Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014
Κυριακή 6 Ιουλίου 2014
ΤΟ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΝ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Ὁ «δεύτερος στὴν τάξη» πατριάρχης, ξεπέρασε τὸν «πρῶτον στὴν τάξη» πατριάρχη, στὸν οἰκουμενιστικὸ κατήφορο! Ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος πῆγε στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν ἐκεῖ διαχριστιανικὴ καὶ διαθρησκειακὴ συνάντηση, ποὺ ὀργάνωσε ὁ θλιβερὸς ἡγετίσκος τοῦ Βατικανοῦ, νομίζοντας πὼς μπορεῖ νὰ ἡγηθεῖ κάποια στιγμὴ ὅλων τῶν δογμάτων καὶ τῶν θρησκειῶν τοῦ κόσμου! Τὴν ἀρχὴ τῆς πρωτοφανοῦς οἰκουμενιστικῆς του παρεκτροπῆς τὴν ἔκαμε ὁ κ. Θεόδωρος μὲ τὴν προσφώνησή του πρὸς τὸν «ἅγιο πατέρα», χαρακτηρίζοντας τὸν αἱρεσιάρχη: «ποιμένα καὶ διάκονο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀλήθειας» καὶ τὸ παναιρετικὸ καὶ ἁμαρτωλὸ Βατικανό: …ἀρχαία «Ἐκκλησία»! Στὴν ὁμιλία του στὴ συνάντηση ξεπέρασε κάθε ὅριο. Συμπεριέλαβε τὴν Ἐκκλησία στὸ «ἴδιο σακὶ» μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου! Ἡ θρησκεία (τὸ σακὶ μὲ τὶς θρησκεῖες) κατὰ τὸν κ. Θεόδωρο προσφέρει, σὺν τοῖς ἄλλοις «προοπτικὴ αἰώνιας σωτηρίας»! Ὁ «θρησκευτικὸς αὐτοπροσδιορισμὸς» (βλέπε δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας) ἀποβαίνει, κατ’ αὐτόν, «παράγων διχασμοῦ καὶ μισαλλοδοξίας, φανατισμοῦ καὶ βίας»! Γι’ αὐτὸ πρότεινε «τὴν ἑνότητα μέσα στὴ διαφορετικότητα». Πρότεινε στοὺς ἀρχηγοὺς τῶν παρισταμένων αἱρέσεων καὶ θρησκειῶν νὰ «μάθουμε τοὺς πιστούς μας ὄχι μόνον νὰ παραμείνουν στὴν παράδοσή τους, ἀλλὰ καὶ νὰ διατηροῦν τὴν ἰδιοσυστατικὴ τους ταυτότητα»! Καὶ τὸ πλέον ἐξωφρενικό! «Εἶναι καιρὸς νὰ μάθουμε τοὺς πιστούς μας ὅτι ἡ ἀπολυτοποίηση τῆς ἰδιαιτερότητας (βλέπε θεία ἀποκάλυψη στὴν Ἐκκλησία) δὲν συνιστᾶ διάσωση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ φαλκίδευση τῆς ἀλήθειας καὶ ὀλίσθηση πρὸς τὴν θρησκειογενῆ νεύρωση τῆς ἀποκλειστικότητας»! Ποιὲς ἄλλες μαρτυρίες χρειαζόμαστε, γιὰ νὰ πεισθοῦμε ὅτι ὁ «ἅγιος» Ἀλεξανδρείας βρίσκεται σὲ οἰκτρὴ πλάνη; Ὅτι μεταβλήθηκε σὲ ἠχηρὸ φερέφωνο τοῦ πανθρησκειακοῦ ὁράματος τῆς «Νέας Ἐποχῆς»;
Σάββατο 5 Ιουλίου 2014
…Δεν θα λησμονήσω ποτέ το αίσθημα της ανακουφίσεως, όπερ ησθάνθην, ότε πέρυσιν επεσκέφθην την περιβόητον Μονήν Κερατέας.
