Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Υπάρχει λύσις από την λαίλαπα του Οικουμενισμού που έχει παρασύρει σχεδόν τους πάντες, και από τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η Νέα Τάξις επάνω στο πλανήτη;

 Βεβαίως υπάρχει. Αυτή είναι  η Ορθόδοξος Εκκλησία, η οποία ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια! Αυτή είναι η σωστική κιβωτός δι’ ολόκληρον τον κόσμον. Αλλά το πρόβλημα είναι, αν η διακεχυμένη αχλύς, αυτό το γλαύκωμα που επικάθεται εις τους οφθαλμούς των ψυχών, αποδειχθή ασθενέστερον από την δύναμιν της λάμψεως του Χριστού, που καλεί εις αλλαγήν του νου, εις μετάνοιαν και σωτηρίαν και θέωσιν, αντί της αυτοκαταστροφής που έρχεται και του αιωνίου ερέβους, που περιμένει όσους δεν έχουν στην ψυχήν των φως.

Οὐδὲν ὠφελοῦμαι !!!

Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἔχω δε κοινωνία και μνημονεύω τους εχθρούς της Κυρίας Θεοτόκου και του Υιού Της,  γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.  καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, κοινωνώ και μνημονεύω  Βαρθολομαίο, οὐδέν εἰμι.  κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, είμαι δε μέλος της εκκλησίας των οικουμενιστών και ουχί της Εκκλησίας της Αληθείας, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι Αντ-οικουμενιστές είναι το πλήθος των ανθρώπων που ακολουθούν την δικήν τους γραμμή λέγοντας:

 «Τόσοι Αρχιερείς,τόσοι Ιερείς, τόσοι Μοναχοί και λαϊκοί πεπαιδευμένοι και μη, δεν διακόπτουν πνευματική επικοινωνία με τους Οικουμενιστές, όλοι αυτοί επλανήθησαν και μόνο εσείς οι ολίγοι είσθε με την αλήθεια;» Παλαιό το σόφισμα, ανασκευασμένο και απογεγυμνωμένον υφ’ όλων σχεδόν των αγίων Πατέρων μας και της Αγίας Γραφής. Το δυστύχημα δι’ αυτούς που λέγουν όλα αυτά είναι ότι η αλήθεια δεν συμβαδίζει πάντοτε με τους πολλούς, αλλά πολλές φορές με τους ολίγους. Ο ίδιος ο Κύριος μας είπε: «ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. Ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ: 13). Και εις άλλο σημείο, «Πολλοί γαρ εισί κλητοί ολίγοι δε εκλεκτοί». Οι άγιοι πατέρες μας απαντούσαν ως εξής, όταν οι αιρετικοί προέβαλλον ως επιχείρημα το πλήθος που τους ακολουθούσε: «Πλήθει το ψεύδος κρατύνεις; Έδειξας του δεινού την επίτασιν (ένταση, δυνάμωμα) · όσω γαρ πλείους εν τω κακώ τοσούτω μείζων η συμφορά». «Εμοί πλήθος αιδέσιμον ου το χαίρον καινοτομία, αλλά το φυλάσσον πατρώαν κληρονομίαν» (άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, επιστολή 45). Σε άλλο σημείο λέγει: «Μη θώμεν σκάνδαλον τη Εκκλησία του Θεού, ήτις εστί και εν τρισίν Ορθοδόξοις οριζομένη κατά τους αγίους» (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 1049B). O άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής έγραφε: «Ει και πάνυ ολίγοι εν τη Ορθοδοξία και ευσεβεία διανένουσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται». Ο καθ. Γ. Φλωρόφσκυ έγραφε: «Πολύ συχνά το μέτρο της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας. Είναι δυνατό να είναι καθολική Εκκλησία το μικρόν ποίμνιο.  Είναι δυνατό να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξη η Εκκλησία στο περιθώριο της ιστορίας, ή να αποσυρθεί εις την έρημο. Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη εις την ιστορία και είναι πολύ πιθανόν να συμβή και πάλι». Δεν αποτελούν λοιπόν οι πολλοί την Εκκλησία του Χριστού, αλλά οι την ορθήν και σωτήριον της πίστεως ομολογἰα φυλάσσοντες, όσοι ολίγοι και αν είναι.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τόση σύγχυσις περί Ορθοδοξίας εις τον Ελληνικόν χώρον, όση υπάρχει σήμερον. Ζώμεν εις μίαν χώραν φωτός απλέτου, φωτός υπερφυσικού, όπου ανέτειλεν με τον Χριστιανισμόν και το αγνοούμεν. Επειδή δεν απεκτήσαμεν αίσθησιν δια την γεύσιν των πνευματικών ουσιών, αρνούμεθα να δεχθώμεν και την ύπαρξίν των και την υπεροχήν των. Πολλοί, όταν αναφέρουν την Ελλάδα, εννοούν ένα προχριστιανικόν φως της Αριστοτελικής ή Πλατωνικής φιλοσοφίας ή τους Πυθαγορίους ή την Στοάν και ένα καθαρόν φυσικόν και ακτινοβόλον φως, με το οποίον είναι προικισμένη η μεσημβρινή Πατρίς μας, όπου φωτίζει τα μαρμάρινα μνημεία μας και τας απαραμίλλους φυσικάς καλλονάς της. Ούτε καν υποψία, ότι έχομεν τον κατά παράδοσιν πάμφωτον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν, τον οποίον επεξειργάσθη εις όλας του τας μορφάς, ως αλήθειαν, ως κάλλος, ως δόγμα, ως πνευματικότητα, ως υπερούσιον λειτουργικήν ζωήν και ως ρυθμόν τέχνης, η χορεία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κατ’ ιδίαν και εν Ιεραίς Συνόδοις τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και διατί αυτή η τραγική άγνοια των θείων θησαυρών μας; Διότι δεν εζήσαμεν πνευματικώς, δεν επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν, όστις μας εφανέρωσε την Αλήθειαν, δεν εφηρμόσαμεν τας θείας Του εντολάς. Και έτσι, δεν άνοιξαν τα μάτια μας δια να ίδωμεν το Άγιον εκείνο και υπερφυσικόν φως, το οποίον περιέλαμψεν όσους επίστευσαν τον Χριστόν και ηγάπησαν την δόξαν και την αγάπην Του. Και εντεύθεν κατατριβόμεθα με μικροχαρή υποκατάστατα, ομιλώμεν με ενθουσιασμόν δια την κλασσικήν φιλοσοφίαν και την