Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Σάββατο 19 Ιουλίου 2014
Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014
Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται.
Εις τα ζητήματα της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω. Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους αιώνας.
Πρέπει να παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς μας «δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από τους Ενωτικούς του 13ου αιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν!
Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014
ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ
«Ω Κύριε, ανήσυχος είναι η ψυχή μας, έως ου εύρη ανάπαυσιν εν Σοι».
Έμαθον δια της «Εκκλησίας», ότι εις τας Αθήνας αφίχθη τελευταίως ένας Γιόγκι και πολλοί έσπευσαν εις συνάντησίν του, «δια να μάθουν παρ’ αυτού την μέθοδον της κατακτήσεως της αληθούς χαράς και ευτυχίας», την οποίαν υπέσχετο «ο απόστολος ούτος του ανατολικού εξωχριστιανικού μυστικισμού». Οι Γιόγκι, ως γνωστόν, είναι μοναχοί βουδδισταί, οι οποίοι ακολουθούντες τας υποδείξεις του πρίγκηπος Σιντάρτα – τον οποίον ανεγνώρισαν ως Θεόν – αγωνίζονται δια την απαλλαγήν των από την εσωτερικήν δυστυχίαν των, δια μεθόδων τινών. Ο βουδδισμός στηρίζει όλην την περί λυτρώσεως θεωρίαν του και μακαριότητα – «νιρβάνα» -- εις την νέκρωσιν του αισθήματος της ζωής, της βουλήσεως. Και ως γνωρίζομεν εκ πληροφοριών, οι Γιόγκι, κάμνουν και ένα είδος «νοεράς προσευχής», περιερχόμενοι ούτω εις κατάστασίν τινα εκστάσεως. Δεν χωρεί καμμία αμφιβολία, ότι ο βουδδισμός, ως θρησκεία, είναι χάλκευμα του θρησκευτικού συναισθήματος και παραπλάνησις του σατανά. Είναι φανερόν, ότι οι δυστυχείς Γιόγκι εμπαίζονται από πονηρά πνεύματα, τα οποία και τον διδάσκαλόν των πρίγκηπα ηπάτησαν. Αλλά λαμβάνουν παρ’ αυτών αποζημίωσίν τινα, μίαν ψευδαίσθησιν μακαριότητος υπό μορφήν φωτοφανειών, αι οποίαι δεν είναι άγνωστοι εις τους καθ’ ημάς διδασκάλους του Ορθοδόξου Ασκητισμού. Δια τούτο και η βουδδιστική διδασκαλία, ως και ο, υπό του «μετασχηματιζομένου εις άγγελον Φωτός» εμπνευσθείς, Νεοπλατωνισμός, είναι πλήρεις φασματικού φωτός, «πυρώδους», όπερ δημιουργεί δι’ απάτης των οφθαλμών ο Εωσφόρος, «ο δια την έπαρσιν σκότος Βεελζεβούλ και γενόμενος και λεγόμενος», κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον. Το σχόλιον της «Εκκλησίας», εν συνεχεία, σημειώνει ορθότατα, ότι· «αν πάσα μυστικιστική ζωή παρέχει ακτίνάς τινας πνευματικής χαράς και ικανοποιήσεως, η εν Χριστώ ζωή παρέχει τον ήλιον της πλήρους και ωλοκληρωμένης χαράς και πνευματικής ειρήνης. Τούτο – επιλέγει ο σχολιαστής – φθάνει εις το κατακόρυφον δια του εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία αναπτυχθέντος υγιούς χριστοκεντρικού μυστικισμού». Επιθυμώ να συμπληρώσω το ευστοχώτατον σχόλιον της «Εκκλησίας» δια παρατηρήσεών τινων επί του θέματος του μυστικού βίου εν τη Ορθοδοξία, όπερ θέμα τόσον έχει παρεξηγήσει η εποχή μας. Κατ΄ αρχήν, κακώς νομίζεται, ότι η βίωσις του βαθυτέρου νοήματος της εν Χριστώ ζωής αποτελεί αποκλειστικόν προνόμιον των Μοναχών μόνον. Η δίψα της μυστικής ζωής – αυτή που ωδήγησε πολλούς εις τον Γιόγκι – υπάρχει εις τας ψυχάς φυσικώς, ως ανάμνησις της θείας πατρίδος μας, και ως πόθος επιστροφής εις την πατρικήν εστίαν. Και πάντες οι Ορθόδοξοι χριστιανοί και διψούν την λύτρωσιν και δύνανται να την εύρουν εν τοις κόλποις του Ιησού. Αλλά οι πολλοί διψούν και αγνοούν το διατί. Απόδειξις η καταφυγή εις τον Γιόγκι. Λοιπόν, υπάρχει αυτή η δίψα εις τους πιστούς, αλλά εις διάφορον βαθμόν, αναλόγως της πνευματικότητος εκάστου. Όσον η ψυχή υψούται εις «γνώσιν» του Χριστού, τόσον και διψά. Και όσον πίνει εκ του