Βεβαίως η Μονή αύτη, και δογματικάς τινας πλάνας έχει, και υπερβολάς ασκητικάς ίσως, αλλά και σκάνδαλα οικονομικής υφής συνέβησαν εν αυτή, οφειλόμενα κυρίως εις ολιγάριθμον κλίκα καλογραιών. Αλλά η ωραία ι. Μονή με την απαστράπτουσαν καθαριότητα, με την βαθείαν σιωπήν, με την απόλυτον του βίου τάξιν, με τας σεμνοτάτας μοναζούσας, αι οποίαι νηστεύουσι και αγρυπνούσι και ψάλλουσιν αγγελικώς, εν προνομιούχω φυσικώ περιβάλλοντι, μοι έδωσαν τοιαύτην ψυχικήν ανάψυξιν, μετά βραχυτάτην παραμονήν εις το πάλαι ανθούν ιοστρεφές Άστυ, οίαν δοκιμάζει οδοιπόρος απεράντου ερήμου ότε πλησιάζει όασίν τινα. Και πράγματι. Εκεί μεν ύμνοι και ωδαί πνευματικαί· εδώ δε, άσματα πορνικά και ηλίθια· εκεί περισυλλογή, εργόχειρον και προσευχή· εδώ ασθμαίνουσα ενεργητικότης δια τα υλικά, σπουδή δια τα άσεμνα θεάματα, βλασφημίαι και ύβρεις· εκεί χαρά αληθής και θεία προσδοκία· εδώ βλακώδης γέλως και δεινή αθλιότης· εκεί ειρήνη Θεού και σωφροσύνη· εδώ ταραχή και ακολασία, δια ναφήσω τα λοιπά, «α αισχρόν εστι και γράφειν». Ένας κόσμος, όστις στρατεύεται κατά των κατωτέρων απολαύσεων και αγωνίζεται να ανυψωθή πνευματικώς, ασφαλώς είναι άξιος παντός σεβασμού και μιμήσεως. Είναι ένας κόσμος ωραίος, ηθικός και αληθινός. Και ηυχήθην τω Θεώ να είχομεν όχι μίαν, αλλά χιλίας Κερατέας, πέριξ κυρίως της Αττικής, όπου «πλεονάζει η αμαρτία δια να υπερπερισσεύση η χάρις…».
Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014
Στρατηγός Μακρυγιάννης : Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και την θρησκείαν μου, θα μιλήσω, θα ενεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάμουν.
Μάθαινα από ανθρώπους τίμιους ότι η κατήχηση των ξένων εναντίον της θρησκείας μας προοδεύει. Τότε κάπνισαν τα μάτια μου. Πάγω εις τον Κωλέτη και του λέγω: Δεν μας αφήνεις πλέον ησύχους να ζήσουμεν εδώ εις την ματοκυλισμένην μας πατρίδα με την θρησκεία μας, αλλά μας τζαλαπατάς και μας διαιρείς. Γνωρίζομεν τις ενέργειες τις μυστικές των ξένων όπου εργάζονται δια την θρησκείαν μας, θρησκείαν δεν αλλάζομεν εμείς, ούτε την πουλούμεν. Τώρα θα γένης κομμάτια απ’ αυτά που εργάζεσαι εσύ με τους όμοιούς σου κι αφήνεις και τους ξένους κι εργάζονται δια την θρησκείαν μας. Μου λέγει : Η Κυβέρνηση πρέπει να λάβη μέτρα δια σένα. Του είπα, κουσούρι να μην κάμης εσύ και η κυβέρνησή σου! Σηκώθηκα κι έφυγα. Τότε έστειλε στρατιώτες, την νύκτα, μου τριγύριζαν το σπίτι. Έρχονταν πάντοτε άνθρωποι και μόλεγαν να φυλαχτώ, ότι θα με σκοτώσουνε, ότι έχω πολλούς οχτρούς. Τους λέγω : οχτρούς αν τους έκαμα, δε λυπώμαι, ότι κακό κανενού δεν έκαμα δια το νιτερέσιόν μου. Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και την θρησκείαν μου, θα μιλήσω, θα ενεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάμουν.
Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014
Άρα γε οι τοιούτοι είναι σχισματικοί, αιρετικοί, κακόδοξοι, κολασμένοι, αναθεματισμένοι και μαζί με αυτούς και ημείς που προσκυνούμεν και σεβόμεθα σχετικώς και κατά την Παράδοσιν τας αγίας εικόνας;
Η συνελθούσα σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει το 754 αποτελουμένη από Πατριάρχας Μητροπολίτας και Επισκόπους εξέδωκαν όρον ούτως έχοντα: «Ομοφώνως ορίζομεν απόβλητον είναι και αλλοτρίαν και εβδελυγμένην εκ της των χριστιανών Εκκλησίας πάσαν εικόνα εκ πάσης ύλης και χρωματουργικής των ζωγράφων κακοτεχνίας πεποιημένην. Μηκέτι τολμάν άνθρωπον τον οιονδήποτε επιτηδεύειν το τοιούτον ασεβές και ανόσιον επιτήδευμα, ο δε τολμών από του παρόντος κατασκευάσαι εικόνα, ή προσκυνήσαι ή στήσαι εν εκκλησία, ή εν ιδιωτικώ οίκω, ή κρύψαι, ει μεν Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος είεν, καθαιρείσθω, ει δε μονάζων, ή λαϊκός, αναθεματιζέσθω και τοις βασιλικοίς νόμοις υπεύθυνος έστω, ως εναντίος των του Θεού προσταγμάτων, και εχθρός των πατρικών δογμάτων». Ο αριθμός 348 είναι πολύ σεβαστός. Εν τούτοις τον τότε Πατριάρχην Κωνσταντίνον, και τον βασιλέα Κοπρώνυμον και τους 348 Μητροπολίτας, πολλοί μοναχοί, κληρικοί και λαϊκοί δεν τους ήκουσαν, απεσχίσθησαν απ’ αυτών, τους ήλεγχον, τους ύβριζον αποκαλούντες κακοδόξους, εικονομάχους κ.λ.π. και εξηκολούθουν ασπαζόμενοι και σεβόμενοι και τιμώντες τας αγίας εικόνας. Άρα γε οι τοιούτοι είναι σχισματικοί, αιρετικοί, κακόδοξοι, κολασμένοι, αναθεματισμένοι και μαζί με αυτούς και ημείς που προσκυνούμεν και σεβόμεθα σχετικώς και κατά την Παράδοσιν τας αγίας εικόνας; Ημείς έχομεν την γνώμην και ομολογούμεν ότι είναι άξιοι παντός επαίνου διότι παρήκουσαν και απεσχίσθησαν και ηξιώθησαν ουρανίων στεφάνων δια την παρακοήν των εκείνην, και σήμερον τους προσκυνούμεν και τιμώμεν ως Αγίους και τους ονομάζομεν : ο Άγιος Γερμανός, ο Άγιος Νικηφόρος, ο Άγιος Μεθόδιος, ο Άγιος Ταράσιος, οι Άγιοι Στέφανος και Θεόδωρος και Θεοφάνης οι γραπτοί, Θεόδωρος ο Στουδίτης κ.λ.π. την δε σύνοδον ονομάζομεν παράνομον, μιαράν και Καϊαφικόν συνέδριον.
Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014
π. Θεόδωρος Ζήσης : Ψευτοδιάλογοι αποστασίας και δειλίας.
Oι σύγχρονοι διαθρησκειακοί διάλογοι είναι παγωνιά μέσα στον χειμώνα, σκοτάδι μέσα στο σκοτάδι, αιχμαλωσία σε καιρό ελευθερίας, ασθένεια και αδυναμία σε κατάσταση δυνάμεως. Δεν οδηγούν σε ανακαινισμό αλλά σε φθορά της Ορθοδόξου πίστεως· δεν καθιστούν αναπολογήτους τους αλλοπίστους· δεν δοξάζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού την εξισώνουν με τους ετεροδόξους και αλλοπίστους, ούτε ενισχύουν στην υπομονή και εμμονή στην πίστη τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, πολύ περισσότερο δεν παρακινούν στη μίμηση του μαρτυρικού τέλους των Αγίων. Είναι γι' αυτό ψευτοδιάλογοι αποστασίας και δειλίας.
Τρίτη 1 Ιουλίου 2014
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ
Ξενιτευμένος ορθόδοξος χριστιανός, με άγχος στην ψυχήν, επανήλθε στην πατρώαν γην της Ελλάδος, ύστερα από δεκαετή παραμονήν εις την Δύσιν, όπου εσπούδαζε φιλοσοφίαν. Του συνέστησαν κάποιον μοναχόν—Γέροντα ασκητήν του Αγίου Όρους δια να εύρη λύσιν εις τα προβλήματά του, που δεν του την έδιδε η φιλοσοφία. Με τον φιλόσοφον αυτόν συνηντήθην εις το ασκητήριον του Γέροντος αυτού μετά τας αγίας εορτάς της θεοφανείας εν ανθρώποις. Ο ασκητής ήτο παλαιός φίλος, τιμώμενος δια την αγιότητα του βίου του και την ένθεον σοφίαν του. Καταγράφω και παραδίδω τον διάλογον πιστώς, όπως τον απετύπωσα σε σημειώσεις και όπως διεξήχθη μέσα στην βαθείαν σιωπήν της ερήμου του Άθω, σε δύο διαστήματα, την νύκτα και την αυγήν, με το φως της κανδήλας μόνον.
–Γέροντα, είμαι γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίας, απελπισίαν δι’ όλα. Συνεχώς σκέπτομαι. Η σκέψις μου κανένα πρόβλημα δεν μου λύει. Τα προβλήματά μου είναι προσωπικά, αλλά με απασχολούν και γενικώτερα, άλλα μεταφυσικού περιεχομένου και άλλα εγκοσμίου. Σεις ημπορείτε να με βοηθήσετε;
--Εγώ όχι, απήντησε ο ασκητής. Ο Θεός ναι.
