Είναι απαραίτητον να
αντιληφθώμεν ότι η αγία Εκκλησία μας, είναι Εκκλησία πιστών του Σταυρού. Ο
Σταυρός, ως σταύρωσίς μας εν τω κόσμω, είναι η μόνη οδός σωτηρίας μας.
Σταυρός είναι θλίψις δια Χριστόν, είναι
πόνοι και δάκρυα. Εάν δεν θλιβώμεν δια τον Χριστόν, θα θλιβώμεν από τον σατανάν
και από τα πάθη μας. Είναι και αυτός ένας άλλος σταυρός, με την διαφοράν, ότι ο
Σταυρός του Χριστού είναι γλυκύς, πνευματικός, αγιαστικός, ζωοποιός. Με
συνέπειαν την αιωνίαν ζωήν και την άληκτον χαράν. Ο άλλος σταυρός είναι
φρικτός, άπελπις, νεκροποιός και με συνέπειαν τον αιώνιον θάνατον και τον
«ακοίμητον σκώληκα». Θα είμεθα απείρως δυστυχείς, απείρως ελεεινοί, εάν δεν
αγαπήσωμεν τον Σταυρωθέντα Χριστόν, εάν δεν άρωμεν με χαράν τον Σταυρόν μας και
αν δεν ζήσωμεν ως εσταυρωμένοι.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τρίτη 22 Απριλίου 2014
Δευτέρα 21 Απριλίου 2014
Τό Φανάρι έταράχθη. Οί άτακτοι παραδίδουν μαθήματα Κανονικής τάξεως!
Ταραχή καί άντιδράσεις προκάλεσε στο Φανάρι ή θεάρεστη ένέργεια τοϋ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ νά άναγνωρίση τις κατά τά έτη 830 καί 1351 έν Κωνσταντινουπόλει συνελθοϋσες Συνόδους επί Μ. Φωτίου καί άγ. Γρηγορίου τοϋ Παλαμά άντιστοίχως ώς οικουμενικές, καί νά θέσπιση τόν ετήσιο πανηγυρικό εορτασμό τους στήν μητροπολιτική του περιφέρεια. Ή πρωτοβουλία αύτή τοϋ Πειραιώς θεωρήθηκε άντικανονική καί άντιλειτουργική καί ώς άπόπειρα ύπονομεύσεως τών σχέσεων τής 'Ορθοδόξου 'Εκκλησίας μέ τήν Ρώμη καί τερματισμού του θεολογικού διαλόγου μαζί της!
Στο πλαίσιο αύτής τής άντιδράσεως, ό έκτελών χρέη ύπερασπιστού τής οίκουμενιστικής πολιτικής τοϋ Φαναριού Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος τού Οικουμενικού Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης άνέλαβε νά έλέγξη μέ ειδική άνάλυσι τήν ένέργεια του Πειραιώς, κατηγορώντας αύτόν, ότι δέν είχε τό δικαίωμα «να θεσπίσει μίαν Εορτή γιά κάποιο γεγονός, πού άφορα σύμπασα τήν ανά τήν Οίκουμένην 'Ορθόδοξο Εκκλησία και όχι μόνο τήν επαρχία τήν οποίαν ποιμαίνει», καί ότι άποδεχόμενος καί χαρακτηρίζων ώς «οικουμενικές» τις δύο αύτές Συνόδους, άθετεί τήν 'Ομολογία Πίστεως, τήν όποία είχε άπαγγείλει τήν ήμέρα τής εις Έπίσκοπον χειροτονίας του, 'Ομολογία, διά τής όποιας διαβεβαίωσε, ότι άποδέχεται έπτά Οικουμενικές Συνόδους, δηλώνοντας συγχρόνως, ότι δέν προσθέτει, δέν αφαιρεί καί δέν μεταβάλει τίποτε άπό τά δόγματα καί τις Παραδόσεις τής 'Εκκλησίας!
Στό σοβαρώτατο αύτό κατηγορητήριο άπάντησε βεβαίως έπαρκώς ό «έτοιμος άεί προς άπολογίαν παντί τω αίτούντι αύτώ λόγον» έπίσκοπος. Ώς μέλη όμως τής 'Εκκλησίας έχομε καί έμείς γνώμη, τήν όποία και θά έκφράσουμε.
Κατά τήν γνώμη μας, λοιπόν, ή ενέργεια τού μητροπολίτου Πειραιώς δέν είνε καινοφανής, άλλά άπολύτως σύμφωνη μέ τήν Παράδοσι τής 'Εκκλησίας, ή όποία άδιαψευστως μαρτυρεί, ότι ό εορτασμός πολλών γεγονότων τής Χριστιανοσύνης (όπως είνε τά Θεοφάνεια, τά Χριστούγεννα και τό Πάσχα) πρώτα καθιερώθηκε άπό κάποιες Εκκλησίες σέ τοπικό επίπεδο και κατόπιν άπό τήν οικουμενική 'Εκκλησία σέ πανχριστιανικό έπίπεδο.
Οι μαθητές (πιστοί) τού Χριστού ώνομάστηκαν Χριστιανοί πρώτα στήν 'Αντιόχεια καϊ κατόπιν στόν ύπόλοιπο κόσμο (Πράξ. 11:26). Μήπως έπρεπε νά γίνη ιδιαιτέρα 'Αποστολική Σύνοδος γιά νά έγκρίνη τήν ονομασία;
Ή Ύψωσι τοϋ Τιμίου Σταυρού πρώτα έωρτάσθηκε στά 'Ιεροσόλυμα και στήν Κωνσταντίνούπολι και κατόπιν καθιερώθηκε παγκοσμίως. Θά μπορούσαμε νά άναφέρωμε και άλλα παραδείγματα.