ύδατος αυτού, τόσον περισσότερον «καίεται αφλέκτως». Την δίψαν την προκαλεί η αγάπη του Θεού· η αγάπη γεννά την γνώσιν· η γνώσις τον θαυμασμόν. Εντεύθεν ο «εκστατικός θείος έρως», και η μυστική «νύμφευσις». Και επειδή η ψυχή ευρίσκεται εισέτι μετά σώματος, «συνέχεται εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Αλλ’ η «τετρωμένη αγάπης» ψυχή, αγαπά και την ομόδουλον του Θεού και ομόδοξον. Και ενώ διαφλέγεται από τον πόθον της επιστροφής, της «αναλύσεως», όμως λέγει: «μενώ και συμπαραμενώ» χάριν του πλησίον. Εν τούτοις η δίψα δεν καταπαύει. Όσον η ψυχή προάγεται, όσον καθαίρεται, τόσον «γινώσκει» τα θεία, τόσον τα επιποθεί, τόσον τα θαυμάζει και εξίσταται και κινείται εις μίαν συνεχή ανακύκλησιν, ανάλογον εκείνης, που είδεν ο Ησαϊας, καθ’ ην τα Σεραφίμ, περιδινούμενα περί το Άκτιστον φως του Θεού, προσλαμβάνουν ατελευτήτως φως και «γνώσιν» και θαυμασμόν. Η ορθή πορεία της χριστιανικής ψυχής είναι η ακόρεστος δίψα της «χαρμοσύνου θέας» του Θεού, την οποίαν απήλαυσαν προγευστικώς από την γην οι άγιοι της Εκκλησίας. Και άλλοι εξ αυτών έγραψαν τας θείας των εμπειρίας, άλλοι απεσιώπησαν. Όλοι είχον «γευθή της χρηστότητος Κυρίου», όλοι οι πατέρες είχον την μυστικήν Κοινωνίαν των με τον Θεόν εν Χριστώ Ιησού. Από τον άγιον Παύλον και τον Ιωάννην και τον Πέτρον και τους λοιπούς αγίους Αποστόλους και Μαθητάς του Σωτήρος μέχρι τον Ιγνάτιον και τους Κλήμεντας και Διονύσιον Αρεοπαγίτην και Εύοδον και τους Εβδομήκοντα Αποστόλους και τον Χρυσόστομον και τον Μ. Βασίλειον και τον Θεολόγον Γρηγόριον και τους άλλους Γρηγορίους μέχρι του πλήθους των Οσίων Πατέρων και Μαξίμου μέχρι Φωτίου και Συμεώνος του Ν. Θεολόγου και μέχρι των Ιερωτάτων Ησυχαστών, Σιναϊτών Γρηγορίου και Φιλοθέου και Αγιορειτών Ισιδώρου, Φιλοθέου, Νικηφόρου, Παλαμά, Νικοδήμου και τόσων άλλων ενωνύμων και ανωνύμων δια την πολλήν ταπείνωσίν των, πάντες έζων εν Χριστώ Ιησού. Όσοι άγιοι Πατέρες δεν μας έδωσαν τας εμπειρίας των δια γραπτής διδασκαλίας, αφήκαν ως υποτύπωσιν, δια να επακολουθήσωμεν επί τα ίχνη των, αυτήν την αιδέσιμον και υπέρ φύσιν ζωήν των. Διότι αι μυστικαί επαφαί της ψυχής μετά του νυμφίου της Χριστού, είναι υπέρ φύσιν. Τόσον, λοιπόν, εις την γραπτήν διδασκαλίαν των Πατέρων, όσον και εις την άφατον, δια βίου και χρηστής πολιτείας, βλέπομεν τας προϋποθέσεις του χριστοκεντρικού μυστικισμού. Και βασικαί προϋποθέσεις είναι η θέλησις, η θυσία, η χάρις. Ούτε μόνη η θέλησις, ούτε μόνη η θυσία, ούτε μόνη η χάρις. Προηγείται η θέλησις του ανθρώπου, ακολουθεί η θυσία και έπεται η χάρις. Σπανιωτάτη είναι η αντιστροφή της ακολουθίας ταύτης. Αλλ’ όταν λέγωμεν θυσίαν εννοούμεν την εργασίαν των εντολών. Διότι η εκτέλεσις των εντολών απαιτεί θυσίας και μεγάλας μάλιστα θυσίας. Διατί είναι αναγκαία προϋπόθεσις, της μετά του Χριστού μυστικής ενώσεως, η εργασία των εντολών; Διότι καθαίρομεν την καρδίαν από των ψεκτών παθών και ετοιμάζομεν ούτω τόπον προς τον ειπόντα: «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ή και καθαιρομένης της καρδίας από των παρά φύσιν παθών, η εν αυτή χάρις, ην ελάβομεν δια του αγίου Βαπτίσματος, αναλάμπει κατά το μέτρον της καθάρσεως. Εντολαί όμως, δεν είναι η αρνητική μόνον πλευρά των. Δεν είναι αρκετόν να εκκλίνωμεν των κακών, αλλά και να ποιώμεν τα αγαθά. Το αγαθόν εν τη Καινή Διαθήκη της Χάριτος φθάνει μέχρι της τελείας αφιερώσεως όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων εις τον Θεόν και την υπηρεσίαν του πλησίον. Εις την διπλήν αυτήν αγάπην, ως περί κέντρον, δέον να στρέφωνται και νους και καρδία και ολόκληρος η ψυχή. Αλλά δια να κατορθώσωμεν την απελευθέρωσιν των ηγγιστρωμένων εις τα πράγματα ψυχικών δυνάμεων, και να καταστήσωμεν την