–Αφού θα ομιλώ με σας πως θα βοηθήση ο Θεός; --Αυτό ίσως το καταλάβετε αργότερα. Τώρα τι θέλετε να σας είπω; --Γέροντα, σας εξέθεσα την κατάστασίν μου. Ευρίσκομαι παγιδευμένος από τον ίδιον τον εαυτόν μου, από την σκέψιν μου. Υπάρχει διέξοδος από το χάος μου;
–Αφού θα ομιλώ με σας πως θα βοηθήση ο Θεός; --Αυτό ίσως το καταλάβετε αργότερα. Τώρα τι θέλετε να σας είπω; --Γέροντα, σας εξέθεσα την κατάστασίν μου. Ευρίσκομαι παγιδευμένος από τον ίδιον τον εαυτόν μου, από την σκέψιν μου. Υπάρχει διέξοδος από το χάος μου;
--Είσθε παγιδευμένος, είπεν ο Γέροντας. Εάν θελήσετε υπάρχει διέξοδος. Εάν δεν θελήσετε δεν υπάρχει.
–Πως είναι δυνατόν να μη θέλω, αφού διήνυσα τόσα χιλιόμετρα να έλθω εδώ, ακριβώς γιατί ζητώ διέξοδον;
--Θέλετε ναι, αλλά το ζήτημα είναι αν θέλετε όσον απαιτείται, δια ν’ απαλλαγήτε από το χάος σας. Λοιπόν, είσθε γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίας, απελπισίαν δι’ όλα. Το λάθος ευρίσκεται εις το ότι σκέπτεσθε. Σταματήστε να σκέπτεσθε και όλα θα φύγουν.
–Η σκέψις είναι κακόν, Γέροντα; --Η σκέψις, το σκέπτεσθαι, είναι θείον δώρον. Αποτελεί την ευγενεστέραν λειτουργίαν της θεοπλάστου ψυχής. Όταν όμως η ψυχή είναι κακοποιημένη από τα πάθη, τότε η σκέψις είναι μία ανάλογος προς τα πάθη εκδήλωσις. Είναι μία σκέψις αρρωστημένη και φυσικά προκαλούσα συνεχώς αναπάντητα ερωτήματα, αλύτους απορίας, προβλήματα, απελπισίαν και χάος ψυχικόν. –Πως όμως, Γέροντα, άνθρωποι εμπαθέστατοι δεν αισθάνονται αυτά που αισθάνομαι εγώ;
--Διότι δεν σκέπτονται σαν κι’ εσάς. Σκέπτονται, βεβαίως, αλλά τόσον και τέτοια πράγματα, ώστε να μη φθάνουν στο ιδικόν σας σημείον, διότι προτιμούν τας αυταπάτας.
–Η σκέψις είναι κακόν, Γέροντα; --Η σκέψις, το σκέπτεσθαι, είναι θείον δώρον. Αποτελεί την ευγενεστέραν λειτουργίαν της θεοπλάστου ψυχής. Όταν όμως η ψυχή είναι κακοποιημένη από τα πάθη, τότε η σκέψις είναι μία ανάλογος προς τα πάθη εκδήλωσις. Είναι μία σκέψις αρρωστημένη και φυσικά προκαλούσα συνεχώς αναπάντητα ερωτήματα, αλύτους απορίας, προβλήματα, απελπισίαν και χάος ψυχικόν. –Πως όμως, Γέροντα, άνθρωποι εμπαθέστατοι δεν αισθάνονται αυτά που αισθάνομαι εγώ;
--Διότι δεν σκέπτονται σαν κι’ εσάς. Σκέπτονται, βεβαίως, αλλά τόσον και τέτοια πράγματα, ώστε να μη φθάνουν στο ιδικόν σας σημείον, διότι προτιμούν τας αυταπάτας.