Ή άναγνώρισι τών Η' καί Θ' Συνόδων ώς οικουμενικών καί ό εορτασμός τους άπό τήν Ί. Μητρόπολι Πειραιώς δέν ύποχρεώνουν καμμίαν άλλη 'Ορθόδοξη Εκκλησία νά τήν μιμηθή, δέν δημιουργούν τετελεσμένα γεγονότα, δέν συνιστούν παράβασι και Κανονική άταξία, άλλ' εκφράζουν τήν συνείδησι τοϋ πληρώματος τής Ιεράς αύτής Μητροπόλεως και όχι μόνο.
Συγχρόνως δημιουργούν καί ένα προηγούμενο, προερχόμενο άπό μία πολυπληθή Ί. Μητρόπολι, τό όποιο, σέ συνδυασμό μέ έμπεριστατωμένες μελέτες πολλών έπιφανών έκκλησιαστικών προσωπικοτήτων, πού συνηγορούν ύπέρ τής οικουμενικότητας τών δύο αύτών Συνόδων, συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο σέ οποιαδήποτε Πανορθόδοξη Σύνοδο συνέλθη μελλοντικών και προβάλη τήν άξιωσι νά άναγνωρισθή ώς οικουμενική, αγνοώντας και περιφρονώντας τήν ιστορικώς καί θεολογικώς άνεγνωοισμένη άξια των Η' καί Θ' Συνόδων. Και αύτό τό γνωρίζουν οί οίκουμενιστές τού Φαναριού, γι' αύτό καί άντιδρούν.
Αρνούνται, λοιπόν, παπόφιλοι καί λατινόφρονες κληρικοί τού Οίκουμενικού Θρόνου τό δικαίωμα σ΄έναν όρθοδοξότατο καί άγωνιστή μητροπολίτη «νά θεσπίσει, μέ μίαν excathedra, Ποντιφίκειου τύπου, άπόφαση», όπως γράφουν, «τόν έορτασμό ένός Ιιστορικού γεγονότος, πού αφορά σύμπασα τήν Μίαν, Άγίαν, Καθολικήν και Άποστολικήν Όρθόδοξον Έκκλησίαν» Έμείς όμως τούς έρωτούμε: Ή άλλαγή τού 'Ημερολογίου, πού άφοροϋσε σύμπασα τήν 'Ορθόδοξη 'Εκκλησία, έγινε Κανονικώ τω τρόπω και μέ Πανορθόδοξη ομοφωνία;
Ή αύθαίρετη καί μέ τυμπανοκρουσίες άρσι των άναθεμάτων κατά των Παπικών άπό τόν 'Αθήναγόρα τό 1965, γεγονός πανορθοδόξου ένδιαφέροντος καί έμβελείας, έγινε μήπως μέ άπόφασι Πανορθόδοξη καί μέ σεβασμό στον Συνοδικό θεσμό τής Εκκλησίας; Οί άντορθόδοξες καί προδοτικές Συμφωνίες με τούς άμετανοήτους Μονοφυσίτες καί Παπικούς στο Σαμπεζύ τό 1990 καί στό Μπάλαμαντ το 1893 άντιστοίχως, πού άφορούσαν καί αύτές σύμπασα τήν Όρθοδοξία, δέν ύπεγράφησαν καί αύτές άπό κάποιους "Ορθοδόξους επισκόπους, δίχως καμμία Πανορθόδοξη ένημέρωσι, έγκρισι καί άποδοχή;
Κόπτονται οί τού Φαναριού γιά τήν κανονικότητα τής πρωτοβουλίας τού μητροπολίτου Πειραιώς, ή όποία άλωστε εύχαρίστησε καί ικανοποίησε κάθε 'Ορθόδοξο Χριστιανό, πού άγαπά καί σέβεται τήν Ιερά Παράδοσι τής Εκκλησίας, ένώ άντιθέτως έπευλόγησαν τις προαναφερθείσες έπισκοπικές αύθαιρεσίες, πού συνετάραξαν τήν 'Εκκλησία, δημιούργησαν σχίσματα καί σκανδαλίζουν μέχρι σήμερα άναρίθμητες ψυχές! Μήπως στήν περίπτωσί τους έχει έφαρμογή ή παροιμία «δάσκαλε, πού δίδασκες καί νόμο δέν έκράτης»;
Έχετε έπτά Οικουμενικές Συνόδους. Έάν σας λείψη μία, δέν έχετε νά χάσετε πολλά πράγματα», είχε είπή κάποτε ό Κόπτης πατριάρχης Σενοϋντα Γ' στούς 'Ορθοδόξους εκπροσώπους, άναφερόμενος στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο, τήν όποία μέχρι σήμερα οί Μονοφυσίτες άρνούνται νά άποδεχθούν. Παρά τό θράσος όμως των συνομιλητών μας, ό διάλογος συνεχίσθηκε καί κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι Μονοφυσίτες καί 'Ορθόδοξοι είχαμε πάντοτε τήν αύτή Χριστολογική πίστι, άλλα άπλώς τήν διατυπώναμε μέ διαφορετικό τρόπο!