ψυχήν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» επιστρέφοντες εις το «αρχαίον απλούν», απαιτούνται ηρωϊκοί αγώνες και ιδρώτες και χρόνος πολύς. Μεγίστην βοήθειαν εις τον αγώνα της καθάρσεως της ψυχής και την διόδευσιν της «στενής και τεθλιμμένης», έχομεν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Επικουρούμεθα, εις τον κατά των παθών και των δαιμόνων πόλεμον, δια της έξωθεν εισχωρούσης εις την ψυχήν χάριτος, εν τη ολοσώμω μεταλήψει του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Εις το σημείον τούτο θα ήθελα να κάμω μίαν παρατήρησιν. Εις την εποχήν μας, η οποία εκλήθη «λειτουργική», γίνεται κατάχρησις του μυστηρίου υπό μεγάλου αριθμού ευσεβών, εκ του οποίου προσδοκάται η πνευματική των πρόοδος. Κατάχρησιν λέγων, δεν εννοώ την συχνότητα της θείας μεταλήψεως, αλλά την εκ της συχνότητος μ ό ν ο ν επιζητουμένην προκοπήν. Βεβαίως, ουδείς ο αντιλέγων, ότι η μετά καθαρού συνειδότος προσέλευσις εις το μυστήριον, αγιάζει την ψυχήν. Αλλά χρειάζεται παραλλήλως και η εργασία των εντολών, όλων, «εις τας οποίας κρύπτεται ο Χριστός». «Η προς Θεόν αφομοίωσίς τε και ένωσις, ταις των σεβασμιωτάτων εντολών αγαπήσεσι και ιερουργίαις μόνως τελείται», κατά τον Αρεοπαγίτην άγιον Διονύσιον. Εντολή είναι, να κλαίωμεν και να πενθώμεν και να αγρυπνώμεν και να προσευχώμεθα «αδιαλείπτως», και να «υπωπιάζωμεν την σάρκα», και να ελεώμεν και να καθαρεύωμεν από πονηρών λογισμών και φαντασιών απρεπών και να έχωμεν την πείναν και την δίψαν της δικαιοσύνης του Θεού. Διότι, όσον κακόν είναι να απέχωμεν από του ζωοποιού μυστηρίου επί πολύ, «θηριάλωτοι γενόμενοι υπό του νοητού λύκου», άλλο τόσον κακόν είναι, όταν συνηθίσωμεν και, δια το άκοπον, ρίπτωμεν το κέντρον του βάρους της πνευματικής μας καθάρσεως εις μόνον το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εξετέθησαν εν συντομία ανωτέρω αι προϋποθέσεις του Χριστοκεντρικού μυστικισμού, της διψωμένης ενώσεως μετά του ηγαπημένου Ιησού, αφού προηγουμένως η νύμφη ψυχή, εγένετο πάλλευκος δια της εργασίας των εντολών, φυγούσα τον «κατακλυσμόν των παθών», του θυμικού, επιθυμητικού και λογιστικού. Εντεύθεν δύναται να ακούση την μυστικήν φωνήν του Νυμφίου λέγουσαν: «Δεύρο καλή μου, περιστερά μου· ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ. Τα άνθη ώφθη τη γη, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν…». Και η μυστική νύμφη ψυχή, η ψυχή των αγίων μας, βιώσασα τον μυστικόν διάλογον Νυμφίου και νύμφης, δια στόματος ενός Μεγάλου Βασιλείου εκφράζει τας υπερουσίους εμπειρίας της δια των εξής μεγαληγόρων και ενδόξων στροφών. «Τι ουν κάλλους θείου θαυμασιώτερον; Τις έννοια της του Θεού μεγαλοπρεπείας χαριεστέρα; Ποίος πόθος ψυχής ούτω δριμύς και αφόρητος, ως ο από Θεού εγγινόμενος τη από πάσης κακίας κεκαθαρμένη ψυχή, και από αληθινής διαθέσεως λεγούση, ότι «τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι»; Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί… Τούτο το κάλλος σαρκίνοις μεν οφθαλμοίς αθεώρητον, ψυχή δε μόνη και διανοία καταληπτόν· και ει που τινα περιέλαμψε των αγίων, αφόρητον του πόθου το κέντρον αυτοίς εγκατέλιπεν». Αυτό είναι «το κατακόρυφον… του υγιούς Χριστοκεντρικού μυστικισμού», της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Αλλ’ η διαπίστωσις αυτή δεν αποτελεί ύλην προς εγκαύχησιν, αλλά προς ονειδισμόν μας, «δια το της καρδίας σκληρόν». Βιούμεν μυστικώς σήμερον; Που η ακτινοβολία της εν Χριστώ ζωής; Και διατί δεν ζώμεν εν Χριστώ; Ουχί διότι ερρίψαμεν εις ανυποληψίαν τα μυστικά συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας; Ουχί διότι δεν ποιούμεν τας εντολάς του Χριστού, που οδηγούν εις την κάθαρσιν, ελλάμπουν τον νουν και τελεσιουργούν την μυστικήν μετ’ Αυτού