Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

ΝΕΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ «ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΙΡΕΣΙΣ» του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Στο γνωστό περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Παρακαταθήκη», στο τεύχος Μαϊου – Ιουνίου 2007, δημοσιεύθηκε άρθρο του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους π. Γεωργίου Καψάνη, με τίτλο: Ανησυχία για την προετοιμαζομένη από το Βατικανό ένωσι Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών!                                                                                                                                

Ο π. Γεώργιος έχει μέχρι σήμερα συμβάλει πληθωρικώς, με τα αντιαιρετικά θεολογικά του κείμενα, για την εκτενή πληροφόρηση του πληρώματος της Εκκλησίας, για τις θεολογικές – δογματικές αποκλίσεις των ετεροδόξων από την θεολογική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γνωρίζει βέβαια άριστα τους Ιερείς Κανόνες της Εκκλησίας, καθώς και τις θέσεις των Οικουμενικών Συνόδων απέναντι στις ποικίλες ετεροδιδασκαλίες των διαφόρων αιρετικών. Είναι ένας έγκριτος χειριστής της Θεολογικής και πατερικής γλώσσης της Εκκλησίας!                 Εντούτοις, στις πρώτες μόλις γραμμές του πιο πάνω άρθρου του, παρουσιάζεται σαν να αγνοεί ή να θέλει να αγνοεί, τι σημαίνει ακριβώς αίρεση! Πως και πότε στοιχειοθετείται η έννοια της αιρέσεως, δεδομένου ότι μεταγλωττίζει αυθαιρέτως τις αιρετικές δραστηριότητες «Ορθοδόξων ταγών και οικουμενιστών, σε φιλικές εκδηλώσεις και φιλοφρονήσεις», προς τον Πάπα Ρώμης! 
                                                       
Γράφει: "Οι φιλικές εκδηλώσεις και φιλοφρονήσεις Ορθοδόξων ταγών και οικουμενιστών προς τον Πάπα Ρώμης δεν θα ενέπνεαν σοβαρές ανησυχίες σε μεγάλο αριθμό συνειδητών Ορθοδόξων, εάν συνωδεύοντο από κάποιες ενδείξεις αλλαγής στη γραμμή του Βατικανού..."!                                                                                             
Με τη γενίκευση αυτή, του χαρακτηρισμού των αιρετικών δραστηριοτήτων ταγών της Εκκλησίας ως φιλικών εκδηλώσεων και φιλοφρονήσεων προς το πρόσωπο του Πάπα Ρώμης, κατά τον π. Γεώργιο, ό,τι έγινε στο Φανάρι το Νοέμβριο του 2006, ήταν απλώς μια φιλική εκδήλωση φιλοφροσύνης του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου προς τον Πάπα Ρώμης Βενέδικτο 16ο! Δεν συνέβη τίποτε, εις βάρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας!  Δεν παρέβη ο Πατριάρχης κάποιους Ιερούς Κανόνες ούτε έγινς συλλειτουργία και αιρετική σύμπραξη Πατριάρχου και Πάπα! Η συνάντηση του Πατριάρχου και του Πάπα ήταν μια ευκαιρία εκδηλώσεως αμοιβαίας φιλοφροσύνης!                                                                                                                 
Ως σημαντικός εκπρόσωπος, ο π. Γεώργιος, της αγιορείτικης Πολιτείας, δίνει και πάλι το στίγμα της νοθείας της ηγουμενικής αγιορείτικης συνειδήσεως με την αποστασιοποίησή του από την αλήθεια της Ορθοδοξίας. Την αίρεση τη μεταλλάσσει σε προσωπείο κοσμικής συμπεριφοράς! Δεν βλέπει πουθενά αίρεση. Βλέπει μόνο ανθρώπινες σχέσεις στο επίπεδο και το νόημα μιας κοινωνικής συμπεριφοράς!                                                                                          
Έτσι υπάρχει σήμερα ένα αγιορείτικο κείμενο, έγκριτου Καθηγουμένου αγιορείτικης Ιεράς Μονής, το οποίο αποσιωπά την αίρεση και την εξαγνίζει με το προσωπείο της φιλικής εκδηλώσεως και της φιλοφροσύνης.                                                             
Ο σοφός θεολόγος π. Γεώργιος βλέπει τις αιρετικές δραστηριότητες ως φιλικές αγαθές σχέσεις. Με την οπτική του αυτή σύλληψη προστατεύει την αίρεση, δίνοντας την εντύπωση ότι εθελοτυφλοί, εφόσον ήδη με την πληθώρα των αντιαιρετικών θεολογικών του κειμένων αυτοβεβαιώνεται ως έμπειρος γνώστης του μεγάλου προβλήματος των αιρέσεων στο χώρο της ζωής της Εκκλησίας.                       
Για ποιο λόγο, όμως, εθελοτυφλοί; Η αποσιώπηση και προστασία της αιρέσεως τι του προσφέρουν; Ποιόν εξυπηρετεί;                                                                                              
Πάντως με τη στάση του αυτή, απέναντι στις αιρετικές δραστηριότητες ταγών της Εκκλησίας, ο π. Γεώργιος έκανε μια κρίσιμη επιλογή και για τον ίδιο και για την Ορθοδοξία της Εκκλησίας, διότι με την προστασία αυτών των δραστηριοτήτων, αρνείται την αλήθεια της Ορθοδοξίας και δείχνει να περνάει, θέλοντας και μη, στην αντίπερα όχθη της Ορθοδοξίας, στο στρατόπεδο των εχθρών της!                                            
Αφήνει ακάλυπτη την Ορθοδοξία από τον θεολογικό – ομολογιακό του δυναμισμό, αυτόν που τουλάχιστον τα κείμενά του απεκάλυπταν μέχρι σήμερα. Τα κείμενά του αυτά μοιάζουν σήμερα, ύστερα από τη νέα ερμηνεία που δίνει ο π. Γεώργιος, σαν μία θεολογική φλυαρία χωρίς δυναμικό ομολογιακό αντίκρυσμα! Δίνουν την εντύπωση ότι ο π. Γεώργιος αναιρεί το θεολόγο εαυτό του, όταν καταλύει ό,τι οικοδόμησε, ως αντιαιρετική συνείδηση, στο πνεύμα των συνειδητών χριστιανών. Σ΄ αυτό συμφωνεί και ο Απόστολος Παύλος: «Ει γαρ α κατέλυσα, ταύτα πάλιν οικοδομώ, παραβάτην εμαυτόν συνίστημι» (Γαλ. 2: 18).  Κρίμα…! 

