Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Ο Όσιος Υπάτιος : Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος.

Ένας από αυτούς που διέκοψαν το μνημόσυνον και την επικοινωνίαν του Νεστορίου μόλις αυτός άρχισε να διακηρύττη την αίρεσιν του, ήταν και ο όσιος πατήρ ημών Υπάτιος που εορτάζει την 17ην  Ιουνίου. Αναφέρει η βιογραφία του: «Όταν πληροφορήθηκε ο όσιος τα αιρετικά φρονήματα του Νεστορίου, αμέσως έσβησε το όνομά του από τα δίπτυχα δια να μη μνημονεύεται εις τις Λειτουργίες. Ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ευλάλιος είπε προς τον Υπάτιον: Γιατί έσβεσες το όναμά του πριν να ιδής τι θα γίνη; Ο όσιος απάντησε: Εγώ αφού έμαθα ότι μιλά άσχημα για τον Κύριόν μου, παύω την κοινωνίαν μαζί του και ούτε αναφέρω το όνομά του, δεν είναι πια επίσκοπος». Τότε ο Ευλάλιος του είπε με οργή: «Πήγαινε και διόρθωσε αυτό που έκανες, διότι μπορώ και να σε τιμωρήσω». Και ο Υπάτιος αποκρίθηκε: «Ό,τι θέλεις κάμε, διότι εγώ απεφάσισα τα πάντα να πάθω και με αυτήν την απόφασιν το έκανα αυτό».

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.
Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια.
Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία.  Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.
Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του.
Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ηςΦεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς.
Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ.
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως.
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

Ζωντανό Μυστήριο --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Ο ερχομός του Μεσσία, όπως αναμένεται από το λαό του Θεού και προφητεύεται στην Παλαιά Διαθήκη, συνδέεται χαρακτηριστικά με δύο μεγάλα πνευματικά μεγέθη· το ένα αναφέρεται στην προσφορά του Θεού, το άλλο στην ανταπόκριση του ανθρώπου: Είναι το έλεος αφ΄ ενός και η αγαλλίαση αφ΄ ετέρου. Ο Κύριος ελεεί και σώζει, ο άνθρωπος σώζεται και αγαλλιάται. Ψάλλει ο ψαλμωδός όλος πίστη και ευγνωμοσύνη· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου» (Ψαλ. 12: 6). Ελπίδα μόνη, που μπορεί να στερεώσει την καρδιά μας στη βαθιά ανησυχία της, για την ακεραιότητα της υπάρξεώς μας, η οποία απειλείται συνεχώς από ποικίλους κινδύνους, είναι η αγάπη του Θεού. Μία αγάπη, η οποία προσφέρεται δωρεάν, χωρίς ανταλλάγματα, άφθονα, χωρίς κρατούμενα και προ πάντων μεγαλόψυχα, χωρίς συνερισμούς «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5: 8). Μέσα σε μία τέτοια αγκαλιά μπορεί η ψυχή μας να απαλλαγεί από τους υποχθόνιους φόβους της και να γεμίσει ουράνια ειρήνη. Είναι η αγκαλιά, που άνοιξαν τα χέρια του Χριστού πάνω στο ξύλο του σταυρού δίνοντας τις άπειρες διαστάσεις της αγάπης του Θεού.