Τό ψευδέστατο αύτό συμπέρασμα, πού άκυρώνει το άλάθητο καί θέτει ύπό άμφισβήτησι τήν αύθεντία τών Οικουμενικών Συνόδων, αποδέχονται εύχαρίστως ό π. Γεώργιος Τσέτσης καί οί όμόφρονές του οίκουμενιστές, καί προωθούν δολίως καί άνευ Πανορθοδόξου άποφάσεως τήν ψευδοένωσι μέ τούς αιρετικούς καί άμετανοήτους Μονοφυσίτες στις έπαρχίες τού Οικουμενικού Θρόνου, παρά τήν σατανική εμμονή τών Άντιχαλκηδονίων που άπορρίπτουν άσυζητητί τέσσαρες Οικουμενικές Συνόδους τής 'Ορθοδοξίας! Ενόχλησε, όμως, τό Φανάρι ή άναγνώρισι καί ό έορτασμός τών Η' καί Θ' Συνόδων άπό μία 'Ορθόδοξη ιερά Μητρόπολι! Ή άτιμία τών Οικουμενικών Συνόδων έκ μέρους τών αιρετικών καί ή βλασφημία τοϋ Άγ. Πνεύματος, πού έπεστάτησε, φώτισε καί καθωδήγησε τις Συνόδους αύτές, δέν ταράσσει τούς Φαναριώτες. Τούς ταράσσει, όμως, ή έκ μέρους πιστών καί εύσεβών 'Ορθοδόξων Χριστιανών τιμή δύο άγίων Συνόδων καί οι προσπάθειές τους γιά τήν Πανορθόδοξη άναγνώρισί τους! "Ετσι άποδεικνύονται έχθροί καί πολέμιοι τών Οικουμενικών Συνόδων, φίλοι δέ καί συνεργάτες τών αιρετικών, τούς οποίους οί Σύνοδοι καταδικάζουν καί άναθεματίζουν! Κύριε, μή στήσης αύτοίς τήν άμαρτίαν ταύτην.
Περιοδικό “Ο ΣΤΑΥΡΟΣ”
Κυριακή 20 Απριλίου 2014
Μήνυμα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφίλου για το Άγιον Πάσχα 2014---- Αν αυτό το μήνυμα δεν λέγεται θράσος, τι λέγεται;;
ΘΕΟΦΙΛΟΣ Γ΄
Ἐλέῳ Θεοῦ Πατριάρχης τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ
καί πάσης Παλαιστίνης
παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, χάριν καί ἔλεος καί εἰρήνην
ἀπό τοῦ Παναγίου καί Ζωoδόχου Τάφου
τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.
«Ἰησοῦν ζητεῖτε τόν Ναζαρηνόν τόν ἐσταυρωμένον.
Ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν Αὐτόν»,
οὐκ ἔστιν ὧδε, ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν Αὐτόν :
Σάββατο 19 Απριλίου 2014
Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη! -- Brothers and sisters, glorify our Lord who is Risen from the Dead as we proclaim: Christ is Risen! Truly He is risen!

Ταπεινά ευχόμεθα η Ζωηφόρος Ανάστασις του Χριστού μας να λαμπρύνει τις καρδιές σας με Ουράνιον Χάριν, Φως Κυρίου και ευωδίαν Πνευματικήν, και καταυγάζοντας τα διαβήματά σας εις περιποίησιν των Αγίων Του εντολών, να σας οδηγήση εις την άληκτον και παντευφρόσυνον μακαριότητα της Ουρανίου Βασιλείας Του.
We humbly pray that the Lifegiving Resurrection of our Christ fills your hearts with heavenly grace, the Light of God, and spiritual fragrance, illuminating your path in preserving His holy commandments, thus leading you to the unending and jubilant bliss of His Heavenly Kingdom.
Παρασκευή 18 Απριλίου 2014
Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία
Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω, ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων, και Κύριος των κυρευόντων, προσέρχεται σφαγιασθήναι, και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς, προηγούνται δε τούτου, οι χοροί των Αγγέλων, μετά πάσης Αρχής και Εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ, και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τας όψεις καλύπτοντα, και βοώντα τον ύμνον, Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια.
Πέμπτη 17 Απριλίου 2014
ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Ζ΄)
ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (Ζ΄) - Αλεξανδρεύς
Αναδημοσίευση από το http:// anastasiosk.blogspot.com.
Σας ευχαριστούμε Αναστάσιε και Αλεξανδρέα. Σας ευχόμεθα Καλή Ανάσταση!
Ένα σκονισμένο σανδάλι με έσπρωξε για να με ξυπνήσει. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και όσο κι αν είχα μαζευτεί δεν με έκρυβε πια τίποτε. Σήκωσα το βλέμμα και είδα έναν στρατιώτη να με κοιτάζει άγρια. Πιο πέρα ένας άλλος έψαχνε τον τόπο για παρουσίες σαν τη δική μου.
Οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι με το βράχο στο άνοιγμα του τάφου. Του περνούσαν κορδέλες και σφράγιζαν με κερί την ένωσή τους.
Τι φοβόντουσαν άραγε;
Και νεκρό σε φοβούνταν; Ύστερα δυο από αυτούς έμειναν εκεί να φυλάνε. Οι υπόλοιποι με τον επικεφαλής ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν. Το βλέμμα τους έδειχνε ότι κι εγώ έπρεπε να κάνω το ίδιο.
Δεν ξέρω ποιος λυπήθηκε περισσότερο: ο Αδάμ με την Εύα όταν τους έδειχναν την πόρτα του Παραδείσου ή εγώ τώρα που έπρεπε να Σε εγκαταλείψω. Τουλάχιστον ο Αδάμ είχε την Εύα.