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Σχόλιο της "Πατερικής Παράδοσης" :


Γράφει (ὁ π. Διονύσιος) γιὰ ὅσους ὑποδέχονται τὸν Βαρθολομαῖο στὶς ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα  ἐπισκέψεις του:
 «Αὐτό εἶναι τό σχέδιο τοῦ Πατριάρχη καί ἐντυπωσιάζει, ἄν δέν προκαλεῖ κιόλας, ἡ ἐπιπολαιότητα τῶν μητροπολιτῶν νά προσκαλοῦν τόν κ. Βαρθολομαῖο καί νά συνεργοῦν στό σχέδιό του. Δέν ἀνησυχοῦν ὅτι γίνονται καί αὐτοί συνένοχοι μέ τό νά συμπλέουν στήν ἴδια βάρκα μέ τόν πρωτεργάτη τοῦ ὀλέθριου οἰκουμενισμοῦ».
Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία γνωρίζει ὁ π. Διονύσιος. Ἄρα γνωρίζει ὅτι ἐκκλησιολογικά, μεγαλύτερη εὐθύνη φέρουν ἐκεῖνοι ποὺ μνημονεύουν τὸν αἱρεσιάρχη Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ἀφοῦ ἡ μνημόνευση δὲν συνιστᾶ «ἐθιμοτυπικὴ» πράξη, ἀλλὰ λειτουργική! Καὶ δυστυχῶς, ὁ μητροπολίτης του, Κονίτσης Ἀνδρέας μνημονεύει τὸν Βαρθολομαῖο (καὶ ὁ π. Διονύσιος  μνημονεύει τὸν Μητροπολίτη του)! Καὶ φυσικά, ὁ Κονίτσης μνημονεύει καὶ κοινωνεῖ ἐγκαρδίως μεθ' ὅλων ἐκείνων ποὺ προσκαλοῦν καὶ ὑποδέχονται τὸν αἱρεσιάρχη Πατριάρχη!
Δὲν ἀνησυχεῖ, λοιπόν, ὁ π. Διονύσιος ὅτι γίνεται συνένοχος γιὰ τὴν ἐξάπλωση τῆς σατανοκίνητης παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ; Ὅτι συντελεῖ κι αὐτὸς νὰ παραμένουν δεμένοι στὸ ἅρμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πολλοὶ Χριστιανοί;
Καὶ πάλι δυστυχῶς, ποὺ οἱ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς ἔχουν «ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ»  διαγράψει  τὴν ἁγιοπατερικὴ διαγνώμη καὶ διδασκαλία, ἡ ὁποία λέγει: «Ὁ κοινωνῶν ἀκοινωνήτω ἀκοινώνητος ἔσται»!