–Ώστε να παύσω να σκέπτωμαι τα θέματα που μου προκαλούν το άγχος;
--Καμμία σωστή σκέψις δεν προκαλεί άγχος. Αντιθέτως πηγάζει ευεξίαν ψυχικήν, χαράν, ελευθερίαν και υπό τινας προϋποθέσεις, γεννά υψηλάς καταστάσεις. Και συγκεκριμένως, ποία σκέψις σας προκαλεί στενοχωρίαν και άγχος; --Γέροντα, ενδιέτριψα περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια εις την φιλοσοφίαν και είναι τόσες οι απαντήσεις που δίδει σε μεταφυσικά θέματα, ώστε να μη δύναμαι να πάρω μίαν θέσιν. Που ευρίσκεται η αλήθεια; Εξ άλλου με συγκλονίζουν ένα πλήθος θεμάτων, όπως σας είπα, σε εθνικήν και παγκόσμια κλίμακα. Σκέπτομαι που πηγαίνει αυτός ο κόσμος και πως ημπορεί να εύρη δικαίωσιν. Σεις, Γέροντα, πως τα βλέπετε αυτά; --Όχι μόνον δεν θα εύρετε την αλήθειαν, αδελφέ, με τα μέσα που διαθέτετε, αλλά και αν σας είπω ποία είναι η αλήθεια, που ελευθερώνει, πάλιν δεν θα την εννοήσετε, εφ’ όσον θα διατελήτε υπό την επίδρασιν φιλοσοφικών μεθόδων και των ανθρωπίνων παθών. Απόδειξις, ότι παρά τας εναγωνίους προσπαθείας σας, έχετε περιέλθει εις αγχώδη κατάστασιν. Και θα σας είπω αμέσως, ότι καμμία φιλοσοφία δεν λυτρώνει τον άνθρωπον, διότι εκτός ότι είναι αδύνατος η γνώσις της αληθείας δια της φιλοσοφίας, αλλά και μέσα στην φύσιν της υπάρχει η αμφιβολία. Μόνον δια της πίστεως, αγαπητέ, δυνάμεθα να ίδωμεν καθολικώς και μέσα εις το φως της αληθείας τα πράγματα, υπό την όρασιν της οποίας λυτρούμεθα. –Γέροντα, είπεν ο φιλόσοφος, επιθυμώ να πληροφορηθώ πως είναι δυνατόν να βλέπη κανείς εκτεταμένην και πολύμορφον αθλιότητα και να μη θλίβεται βαθύτατα;
--Καμμία σωστή σκέψις δεν προκαλεί άγχος. Αντιθέτως πηγάζει ευεξίαν ψυχικήν, χαράν, ελευθερίαν και υπό τινας προϋποθέσεις, γεννά υψηλάς καταστάσεις. Και συγκεκριμένως, ποία σκέψις σας προκαλεί στενοχωρίαν και άγχος; --Γέροντα, ενδιέτριψα περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια εις την φιλοσοφίαν και είναι τόσες οι απαντήσεις που δίδει σε μεταφυσικά θέματα, ώστε να μη δύναμαι να πάρω μίαν θέσιν. Που ευρίσκεται η αλήθεια; Εξ άλλου με συγκλονίζουν ένα πλήθος θεμάτων, όπως σας είπα, σε εθνικήν και παγκόσμια κλίμακα. Σκέπτομαι που πηγαίνει αυτός ο κόσμος και πως ημπορεί να εύρη δικαίωσιν. Σεις, Γέροντα, πως τα βλέπετε αυτά; --Όχι μόνον δεν θα εύρετε την αλήθειαν, αδελφέ, με τα μέσα που διαθέτετε, αλλά και αν σας είπω ποία είναι η αλήθεια, που ελευθερώνει, πάλιν δεν θα την εννοήσετε, εφ’ όσον θα διατελήτε υπό την επίδρασιν φιλοσοφικών μεθόδων και των ανθρωπίνων παθών. Απόδειξις, ότι παρά τας εναγωνίους προσπαθείας σας, έχετε περιέλθει εις αγχώδη κατάστασιν. Και θα σας είπω αμέσως, ότι καμμία φιλοσοφία δεν λυτρώνει τον άνθρωπον, διότι εκτός ότι είναι αδύνατος η γνώσις της αληθείας δια της φιλοσοφίας, αλλά και μέσα στην φύσιν της υπάρχει η αμφιβολία. Μόνον δια της πίστεως, αγαπητέ, δυνάμεθα να ίδωμεν καθολικώς και μέσα εις το φως της αληθείας τα πράγματα, υπό την όρασιν της οποίας λυτρούμεθα. –Γέροντα, είπεν ο φιλόσοφος, επιθυμώ να πληροφορηθώ πως είναι δυνατόν να βλέπη κανείς εκτεταμένην και πολύμορφον αθλιότητα και να μη θλίβεται βαθύτατα;