Εγώ ήμουν μόνη σε έναν κόσμο που μου φαινόταν πια τόσο άδειος χωρίς Εσένα.
Τόσο τρομακτικός και άχρηστος. Χωρίς νόημα και σκοπό.
Περπατούσα χωρίς να σκέφτομαι πού πάω. Μου πήρε ώρα να καταλάβω πως περπατούσα ανάποδα τη διαδρομή που είχες κάνει Εσύ:
Από το Γολγοθά στο λιθόστρωτο, από εκεί στο σπίτι του Καϊάφα, πίσω στη Γεθσημανή όπου έμαθα ότι πέρασες την τελευταία σου νύχτα κι από εκεί κάτω απ΄ το σπίτι που έφαγες με τους μαθητές Σου. Ήταν ένα πολύ καθώς πρέπει σπίτι και φοβόμουν να πλησιάσω. Τι έκανα εκεί; Δεν ξέρω. Ίσως προσπαθούσα να βρω ίχνη της παρουσίας Σου.
Δε βρήκα παρά μόνο το ξύλο στην αυλή του Πραιτωρίου, εκεί που Σε είχαν δεμένο και Σε μαστίγωναν. Το πλησίασα και το άγγιξα.
Μου φάνηκε ζεστό ακόμη. Ίσως να ήταν ιδέα μου ...
Έξω από το σπίτι του τελευταίου Σου δείπνου δέχτηκα την καινούργια επίθεση. Όχι από κανέναν υπηρέτη που ήθελε να με διώξει μη και μαγαρίσω τη φήμη του σπιτιού.
Όχι! Η επίθεση ήταν μέσα μου.
Κι ήταν η πιο λυσσαλέα που έχω δεχτεί ποτέ.
Ξέρεις κάθε φορά που περνάμε μια τέτοια επίθεση, κάθε φορά που νιώθουμε την καρδιά μας να λυγά, τα γόνατά μας να τρέμουν, το μυαλό μας να σταματά, πιστεύουμε πως πιάσαμε πάτο.
Πως δεν υπάρχει -δεν είναι δυνατόν να υπάρξει- κάτι χειρότερο.
.....................................................................................................
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που πάντα έκλεινε το λόγο της σαν αναφερόταν στα βάσανα του κόσμου με τα λόγια: “Και μη χειρότερα”.
Στη ζωή της είχε περάσει βάσανα πολλά.
Είχε δει παιδιά της να πεθαίνουν, ανθρώπους που αγαπούσε να χάνονται χωρίς λόγο.
Είχε πιει το ποτήρι της πίκρας μέχρι τον πάτο κι όμως έλεγε πάντα αυτή την κουβέντα.
Με κρατούσε στα γόνατά της μια φορά, όταν πέρασε μπροστά μας ένα αλλόκοτο πλάσμα.
Δυο άνθρωποι, δυο παιδιά ενωμένα στη ράχη.
Νομίζω πως δεν έχω δει τραγικότερο θέαμα στη ζωή μου.
(Ήμουν μικρή τότε και δεν ήξερα πως συχνά κάτι τέτοιο συμβαίνει με όλους μας. Να κουβαλάς συνέχεια μαζί σου έναν άλλο που δεν τον θες που ωστόσο είναι εσύ τόσο όσο και το άλλο μισό).
Οι γυναίκες που κάθονταν μαζί με τη γιαγιά κούνησαν το κεφάλι με θλίψη και τα δυο παιδιά βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν τον πόνο τους για το δράμα που πέρναγαν.
Όλες οι γυναίκες κάτι είπαν κι η γιαγιά μου έκλεισε την κουβέντα λέγοντας:
“Και μη χειρότερα, παιδιά μου”.
Τότε, το ένα από τα δυο κολλημένα παιδιά την κοίταξε και είπε:
-΄Εχει και χειρότερα, γιαγιά;
-΄Εχει παιδάκι μου. Έχει.
Την κοίταξα όλο απορία. Λίγο καιρό αργότερα έλαμψε η σοφία της με τον πιο απόλυτο τρόπο.
Ένα από τα δυο παιδιά είχε πεθάνει και το άλλο το κουβαλούσε δυο μέρες πεθαμένο στο κορμί του μέχρι να σβήσει κι εκείνο.
.................................................................................................................................
Ο εχθρός γύρεψε να με συντρίψει χτυπώντας στο κέντρο.
Ήξερε πως αν κέρδιζε τούτη τη μάχη, είχε κερδίσει τα πάντα.
Ήξερε πως το Κέντρο ήσουν Εσύ.
Πως η ζωή μου ήταν μόνο η αγάπη Σου.
Εκεί με χτύπησε.
Μου ξανάφερε μαστορικά τις σκέψεις της νύχτας.
Εκείνο το μεγάλο, το άλυτο ερωτηματικό μου.
Εκείνο το γιατί που με τριβέλιζε.
Έβαλε στόχο την αγάπη μου για Σένα.
Κρατούσε στα χέρια όπλα τρομερά: την γνώμη του κόσμου, τη φωνή της συνείδησής μου, το νόμο του Θεού.
Αντάριαζε τις σκέψεις μου και πολέμαε να μου δείξει πως η αγάπη μου για Σένα ήταν ... όχι, όχι μη βιαστείς να πεις ψεύτικη.
Αυτό δεν τόλμησε να το ψελλίσει.
Θα του γύριζα μια ξανάστροφη με τη δεξιά της ψυχής μου που θα ταν όλη δική του. Θα τού μπηγα στα σωθικά της αμφιβολίας όλα όσα είχα κάνει για Σένα, πώς δε λογάριασα ούτε κόσμο, ούτε ζωή, ούτε χρήμα.