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Ὀλεθρία παραπλάνησις

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση


ΜΕΤΑ τό οἰκουμενιστικό θέατρο στό Φανάρι, ὅπου ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ὑποδέχτηκε καί συλλειτούργησε μέ τόν Πάπα Φραγκίσκο, γιά νά «λαμπρυνθεῖ» μέ τόν καλύτερο τρόπο ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, ἱδρυτῆ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ κ. Βαρθολομαῖος συνεχίζει τήν πλάγια ὁδό τῆς παραπλάνησης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, πώς τάχα οἱ παπικοί καί οἱ προτεστάντες εἶναι ἀγαπημένοι ἀδελφοί, ἀποτελοῦν μέρη τῆς διαιρεμένης Ἐκκλησίας καί ἡ ἡμέρα τῆς ἕνωσης εἶναι πολύ κοντά. Αὐτά βέβαια δέν τά ὑποστηρίζει δημοσίως ἐντός τῆς Ἑλλάδος, γιατί θά προκαλοῦσε τρικυμία, προετοιμάζει ὅμως τό ἔδαφος καί διαμορφώνει τό κατάλληλο κλῖμα μέ τίς συχνές του ἐπισκέψεις σέ διάφορες μητροπόλεις, ὅπου προβάλλεται ὁ ἴδιος -ἐκμεταλλευόμενος καί τήν ἀγάπη τοῦ λαοῦ πρός τήν Κωνσταντινούπολη καί τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο- καί δημιουργεῖται μιά ἐμπιστοσύνη στά ὅσα οἰκουμενιστικά διαπράττει. Εἶναι φυσικό, ὅταν ὑποδέχεσαι ἕνα πρόσωπο μέ λαμπρότητα καί ἐντυπωσιακές φιέστες, νά ἀποδέχεσαι καί τίς δραστηριότητές του καί νά μειώνονται οἱ ὅποιες ἐνστάσεις καί διαφωνίες. Μέ δεδομένη δέ καί τήν ἀδιαφορία τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων ἀπέναντι στά θέματα τῆς πίστης, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης μεθοδεύει τήν ἀνώδυνη ἀποδοχή τῶν οἰκουμενιστικῶν του μηνυμάτων σήμερα καί τήν ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν» αὔριο. Αὐτό εἶναι τό σχέδιο τοῦ Πατριάρχη καί ἐντυπωσιάζει, ἄν δέν προκαλεῖ κιόλας, ἡ ἐπιπολαιότητα τῶν μητροπολιτῶν νά προσκαλοῦν τόν κ. Βαρθολομαῖο καί νά συνεργοῦν στό σχέδιό του. Δέν ἀνησυχοῦν ὅτι γίνονται καί αὐτοί συνένοχοι μέ τό νά συμπλέουν στήν ἴδια βάρκα μέ τόν πρωτεργάτη τοῦ ὀλέθριου οἰκουμενισμοῦ. Ὁ μεγάλος ἐπισκέπτης πάντα ἔχει καί μεγάλα σχέδια. Δέν κινεῖται ἀπό ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον πρός τόν ὀρθόδοξο λαό, γιατί ἄν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δέν θά δεχόταν νά μένει σέ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα, ἀλλά καί νά δέχεται τιμητικές διακρίσεις, ὅπως ἀναγορεύσεις σέ ἐπίτιμο δημότη, σέ ἐπίτιμο διδάκτορα. Θά αἰσθανόταν ἀκόμα ἀλλεργία ἀπό τούς ὕμνους γιά τήν οἰκολογική του εὐαισθησία καί γιά πολλά ἄλλα δευτερεύοντα καί ἀσήμαντα, πού σκαρφίζονται οἱ κοσμικοί γιά τούς δικούς τους λόγους, ὄντας οἱ ἴδιοι παντελῶς ἄσχετοι μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνησυχία τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τίς οἰκουμενιστικές δραστηριότητες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη εἶναι πολύ μεγάλη καί ἡ πικρία δύσκολα συγκρατεῖται. Εἶναι βέβαιο ὅτι γρήγορα θά ἐκδηλωθεῖ μέ δυναμικό τρόπο καί δυσάρεστα ἀποτελέσματα. Ὁ λαός ἀνησυχεῖ ἐπίσης καί ἀπό τίς ἐπιλογές τῶν φιλόδοξων μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τόν οἰκουμενισμό, γιατί θέλουν νά προβάλλονται, ἐνῶ ἄν εἶχαν τόν ἀναγκαῖο πνευματικό ἐξοπλισμό, θά ἦταν ἀπρόθυμοι καί ἀρνητικοί σέ φιέστες καί ἀνίερες ἐκδηλώσεις, πού συχνά μειώνουν τήν Ὀρθοδοξία, ἰδιαίτερα ὅταν εἶναι ἐνταγμένες στά σχέδια τῆς παναίρεσης τοῦ σατανοκίνητου οἰκουμενισμοῦ.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

«πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής»

Λέγουν μερικοί, ότι η Εκκλησία ποτέ δεν θα εκλείψει, γιατί ο Κύριος είπε στον Πέτρο, ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». 
Τι εννοεί με τα λόγια Του αυτά ο Κύριος;
 
Εννοεί ότι αυτό που συνέβη με την Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης, που τα μέλη της, οι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης, όταν πέθαιναν, αιχμαλωτίζονταν προσωρινά από τον διάβολο στο βασίλειό του στον Άδη, δεν θα ξανασυμβεί! Όλους τους κρατουμένους αγίους στον Άδη, τους απελευθέρωσε ο Κύριος, κατά την κάθοδο Του σ΄ αυτόν, μετά το σταυρικό Του θάνατο!
 
Αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Δεν πρόκειται δηλ. η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, που θα ίδρυε ο Κύριος κατά την Πεντηκοστή, να ξανααιχμαλωτισθεί από τον διάβολο στον Άδη!
 

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

«Μείνον μεθ΄ ημών!» (Λουκ. 24: 29) --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Μία γραφική σκηνή
Κλασικός ο πίνακας αποτυπώνει εικαστικά την ειδυλλιακή περιγραφή, που μας χάρισε η γλαφυρή πένα του ευαγγελιστή Λουκά, όπως τη ζωντανεύει μέσα στο λειτουργικό κύκλο το ε΄ εωθινό ευαγγέλιο: Μία μοναδική πορεία μέσα στο καταπράσινο ανοιξιάτικο τοπίο. Οι δύο μαθητές περπατούν σκυθρωποί, θλιμμένοι, ενώ τους πλησιάζει ο Συνοδοιπόρος. Το βήμα των μαθητών βαρύ, αποκαμωμένο. Βαρύτερη η καρδιά τους, απελπισμένη. Βαθύς ο στεναγμός φουσκώνει τα στήθη τους. Παράπονο πικρό ανεβαίνει στα χείλη τους και γίνεται πένθιμος διάλογος.

Δύο από τους εβδομήκοντα
Είναι από εκείνους τους εβδομήκοντα, που γνώρισαν από κοντά τον μεγάλο Διδάσκαλο. Σαγηνεύθηκαν από την ευσπλαγχνία του. Ευεργετήθηκαν από την αγάπη του. Έγιναν μάρτυρες πολλών και θαυμαστών σημείων, τα οποία Εκείνος επιτέλεσε. Είδαν να εκπληρώνονται στο πρόσωπό του οι αρχαίες προφητείες. Πολλά, πειστικά και αναντίρρητα τεκμήρια τους βεβαίωσαν ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας. Γι΄ αυτό τον αγάπησαν αληθινά, τον πίστεψαν και ήλπισαν ότι αυτός θα φέρει τη λύτρωση στο Ισραήλ. Ήρθαν, όμως, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, για να πνίξουν την πίστη τους, να ξεριζώσουν από την καρδιά τους την ελπίδα, να τσακίσουν το φρόνημα, ν΄ αναστατώσουν την ψυχή τους.

Αμφιβολία και φόβος
Το σκάνδαλο ήταν, πράγματι, μεγάλο: Ο αναμάρτητος Ιησούς υψώθηκε σαν κακούργος πάνω στο ατιμωτικό ξύλο του σταυρού. Και είναι ήδη η Τρίτη ημέρα που η βαρειά ταφόπετρα τον έκρυψε από τα μάτια τους. Τώρα πια έπαυσαν να πιστεύουν. Δεν μπορούν πλέον να ελπίζουν. Δεν απέκαμαν, όμως, να αγαπούν τον Διδάσκαλο. Σκιάζει, ωστόσο, την αγάπη τους το νέφος της αμφιβολίας. Γι΄ αυτό αδυνατούν να αξιολογήσουν την είδηση που τους έφεραν με το χάραμα οι μυροφόρες και επιβεβαίωσαν οι δύο μαθητές, ο Πέτρος και ο Ιωάννης: ο τάφος είναι άδειος! Δεν τους συγκινεί ούτε και του αγγέλου η διαβεβαίωση, που δείχνοντας το «κενόν μνημείον» είπε στις γυναίκες ότι ο Κύριος «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε»! (Μαρκ. 16: 6). Είναι, πράγματι, παράξενα όλα αυτά, αλλά καμμία υποψία ανάστασης δεν γεννούν στο μυαλό τους. Μιλούσαν, βέβαια, οι προφητείες για «παθήματα», τα οποία θα ακολουθήσει «η δόξα», αλλά η δική τους σκέψη συνέδεε τα παθήματα με τον ταλαίπωρο λαό και διψούσε για εγκόσμιες δόξες. Πώς να συλλάβει η γήϊνη σκέψη τους «τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας» (Α΄ Πέτρ. 1: 11); Πώς να αισθανθεί ότι δια του σταυρού έρχεται η χαρά στον κόσμο; Η δική τους προσδοκία επιμένει να ζητά έναν Μεσσία ενδοκοσμικό, που θα ανέσταινε τη βασιλεία του Δαβίδ. Κι ο φρικτός θάνατος του Διδασκάλου, τον οποίο αυτοί πίστεψαν ως Μεσσία, εξανέμισε κάθε τέτοια προοπτική. Φοβισμένοι κι εναγώνιοι για το δικό τους μέλλον μιμούνται τον ένα από τους ένδεκα, τον Θωμά: Εγκαταλείπουν τα Ιεροσόλυμα. Σίγουρα θα ΄ναι πιο ασφαλείς μακριά από την πόλη όπου τόσα θλιβερά συνέβησαν τις τελευταίες μέρες.

