Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Τί λέγει ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴν ἀξιέπαινη ἀπείθεια

 σαφὴς ἐπισήμανση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτας (Γαλ. 1, 8.9), καὶ μάλιστα δύοφορὲς μὲ ἐπίταση («ὡς προειρήκαμενκαὶ ἄρτι πάλιν λέγω») νὰ μὴ δεχθοῦν καμμία καινοτομίατοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματοςἀκόμη κι ἂν προέρχεται ἀπὸ ἄγγελον ἐξ οὐρανοῦ  ἀπὸ τοὺς ἰδίουςτούς Ἀποστόλουςφανερὰ καταργεῖ κάθε ἔννοια «Πρωτείου» τῶν μεμονωμένων προσώπωνἔναντι τῆς Παραδόσεως μέσα στὴν Ἐκκλησία (ἀφοῦ οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μποροῦνὑστερογενῶς νὰ ἀλλάξουν τὸ Εὐαγγέλιόν τουςἐπειδὴ εἶναι «ἄνωθεν»), ἀλλὰ καὶ ἐπιπλέον ἀρκεῖἀπὸ μόνη της νὰ μᾶς καθοδηγήσει στὸ τί γίνεταιὅταν φαινόμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ κάνουμεὑπακοὴ ἐναντίον τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίαςἀπομακρύνουμε ὅποιον ἀλλοιώνει τὸ ἀρχαῖοεὐαγγελικὸ κήρυγμα («ἀνάθεμα ἔστω»).

Σχετικῶς μὲ ἕνα ἄλλο χωρίοτὸ «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. 13, 17) σημειώνουμε ἐδῶκαὶ τὸ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτο·  αἰτιολογία τῆς ὑπακοῆς στοὺς «ἡγουμένους», δηλτοὺς προεστῶτες,εἶναι ὅτι αὐτοὶ «ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν»·  ὑπακοὴ δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετηἌν,βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας διαπιστώνεται ὅτι αὐτοὶ ὀλιγωροῦνἀδιαφοροῦνγιὰ τὶςψυχὲς καὶ ἀμελοῦν γιὰ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ πρωτίστως τὴν αἵρεσητότε αἴρεται,καταργεῖται τὸ καθῆκον τῆς ὑπακοῆς σὲ αὐτούς.
Ὅπως ἔχει λεχθῆ σχετικῶς « Ἁγία Γραφὴ ἐν πρώτοις κάνει διάκριση μεταξὺ καλῶν καὶ κακῶνποιμένωνἀληθινῶν καὶ γνησίων ποιμένωνδιδασκάλωνπροφητῶν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ καὶψευδοποιμένωνψευδοδιδασκάλων καὶ ψευδοπροφητῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη [...] οἱ πιστοὶ ἔχουνεὐθύνη γιὰ τὸ ἂν θὰ ἀκολουθήσουν τοὺς κακοὺς ποιμένες, [...]  ὑπακοὴ δὲν εἶναι ἀδιάκριτη, ἀλλὰ διακριτικὴ». 

Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν: Τὸ ἀληθὲς νόημα τῶν χωρίων «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ «ἵνα ἓν ὦσι»

 Τὰ πασίγνωστα χωρία, δηλ. ἀπὸ τὰ «εἰρηνικὰ» τῶν ἱ. ἀκολουθιῶν «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»,ἐπιστρατεύθηκαν καὶ πάλι στὴν ὁμιλία τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου, γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν δῆθεν παραδοσιακότητα τοῦ ἀτέρμονος οἰκουμενικοῦ διαλόγου καὶ τὴν ἐγγενῆ στὴν Ἐκκλησία ἀνάγκη ἐπιδείξεως φιλενωτικοῦ πνεύματος. Σύμφωνα μὲ τὶς θεωρίες τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι διῃρημένη σὲ ἐπὶ μέρους «ἐκκλησίες» (ὄχι τοπικές, ἀλλ΄ ὁμολογιακές-δογματικές, βλ. τὸ κείμενο τοῦ PortoAlegre παρακάτω) καὶ χρῄζει ἑνώσεως· τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἰσχυρισμὸς πέραν πάσης σοβαρῆς, ἔστω βασικῆς, κατανοήσεως τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