Από εκεί έσταξε πάνω μας το Αίμα και το Ύδωρ, που μας κάνει καινούργιους, από εκεί σταλάζει στη ζωή μας το έλεος που μας σώζει. Δεν είναι λοιπόν, λάθος να πούμε ότι στον Μεσσία Χριστό, που περίμενε ο κόσμος και ήλθε ως Θεάνθρωπος, ενσαρκώθηκε με τον πληρέστερο τρόπο το έλεος του Κυρίου προς την ανθρωπότητα. Όσοι δέχονται αυτό το έλεος με την πίστη ότι το προσφέρει ο Θεός για την σωτηρία τους, ένα μόνο αίσθημα μπορούν να δοκιμάζουν· αγαλλίαση, χαρά, ευφροσύνη και τέρψη πνευματική από ανακούφιση και ασφάλεια. Διότι εκείνο, που συνθλίβει τη χαρά μας είναι ο φόρτος των απειλών στη ζωή μας, η αβεβαιότητα της επιβιώσεώς μας ως όντων με ψυχή και με σώμα· είναι το άγχος της υπάρξεώς μας να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια. Εκείνοι που ζούσαν προ Χριστού, που περίμεναν τον Μεσσία, αλλά δεν είχαν γνωρίσει το σταυρό του, ένιωθαν το έλεος ως σωτηρία από τους εχθρούς του Θεού, από τους ανθρώπους του πονηρού και του κακού και αναγάλλιαζαν προσδοκώντας την ολοκληρωμένη νίκη και δόξα του Μεσσία. Αυτοί δε που μετά Χριστόν απολαμβάνουμε το έλεος του σταυρού του, αναγαλλιάζουμε «χαρά ανεκλαλήτω και δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. 1: 8) δοξολογώντας τον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Κύριο Ιησού. Κορυφαία στο χορό των λυτρωμένων η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας, που υπηρέτησε το σχέδιο της θείας οικονομίας, ψάλλει· «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρί μου» (Λουκ. 1: 46-47). Δεν είναι, λοιπόν, άστοχο να πούμε ότι ο Χριστός, που μας λυτρώνει, γίνεται η ίδια η αγαλλίασή μας, καθώς είναι η αιτία της χαράς μας και το περιεχόμενο της ευφροσύνης μας. Αυτός ο Θεός μας, που ενανθρώπησε, όχι μόνο πραγματώνει τέλεια στο πρόσωπό του το έλεος του Θεού και την αγαλλίαση του ανθρώπου, αλλά συνιστά επίσης αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας μας. Δεν είναι απλώς ο Σωτήρας μας, αλλά είναι συγχρόνως αυτός και η σωτηρία μας. Πράγματι, ο Ιησούς Χριστός εργάσθηκε, για την σωτηρία μας, όπως όλοι οι δίκαιοι και οι άγιοι, με τη ζωή του, με το λόγο του, με τη θυσία του ακόμη, καταγγέλλοντας την αλήθεια που σώζει. Αλλά η προσφορά του ξεπερνά το έργο ενός απλού δούλου του Θεού· δεν ήταν απλώς μία υπηρεσία. Ο Χριστός κατέστησε τον ίδιο τον εαυτόν του, τη σάρκα του και το αίμά του, συστατικό της σωτηρίας μας, ώστε η λύτρωση να μη νοείται χωρίς τον Λυτρωτή. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς», είπε ο ίδιος (Ιω. 6: 53). Η πραγματικότητα αυτή εκφράζεται, μπορούμε να πούμε, λεκτικά αρκετές φορές στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους πατέρες της Εκκλησίας, με το ουσιαστικό «σωτήριον», που ως χαρακτηρισμός αναφέρεται στον Χριστό και περιέχει μέσα του ως ουδέτερο και την έννοια της σωτηρίας και την έννοια του σωτήρος. Είναι, λοιπόν, το σωτήριόν μας ο Θεάνθρωπος Ιησούς, ο οποίος επίσης είναι και το έλεος και η αγαλλίαση. Αυτός η πηγή, αυτός το νερό, αυτός η αναψυχή. Στο πρόσωπό του ανακεφαλαιώνονται όλα τα θαυμάσια και κατανοούνται όλα τα μυστήρια. Είναι το ζωντανό μυστήριο της σωτηρίας. Στο θείο Βρέφος, που γιορτάζουμε κι αυτά τα Χριστούγεννα, μπορούμε να δούμε καλλίτερα από οπουδήποτε αλλού πως μας ελέησε ο Θεός με την πολλή του αγάπη και ενανθρώπησε· πως μας έσωσε με το πολύ του έλεος και μας χάρισε τη ζωή του· πως μας ευαγγελίσθηκε χαρά μεγάλη με τη σωτηρία, που μας έφερε και μας έκανε μέλη της Εκκλησίας του. Μέσα στην Εκκλησία του τώρα αναδεύουμε στην καρδιά μας τα νοήματα των αποστόλων «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς… εις σωτηρίαν ετοίμην αποκαλυφθήναι εν καιρώ εσχάτω· εν ω αγαλλιάσθε» (Α΄ Πέτρ. 1: 3-6). «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού… προορίσας ημάς εις υιοθεσίαν δια Ιησού Χριστού εις αυτόν…» (Εφ. 1: 3-5). Παίρνουμε στα χείλη μας τα λόγια των προφητών του· «Εγώ δε επί τω ελέει σου ήλπισα, αγαλλιάσεται η καρδία μου επί τω σωτηρίω σου· άσω τω Κυρίω τω ευεργετήσαντί με και ψαλώ τω ονόματι Κυρίου του Υψίστου» (Ψαλμ. 12: 6). Και κάνουμε τραγούδι λυτρωμού την ευγνωμοσύνη μας σ΄ Αυτόν, που είναι για μας Έλεος και Σωτήριον και Αγαλλίαση.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Άλμα στην αιωνιότητα. Ματθαίος· ο τελώνης που έγινε απόστολος! Toυ αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού του Α.Π.Θ.