ένωσιν; Ημπορούμεν να είπωμεν μετά του θείου Συμεώνος του Ν. Θεολόγου: «… το πρόσωπόν μου λάμπει, όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου, και όλα τα μέλη μου γίνονται φωτεινά, τότε γίνομαι περισσότερον ωραίος παρά οι ωραίοι, περισσότερον πλούσιος παρά οι πλούσιοι, περισσότερον ισχυρός παρά οι ισχυροί, περισσότερον μεγάλος παρά οι Αυτοκράτορες, και περισσότερον πολύτιμος από οιονδήποτε αντικείμενον είτε επί της γης είτε εν τω ουρανώ…». Και αν φυσικώς έχωμεν μεν ισχυράς επιθυμίας να είμεθα ωσάν τον «πτωχόν φιλάδελφον» άγιον Συμεώνα, δεν πληρούται δε η καρδία μας με τα χαρίσματα της πνευματικής ωραιότητος, ισχύος, πλούτου, αξίας, τας μορφάς αυτάς της θείας φιλοδοξίας και των αγίων επιθυμιών, κατ’ ανάγκην δεν θα αναζητήσωμεν την πλήρωσιν της καρδίας με ταπεινά και ένοχα υποκατάστατα, αφού δεν δυνάμεθα, ούτως ή άλλως, να αλλοιώσωμεν την φύσιν και τας ιδιότητας της ψυχής; Μήπως από της υψηλής αυτής σκοπιάς δεν πρέπει να ελέγχωμεν την πτωχείαν μας, την ασχημίαν, την αδυναμίαν, την απαξίαν μας; Διότι αν δεν κρινώμεθα με το «δέον», κρινόμεθα, κατά τον Απόστολον Παύλον «εις τα άμετρα», οπότε ησυχάζομεν ενόχως εν τη οικεία αθλιότητι. Αν όμως ορώμεν εαυτούς από «το κατακόρυφον του χριστοκεντρικού μυστικισμού», θα ίδωμεν την πραγματικότητά μας, προ της οποίας αδύνατον να μη κλαύσωμεν. Και ούτω θα εύρωμεν την οδόν, την «αρίστην οδόν της υψώσεως» εις την κορυφήν, την ταπείνωσιν.
Αθωνικά άνθη.
Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014
Πως η Αγία Μαρίνα έσωσε τον μικρό Ανδρέα Βασιλείου από τη Λεμεσό της Κύπρου Ως γιατρός συμμετείχε στην εγχείρηση μεταμόσχευσης μυελού του μικρού Ανδρέα που έγινε στις ΗΠΑ
Οι γονείς έκπληκτοι του απάντησαν ότι δεν είχαν φέρει κάποια γιατρό και δεν γνωρίζουν κάτι σχετικό. Ο χειρούργος όμως επέμενε και τους είπε πως όταν εξήλθε από το χειρουργείο η γιατρός του μικρού Ανδρέα, παρέμεινε για λίγο μέσα με την υπόλοιπη ιατρική ομάδα. Ως εκ τούτου κάπου εκεί γύρω έπρεπε να είναι και τους προέτρεψε να τη συναντήσουν. Μάταια όμως έψαχναν να τη βρουν. Η γιατρός είχε εξαφανισθεί. Σκέφθηκαν πως θα έφυγε και πήγαν μετά την προτροπή του χειρούργου στη γραμματεία να ζητήσουν τα στοιχεία της προκειμένου να την ευχαριστήσουν. Πίστευαν πως ίσως κάποια γιατρός από την Ελλάδα ή την Κύπρο ευαισθητοποιήθηκε και ταξίδευσε στις ΗΠΑ για να συμβάλλει στην λεπτή χειρουργική επέμβαση.
Με έκπληξη διαπίστωσαν πως η άγνωστη γυναίκα ιατρός είχε υπογράψει με το όνομα Μαρίνα από την Άνδρο (Marina from Andros). Δεν πίστευαν αυτό που έβλεπαν. Στέκονταν επί αρκετή ώρα αμήχανοι μπροστά στο θαύμα της Αγίας Μαρίνας. Τα δάκρυα ευγνωμοσύνης και χαράς πλημμύρισαν τα μάτια τους. Θυμήθηκαν αυτό που τους είχε πει ο σεβαστός γέροντας και ηγούμενος της ομώνυμης Ιεράς Μονής. «Πηγαίνετε στην Αμερική και εύχομαι η Αγία Μαρίνα να είναι μέσα στο χειρουργείο.
Την απερίγραπτη χαρά τους για την επιτυχή έκβαση της εγχείρησης και την επαναφορά της υγείας του μικρού Ανδρέα τη μετέφεραν στα ΜΜΕ μιλώντας για το αληθινό θαύμα.
Από τότε έβαλαν ως τάμα να βρίσκονται πάντοτε οικογενειακώς στην Άνδρο την ημέρα της μνήμης της Αγίας Μαρίνας. Έτσι και πράττουν ενώ όπως ανέφερε μοναχός της Μονής με τον οποίο συνομιλήσαμε δύο φορές ίσως και παραπάνω τα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τότε η οικογένεια Βασιλείου μεταβαίνει από τη Λεμεσό κάθε καλοκαίρι στην Άνδρο για να ευχαριστήσει την Αγία Μαρίνα, που έσωσε τον μικρό Ανδρέα. Είναι αλήθεια ότι ουδέποτε απουσίασαν τα θαύματα των Αγίων από τη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας και είθε ο Πανάγαθος Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να μας ενισχύει την πίστη μας με τα θαύματα των Αγίων μας.
