Πολὺ
συγκινητικὸ τὸ γεγονὸς ποὺ ἀφηγεῖται µὲ λίγα λόγια ὁ καλὸς δηµοσιογράφος, ποὺ
τὸ πῆρε ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν εἰδήσεων τοῦ διαδικτύου. Πρόκειται γιὰ κάποιο καλὸ
καὶ σεµνὸ ἱερέα, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἀνακοινώνει: "Γυρίζοντας ἀπὸ ἕνα ἑσπερινὸ
πέρασα ἀπὸ τὴν Ὁµόνοια. Πλῆθος νέων ἦταν µαζεµένοι γύρω ἀπὸ ἕνα παιδί.
Στὸ χέρι του κρατοῦσε τὴν τελευταία σύριγγα τοῦ θανάτου. Τὸν πλησίασα καὶ µὲ
δακρυσµένα µάτια φώναξε: "Βοήθεια...Πεθαίνω...". Ἔτρεξα κοντά του.
Τὸν ἀγκάλιασα. Μὲ σπασµένη φωνή...µοῦ εἶπε: "Παππούλη, πεθαίνω. ∆ιάβασέ
µου µιὰ εὐχή". Γονάτισα, τοῦ διάβασα µία εὐχή. Ψέλλισε δύο λέξεις:
"Πὲς τοῦ Χριστούλη νὰ µὲ δεχτεῖ"...καὶ ξεψύχησε µέσα στὴν ἀγκάλη µου,
ἄγνωστος µεταξὺ ἀγνώστων". Φεύγοντας, ψιθύρισα µιὰ προσευχή: "Χριστέ
µου, µία λέξη εἶπε ὁ λῃστὴς καὶ τὸν δέχτηκες στὴ βασιλεία Σου. ∆έξου καὶ τὴν
ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ Σου". Μιὰ σπάνια κοινωνικὴ σκηνή, ποὺ πολλά µᾶς
διδάσκει. "Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, µετὰ δὲ τοῦτο
κρίσις" (Ἑβρ. Θ΄27). Γιὰ κάθε ἄνθρωπο ἐπιφυλάσσεται ὁ θάνατος, καὶ
ἀκολουθεῖ ἡ κρίση τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος µετανοήσει- ἔστω καὶ τὴν τελευταία
στιγµὴ τῆς ζωῆς του σὰν τὸ λῃστή στὸ σταυρὸ - σῴζεται." Ὁ λῃστὴς στὸ
σταυρό, ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ λήστεψε τὸν παράδεισο" (ἱερὸς Χρυσόστοµος). Ὁ δὲ
ὅσιος Ἐφραὶµ ὁ Σύρος θ' ἀναφωνήσει: "Ὢ λῃστοῦ θαυµασίου, τὴν βασιλείαν τῶν
οὐρανῶν ληστεύσαντος"! Καὶ θὰ προσθέσει τὰ ἑξῆς ἀξιοσηµείωτα: "Ὁ
καιρὸς τῆς µετανοίας ὀλίγος ἐστι, τῆς δὲ βασιλείας τῶν οὐρανῶν τέλος οὐκ
ἔστι". Τὰ δολώµατα τῆς ἁµαρτίας εἶναι πάντα ἑλκυστικά, ἐνῷ τὰ µονοπάτια
τῆς µετάνοιας εἶναι δυσκολοδιάβατα καὶ δακρύβρεκτα. Ὡστόσο, τὰ πρῶτα ὁδηγοῦν µὲ
ἀσφάλεια στὴν κόλαση, τὰ δὲ τῆς µετάνοιας καὶ κατὰ Θεὸν λύπης δάκρυα, ὁδηγοῦν
στὴν οὐράνια καὶ αἰώνια "πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, τῶν ἐν οὐρανοῖς
ἀπογεγραµµένων". Ἄλλωστε, "πρόσωπον νιπτόµενον δάκρυσι, κάλλος ἐστὶν
ἀµάραντον" (Ὅσιος Ἐφραίµ). Πρόσωπο δακρυσµένο σὲ µετάνοια, εἶναι πρόσωπο
ἐξαίσιο καὶ πανέµορφο. Πολλὰ τὰ δολώµατα καὶ τὰ παγιδεύµατα τῆς ἁµαρτίας, ἀλλὰ
καὶ "πολύτροπὸς ἐστιν ἡ µετά- νοια". Ἐὰν ὁ διάβολος ὑποβάλλει τὴν
ἁµαρτία στὸν ἄνθρωπο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς τὴν ἐξουδετερώνει καὶ τὴν
ἐξαφανίζει. Σήµερα, γιατί τόση ἁµαρτία καὶ διαστροφή; Ὁ ὅσιος Ἐφραὶµ ὁ Σύρος
ἀπαντᾶ: "Ἐπληθύνθη τὰ κακά, ἐπειδὴ ἀθετεῖται Θεός".
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015
Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015
Τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας εἰς Ὀρχομενόν --- Τοῦ Ἀρχιµανδρίτου Νεκταρίου Ζιόµπολα
Τελευταῖα, ἔντονα ἀκούγονται τὰ γερµανικὰ ἐγκλήµατα. Κατ᾽ ἐξοχὴν ἡ ὁµαδικὴ ἐκτέλεση ἀθῴων πολιτῶν στὸ ∆ίστοµο Βοιωτίας. Ὄντως τὴν 10ην Ἰουνίου 1944, 218 κάτοικοι σφαγιάσθηκαν. Τί προηγήθηκε τῆς σφαγῆς στὴν περιοχή; Συµπλοκὴ - µάχη µεταξύ τοῦ ΕΛΑΣ καὶ γερµανικῆς µονάδος µὲ ἀπώλεια 6 γερµανῶν καὶ περὶ τοὺς 15 Ἕλληνες. Τὸν θάνατον τῶν 6 Γερµανῶν θὰ πληρώσουν ἀθῷοι. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ περὶ τὰ 20 βρέφη καὶ περὶ τὰ 40 παιδιὰ καὶ ἔφηβοι. Τῆς σφαγῆς αὐτῆς προηγήθηκε ἐκείνη τῶν Καλαβρύτων. Στὶς 13.12.1943, περὶ τοὺς 125 ἀθῶοι, µεταξὺ αὐτῶν καὶ 15χρονα παιδιά. Ρίγη συγκινήσεως σ᾽ ὅσους περνόντας βλέπουν τὸ χῶρο ἐκτελέσεων. Ὡς ἕνα τρίτο ὁµαδικὸ µακελλειὸ ἀθῴων τῆς γερµανικῆς φρίκης, ὅπου ἐκτελέσθηκαν λόγω ἀντιποίνων µὲ µυδράλλια 212. Πηγαίνοντας ἀπὸ Τρίπολη ἀπὸ τὸν παλαιὸ δρόµο, πρὸ τῆς Μεγαλοπόλεως ὀρθώνεται τεράστιος Σταυρός. Στὴ Μεγαλόπολη τὸ τραγικὸ γεγονὸς θυµίζεται: «Ὁδὸς 212 ἐκτελεσθέντων». Κάτι παρόµοιο θὰ συνέβαινε καὶ στὸν Ὀρχοµενὸ Βοιωτίας - µικρὴ πόλη -, ὅµως ἡ Παντάνασσα, µὲ δυναµικὴ ἐπέµβαση τὴν µαταίωσε.