Θα του δειχνα τα ματωμένα από το δρόμο πόδια μου, τα πρησμένα από το κλάμα μάτια μου, τα μπερδεμένα και κολλημένα από το υπόλειμμα του μύρου μαλλιά μου.
(Δεν τα λουσα ξανά από τότε. Τα άφησα απείραχτα αυτά που είχαν ευλογηθεί να σε αγγίξουν!)
Όχι δεν τόλμησε να την πει ψεύτικη την αγάπη μου. Είναι πονηρός!
Ξέρει να μας πολεμάει με χιλιάδες τερτίπια, βετεράνος στον πόλεμο αιώνων.
Δεν μου την είπε ψεύτικη την αγάπη μου. Την είπε ... αμαρτωλή. Την τσουβάλιασε μαζί με όλες τις μέχρι τώρα αγάπες μου, με όλα τα πάθη μου, με τη ζωή μου.
Και μου κλεινε το στόμα κουνώντας μπροστά μου το βίο μου.
Ποιος ήσουν για μένα; έτσι φώναζε. Ένας νέος, ξένος άντρας.
Κι άρχιζε να μου κατεβάζει χωρία και ρητά του νόμου για να καταδικάσουν την αγάπη μου.
Ω! πώς τον ξέρει το Νόμο!
Κανένας διδάσκαλός μας δε θα μάθει ποτέ τον Νόμο σαν αυτόν.
Ήθελα να του απαντήσω μα μου πέταγε τα χωρία του νόμου σαν άλλες πέτρες του λιθοβολισμού.
Για μια στιγμή μονάχα δείλιασα.
Για μια στιγμή και μόνη άρχισα να αμφιβάλλω για την αγάπη μου.
Να σκέφτομαι μήπως είχε δίκιο. Μήπως ο έρωτας που ένιωθα για Σένα δεν ήταν παρά ένας ακόμα ανθρώπινος έρωτας.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τι είναι ο θάνατος.
Ποτέ ως τότε δε με είχε αγγίξει ο θάνατος.
Ούτε όταν ένας εξαγριωμένος στρατιώτης είχε ορμήξει στο σπίτι μας όταν ήμουν παιδί ακόμα, ούτε σα νεκροφίλησα τη μάνα μου 10 χρονών κορίτσι, ούτε όταν ένας δυσαρεστημένος πελάτης -ρωμαίος στρατιώτης- τράβηξε το ξίφος του.
Η σκέψη πως κι εσύ θα μπορούσες να ήσουν αμαρτία ήταν η αψιά γεύση του θανάτου.
Και την ξέρασα μακριά.
Δεν παραδόθηκε εύκολα ο αντίπαλος. Δεν παραδόθηκε καθόλου.
Συνέχισε τον πόλεμο για ώρα.
Δεν του απαντούσα. Έκλαιγα μονάχα.
Έκλαιγα και σε παρακαλούσα να του απαντήσεις Εσύ.
Και το έκανες.
Τον εξαφάνισες μέσα σε μια στιγμή.
Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το πήρες από μπροστά μου κι από μέσα μου.
Τότε βεβαιώθηκα οριστικά για τη Θεότητά σου.
Τότε πίστεψα πως δεν μπορεί παρά να Ζεις.
Νύχτωνε κι έτρεχα πάλι να βρεθώ κοντά Σου.
Ήμουν βέβαιη πως θα Σε ξαναδώ!
Αλεξανδρεύς
Ένα σκονισμένο σανδάλι με έσπρωξε για να με ξυπνήσει. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και όσο κι αν είχα μαζευτεί δεν με έκρυβε πια τίποτε. Σήκωσα το βλέμμα και είδα έναν στρατιώτη να με κοιτάζει άγρια. Πιο πέρα ένας άλλος έψαχνε τον τόπο για παρουσίες σαν τη δική μου.
Οι υπόλοιποι ήταν απασχολημένοι με το βράχο στο άνοιγμα του τάφου. Του περνούσαν κορδέλες και σφράγιζαν με κερί την ένωσή τους.
Τι φοβόντουσαν άραγε;
Και νεκρό σε φοβούνταν; Ύστερα δυο από αυτούς έμειναν εκεί να φυλάνε. Οι υπόλοιποι με τον επικεφαλής ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν. Το βλέμμα τους έδειχνε ότι κι εγώ έπρεπε να κάνω το ίδιο.
Δεν ξέρω ποιος λυπήθηκε περισσότερο: ο Αδάμ με την Εύα όταν τους έδειχναν την πόρτα του Παραδείσου ή εγώ τώρα που έπρεπε να Σε εγκαταλείψω. Τουλάχιστον ο Αδάμ είχε την Εύα.
Εγώ ήμουν μόνη σε έναν κόσμο που μου φαινόταν πια τόσο άδειος χωρίς Εσένα.
Τόσο τρομακτικός και άχρηστος. Χωρίς νόημα και σκοπό.
Περπατούσα χωρίς να σκέφτομαι πού πάω. Μου πήρε ώρα να καταλάβω πως περπατούσα ανάποδα τη διαδρομή που είχες κάνει Εσύ:
Από το Γολγοθά στο λιθόστρωτο, από εκεί στο σπίτι του Καϊάφα, πίσω στη Γεθσημανή όπου έμαθα ότι πέρασες την τελευταία σου νύχτα κι από εκεί κάτω απ΄ το σπίτι που έφαγες με τους μαθητές Σου. Ήταν ένα πολύ καθώς πρέπει σπίτι και φοβόμουν να πλησιάσω. Τι έκανα εκεί; Δεν ξέρω. Ίσως προσπαθούσα να βρω ίχνη της παρουσίας Σου.