• Ευχαριστούμε θερμώς την κ. Σπυριδούλα Κυριακοπούλου, συνταξιούχο ιατρό που είχε την ευγενή καλοσύνη να μας ενημερώσει για το ανωτέρω θαύμα. Θερμές ευχαριστίες στον ηγούμενο της Ιεράς Μονής και στην αδελφότητα για τις διευκρινίσεις και τις απαντήσεις στα ερωτήματα που τους θέσαμε. Το τηλέφωνο της Μονής Αγίας Μαρίνης Άνδρου είναι 2282024074.
http://www.orthodoxia.gr
Τρίτη 15 Ιουλίου 2014
Mη ξεχνάς:
Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, αρχίζει και τελειώνει με την επίκλησιν «Της τιμιωτέρας των Χερουβίμ…», και πάντες οι άγιοι της Εκκλησίας θεωρούν την Θεοτόκον Μαρίαν ως «μετά Θεόν, τα δευτερεία της Τριάδος έχουσαν…». Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει: «εμνήσθην της Θεοτόκου και εσώθη η ψυχή μου». Ο Γεώργιος Νικομηδείας λέγει, ότι ο Χριστός λογίζεται δόξαν ιδικήν του, την δόξαν της Μητρός αυτού. «Την Σην γαρ δόξαν ο Κτίστης, ιδίαν οιόμενος, εκπληροί τας αιτήσεις». «Ελπίδα μου, καταφυγή μου, Μητέρα μου, γράφει ο Μηνιάτης, ένα νεύμα να κάνης δι’ εμέ, εγώ είμαι σεσωσμένος. Κυρία Θεοτόκε Μαρία, όποιος εις Σε ελπίζει είναι αδύνατον να χαθή».
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης - Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ:
..."Ὑπενθυμίζουμε ἁπλῶς ἐδῶ ἐνδεικτικὰ τὴν γνώμη τοῦ μεγάλου ἀγωνιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ, τοῦ Μ. Ἀθανασίου. Γράφει ὅτι στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, συμπεριφέρονται κακῶς καὶ σκανδαλίζουν τὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκδιώκονται, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ μείνουν οἱ πιστοὶ χωρὶς ποιμένα. Εἶναι καλύτερα, συμφέρει, χωρὶς ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς νὰ γίνονται οἱ συνάξεις στοὺς ναούς, παρὰ νὰ ριφθοῦν οἱ πιστοὶ μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοὺς ἱερεῖς στὴν κόλαση, ὅπου πῆγαν οἱ Ἑβραῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τους Ἄννα καὶ Καϊάφα: «Συμφέρον γὰρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον ἢ μετ᾿ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός» .
Αὐτὸ ἔπραξε στὶς ἡμέρες μας ὁ Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Γαβριὴλ καὶ μὲ μία ὀλιγόλογη καὶ θαρραλέα Δήλωση καὶ Ὁμολογία διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μετὰ τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὶς κοινὲς δηλώσεις μὲ τὸν προηγούμενο πάπα, ποὺ ἔγιναν πρὶν ἀπὸ δυὸ ἔτη κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τῆς Ρώμης στὶς 29 Ἰουνίου τοῦ 2004 καὶ τὴν τελετὴν τῶν θυρανοιξίων ὀρθοδόξου ἱεροῦ ναοῦ τὴν 1ην Ἰουλίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Στὸ ἑξῆς, γράφει, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι μὲ τὴν σιωπή μου συμφωνῶ μὲ ὅσα γίνονται, δὲν θὰ συμμετέχω στὶς ἀκολουθίες ποὺ μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου, ἀλλὰ θὰ παραμένω εἰς τὸ κελλάκι μου «κάμνων τὴν κανονικὴν καὶ καθωρισμένην μοναχικὴν ἀκολουθίαν μου κατὰ μόνας εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας καὶ ἕως ὅτου λάβη σαφῆ καὶ συγκεκριμένην θέσιν ἡ Ἱ. Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους περὶ τῶν συμβάντων γεγονότων τῶν ὡς ἄνω ἡμερῶν»...
Κυριακή 13 Ιουλίου 2014
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑΡΚΟΥ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΟΥ
«Ει η ημών αδικία, Θεού δικαιοσύνην συνίστησι, τι ερούμεν; Μη άδικος ο Θεός ο επιφέρων την οργήν;» Απ. Παύλος.