Η μετάνοια είναι η πιο μεγάλη παραχώρηση του Θεού στον αμαρτωλό άνθρωπο, αλλά και η πιο γενναία και ηρωϊκή ανθρώπινη πράξη. Είναι ένα άλμα, το οποίο επιτελεί ο αμαρτωλός με τη βοήθεια της πίστεως, για να μπει έτσι στη σφαίρα της χάριτος, όπου όλα είναι τέλεια και άγια, διότι η αγάπη του Θεού γνωρίζει να λαμπρύνει και να αξιοποιεί θετικά και τα πιο μελανά και αρνητικά στοιχεία του ανθρώπου. Αυτό το γενναίο άλμα της μετανοίας, με τις ασύλληπτες συνέπειές του, μπορούμε να μελετήσουμε απλά, αλλά και πολύ καθαρά στην αγιασμένη μορφή του ευαγγελιστού Ματθαίου, του τελώνη, που έγινε απόστολος του Χριστού.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός : Ἦταν ἀναμενόμενη ἡ εὐρωπαϊκὴ περιπέτειά μας

Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι, λοιπόν, οὐσιαστικὰ ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἀλλὰ ἡ παρουσία μας μέσα σ᾽αὐτή. Μὲ ποιὲς δηλαδὴ ἐσωτερικὲς καὶ πνευματικὲς προϋποθέσεις προχωροῦμε σ᾽αὐτὴ τὴ σημαντικότατη φάση τῆς ἱστορικῆς μας πορείας. Ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν φοβήθηκαν ποτὲ τὸν συγχρωτισμὸ μὲ ἄλλους λαούς. Ἄλλωστε, καὶ τὰ δύο αὐτὰ ἱστορικὰ μεγέθη δὲν κλείσθηκαν ποτὲ σὲ σύνορα, ἀλλὰ διατήρησαν τὴν οἰκουμενικότητά τους καὶ τὸ ἄνοιγμά τους πρὸς ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Σ᾽ αὐτὴ τὴ μόνιμη καὶ πολυδιάστατη συνάντηση πρωταρχικὸ ρόλο ἔπαιζε ἡ ἑλληνικὴ ἤ ἑλληνορθόδοξη συνείδηση τοῦ Γένους μας. Ὅταν ἦταν βαθιὰ ριζωμένη στὰ στοιχεῖα τῆς ἑλληνικότητας ἤ τῆς ἑλληνορθοδοξίας, ὄχι μόνο δὲν ἀλλοτριωνόταν, ἀλλ᾽ ἀντίθετα ἐξελλήνιζε καὶ ὀρθοδοξοποιοῦσε τοὺς ἄλλους Λαούς, ὄχι μέσα στὸ φραγκικὸ πνεῦμα τῆς ἀποικιοκρατικῆς ὑποδούλωσης, ἀλλὰ ἐκπολιτίζοντας καὶ ἐλευθερώνοντάς τους ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ δουλεία, τὴ δουλεία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὑποδούλωση τοῦ σώματος.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Σαν απαλή αύρα -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού Α.Π.Α.

Φοβισμένος και αποθαρρημένος βρίσκεται ο προφήτης Ηλίας κρυμμένος μέσα σε μια σπηλιά του όρους Χωρήβ. Οι απειλές της Ιεζάβελ τον κυνηγούν και η αποστασία του λαού τον λυγίζει. Εκείνη την ώρα της πίκρας και της αδυναμίας, όμως, διαλέγει ο Κύριος για να τον επισκεφθεί. Έρχεται και του κλείνει συνάντηση, του ορίζει χρόνο και τόπο, που θα τον δει· «Θα βγείς», του λέει, «αύριο και θα σταθείς ενώπιον Κυρίου στο βουνό» (Γ΄ Βασ. 19: 11). Και όχι μόνο αυτό, αλλά του δίνει και σημάδι αναγνωρίσεως, πώς να καταλάβει ο Ηλίας την παρουσία του Θεού· «θα περάσει από μπροστά σου ο Κύριος», συνεχίζει. «Θα ξεσηκωθεί άνεμος δυνατός, αλλά δεν θα είναι εκεί ο Κύριος. Θα ακολουθήσει σεισμός, ύστερα φωτιά, αλλά ούτε εκεί θα είναι. Και μετά το πυρ φωνή αύρας λεπτής, κακεί Κύριος» (Γ΄ Βασ. 19: 11-12). Έχει πολλούς τρόπους να παρουσιάζεται ο Θεός στους αγίους του. Στον Αβραάμ παρουσιάστηκε με τρεις άνδρες, στον Ισαάκ εμφανίσθηκε τη νύκτα και στον Ιακώβ στον ύπνο του, στο Νώε φανερώθηκε με το ουράνιο τόξο, στο Δανιήλ σε νυχτερινό όραμα· ο Μωϋσής τον είδε στη φλεγομένη βάτο και αντίκρυσε «τα οπίσω» της δόξας του, ο Δαυϊδ τον αναγνώρισε σαν άγγελο, που χτύπησε το λαό με θάνατο και καθένας από τους προφήτες συνάντησε τον Θεό, όπως ο Θεός ευδόκησε και όπως ήταν συμφέρον, για τον προφήτη.