Δε βρήκα παρά μόνο το ξύλο στην αυλή του Πραιτωρίου, εκεί που Σε είχαν δεμένο και Σε μαστίγωναν. Το πλησίασα και το άγγιξα.
Μου φάνηκε ζεστό ακόμη. Ίσως να ήταν ιδέα μου ...
Έξω από το σπίτι του τελευταίου Σου δείπνου δέχτηκα την καινούργια επίθεση. Όχι από κανέναν υπηρέτη που ήθελε να με διώξει μη και μαγαρίσω τη φήμη του σπιτιού.
Όχι! Η επίθεση ήταν μέσα μου.
Κι ήταν η πιο λυσσαλέα που έχω δεχτεί ποτέ.
Ξέρεις κάθε φορά που περνάμε μια τέτοια επίθεση, κάθε φορά που νιώθουμε την καρδιά μας να λυγά, τα γόνατά μας να τρέμουν, το μυαλό μας να σταματά, πιστεύουμε πως πιάσαμε πάτο.
Πως δεν υπάρχει -δεν είναι δυνατόν να υπάρξει- κάτι χειρότερο.
.....................................................................................................
Θυμάμαι τη γιαγιά μου που πάντα έκλεινε το λόγο της σαν αναφερόταν στα βάσανα του κόσμου με τα λόγια: “Και μη χειρότερα”.
Στη ζωή της είχε περάσει βάσανα πολλά.
Είχε δει παιδιά της να πεθαίνουν, ανθρώπους που αγαπούσε να χάνονται χωρίς λόγο.
Είχε πιει το ποτήρι της πίκρας μέχρι τον πάτο κι όμως έλεγε πάντα αυτή την κουβέντα.
Με κρατούσε στα γόνατά της μια φορά, όταν πέρασε μπροστά μας ένα αλλόκοτο πλάσμα.
Δυο άνθρωποι, δυο παιδιά ενωμένα στη ράχη.
Νομίζω πως δεν έχω δει τραγικότερο θέαμα στη ζωή μου.
(Ήμουν μικρή τότε και δεν ήξερα πως συχνά κάτι τέτοιο συμβαίνει με όλους μας. Να κουβαλάς συνέχεια μαζί σου έναν άλλο που δεν τον θες που ωστόσο είναι εσύ τόσο όσο και το άλλο μισό).
Οι γυναίκες που κάθονταν μαζί με τη γιαγιά κούνησαν το κεφάλι με θλίψη και τα δυο παιδιά βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν τον πόνο τους για το δράμα που πέρναγαν.
Όλες οι γυναίκες κάτι είπαν κι η γιαγιά μου έκλεισε την κουβέντα λέγοντας:
“Και μη χειρότερα, παιδιά μου”.
Τότε, το ένα από τα δυο κολλημένα παιδιά την κοίταξε και είπε:
-΄Εχει και χειρότερα, γιαγιά;
-΄Εχει παιδάκι μου. Έχει.
Την κοίταξα όλο απορία. Λίγο καιρό αργότερα έλαμψε η σοφία της με τον πιο απόλυτο τρόπο.
Ένα από τα δυο παιδιά είχε πεθάνει και το άλλο το κουβαλούσε δυο μέρες πεθαμένο στο κορμί του μέχρι να σβήσει κι εκείνο.
.................................................................................................................................
Ο εχθρός γύρεψε να με συντρίψει χτυπώντας στο κέντρο.
Ήξερε πως αν κέρδιζε τούτη τη μάχη, είχε κερδίσει τα πάντα.
Ήξερε πως το Κέντρο ήσουν Εσύ.
Πως η ζωή μου ήταν μόνο η αγάπη Σου.
Εκεί με χτύπησε.
Μου ξανάφερε μαστορικά τις σκέψεις της νύχτας.
Εκείνο το μεγάλο, το άλυτο ερωτηματικό μου.
Εκείνο το γιατί που με τριβέλιζε.
Έβαλε στόχο την αγάπη μου για Σένα.
Κρατούσε στα χέρια όπλα τρομερά: την γνώμη του κόσμου, τη φωνή της συνείδησής μου, το νόμο του Θεού.
Αντάριαζε τις σκέψεις μου και πολέμαε να μου δείξει πως η αγάπη μου για Σένα ήταν ... όχι, όχι μη βιαστείς να πεις ψεύτικη.
Αυτό δεν τόλμησε να το ψελλίσει.
Θα του γύριζα μια ξανάστροφη με τη δεξιά της ψυχής μου που θα ταν όλη δική του. Θα τού μπηγα στα σωθικά της αμφιβολίας όλα όσα είχα κάνει για Σένα, πώς δε λογάριασα ούτε κόσμο, ούτε ζωή, ούτε χρήμα.
Θα του δειχνα τα ματωμένα από το δρόμο πόδια μου, τα πρησμένα από το κλάμα μάτια μου, τα μπερδεμένα και κολλημένα από το υπόλειμμα του μύρου μαλλιά μου.
(Δεν τα λουσα ξανά από τότε. Τα άφησα απείραχτα αυτά που είχαν ευλογηθεί να σε αγγίξουν!)
Όχι δεν τόλμησε να την πει ψεύτικη την αγάπη μου. Είναι πονηρός!
