγκροτήσεως των στελεχών της, των εργατών της, των εκπροσώπων της, εκείνων, που κατά διαδοχήν φέρουν το θείον εκείνο εμφύσημα, όπερ έδωκεν ως εξουσίαν τοις αγίοις Αυτού μαθηταίς και Αποστόλοις ο αναστάς Κύριος. Είναι καιρός όπως η Εκκλησία απαλλαγή από τους κοσμικούς επηρεασμούς των κοσμικών διδασκάλων της, διότι εις το σημείον τούτο γίνονται τα άνω κάτω. Η Εκκλησία κατευθυνομένη υπό επιδράσεων λαϊκών στοιχείων εκκοσμικεύεται, δεν προάγεται από δυνάμεως εις δύναμιν, πλανάται εκ της ευθείας προς τα άνω πορείας της, κατέρχεται εις επίπεδα εγκοσμίου διανοητικότητος. Ή ο ιερός κλήρος έχει ιδιάζουσαν από Θεού χάριν προς διδασκαλίαν, προς αγιασμόν και διαποίμανσιν, ή όχι. Ή το πιστεύομεν ή δεν το πιστεύομεν. Έχομεν ανάγκην περισσοτέρας αγιότητος και ολιγωτέρας επιστήμης. Δέον να τιμήσωμεν την καθαράν καρδίαν, τον νουν τον άνωθεν ελλαμπόμενον και την μετρίαν παιδείαν υπέρ την πολυμάθειαν και εμβρίθειαν του απεσκληρυμμένου εν ταις ματαίαις ερεύναις επιστήμονος. Ο Χριστιανισμός είναι υπέρ παν άλλο καρδία. Το φως της πίστεως και γνώσεως είναι υπόθεσις της καθαρότητος της καρδίας. Ο Σταυρός του Κυρίου εκπέμπει μείζονα σοφίαν από όλας τας σοφίας του κόσμου. Και η Ανάστασις του Θεανθρώπου επισκιάζει όλα τα φώτα των περί Θεού ασχολουμένων επιστημόνων. Η σκέψις μόνη είναι αδύνατον να συλλάβη τον υπέρ την σκέψιν κείμενον χριστιανισμόν. Θα έλθη εποχή, κατά την οποίαν θα αποκαλυφθή η έκτασις του κακού, όπερ εξειργάσθη η παρούσα αφελής γενεά εις βάρος της Εκκλησίας, ανεχθείσης την επιστημοσύνην εις τοσούτον βαθμόν εν τοις κόλποις αυτής, ώστε να εξορισθούν η απλότης της πίστεως, η χαρά, η αγάπη και το εν Κυρίω πένθος, οι χαρακτήρες αυτοί της Ορθοδόξου ζωής και θεωρίας.
Πιστεύομεν ότι γνωρίζει πας τις, ότι διερχόμεθα αυτόχρημα τραγικάς στιγμάς, κατά τας οποίας η Εκκλησία απομένει ως μοναδική ελπίς σωτηρίας. Τούτο οφείλομεν να κάμωμεν συνείδησιν, ότι η αγία Εκκλησία μας δύναται δια των προσευχών της να ανοίξη τους ουρανούς και να καταγάγη τον υετόν του θείου ελέους. Ω, εάν εγνωρίζομεν τας ασταθμήτους δυνατότητας, ας κατέχομεν ως Ορθόδοξος Εκκλησία Χριστού! Η άγνοια αυτή μας κατέστησεν αδυνάτους και περιδεείς, ως εκείνους τους βασιλείς της Αποκαλύψεως προ του φοβερού επτακεφάλου θηρίου εκείνου. Και αυτό το θηρίον υπάρχει σήμερον, και η Εκκλησία—θα το είπωμεν—το προσβλέπει έντρομος, διότι αγνοεί την δύναμίν της. Απόδειξις τούτου είναι αι ένοχοι συγκαταβάσεις προς τους αιρετικούς δια να λάβωμεν τρόφιμα. Παίρνομεν τρόφιμα από τους Προτεστάντας, τους αρνουμένους τον Τριαδικόν Θεόν, τους αρνουμένους την θεότητα του Χριστού και δίδομεν οιονεί την πίστιν. Την πίστιν; Ναι. Διότι επειδή μας διατρέφουν, αποσιωπώμεν τας αντιθέους αιρέσεις των. Δεν τους ελέγχομεν, δεν τους αποκόπτομεν εκ της μεθ’ ημών κοινωνίας, κατά σχετικόν χωρίον του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Δεν καθιστώμεν τον κίνδυνον των αιρέσεων αισθητόν.                                                                                                                                                 
Τι να ενθυμηθώμεν δια να πεισθώμεν περί του μίσους, όπερ τρέφουν προς ημάς αι Προτεσταντικαί Εκκλησίαι; Την διείσδυσιν εις το κλίμα της Ελλαδικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ή την παθητικήν και χαιρέκακον στάσιν των κατά την περίοδον των πληγμάτων, τα οποία υφίστατο το Πατριαρχείον μας, ή την κακεντρεχή εκτόξευσιν του αηδούς σιέλου κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, υπό του γηραιού εκείνου Κανταβρυγίας κ. Φίσσερ; Η Εκκλησία μας είναι ανάγκη να εξαρθή εις περιωπήν μαρτυρίου, να οικειωθή το πνεύμα των Μαρτύρων, χάριν αυτής της Ορθοδόξου αξιοπρεπείας της. Ικανώς εθλίβημεν δια την ολιγοπιστίαν μας προς τον Κύριον και Θεόν μας, δια τας κολακείας μας προς τους αιρετικούς, υλικού κέρδους χάριν.                                                                             
Δεν φοβούμεθα τας θλίψεις εν Κυρίω. Τας θέλομεν, τας επιζητούμεν, εγκαυχώμεθα δι’ αυτάς. Λυπούμεθα όμως σφόδρα, όταν αι θλίψεις δεν προέρχωνται από την αγάπην του Θεού, δεν στέλλωνται ως «αναπλήρωσις των υστερημάτων του Χριστού», αλλά παραχωρούνται προς παιδαγωγίαν, προς μετάνοιαν, προς επιστροφήν εκ των κακιών ημών.                                                                                                                                                                         Χαίρομεν διότι εκλήθημεν να πάσχωμεν δι’ αγάπην Χριστού. Τούτο ημετέρα χαρά, τούτο τιμή, τούτο «κατεργάζεται βάρος δόξης», ότι «ημίν εχαρίσθη όχι μόνον το εις Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν». Τοιούτος ο θείος ημών κλήρος. Αλλά να πάσχωμεν δια Χριστόν, όχι δια τας θυσίας ημών εν τη πίστει, όχι δια τον κακόν ημών βίον, δια τας παραβάσεις και παρανομίας ημών ως Εκκλησίας. «Ποίον γαρ κλέος—λέγει ο Απόστολος Πέτρος—ει αμαρτάνοντες και κολαφιζόμενοι υπομενείτε; Αλλ’ ει αγαθοποιούντες και πάσχοντες υπομενείτε, τούτο χάρις παρά Θεώ».                                                                                                                                         
Οφείλομεν να βιώσωμεν, ως Εκκλησία, την αγωνίαν Χριστού του Εσταυρωμένου, όστις λέγει «έτοιμός ειμι θυσιασθήναι και δια δευτέραν φοράν δια τον άνθρωπον, ον ηγάπησα». Αυτήν την αγωνίαν αναμένει να ίδη βιουμένην ο ευσεβής λαός μας προς παραδειγματισμόν και μίμησιν από τους ιερωτάτους Επισκόπους και Πατέρας της Εκκλησίας. Εγκρατευομένους ως ο Μέγας Βασίλειος, κλαίοντας ως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, νουθετούντας ως ο Χρυσόστομος, πτωχεύοντας ως ο Μέγας Αθανάσιος. Με τρίχινον ράσον, με όψιν κατεσκληκυίαν, με οφθαλμούς λευκούς από τας αγρυπνίας. Αποστολικούς, πυρ πνέοντας, τοις ταπεινοίς συνεπαγομένους, αγάλματα πάσης αρετής.                                                                                                                             
Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να γνωρίση αυτή εαυτήν· η Εκκλησία των Επισκόπων δέον να γνωρίση τον πλούτον της πνευματικής δόξης της· η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να λάβη πείραν της απείρου δυνάμεώς της. Να συνειδητοποιήση την φρικαλέως τεραστίαν ευθύνην της έναντι Θεού και ανθρώπων. Να βιώση το γεγονός, ότι είναι φορεύς της υπερφυούς Αποστολικής εξουσίας και, το ότι είναι «οικονόμος των μυστηρίων του Χριστού».                                                                                                                                                                                        
Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον η Εκκλησία θα αποβάλη το πνεύμα της δουλείας και δειλίας, το αίσθημα της αδυναμίας και θα οικειωθή την ακαταμάχητον δύναμιν, την οποίαν έλαβεν εν τη Αγία Πεντηκοστή, ώστε εις τα πρόσωπα των αγίων Αρχιερέων να ενσαρκούται η πνευματική εκείνη δύναμις, ην προϋποθέτει το Επισκοπικόν αξίωμα, και να εκφαίνεται ο Ποιμήν ο καλός, όστις «θύει την ψυχήν αυτού υπέρ των προβάτων», διώκων τους λύκους και άρπαγας εκ της θείας του αυλής. Θάρρος, αδελφοί. Ημείς «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν». Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει. Ανάγκη να νικήσωμεν τον κόσμον.



ΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΑΝΤΟΡΘΟΔΟΞΑ ΒΙΒΛΙΑ

«Έσται γαρ καιρός ότε της υγιαινούσης διδασκαλίας ουκ ανέξονται, αλλά κατά τας επιθυμίας τας ιδίας εαυτοίς επισωρεύσουσι διδασκάλους κνηθόμενοι την ακοήν…» Απ. Παύλος.


Από πολλού γίνεται θόρυβος δια κάποιο βιβλίον ενός Καθολικού συγγραφέως. Είναι το βιβλίον του Φούλτον, υπό τον τίτλον «Το πιο μεγάλο γεγονός». Ημφεσβητήθησαν ωρισμένα σημεία του βιβλίου, αναφερόμενα εις το πάνσεπτον πρόσωπον της Κυρίας ημών Θεοτόκου, κατά πόσον εναρμονίζονται προς την ορθόδοξον παράδοσιν. Και απεδείχθη, κατόπιν σχετικών καταγγελιών, ότι εις το εν λόγω βιβλίον παρεισέφρησαν, υπό μορφήν λογοτεχνικήν, φράσεις καθαπτόμεναι της γνησιότητος της παραδόσεως και προσβάλλουσαι την Ορθόδοξον συνείδησιν. Το πράγμα εστοίχισε την προαγωγήν καλού κληρικού, ως υπευθύνου, απαλλαγέντος από του βάρους του επισκοπικού αξιώματος, όπερ μετ’ ολίγον θα επωμίζετο.  Είναι βέβαιον, ότι δεν υπήρχε πρόθεσις αλλοιώσεως των ιερών κειμένων, εκ μέρους του κριθέντος ως υπευθύνου κληρικού. Μάλιστα, απολογούμενος, εβεβαίωσεν, ότι δια του λογοτεχνήματος απέβλεπεν εις την ωφέλειαν των Χριστιανών. Δεν φρονούμεν, ότι πρέπει να αμφισβητήσωμεν τας αγαθάς προθέσεις ενός τόσον ευλαβούς τέκνου της Εκκλησίας, αγωνιζομένου υπέρ της κατισχύσεως του λόγου της πίστεως.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Η προσευχή του Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας,φιλαρχίας, και αργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής, και αγάπης χάρισε μοι τω σω δούλω. Ναι Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου˙ ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Στη συνεχή και δύσκολη προσπάθεια της πνευματικής ανάρρωσης ανθρώπου, η Εκκλησία δεν ξεχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Ο όλος άνθρωπος απομακρύνθηκε από το Θεό, ο όλος άνθρωπος πρέπει να ανορθωθεί, ο όλος άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει με ταπείνωση και αγάπη.
Η καταστροφή της αμαρτίας υπάρχει όταν νικάει η σάρκα, η αλαζονεία - το ζωώδες, το παράλογο, η σαρκική επιθυμία μέσα μας - το πνευματικό και το θείο. Αλλά το σώμα είναι δοξασμένο, το σώμα είναι άγιο, τόσο άγιο που ο ίδιος ο Θεός «σαρξ εγένετο».
Η σωτηρία και η μετάνοια, επομένως, δεν είναι η περιφρόνηση του σώματος ούτε η παραμέλησή του, αλλά είναι αποκατάσταση του σώματος στην πραγματική του λειτουργικότητα που είναι η έκφραση και η ζωή του πνεύματος, ο ναός της ανεκτίμητης ανθρώπινης ψυχής.

Η ορθόδοξη εμπειρία και χριστιανική ασκητική είναι αγώνας όχι κατά αλλά υπέρ του σώματος. Γιʹ αυτό το λόγο ο όλος άνθρωπος - ψυχή και σώμα - μετανοεί και επιστρέφει στο αρχαίο κάλλος εν Χριστώ Ιησού.

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Η Αυτοκέφαλος Ορθόδοξος Εκκλησία της Πολωνίας, ύστερα από 90 χρόνια επιστρέφει στο Ιουλιανό ημερολόγιο, στις 15 Ιουλίου 2014 Κυριακή των Αγίων Πάντων!!!


Polish Orthodox Church returns to Old Calendar


(Orthodox Poland) [Machine Translation] - Approval of the Holy Council of Bishops of the Polish Autocephalous Orthodox Church, Polish Orthodox Church after 90 years, returns to the hallowed tradition of the Orthodox Julian calendar - that is, the so-called. Old Style!

Due to the fact that most of the parish PAKP 96.00% celebrating holidays by old style (Julian) and asking the faithful - St. Council of Bishops appealed conciliar decision of 12 April 1924 concerning the introduction of a new style (Gregorian) and decided to go back to the old style (Julian) on 15 June 2014 (All Saints Sunday).