Ένας απρόσμενος Συνοδοιπόρος
Φορτωμένοι πόνο και παράπονο πορεύονται προς Εμμαούς. Η αθυμία τους κατακλύζει. Η ανάμνηση των γεγονότων της Ιερουσαλήμ τροφοδοτεί τη συζήτηση και συνεπαίρνει τη σκέψη τους. Ούτε μπορούν να καταλάβουν πως τους πλησίασε ο Συνοδοιπόρος, αυτός ο Ξένος κι Άγνωστος που μπήκε διακριτικά στη συντροφιά τους. Είναι ο Διδάσκαλος, αλλά «εν ετέρα μορφή» (Μάρκ. 16: 12), γι΄ αυτό δεν τον αντιλαμβάνονται. Έχει το ίδιο εκείνο σώμα με το οποίο τον γνώρισαν, το σώμα που προσέλαβε κατά την ενανθρώπηση από την Παρθἐνο Μητέρα του και που φέρει τους πρόσφατους «τύπους των ήλων». Δεν τον αναγνωρίζουν, όμως, διότι «οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο» (Λουκ. 24: 16). Το σώμα του αναστημένου Ιησού γίνεται προσιτό στα ανθρώπινα μάτια μόνο όταν και όσο θέλει. Ωστόσο, από την ώρα που τους πλησίασε ο άγνωστος Συνοδοιπόρος, νιώθουν ένα ξαλάφρωμα στην ψυχή οι δύο συμμαθητές. Τους γλύκανε τη συντροφιά η φωτεινή παρουσία του. Τους άνοιξε την πικραμένη καρδιά το ενδιαφέρον του για το πρόβλημά τους. Τον είχε, σχεδόν, αποπάρει ο Κλεόπας, όταν τους ρώτησε ποιο είναι το θέμα τους. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;»(στ: 18). Νόμιζαν ότι αγνοεί τα δραματικά γεγονότα της Ιερουσαλήμ. Αυτός, που ήταν ο πρωταγωνιστής των γεγονότων. Κι εκείνος απλά αλλά τόσο αυθεντικά έπιασε να τους εξηγεί τις Γραφές. Ω, πως ανέστησε μέσα τους τη νεκρή ελπίδα αυτή η εξήγηση! Η διδαχή του Ξένου λειώνει τον πάγο της απόγνωσης. Θερμαίνει την κρύα, δίχως πίστη καρδιά. Προβάλλει ενώπιόν τους μια καινούργια πραγματικότητα. Υποβάλλει στην ψυχή τους σκιρτήματα ελπίδας. Επιβάλλει στη σκέψη τους μία άλλη θεώρηση. Είναι, πράγματι, «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» που δεν βλέπουν την εκπλήρωση των προφητειών στην ιστορία του Διδασκάλου, και σ΄ αυτόν ακόμη τον φρικτό θάνατό του, ο οποίος – όπως προλέγουν οι Γραφές – φωτίζεται από το φως της Ανάστασης.