Ἔχει ἐπισημανθῆ ὅτι τὸ λειτουργικὸ αἴτημα «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἀναφέρεται στὴν ἕνωση πάντων τῶν ἀνθρώπων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας  καὶ ὄχι στὴν ἕνωση Ἐκκλησιῶν διαφορετικοῦ δόγματος· ἄλλωστε ἡ φράση θὰ ἦταν «ὑπὲρ τῆς τῶν πασῶν [καὶ ὄχι “πάντων”] ἑνώσεως», ἂν ἀναφερόταν σὲ Ἐκκλησίες. Ἡ ὀρθόδοξη Πίστη παραδέχεται «ἀδιαίρετη διαίρεση»τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν οἱ ὁποῖες συναπαρτίζουν τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν, τὸ Σῶμα Χριστοῦ, χάρη στὴν ἑνότητα Πίστεως, Λατρείας καὶ Διοικήσεως. Λέγει χαρακτηριστικῶς ὁ Ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας: «[Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ], ἀφοῦ ἐφύτευσε σὰν κάποιο Παράδεισο τὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες, μᾶς συγκέντρωσε ὅλους σὲ αὐτὲς καὶ ἔφτιαξε μία Ἐκκλησία στὴν Πίστη καὶ στὸ φρόνημα». Ὅσες χριστιανικὲς Κοινότητες ἔχουν διάφορη Πίστη δὲν εἶναι Ἐκκλησίες, διότι ἡ ἀλλοίωση στὴν Πίστη συνεπάγεται αἵρεση καὶ ἀποκόπτει ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ παραβλάπτει τὴν ἑνότητά της, ὅπως ἀκριβῶς τὰ ξηρὰ ἀποχωριζόμενα κλήματα δὲν βλάπτουν τὴν Ἄμπελο, κατὰ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. «Ἡ ἑνότητα, κατὰ τὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὁμότιμο Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, ἀνήκει στὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ κοινωνίας. Ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία εἶναι «μόνον μία καὶ μοναδική», κατὰ τὸ ἱερὸ Σύμβολο. Ἡ ἐσωτερικὴ δὲ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται καὶ ἐξωτερικά, ὡς ἑνότητα στὴν Πίστη, τὴν Λατρεία, μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ ἴδια Μυ στήρια, ἀλλὰ καὶ στὴν διοίκηση, μὲ κέντρο τοὺς ἐπισκόπους. Εἶναι, λοιπόν, ἑνότητα δογματική, λειτουργικὴ καὶ διοικητικὴ/κανονική. Οἱ τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐκφράζουν τὴν «μυστικὴ» ἑνότητά τους στὸ ἕνα σῶματοῦ Χριστοῦ, μέσω τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου τους, ποὺ εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κάθε ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὶς θεμελιακὲς αὐτὲς προϋποθέσεις καὶ ἀναγκαιότητες γιὰ τὴν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἐπιφέρει σχισματικὲς καταστάσεις, μὲ τὴν ἀπόσχιση τῆς καινοτομίας καὶ πλάνης ἀπὸ τὸ ἕνα σῶμα. Διότι μένοντας πιστὸ στὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση τὸ σῶμα, καθʼ αὑτὸ δὲν σχίζεται, ἀλλὰ τὸ «σεσηπὸς ἐκκόπτεται» κατὰ τὴν χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
Ἀντιθέτως πρὸς τὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία ποὺ βλέπει τὴν Ἐκκλησία ὡς διηρημένη μετὰ τὸ σχίσμα τῆς Ρώμης τὸ 1054, τὸ ἔγκριτο συνοδικὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδοξίας μαρτυρεῖ τὴν πάντοτε ὑπάρχουσα ἀπαρτία καὶ ὁλοκληρία τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ τὰ σχίσματα τῶν αἱρετικῶν καὶ δὴ τῶν παπικῶν.
Λέγουν σχετικῶς οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, στὶς Ἀποκρίσεις πρὸς τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμό τους (1716/1725): «... πρὸ χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλεὶς καὶ εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καὶ καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείαςτοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καὶ ἀπεσχίσθη· καὶ νῦν ἐστιν οἷον διερρωγός τι τεμάχιον τοῦ ὅλου ἱστίου τῆς πνευματικῆς ὁλκάδος τῆς Ἐκκλησίας [...] Νῦν δὲ τὰ μὲν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατὰ χώραν συνημμένα τε καὶ συνεραμμένα, διʼ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καὶ ἀκυμάντως τὸ τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...] Οὕτως οὖν ἡ καθʼ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβὴς Ἐκκλησία ἐπὶ τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδὴ Πατριάρχαις, καὶ μένει ἀδιάσειστος καὶ ἀκλόνητος». Περὶ τοῦ αὐτοῦ ἐκκλησιολογικοῦ σημείου ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ὁὍσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λέγοντας χαρακτηριστικῶς· «Ἐπειδὴ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἔπειτα, μὲ πολλοὺς τρόπους πολλὲς αἱρέσεις προσέκρουσαν πάνω της καὶ ἄθεσμοι ρύποι ἀντίθετοι στοὺς Κανόνες, ὅπως καὶ τώρα, ἀλλὰ ἡ ἴδια [ἡ Ἐκκλησία] μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε ἔχει παραμείνει ἄσχιστη καὶ ἀδιαίρετη, καὶ θὰ διαμένει ἔτσι στὸν αἰῶνα, καθὼς θὰ ἀφαιροῦνται ἀπὸ αὐτὴν καὶ θὰ ἀποδιώκονται αὐτοὶ ποὺ ἐφρόνησαν καὶ ἔπραξαν κακά».
Ἡ τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου αἴτηση πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»ἐκπληρώνεται ἤδη ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, διότι τὸ αἴτημα τοῦτο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώνεται διὰ τῆς ταυτότητος τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως πάντων· δὲν ὑφίσταται λοιπὸν ἐκκρεμότητα ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλʼ ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπὸ τῶν ἑτεροδόξων ἀποδοχὴ τῆς μόνης ἀληθοῦς Πίστεως· ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο τοῦτο παρατηρεῖ: «Ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί, καὶ ἐγὼ ἐν σοί [...] Τί εἶναι, λοιπόν, τὸ “ Ἐν ἡμῖν”; Στὴν πίστη πρὸς ἐμᾶς. Ἐπειδὴ βέβαια τίποτε δὲν σκανδαλίζει ὅλους, ὅσο ἡ διάσπαση, αὐτὸ κατασκευάζει, ὥστε νὰ γίνουν ἕνα. Τί, λοιπόν; Τὸ κατόρθωσε αὐτό, λέγουν; Καὶ πάρα πολύ τὸ κατόρθωσε. Διότι ὅλοι ὅσοι πίστευσαν μέσῳ τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα, μολονότι κάποιοι ἀπὸ αὐ τοὺς ἀποσπάστηκαν [...] Εἴτε γιὰ τὰ σημεῖα, εἴτε γιὰ τὴν ὁμόνοια, εἴτε γιὰ τὴν εἰρήνη ὁμιλεῖ, φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ τοὺς τὰ ἔχει δώσει. Ἔτσι, ἦταν φανερὸ ὅτι [μόνο] γιὰ παρηγοριὰ δική τους γίνεται ἡ προσ ευχὴ αὐτή». Ἡ δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας, χάρη στοὺς Ἁγίους, δὲν εἶναι κάτι το ζητούμενον, ἀλλὰ κάτι τὸδεδομένον. Οἱ Ἅγιοι, οἱ θεούμενοι, ἔχουν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα τῆς δογματικῆς Πίστεως, χάρη στὴ θεωτική, ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ δὲ ὑπό λοιποι πιστοὶ κατέχουν ἀλαθήτως τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τῆς ὑπακοῆς στοὺς Ἁγίους Πατέρες, «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι». Ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη, τὴν δογματικὴ ὁμοφωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πίστη ὡς ἀρετή, ὡς πεποίθηση στὸ Θεό, ποικίλλει μεταξὺ τῶν πιστῶν, ἀκόμα καὶ τῶν Ἁγίων, κατὰ τὰ μέτρα τῆς προόδου ἑκάστου. Χάρη στὸ γεγονὸς αὐτό, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ δογματικὴ ἑνότητα εἶναι κάτι δεδομένον καὶ ὄχι ζητούμενον, ἡ Ἐκκλησία δὲν εὔχεται ὑπὲρ τῆς θεραπείας μιᾶς ἀνυπάρκτου διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλʼ εὔχεται ὑπὲρ ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ὅπως εἶναι μαρτυρημένο στὰ λειτουργικὰ κείμενά της. Ἀντιθέτως ἡ πρακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι προφάσει τῆς φράσεως αὐτῆς νὰ προβοῦν σὲ συγκόλληση ἑτεροπίστων ὁμολογιῶν. Τὴν παραπλανητικὴ αὐτὴ τακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν στιγματίζει καὶ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει χαρακτηριστικά:
«Μερικοὶ θεολόγοι ἑρμηνεύουν τὴ φράση τοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 21), ποὺ εἶναι τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς Του, μὲ τὸ ὅτι δῆθεν ἀναφέρεται στὴν μελλτικὴ ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τὴν χρησιμοποιοῦν κατὰ κόρον, γιὰ νὰ δηλώσουν ὅτι ὁ Χριστὸς προανήγγειλε ὅτι ὅλες οἱ χριστιανικὲς ὁμολογίες θὰ ἀποκτήσουν στὸ μέλλον ἑνότητα μεταξύ τους καὶ θὰ ἀποτελέσουν τὴ “μία” ἐκκλησία, ὑπονοώντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία τώρα εἶναι διασπασμένη. Ἡ ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς φράσεως εἶναι διαφορετική. Τὸ “ἵνα πάντες ἓν ὦσι”, ἐὰν διαβάσει κανεὶς πολὺ προσεκτικὰ ὅλο τὸ κείμενο τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, θὰ δεῖ ὅτι συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ ἄλλες φράσεις, ὅπως “καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 21) καὶ τὴ φράση “ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἓν” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 23) καὶ ἐπίσης τὴν ἄλλη φράση “ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν ἔδωκάς μοι” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 24). Καὶ σαφῶς, ἐδῶ, ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται στὴν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων κατὰ θεωρίαν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τὴν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ ἔγινε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, γιατὶ ἀκριβῶς τότε οἱ Ἀπόστολοι ἀπέκτησαν καὶ ἑνότητα οὐσιαστικὴ μεταξύ τους. Ἑπομένως ὅσοι ἐκ τῶν Ἁγίων μέσα στὴν ἱστορία φθάνουν στὴ θέωση καὶ στὴ θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀποκτοῦν ἑνότητα μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτοὺς καὶ ἐφαρμόζεται τὸ χωρίο αὐτό, τοῦ Χριστοῦ, “ἵνα ὦσιν ἕν”».
Κι ὅμως ἡ ἐσφαλμένη ἐκκλησιολογικὴ τοποθέτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου φαίνεται καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι παρὰ τὴν ὡς ἄνω διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκεῖνος στὴν ἴδια του τὴν ὁμιλία, ἀνεφέρθη στὴν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» συμπεριλαμβάνοντας τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ (βλ. καὶ παρακάτω στὰ περὶ Porto Alegre).  

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Στέργιος Σάκκος : εἶναι γεγονός ὅτι ἡ πνευματική ἐλευθερία ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἀπόκτηση καί τήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας.

Ἀκούω ἤδη, φίλε ἀναγνώστη, τήν ἔνστασή σου: «Μά ποιά σχέση ἔχει ἡ ἐθνική μας κατάσταση μέ τά πνευματικά»; Μή βιάζεσαι νά χαμογελάσεις εἰρωνικά καί νά προσπεράσεις τήν σελίδα ἀδιάφορα.


Σκέψου, σέ παρακαλῶ, ὑπάρχει τάχα σοβαρός ἄνθρωπος πού δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ σύγχρονη ἑλληνική κοινωνία ἔχει ἐπικίνδυνα διαβρωθεῖ καί ἀλλοιωθεῖ ἠθικά και πνευματικά; Νομίζω ὅτι κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες οἱ Νεοέλληνες ἐλεύθεροι -δόξα τῷ Θεῷ- ἐθνικά, σάν νά μεθύσαμε ἀπό αὐτή τήν ἐλευθερία καί κραιπαλούσαμε ἀσύδοτα κι ἀσχημονούσαμε ἀσύστολα πληγώνοντας θανάσιμα μέ τά ἴδια μας τά χέρια τήν πνευματική μας ἐλευθερία καί στραγγαλίζοντας μαζοχιστικά τήν ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας. ῎Ισως ἐπειδή χωρίς δικό μας κόπο βρεθήκαμε κάτοχοι πολύτιμης πνευματικῆς κληρονομιᾶς, ξυπαστήκαμε, περιφρονήσαμε καί παραφρονήσαμε. Τί ἄλλο νά σκεφθεῖ κανείς, ὅταν ἐδῶ καί χρόνια ἐκποιοῦμε ἀπερίσκεπτα τά πνευματικά τιμαλφῆ καί μέ τέτοια ἐπιπολαιότητα πετοῦμε ἀπό πάνω μας τῆς ἀρετῆς τό ντύμα, ὥστε κινδυνεύουμε νά μείνουμε γυμνοί καί ἔρημοι ἀπό τόν πνευματικό μας πλοῦτο; Παραδινόμαστε ἑκούσια στά πνευματικά δεσμά κι ἄν δέν ἀλλάξουμε τακτική, δέν θά ἔχει πολλή ζωή ἡ ἐθνική μας ἐλευθερία. Ἀπορροφημένοι ἀπό τήν χαύνωση τοῦ εὐδαιμονισμοῦ κι ἄβουλοι μέσα στήν μέθη τοῦ καταναλωτισμοῦ ξεπουλοῦμε τίς ἀξίες, πλήν μιᾶς, τοῦ χρήματος. Γιά ἕνα πράγμα εἶναι πρόθυμοι νά ἀγωνισθοῦν οἱ περισσότεροι, μικροί καί μεγάλοι: γιά τήν διεκδίκηση τῶν δικαιωμάτων τους, γιά τήν ἀδιατάρακτη βολή καί τήν ἄνεσή τους. Οἱ ἄρχοντες, θεσμικοί φύλακες καί προστάτες -ὑποτίθεται- τῆς χώρας, ἔγιναν οἱ δολιοφθορεῖς της, συνεταῖροι κλεπτῶν καί κακοποιῶν (Ἠσ 1,23). Ἀφοῦ κατασπατάλησαν ἀσυλλόγιστα τό δημόσιο χρῆμα καί διασπάθισαν ἀσυνείδητα τά δανεικά, ἀδιάντροπα ὁμολογοῦν ὅτι «μαζί τά φάγαμε» καί ἀδίστακτα «παζαρεύουν» τόν ἱερό αὐτό τόπο, τόν ποτισμένο μέ ἱδρῶτα, δάκρυα καί αἵματα. Ἄπληστα προσπαθοῦν νά κρατήσουν ἀμείωτο τό δικό τους παχυλό εἰσόδημα, τήν ὥρα πού χαρατσώνουν σκληρά τόν λαό μέ τίς ἄμετρες φορολογίες καί τίς αἱματηρές περικοπές. Καί ὁ λαός, μαθημένος ἐδῶ καί χρόνια στήν καλοπέραση, τρέμει στήν ἰδέα τῆς φτώχειας καί μέ δικαιολογημένη ἀγανάκτηση καταφέρεται ἐναντίον ὅλων. Μέσα σ' αὐτό τό γενικό κλῖμα, φυσικό εἶναι οἱ ἔννοιες τῆς γενναιότητος, τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς ὑπέρβασης τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, νά παραμένουν ἄγνωστες καί μᾶλλον ἀνεπιθύμητες στούς πολλούς. Ποῦ νά μείνει περιθώριο καί χῶρος στά ἐνδιαφέροντά μας καί γι᾽ αὐτή τήν ἔρμη τήν πατρίδα, γιά τά συμφέροντα καί τήν δόξα της ἤ ἔστω τήν στοιχειώδη ἀξιοπρέπειά της; «Ἀγρίεψε τό γένος μας», θά ἔλεγε καί πάλι ὁ Πατροκοσμᾶς. Ἐκεῖνος συνειδητοποιώντας τήν πνευματική ὑποδούλωση πού συνόδευε τήν ἐθνική σκλαβιά τῶν τουρκοκρατούμενων Ἑλλήνων μόχθησε γιά νά ξυπνήσει τίς κοιμισμένες συνειδήσεις τους. Τό πρόγραμμά του ἦταν  νά ἀναστηθοῦν πνευματικά οἱ Ἕλληνες, γιά νά κερδίσουν ἔπειτα καί τήν ἐθνική ἐλευθερία τους. Διότι εἶναι γεγονός ὅτι ἡ πνευματική ἐλευθερία ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἀπόκτηση καί τήν διατήρηση τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας.

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Χαρά Νικοπούλου ''Αρνιέμαι ''


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ----Τοῦ Πρωτ. π. Θεοδώρου Ζήση

1. Ἡ ζωή τοῦ ῾Αγίου Σάββα


῾Η ᾿Εκκλησία μας ἑορτάζει στίς 5 Δεκεμβρίου τή μνήμη μιᾶς πολύ μεγάλης μορφῆς τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας, ἑνός μεγίστου ἀσκητοῦ καί διδασκάλου, Σάββα τοῦ ῾Ηγιασμένου. ῾Ο ῞Αγιος Σάββας ἔζησε ἐνενήντα τρία (93) ἔτη. Γεννήθηκε τό 439 στήν Μουταλάσκη τῆς Καππαδοκίας, τήν ὁποία εἴχαμε τή σπουδαία εὐκαιρία νά τήν ἐπισκεφθοῦμε πρίν ἀπό δύο χρόνια, μιά ὁμάδα ἀπό ἐδῶ, ἀπό τούς ῾Αγιαντωνίτες, καί ἐκοιμήθη τό 532 στήν Μεγίστη Λαύρα τῆς Παλαιστίνης, πού ὁ ἴδιος ἵδρυσε καί πού ἐξακολουθεῖ ἀδιάκοπα ἀπό τότε, ἐδῶ καί χίλια πεντακόσια χρόνια, νά ὑφίσταται μέχρι σήμερα.

Δεν έχουμε γερή Πίστη, χρειάζεται αγώνας ενάντια στην παναίρεση του Οικουμενισμού.


Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΑΣ του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Εἶναι τό σαράκι τοῦ σύγχρονου κόσμου. Ταλαιπωρεῖ μικρούς και μεγάλους. Τρυπώνει στήν καρδιά τοῦ ὑπερήλικα γέροντα, πού ταράσσεται μέ τήν κάθε μικροαδιαθεσία, ἀλλά καί τοῦ μικροῦ μαθητῆ, πού ἀναστατώνεται ἀπό τίς ἀλλαγές τῶν σχολικῶν προγραμμάτων, τοῦ φοιτητῆ, πού πιέζεται ἀπό την ἐντατική μελέτη, καί τοῦ νεαροῦ ἐπιστήμονα, πού μελαγχολεῖ με τόν περιορισμό τῶν προοπτικῶν να βρεῖ μιά θέση, γιά τήν ὁποία τόσα χρόνια μόχθησε. Κατατρύχει τον «πετυχημένο» ἐπιχειρηματία, πού τρέχει καί δέν φθάνει νά διεκπεραιώσει τίς πολλές ὑποθέσεις, να προλάβει τίς ἀλλαγές τοῦ χρηματιστηρίου, γιά νά ἐπενδύσει συμφερώτερα τά κεφάλαιά του, ἀλλά και τόν φτωχό μεροκαματιάρη καί τον ταλαίπωρο ἄνεργο, πού ἀντιμετωπίζουν σοβαρό τό πρόβλημα τοῦ ἐπιούσιου, τῆς στέγης καί τόσα ἄλλα. Ἐπίσημοι καί ἀφανεῖς, μορφωμένοι καί ἀγράμματοι, φτωχοί και πλούσιοι, εἴμαστε ὅλοι ἐκτεθειμένοι στήν ἀγωνιώδη μέριμνα, στό ἄγχος, πού σωστά χαρακτηρίσθηκε ὡς ἡ ἀσθένεια τοῦ αἰώνα μας. Σύγχρονος καθηγητής τῆς Ψυχιατρικῆς παρατηρεῖ· «Κάποτε οἱ ἄνθρωποι πήγαιναν στόν γιατρό μέ τό παράπονο τοῦ πόνου. Τώρα τό κεντρικό παράπονο εἶναι τό ἄγχος. Ἀπό δέ τίς συνταγές πού καθημερινά γράφονται ἀπ᾽ ὁποιονδήποτε γιατρό, ἕνα ποσοστό γύρω στό 60% ἀφορᾶ στό ἄγχος». Ποῦ, λοιπόν, ὀφείλεται αὐτό τό καταλυτικό για τήν κοινωνία μας φαινόμενο και πῶς θά μποροῦσε τάχα ν᾽ ἀντιμετωπισθεῖ; Θά ἦταν ἀσφαλῶς ἁρμόδιος ν᾽ ἀπαντήσει στό ἐρώτημα αὐτό ἕνας ψυχίατρος, μιά καί τό ἄγχος σαφῶς ἐντάσσεται στά ψυχικά νοσήματα. Νομίζω ὅμως ὅτι δέν εἶναι μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια καί ἑνός θεολόγου ἡ ἀπάντηση. Γιά νά μή πῶ ὅτι ἀκριβῶς τοῦ θεολόγου ἡ ἀπάντηση προσφέρει τήν ἀλήθεια, ἐφόσον ἀντλεῖται ἀπό τόν λόγο τῆς ἀληθείας, τόν ἀλάθητο καί ἀδιάψευστο λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἄν καί δέν περιέχεται στήν ἁγία Γραφή ἡ λέξη, μνημονεύεται και στιγματίζεται κατ᾽ ἐπανάληψη ἡ ἔννοια τοῦ ἄγχους. Ἀπό τό ὕψος τοῦ ὄρους, ὅπου πραγματοποιεῖ την μνημειώδη ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλία του, ὁ Κύριος βλέπει τήν ἀνθρωπότητα ν᾽ ἀναστενάζει κάτω ἀπό το βάρος τοῦ ἄγχους, καθώς προσπαθεῖ νά σηκώσει τήν βαρειά ἔγνοια γιά τά καθημερινά -τί θά φᾶμε, τί θα πιοῦμε, πῶς θά ντυθοῦμε;
Μή μεριμνᾶτε γιά ὅλα αὐτά, παραγγέλλει ὁ Κύριος. Καί φυσικά δέν θέλει μ᾽ αὐτό νά πεῖ ὅτι δέν θα φροντίσουμε γιά τήν τροφή καί τά ροῦχα μας καί γιά ὅλα τά ἀπαραίτητα ἀγαθά. Σήμερα μποροῦμε καθημερινά νά βρίσκουμε ψωμί και κρέας κι ὁ,τιδήποτε χρειαζόμαστε γιά νά ζήσουμε. Δέν ἦταν ὅμως ἴδιες οἱ συνθῆκες ζωῆς καί τότε. Οἱ ἀκροατές τῶν κηρυγμάτων τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἀναγκασμένοι νά γεμίζουν ἀπό τό καλοκαίρι τό ἀμπάρι τους μέ τό σιτάρι ὅλης τῆς χρονιᾶς καί νά κάνουν ἐγκαίρως τίς ἀπαραίτητες προμήθειες. Κι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος ἔκανε αὐτές τίς προμήθειες. Δέν ἀποκλείει, λοιπόν, τήν πρόνοια. Ἀσφαλῶς, ἄν μιλοῦσε σήμερα, θά ἐπαινοῦσε και τήν κοινωνική πρόνοια καί τά ταμεῖα συντάξεων καί ὅλα τά σχετικά. Δέν καταδικάζει τόν προγραμματισμό. «Δέν εἶπε πώς δέν πρέπει να σπέρνουμε», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «ἀλλ᾽ ὅτι δέν πρέπει νά μεριμνοῦμε. Ὄχι πώς δέν πρέπει νά ἐργάζεσαι, ἀλλά δεν πρέπει νά εἶσαι μικρόψυχος καί νά παραδίδεσαι ὁλότελα στήν ἀγχώδη μέριμνα». Δηλαδή, νά μή ἑστιάζεις ὅλο τό ἐνδιαφέρον σου μόνο σ᾽ αὐτά. Πολύ περισσότερο νά μή ἐπιβαρύνεις τόν ἑαυτό σου μέ πλασματικές ἀνάγκες καί «νά μή πολλαπλασιάζεις σέ βάρος σου τις ἀφορμές τῶν πόνων», ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἐπίσκοπος Νύσσης. «Γιατί αὐξάνεις τούς φόρους σέ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ σου; Γιά ποιό λόγο ἔσυρες τόν ἑαυτό σου καί τόν ὑποδούλωσες σέ τόσα χρέη;», ρωτᾶ ὁ ἴδιος πατέρας.
Μᾶς χρειάζονται στήν ζωή πολύ λιγώτερα ἀπ᾽ ὅσα φανταζόμαστε. Γι᾽ αὐτό ὁ Κύριος χαρακτήρισε «ἄφρονα», δηλαδή τρελλό, τον πλούσιο τῆς παραβολῆς, πού συγκέντρωνε «πολλά ἀγαθά» προσπαθώντας μ᾽ αὐτά ν᾽ ἀσφαλίσει την ζωή του. Εἶναι κυρίαρχος κι ὄχι δοῦλος τῆς ὕλης ὁ ἄνθρωπος. Και μπορεῖ νά ὑπερνικᾶ καί νά κυριαρχεῖ «διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ρωμ. 8,37), μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἀγαπητική φροντίδα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἰσχυρή ἀσφάλεια καί τό βέβαιο στήριγμα γιά τήν ζωή. Αὐτή εἶναι τό μυστικό τῆς ψυχικῆς εἰρήνης καί ἁρμονίας καί ὁ πιό δραστικός ἀντίπαλος τοῦ ἄγχους. Θά κοπιάσουμε ἀσφαλῶς, γιά να ἐξασφαλίσουμε τήν τροφή καί τά ἀναγκαῖα ἀγαθά. Δέν εἶναι ἡ λύση τοῦ προβλήματός μας ὁ Κύριος, ὅταν κρατοῦμε σταυρωμένα τά χέρια μας. Θά ἐργασθοῦμε καί θα μοχθήσουμε, γιά νά ᾽χουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι προοπτική καί δυνατότητά μας ἡ δημιουργία. Νά μή ξεχνοῦμε ὅμως ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι μέσα, γιά νά ἐξυπηρετηθεῖ ἡ ζωή μας, ἡ ὁποία τείνει στήν αἰωνιότητα. Ὅταν τό μέσο ὑποκαταστήσει τόν σκοπό, τότε ὅλα ἀνατρέπονται καί σύγχυση ἐπικρατεῖ. Ἡ σημερινή προσκόλληση στόν ὑπερκαταναλωτισμό καί τό ὄργιο τῶν διαφημίσεων ἐπιβεβαιώνουν τοῦ λόγου τό ἀληθές. Νά μή ξεχνοῦμε πώς πίσω ἀπ᾽ ὅλα καί πάνω ἀπ᾽ ὅλα στέκει ὁ Θεός. Σ᾽ αὐτόν ν᾽ ἀναθέτουμε τήν κάθε μέριμνα, μᾶς συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Πέτρος· «ὅτι αὐτῷ μέλει περὶ ὑμῶν» (Α´ Πέτ. 5,7). Οἱ δικοί του θεϊκοί ὦμοι ἀντέχουν νά σηκώσουν κάθε φορτίο κι ἡ καρδιά του ἡ γενναιόδωρη περιβάλλει μέ ἀγάπη το κάθε τι πού μᾶς βαραίνει. Ἀρκεῖ να τοῦ τό ἐμπιστευθοῦμε. Κανένα πρόβλημα, ὅσο μικρό καί ἀσήμαντο κι ἄν εἶναι, δέν τό θεωρεῖ  τέτοιο ὁ Θεός, ἀφοῦ τοῦ τό ἀναθέσαμε. Βέβαια, σέ καμιά περίπτωση δεν μποροῦμε να παραβλέψουμε την σκοτεινή πλευρά τῶν πραγμάτων. Ποιός ὅμως εἶπε ὅτι αὐτή δέν εἶναι ἐξίσου ἀναγκαία μέ τήν φωτεινή, γιά νά κατανοήσουμε καί νά χαροῦμε τό μυστήριο τῆς ζωῆς; Κι ἔπειτα, γιατί νά τονίζουμε τίς σκιές; Καί ποιό εἶναι τό κέρδος, ὅταν ὑπερφορτωνόμαστε μέ τήν ἀγχώδη μέριμνα; Ὁ Νεύτων συνήθιζε νά παρομοιάζει τούς μόχθους καί τό ἄγχος τῆς ζωῆς μ᾽ ἕνα ὀγκῶδες φορτίο ξύλων, πού κάτω ἀπό τό βάρος του ἀγκομαχᾶ ὁ θνητός. Ὁ πανάγαθος Θεός τοῦ πρότεινε ἕνα τρόπο πού τόν ἀπαλλάσσει ἀπό τό καθημερινό μαρτύριο. Ἔλυσε τό φορτίο καί εἶπε στόν ἄνθρωπο νά σηκώνει μόνο ἕνα ξύλο κάθε μέρα. Προλαβαίνει νά τά σηκώσει ὅλα μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Μά ἐκεῖνος ἐπιμένει νά τά φορτώνεται ὅλα μαζί... «Ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία (=ταλαιπωρία) αὐτῆς» (Μθ 6,34). Γιατί θέλουμε νά πιεζόμαστε καί ἀπό τά βάρη τῆς ἑπόμενης μέρας, τοῦ ἑπόμενου μήνα καί χρόνου; Σέ τελευταία ἀνάλυση ἡ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς μας, νομίζω, δέν εἶναι το ἄγχος ἀλλά ἡ ὀλιγοπιστία μας, πού τό προκαλεῖ καί τό καλλιεργεῖ.