Ο Όσιος Πατήρ ημών Μάρκος, ο επικαλούμενος Ασκητής, έζησε κατά το πρώτον ήμισυ του 5ουαιώνος, διατελέσας μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ανήκει εις την χορείαν των θεωρητικών Πατέρων της Ανατολής, συγγραψάμενος πλείστας πνευματικάς πραγματείας, εξ ων σώζονται 200 κεφάλαια «περί πνευματικού νόμου», «περί των εξ έργων οιομένων δικαιούσθαι», η «προς Νικόλαον Μονάζοντα» μακρά επιστολή, και έτεροι λόγοι, εκ των οποίων και ο κατωτέρω, δι’ ου ο όσιος πατήρ αναλύει διεξοδικώς τα αίτια των ποικίλης μορφής πειρασμών, ομαδικών τε και ατομικών. Η αγία του Χριστού Εκκλησία τιμά την μνήμην του Οσίου Μάρκου του Ασκητού την 5ην Μαρτίου, «τους ασκητικούς αυτού αγώνας, το εν λόγοις σοφόν, και την άνωθεν αυτώ δοθείσαν χάριν των θαυμάτων ανακηρύττουσα»--ως σημειοί εις την «Φιλοκαλίαν» ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης. Την πραγματείαν ταύτην αντέγραψεν αδελφός τις ένεκεν της ιδιαιτέρας σημασίας, την οποίαν αποκτά εν τη παρούση εποχή, καθ’ ην υφιστάμεθα αλλεπαλλήλους Εθνικάς συμφοράς κυρίως δια σεισμών, αλλά και προς διαφώτισιν των πλανωμένων εκείνων χριστιανών, οίτινες θεωρούν τας επερχομένας θλίψεις ως τυχαία ή κατά συνθήκην συμβάντα, επί των οποίων τάχα ο Θεός ουδένα ασκεί έλεγχον. Εκτός του κύρους όπερ κέκτηται, δια την αγιότητα του συγγραφέως, η πραγματεία αύτη, καθίσταται επί πλέον και τελείως απρόσβλητος ως θεμελιουμένη επί της Αγίας Γραφής και επί του πνεύματος των αγίων Πατέρων ημών, το οποίον ανακεφαλαιοί η αγιωτάτη Εκκλησία μας εις τας ιεράς δέλτους του Μ. Ευχολογίου. Επί δύο ουσιωδών θέσεων στηρίζεται ο πνευματικός νόμος του Αββά Μάρκου. Επί της «εξ αγάπης αναδοχής», και της «από κακίας αναδοχής». Όταν δηλαδή κάμνωμεν το αγαθόν ακολουθεί, κατά θείαν Δικαιοσύνην, η ανάλογος θλίψις, καθ’ ον τρόπον περιγράφεται εις την πραγματείαν. Ωσαύτως δε όταν κάμνωμεν το κακόν επέρχονται ημίν διάφορα δεινά προς το συμφέρον ημών. Το αγαθόν δε και το κακόν δεν έγκεινται μόνον εις τα έργα και τους λόγους, αλλά και εις αυτούς τους διαλογισμούς, δυνάμει των οποίων ή κολαζόμεθα ή αμοιβόμεθα εν τη μελλούση Κρίσει. Δύο εκφραστικώτατα, εις την περίπτωσιν της λειτουργίας του πνευματικού νόμου, χωρία ευρίσκουν πλήρη την εφαρμογήν των. Το Αποστολικόν, «ει η ημών αδικία, Θεού δικαιοσύνην συνίστησι, τι ερούμεν; Μη άδικος ο Θεός ο επιφέρων την οργήν;». Και το Προφητικόν, «Υιέ μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ’ αυτού ελεγχόμενος· ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει· μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται». Ο πνευματικός νόμος, ως αποδεικνύει ο Όσιος πατήρ, λειτουργεί μετά καταπληκτικής ακριβείας, λανθάνων τοις πολλοίς δια την εαυτού λεπτότητα, δια την ην πάσχομεν λήθην την οικείων κακών, δια την άγνοιαν ημών και δια την έλλειψιν προσοχής επί των εκδηλώσεών του. Ο εις ασύλληπτον, δι’ ημάς, βαθμόν αγαπών την ημετέραν φύσιν Πανάγαθος Θεός, δια των θλίψεων τας οποίας στέλλει πραγματεύεται πολυμερώς και πολυτρόπως την σωτηρίαν μας. Δυστυχώς όμως δεν το εννοούμεν αυτό, παρ’ ότι η παρουσία της θείας Προνοίας εξαγγέλλεται ανά πάσαν στιγμήν και αι θεόπνευστοι Γραφαί πιστοποιούν, ότι «όσα προεγράφη, εις την ημετέραν διδασκαλίαν προεγράφη». Διο και απορούμεν…
Αλλ’ ας ανοίξωμεν το βιβλίον του δικαίου Ιώβ δια να ακούσωμεν ένα μεγαλοπρεπή ύμνον εις την Πρόνοιαν του Θεού από Αυτόν τον ίδιον. Ακούσωμεν του Κυρίου λέγοντος, ότι «και αι τρίχες της κεφαλής υμών ηριθμημέναι εισίν», και προλέγοντος τα επελθόντα και επερχόμενα δεινά «σεισμούς κατά τόπους, λιμούς και λοιμούς…». Ό,τι προλέγεται ότι αναποφεύκτως θα γίνη, σημαίνει ότι τούτο ευρίσκεται εντός της θείας Προνοίας, ως γεγονός όπερ το οικονομεί η θεία Πρόνοια, ως σημείον, όπερ στέλλεται από τον ουρανόν, ως κάτι, εν πάση περιπτώσει, το οποίον δεν έχει ουδεμίαν αιτιώδη σχέσιν, ούτε με τα ανθρώπινα βουλεύματα, αλλ’ ούτε και με τας αλόγους