Ἕνα ξεχασµένο ἱστορικὸ γεγονὸς φέρουµε στὸ φῶς τῆς δηµοσιότητος. Παρακάµπτεται τὸ τί ἀκριβῶς προηγήθηκε ἐκ µέρους τῶν κατοίκων τοῦ Ὀρχοµενοῦ, ἐνόπλων καὶ µὴ σὲ βάρος τῶν κατοχικῶν δυνάµεων. Μετὰ ἀπὸ τὴν τολµηρὴ ἐνέργεια σὲ βάρος τους, οἱ Γερµανοὶ τῆς περιοχῆς ἔγιναν ἔξω φρενῶν. Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Παναγία ἡ Σκριποῦ ἡ Ὀρχοµενιώτισσα», µεταφέρουµε ἐπιλεκτικά: «Ἔξαλλοι ἀπὸ τὸ θυµὸ τους ἀποφασίζουν νὰ τιµωρήσουν παραδειγµατικὰ τὸν Ὀρχοµενό. καὶ τοὺς κατοίκους του. Ἔτσι 9 Σεπτεµβρίου ὁ Γερµανικὸς στρατὸς κινεῖται πρὸς τὸν Ὀρχοµενό. Σιδηρόφρακτοι ἀδίστακτοι στήνουν περὶ τὴν πόλη τὰ ἀνάλογα µπλόκα. Τὸ πέπλο τοῦ θανάτου σκεπάζει τὸ χῶρο. Κάποιοι πρόλαβαν καὶ ἔφυγαν. Τὶς βραδυνὲς δὲ ὧρες, τρία τάνκς προχωροῦν πρὸς τὸν Ὀρχοµενὸ µέχρι τὸ σηµεῖο ὅπου πλησίον τους ἔχουν τὸ Ναὸ τῆς Μεγαλόχαρης - ἔργο βυζαντινό τοῦ 9ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος δεσπόζει. Ξαφνικὰ τὸ πρῶτο τὰνκ ἀκινητοποιεῖται στὴ µέση τοῦ δρόµου καὶ σβήνει ἡ µηχανή του. Τὸ δεύτερο δοκιµάζει νὰ περάσει δίπλα ἀπὸ τὸ πρῶτο καὶ σβήνει ἡ µηχανή του. Τὸ τρίτο τὰνκ στρίβει νὰ περάσει, ἀλλὰ ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν ἴδια τύχη. Τρία τάνκς ὅπου διέσχιζαν τοὺς δύσβατους τόπους, µένουν «παράλυτα» σὲ ἕνα ἴσιωµα δρόµου. Μάταιη ἡ προσπάθεια ὡρῶν νὰ πάρουν ἐµπρός. Ἐκ τῶν πραγµάτων ὡσὰν νὰ κατάλαβαν ὅτι ἀόρατη δύναµη ἐπενέβη. Ἄγνωστο πόσοι προσηύχοντο στὴν Μητέρα τοῦ ἐλέους». Οἱ ἐντὸς κάτοικοι ἀγνοοῦσαν τὸ γεγονός. Πλέον ὡς ἔγινε στὴν συνέχεια γνωστό, οἱ Γερµανοὶ µὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ταγµατάρχη Ὄφµαν, ἄλλαξαν γνώµη - σχέδια γιὰ ὅ,τι εἶχε ἀποφασισθεῖ, ἡµέρευσαν ἀπότοµα. «Ὡσὰν ξηµέρωσε ἡ 10η Σεπτεµβρίου ὁ Ὄφµαν µὲ ἀξιωµατικοὺς καὶ στρατιῶτες εἰσέρχεται εἰρηνικὰ στὴν πόλη, ζητώντας βοήθεια, γιὰ νὰ πάρουν ἐµπρὸς τὰ τάνκς. Ἐντὸς ὑπῆρχε ἕνας Σέρβος ποὺ γνώριζε γερµανικά, ὁπότε πρόθυµα ἀνέλαβε νὰ κάνει τὸ διερµηνέα». Τὸ πρῶτο ποὺ ζήτησε ὁ Ὄφµαν, ἂν ὑπάρχει ἕνα τρακτέρ νὰ τραβήξει τὰ τάνκς. Ὑπῆρχε ἕνα καὶ τὸ ὁποῖο ἔφθασε πρὸ τῶν τάνκς. «Πρὶν ὅµως προλάβει τὸ τρακτὲρ νὰ βάλει πρὸ αὐτῶν ἐµπρός, τὸ κάθε ἕνα τὰνκ ξαφνικὰ πῆρε ἐµπρός. Θαῦµα! Θαῦµα! ξεφωνήθηκε ἀπὸ ὅλους. Ὄντως µοναδικὴ πέραν τῆς λογικῆς ἡ περίπτωση. Βλέποντας ὁ Ὄφµαν τὸν τεράστιο Ναὸ εἶπε ἐπιτακτικά, πᾶµε ἐκεῖ. Μαζὶ καὶ οἱ στρατιῶτες ὁδηγοὶ τῶν τάνκς καὶ οἱ συνοδηγοί, ὁ Σέρβος, κάποιοι κάτοικοι καὶ ὁ ἱερέας τοῦ Ναοῦ εἰσῆλθαν ἐντὸς αὐτοῦ. Ὁ Ὄφµαν προχωροῦσε καὶ κοίταζε δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ὡσὰν κάτι νὰ ζητοῦσε. Φθάνοντας πρὸ τοῦ τέµπλου, ἀπότοµα γονάτισε στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας (ρωσικῆς τεχνοτροπίας µὲ ἕνα χαρακτηριστικό, ὅπου ἂν σταθεῖς σὲ παρακολουθεῖ µὲ τὸ βλέµµα της). Ἀφοῦ ἔµεινε ὀλίγον γονατιστός, σηκώθηκε καὶ φώναξε: Αὐτὴ ἡ γυναίκα σᾶς ἔσωσε· νὰ τὴν τιµᾶτε καὶ νὰ τὴν δοξάζετε. Τότε καὶ µόνο ἔγινε γνωστὸ τὸ τί εἶχε συµβῆ τὸ βράδυ. Ὅπως ὁµολόγησε ὁ Ὄφµαν µαζὶ µὲ τοὺς ὁδηγοὺς τῶν τάνκς, τὴν ὥρα ποὺ προχωροῦσαν ξαφνικὰ ἀκούστηκε ἕνας παράξενος θόρυβος καὶ µία γυναικεία κραυγὴ πόνου καὶ ἀγωνίας. Τότε ἐµφανίστηκε µπροστά τους µέσα σὲ φωτεινὴ νεφέλη µία µεγαλόπρεπη γυναίκα µὲ αὐστηρὸ ὕφος ἔχοντας σηκωµένο τὸ χέρι της σὲ ἀπαγορευτικὴ στάση καὶ τοὺς ἐµπόδισε νὰ προχωρήσουν µὲ ἀποτέλεσµα τὰ τάνκς νὰ µείνουν ἀπόλυτα ἀκίνητα. Ἀµέσως τὸ ὅλο φαινόµενο χάθηκε. Ταῦτα ἀπὸ τοὺς ἰδίους τοὺς ἐχθρούς τότε Γερµανούς». Ἀφοῦ αὐτὰ ἀκούστηκαν ἀστραπιαῖα ἔφθασε ἡ εἴδηση στοὺς κατοίκους καὶ κτύπησαν πανηγυρικὰ οἱ καµπάνες τῶν Ναῶν. Γερµανοὶ καὶ Ἕλληνες πανηγύρισαν. «Τοὺς ἔκαναν πλούσιο τραπέζι, ὥστε ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν µέχρι τὸ ἀπόγευµα. Πρὶν νυκτώσει ἔφευγαν µὲ τὶς κάννες τῶν τάνκς κατεβασµένες σὲ µία ἔνδειξη ἀποτυχίας, γιατί νικήθηκαν ὡς πρὸς τὴν ἀπόστολή τους ἀπὸ τὴν Παναγία. Ὁ Ὄφµαν σὲ σεβασµὸ πρὸς τὴν Παναγία πρόσφερε µέρος χρηµάτων, µὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε τὸ ὑπάρχον λάβαρο, ὅπου ἡ Παναγία ∆έσποινα εἰκονίζεται µὲ τὸ χέρι ὑψωµένο καὶ τὸ ὕφος αὐστηρό». Καθιερώνεται ἑορτή «∆έκα Σεπτεµβρίου 1944, στὴν Ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου γίνεται ἡ πρώτη ἐπετειακὴ - εὐχαριστιακὴ Λειτουργία καὶ µὲ τὸ ἀνάλογα ἀπολυτίκιο. Ὅλοι παρόντες, µαζὶ καὶ ὁ Ὄφµαν µὲ ἄλλους Γερµανούς». Πλέον παρέµεινε: «Πολιοῦχος καὶ Σώτειρα τῶν Ὀρχοµενίων» καὶ τὴν ὀνόµασαν ΠΑΝΑΓΙΑ ∆ΕΚΑΣΕΠΤΕΜΒΡΙΤΙΣΣΑ Ἤ ΟΡΧΟΜΕΝΙΩΤΙΣΣΑ. «Μετὰ τὸν πόλεµο ὁ ἀξιωµατικὸς Ὄφµαν ἤρχετο γιὰ ἀρκετὰ χρόνια ἀπὸ Γερµανία καὶ ὄχι πάντα µόνος καὶ συµµετεῖχε στὴν ἑορτή. Στὸ σηµεῖο τῆς Παναγιοφανείας ἀνέγειραν προσκυνητάρι, ὅπου τελεῖται κατ᾽ ἔτος εὐχαριστιακὴ δοξολογία. Πλέον ὡς τοπικὴ ἑορτὴ καθιερώθηκε µὲ συµµετοχὴ ἀρχῶν, στρατοῦ καὶ κόσµου. 1943 - 1993. Συµπληρώθηκαν 50 χρόνια ἀπὸ τὸ σώσιµο τοῦ Ὀρχοµενοῦ. Μὲ πρωτοβουλία τοῦ τότε Μητρ. Θηβῶν καὶ Λεβαδείας καὶ νῦν Ἀρχιεπισκόπου κ. Ἱερωνύµου, ἑορτάσθηκαν ἐπίσηµα καὶ πανηγυρικὰ τὰ 50 χρόνια µὲ συµµετοχὴ πολλῶν Ἐπισκόπων, ἀρχῶν τοῦ τόπου καὶ κρατικῶν, µὲ στρατιωτικὸ ἄγηµα καὶ χιλιάδες πιστούς». Πλούσιο τὸ φωτογραφικὸ ὑλικὸ ἐκείνου τοῦ ἑορτασµοῦ. Ὅµως παραµένει ὡς τοπικὸ γεγονός, ἐνῷ ὡς τοιοῦτο ἀξίζει νὰ γενικευθῆ ἐκκλησιαστικῶς. Ἐπειδὴ τὸ θαῦµα πρωτίστως ἀπευθύνεται πρὸς ὀλιγοπίστους, ἀδιαφόρους καὶ ἀπίστους, ὅµως ἕνα τέτοιο συµβὰν ἐπιβάλλεται σὲ ἐποχὴ ἠθικῆς, πνευµατικῆς πτώσεως καὶ ὑλοφροσύνης νὰ πάρει διαστάσεις. Σ᾽ αὐτὸ λείπει «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ» ὅπου κάποιοι συνήθως τό εἰρωνεύονται, δηλαδὴ ποιὸς εἶδε, ποιὸς ἄκουσε. Τοῦτο εἶναι ἱστορικό γεγονός τοῦ σήµερα καὶ ἐφόσον πρεπόντως ἀκουστεῖ «κουνάει» καὶ ἀδιάφορους περὶ τὰ Θεῖα. Εἴθε ἡ παροῦσα δηµοσίευσή του, ἐκ µέρους τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ «Ο.Τ.» νὰ λάβει ἀνάλογες διαστάσεις πληροφορήσεως, φρονεῖται ὅτι ἀξίζει.
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015
Ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ἐπαινεῖ ἱερομόναχο ποὺ διέκοψε τὸ μνημόσυνο του Πατριάρχη. Γράφει:
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος λέγει, πὼς: Στὴν περίπτωση ποὺ ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, συμπεριφέρονται κακῶς καὶ σκανδαλίζουν τὸν λαό, πρέπει νὰ ἐκδιώκονται, ἔστω καὶ ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ μείνουν οἱ πιστοὶ χωρὶς ποιμένα. Εἶναι καλύτερα, συμφέρει, χωρὶς ἐπισκόπους καὶ ἱερεῖς νὰ γίνονται οἱ συνάξεις στοὺς ναούς, παρὰ νὰ ριφθοῦν οἱ πιστοὶ μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοὺς ἱερεῖς στὴν κόλαση, ὅπου πῆγαν οἱ Ἑβραῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ μαζὶ μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τους...
Αὐτὸ ἔπραξε στὶς ἡμέρες μας ὁ Ἁγιορείτης Ἱερομόναχος Γαβριὴλ καὶ μὲ μία ὀλιγόλογη καὶ θαρραλέα Δήλωση καὶ Ὁμολογία διέκοψε τὸ μνημόσυνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, μετὰ τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὶς κοινὲς δηλώσεις μὲ τὸν προηγούμενο πάπα. Στὸ ἑξῆς, γράφει, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι μὲ τὴν σιωπή μου συμφωνῶ μὲ ὅσα γίνονται, δὲν θὰ συμμετέχω στὶς ἀκολουθίες ποὺ μνημονεύεται τὸ ὄνομα τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου.
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015
Τι βοάτε προς με; Δεν βλέπετε ότι καρπόν ου φέρει η άμπελος αύτη;
Ο π. Θεοφάνης είδεν εις όραμά του, εις τας αρχάς του ιθ΄ (19ου) αιώνος, τη βοηθεία του Οσίου Νείλου, όρασιν φοβεράν και προφητικήν δια τους Αγιορείτας Πατέρας των ημερών μας και δι΄ ολόκληρον την Ελλάδα, της οποίας Σκέπη μοναδική ην και εστίν η Θεοτόκος. Εόρακε ούτος εν πλήθος παλαιών Αγιορειτών Πατέρων λέγοντες: «Ω, ποία ταλαιπωρία συνέβη εις την άμπελον ταύτην ; πως ησθένησαν τα κλήματα όλα ταύτα;» Και πλείστα άλλα τοιαύτα, εκφράζοντες δε ούτοι την ανησυχίαν των δια τους νυν πατέρας τους καλλιεργούντας νωχελικώς και νεωτεριστικώς το Περιβόλιον της Παναγίας. Ηκούσθη κατόπιν φωνή ερχομένη έσωθεν βροντής λέγουσα: «Άρατε την σκέπην ταύτην ότι η άμπελος αυτή ηχρειώθη και ου χρήζει της σκέπης ταύτης». Οι πολιοί ούτοι Όσιοι Πατέρες ήρχισαν βοώντες μεγαλοφώνως: «Παύσον Κύριε την οργήν σου κατά της αμπέλου ταύτης, μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από την άμπελον ταύτην. Επάκουσον της φωνής του στεναγμού ημών και παύσον την αγανάκτησίν σου, ότι πολλούς και μεγάλους κόπους κατεβάλομεν εις την άμπελον». Και πάλιν φωνή ηκούσθη εκ της βροντής λέγουσα: «Τι βοάτε προς με; Δεν βλέπετε ότι καρπόν ου φέρει η άμπελος αύτη; Ηβουλήθην πέμψας αγγέλους Σατανά του ερημώσαι την άμπελον ταύτην, ότι ατιμίαν αντί καρπόν φέρει». Ο π. Θεοφάνης βλέπει εν συνεχεία Γυναίκα ερχομένην από την Εκκλησίαν της Παναγίας κρατούσαν Βρέφος εις τας αγκάλας Της και είπε προς τους πατέρας εκείνους: «Παύσατε, ω οσιώτατοι πατέρες. Δεν βλέπετε την άμπελον ότι εξέκλινε και αντί καρπού φέρει εργασίαν ψυχοφθορίας;» Οι δε πατέρες εστράφησαν τότε προς την Θεοτόκον με θρήνον και κλαυθμόν λέγοντες: «Παντάνασσα Δέσποινα, φείσαι της αμπέλου ταύτης της παρά Σου φυτευθείσης. Δέξαι την δέησιν ημών των αναξίων δούλων σου. Μη παραδώσης εις αιχμαλωσίαν την άμπελον ταύτην». Και ευθύς το Βρέφος Αυτής εβόησε: «Που είναι ο καρπός της αμπέλου ταύτης;» και έκαμε νεύμα δια της χειρός Του να συμμαζώσουν το πανίον (την σκέπην). Η δε Κυρία Θεοτόκος εκράτησε την χείρα του Βρέφους και έβαλε την δεξιάν Της εις το στόμα Τούτου και ημπόδισε να ποιήση νεύμα και να κράξη την εγκατάλειψιν του Αγίου Όρους.
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015
«ΠΑΣΧΑ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΣΧΑ» αθωνικά άνθη
Το άγιο Πάσχα πέρασε, βέβαια, σαν εορτή, σαν
υπομνηματισμός λειτουργικός και βιωματικός, σαν «Λαμπροφόρος ημέρα». Αλλά το
φως του το άκτιστον εξακολουθεί να περιλάμπει και να φωταγωγεί τον νουν μας.
Γιατί το άγιο Πάσχα δεν διαυγάζει την ύπαρξή μας μόνον όταν εορτάζεται. Πάσχα
δεν τελούμε μόνο μια φορά το χρόνο σαν «εορτή εορτών και πανήγυριν πανηγύρεων».
Εάν ο Χριστός είναι «μεθ΄ ημών πάσας τας ημέρας της ζωής ημών», άρα Πάσχα
τελούμεν εις ολόκληρον τον βίον μας. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ερμηνεύων τον
παραπάνω λόγον του Χριστού, λέγει: Ο Ευαγγελιστής δεν είπε «τρίτον ήδη τούτο
προς αυτούς ήλθεν επί Τιβεριάδος», αλλά «εφανερώθη», δεικνύων ότι είναι μαζύ
τους, αλλά μη βλεπόμενος αισθητώς, επειδή έδινε την δύναμη στους μαθητάς να τον
βλέπουν όποτε ήθελε. Γιατί αυτή είναι η δύναμη των αθανάτων σωμάτων. Είναι
λοιπόν κοντά μας ο Χριστός, αδελφοί, έστω και αν δεν φαίνεται. Γι΄ αυτό είπε
και στους Αποστόλους κατά την Ανάληψή του· «Ιδού εγώ μεθ΄ υμών ειμί πάσας
τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος». Επομένως πρέπει να αισθανώμεθα δέος
προς τον Χριστόν σαν παρόντα κάθε ημέρα και να εκτελούμε τις εντολές του. Αν
και δεν μπορούμε να τον βλέπουμε τώρα με τα μάτια του σώματος, όμως, εάν έχουμε
νήψη, μπορούμε να τον βλέπουμε συνεχώς με τα μάτια της διανοίας. Και όχι μόνον
απλώς, να τον βλέπουμε, αλλά και να κερδίζουμε έτσι πολλά αγαθά. Γιατί αυτή η
νοερά θέα του Χριστού συνεπάγεται την αναίρεση κάθε αμαρτίας, καταλύει κάθε
κακό πάθος και μας αλλοτριώνει από κάθε τι κακό. Η μυστική αυτή θέα προξενεί
κάθε αρετή, γεννά την καθαρότητα και την απάθεια και χαρίζει τελικά την αιώνια
ζωή και την απέραντη βασιλεία. Εάν επιμελούμεθα της ωραίας αυτής θέας και
βλέπουμε νοερώς τον Χριστόν σαν παρόντα, τότε μπορεί καθένας μας να λέει μαζύ
με τον προφήτη Δαβίδ: «Εάν παρατάξηται επ΄ εμέ παρεμβολή, ου φοβηθήσεται η
καρδία μου· εάν επαναστή επ΄ εμέ πόλεμος, εν ταύτη εγώ ελπίζω» (Ομιλία στο ι΄
Εωθινό). Η ζωή μας, λοιπόν, είναι μια συνεχιζομένη «εορτή εορτών», γιατί το φως
της Αναστάσεως περνά μέσα απ΄ όλες τις λεπτομέρειες της ζωής μας. δεν μπαίνουμε
μόνο μέσα στο φως της Αναστάσεως, αλλά αυτό το φως το άκτιστο εισδύει μέσα στον
άνθρωπο ψυχοσωματικά. Γινόμαστε ένα με το φως. Δεν συγχεόμαστε με το φως, αλλά,
διατηρούντες την αίσθηση της «δεδοξασμένης» υποστάσεώς μας, αισθανόμαστε τις
άκτιστες ενέργειες του αγίου Πνεύματος να «διαδίδωνται» «εις πάντας αρμούς, εις
νεφρούς, εις καρδίαν», και να μετασκευάζουν και αυτές τις βιολογικές
λειτουργίες μας σε κτίση «καινή». Γιατί, όπως λέγει πάλιν ο μέγας Παλαμάς, «ο
καινός εν Χριστώ άνθρωπος, φως ων και ορών δια φωτός, καν εαυτόν βλέπη, φως
ορά, καν προς εκείνο ο ορά, φως εστι και τούτο, καν το δι΄ ου έχη το οράν, και
εκείνο φως εστι· και τούτο εστιν η ένωσις, εν πάντ΄ εκείνα είναι…»(Προς Ξένην).
Όλες οι
εορτές της Εκκλησίας υπομνηματίζουν τα γεγονότα, που αποτελούν τις ξεχωριστές
φάσεις του απολυτρωτικού και θεοποιητικού έργου του Χριστού. Η τελική φάση
είναι η Ανάσταση, που ολοκληρώνουν η θεία Ανάληψη και η Πεντηκοστή, κατά την
οποία συγκροτείται «όλος ο θεσμός της Εκκλησίας». Αλλά η Ανάσταση είναι η αρχή,
το κέντρον και η ανακεφαλαίωση όλου του έργου της θείας ευδοκίας. Η Ανάσταση
είναι το μεθόριο μεταξύ δύο κόσμων, του παλιού και του νέου, του «καινού». Είναι
τόσο θεμελιώδους σημασίας η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού για την ζωή
μας, ώστε στον λειτουργικό κύκλο του χρόνου να την εορτάζουμε πενήντα δύο φορές
με τον πιο λαμπρό τρόπο κάθε Κυριακή. Εκτός του γεγονότος, ότι όσες φορές
κοινωνούμε το τεθεωμένο Σώμα και Αίμα του Χριστού, κάνουμε Πάσχα. Ησημασία της
Αναστάσεως δεν εξαντλείται στην αρνητική άποψη, που διετύπωσεν ο Απόστολος
Παύλος· «εάν ο Χριστός δεν ανέστη, άρα ματαία ημών η πίστις». Δεν εξαντλείται επίσης
στο γεγονός, ότι ο Χριστιανισμός στέκεται ή πέφτει με την Ανάσταση του Χριστού
ή όχι. Χωρίς την Ανάσταση δεν μπορούμε να εννοήσουμε τίποτε απ΄ όσα έλαβαν
χώραν κατά την Ενσάρκωση του Χριστού και όσα εδίδαξεν ως Ευαγγέλιον. Η Ανάσταση
του Κυρίου Ιησού ενοποιεί όλες τις επί μέρους φάσεις της παρουσίας Του στη γη
και συμπυκνώνει όλες τις συνέπειες της Ενανθρωπήσεως, σαν τελικό σκοπό και σαν
θρίαμβο του Θεού. Με την Ανάσταση φανερώνεται τι είναι ο Θεός και τι ο
άνθρωπος. Μόνον υπό το φως της Αναστάσεως μπορούμε να αντιληφθούμε το μεγαλείο
του Θεού και το μεγαλείο του ανθρώπου. Προσλαμβάνει ο Θεός την εκπεσμένη και
εμπαθή φύση του ανθρώπου και τη θεώνει. Από εδώ και πέρα ο άνθρωπος δεν είναι
πλέον «σαρξ και αίμα», αλλά θεός κατά χάρη, είναι «θείας κοινωνός φύσεως». Δεν
γίνεται θεός κατά χάρη μετά θάνατον, αλλά έχει την δυνατότητα να γίνει θεός από
εδώ. Ζει τώρα μέσα στην σάρκα, αλλά συμπεριφέρεται σαν θεός, όπως λέγει ο
Αλεξανδρεύς Κλήμης. Ο χρόνος της παρούσης ζωής εισέρχεται μεταποιημένος μέσα
στην άχρονη αιωνιότητα, προς την οποία κατευθυνόμεθα. Ηπαρούσα ζωή, με την
Ανάσταση του Χριστού, έγινε ένα κλάσμα χρονικό της μελλούσης, όπου, των
«εσόπτρων λυθέντων», θα μετέχουμε «εκτυπώτερον», δηλ. ουσιαστικώτερα στην ζωή του
Χριστού και θα απολαμβάνουμε πληρέστερα την χαρισθείσα μακαριότητα μέσα στο φως
της Αγίας Τριάδος.
Η μακαριότης
είναι η εν Θεώ ζωή, που ανέτειλεν από τον «Όλβιον Τάφον» του Χριστού, σαν
αγάπη, χαρά, ειρήνη, φως, που αποτελούν όχι απλώς θεία δωρήματα, αλλά χορηγίες
ενυποστάτων θείων ενεργειών, που διεπερούν ολόκληρη την ψυχή, τον νουν και το
σώμα. Το φως και η χαρά του αγίου Πάσχα, η δύναμη και η ωραιότης, ως άκτιστες
θείες ενέργειες, μεταβάλλουν και αυτά τα μέλη μας σε φως και ωραιότητα, σε
δύναμη και πλούτο, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Αλλοιούνται οι
αισθήσεις μας προς το θειότερο και γινόμαστε ολόκληροι φως. Και ο νους μας, που
πλέει στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, γίνεται ένα φως όμοιον με το ιδικόν
του. Και τότε γεμίζουμε με ευδαιμονία και από θεία γλυκύτητα. Το πρόσωπό μας
λάμπει, όπως το πρόσωπο του ηγαπημένου Ιησού. Και τότε αισθανόμαστε τον εαυτό
μας, όπως σημειώνει ο άγιος Συμεών, ωραιότερον απ΄ όλους τους ωραίους,
πλουσιώτερον απ΄ όλους τους πλουσίους και δυνατότερον απ΄ όλους τους
αυτοκράτορες… Αλλά για να δεχθούμε το άκτιστο φως που συνεχώς μάς στέλλει ο
Αναστηθείς Γλυκύτατος Ιησούς, πρέπει να καθαρίσουμε τις καρδιές μας και να τις
στολίσουμε με αρετές. Χωρίς δεκτικότητα, πως το φως θα εισέλθει στην ψυχή μας;
Εάν η ψυχή μας δεν γίνει καθαρός καθρέπτης, πως θα λάμψει το φως της Αναστάσεως
μέσα μας; Οι ακάθαρτοι λογισμοί και οι αμαρτωλές πράξεις και οι ενέργειες του
διαβόλου στην καρδιά μας είναι σκοτάδι. Πως το άγιο φως του Χριστού θα λάμψει
«εν ταις καρδίαις ημών»; Γι΄ αυτό, όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης,
«Ας παρακαλέσωμεν, αγαπητοί, τον αναστάντα Χριστόν να νεκρώση μεν τους εν τη
καρδία μας παρακαθημένους εμπαθείς λογισμούς και δαίμονας, να αναστηθή δε αυτός
μέσα μας, υπερβαίνων ως σφραγίδας τους εν τη ψυχή μας ευρισκομένους εμπαθείς
τύπους και προλήψεις της αμαρτίας, ως λέγει ο θεοφόρος Μάξιμος· «Ο Κύριος
ανίσταται, ωσεί νεκρούς μεν ποιών τους υπό των δαιμόνων τη καρδία
παρακαθημένους εμπαθείς λογισμούς, τους διαμεριζομένους εν τοις πειρασμοίς
ώσπερ ιμάτια τους τρόπους της ηθικής ευπρεπείας, και υπερβαίνων ώσπερ σφραγίδας
τους επικειμένους τη ψυχή τύπους των κατά πρόληψιν αμαρτημάτων» (α΄ εκατ. των
θεολογικών κεφ. ξγ΄).
…Εάν ουν
ημείς θεοφιλώς και καινώς πολιτευώμεθα, αδελφοί, ως άνωθεν είπομεν, θέλομεν
γνωρίσει μέσα εις τον εαυτόν μας την θαυμαστήν δύναμιν της Αναστάσεως του
Κυρίου, ήτις είναι ο προηγούμενος σκοπός, δια τον οποίον ο Θεός τα πάντα
εποίησε, κατά τον αυτόν θείον Μάξιμον, και ακολούθως θέλομεν αξιωθή να
εορτάζωμεν το Άγιον Πάσχα του Κυρίου εν τη παρούση μεν ζωή με χαράν πνευματικήν
και αγαλλίασιν της καρδίας μας, εν δε τη μελλούση, να εορτάζωμεν αυτό
εκτυπώτερόν τε και καθαρώτερον, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών τω εκ νεκρών
αναστάντι. Ω η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας.
Αμήν.
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015
O MΥΘΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ ΜΕ ΑΛΛΟΔΟΞΟΥΣ -- του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών
Στο φύλλο του
«Ο.Τ.» της 17-11-06 δημοσιεύθηκε κείμενο με τίτλο: «Η επικοινωνία με τους
αλλόδοξους δυνατότητα ορθοδόξου μαρτυρίας».
Το εν λόγω κείμενο στηρίζει και προβάλλει τη συμμετοχή των ορθοδόξων
στους διαχριστιανικούς διαλόγους με το γνωστό επιχείρημα ότι η επικοινωνία μας
με τους αλλοδόξους αποτελεί μοναδική ευκαιρία προσφοράς, εκ μέρους μας, της
μαρτυρίας της ορθοδόξου αληθείας, την οποία η Εκκλησία μας κατέχει!
Πρόκειται, σήμερα, για έναν ισχυρισμό, ο οποίος στηρίζεται στην κοινή
λογική, σύμφωνα με την οποία η επικοινωνία μας αυτή επιβάλλεται ως μονόδρομος
μιας τέτοιας προσφοράς, εφόσον είναι λογικό να δεχθούμε ότι, εάν δεν
συναντηθούμε εν διαλόγω με τους αλλοδόξους αδελφούς μας, δεν μπορούμε να τους
πληροφορήσουμε πειστικά για τον πλούτο των αληθειών της πατερικής μας
παραδόσεως και γενικά για την ορθοδοξία της πίστεώς μας!
Αλλά ένας τέτοιος
ισχυρισμός θα ήταν πράγματι, σήμερα, ένα πειστικό επιχείρημα για τη συμμετοχή
της Εκκλησίας μας σε τέτοιους διαλόγους, εάν υπήρχαν όντως οι όροι και οι
προϋποθέσεις και οι συνθήκες εκείνες, οι οποίες θα καθιστούσαν πραγματοποιήσιμο
ένα τέτοιο έργο μαρτυρίας της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας στους πλανεμένους
αλλοδόξους αδελφούς μας! Εντούτοις, σήμερα, πολλοί παράγοντες, ποικίλης φύσεως,
αποδεικνύουν ουτοπικό έναν τέτοιο ισχυρισμό ή μέθοδο επικοινωνίας μας με
τους αλλοδόξους, με στόχο την ανάπτυξη της ιεραποστολικότητας της
Εκκλησίας σε χώρους διαχριστιανικών διαλόγων, στους οποίους κυριαρχεί το οικουμενιστικό
πνεύμα, της αλλοτριώσεως της χριστιανικής πίστεως από τα στοιχεία της
αγιοπνευματικής-χαρισματικής της δυναμικής! Έτσι κάτω από τις προϋποθέσεις και
τους όρους, υπό τους οποίους οι διάλογοι αυτοί πραγματοποιούνται σήμερα, το
επιχείρημα της αναγκαιότητος αναπτύξεως ιεραποστολικότητος της Εκκλησίας στους εν
λόγω χώρους, ως ουτοπικό, αποτελεί μύθο!
Και είναι αλήθεια ότι ο μύθος αυτός γίνεται σήμερα πιστευτός και
αποδεκτός από ανθρώπους της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τα συμβαίνοντα
στον οικουμενιστικό χώρο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών ή στους
διαλόγους με τους παπικούς και γενικότερα στις διαθρησκειακές δραστηριότητες!
Εξάλλου, τα συμβαίνοντα στους οικουμενιστικούς χώρους, που θεμελιώνουν την
πραγματικότητα του μύθου, στο ουτοπικό επιχείρημα της δυνατότητος
μαρτυρίας ή ιεραποστολικότητος, είναι μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
1. Κάθε
ετερόδοξος εκπρόσωπος, σε ένα διαχριστιανικό διάλογο, έχει συγκεκριμένη
αποστολή να εκθέσει και να υπερασπισθεί την ομολογιακή του πίστη στις σχετικές
συζητήσεις. Δεν προσέρχεται, καταρχήν, σ΄ ένα διάλογο, για να αναζητήσει
καλύτερες θέσεις στην προσωπική του πίστη. Έπειτα, οι ομολογιακές διαφορές
μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και ετεροδόξων-αιρετικών-διδασκαλιών, είναι συνήθως
διαμετρικά αντίθετες, και δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικώς μια ορθόδοξη
μαρτυρία τον ετερόδοξο αποδέκτη!
Εν προκειμένω, ο συνάδελφος Πατρολόγος Καθηγητής Στυ. Παπαδόπουλος, με
πολυετή εμπειρία στους χώρους των διαχριστιανικών διαλόγων, βεβαιώνει ότι: «Δεν
συνέβη μέχρι σήμερα, κάποια Ομολογία να εγκαταλείψει στοιχείο της διδασκαλίας
της ως αποτέλεσμα των διαλόγων… Κάποιες ίσως δευτερεύουσες πρακτικές πλευρές
δυνατόν να δέχθηκαν οι εταίροι μας να αλλάξουν· ποτέ στοιχείο της διδασκαλίας
τους…».
2. Εκ της
πρακτικής του τρόπου διεξαγωγής των διαλόγων αλλά, κάποιες φορές, και του
είδους της παρουσίας και δράσεως ημετέρων εκπροσώπων, βεβαιώνεται, το αντίθετο,
ότι δηλ. ορθόδοξοι εκπρόσωποι, όχι μόνο δεν δίνουν την οφειλομένη μαρτυρία αλλά
στηρίζουν ετερόδοξες θέσεις.
Σε έκθεση, του Μητρ. Περιστερίου Χρυσοστόμου και π. Θ. Ζήση, σχετικά με
τη συμμετοχή ημετέρων σε συγκεκριμένο διάλογο, σημειώνονται και τα εξής· «…οι
ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εις τους διαλόγους παρουσιάζονται ¨τελείως απαράσκευοι¨
και δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Πολλά ορθόδοξα μέλη, λόγω αγνοίας, υιοθετούν
ΡΚαθολικάς απόψεις… και απορρίπτουν τας Ορθοδόξους ή θεωρούν τον διάλογον
προσωπικήν των υπόθεσιν και βάσει των προσωπικών γνωριμιών και συμφερόντων
καθορίζουν την θέσιν των…».
3. Στους διαχριστιανικούς διαλόγους, οι
ετερόδοξοι προτιμούν θέματα, ή ζητήματα, τα οποία, όπως εκτιμούν, μας ενώνουν,
αλλά ποτέ δεν δέχονται να συζητηθούν εκείνες οι διδασκαλίες, που μας χωρίζουν!
Γεγονός, που βεβαιώνεται από το περιεχόμενο των «κοινών δηλώσεων», που
συντάσσονται μετά το πέρας ενός διαλόγου!
Και εδώ σημαντικά και αποδεικτικά είναι όσα σχετικώς βεβαιώνει ο καθ. Στ. Παπαδόπουλος· «Στο διάλογο με τους ΡΚαθολικούς έλαβα μέρος για δέκα σχεδόν έτη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, συντάχθηκε σειρά κειμένων και σε κανένα απ΄ αυτά «δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουν δογματικές διαφορές». Οι ΡΚαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν, παρά την έντονη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών… Θέλουνε να μη εμφανίζεται ο διάλογος ως οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή – το πολύ – σε διαφορές Θεολογικών «Σχολών»!
Και εδώ σημαντικά και αποδεικτικά είναι όσα σχετικώς βεβαιώνει ο καθ. Στ. Παπαδόπουλος· «Στο διάλογο με τους ΡΚαθολικούς έλαβα μέρος για δέκα σχεδόν έτη. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, συντάχθηκε σειρά κειμένων και σε κανένα απ΄ αυτά «δεν αναφέρεται ότι οι δύο Εκκλησίες έχουν δογματικές διαφορές». Οι ΡΚαθολικοί αρνήθηκαν επίμονα να γραφεί κάτι τέτοιο και οι Ορθόδοξοι άνετα το δέχθηκαν, παρά την έντονη επιμονή μου να σημειωθεί το γεγονός των δογματικών διαφορών… Θέλουνε να μη εμφανίζεται ο διάλογος ως οφειλόμενος σε δογματικές διαφορές αλλά σε ψυχολογικές και πολιτικές ή – το πολύ – σε διαφορές Θεολογικών «Σχολών»!
4.
Αλλά κάθε προσπάθεια εκφοράς ορθοδόξου μαρτυρίας, σ΄ ένα διαχριστιανικό
διάλογο, αποβαίνει αδύνατη, λόγω των σχετικών καταστατικών αρχών του Π.Σ.Ε.
Έτσι:
α) Η Οικουμενική Χάρτα (2000) προτρέπει να παραιτηθούμε από την ιεραποστολή στους ετεροδόξους, επειδή αυτό θεωρείται προσηλυτισμός. Έτσι «υποσχόμεθα να μη προτρέπωμεν ανθρώπους να αλλάσσουν την Εκκλησίαν αυτών».
α) Η Οικουμενική Χάρτα (2000) προτρέπει να παραιτηθούμε από την ιεραποστολή στους ετεροδόξους, επειδή αυτό θεωρείται προσηλυτισμός. Έτσι «υποσχόμεθα να μη προτρέπωμεν ανθρώπους να αλλάσσουν την Εκκλησίαν αυτών».
β) Μας έχει επιβληθεί η
αρχή (Βανκούβερ 1983), σύμφωνα με την οποία οι θεολογικές διαφορές είναι σε
κάθε περίπτωση νόμιμες και δεν θεωρούνται ως εμπόδιο για την ενότητα των
διαφόρων ομολογιών. Την αρχή αυτή ανανέωσε και ισχυροποίησε η αρχή της Θ΄ Γεν.
Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας (2006), σύμφωνα με την
οποία· «Η αποστολική πίστη της Εκκλησίας είναι μία, αλλά μπορούν νόμιμα να
υπάρχουν διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας». Ο Θεός θα
εναρμονίσει τις διαφορές και θα εξαφανίσει «τις ανθρώπινες αδυναμίες!». Η
οικουμενιστική αυτή νομιμοποίηση των αιρέσεων εξουδετερώνει τον ορθόδοξο
χαρακτήρα κάθε μαρτυρίας εκπροσώπου της Εκκλησίας μας!
Το επιχείρημα επομένως, το οποίο συγκινεί ιδιαίτερα τους αγνοούντες
ορθοδόξους πιστούς τα συμβαίνοντα στους οικουμενιστικούς χώρους των
διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων, και τους πείθει να έχουν την άποψη
ότι πρέπει να πηγαίνουμε στους διαλόγους αυτούς, λόγω του χρέους μας να δίνουμε
την ορθόδοξη μαρτυρία, αποτελεί μύθο, ο οποίος εξυπηρετεί τους σκοπούς των
οικουμενιστών «ορθοδόξων», κληρικών και λαϊκών!
Η
ιεραποστολικότητα της Εκκλησίας ανθεί θεοφιλώς, πράγματι, στους χώρους της
εξωτερικής δραστηριότητος των ιεραποστολών, όπου οι ψυχές των αποδεκτών του ορθοδόξου
μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας το προσλαμβάνουν διψαστικώς και το βιώνουν και
συγκροτούν την νεόφυτη Ορθοδοξία! Την Ορθόδοξη… Ορθοδοξία!
Η
ιεραποστολικότητα της Εκκλησίας δεν συγκινεί νόες διαποτισμένους από την
επάρατη αίρεση! Ας μη αποπροσανατολίζουμε με μύθους την ορθόδοξη συνείδηση του
πληρώματος της Εκκλησίας!
Ο ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ Ν. ΘΕΟΛΟΓΟΥ -- Αθωνικά άνθη
Καιρός όμως να ασχοληθώμεν με το πρόσωπον και το έργον
του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Ο Πατήρ εις τα γραπτά του προσπαθεί να
εκφράση την δια πλουσίου θείου έρωτος φορτισμένην καρδίαν του και όλην την
βιωματικήν πείραν του εμμέτρως. Καταφεύγει εις την ποίησιν, εις τον χώρον της
οποίας δύναται να δρα και να κινήται ελευθέρως. Εις τους στίχους του ας μη
αναζητήσωμεν ούτε τον ρεμβώδη και μυστικοπαθή ρωμαντισμόν ούτε τον ταυτιζόμενον
με την φύσιν ρεαλισμόν. Ο ποιητής εκφράζει μεν χαρακτηριστικάς ερωτικάς του
καταστάσεις, αλλά αύται είναι απηλλαγμέναι, ως αγιοπνευματικαί, συναισθηματικών
εξάρσεων, ως το τοιούτον παρατηρείται εις τον λυρισμόν. Εννοείται δε ότι μία
τοιαύτη ποίησις ευρισκομένη πέραν των κοινών ανθρωπίνων εμπειριών δεν έχει
τίποτε το τεχνικόν. Διο και η υπερκοσμία ποίησις του Πατρός καθώς και κάθε άλλο
ορθόδοξον και πυρετώδες μυστικόν κείμενον στερείται ύφους. Δικαίως λοιπόν
δυνάμεθα να καυχηθώμεν δια τον άγιον Πατέρα ότι αποτελεί δια την Εκκλησίαν μας
σημαντικώτατον κεφάλαιον. Ουδείς ψευδομύστης ουδεμιάς ψευδοθρησκείας, ουδέ
ψευδομυστικός ουδενός νοσηρού μυστικισμού, ούτε φιλόσοφος ουδεμιάς φιλοσοφίας,
ουδέ καλλιτέχνης ουδεμιάς τέχνης εγνώρισεν, ουδέ ήτο δυνατόν, τόσον βαθέα,
εναργή και πλούσια εις πόθον ερωτικά εν αγίω Πνεύματι βιώματα ελεύθερα πάσης
γεώδους αισθήσεως ως ο Νέος Θεολόγος. Το περιεχόμενον της ποιήσεως του Πατρός
αποτελεί όντως την συνισταμένην όλων των θεωριών και εμπειριών του μυστικού
βίου των Ορθοδόξων Πατέρων. Είναι επομένως μέγιστον λάθος, αλλά και φοβερά
βλασφημία, να αποδίδεται νοσηρότης εις το μυστικόν έργον του Πατρός. Είναι
εντελώς αδύνατον εις ένα ορθολογιστήν και εγκεφαλικόν άνθρωπον, αμέτοχον της
ενεργείας των θείων ερώτων, να εισέλθη εις τα άγια των αγίων της θεωρίας και
της ενώσεως μετά του Θεού. Τας εις τα ύψη πτήσεις του αετού δεν δύναται να
γνωρίση ο πετεινός, παρά την πεποίθησίν του ότι αποτελεί το σύμβολον δυνάμεως
εντός του ορνιθώνος του, καθώς λέγει ο στάρετς Σιλουανός. Η προσπάθεια ερμηνείας
των ουρανίων δια των γεηρών μαρτυρεί άγνοιαν, τύφλωσιν, θρασύτητα.
Πριν όμως ανοίξωμεν τα ιστία δια την, κατά την ασθένειάν
μας, παρουσίασιν του ερωτικού μυστηρίου του ωκεανού της βιώσεως του θείου
Πατρός, θα αναλύσωμεν προεισαγωγικώς δύο όρους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται υπ΄
αυτού ιδιαζόντως. Πρόκειται δια τους όρους πυρ και τρώσις.
Και εν αρχή το πυρ: Το εν τη καρδία πυρ, το οποίον ήλθεν
ο Κύριος «βαλείν επί την γην» (Λουκ. 12, 29) δεν είναι βεβαίως υλικόν αλλά
πνευματικόν και αυξομειούται αναλόγως της εντάσεως του έρωτος εις την καρδίαν.
Όλος ο έρως αναφέρεται ως «πυριφλεγής» (Ιωάννης Καρπαθίου, Κεφάλαια 92,
Φιλοκαλία Α΄ σ. 295). Ο αναχωρών του κόσμου δια την αγάπην του Ιησού «ευθέως
πυρ εν προοιμίοις κέκτηται», το οποίον «κατά πρόσω την πυράν σφοδροτέραν
εξάψειε» (Κλίμαξ Λόγ. 1, 24, σ. 17). Το πυρ αυξάνει όσω προσεγγίζομεν τον Θεόν
και είναι μαρτυρία της μεθ΄ ημών συμπορεύσεως του Ιησού (Λουκ. 24, 32). Όσω ο
έρως αυξάνει εις την ψυχήν, τοσούτον αύτη εξάπτεται. «Όσω γαρ τας εαυτής
αναβάσεις αμείβει δια του Πνεύματος και επί τα βάθη χωρεί του Θεού, τοσούτω
πυρπολείται τω πυρί της εφέσεως» (Νικήτας Στηθ. Γνωστικά κεφάλαια Γ΄ 37. PG
120, 969 B). Aλλά και ο νους «πολλής
τινος κάτοχος ακολούθως ερωτοληψίας γίνεται και εφαμίλλως μανικώς εκβακχεύεται
και πόθους αναρριπίζει διακαείς τη ψυχή, υπέκκαυμα θείας αγάπης το καταληπτόν
του ακαταλήπτου ποιούμενος και την απορίαν πορισμόν ερώτων τιθέμενος»
(Κάλλιστος Καταφ. Περί θείας ενώσεως…
91. Φιλοκαλία τόμ. Ε΄ σ. 57). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ομιλεί περί
«φλογός αγνείας διακοψάσης φλόγα (πορνείας)», και περί πυρός ουρανίου το οποίον
τρέφει τας ψυχάς (Λόγος 30, 11 σ. 168). Το πυρ προσιδιάζει εις τον καρδιακόν
έρωτα, έχει ενέργειαν καθαρτικήν, ενώ το φως προσιδιάζον εις τον νοερόν και
εκστατικόν έρωτα έχει φωτιστικήν την ενέργειαν. Δύο όψεις μιάς και της αυτής
θείας ενεργείας: «Το αυτό γαρ και πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως ονομάζεται»
(Κλίμαξ Λόγ. 28, 52 σ. 163).
Η τ ρ ώ σ ι ς. Τρώσις είναι ο τραυματισμός της ψυχής υπό των
βελών της θείας αγάπης. Είναι η μόνη πληγή που προξενεί αντί άλγους
ευγνωμοσύνην και ευχαριστίαν άπειρον προς τον τρώσαντα. Η χαίνουσα πληγή ποιεί
την ψυχήν ταπεινήν και συγχρόνως ευπαρρησίαστον. Γράφει εις μίαν ευχήν του ο
άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Τετρωμένος την καρδίαν ειμί εγώ· εξέτηξέ με ο ζήλός σου, ηλλοίωσέ με η αγάπη Σου, Δέσποτα· δέσμιός ειμι τω έρωτί Σου…» (PG 96, 817
B). H τρωθείσα
ψυχή παραβάλλεται προς έλαφον, η οποία με σκοπόν «του σβέσαι ιόν προς υδάτων
τρέχει πηγάς», ενώ εκείνη, «βέλεσι θείοις τρωθείσα, άπαυστον έλκει τον προς τον
τρώσαντα έρωτα» (Ηλία πρεσβ. , Ανθολόγιον γνωμικόν 23. Φιλοκαλία Β΄ 301). Η
τρώσις ποτέ δεν αφήνει την ψυχήν να δημιουργήση μίαν συμβατικήν προς την
αμαρτίαν σχέσιν. «Ου δύναται εις βάθος τρωθείσα ψυχή τω έρωτι του Θεού, μετά την
γεύσιν των νοητών της γλυκύτητος αυτού δωρεών, όλως εφ΄ εαυτήν ίστασθαι…»
(Νικήτας Στηθ. Γνωστικά κεφάλαια Γ΄ 37. PG 120, 969 B). Εις την τρώσιν, εν τέλει, οφείλεται
και η εξερχομένη κραυγή εκ των χειλέων της ψυχής, όπως· «Την ψυχήν μου κεκαρδίωκας, και ου δύναμαι κατέχειν σου την φλόγα…»,
«… ου φέρω του πόθου την ενέργειαν» (Κλίμαξ, 29, 15, σ. 166 και 30, 18, σ. 169) κ. ά. τ.
Εκτός δε των
προαναφερθέντων όρων εις την β΄ συνέχειαν, αναφέρομεν και τούτους τους
πληθωρικώς παρατιθεμένους εις το έργον του Πατρός: ζήλος, μανία, κραυγή,
γλυκασμός, έκλυσις μελών, αρραβών, σύλληψις, κυοφορία, γέννησις.
Ας μας
συγχωρηθή όθεν η παράθεσις μακροσκελών αναφορών εκ του έργου του μεγάλου Πατρός
δια μίαν όσον το δυνατόν ωλοκληρωμένην γνώσιν. Ο άγιος Συμεών έγραψε: Κεφάλαια
(πρακτικά, θεολογικά, γνωστικά), Κατηχήσεις, Λόγους, Επιστολάς, Ύμνους. Οι «των
θείων ερώτων ύμνοι» υπερβαίνουν τους 8200 στίχους. Εις τους στίχους τούτους
υμνείται ο θείος έρως και η ένωσις μετά του Ηγαπημένου. Των ύμνων του Συμεών
προηγείται μία ευχή πλήρης περιπαθούς αναζητήσεως του προσώπου του Ιησού. Εις
αυτήν κραυγάζει ο ποιητής μας δια της ρηματικής προστακτικής, «Ελθέ»: «Ελθέ το
φως το αληθινόν, ελθέ η αιώνιος ζωή, ελθέ το αποκεκρυμμένον μυστήριον… ελθέ Ον
επόθησε και ποθεί η ταλαίπωρός μου ψυχή· ελθέ ο μόνος προς μόνον, ότι μόνος
ειμί, καθάπερ οράς! Ελθέ ο χωρίσας εκ πάντων και ποιήσας με μόνον επί της γης·
ελθέ ο γενόμενος πόθος αυτός εν εμοί και ποθείν Σε ποιήσας με, τον απρόσιτον
παντελώς! Ελθέ η πνοή μου και η ζωή, ελθέ η παραμυθία της ταπεινής μου ψυχής,
ελθέ η χαρά και η δόξα και η διηνεκής μου τρυφή» (Sources Chretiennes,
156, 150- 152). H ευχή αύτη είναι ενδεικτική της πεποιθήσεως του ωραίου Ιησού. Πράγματι η
διψαλέα αναζήτησις του Θεού προς μυστικήν ένωσιν, κατέχει ιδιάζουσαν θέσιν εις
το έργον του αγίου. Η αναζήτησις όμως αυτή δεν έχει τίποτε το απελπιστικόν,
ούτε είναι σκοτεινή και απογνωστική· υπάρχει όχι μόνον η βεβαιότης της
επισκέψεως του Ηγαπημένου αλλά και η πίστις της εκ των προτέρων ενώσεως μετ΄
Αυτού. Εις τους παρακάτω στίχους περιγράφεται εναργώς η ήρεμος αγωνία κατά την
αναζήτησιν:
…εκτήκομαι
τας φρένας, -- τον νουν και την καρδίαν μου φλεγόμενος και στένων. –Περιπατώ
και καίομαι ζητών ώδε κακείσε – και ουδαμού τον εραστήν ευρίσκω της ψυχής μου.
– (Ύμνος 16, 10- 13. SC 174, 10). H αγωνία,
φλεγομένη, ευρίσκεται εις το αποκορύφωμά της. Είναι όμως όλα τόσο συγκρατημένα
και απαθή. Η απώλεια – ή κατ΄ ακρίβειαν η απόκρυψις – του Ηγαπημένου αναγκάζει
τον Συμεών να συμβουλευθή άλλους ενθέους άνδρας περί του τι δέον γενέσθαι. Και
τους πάντας επηρώτων – τους ποτε Αυτόν ιδόντας. – (Ύμνους 29, 92-93. SC 174, 320).
Εις τον
θείον έρωτα του ημετέρου ορθοδόξου μύστου παρατηρείται αφ΄ ενός η αγωνία, η
αδημονία, η αναζήτησις του Ερωμένου και αφ΄ ετέρου η θεωρία, η εύρεσις και η
περίπτυξις Αυτού. Ταύτα πάντα δύνανται να παρομοιασθούν με κύκλον, ο οποίος
πριν ενώση τα δύο άκρα του, δια να σχηματισθή κλειστός κύκλος, ανοίγει εκ του
άκρου του ενός κύκλου άλλος και άλλος, ώστε να σχηματισθή δια των ημικλείστων
τούτων κύκλων μία συστροφή δυνατών βιωμάτων, έχουσα προορισμόν την παραγωγήν
του θείου ανδρός εις εναργεστέραν, ασφαλεστέραν και βεβαιοτέραν εποπτείαν και
θεωρίαν. Το εν βίωμα αποτελεί την αιτιώδη σχέσιν του ετέρου: την ερωτικήν
κατατρύφησιν ακολουθεί η εγκατάλειψις· αυτήν ακολουθεί η αναζήτησις· την
αναζήτησιν διαδέχεται η επίσκεψις του Κυρίου και η μετάδοσις θείων δώρων.
παραθέτομεν στίχους οι οποίοι ομιλούν δια την διαλεκτικήν πορείαν του
συμεωνικού μυστικού βιώματος.
Και νεφέλης
ώσπερ είδος – φωτεινής επιπεσούσα – όλη προς τη κεφαλή μου – εωράτο καθημένη –
και κραυγάζειν ενεποίει – εν εκπλήξει γενομένω. – Όμως πάλιν αποπτάσα –
εγκατέλιπέ με μόνον – και ζητούντί μοι εμπόνως – ταύτην, αίφνης όλην πάλιν – εν
εμοί γνωστώς ευρέθη (Ύμνος 17, 374-384. SC 174 40).
Ο Ηγαπημένος
«γνωστώς ευρέθη», πλην δεν έμεινεν ες αεί μετά του εραστού. Μετά την νέαν
επίσκεψιν του Δεσπότου προς τον δούλον και την ακολουθούσαν απόκρυψιν απ΄ αυτού
ο Δεσπότης πάλιν αποκρύπτεται, ενώ ο Συμεών αρχίζει εκ νέου την αγωνιώδη
αναζήτησιν.
Έφευγεν
Εκείνος τάχος – έτρεχον εγώ ευτόνως, εδρασσόμην ουν πολλάκις – του κρασπέδου
τούτου φθάνων. –Ίστατο μικρόν Εκείνος – έχαιρον εγώ μεγάλως, -- και αφίπτατο
και πάλιν – κατεδίωκον και ούτως – απιόντος, ερχομένου, -- κρυπτομένου,
φαινομένου – ουκ εστράφην εις τουπίσω (Ύμνος 29, 71-81 SC 174, 320).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)