--Να σας απαντήσω. Εάν δεν υπήρχεν άλλος κόσμος από τον κοινόν παραδεκτόν και εάν δεν εβλέπαμε τον κοινώς παραδεκτόν κόσμον με τα μάτια της Ορθοδόξου πίστεως, ασφαλώς θα απελπιζώμεθα. Και εξηγούμαι. Ένας που δεν βλέπει παρά μόνον τον αισθητόν κόσμον και σκέπτεται χωρίς πίστιν εις τον Θεόν, εάν δεν συμβαίνει να έχη φυσικώς μέσα του και την αίσθησιν του δικαίου, του καλού, της φιλανθρωπίας, είναι βέβαιον, ότι θα δημιουργούσε στην ψυχήν του δυστυχίαν. Αν μάλιστα συνέβαινε αυτός να ηγωνίζετο και δια την επικράτησιν του δικαίου και του καλού, η δυστυχία του δεν θα είχε τέλος, διότι θα έβλεπε την ιστορίαν να επαναλαμβάνη εαυτήν, οι κόποι του να χάνωνται και η απογοήτευσις να παίρνει την θέσιν των ελπίδων του. Ο Ορθόδοξος πιστός όμως έχει άλλα κριτήρια. Δεν βλέπει τον παρόντα κόσμον με την ηθικήν αταξίαν του, ειμή υπό το πρίσμα της πίστεώς του εις Θεόν αγαθόν, εν Ιησού Χριστώ. Κι’ έτσι όχι μόνον ερμηνεύει τον κόσμον σωστά, αλλά γνωρίζων την δομήν και την ποιότητά του δεν παρασύρεται από την φαντασίαν. Δηλαδή γνωρίζει τα όρια του εφικτού από του ανεφίκτου. Και ακόμη, επειδή ο χώρος του ανεφίκτου καταλαμβάνει το μείζον της ζωής, δεν δαπανά ματαίως τον πολυτιμώτατον χρόνον του και τας θειοτάτας δυνάμεις της ψυχής του εις την θήρευσιν χιμαιρών, όπως συμβαίνει με πολλούς και αξιολόγους μάλιστα ανθρώπους. –Παρακαλώ, Γέροντα, ποιες είναι οι χίμαιρες αυτές κατά την γνώμην σας, ποια είναι η δομή και η ποιότης του κόσμου και ποια είναι τα όρια του εφικτού από του ανεφίκτου, που αναφέρατε; --Χίμαιρες εις την βάσιν των δεν είναι, αλλά αποβαίνουν χίμαιρες, όχι μόνον από αυτήν την δομήν του κόσμου, αλλά και από τον τρόπον με τον οποίον θηρεύονται και ακόμη εις τον βαθμόν που επιζητούνται. Και αυτές είναι η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ισότης, η ευτυχία και όλα αυτά που ο κόσμος ονομάζει ιδανικά και τιμά ως βάσεις κοινωνικάς. –Γέροντα, σας ομολογώ, ότι φιλοσοφώ χρόνια πολλά επί των αξιών αυτών της ζωής και δύναμαι να είπω πως ακόμη δεν κατώρθωσα να σταθεροποιήσω τα συμπεράσματά μου. Φρονώ όμως, ότι αξίζει να αγωνισθή κανείς δια την επικράτησίν των. –Με κάνετε να γελάσω, φίλτατε, με την τόσον διαδεδομένην αυτήν παραπλάνησιν. Βεβαίως έχομεν ιστορίαν του λεγομένου πολιτισμού, η οποία μαρτυρεί προόδους τόσον του ατόμου, όσον και των κοινωνιών. Όπως προανέφερα, θεωρώ χιμαίρας τα «ιδανικά» αυτά, διότι στερούνται υποστάσεως εις την περιοχήν που τοποθετούνται. Δηλαδή ενώ αυτά έχουν αναφοράν εις την φύσιν της ανθρωπίνης ψυχής, που ζητεί και δικαιοσύνην και ελευθερίαν και ισότητα και ειρήνην και επομένως αποτελούν κοινάς υποστατικάς εμπειρίας, ως δέον, όμως απουσιάζουν από τας ψυχάς ως εμπειρίαι και καταστάσεις. Τούτο όμως δεν εμποδίζει τα πλήθη των ουτοπιστών να θέλουν τας εξωτερικάς μορφάς των, ως ένα νόμισμα άνευ αντικρύσματος. Γι’ αυτό νομίζω, ότι η δίψα των αξιών αυτών από τα πλήθη, που εσωτερικώς τας στερούνται, αποτελεί τεκμήριον μεταφυσικών πόθων, που έχασαν τον προσανατολισμόν των και στρέφονται εκεί που δεν υπάρχουν.