ιδιοτροπίας της αλόγου φύσεως. Εμφανίζεται δε απ’ ευθείας ως εκπορευτόν, της θείας Βουλής, με επιβολήν κυριαρχικήν, ελεγχόμενον παντοδυνάμως μέχρι λεπτομερείας. Ο Κύριος έθηκεν εις την υπηρεσίαν του ανθρώπου τα πάντα, εγένετο άνθρωπος δι΄ αυτόν, και δια την ψυχήν του «Χριστός κατά καιρόν απέθανε». «Ουκ ερά τόσον μανικός εραστής της εαυτού ερωμένης, όσον ο Θεός μετανοούσης ψυχής». Η θεία Πρόνοια είναι επομένως ανθρωποκεντρική. Ο Θεός έκαμε το παν υπέρ του ανθρώπου, και θα τον εγκαταλείψη έρμαιον εις τας ιδιοτροπίας μιας ανυποτάκτου φύσεως; Τα πάντα δεν «υπακούει τω προστάγματι αυτού;» «Πόσον μακράν ημών ευρίσκεται ο πανταχού παρών Θεός, εφ’ όσον ακούει τους μυχίους στεναγμούς μας και τας ικεσίας μας;». «Ζητείν τον Κύριον, ει άρε γε ψιλαφήσειαν και εύροιεν, και γε ου μακράν ενός εκάστου ημών υπάρχοντα». «Εν αυτώ γαρ ζώμεν, και κινούμεθα, και εσμέν». Πόση λοιπόν λογική ασυνέπεια υπάρχει εις την άπιστον αντίληψιν, ότι οι σεισμοί ουδεμίαν σχέσιν έχουν με τον Θεόν; «Ο δημιουργός Θεός είναι άμα Θεός συντηρών. Μετά το δόγμα της δημιουργίας έπεται το δόγμα της Προνοίας. Ο στέργων το πεπρωμένον και την τύχην, δεν πιστεύει αληθώς τον Θεόν», λέγει απολογητής τις του χριστιανισμού. Καταστρέφει ο «Εγκέλαδος» ολοκλήρους πόλεις, βυθίζει εις πένθος εκατομμύρια πιστών ερήμην του Θεού. Βαθείς γόοι, θερμαί προσευχαί και δεήσεις ανέρχονται εις τον θρόνον του Θεού και Αυτός ουδέν δύναται να προσφέρη! Αι «μετασεισμικαί δονήσεις» συμπληρούν το έργον της καταστροφής, και ο Θεός αδυνατεί να συγκρατήση τας μεταθέσεις γεωδών στρωμάτων εις τα έγκατα της γης! Πόσον μωρά είναι η απιστία!
Αλλ’ ας ανοίξωμεν το βιβλίον του δικαίου Ιώβ δια να ακούσωμεν ένα μεγαλοπρεπή ύμνον εις την Πρόνοιαν του Θεού από Αυτόν τον ίδιον. Ακούσωμεν του Κυρίου λέγοντος, ότι «και αι τρίχες της κεφαλής υμών ηριθμημέναι εισίν», και προλέγοντος τα επελθόντα και επερχόμενα δεινά «σεισμούς κατά τόπους, λιμούς και λοιμούς…». Ό,τι προλέγεται ότι αναποφεύκτως θα γίνη, σημαίνει ότι τούτο ευρίσκεται εντός της θείας Προνοίας, ως γεγονός όπερ το οικονομεί η θεία Πρόνοια, ως σημείον, όπερ στέλλεται από τον ουρανόν, ως κάτι, εν πάση περιπτώσει, το οποίον δεν έχει ουδεμίαν αιτιώδη σχέσιν, ούτε με τα ανθρώπινα βουλεύματα, αλλ’ ούτε και με τας αλόγους ιδιοτροπίας της αλόγου φύσεως. Εμφανίζεται δε απ’ ευθείας ως εκπορευτόν, της θείας Βουλής, με επιβολήν κυριαρχικήν, ελεγχόμενον παντοδυνάμως μέχρι λεπτομερείας. Ο Κύριος έθηκεν εις την υπηρεσίαν του ανθρώπου τα πάντα, εγένετο άνθρωπος δι΄ αυτόν, και δια την ψυχήν του «Χριστός κατά καιρόν απέθανε». «Ουκ ερά τόσον μανικός εραστής της εαυτού ερωμένης, όσον ο Θεός μετανοούσης ψυχής». Η θεία Πρόνοια είναι επομένως ανθρωποκεντρική. Ο Θεός έκαμε το παν υπέρ του ανθρώπου, και θα τον εγκαταλείψη έρμαιον εις τας ιδιοτροπίας μιας ανυποτάκτου φύσεως; Τα πάντα δεν «υπακούει τω προστάγματι αυτού;» «Πόσον μακράν ημών ευρίσκεται ο πανταχού παρών Θεός, εφ’ όσον ακούει τους μυχίους στεναγμούς μας και τας ικεσίας μας;». «Ζητείν τον Κύριον, ει άρε γε ψιλαφήσειαν και εύροιεν, και γε ου μακράν ενός εκάστου ημών υπάρχοντα». «Εν αυτώ γαρ ζώμεν, και κινούμεθα, και εσμέν». Πόση λοιπόν λογική ασυνέπεια υπάρχει εις την άπιστον αντίληψιν, ότι οι σεισμοί ουδεμίαν σχέσιν έχουν με τον Θεόν; «Ο δημιουργός Θεός είναι άμα Θεός συντηρών. Μετά το δόγμα της δημιουργίας έπεται το δόγμα της Προνοίας. Ο στέργων το πεπρωμένον και την τύχην, δεν πιστεύει αληθώς τον Θεόν», λέγει απολογητής τις του χριστιανισμού. Καταστρέφει ο «Εγκέλαδος» ολοκλήρους πόλεις, βυθίζει εις πένθος εκατομμύρια πιστών ερήμην του Θεού. Βαθείς γόοι, θερμαί προσευχαί και δεήσεις ανέρχονται εις τον θρόνον του Θεού και Αυτός ουδέν δύναται να προσφέρη! Αι «μετασεισμικαί δονήσεις» συμπληρούν το έργον της καταστροφής, και ο Θεός αδυνατεί να συγκρατήση τας μεταθέσεις γεωδών στρωμάτων εις τα έγκατα της γης! Πόσον μωρά είναι η απιστία!