«Δια την πολλήν και απερινόητον ην έσχεν προς αυτούς αγάπην», εξηγεί ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, σμικρύνεται ο Θεός και σωματοποιείται, μικραίνει και παίρνει σώμα, μεταμορφώνεται και γίνεται αισθητός σ΄ αυτούς που τον αγαπούν, όχι όπως είναι, «αχώρητος γαρ, αλλά κατά την εκείνων χώρησίν τε και δύναμιν». Στον Ηλία, που το κήρυγμά του ήταν θύελλα και σεισμός και φωτιά, για το λαό του Θεού, ο Κύριος προτίμησε να εμφανισθεί με τον ήχο μιας απαλής αύρας. Έχουμε συνδέσει κυρίως την παρουσία του Θεού με συγκλονιστικά γεγονότα. Και περιμένουμε συνήθως την επίσκεψή του με αστραπές και βροντές, μέσα σε καπνούς και γνόφο. Αλλά ο Κύριος δεν εξαντλείται σ΄ αυτές τις μεγαλειώδεις και μεγαλοπρεπείς εμφανίσεις. Μάλιστα, δεν αποτελεί η φοβερή όψη την καλύτερη εικόνα του ούτε είναι η οργή το αληθινό του πρόσωπο. «Μάθετε απ΄ εμού ότι πράός ειμι και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. 11: 29), μας αποκαλύπτει ο μονογενής Υιός του, ο Ιησούς Χριστός, που στο πρόσωπό του είδαμε, πράγματι, τον Κύριο. Το έλεος και η αγάπη του Πατέρα, η μακροθυμία, για τον αμαρτωλό και η γλυκύτητα, για το μετανοημένο είναι τα αληθινά του γνωρίσματα. Σαν αύρα λεπτή φυσά μέσα στις καρδιές των παιδιών του το πανάγιο Πνεύμα και τις δροσίζει, τις ξεκουράζει, τις καθαρίζει. Αλλά, για να αντιληφθούμε έτσι τη θεία επίσκεψη, χρειάζεται να διαθέτουμε τα ανάλογα αισθητήρια. Όπως ερμηνεύουν οι νηπτικοί πατέρες, ο Κύριος ενεργεί σαν αύρα λεπτή, χαρίζοντας φως και ειρήνη, στην καρδιά εκείνη μέσα στην οποία κατοικεί ο Χριστός και έχει προκόψει στο έργο της προσευχής. «Γι΄ αυτό το λόγο», γράφει ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης, «έλεγε ο Θεός προς τον Ηλία στο όρος Χωρήβ ότι ο Κύριος δεν είναι ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, δηλαδή σε επί μέρους ενέργειες της χάριτος, για τους αρχαρίους, αλλά σε αύρα λεπτή και φωτεινή· με αυτό υπέδειξε τίποτε δεν εμποδίζει σαν μέσα σε αύρα λεπτή, με την καθαρή δηλαδή κατάστασή σου και χωρίς να θορυβεί κανένα πάθος σου, να δεις νοερά αυτόν, που είναι αθέατος σε όλους, να σου γνωρίζει εναργέστερα τον εαυτόν του και να σου ευαγγελίζεται τη σωτηρία». Ο πνευματικός αγώνας και η άσκηση ευαισθητοποιούν την ψυχή του πιστού, ώστε να νιώθει πάνω του το άγγιγμα του Θεού σαν τρυφερό χάδι. Σε μια καρδιά ειρηνική, απαλλαγμένη από πάθη, και σε μια σκέψη καθαρή, φωτισμένη από την αλήθεια του Χριστού, ο Κύριος έρχεται και φανερώνεται γλυκύς και πράος μέσα από τις θύρες, που ανοίγει η Εκκλησία για τα μέλη της. Η χάρη των μυστηρίων, η προσευχή και ο λόγος του Θεού γίνονται ο χρόνος και ο τόπος, όπου ο Κύριος κλείνει και για μας συνάντηση μαζί του. Κι άλλοτε περνά σαν άνεμος σφοδρός, που διαλύει τα βουνά των παθών και συντρίβει τις πέτρινες καρδιές και από το φόβο καθηλώνει και νεκρώνει τη σάρκα. Άλλοτε περνά σαν σεισμός ή σαν σκίρτημα χαράς μέσα στα σπλάγχνα μας, όπως μαρτυρούν οι άγιοι πατέρες. Κι