–Και φρονείτε, Γέροντα, ότι οι άνθρωποι πρέπει να παραιτηθούν της προσπαθείας των δια την βελτίωσιν των κοινωνικών θεσμών;
--Ήδη απήντησα. Αλλά θα επαναλάβω, ότι ο χριστιανισμός δεν ενθαρρύνει τας αυταπάτας, επειδή αξιολογεί την ζωήν εν σχέσει προς την άλλην ζωήν, προς την «ετέραν πόλιν». Η περιοχή της παρούσης ζωής είναι χρονικώς και ποιοτικώς αποπνικτική χωρίς συνάρτησιν της μελλούσης. Δηλαδή η επιδίωξις των «ιδανικών» προσδιορίζεται από την γνώσιν και την μεθοδολογίαν δια την κατάκτησιν της αιωνίου ζωής. Χωρίς λοιπόν την προϋπόθεσιν αυτήν κάθε αγών, και ως γνώσις και ως μέθοδος, διαστρέφει τον άνθρωπον, οπότε κανείς, αντί να αναδεικνύεται ένα ιδανικόν πλάσμα πάσχον υπέρ του καλού, μεταβάλλεται εις ένα ενστικτώδες ον, γεγονός που γίνεται απτόν εις τους έχοντας εκλεπτυσμένην την αίσθησιν, ενώ εις τους πολλούς φαντάζει ως τραγικός ήρως, που δημιουργεί ιστορίαν. –Λοιπόν, Γέροντα, ποίον το δέον; --«Εγγύς σου το ρήμα». Σεις μόνος σας έχετε ήδη απαντήσει κατά τρόπον δραματικόν με το άγχος σας, όπως και ο κόσμος όλος με την τραγωδίαν του, διότι περιωρίσατε την ζωήν εις τον στενώτατον χώρον της φυσικής αισθήσεως και σκέψεως. Και η γη είναι και πλατειά και στενή, είναι και κόλασις και παράδεισος. Είναι στενή και κόλασις όταν ζώμεν μόνον δι’ αυτήν. Και είναι πλατειά και παράδεισος, όταν ζώμεν δια την άλλην, όχι ολιγώτερον πραγματικήν από αυτήν. Αυτή είναι μία σαφής διαχωριστική γραμμή δύο διαφορετικών τρόπων ζωής, που παράγουν ανάλογα αποτελέσματα που καθορίζουν την στάσιν μας, τις σκέψεις μας, τα «ιδεώδη» μας, τας μεθόδους μας, τα συναισθήματά μας, τας εξομολογήσεις μας, τους προσανατολισμούς μας, τις αγάπες και τους έρωτές μας, την ποιότητα των πράξεών μας.
–Με αυτήν την οξείαν τομήν που εχαράξατε, Γέροντα, οδηγούμεθα εις την διπλήν θεώρησιν των πάντων, άλλοι να βλέπουν έτσι και άλλοι αλλοιώς. Αλλά είναι ορθόν και επιτρεπτόν να διχοτομήσωμεν την ιστορίαν; --Και αγνοείτε, φίλτατε, ότι η ιστορία είναι ήδη διχοτομημένη με την είσοδον, εις την ιστορικήν περιοχήν, του υπεριστορικού Θεού, εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Πως, φιλόσοφος σεις, ερευνητής της ιστορίας του κόσμου, δεν είδατε την πυρίνην διαχωριστικήν γραμμήν εις την ζωήν των ανθρώπων; Πως δεν είδατε τας δύο διαφερούσας ιστορίας με τα ανάλογα χαρακτηριστικά των;
--Ώστε η εντεύθεν της πυρίνης διαχωριστικής γραμμής ιστορία με τις αθλιότητές της, αλλά και με τα αθλήματά της είναι άχρηστη; Δηλαδή δεν αξίζει να δρα κανείς υπέρ του συνόλου είτε εθνικόν είναι αυτό είτε υπερεθνικόν; Κι’ ακόμη, Γέροντα, κάποτε ο κόσμος δεν θα τρυγήση τους καρπούς της κοπιώδους πολιτιστικής γεωργίας του;
--Ώστε η εντεύθεν της πυρίνης διαχωριστικής γραμμής ιστορία με τις αθλιότητές της, αλλά και με τα αθλήματά της είναι άχρηστη; Δηλαδή δεν αξίζει να δρα κανείς υπέρ του συνόλου είτε εθνικόν είναι αυτό είτε υπερεθνικόν; Κι’ ακόμη, Γέροντα, κάποτε ο κόσμος δεν θα τρυγήση τους καρπούς της κοπιώδους πολιτιστικής γεωργίας του;
