Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Του Αρχιμανδρίτη Νεκταρίου Ζιόμπολα:

 papaw Barh


Ὁποία ὄντως κατάπτωσις – ξεπεσμὸς εἰς τὸ ναδίρ. Νὰ εἴπωμεν γελοιότητες, παραλογισμός; Ὄντως ἐγγίζουν τὰ ὅρια τοῦ παραλόγου. Πρωτάκουστες ἐνέργειες μετὰ μίαν χιλιετίαν. Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι στὸν αἱρετικὸ Πάπα μὲ ἀλλοθρήσκους σὲ συμπροσευχή; Ἰδοὺ ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ πορεία πρὸς τὴν πανθρησκεία καὶ πρωτίστως πρὸς ἐπιπολαίαν ἑνότητα Χριστιανῶν. Πατριάρχαι ἐκτὸς τρόπου καὶ χώρου. Ἀβίαστα ἔχουμε φοβερὴν κρίσιν ἡγετῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀσίγαστη γιὰ τὸ ποίμνιο κρίσις. Πλέον θέσιν καιρίαν ὁ λόγος Χριστοῦ: «ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ ἐν τίνι ἁλισθήσεται»; (Ματθ. ε´13). Τι πλέον ἐπικίνδυνον διὰ τὴν πίστιν ἀφοῦ ἡγέτες πανηγυρικὰ εὑρίσκονται εἰς τὸ «στόμα τοῦ λύκου»;

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, Ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης


ΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ (†1861) --- Ὑπό τοῦ Ἁγιορείτου Μοναχοῦ Μωυσέως



Σέ πεῖσμα τῶν καιρῶνἐμεῖς δέν θά πάψουμε ν᾽ ἀναφερόμαστε σέ ἱερές,ὁδηγητικές μορφές τοῦ παρελθόντοςπρός ἐνίσχυσηἐνδυνάμωση καίἀναψυχήΣυμπληρώνονται ἐφέτος 150 ἔτη ἀπό τήν ὁσιακή κοίμηση τοῦ Παπουλάκου. Πολέμησε ὁλόψυχα ξένες ἐπιδράσεις, δυτικές παραδόσεις, ξένες πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση. Καυτηρίασε τόν ἑτερόδοξο μονάρχη, πού ἔκλεισε πολλά μοναστήρια καί γκρέμισε βυζαντινούς ἱ. ναούς. Γιά τά φλογερά κηρύγματά του, διώχθηκε, ταλαιπωρήθηκε, ἐξορίσθηκε καί φυλακίσθηκε. Οἱ τότε ἐκσυγχρονιστές τόν κατηγόρησαν ὡς ἀγύρτη, γιατί τούς ἐνοχλοῦσαν τά λόγια του. Ὁ λαός ἀκολουθοῦσε τόν ἄδολο μαχητή, τόν ἀκέραιο ἱεροκήρυκα, τόν ἀκτήμονα μοναχό, τόν ὁμολογητή ρασοφόρο. Ἀπό νωρίς ὁ Παπουλάκος, κατάλαβε καλά ὅτι ἡ δυτική θεολογία ἦταν ἀνορθόδοξη καί ἀντιορθόδοξη. Ἡ δυτική θεολογία ἤθελε νά κατεβάσει τόν οὐρανό στή γῆ, νά διατηρεῖ τούς χριστιανούς στή
σκλαβιά, νά καλλιεργεῖ τόν ἀλλαζονικό οὑμανιστικό ἀνθρωπισμό, πού ἔφερνε τόν ἀθεϊσμό. Ἀποφάσισε ἔτσι νά διδάξει τόν λαό μεγάλες ἀλήθειες μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Ἡ Βαυαροκρατία ἦταν σκληρή ἀπέναντι στόν ὀρθόδοξο κλῆρο.
Ἤθελαν νά φραγκέψουν τά πάντα. Ἀντιστάθηκαν σθεναρά, ὁ στρατηγός Μακρυγιάννης, ὁ Κοσμᾶς Φλαμιάτος, οἱ Κολλυβάδες, Φιλοκαλικοί, Ἁγιορεῖτες Πατέρες καί ὁ ἄφοβος Παπουλάκος.
Ὁ Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος ἤ Χριστοπανάγος ἤ Παπουλάκος ἤ Παπουλάκης γεννήθηκε στό μικρό χωριό Ἄρμπουνα τῶν Καλαβρύτων περί τό 1780. Ζοῦσε μέτρια καί μετρημένα, μέ τά τρία ἀδέλφια του, ἐμπορευόμενος ζῶα. Νέος ἀγάπησε τή μελέτη, τήν προσευχή καί τόν μοναχισμό. Ἔτσι ἀναχώρησε γιά τή ἱ. μονή τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Κατόπιν ἐπέστρεψε στό χωριό του καί ἔξω αὐτοῦ ἔκτισε ἕνα μοναστηράκι, πού τό ἀφιέρωσε στήν Παναγία. Μέ πολλές προσπάθειες κατάφερε νά πάρει τήν ἄδεια τοῦ ἱεροκήρυκα. Μέ κόπους καί θυσίες ἄρχισε περιοδεῖες διδάσκοντας κατά τῶν ἄθεων γραμμάτων, σέ ὅλη τήν Πελοπόννησο. Τό 1833 ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶχε ἀποσχισθεῖ ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, μέ πρωτεργάτη τόν Θεόκλητο Φαρμακίδη, πού πιεζόταν ἀπό τόν Μάουερ. Κυνηγήθηκε ὁ μοναχισμός, οἱ μισσιονάριοι ἐργάζονταν ἀνενόχλητοι καί ὁ Παπουλάκος θέλησε ν᾽ ἀντιδράσει δυναμικά. Συνεχίζει τά κηρύγματά του, παρά τ᾽ ὅτι τοῦ πῆραν τήν ἄδεια, ὡς νέος ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Τόν
ἐχθρεύονται καί αὐτόν πολλοί, ὁ Κοραῆς, ὁ Καΐρης, ὁ Φαρμακίδης καί ἄλλοι. Γιά τό ἔργο του συλλαμβάνεται τό 1851 στήν Ἀχαΐα γιά πρώτη φορά. Ὁ κόσμος τόν ἄκουγε μέ προσοχή καί τόν ὑπεραγαποῦσε. Τά κηρύγματά του στρέφει μέ θεοσημεῖες καί προφητεῖες. Ὁ λαός τόν ἀκολουθοῦσε πιστά καί ἀπτόητα. Μέ προδοσία συνελήφθη τό 1852 καί ὁδηγήθηκε στίς φυλακές τοῦ Ρίο. Στή συνέχεια περιορίσθηκε στή ἱ. μονή Προφήτου Ἠλιοῦ Σαντορίνης καί κατόπιν στή ἱ. μονή Παναχράντου Ἄνδρου. Κι ἐκεῖ δέν ἔπαυσε τίς ψυχωφελεῖς διδαχές καί προτροπές.
Ὁ Παπουλάκος ἦταν ἕνας ἁπλός, φτωχός, ἀληθινός καί τίμιος μοναχός. Ἀγαποῦσε τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἑλλάδα, τόν Χριστό καί τήν Ἀλήθεια. Ἀκολούθησε τόν δρόμο τῆς ὁμολογίας, τοῦ μαρτυρίου, τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν. Γι᾽ αὐτό ὁ πιστός λαός τόν ἀγάπησε καί τόν τίμησε ὡς ἅγιο. Παρέδωσε τό πνεῦμα του στίς 18.1.1861, 150 ἔτη
πρίν ἡ μνήμη του παραμένει ζωντανή, γιά τήν καθαρότητα, γνησιότητα, ταπεινότητα καί ἀληθινότητα τῆς ζωῆς του. Μορφές ἀνιδιοτέλειας, θυσίας καί προσφορᾶς χρειάζονται ἀπαραίτητα καί σήμερα.
Ἡμέρες ἄτονες, ἰσχνές, ἄφωτες καί ταραγμένες, σάν τίς δικές μας, θέλουν ἡρωϊσμό, γενναιότητα, θάρρος καί τόλμη…
Στίς μετά τή σπατάλη ἰσχνές καί δύσκολες ἡμέρες μας ξαναχρειάζεται ἐγερτήριο σάλπισμα πρός μετάνοια, ἀνόρθωση, ἀνασυγκρότηση καί ὀρθοστασία. Ἡ ἐκκοσμίκευση κούρασε, ὁ μιμητισμός ταλαιπώρησε, ὁ ἐκδυτικισμός ἀλλοίωσε, ὁ συγκριτισμός ἐξαπάτησε, ὁ οἰκουμενισμός ἀστόχησε. Χρειάζονται ἀπαραίτητα γενναῖες φωνές, ἡρωϊκό φρόνημα, ὁμολογία πίστεως, πίστη θερμή ὡς τοῦ ὁσίου Παπουλάκου.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

ΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ

«Ω Κύριε, ανήσυχος είναι η ψυχή μας, έως ου εύρη ανάπαυσιν εν Σοι».


Έμαθον δια της «Εκκλησίας», ότι εις τας Αθήνας αφίχθη τελευταίως ένας Γιόγκι και πολλοί έσπευσαν εις συνάντησίν του, «δια να μάθουν παρ’ αυτού την μέθοδον της κατακτήσεως της αληθούς χαράς και ευτυχίας», την οποίαν υπέσχετο «ο απόστολος ούτος του ανατολικού εξωχριστιανικού μυστικισμού». Οι Γιόγκι, ως γνωστόν, είναι μοναχοί βουδδισταί, οι οποίοι ακολουθούντες τας υποδείξεις του πρίγκηπος Σιντάρτα – τον οποίον ανεγνώρισαν ως Θεόν – αγωνίζονται δια την απαλλαγήν των από την εσωτερικήν δυστυχίαν των, δια μεθόδων τινών. Ο βουδδισμός στηρίζει όλην την περί λυτρώσεως θεωρίαν του και μακαριότητα – «νιρβάνα» -- εις την νέκρωσιν του αισθήματος της ζωής, της βουλήσεως. Και ως γνωρίζομεν εκ πληροφοριών, οι Γιόγκι, κάμνουν και ένα είδος «νοεράς προσευχής», περιερχόμενοι ούτω εις κατάστασίν τινα εκστάσεως. Δεν χωρεί καμμία αμφιβολία, ότι ο βουδδισμός, ως θρησκεία, είναι χάλκευμα του θρησκευτικού συναισθήματος και παραπλάνησις του σατανά. Είναι φανερόν, ότι οι δυστυχείς Γιόγκι εμπαίζονται από πονηρά πνεύματα, τα οποία και τον διδάσκαλόν των πρίγκηπα ηπάτησαν. Αλλά λαμβάνουν παρ’ αυτών αποζημίωσίν τινα, μίαν ψευδαίσθησιν μακαριότητος υπό μορφήν φωτοφανειών, αι οποίαι δεν είναι άγνωστοι εις τους καθ’ ημάς διδασκάλους του Ορθοδόξου Ασκητισμού. Δια τούτο και η βουδδιστική διδασκαλία, ως και ο, υπό του «μετασχηματιζομένου εις άγγελον Φωτός» εμπνευσθείς, Νεοπλατωνισμός, είναι πλήρεις φασματικού φωτός, «πυρώδους», όπερ δημιουργεί δι’ απάτης των οφθαλμών ο Εωσφόρος, «ο δια την έπαρσιν σκότος Βεελζεβούλ και γενόμενος και λεγόμενος», κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον.
Το σχόλιον της «Εκκλησίας», εν συνεχεία, σημειώνει ορθότατα, ότι· «αν πάσα μυστικιστική ζωή παρέχει ακτίνάς τινας πνευματικής χαράς και ικανοποιήσεως, η εν Χριστώ ζωή παρέχει τον ήλιον της πλήρους και ωλοκληρωμένης χαράς και πνευματικής ειρήνης. Τούτο – επιλέγει ο σχολιαστής – φθάνει εις το κατακόρυφον δια του εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία αναπτυχθέντος υγιούς χριστοκεντρικού μυστικισμού». Επιθυμώ να συμπληρώσω το ευστοχώτατον σχόλιον της «Εκκλησίας» δια παρατηρήσεών τινων επί του θέματος του μυστικού βίου εν τη Ορθοδοξία, όπερ θέμα τόσον έχει παρεξηγήσει η εποχή μας. Κατ΄ αρχήν, κακώς νομίζεται, ότι η βίωσις του βαθυτέρου νοήματος της εν Χριστώ ζωής αποτελεί αποκλειστικόν προνόμιον των Μοναχών μόνον. Η δίψα της μυστικής ζωής – αυτή που ωδήγησε πολλούς εις τον Γιόγκι – υπάρχει εις τας ψυχάς φυσικώς, ως ανάμνησις της θείας πατρίδος μας, και ως πόθος επιστροφής εις την πατρικήν εστίαν. Και πάντες οι Ορθόδοξοι χριστιανοί και διψούν την λύτρωσιν και δύνανται να την εύρουν εν τοις κόλποις του Ιησού. Αλλά οι πολλοί διψούν και αγνοούν το διατί. Απόδειξις η καταφυγή εις τον Γιόγκι. Λοιπόν, υπάρχει αυτή η δίψα εις τους πιστούς, αλλά εις διάφορον βαθμόν, αναλόγως της πνευματικότητος εκάστου. Όσον η ψυχή υψούται εις «γνώσιν» του Χριστού, τόσον και διψά. Και όσον πίνει εκ του ύδατος αυτού, τόσον περισσότερον «καίεται αφλέκτως». Την δίψαν την προκαλεί η αγάπη του Θεού· η αγάπη γεννά την γνώσιν· η γνώσις τον θαυμασμόν. Εντεύθεν ο «εκστατικός θείος έρως», και η μυστική «νύμφευσις». Και επειδή η ψυχή ευρίσκεται εισέτι μετά σώματος, «συνέχεται εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Αλλ’ η «τετρωμένη αγάπης» ψυχή, αγαπά και την ομόδουλον του Θεού και ομόδοξον. Και ενώ διαφλέγεται από τον πόθον της επιστροφής, της «αναλύσεως», όμως λέγει: «μενώ και συμπαραμενώ» χάριν του πλησίον. Εν τούτοις η δίψα δεν καταπαύει. Όσον η ψυχή προάγεται, όσον καθαίρεται, τόσον «γινώσκει» τα θεία, τόσον τα επιποθεί, τόσον τα θαυμάζει και εξίσταται και κινείται εις μίαν συνεχή ανακύκλησιν, ανάλογον εκείνης, που είδεν ο Ησαϊας, καθ’ ην τα Σεραφίμ, περιδινούμενα περί το Άκτιστον φως του Θεού, προσλαμβάνουν ατελευτήτως φως και «γνώσιν» και θαυμασμόν. Η ορθή πορεία της χριστιανικής ψυχής είναι η ακόρεστος δίψα της «χαρμοσύνου θέας» του Θεού, την οποίαν απήλαυσαν προγευστικώς από την γην οι άγιοι της Εκκλησίας. Και άλλοι εξ αυτών έγραψαν τας θείας των εμπειρίας, άλλοι απεσιώπησαν. Όλοι είχον «γευθή της χρηστότητος Κυρίου», όλοι οι πατέρες είχον την μυστικήν Κοινωνίαν των με τον Θεόν εν Χριστώ Ιησού. Από τον άγιον Παύλον και τον Ιωάννην και τον Πέτρον και τους λοιπούς αγίους Αποστόλους και Μαθητάς του Σωτήρος μέχρι τον Ιγνάτιον και τους Κλήμεντας και Διονύσιον Αρεοπαγίτην και Εύοδον και τους Εβδομήκοντα Αποστόλους και τον Χρυσόστομον και τον Μ. Βασίλειον και τον Θεολόγον Γρηγόριον και τους άλλους Γρηγορίους μέχρι του πλήθους των Οσίων Πατέρων και Μαξίμου μέχρι Φωτίου και Συμεώνος του Ν. Θεολόγου και μέχρι των Ιερωτάτων Ησυχαστών, Σιναϊτών Γρηγορίου και Φιλοθέου και Αγιορειτών Ισιδώρου, Φιλοθέου, Νικηφόρου, Παλαμά, Νικοδήμου και τόσων άλλων ενωνύμων και ανωνύμων δια την πολλήν ταπείνωσίν των, πάντες έζων εν Χριστώ Ιησού. Όσοι άγιοι Πατέρες δεν μας έδωσαν τας εμπειρίας των δια γραπτής διδασκαλίας, αφήκαν ως υποτύπωσιν, δια να επακολουθήσωμεν επί τα ίχνη των, αυτήν την αιδέσιμον και υπέρ φύσιν ζωήν των. Διότι αι μυστικαί επαφαί της ψυχής μετά του νυμφίου της Χριστού, είναι υπέρ φύσιν. Τόσον, λοιπόν, εις την γραπτήν διδασκαλίαν των Πατέρων, όσον και εις την άφατον, δια βίου και χρηστής πολιτείας, βλέπομεν τας προϋποθέσεις του χριστοκεντρικού μυστικισμού. Και βασικαί προϋποθέσεις είναι η θέλησις, η θυσία, η χάρις. Ούτε μόνη η θέλησις, ούτε μόνη η θυσία, ούτε μόνη η χάρις. Προηγείται η θέλησις του ανθρώπου, ακολουθεί η θυσία και έπεται η χάρις. Σπανιωτάτη είναι η αντιστροφή της ακολουθίας ταύτης. Αλλ’ όταν λέγωμεν θυσίαν εννοούμεν την εργασίαν των εντολών. Διότι η εκτέλεσις των εντολών απαιτεί θυσίας και μεγάλας μάλιστα θυσίας. Διατί είναι αναγκαία προϋπόθεσις, της μετά του Χριστού μυστικής ενώσεως, η εργασία των εντολών; Διότι καθαίρομεν την καρδίαν από των ψεκτών παθών και ετοιμάζομεν ούτω τόπον προς τον ειπόντα: «εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Ή και καθαιρομένης της καρδίας από των παρά φύσιν παθών, η εν αυτή χάρις, ην ελάβομεν δια του αγίου Βαπτίσματος, αναλάμπει κατά το μέτρον της καθάρσεως. Εντολαί όμως, δεν είναι η αρνητική μόνον πλευρά των. Δεν είναι αρκετόν να εκκλίνωμεν των κακών, αλλά και να ποιώμεν τα αγαθά. Το αγαθόν εν τη Καινή Διαθήκη της Χάριτος φθάνει μέχρι της τελείας αφιερώσεως όλων των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων εις τον Θεόν και την υπηρεσίαν του πλησίον. Εις την διπλήν αυτήν αγάπην, ως περί κέντρον, δέον να στρέφωνται και νους και καρδία και ολόκληρος η ψυχή. Αλλά δια να κατορθώσωμεν την απελευθέρωσιν των ηγγιστρωμένων εις τα πράγματα ψυχικών δυνάμεων, και να καταστήσωμεν την ψυχήν «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» επιστρέφοντες εις το «αρχαίον απλούν», απαιτούνται ηρωϊκοί αγώνες και ιδρώτες και χρόνος πολύς. Μεγίστην βοήθειαν εις τον αγώνα της καθάρσεως της ψυχής και την διόδευσιν της «στενής και τεθλιμμένης», έχομεν το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Επικουρούμεθα, εις τον κατά των παθών και των δαιμόνων πόλεμον, δια της έξωθεν εισχωρούσης εις την ψυχήν χάριτος, εν τη ολοσώμω μεταλήψει του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Εις το σημείον τούτο θα ήθελα να κάμω μίαν παρατήρησιν. Εις την εποχήν μας, η οποία εκλήθη «λειτουργική», γίνεται κατάχρησις του μυστηρίου υπό μεγάλου αριθμού ευσεβών, εκ του οποίου προσδοκάται η πνευματική των πρόοδος. Κατάχρησιν λέγων, δεν εννοώ την συχνότητα της θείας μεταλήψεως, αλλά την εκ της συχνότητος μ ό ν ο ν  επιζητουμένην προκοπήν. Βεβαίως, ουδείς ο αντιλέγων, ότι η μετά καθαρού συνειδότος προσέλευσις εις το μυστήριον, αγιάζει την ψυχήν. Αλλά χρειάζεται παραλλήλως και η εργασία των εντολών, όλων, «εις τας οποίας κρύπτεται ο Χριστός». «Η προς Θεόν αφομοίωσίς τε και ένωσις, ταις των σεβασμιωτάτων εντολών αγαπήσεσι και ιερουργίαις μόνως τελείται», κατά τον Αρεοπαγίτην άγιον Διονύσιον. Εντολή είναι, να κλαίωμεν και να πενθώμεν και να αγρυπνώμεν και να προσευχώμεθα «αδιαλείπτως», και να «υπωπιάζωμεν την σάρκα», και να ελεώμεν και να καθαρεύωμεν από πονηρών λογισμών και φαντασιών απρεπών και να έχωμεν την πείναν και την δίψαν της δικαιοσύνης του Θεού. Διότι, όσον κακόν είναι να απέχωμεν από του ζωοποιού μυστηρίου επί πολύ, «θηριάλωτοι γενόμενοι υπό του νοητού λύκου», άλλο τόσον κακόν είναι, όταν συνηθίσωμεν και, δια το άκοπον, ρίπτωμεν το κέντρον του βάρους της πνευματικής μας καθάρσεως εις μόνον το μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εξετέθησαν εν συντομία ανωτέρω αι προϋποθέσεις του Χριστοκεντρικού μυστικισμού, της διψωμένης ενώσεως μετά του ηγαπημένου Ιησού, αφού προηγουμένως η νύμφη ψυχή, εγένετο πάλλευκος δια της εργασίας των εντολών, φυγούσα τον «κατακλυσμόν των παθών», του θυμικού, επιθυμητικού και λογιστικού. Εντεύθεν δύναται να ακούση την μυστικήν φωνήν του Νυμφίου λέγουσαν: «Δεύρο καλή μου, περιστερά μου· ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ. Τα άνθη ώφθη τη γη, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν…». Και η μυστική νύμφη ψυχή, η ψυχή των αγίων μας, βιώσασα τον μυστικόν διάλογον Νυμφίου και νύμφης, δια στόματος ενός Μεγάλου Βασιλείου εκφράζει τας υπερουσίους εμπειρίας της δια των εξής μεγαληγόρων και ενδόξων στροφών. «Τι ουν κάλλους θείου θαυμασιώτερον; Τις έννοια της του Θεού μεγαλοπρεπείας χαριεστέρα; Ποίος πόθος ψυχής ούτω δριμύς και αφόρητος, ως ο από Θεού εγγινόμενος τη από πάσης κακίας κεκαθαρμένη ψυχή, και από αληθινής διαθέσεως λεγούση, ότι «τετρωμένη αγάπης εγώ ειμι»; Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί… Τούτο το κάλλος σαρκίνοις μεν οφθαλμοίς αθεώρητον, ψυχή δε μόνη και διανοία καταληπτόν· και ει που τινα περιέλαμψε των αγίων, αφόρητον του πόθου το κέντρον αυτοίς εγκατέλιπεν». Αυτό είναι «το κατακόρυφον… του υγιούς Χριστοκεντρικού μυστικισμού», της αγιωτάτης Εκκλησίας μας. Αλλ’ η διαπίστωσις αυτή δεν αποτελεί ύλην προς εγκαύχησιν, αλλά προς ονειδισμόν μας, «δια το της καρδίας σκληρόν». Βιούμεν μυστικώς σήμερον; Που η ακτινοβολία της εν Χριστώ ζωής; Και διατί δεν ζώμεν εν Χριστώ; Ουχί διότι ερρίψαμεν εις ανυποληψίαν τα μυστικά συγγράμματα των αγίων Πατέρων μας; Ουχί διότι δεν ποιούμεν τας εντολάς του Χριστού, που οδηγούν εις την κάθαρσιν, ελλάμπουν τον νουν και τελεσιουργούν την μυστικήν μετ’ Αυτού ένωσιν; Ημπορούμεν να είπωμεν μετά του θείου Συμεώνος του Ν. Θεολόγου: «… το πρόσωπόν μου λάμπει, όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου, και όλα τα μέλη μου γίνονται φωτεινά, τότε γίνομαι περισσότερον ωραίος παρά οι ωραίοι, περισσότερον πλούσιος παρά οι πλούσιοι, περισσότερον ισχυρός παρά οι ισχυροί, περισσότερον μεγάλος παρά οι Αυτοκράτορες, και περισσότερον πολύτιμος από οιονδήποτε αντικείμενον είτε επί της γης είτε εν τω ουρανώ…». Και αν φυσικώς έχωμεν μεν ισχυράς επιθυμίας να είμεθα ωσάν τον «πτωχόν φιλάδελφον» άγιον Συμεώνα, δεν πληρούται δε η καρδία μας με τα χαρίσματα της πνευματικής ωραιότητος, ισχύος, πλούτου, αξίας, τας μορφάς αυτάς της θείας φιλοδοξίας και των αγίων επιθυμιών, κατ’ ανάγκην δεν θα αναζητήσωμεν την πλήρωσιν της καρδίας με ταπεινά και ένοχα υποκατάστατα, αφού δεν δυνάμεθα, ούτως ή άλλως, να αλλοιώσωμεν την φύσιν και τας ιδιότητας της ψυχής; Μήπως από της υψηλής αυτής σκοπιάς δεν πρέπει να ελέγχωμεν την πτωχείαν μας, την ασχημίαν, την αδυναμίαν, την απαξίαν μας; Διότι αν δεν κρινώμεθα με το «δέον», κρινόμεθα, κατά τον Απόστολον Παύλον «εις τα άμετρα», οπότε ησυχάζομεν ενόχως εν τη οικεία αθλιότητι. Αν όμως ορώμεν εαυτούς από «το κατακόρυφον του χριστοκεντρικού μυστικισμού», θα ίδωμεν την πραγματικότητά μας, προ της οποίας αδύνατον να μη κλαύσωμεν. Και ούτω θα εύρωμεν την οδόν, την «αρίστην οδόν της υψώσεως» εις την κορυφήν, την ταπείνωσιν.


Αθωνικά άνθη

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

π. Ιωάννης Φωτόπουλος: Γιατί τόση σε έκταση και περιεχόμενο….οσφυοκαμψία;

Ο Ντοστογιέφσκυ λέγει ότι ο Πάπας υπέκυψε στον τρίτο πειρασμό, στον οποίο υπέβαλε τον Χριστό ο Διάβολος («ταύτα πάντα σοι δώσω εάν πεσών προσκυνήσης μοι»). Ο Πάπας προσκύνησε τον Βελζεεβούλ, για να αποκτήσει κοσμική εξουσία. Μήπως, όσοι με ποικίλους τρόπους κάμπτουν τη μέση τους στον Πάπα, ζητούν ως αντάλλαγμα μια ασφαλέστερη, καλλίτερη θέση κάτω από τον θανατηφόρο ήλιο της παπικής εξουσίας, η οποία διακτινώνεται παγκοσμίως στο εκκλησιαστικό, πανεπιστημιακό, οικονομικό και πολιτικό πεδίο;   

Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Τί λέγει ἡ Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴν ἀξιέπαινη ἀπείθεια

 σαφὴς ἐπισήμανση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Γαλάτας (Γαλ. 1, 8.9), καὶ μάλιστα δύοφορὲς μὲ ἐπίταση («ὡς προειρήκαμενκαὶ ἄρτι πάλιν λέγω») νὰ μὴ δεχθοῦν καμμία καινοτομίατοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματοςἀκόμη κι ἂν προέρχεται ἀπὸ ἄγγελον ἐξ οὐρανοῦ  ἀπὸ τοὺς ἰδίουςτούς Ἀποστόλουςφανερὰ καταργεῖ κάθε ἔννοια «Πρωτείου» τῶν μεμονωμένων προσώπωνἔναντι τῆς Παραδόσεως μέσα στὴν Ἐκκλησία (ἀφοῦ οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι δὲν μποροῦνὑστερογενῶς νὰ ἀλλάξουν τὸ Εὐαγγέλιόν τουςἐπειδὴ εἶναι «ἄνωθεν»), ἀλλὰ καὶ ἐπιπλέον ἀρκεῖἀπὸ μόνη της νὰ μᾶς καθοδηγήσει στὸ τί γίνεταιὅταν φαινόμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ κάνουμεὑπακοὴ ἐναντίον τῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίαςἀπομακρύνουμε ὅποιον ἀλλοιώνει τὸ ἀρχαῖοεὐαγγελικὸ κήρυγμα («ἀνάθεμα ἔστω»).

Σχετικῶς μὲ ἕνα ἄλλο χωρίοτὸ «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. 13, 17) σημειώνουμε ἐδῶκαὶ τὸ ἑξῆς ἀξιοπρόσεκτο·  αἰτιολογία τῆς ὑπακοῆς στοὺς «ἡγουμένους», δηλτοὺς προεστῶτες,εἶναι ὅτι αὐτοὶ «ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν»·  ὑπακοὴ δὲν εἶναι ἀπροϋπόθετηἌν,βάσει τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας διαπιστώνεται ὅτι αὐτοὶ ὀλιγωροῦνἀδιαφοροῦνγιὰ τὶςψυχὲς καὶ ἀμελοῦν γιὰ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ πρωτίστως τὴν αἵρεσητότε αἴρεται,καταργεῖται τὸ καθῆκον τῆς ὑπακοῆς σὲ αὐτούς.
Ὅπως ἔχει λεχθῆ σχετικῶς « Ἁγία Γραφὴ ἐν πρώτοις κάνει διάκριση μεταξὺ καλῶν καὶ κακῶνποιμένωνἀληθινῶν καὶ γνησίων ποιμένωνδιδασκάλωνπροφητῶν ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ καὶψευδοποιμένωνψευδοδιδασκάλων καὶ ψευδοπροφητῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη [...] οἱ πιστοὶ ἔχουνεὐθύνη γιὰ τὸ ἂν θὰ ἀκολουθήσουν τοὺς κακοὺς ποιμένες, [...]  ὑπακοὴ δὲν εἶναι ἀδιάκριτη, ἀλλὰ διακριτικὴ». 

Σύναξις Ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ Μοναχῶν: Τὸ ἀληθὲς νόημα τῶν χωρίων «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ «ἵνα ἓν ὦσι»

 Τὰ πασίγνωστα χωρία, δηλ. ἀπὸ τὰ «εἰρηνικὰ» τῶν ἱ. ἀκολουθιῶν «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»,ἐπιστρατεύθηκαν καὶ πάλι στὴν ὁμιλία τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου, γιὰ νὰ στηρίξουν τὴν δῆθεν παραδοσιακότητα τοῦ ἀτέρμονος οἰκουμενικοῦ διαλόγου καὶ τὴν ἐγγενῆ στὴν Ἐκκλησία ἀνάγκη ἐπιδείξεως φιλενωτικοῦ πνεύματος. Σύμφωνα μὲ τὶς θεωρίες τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἡ Ἐκκλησία εἶναι διῃρημένη σὲ ἐπὶ μέρους «ἐκκλησίες» (ὄχι τοπικές, ἀλλ΄ ὁμολογιακές-δογματικές, βλ. τὸ κείμενο τοῦ PortoAlegre παρακάτω) καὶ χρῄζει ἑνώσεως· τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἰσχυρισμὸς πέραν πάσης σοβαρῆς, ἔστω βασικῆς, κατανοήσεως τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.

Ἔχει ἐπισημανθῆ ὅτι τὸ λειτουργικὸ αἴτημα «ὑπὲρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως» ἀναφέρεται στὴν ἕνωση πάντων τῶν ἀνθρώπων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας  καὶ ὄχι στὴν ἕνωση Ἐκκλησιῶν διαφορετικοῦ δόγματος· ἄλλωστε ἡ φράση θὰ ἦταν «ὑπὲρ τῆς τῶν πασῶν [καὶ ὄχι “πάντων”] ἑνώσεως», ἂν ἀναφερόταν σὲ Ἐκκλησίες. Ἡ ὀρθόδοξη Πίστη παραδέχεται «ἀδιαίρετη διαίρεση»τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν οἱ ὁποῖες συναπαρτίζουν τὴν Μίαν Ἐκκλησίαν, τὸ Σῶμα Χριστοῦ, χάρη στὴν ἑνότητα Πίστεως, Λατρείας καὶ Διοικήσεως. Λέγει χαρακτηριστικῶς ὁ Ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας: «[Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ], ἀφοῦ ἐφύτευσε σὰν κάποιο Παράδεισο τὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες, μᾶς συγκέντρωσε ὅλους σὲ αὐτὲς καὶ ἔφτιαξε μία Ἐκκλησία στὴν Πίστη καὶ στὸ φρόνημα». Ὅσες χριστιανικὲς Κοινότητες ἔχουν διάφορη Πίστη δὲν εἶναι Ἐκκλησίες, διότι ἡ ἀλλοίωση στὴν Πίστη συνεπάγεται αἵρεση καὶ ἀποκόπτει ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ παραβλάπτει τὴν ἑνότητά της, ὅπως ἀκριβῶς τὰ ξηρὰ ἀποχωριζόμενα κλήματα δὲν βλάπτουν τὴν Ἄμπελο, κατὰ τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. «Ἡ ἑνότητα, κατὰ τὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό, Ὁμότιμο Καθηγητῆ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, ἀνήκει στὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ κοινωνίας. Ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία εἶναι «μόνον μία καὶ μοναδική», κατὰ τὸ ἱερὸ Σύμβολο. Ἡ ἐσωτερικὴ δὲ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας φανερώνεται καὶ ἐξωτερικά, ὡς ἑνότητα στὴν Πίστη, τὴν Λατρεία, μὲ τὴν συμμετοχὴ στὰ ἴδια Μυ στήρια, ἀλλὰ καὶ στὴν διοίκηση, μὲ κέντρο τοὺς ἐπισκόπους. Εἶναι, λοιπόν, ἑνότητα δογματική, λειτουργικὴ καὶ διοικητικὴ/κανονική. Οἱ τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἐκφράζουν τὴν «μυστικὴ» ἑνότητά τους στὸ ἕνα σῶματοῦ Χριστοῦ, μέσω τοῦ ἀνωτάτου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου τους, ποὺ εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Κάθε ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὶς θεμελιακὲς αὐτὲς προϋποθέσεις καὶ ἀναγκαιότητες γιὰ τὴν διασφάλιση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἐπιφέρει σχισματικὲς καταστάσεις, μὲ τὴν ἀπόσχιση τῆς καινοτομίας καὶ πλάνης ἀπὸ τὸ ἕνα σῶμα. Διότι μένοντας πιστὸ στὴν ἀποστολικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση τὸ σῶμα, καθʼ αὑτὸ δὲν σχίζεται, ἀλλὰ τὸ «σεσηπὸς ἐκκόπτεται» κατὰ τὴν χαρακτηριστικὴ ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».
Ἀντιθέτως πρὸς τὴν οἰκουμενιστικὴ ἐκκλησιολογία ποὺ βλέπει τὴν Ἐκκλησία ὡς διηρημένη μετὰ τὸ σχίσμα τῆς Ρώμης τὸ 1054, τὸ ἔγκριτο συνοδικὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδοξίας μαρτυρεῖ τὴν πάντοτε ὑπάρχουσα ἀπαρτία καὶ ὁλοκληρία τῆς Ἐκκλησίας, παρὰ τὰ σχίσματα τῶν αἱρετικῶν καὶ δὴ τῶν παπικῶν.
Λέγουν σχετικῶς οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς, στὶς Ἀποκρίσεις πρὸς τοὺς Ἀγγλικανοὺς Ἀνωμό τους (1716/1725): «... πρὸ χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλεὶς καὶ εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καὶ καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείαςτοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καὶ ἀπεσχίσθη· καὶ νῦν ἐστιν οἷον διερρωγός τι τεμάχιον τοῦ ὅλου ἱστίου τῆς πνευματικῆς ὁλκάδος τῆς Ἐκκλησίας [...] Νῦν δὲ τὰ μὲν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατὰ χώραν συνημμένα τε καὶ συνεραμμένα, διʼ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καὶ ἀκυμάντως τὸ τοῦ βίου τούτου πέλαγος [...] Οὕτως οὖν ἡ καθʼ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβὴς Ἐκκλησία ἐπὶ τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδὴ Πατριάρχαις, καὶ μένει ἀδιάσειστος καὶ ἀκλόνητος». Περὶ τοῦ αὐτοῦ ἐκκλησιολογικοῦ σημείου ἐπιμαρτυρεῖ καὶ ὁὍσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λέγοντας χαρακτηριστικῶς· «Ἐπειδὴ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἔπειτα, μὲ πολλοὺς τρόπους πολλὲς αἱρέσεις προσέκρουσαν πάνω της καὶ ἄθεσμοι ρύποι ἀντίθετοι στοὺς Κανόνες, ὅπως καὶ τώρα, ἀλλὰ ἡ ἴδια [ἡ Ἐκκλησία] μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε ἔχει παραμείνει ἄσχιστη καὶ ἀδιαίρετη, καὶ θὰ διαμένει ἔτσι στὸν αἰῶνα, καθὼς θὰ ἀφαιροῦνται ἀπὸ αὐτὴν καὶ θὰ ἀποδιώκονται αὐτοὶ ποὺ ἐφρόνησαν καὶ ἔπραξαν κακά».
Ἡ τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου αἴτηση πρὸς τὸν Θεὸν Πατέρα «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»ἐκπληρώνεται ἤδη ἐντὸς τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας, διότι τὸ αἴτημα τοῦτο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώνεται διὰ τῆς ταυτότητος τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως πάντων· δὲν ὑφίσταται λοιπὸν ἐκκρεμότητα ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλʼ ἐκκρεμεῖ ἡ ὑπὸ τῶν ἑτεροδόξων ἀποδοχὴ τῆς μόνης ἀληθοῦς Πίστεως· ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸ χωρίο τοῦτο παρατηρεῖ: «Ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοί, καὶ ἐγὼ ἐν σοί [...] Τί εἶναι, λοιπόν, τὸ “ Ἐν ἡμῖν”; Στὴν πίστη πρὸς ἐμᾶς. Ἐπειδὴ βέβαια τίποτε δὲν σκανδαλίζει ὅλους, ὅσο ἡ διάσπαση, αὐτὸ κατασκευάζει, ὥστε νὰ γίνουν ἕνα. Τί, λοιπόν; Τὸ κατόρθωσε αὐτό, λέγουν; Καὶ πάρα πολύ τὸ κατόρθωσε. Διότι ὅλοι ὅσοι πίστευσαν μέσῳ τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἕνα, μολονότι κάποιοι ἀπὸ αὐ τοὺς ἀποσπάστηκαν [...] Εἴτε γιὰ τὰ σημεῖα, εἴτε γιὰ τὴν ὁμόνοια, εἴτε γιὰ τὴν εἰρήνη ὁμιλεῖ, φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ τοὺς τὰ ἔχει δώσει. Ἔτσι, ἦταν φανερὸ ὅτι [μόνο] γιὰ παρηγοριὰ δική τους γίνεται ἡ προσ ευχὴ αὐτή». Ἡ δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας, χάρη στοὺς Ἁγίους, δὲν εἶναι κάτι το ζητούμενον, ἀλλὰ κάτι τὸδεδομένον. Οἱ Ἅγιοι, οἱ θεούμενοι, ἔχουν τὴν μεταξύ τους ἑνότητα τῆς δογματικῆς Πίστεως, χάρη στὴ θεωτική, ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ δὲ ὑπό λοιποι πιστοὶ κατέχουν ἀλαθήτως τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη τῆς Ἐκκλησίας μέσῳ τῆς ὑπακοῆς στοὺς Ἁγίους Πατέρες, «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι». Ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἑνιαία δογματικὴ Πίστη, τὴν δογματικὴ ὁμοφωνία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πίστη ὡς ἀρετή, ὡς πεποίθηση στὸ Θεό, ποικίλλει μεταξὺ τῶν πιστῶν, ἀκόμα καὶ τῶν Ἁγίων, κατὰ τὰ μέτρα τῆς προόδου ἑκάστου. Χάρη στὸ γεγονὸς αὐτό, ἐπειδὴ δηλαδὴ ἡ δογματικὴ ἑνότητα εἶναι κάτι δεδομένον καὶ ὄχι ζητούμενον, ἡ Ἐκκλησία δὲν εὔχεται ὑπὲρ τῆς θεραπείας μιᾶς ἀνυπάρκτου διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλʼ εὔχεται ὑπὲρ ἐπιστροφῆς τῶν πεπλανημένων, ὅπως εἶναι μαρτυρημένο στὰ λειτουργικὰ κείμενά της. Ἀντιθέτως ἡ πρακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι προφάσει τῆς φράσεως αὐτῆς νὰ προβοῦν σὲ συγκόλληση ἑτεροπίστων ὁμολογιῶν. Τὴν παραπλανητικὴ αὐτὴ τακτικὴ τῶν Οἰκουμενιστῶν στιγματίζει καὶ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου καὶ Ἁγ. Βλασίου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει χαρακτηριστικά:
«Μερικοὶ θεολόγοι ἑρμηνεύουν τὴ φράση τοῦ Χριστοῦ «ἵνα πάντες ἓν ὦσι» (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 21), ποὺ εἶναι τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς Του, μὲ τὸ ὅτι δῆθεν ἀναφέρεται στὴν μελλτικὴ ἑνότητα τῶν ἐκκλησιῶν καὶ τὴν χρησιμοποιοῦν κατὰ κόρον, γιὰ νὰ δηλώσουν ὅτι ὁ Χριστὸς προανήγγειλε ὅτι ὅλες οἱ χριστιανικὲς ὁμολογίες θὰ ἀποκτήσουν στὸ μέλλον ἑνότητα μεταξύ τους καὶ θὰ ἀποτελέσουν τὴ “μία” ἐκκλησία, ὑπονοώντας ὅτι ἡ Ἐκκλησία τώρα εἶναι διασπασμένη. Ἡ ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τῆς φράσεως εἶναι διαφορετική. Τὸ “ἵνα πάντες ἓν ὦσι”, ἐὰν διαβάσει κανεὶς πολὺ προσεκτικὰ ὅλο τὸ κείμενο τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, θὰ δεῖ ὅτι συνδέεται ἀναπόσπαστα μὲ ἄλλες φράσεις, ὅπως “καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 21) καὶ τὴ φράση “ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἓν” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 23) καὶ ἐπίσης τὴν ἄλλη φράση “ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν ἔδωκάς μοι” (Ἰ ω. 17/ιζ΄, 24). Καὶ σαφῶς, ἐδῶ, ὁ Χριστὸς ἀναφέρεται στὴν ἑνότητα τῶν Ἀποστόλων κατὰ θεωρίαν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τὴν θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ποὺ ἔγινε τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, γιατὶ ἀκριβῶς τότε οἱ Ἀπόστολοι ἀπέκτησαν καὶ ἑνότητα οὐσιαστικὴ μεταξύ τους. Ἑπομένως ὅσοι ἐκ τῶν Ἁγίων μέσα στὴν ἱστορία φθάνουν στὴ θέωση καὶ στὴ θεωρία τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ἀποκτοῦν ἑνότητα μὲ τοὺς Ἀποστόλους, ἔχουν τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτοὺς καὶ ἐφαρμόζεται τὸ χωρίο αὐτό, τοῦ Χριστοῦ, “ἵνα ὦσιν ἕν”».
Κι ὅμως ἡ ἐσφαλμένη ἐκκλησιολογικὴ τοποθέτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου φαίνεται καὶ στὸ γεγονὸς ὅτι παρὰ τὴν ὡς ἄνω διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐκεῖνος στὴν ἴδια του τὴν ὁμιλία, ἀνεφέρθη στὴν «ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν» συμπεριλαμβάνοντας τὶς αἱρέσεις τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ (βλ. καὶ παρακάτω στὰ περὶ Porto Alegre).