Είναι ο Ιησούς—Εμμανουήλ!
Έφθασαν ήδη στον προορισμό τους κι ο οικείος τους πλέον Ξένος δείχνει πως δεν θα τους ακολοθήσει, αλλά θα συνεχίσει μόνος του την πορεία. Όχι, δεν θα τον αφήσουν ν΄ απομακρυνθεί από κοντά τους! Νιώθουν αναγκαία την παρουσία του, καθώς κλείνει προς το εσπέρας η ημέρα και θ΄ απλωθούν σε λίγο της νύχτας οι σκιές. «Μείνον μεθ΄ ημών»! Άθελα κι ανεπίγνωστα απαγγέλλουν το όνομά του. Ναι, Αυτός, που με την παρουσία και το λόγο του λύτρωσε τις καρδιές τους από το βάρος και την οδύνη, ο Ιησούς, είναι ο «μεθ΄ ημών Θεός», ο Εμμανουήλ. Το επιβεβαίωσε η αναστροφή μαζί του, όταν στο σπίτι όπου «εισήλθε του μείναι συν αυτοίς» (στ. 29) τον είδαν, όπως παλιά, να ευλογεί και να μοιράζει το ψωμί. Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια τους κι είδαν πως δεν ξένος αυτός. Ήταν η ίδια, η ζωντανή Ελπίδα, ο αναστημένος Κύριος, που το πρωϊ έλειπε από το μνήμα κι αυτή τη στιγμή «εγένετο άφαντος απ΄ αυτών» (στ. 31). Ω, πως τους φτερώνει τα πόδια η πυρπολημένη από τον θείο λόγο καρδιά τους! Ανέγγιχτο μένει το τραπέζι, που τους έστρωσε ο Συνοδοιπόρος. Τους χόρτασε η χαρά της παρουσίας του Διδασκάλου. Τρέχοντας επιστρέφουν την Ιερουσαλήμ. Βρίσκουν τους «ένδεκα», δηλαδή τους δέκα μαθητές, διότι έλειπε ο Θωμάς (βλ. Ιωάν. 20, 24), και τους «συν αυτοίς», δηλαδή τη συντροφιά των εβδομήκοντα. Σ΄ όλους αναγγέλλουν ότι είδαν τον Κύριο, είναι γεγονός η Ανάσταση!

Και σήμερα, όπως τότε
Δυο χιλιάδες χρόνια μετά, οδοιπόροι της ζωής κι εμείς, βρισκόμαστε συχνά στην ψυχολογική κατάσταση των δύο συνοδοιπόρων προς Εμμαούς. Μας κυκλώνουν ποικίλοι πειρασμοί. Μας συνέχουν προβλήματα, μας λυγίζουν δυσκολίες. Όχι, δεν είμαστε άπιστοι. Δεχόμαστε τον Χριστό. Πιστεύουμε πως Αυτός είναι ο Λυτρωτής του κόσμου. Κι όμως, σαν βλέπουμε να θριαμβεύει γύρω μας το κακό, ν΄ αυθαδιάζει η ασέβεια, να κυριαρχούν τα πάθη, να παραγκωνίζεται το δίκαιο και να φιμώνεται η αλήθεια, πως σαλευόμαστε τότε! Σκυθρωπάζει η μορφή, διότι χλωμιάζει μέσα μας η πίστη. Ψυχραίνεται η αγάπη, «δια το πληθυνθήναι την ανομίαν». Μαραίνεται η ελπίδα. Σκέψεις ολιγοπιστίας κι αμφιβολίας μας ταράσσουν. Η απελπισία μας παραλύει. Ο σκεπτικισμός μας μελαγχολεί, μας κάνει σκυθρωπούς και δειλούς. Που είναι, λοιπόν, η νίκη της Ανάστασης; Τι κάνει για τον κόσμο, για μας, ο Χριστός; Κι όμως! Σ΄ αυτές τις σκληρές και δύσκολες ώρες δεν είμαστε μόνοι. Συνοδοιπορεί μαζί μας ο Αναστημένος. Εμείς νομίζουμε πως αγνοεί το δράμα της ζωής μας, ότι δεν ενδιαφέρεται. Αλλά Αυτός είναι τόσο κοντά και ξέρει τόσο καλά εμάς και τα δικά μας, αφού όλη η ιστορία μέσα στη θεϊκή του χούφτα ξετυλίγεται. Ακόμη κι όσα μας πονούν και μας προβληματίζουν, είναι συχνά το δικό του παρατεταμένο χτύπημα στην πόρτα της καρδιάς μας. Είναι η φωνή του «ιδού, έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Απ. 3: 20). Μη διστάσουμε να του ανοίξουμε. Μη δειλιάσουμε να επαναλάβουμε το αίτημα των δύο μαθητών: «Μείνον μεθ΄ ημών, Κύριε»! Για να μη μας σκοτίσει το νου η αμφιβολία του κόσμου. Μίλησε στην καρδιά μας, για να κατανοήσουμε τη θεία σου Γραφή. Στήριξέ μας στην πίστη, για να μη απελπισθούμε. Χάρισέ μας την αναστροφή μ΄ Εσένα, τη «ζώσα ελπίδα», μέσα στην Εκκλησία σου. Γίνε συνοδοιπόρος στης ζωής μας το στρατί, Κύριε, για να μαρτυρούμε στον κόσμο την Ανάσταση!