--Εάν, φίλτατε, μέσα εις την εγκόσμιον ιστορίαν υπάρχουν τα «ιδανικά», υπέρ των οποίων γίνονται και οι αγώνες, μη αμφιβάλλετε ότι πρόκειται περί στόχων που δεν ελευθερώνουν τον άνθρωπον. Δια να διαστείλω οξέως τας δύο ιστορίας, την φύσιν των και τας ενεργείας των, θα έπρεπεν να χρησιμοποιήσω μίαν από τας δύο γλώσσας που μου προσφέρονται. Η μία είναι η Θεολογική, την οποίαν, υπό τας παρούσας επιδράσεις σας, είναι πολύ αμφίβολον αν την εννοήσετε. Η άλλη είναι περισσότερον προσιτή εις υμάς είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας του Χριστιανισμού, την οποίαν η δυτική σκέψις ιδιαιτέρως εκαλλιέργησε. –Ευχαρίστως να ακούσω την δευτέραν γλώσσαν, Γέροντα. –Λοιπόν σας αναφέρω ένα κείμενον ενός δυτικού Θεολόγου, σχετικόν με το θέμα μας. «Αυτά είναι τα μεγάλα γεγονότα – τα θεία – του παρόντος κόσμου. Πολύ μεγαλύτερα από τα μεγάλα έργα του στοχασμού ή της επιστήμης, από τις μεγάλες νίκες ή τις μεγάλες επαναστάσεις. Αυτά τα τελευταία αποτελούν την φαινομένην ιστορίαν, αλλά δεν κατέρχονται ως τα βάθη της πραγματικής ιστορίας. Είναι μεγαλεία της νοητικής και της υλικής τάξεως. Αλλά τα μυστήρια του Χριστιανισμού είναι τα μεγαλεία της πνευματικής, της υπερφυσικής αγάπης». –Εις τι συνίστανται αυτά; --Ο Ιησούς Χριστός, λέγει ένας Χριστιανός φιλόσοφος, δεν έκανε μεγάλες εφευρέσεις, αλλά ήτο άγιος, άγιος, άγιος· άγιος στους ανθρώπους και φοβερός εις τους δαίμονας. Αυτό δεν το έχομε καταλάβει καλά και γι’ αυτό εντυπωσιαζόμεθα από τα σαρκικά ή διανοητικά μεγαλεία και μεταβάλλομεν εις είδωλα την Επιστήμην, το Χρήμα, την Ιστορίαν, το Κράτος και γενικώς τον Πολιτισμόν. –Ώστε αρνείται ο Χριστιανισμός τον εγκόσμιον άνθρωπον και τας γηϊνας ανάγκας του, Γέροντα; --Όχι, αλλά αξιολογεί τον άνθρωπον και τας ανάγκας του εν σχέσει με το έργο του Θεού εις την γην χάριν του ανθρώπου, δηλαδή την θέωσίν του και την έλευσιν της Βασιλείας του Θεού, η οποία θα έλθη ασχέτως με την θέλησιν των ανθρώπων. Και όπως λέγει τις, "η νίκη επραγματώθη. Η Εκκλησία αγωνιζομένη δια να σώση όσους δύναται περισσοτέρους ανθρώπους, ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια. Η νίκη είναι η Ανάσταση του Χριστού. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι συνανέστημεν και ημείς. Δια τούτο πρέπει να αγρυπνώμεν δια να μη εκπέσωμεν τηςΑναστάσεως...". –Ώστε, λοιπόν, Γέροντα, ουδαμού υπάρχει σωτηρία και λύτρωσις από το ανθρώπινον πρόβλημα, πλην της Εκκλησίας;
--Να συναγάγετε μόνος σας το συμπέρασμα. Ο κόσμος, φίλτατε, δεν είναι από την φύσιν του κακός. Γίνεται από την διάθεσίν του κακός και εισέρχεται θεληματικά εις την δαιμονικήν περιοχήν, όπου υπάρχει το άγχος της κολάσεως, όσον και αν εξωτερικώς φαίνεται λαμπερός. Και φρονώ, ότι ο κόσμος, μη έχων ζωήν αληθινήν μέσα του, δεν θα αργήση να παρουσιάση και εξωτερικώς την ενδημούσαν στην ψυχήν του νεκρότητα. Και έτσι θα τρυγήση, βεβαίως, τους καρπούς της πολιτιστικής του γεωργίας, που κι’ εσείς περιμένετε. –Εάν, Γέροντα, εδεχόμην αυτά που λέτε ως αληθή, τότε ημπορώ να ερωτήσω εάν υπάρχη καμμία λύσις, εφ’ όσον, βεβαίως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζωμεν μοιρολατρικώς τους κινδύνους που υπαινίσσεσθε; --Αναμφιβόλως λύσις υπάρχει. Είναι αυτή που ανέφερα· η Εκκλησία, η οποία ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια. Αυτή είναι η σωστική κιβωτός δι’ ολόκληρον τον κόσμον. Αλλά το πρόβλημα είναι, αν η διακεχυμένη αχλύς, αυτό το γλαύκωμα που επικάθεται εις τους οφθαλμούς των ψυχών, αποδειχθή ασθενέστερον από την δύναμιν της λάμψεως του Θεού, που καλεί εις αλλαγήν του νου, εις μετάνοιαν και σωτηρίαν και θέωσιν, αντί της αυτοκαταστροφής που έρχεται και του αιωνίου ερέβους, που περιμένει όσους δεν έχουν στην ψυχήν των φως.
Αθωνικά άνθη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)