«Οι ταις της προνοίας ηνίαις απιστούντες, και τον ουρανού και γης κόσμον ηνιόχου δίχα μετά τοσαύτης αρμονίας και τάξεως φέρεσθαι λίαν ανοήτως ισχυριζόμενοι, εοικέναι μοι δοκούσιν, ώσπερ αν τις εν νηϊ καθήμενος, και το πέλαγος διαπεραιούμενος, και τον κυβερνήτην ορών των οιάκων επειλημμένον, και τα πηδάλια προς την χρείαν κινούντα, και νυν μεν το δεξιόν φέροντα, νυν δε το ευώνυμον μεταφέροντα, και το σκάφος προς ους αν εθέλη λιμένας ιθύνοντα, αρνοίτο προφανώς ούτως ψευδόμενος, και άντικρυς τη αληθεία μαχόμενος, και μήτε κυβερνήτην επί πρύμνης εστάναι, μήτε πηδάλια το σκάφος έχειν, μήτε τη κινήσει των οιάκων ιθύνεσθαι, αλλ’ αυτόματον φέρεσθαι, και της των κυμάτων περιγίνεσθαι ρύμης, και τη των πνευμάτων εμβολή διαμάχεσθαι, και μήτε ναυτών επικούρων δείσθαι, μήτε κυβερνήτου, το κοινή συμφέρον τοις ερέταις προστάττοντος· εναργώς γαρ ούτοι, και λίαν προφανώς τον απάντων δεσπότην ορώντες ην εποίησε κτίσιν ιθύνοντα, και πάντα εν ρυθμώ και τάξει άγοντά τε και φέροντα, και την αρμονίαν εκάστω των γινομένων εμπρέπουσαν, κάλλος ομού και χρείαν εν απάση θεωρούντες τη κτίσει, και εν εκάστω δε μορίω ταύτης άμφω ταύτα διαλάμποντα, εκόντες τυφλώττουσι, μάλλον δε ορώντες αναισχυντούσι, και τα δώρα της προνοίας λαμβάνοντες, οις λαμβάνουσι λοιδορούνται, και δι’ ων απολαύουσι, τω κηδεμόνι πολεμούσιν».
Ταύτα διαζωγραφεί παραστατικώτατα εις τον β΄ περί Προνοίας λόγον του ο σοφώτατος Επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος. Αλλά θα υποτάξωμεν την πτωχήν και επηρμένην γνώσιν μας εις την αυθεντίαν των Αγίων Γραφών, εις το κύρος των Πατέρων, εις μίαν απλήν, αλλ’ ευσεβή λογικήν; Θα δυνηθώμεν να διϊδωμεν όπισθεν των προσωπικών και κοινωνικών πειρασμών, τον δάκτυλον της θείας Προνοίας δια να απαλλαγώμεν από τας πικρίας και την αγανάκτησιν κατ’ ανευθύνων αδελφών, οίτινες τίθενται εις την πορείαν του βίου μας ως ασυνείδητα όργανα της θείας Αγάπης, ως και ημείς οι ίδιοι άλλωστε;
Ιδίως οι υπό των σεισμών δοκιμασθέντες, δι’ ους κυρίως δημοσιεύεται η πραγματεία του θεοφόρου Αββά Μάρκου του Ασκητού, θα αισθανθούν την «εν ράβδω» επίσκεψιν του «επιβλέποντος επί την γην και ποιούντος αυτήν τρέμειν;».
Το ότι κατεστράφησαν ολόκληροι πόλεις, τι σημασίαν δύναται να έχη προ της ψυχικής ωφελείας, η οποία εξικνείται μέχρις αυτής της αιωνιότητος; Ο άγιος Αυγουστίνος, εις μίαν επιδρομήν βαρβαρικήν εις την Ιππώνα, ης ήτο Επίσκοπος, καθ’ ην προεκλήθησαν μεγάλαι καταστροφαί και δηώσεις, έλεγεν ότι, «είναι ταπεινόν να πιστεύωμεν ότι η κατακρήμνισις ξύλων και λίθων, και ο θάνατος θνητών ανθρώπων αποτελεί μέγιστον κακόν». Απέβλεπεν ο άγιος εις τας ψυχάς. Εάν οι σεισμοπαθείς αδελφοί ωκειούντο το πνεύμα του ι. Αυγουστίνου, έπεται ότι όσα εν τω παρόντι γράφονται είναι περιττά, και χαρά μεγάλη γίνεται εν τω ουρανώ.
Αλλ’ είδον εις την «κατακρήμνισιν ξύλων και λίθων» το θείον Έλεος, δια να είπουν με τον ποιητήν, «ευχαριστώ την καταστροφήν που με ύψωσεν ως Εσένα· ευλογημένες να είναι οι αποτυχίες που μ’ έκαναν ν’ ακούω τον εσπερινόν»; Ή θα γογγύσουν γινόμενοι και αχάριστοι προς την ευεργετικήν επίσκεψιν, αυξάνοντες τηνευθύνην;
Διησθάνθησαν την παρουσίαν του Κυρίου, και μέσα από τα ερείπια θα προσευχήθησαν με τον ευσεβή μουσουργόν, λέγοντες «Πλησιέστερά Σου Θεέ μου…»; Τέλος, «το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός, εγέμισ’ άνθια…»; Τα «άνθια» της Μετανοίας και της Αγάπης;…
Πόσον το ευχόμεθα!...
Πόσον το ευχόμεθα!...
μ.θ.δ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)