Ξέρει να μας πολεμάει με χιλιάδες τερτίπια, βετεράνος στον πόλεμο αιώνων.
Δεν μου την είπε ψεύτικη την αγάπη μου. Την είπε ... αμαρτωλή. Την τσουβάλιασε μαζί με όλες τις μέχρι τώρα αγάπες μου, με όλα τα πάθη μου, με τη ζωή μου.
Και μου κλεινε το στόμα κουνώντας μπροστά μου το βίο μου.
Ποιος ήσουν για μένα; έτσι φώναζε. Ένας νέος, ξένος άντρας.
Κι άρχιζε να μου κατεβάζει χωρία και ρητά του νόμου για να καταδικάσουν την αγάπη μου.
Ω! πώς τον ξέρει το Νόμο!
Κανένας διδάσκαλός μας δε θα μάθει ποτέ τον Νόμο σαν αυτόν.
Ήθελα να του απαντήσω μα μου πέταγε τα χωρία του νόμου σαν άλλες πέτρες του λιθοβολισμού.
Για μια στιγμή μονάχα δείλιασα.
Για μια στιγμή και μόνη άρχισα να αμφιβάλλω για την αγάπη μου.
Να σκέφτομαι μήπως είχε δίκιο. Μήπως ο έρωτας που ένιωθα για Σένα δεν ήταν παρά ένας ακόμα ανθρώπινος έρωτας.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τι είναι ο θάνατος.
Ποτέ ως τότε δε με είχε αγγίξει ο θάνατος.
Ούτε όταν ένας εξαγριωμένος στρατιώτης είχε ορμήξει στο σπίτι μας όταν ήμουν παιδί ακόμα, ούτε σα νεκροφίλησα τη μάνα μου 10 χρονών κορίτσι, ούτε όταν ένας δυσαρεστημένος πελάτης -ρωμαίος στρατιώτης- τράβηξε το ξίφος του.
Η σκέψη πως κι εσύ θα μπορούσες να ήσουν αμαρτία ήταν η αψιά γεύση του θανάτου.
Και την ξέρασα μακριά.
Δεν παραδόθηκε εύκολα ο αντίπαλος. Δεν παραδόθηκε καθόλου.
Συνέχισε τον πόλεμο για ώρα.
Δεν του απαντούσα. Έκλαιγα μονάχα.
Έκλαιγα και σε παρακαλούσα να του απαντήσεις Εσύ.
Και το έκανες.
Τον εξαφάνισες μέσα σε μια στιγμή.
Σαν να μην είχε συμβεί ποτέ το πήρες από μπροστά μου κι από μέσα μου.
Τότε βεβαιώθηκα οριστικά για τη Θεότητά σου.
Τότε πίστεψα πως δεν μπορεί παρά να Ζεις.
Νύχτωνε κι έτρεχα πάλι να βρεθώ κοντά Σου.
Ήμουν βέβαιη πως θα Σε ξαναδώ!
Αλεξανδρεύς
Τέλος.
Τετάρτη 16 Απριλίου 2014
ΟΤΙ ΗΓΑΠΗΣΕ ΠΟΛΥ (ΣΤ΄)
Εκείνο το βράδυ άρχισα να σου μιλώ.
Θυμάσαι; Στην πρώτη ως τότε συνάντησή μας -εκείνη που ξέρει όλος ο κόσμος- εγώ παρέμεινα σιωπηλή. Τι κι αν βοούσε το είναι μου; Τα χείλη είχαν μείνει σφραγισμένα.
Μόνο η καρδιά μου είχε ανοίξει διάπλατα.
Αλλά κι Εσύ είχες μείνει σιωπηλός απέναντί μου. Όσα είπες για μένα, τα είπες σε άλλους.
Εμείς οι δυο είχαμε συνεννοηθεί αμίλητοι.
Έτσι όπως πρέπει να συνεννοούνται οι άνθρωποι όταν έχουν κάτι πολύ σπουδαίο να μοιραστούν.
Όμως ετούτο το βράδυ, ένιωθα την ανάγκη να Σου μιλήσω.
Ίσως να ήταν η εκκωφαντική σιωπή που απλώθηκε όταν και οι τελευταίοι επισκέπτες Σου έφυγαν. Όταν πήραν κουβαλητή σχεδόν τη Μάνα Σου φεύγοντας για την πόλη.
Σε είχαν αφήσει μόνο να πας εκεί που δεν μπορούσε κανένας να Σε ακολουθήσει.
Κι εγώ, απέναντι του τάφου, ζαρωμένη κάτω από το λαμπερό φως της σελήνης άρχισα δειλά δειλά να Σου μιλώ για μένα.
Είναι, λένε, ο ασφαλέστερος τρόπος να γνωρίσεις τον άλλο.
Να του πεις την ιστορία σου.
Να τον αφήσεις να αγγίξει εκείνα που ως τώρα φύλαγες για σένα.
Ήθελα να Σε μάθω.
Και δεν είχα άλλο τρόπο από το να Σου πω τη ζωή μου.
Ήμουν σίγουρη πως με άκουγες.
Κι ήμουν σίγουρη πως ήθελες να με ακούσεις.
Δεν είναι που δέχτηκες το μύρο στα πόδια σου.
Μεγαλύτερη σιγουριά μούδινε ο φοβερός εκείνος λόγος που ξεστόμισες πριν κάποιες ώρες.
Λόγος φοβερότερος από την πιο τρομακτική διαταγή του πιο αδίστακτο βασιλιά.
Λόγος που έσβηνε μια για πάντα όλες τις εξυπναδίστικες κουταμάρες των ανόητων που Σε περικύκλωναν.
Λόγος που μ αγκάλιαζε τόσο τρυφερά όσο κανείς δε με αγκάλιασε στη ζωή μου:
-Πατέρα μη τους μετρήσεις το έγκλημα. Δεν ξέρουνε τι κάνουν
Σε αγαπούσα , Σε αγαπώ και νομίζω πως θα Σε αγαπώ για πάντα, όμως για ένα περίεργο λόγο ένιωθα πως ήμουν ανάμεσα σε εκείνους.
Σε κείνους που σε κάρφωναν στο φοβερό ξύλο.
Σε εκείνους που τώρα -ειδικά τώρα- αλλά και πάντα έχουν ανάγκη το λόγο αυτό, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν.
Σου είπα, λοιπόν, την ιστορία μου.
Πώς ξεκίνησα μικρό κορίτσι στην βόρεια Παλαιστίνη, σε μια από τις ελληνίζουσες πόλεις, πώς μεγάλωσα σε μια οικογένεια μισοδιαλυμένη, πώς πείνασα, πώς διάλεξα τον εύκολο δρόμο για να κερδίζω το ψωμί μου.
Πάλευα συνέχεια νάμαι δίκαιη στην ιστορία που σου λέω.
Να μη δικαιολογώ τα πάντα, να αφήνω χώρο για τη δική μου προσωπική ευθύνη, για τα λάθη μου και ταυτόχρονα να μην κρύβω όσα με σπρώξανε με τον τρόπο τους στο δρόμο που πήρα.
Ήθελα να ξέρεις την αλήθεια.
Ήθελα να με αγαπάς γι αυτό πού είμαι όχι για μια καλοζωγραφισμένη, ψεύτικη είκονα. Ταυτόχρονα δεν άντεχα να μη Σου πω κι όσα δικαιολογούσαν κάποιες από τις αμαρτίες μου.
Σου είπα πώς έφτασα στα Ιεροσόλυμα, πώς έζησα χρόνια σε μια ηδονή που άλλοτε πέθαινε από την σκληρότητα του άλλου και άλλοτε άφηνε να αναβλύζει μια οδύνη για την κατάντια μου.
Είναι -εσύ το ξέρεις καλύτερα από μένα- περίεργο ον τούτος ο άνθρωπος.
Διψάει για χαρά με τρόπο τόσο βαθύ και άγριο, που είναι ικανός τα πάντα να κάνει γι αυτό.
Θέλει τον άλλο, εικόνα του εαυτού του αληθινή -όχι την ψεύτικη που δίνουν τα κάτοπτρα.
Έτσι τους ήθελα κι εγώ τους άλλους. Όχι όλους. Μα μερικούς.
Τους έβλεπα όπως μπαίναν στο δωμάτιό μου και τους ξεχώριζα. Δεν ήταν ο τρόπος, τα ίδια σταθερά σημάδια που σε έκαναν να τους ξεχωρίσεις. Ήταν .... δεν ξέρω τι ήταν.
Μαζί τους ένιωθα ξανά άνθρωπος.
Με συγχωρείς που στα λέω όλα αυτά. Η εικόνα Σου, η αψεγάδιαστη θα πρεπε νάναι εμπόδιο για να Σου μιλήσω για τις ερωτικές μου συνευρέσεις. Μα Σε νιώθω δικό μου. Σε νιώθω ότι Είσαι εγώ. Στον εαυτό μας πρέπει να είμαστε ειλικρινείς. Κάθομαι τώρα εδώ και σκέφτομαι.
Έχω μια ερώτηση, μια ερώτηση τρομερή να Σου κάνω.
Μια ερώτηση που είμαι εγώ η ίδια.
Πώς γίνεται δύο τόσο αντίθετα πράγματα να είναι τόσο κοντινά; Τόσο διπλανά;
Πώς γίνεται να ακουμπούν η αγάπη, ο έρωτας κι η αμαρτία; Από τη μια εκείνο που σε κάνεις να νιώθεις άνθρωπος, εκείνη η ασυγκράτητη δύναμη που σε κάνει να σβήνεις τα πάντα για χάρη της κι απ' την άλλη η αμαρτία που μας κάνει δακτυλοδεικτούμενους.
Ετούτο το μυστήριο είναι η ζωή μου, είμαι εγώ.
Λες πως Είσαι, και το πιστεύω, ο Γιος του Θεού.
Μα τον φοβάμαι τον Πατέρα Σου.
Είναι Εκείνος που συχνά πυκνά δίνει εντολή να λιθοβολούν ανθρώπους. Είναι τρομερός ξέρεις ο θάνατος από λιθοβολισμό.
Αν είσαι τυχερός και σε βρει καμμιά πέτρα κατακέφαλα έχει καλώς.
Αλλιώς υποφέρεις πολύ.
Εσένα όμως Σε αγαπώ.
Και τούτη η αγάπη νικάει το φόβο μου.
Όμως δεν καταλαβαίνω πολλά.
Μου φαίνεται ούτε οι μαθητές Σου Σε καταλαβαίνουν.
Νιώθω όμως πως γίνεται να Σε αγαπώ χωρίς να καταλαβαίνω.
Και πως Εσύ μ'αγαπάς και καταλαβαίνεις.
Ξημερώνει! Τι φωτίζει τη γη τώρα που Είσαι στο χώμα;
Αλεξανδρεύς
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 6:17 π.μ.
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 6:17 π.μ.
Ετικέτες Αλεξανδρεύς
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