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

«ΧΡΙΣΤΩ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»

Ο άγιος  Απόστολος Παύλος έδωκε με σαφήνειαν όλον το πνευματικόν βάθος του Σταυρού του Κυρίου, όλην την σημασίαν του δια τον βίον των πιστών: «Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Τα λόγια αυτά του αγίου Αποστόλου ακτινοβολούν τον χριστοκεντρισμόν της αγιωτάτης του ψυχής. Σταυρωμένος με τον Χριστόν, συλλυτρωμένος με τον Χριστόν, συμπάσχων με τον Χριστόν και μη ζων την ιδικήν του ζωήν, αλλά την ζωήν του Χριστού. Και η ζωή του Χριστού, ως θυσία, ως αγάπη, ως έλεος, ως άκτιστος θεία ενέργεια, ενοικεί εις την ηγιασμένην ψυχήν του. Λέγει ένας μεγάλος θεολόγος, ότι «ο φιλών τον Χριστόν μεταμορφούται εις τον Χριστόν». Και ο ιερός Αυγουστίνος συμπληρώνει: «Επειδή η αγάπη μεταστοιχειοί τον φιλούντα εις το φιλούμενον», και συμπεραίνει: «Όθεν, ει φιλείς Θεόν, θεός έση, ει δε φιλείς διάβολον, διάβολος έση, ει δε σάρκα, σάρξ».
Ουδέν ηγαπήθη υπό αγίων ψυχών τόσον, όσον ο Σταυρός του Κυρίου. και καμμία επιθυμία αγίας ψυχής δεν υπήρξε τόσον έντονος, όσον η συσταύρωσις μετά του Χριστού. Διότι το πρώτον έργον του θείου έρωτος, κατά τον άγιον Νικόδημον τον Αγιορείτην, είναι «να ενώνη τον φιλούντα μετά του φιλουμένου». Ως λέγει και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «το όνομα του θείου έρωτος, δυνάμεώς εστιν ενοποιού και συνδετικής και διαφερόντως συγκριτικής εν τω καλώ και αγαθώ». Δεύτερον  έργον του θείου έρωτος είναι το «αμοιβαίον». Όπως ακριβώς συνέβη εις τον Απόστολον Παύλον, ο οποίος λέγει, καθώς ο Χριστός εσταυρώθη δι’ εμέ, ούτω και εγώ αμοιβαίως «Χριστώ συνεσταύρωμαι». Το δε τρίτον έργον του θείου έρωτος είναι «το να κάμνη τον φιλούμενον να φιλή τον φιλούντα και να εντυπώνη αυτόν εις όλα τα ορώμενα και νοούμενα». Και το τέταρτον έργον του θείου έρωτος είναι «να προξενή έκστασιν εις τους εραστάς». Δηλαδή οι ερασταί να μη ζουν την ιδικήν των ζωήν, αλλά την ζωήν των ερωμένων των, κατά τον θείον Διονύσιον. «έστι δε και εκστατικός ο θείος έρως, ουκ εών εαυτών είναι τους εραστάς, αλλά των ερωμένων». Αυτή λοιπόν η διπλή ζωή του Αποστόλου Παύλου, ή μάλλον η απλή «εν Χριστώ» ζωή, εις όλην την έντασίν της και εις όλας τας παραλλαγάς των θείων βιώσεών της, τον έκαμνε να μη αισθάνεται ούτε φόβους ούτε ηδονάς ούτε κόπους ούτε ανθρωπίνην δόξαν να επιθυμή ούτε να ζη εις την γην. Αντιθέτως, έχαιρε δι’ όλας τας καταδρομάς και τας θλίψεις του μέχρι σημείου, να καυχάται εις αυτάς και να αισθάνεται άρρητον αγαλλίασιν πάσχων δια τον Χριστόν και το μυστικόν σώμα του, την Εκκλησίαν. Διότι είχε μεταβληθή εις Χριστόν, εγένετο ένα μετά του Χριστού. Αυτό παρατηρούμεν και εις τα πλήθη των πιστών, που ετρώθησαν τω θείω έρωτι του Χριστού και εμαρτύρησαν χαίροντα δια την αγάπην του. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Χριστόν, έγραφεν ο άγιος Ιγνάτιος προς Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται», και όλα εκείνα τα ερωτικά, πορευόμενος προς το μαρτύριον. Από την αγάπην προς τον εσταυρωμένον Κύριον, έλεγεν ο θείος Απόστολος Ανδρέας μετά την καταδίκην του εις τον δια σταυρού θάνατον, «ω Σταυρέ, τον οποίον πάλαι επόθουν, ιδού τώρα απολαμβάνω την τελείωσιν του πόθου μου». Ο πανάγιος του Κυρίου Σταυρός εγένετο σύμβολον αγάπης και έρωτος προς τον επ’ αυτού καθηλωθέντα και το μέτρον της προς τον Ιησούν αφοσιώσεως. Εις την Ανατολικήν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, ο Σταυρός του Κυρίου δεν προσέλαβε, ως εις την δυτικήν Εκκλησίαν, την σημασίαν οργάνου δικανικής υφής. Δια τους Ανατολικούς Πατέρας και τους Δυτικούς ακόμη, μέχρι του Ανσέλμου Κανταβριγίας, ο Σταυρός του Σωτήρος δεν εδόθη εις ημάς προς ικανοποίησιν της δήθεν θιγομένης θείας Δικαιοσύνης δια των αμαρτιών μας, αλλ’ ως μέσον παιδαγωγίας και «σταυρώσεως των μελών των επί της γης». Ο Απόστολος Παύλος καυχάται εν τω Σταυρώ, κατά τον Κορέσσιον, «δια πίστεως και χάριτος, ενθυμούμενος την ευεργεσίαν και δικαίωσιν, όπου έλαβεν από τον Σταυρόν». Δια τούτο έλεγε και ο θείος Χρυσόστομος: «Δια του Σταυρού και το μέγεθος της αμαρτίας και το μέγεθος της θείας φιλανθρωπίας γνωρίζεται». Εις την πρακτικήν και πνευματικήν μας ζωήν, κατά τον Ομολογητήν άγιον Μάξιμον, «ο φόβος του Θεού, Σταυρός εστι και η μνήμη των άνω, και η κυριότης κατά των παθών, ήτοι του θυμού και της επιθυμίας, και η αλλοτρίωσις από της αγάπης των συγγενών και φίλων δια τον προς Θεόν έρωτα». Κατά μεν τον Αββάν Ησαϊαν, «Σταυρός κατάργησίς εστι πάσης αμαρτίας», κατά δε τον όσιον Μάρκον τον Ερημίτην, «πάσα αρετή Σταυρός εστιν». «Η πράξις του Σταυρού, λέγει ο θείος Ησυχαστής Ισαάκ, διπλή εστι, και τούτο προς το διπλούν της φύσεως… και η μεν, προς το υπομείναι τας θλίψεις της σαρκός… και καλείται πράξις. Η δε, εν τη λεπτή εργασία του νου και εν τη θεία ευρίσκεται αδολεσχία, έτι και εν τη διαμονή της προσευχής, και καλείται θεωρία, και η μεν πράξις, το παθητικόν μέρος της ψυχής καθαρίζει εν τη δυνάμει του ζήλου, η δ’ άλλη, την ενέργειαν της αγάπης της ψυχής».

Ας προσευχώμεθα, αδελφοί εν Χριστώ, ας προσευχώμεθα αδιαλείπτως, όπως καθαρθώμεν «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», δια να είπωμεν μετά του Αποστόλου Παύλου: «Χριστώ συνεσταύρωμαι. Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός, ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού, του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού». Ας αγωνιζώμεθα «τον καλόν αγώνα», δια να γίνωμεν άκτιστοι, «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού, ως λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κτιστός ην ο Παύλος μέχρις αν έζη την προστάγματι Θεού εξ ουκ όντων γεγονυίαν ζωήν, ότε δε μηκέτι ταύτην έζη, αλλά την ενοικήσει του Θεού προσγενομένην, άκτιστος γέγονε τη χάριτι, και πας ο ζώντα και ενεργούντα μόνον τον του Θεού λόγον κτησάμενος». Ας αγαπήσωμεν και ημείς τον Σταυρόν του Κυρίου, όπως ο θεοφόρος Ιγνάτιος, ο οποίος υπό του ιδίου έρωτος με τον Απόστολον Παύλον πυρπολούμενος, έγραφε προς Ρωμαίους, «…άρτον του Θεού θέλω, άρτον ουράνιον, άρτον ζωής… και πόμα θέλω το πόμα αυτού, ο εστιν αγάπη άφθαρτος και αέναος ζωή, ουκ έτι θέλω κατά άνθρωπον ζην. Χριστώ συνεσταύρωμαι, ζω δε ουκέτι εγώ, επειδή περ ζη εν εμοί Χριστός». Και ας ψάλλωμεν εν κατανύξει και πόθω, «Κύριε, όπλον κατά του διαβόλου, τον Σταυρόν σου ημίν δέδωκας, φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν…».