τέχνην, δια τον ψευδοπολιτισμόν μας, αλλά περί Ορθοδοξίας ούτε λόγος, επειδή δεν εζήσαμεν εν Χριστώ, δεν ησθάνθημεν την πνευματικήν λύτρωσιν και άπειρον ευδαιμονίαν της εν Χριστώ ζωής. Δια τούτο έχομεν περιέλθη εις αγωνίας και προβληματισμούς και άγχη και απελπιστικόν αδιέξοδον. Από το οποίον δεν θα εξέλθωμεν, εάν δεν προσέλθωμεν εν κλαυθμώ και ταπεινώσει και απλότητι ψυχής προς τον λυτρωτήν του κόσμου Χριστόν. Όχι τον Χριστόν των Λατίνων, που τον απεγύμνωσαν από την υπερβατικότητά του και τον κατέστησαν ένα ψυχρόν ηθικολόγον, ούτε τον Χριστόν των Προτεσταντών, οίτινες τον κατεκρεούργησαν εις τετρακόσια τεμάχια και κάθε αίρεσις τον παρουσιάζει εις τα μέτρα της. Αλλά τον Χριστόν, τον Ορθοδόξως ερμηνευθέντα και βιωθέντα επί δύο χιλιάδες έτη υπό της Εκκλησίας, εκ της οποίας απεκόπησαν και Λατίνοι και Προτεστάνται και ήδη πλανώνται εις το βαθύ σκότος της εγωπαθείας των. Τα ανωτέρω έγραψα ως μικράν εισαγωγήν εις την μικράν ιστορίαν, τόσον όμως περιεκτικήν και τόσον διδακτικήν δι’ ημάς, που ομιλώμεν περί ενώσεως των Εκκλησιών, την οποίαν εκθέτω αμέσως. Γνωστός μου φιλόλογος Γερμανός μοι εδιηγήθη τα εξής: Ευρισκόμην, λέγει, μεταξύ των στρατιωτών της Χιτλερικής εκστρατείας εις Ρωσίαν. Προ της καταρρεύσεως του γερμανικού μετώπου, ανεπαυόμην, μετά από μίαν μάχην, με άλλους συναδέλφους μου, εις ένα σπίτι ρωσικού χωριού. Ένα βράδυ οι συνάδελφοί μου ήρχισαν ένα θορυβώδες τραγούδι. Αίφνης, εμφανίζεται μία νεαρά ρωσίς, εις το σπίτι της οποίας εστεγαζόμεθα, και αφού μας έρριψεν αυστηρόν βλέμμα, έδειξε με τον δάκτυλόν της το εικονοστάσιον και την κανδήλαν που ήτο αναμμένη, ωσάν να μας έλεγε πόσον άτοπον είναι να τραγωδούμεν ενώπιον των ιερών εικόνων… Υπήρξε τόση η κατάπληξίς μου και ο σεβασμός μου δια την ορθόδοξον αυτήν νέαν, με το σταθερόν και ανδρείον φρόνημά της και δια την αδιαφορίαν της, ότι ωμίλει εις τους νικητάς της πατρίδος της, ώστε, μόλις ετελείωσεν ο φρικαλέος εκείνος πόλεμος, εζήτησα αμέσως να πληροφορηθώ τι πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και ποίας διαφοράς έχομεν ημείς οι Προτεστάνται με αυτούς. Κατέφυγα εις ένα Ορθόδοξον ιερέα μιάς Κοινότητος εν Γερμανία και τον ερώτησα να με διαφωτίση. Εκείνος, ύστερα από πολλήν σκέψιν, μου απήντησεν ότι … δεν έχομεν διαφοράς σοβαράς και ότι αμφότερα τα δόγματα αντλούν από μίας πηγής!... Παρά την απροσδόκητον αυτήν απάντησιν του ιερέως, ήρχισα να μελετώ βιβλία Ορθόδοξα. Εκεί ανεκάλυψα, όχι απλώς διαφοράς, αλλά χάσματα κυριολεκτικώς. Έβλεπα ότι η Ορθοδοξία ήτο εκθαμβωτικόν φως και ο Προτεσταντισμός βαθύτατον έρεβος. Ότι η Ορθοδοξία, απετέλει αδιάκοπον συνέχειαν της Αποστολικής Διδαχής και ότι ο Προτεσταντισμός ήτο ένα σύνολον ερμηνευτικών πλανών, η αρχή των οποίων υπήρξεν εις την Ρώμην ως Ορθολογισμός. Και ακόμη διεπίστωσα, ότι τόσον ο Παπισμός, όσον και ο Προτεσταντισμός, (περισσότερον ο δεύτερος) δεν λυτρώνουν, δεν ζωοποιούν, δεν ειρηνεύουν την ψυχήν, εν αντιθέσει με την Ορθοδοξίαν, η οποία πρώτον καθαίρει την ψυχήν από των παθών, κατόπιν την φωτίζει και τελευταίον την ενώνει με τον Χριστόν. Αργότερα εδιάβασα την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την «Φιλοκαλίαν» και τους Ασκητικούς Πατέρας και εκολύμβησα εις άπειρον αγαλλίασιν. Η ορθοδοξία είναι έργον Θεού. Ο Ρωμαιοκαθολισμός ήτο έργον Θεού και έγινεν και ανθρώπινον. Ο Προτεσταντισμός από Θεανθρώπινον κλάδον αποκοπείς, εφυλλορρόησεν από σατανικούς ανέμους και τώρα κείται εις φύλλα εξηραμένα, έκαστον των οποίων αντιπροσωπεύει και μίαν Ομολογίαν!...                                                                                                                                                                                                                                 

 …Προ πολλών ετών εζήτησα να εισέλθω στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Εκατηχήθην—διότι ουσιαστικώς εγνώριζα την αλήθειαν της Ορθοδοξίας—και εβαπτίσθην δι’ ύδατος και πνεύματος. Και έγινα ένα μέλος του μυστικού Σώματος του Χριστού. Και τώρα, σεσωσμένος τη Χάριτι του Θεού, πληροφορημένος εις την καρδίαν μου «εν Χάριτι», ζω αποξενωμένος από τους ονειδίζοντάς με συγγενείς, αλλά «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», πτωχός καθηγητής εν Ελλάδι, αλλά πλουτίσας εν Χριστώ δύναμαι ευγνωμόνως να αναπέμπω τας προσευχάς μου και να λέγω, μαζύ με τον άγιον Πατέρα μας Συμεών τον Νέον Θεολόγον, προς τον Σωτήρα μου Ιησούν: «Απολαύω της αγάπης σου και της ωραιότητός σου και είμαι πλήρης ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου. Όταν βυθίζομαι εις το φως σου, τότε γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν σου. Και τότε αισθάνομαι τον εαυτόν μου πλουσιώτερον από όλους τους πλουσίους, ωραιότερον από όλους τους ωραίους και δυνατώτερον από όλους τους αυτοκράτορας». Και τελειώνω την προσευχήν μου με την αίτησιν, να με αξιώση ώστε να γίνω Μοναχός της Ορθοδόξου αγίας Εκκλησίας μας, δια να αρχίσω από εδώ να αισθάνομαι την μακαριότητα της αιωνίου βιοτής… «Κύριε, συ που μου έδωσες το αιτείν, δος μου και το αιτούμενον, Αμήν». Έτσι ετελείωσεν ο Ιωάννης Γιόρνταν την αφήγησίν του.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΑΥΤΟΣ Ο ΔΥΝΑΜΕΙ ΘΕΟΣ!

Ο Θεός και ο άνθρωπος. Αυτές είναι οι δύο μοναδικές πραγματικότητες. Ο Θεός ως αυτοϋπαρξη και ο άνθρωπος ως ύπαρξη κατά χάριν. Ο Θεός ως κατ’ ουσία Θεός και ο άνθρωπος ως κατά χάριν θεός. Ο Θεός ως ουσία άγνωστος και σχετικά γνωστός από τις ενέργειές Του και ο άνθρωπος γνωστός κατά τις ενέργειές του και άγνωστος κατά τις δυνατότητές του. ο Θεός έχει φυσικές όλες τις τελειότητες και υπερτελειότητες και ο άνθρωπος έχει κατά μετοχή και χάρη κάποιες θείες καταβολές αναλογικές και δυνατότητες ομοιώσεως με τον Θεόν. Είναι πλέον δεδομένο και αμετάβλητο το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού: ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.                                                

Ο άνθρωπος δεν είναι επομένως ένα ον αυθύπαρκτο, άσχετο, ανεξάρτητο, αυτόνομο. Είναι ένα ον λογικό που από αυτή του τη φύση του ανήκει στον Θεόν, εξαρτάται από τον Θεόν, σχετίζεται με τον Θεόν, συγγενεύει με τον Θεόν. Οι «φυσικές» καταβολές του είναι τάξεως υπερφυσικής, λειτουργούν με αναφορά στον Θεόν. Κάθε παρέκκλιση, κάθε κίνηση του ανθρώπου να αυτονομηθή και να διακόψη τη σχέση του με τον πλάστη και πατέρα του, οδηγεί στην αποπλάνηση και παραμόρφωσή του. Γίνεται ένα τέρας, ένα ον αντινομικό και πλήρες από σύγχυση και δυστυχία.    
                                                                                                                               
 2. Οι πρωτόπλαστοι εσάρκωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα στις σχέσεις τους μεταξύ των και απέναντι του Θεού. Μέσα στην αναμαρτησία, πλέοντες στη χάρι του Θεού και το άκτιστο φως, ζούσαν σε τελεία αρμονία με τη βούληση της πατρικής αγάπης, οδηγούμενοι σταδιακά στην κατά χάρη ομοίωσή τους με τον Θεόν. Όλο τους το είναι ήταν λουσμένο στη θεϊκή χάρη, ο νους ακτινοβόλος από την άκτιστη λάμψη, η καρδιά καθαρή, φλογερή από αγάπη, «πάσχουσα τα θεία» από την ερωτική σχέση της με τον επίσης ερωτικά διακείμενο και «εξιστάμενο» Θεόν. Αυτή λοιπόν η αμοιβαία έλξη αγάπης και έρωτος μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αποτελούσε την «κατά φύση» σχέση, που εξέφραζε και τον προορισμό του ανθρώπου, που πλάστηκε για ευτυχία και θέωση. Υπό το πρίσμα αυτό θεωρούμενος ο άνθρωπος, αναδεικνύεται όντως ως ένας κατά χάριν θεός «δόξη και τιμή εστεφανωμένος», ένας «εν σαρκί περιπολών θεός». Το δε πρωτόκτιστο κάλλος του, η λειτουργία των ψυχοδιανοητικών του δυνάμεων, το πνευματικό του ήθος, οι απαθείς σχέσεις του με τον σύντροφό του, η στάση του απέναντι του κτιστού κόσμου και η ερωτική του φορά προς τον Θεόν και τις άκτιστες ενέργειές Του, όλα αυτά αποτελούν τα μοναδικά και ιερά αρχέτυπα, πρότυπα και υποδείγματα μιμήσεως και οικειώσεως υπό των ανθρώπων.             
3. Ο άνθρωπος, ως ελεύθερον ον, δελεασθείς απατήθηκε από τον «απ’ αρχής ανθρωποκτόνον». Ολόκληρος ο άνθρωπος η ψυχή και το σώμα, αρρώστησε βαρύτατα. Έγινε θνητός, εμπαθής, σκοτεινός. Διέστρεψε τις υιϊκές σχέσεις του με τον Θεόν, έχασε την λάμψη της χάριτος, ο νους έπαψε να βλέπη την δόξα της θεότητος. Οι δυνάμεις της ψυχής άλλαξαν ρυθμό. Το θυμικό έχασε την αρρενωπή κίνηση και αντί να στρέφεται με απαθή τρόπο κατά του κακού, εστράφη κατά του ανθρώπου. Το επιθυμητικό, που ήταν στη διάθεση της αγάπης προς τον Θεόν και τον άνθρωπο, μετεβλήθη σε πηγή φιληδονίας. Και το λογιστικό, που λειτουργούσε μόνο με πνευματικές θεωρίες και προσευχές – αφού ο νους ήταν «επόπτης της αισθητής κτίσεως και μύστης της νοουμένης» -- σκοτεισμένο, θαμπό, τυφλό, υποκείμενο στις εμπαθείς υποβολές του παθητικού μέρους της ψυχής και στις απατηλές προσβολές του διαβόλου, κατήντησε έρμαιο των παθών και των σατανικών φαντασιώσεων. Έτσι ο άνθρωπος, με αφώτιστη συνείδηση και νοσηρή ψυχική αίσθηση, εξελάμβανε το κακό ως καλό, το πικρό ως γλυκύ, το ψεύτικο ως αληθινό και το δαιμονικό ως θείο. Και ενώ η ψυχή, διατηρούσα κάποια λείψανα της θείας ευγενείας της, ορμούσε, από ορμοέμφυτο για ό,τι καλό και αληθινό, συνελάμβανε στη σύγχυσή της τα είδωλά των, σκιές, φαντάσματα και εικόνες, όπου εκένωνε τον ακάθαρτο έρωτά της, εν αγνοία της πλάνης της.               
4. Μέσα σε αυτά τα χαλκεύματα πρέπει να ενταχθούν όλες οι προχριστιανικές θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες, εξαιρέσει της ιουδαϊκής, την οποίαν ως προτύπωση του χριστιανισμού απεκάλυψεν ο Θεός. Και οι διάφορες θρησκείες και οι ποικίλες φιλοσοφίες, ως αναζητήσεις, υπό της πρώτης του Θεού, και υπό των δευτέρων, της αληθείας, αποτελούν μαρτυρίες ενός άλλου κόσμου, που εχάθη και αγωνιωδώς ερευνάται για την επανεύρεσή του. Εάν θ’ αναλύση κανείς την ελληνική φιλοσοφία, θα ανακαλύψη το κάλλος, το φως, τις εφέσεις και τις οράσεις του απτώτου και απλού ανθρώπου σε μια θλιβερά αλλοιωμένη μορφή, σαν μια χαμένη παλαιά ευγένεια, σαν ένα απολεσθέντα παράδεισο. Τι άλλο από αναζήτηση του Θεού, της αληθείας και της μακαριότητος που έχασεν ο άνθρωπος, είναι ο Πυθαγορισμός, ο Πλατωνισμός, ο Στωϊκισμός, ο Νεοπλατωνισμός, ο Αριστοτελισμός; Παντού κανείς ανακαλύπτει την δίψα της ψυχής για τον Θεόν, για την ευτυχία, για την αλήθεια. Δίψα μόνο χωρίς την δυνατότητα ευρέσεως, αφού τα όργανα αναζητήσεως – οι ψυχικές δυνάμεις – έχουν υποστή διαστροφή και ο διάβολος εξουσιαστικά αποπλανούσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό όλες οι φιλοσοφίες περιέχουν στοιχεία αληθείας, αλλ’ όχι αυτή την αλήθεια. Περιέχουν τάσεις μυστικές, αλλά μένουν στη δίψα για να φανερώνεται, ότι κάποτε ο άνθρωπος ανεπαύετο στους κόλπους του Θεού.                                                                             
5. Ο άνθρωπος ήταν αδύνατο να εύρη τον Θεόν. Γι’ αυτό και ο Θεός απεκαλύφθη στον άνθρωπο. Αλλά δεν έφθανε η φανέρωση. Χρειαζότανε και η πρόσληψη του αρρώστου ανθρώπου για να τον θεραπεύση και να τον θεώση. Γι’ αυτό και εσαρκώθη. Σάρκωση, Βάπτιση, Σταύρωση και Ανάσταση, επανέφεραν τον άνθρωπο στο «αρχαίον απλούν» στην προπτωτική κατάσταση. Η ψυχή καθαρίστηκε με το βάπτισμα, απόκτησε με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος την πνευματική όραση, την πνευματική γεύση και την πνευματική ακοή, δηλαδή την καθολική αίσθηση, με την οποία η ψυχή «ειδοποιείται» για την ποιότητα όσων προσπίπτουν στην αίσθησή της. Αλλά ενώ στην προπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος είχε απλανή την αίσθηση για την διάκριση των ποιοτήτων και σταθερή, μετά την πτώση συμβαίνει το αντίθετο. Ούτε απλανής είναι η αίσθηση ούτε σταθερή. Έως ότου η ψυχή με πολλούς αγώνες και χρόνους αποκτήσει το απλανές στη διάκριση και τη σταθερότητα, θα πλανάται πολύ ή λίγο και θα κυμαίνεται πολύ ή λίγο. 

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Εἶναι δυνατόν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος πού προειδοποίησε τους Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν παπικῶν και φιλοπαπικῶν ἐπί Βέκκου λέγοντας ὅτι «ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου», νά συμμετεῖχε ἐγκρίνοντας τήν ἐνθρόνιση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Υἱοῦ Της;

ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ καί πρωτάκουστα, «αἰσχύνης γέμοντα», ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς εἶναι ὅσα ἐτελέσθησαν κατά τήν ἐνθρόνιση τοῦ νέου πάπα Φραγκίσκου Α’, προεξάρχοντος δυστυχῶς τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου Α’, μετά τῆς συνοδείας ἐκπροσώπων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ὄχι, δέν ἦταν ἐκεῖ παροῦσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῶν μεγάλων ὁμολογητῶν τῆς πίστεως ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ: Τοῦ Μ.Φωτίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τῶν ἐπί τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου μαρτυρησάντων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τῶν ὁσιομαρτύρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καντάρας τῆς Κύπρου, τῶν ἐν τοῖς χρόνοις ἡμῶν σφαγιασθέντων Σέρβων Ὀρθοδόξων ἀπό τούς «Καθολικούς» Οὐστάσι τῇ ὑποκινήσει τοῦ καρδιναλίου, καί τώρα «ἁγίου» τῶν Παπικῶν, Στέπινατς.
 Εἶναι δυνατόν οἱ σφαγιασθέντες «ὥσπερ ἄρνες» ἀπό τούς παπικούς νά ἔστειλαν ἐκπροσώπους, χαίροντες ἐπί τῇ ἐνθρονίσει τοῦ σφαγέως των; Εἶναι δυνατόν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος πού προειδοποίησε τους Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν παπικῶν και φιλοπαπικῶν ἐπί Βέκκου λέγοντας ὅτι «ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου», νά συμμετεῖχε ἐγκρίνοντας τήν ἐνθρόνιση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Υἱοῦ Της, χωρίς μέχρι τώρα ἐπί χίλια ἔτη ἀπό τοῦ σχίσματος νά ὑπάρξη ἴχνος μετανοίας;

Τρίτη 24 Ιουνίου 2014

Φοβερή η οπτασία του Αγίου Αντωνίου για τους αιρετικούς: Άλογα κτήνη γύρω απο την Αγία Τράπεζα.



Είναι όντως φοβερό το όραμα που είδε ο Άγιος Αντώνιος σχετικά με την παρουσία αιρετικών μέσα σε ορθόδοξους ναούς. Το όραμα αυτό αιτιολογεί, εξηγεί παραστατικά για ποιο λόγο οι Άγιοι Πατέρες απαγορεύουν με συνοδικούς κανόνες την είσοδο αιρετικών σε καθαγιασμένους χώρους, την συμμετοχή τους σε ακολουθίες και λειτουργίες, τις συμπροσευχές και τα συλλείτουργα. Οι αιρετικοί μη δεχόμενοι την διδασκαλία της Εκκλησίας, των Αποστόλων και των Αγίων, επηρεάζονται από τους δαίμονες και τον πατέρα τους τον διάβολο, στην προβολή πλανεμένων απόψεων. Γι' αυτό και η διδασκαλία τους «μάλλον άγονος και άλογος και διανοίας εστίν ουκ ορθής, ως η των ημιόνων αλογία».

Συγκλονίσθηκε λοιπόν, και ετρόμαξε ο Άγιος Αντώνιος, όταν επέτρεψε ο Θεός να δει στο όραμά του τους Αρειανούς να περικυκλώνουν το Άγιο Θυσιαστήριο ως ημίονοι (= μουλάρια), να το λακτίζουν και να το μιαίνουν. 
Τόση ήταν η λύπη και η στεναχώρια του, ώστε έβαλε τα κλάμματα, όπως πικράθηκαν και έκλαυσαν πολλοί ευσεβείς, όταν είδαν τον αιρεσιάρχη πάπα να εισάγεται μέσα στον ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, τον οποίο μάλιστα Άγιο Γεώργιο κατήργησε το Βατικανό, και να τον μολύνει. Είμαστε βέβαιοι πως, αν διαβάσουν και μάθουν αυτό το όραμα του Αγίου οι πατριάρχες,οι αρχιεπίσκοποι και οι επίσκοποι, αν βέβαια εξακολουθούν ως Ορθόδοξοι να σέβονται και να ακολουθούν την ζωή και την διδασκαλία των Αγίων, θα διακόψουν τις λειτουργικές αμοιβαίες φιλοξενίες και επισκέψεις, τις εβδομάδες συμπροσευχής και τις αποστολές αντιπροσωπειών στις θρονικές εορτές. Γιατί διαφορετικά θα συμπεριλαμβάνονται και αυτοί ως συνεργοί στο φρικτό όραμα του Μ. Αντωνίου.