άλλοτε, στα γυμνασμένα με την αρετή πνεύματα, περνά σαν απαλή αύρα. Έτσι, ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής γράφει ότι ο λόγος της αγίας Γραφής για το διορατικώτερο νου, αυτόν που έχει νικήσει τη φύση και μπορεί να πιάσει τα μηνύματα του Θεού, είναι σαν να ξεντύνεται το σχήμα των ανθρωπίνων λέξεων και να απηχεί τα νοήματά του με φωνή αύρας λεπτής. Και ο άγιος Μακάριος πάλι ερμηνεύοντας το χωρίο λέει ότι ο Κύριος φανερώνει την παρουσία του «εν ειρήνη και ησυχία» και αναπαύεται στην προσευχή, που γίνεται με ειρήνη και κατάνυξη, όχι στην προσευχή που γίνεται με φωνές και ταραχή· «το μέρος τούτο ιδιωτών εστι», είναι γνώρισμα αρχαρίων, σημειώνει. Είναι γεγονός ότι όσοι αγαπούν θερμά τον Κύριο συγκινούνται περισσότερο από τα ελέη και τις ευλογίες του παρά από την οργή του. Αλλά κι ο ίδιος ο Θεός προτιμά να μας κάνει γνωστό τον εαυτό του δείχνοντάς μας την αγάπη του παρά χτυπώντας μας με τη δύναμή του. Εκείνη η συνάντησή του με τον Ηλία ήταν ένας έλεγχος, για τη βιαιότητα του προφήτη. Ο Θεός ήθελε να του πει και να μας διδάξει ότι δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά τη σωτηρία του. Αν και πολλές φορές τα σημεία της αποτομίας του για την αμαρτία του λαού είναι αναγκαία, εν τούτοις το πραγματικό έργο του Θεού μέσα στον κόσμο δεν εκτελείται με τέτοια μέσα. Το συγκλονιστικώτερο γεγονός του κόσμου, η γέννηση του Χριστού, που σήμανε την σωτηρία μας, έγινε με τον πιο αθόρυβο και ταπεινό τρόπο, μέσα σε μια φάτνη ενός χωριού. Όπως φυσά μαλακά η αύρα, έτσι ήλθε ο Κύριος ανάμεσά μας, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι τα λόγια εκείνα στον προφήτη Ηλία ήταν μια προφητεία για την ενανθρώπηση του Θεού. Αργότερα οι μαθητές του Χριστού είδαν τον Ηλία πάνω στο όρος της Μεταμορφώσεως να συζητά με τον Κύριο για την έξοδό του «εκ του κόσμου τούτου», που θα γινόταν πάλι ταπεινά κι αδύναμα, αλλά που αυτή θα μεταμόρφωνε την καρδιά του ανθρώπου. Ο Θεός άλλη μια φορά, για να μας μιλήσει και να μας πείσει, δεν άλλαξε τους βροντερούς ήχους της δυνάμεώς του, αλλά τους γλυκείς ψιθύρους της αγάπης του, που τον έφερε μέχρι το σταυρό.

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2015

Πρεσβύτερος Ευστάθιος Κολλάς : Aδελφοί· «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι… αγιάσατε πόλεμον… ότι αι ημέραι πονηραί εισί» (Αγία Γραφή)

Έξω και πέρα, παντελώς ξένες προς τις αρχές, το έργο και τις Παραδόσεις του Θεόσδοτου Συνοδικού Συστήματος διοίκησης της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι οι «Διαθρησκευτικές Συνάξεις, Συνδιασκέψεις, Συναντήσεις, Διεθνή Συνέδρια». Είναι επικίνδυνα δαιμονικά εφευρήματα, που καλλιεργούνται και καθοδηγούνται από τον διεθνή Μασονικό Οικουμενισμό και δυστυχώς πλασάρονται, με ύπουλους και καταχθόνιους τρόπους και μέσα στους κόλπους της Ορθοδοξίας μας, από ανάξιους της αποστολής τους υψηλόβαθμους εκπροσώπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας.