Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Το Πορτραίτο της Παναγίας δια χειρός Αποστόλου Παύλου --- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου Καθηγητού Α.Π.Θ.

Δίπλα στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού, που ευδόκησε να δανεισθεί τη σάρκα της και να μπει στην ιστορία ως ο Μονογενής Υιός της Παρθένου, η Παναγία Μητέρα του Κυρίου κατέχει μία θέση μοναδική. Ανάμεσα στην υπερτίμηση των παπικών, που σχεδόν θεοποίησαν τη σεμνή κόρη της Ναζαρέτ, και στην υποτίμηση των προτεσταντών, που τη θεωρούν ως μία απλή γυναίκα, σύζυγο του Ιωσήφ, στέκει η ορθόδοξη πίστη μας. Εδώ η Θεοτόκος απολαμβάνει την πρέπουσα τιμή. Το πρόσωπό της αναδεικνύεται κριτήριο ορθοδοξίας, καθοριστικό για τη διατύπωση των δογματικών όρων. Ζωντανή κι αγαπημένη η μορφή της στις καρδιές των πιστών εκπληρώνει ανά τους αιώνες την προφητική διαβεβαίωση της ίδιας· «από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1: 48). Πλήθος οι γιορτές προς τιμήν της, αγκαλιάζουν όλα τα γεγονότα της ζωής της, από τη σύλληψη ως την κοίμησή της. Αναρίθμητα τα πρόσωπα που φέρουν το όνομά της, πάμπολλοι οι ναοί και τα εξωκκλήσια τα αφιερωμένα στη χάρη της μαρτυρούν τη βαθειά ευλάβεια του λαού στο πρόσωπό της. Πράγματι, ποιος από μας, μικρό παιδί ακόμη, δεν ψέλλισε προσευχές στη μεγάλη Μάνα; Ποιος δεν την έχει επικαλεσθεί και δεν την έχει προστρέξει στη δική της πρεσβεία σε κάθε δυσκολία; Όπως όλα τα θέματα της ορθοδόξου παραδόσεώς μας, έτσι και η θέση της Παρθένου στην πίστη μας έχει σαφώς αγιογραφική στήριξη και αφετηρία. Λιτά αλλά πολύ εύγλωττα προβάλλει η Καινή Διαθήκη την υπέρλογη και μοναδική συμβολή της στη σωτηρία του ανθρώπου. Σ΄ όλους τους σταθμούς της θείας οικονομίας, από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Ανάληψη, όπως ιστορούν τα Ευαγγέλια, η Παρθένος κατέχει θέση πρωταρχική. Αλλά εκτός από τις ιστορικές διηγήσεις, τα Ευαγγέλια περιέχουν επίσης εξαίσιους και θεόπνευστους εγκωμιαστικούς ύμνους: το χαιρετισμό του αγγέλου, τον «ασπασμό» της Ελισάβετ, την προφητεία της ίδιας της Θεομήτορος αλλά και το μακαρισμό της γυναίκας από το ανώνυμο πλήθος. Αυτά αποτελούν την απαρχή και το έναυσμα για τα εγκώμια που θα της απευθύνουν οι πιστοί όλων των αιώνων. Ιδιαίτερα στις Επιστολές του αποστόλου Παύλου παρουσιάζεται η ιερή της προσωπικότητα μέσα από σύντομες αλλά τόσο σαφείς αναφορές, ώστε και μόνο αυτές αρκούν, για να σκιαγραφήσουμε το πορτραίτο της Παναγίας μας. Στον περιορισμένο χώρο αυτού του άρθρου μόνο επιλεκτικά και επιγραμματικά θα μνημονευθούν. Στην προς Ρωμαίους Επιστολή, καθώς αναφέρεται ο απόστολος στην ανθρώπινη φύση του Ιησού σημειώνει· «γενόμενος εκ σπέρματος Δαυϊδ κατά σάρκα» (1: 3). Παρόμοια στο κύκνειο άσμα του, στη Β΄ προς Τιμόθεον Επιστολή, παραδίδοντας ο απόστολος στον αγαπημένο του μαθητή το «ευαγγέλιον»,  το όλο μυστήριο του αποκαλυφθέντος Θεού από την ενανθρώπηση μέχρι το θάνατο και την ανάσταση μνημονεύει «Ιησούν Χριστόν εγηγερμένον εκ νεκρών, εκ σπέρματος Δαυϊδ» (2: 8). Ως άνθρωπος ο Χριστός προήλθε από το γενεαλογικό δένδρο του Δαυϊδ. Δεν είχε καμμία σχέση αίματος με τον μνήστορα Ιωσήφ, διότι γεννήθηκε ασπόρως από τη Μαρία, απόγονο του βασιλικού γένους του Δαυϊδ. Δια μέσου αυτής εκπληρώνονται στο πρόσωπό του όλες οι μεσσιακές προφητείες, που τον περιμένουν ως «σπέρμα», απόγονο, του Δαυϊδ. Η παρουσία της Παρθένου Μαρίας στο προσκήνιο της ιστορίας συμπίπτει με «το πλήρωμα του χρόνου», όπως μας πληροφορεί ο θεόπνευστος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή (4: 4). Ο λαός του Θεού, που σαν φυτώριο καλλιεργούνταν με το νόμο και το θέλημά του, είχε φθάσει στην ακμή της αποδόσεώς του· είχε να δώσει στον Θεό τον πιο εκλεκτό βλαστό του, την Παρθένο Μαρία. Την ώρα που εκείνη συγκατανεύει στο θέλημα του Κυρίου και υπάκουα παραδίδει τον εαυτόν της στο «ρήμα» του αγγέλου (Λουκ. 1: 38), φθάνει το πλήρωμα του χρόνου· ο Υιός του Θεού σκηνώνει στα σπλάγχνα της. Γεννιέται εκ γυναικός ο Χριστός, όπως κάθε κοινός άνθρωπος, αλλά με μία στοιχειώδη διαφορά· γεννιέται «άνευ σποράς πατρός», όπως είχε προφητευθεί στην Παλαιά Διαθήκη. Στην κλίμακα των ταπεινώσεων του Θεανθρώπου, που τόσο ανάγλυφα παρουσιάζεται στην προς Φιλιππησίους Επιστολή, ο απόστολος επισημαίνει δύο οριακά σημεία: την ενανθρώπηση ως αρχή, και το σταυρό ως την εσχάτη των ταπεινώσεων. Το πρώτο σκαλοπάτι της «κενώσεως» του θείου Λόγου είναι η σύλληψή του στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας (Φιλ. 2: 7-8). Η Παναγία, λοιπόν, και ο Σταυρός αποτελούν τα ορόσημα, που οριοθετούν την ιστορική πορεία του Ιησού στο σχέδιο της θείας οικονομίας. Το γνώρισμα της ανθρώπινης φύσεως είναι η μετοχή στη φθαρτή ύλη, η σάρκα και το αίμα, φορείς του προπατορικού αμαρτήματος. Ο άϋλος Θεός προσέλαβε από τη Μητέρα του σάρκα και αίμα σημειώνει η προς Εβραίους Επιστολή, αλλά «παραπλησίως» (2: 14), όχι ακριβώς όπως τα έχουν όλοι οι άνθρωποι. Εκείνοι έχουν μέσα στη φύση τους την προπατορική αμαρτία, που την κληρονομούν με τη φυσική γέννηση. Ο Ιησούς Χριστός ήταν αναμάρτητος, διότι η γέννησή του προήλθε με τρόπο μοναδικό, ασπόρως. Στο 9ο κεφάλαιο της ίδιας επιστολής γίνεται λόγος για την παλιά σκηνή και τα αντικείμενά της τα οποία είναι τύπος, προφητεία, των μελλόντων. Στην κιβωτό της σωτηρίας, λοιπόν, υπήρχε και η ράβδος, που βλαστάνοντας κατοχύρωσε την αυθεντία του Ααρών. Αυτή η ράβδος προτύπωνε τη Θεοτόκο, από την παρθενική μήτρα της οποίας προήλθε ο Θεϊκός βλαστός. Αλλά και ολόκληρη η σκηνή προεικόνιζε την αχειροποίητη σκηνή, το σώμα το οποίο έλαβε ο Ιησούς από την Παναγία μας· «Χριστός δε παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής» (Εβρ. 9: 11). Γίνεται μνεία της ενανθρωπήσεως για να τονισθεί η ανωτερότητα του αρχιερέα Ιησού, ο οποίος «παραγενόμενος», όταν ήρθε στον κόσμο, γεννήθηκε αρχιερέας και δεν χρειάσθηκε να χρισθεί, όπως χρίονταν οι άλλοι «χριστοί Κυρίου». Αυτή η ενανθρώπηση τελέσθηκε δια της αειπαρθένου Μαρίας, η οποία ως αχειροποίητος ναός δέχθηκε την εγκατοίκηση του αγίου Πνεύματος στα σπλάγχνα της. Στο πρόσωπο της Θεοτόκου ο απόστολος Παύλος βλέπει την εκπλήρωση των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης, το πλήρωμα του χρόνου για την εφαρμογή του σχεδίου της σωτηρίας, το πρώτο ορόσημο στην επίγεια πορεία του Ιησού, τον αχειροποίητο ναό, όπου βρήκε άγιο κατοικητήριο η θεότητα και έλαβε σάρκα και οστά. Είναι τα στοιχεία δια των οποίων την κατέστησε ο Θεός θεωμένη προσωπικότητα, τον πρώτο «ανθρωπόθεο», και την πρόσφερε στις γενιές των πιστών ως το «λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα». Αυτό το τελειότατο δημιούργημα της χάρης του Θεού, προβάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία ως πρότυπο και χειραγωγό του ανθρώπου προς την θέωση. Μιμούμενος την Παναγία ο κάθε πιστός, γράφει στους Κορινθίους ο Παύλος φιλοξενεί μέσα του τον τριαδικό Θεό. Σαν εκείνη, γίνεται κι αυτός ναός του Θεού άγιος, «Θεού κατοικητήριον»· «ο γαρ ναός του Θεού άγιός εστιν, οίτινές εστε υμείς» (Α΄ Κορ. 3: 17).

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Kέντρον και τέλος και σκοπός όλου του Νόμου και όλων των ρήσεων και αινιγμάτων των Προφητών Συ υπάρχεις, Θεοτόκε

Εσέ προεικόνισαν αι ρήσεις των Προφητών και τα αινίγματα, και του παλαιού Νόμου τα σύμβολα, δηλαδή τα εν τη Σκηνή ευρισκόμενα Άγια, τουτέστιν η Κιβωτός της Διαθήκης η κεκαλυμμένη πάντοθεν με χρυσίον: ήτοι με την αστράπτουσαν αίγλην της παρθενίας· καθώς γαρ το χρυσίον τιμιώτερόν εστι πάντων των άλλων μετάλλων· ούτω και η παρθενία είναι τιμιωτέρα κοντά εις Εσέ πάντων των άλλων χαρισμάτων· Εσέ προετύπωνεν η Στάμνος του Μάννα, η Ράβδος του Ααρών, αι Πλάκες της Διαθήκης, το Ιλαστήριον, το χρυσούν Θυμιατήριον, και τα λοιπά. Εσέ προετύπωναν των Προφητών αι ρήσεις και τα αινίγματα: ήτοι ο Τόμος ο καινός του Ησαϊου, εν ω εγράφη ο Λόγος του Θεού με το δάκτυλον του Θεού: ήτοι με το Πνεύμα το Άγιον· η Πύλη του Ιεζεκιήλ, ήτις και εν τη εισόδω και εν τη εξόδω του Κυρίου κεκλεισμένη διέμεινε· το αλατόμητον Όρος του Δανιήλ, από το οποίον εκόπη λίθος άνευ χειρός: ήτοι εγεννήθη ο ακρογωνιαίος λίθος Χριστός άνευ συνουσίας ανδρός· η Άμπελος η ευκληματούσα του Ωσηέ, και ο καρπός αυτής ευθηνών· το Τείχος το αδαμάντινον του Αμώς, εν ω ίστατο ως ανήρ ο του Θεού Υιός· το επ΄ εσχάτων εμφανέν Όρος του Κυρίου, και μετεωρισθέν υπεράνω των βουνών του Μιχαίου· το κατάσκιον Όρος του Αββακούμ· η όλη χρυσή Λυχνία του Ζαχαρίου, επάνω εις την οποίαν ήτον το λαμπάδιον και οι επτά λύχνοι, και αι επτά επαρυστρίδες τοις λύχνοις, και δια να ειπώ καθολικώς, κέντρον και τέλος και σκοπός όλου του Νόμου και όλων των ρήσεων και αινιγμάτων των Προφητών Συ υπάρχεις, Θεοτόκε, και προ Σου ο εκ Σου σαρκωθείς Θεός Λόγος.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Aνάγκη Ομολογίας

Πάντοτε μεν, μάλιστα δε σήμερον είναι αναγκαία η ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως και η μαρτυρία της αποκεκαλυμμένης αληθείας υπό παντός πιστού, χάριν της σωτηρίας εαυτού και του πλησίον. Ούτε μόνη η πίστις, ούτε μόνη η αγάπη, ουδέ πίστις και αγάπη ομού συνιστούν τον πιστόν, εάν δεν υπάρχη και η ομολογία. Τότε ο Χριστιανός είναι ωλοκληρωμένος και ευάρεστος ενώπιον του Κυρίου, όταν εν αυτώ, ως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «και η πίστις της ομολογίας προλάμπη και η αγάπη τη πίστει συμπλέκηται» (PG, 44, 928). Η ανακήρυξις της αληθείας και η ομολογία της ευσεβείας, τονίζει ο Συμεών Θεσσαλονίκης είναι αναγκαία, και ο θεμέλιος παντός πιστού (PG, 155,  36). Δεν πρέπει να σιωπώμεν το φρόνημα της αληθείας, γράφει ο Μ. Αθανάσιος, αλλά να το διαγγέλωμεν μεγαληγόρως (ΒΕΠΕΣ, 30, 205). Ο Μ. Βασίλειος εφιστά την προσοχήν, μήπως «ένοχοι του αίματος των υπό της αμαρτίας τεθανατωμένων δια της σιωπής ευρεθώμεν» (PG, 31, 1512). Oδε άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κατατάσσει την απουσίαν της ομολογίας εις «τρίτον αθεϊας είδος». Δια τούτο πάντες οι μέχρι σήμερον Ορθόδοξοι πιστοί ωμολόγησαν την αλήθειαν, πολλοί δε εξ αυτών και μέχρι μαρτυρικού θανάτου, συμμορφούμενοι προς το τέλειον υπόδειγμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «του μαρτυρήσαντος επί Ποντίου Πιλάτου την καλήν ομολογίαν» (1Τιμ. στ: 13). Ο απόστολος Πέτρος μακαρίζεται υπό του Κυρίου δια την ομολογίαν (Ματθ. ιστ: 17). Ο απόστολος Παύλος «τον στέφανον ελπίζει λαβείν της ζωής, τηρήσας και κηρύξας την πίστιν», γράφει ο Συμεών Θεσσαλονίκης (PG, 155,  36). Πάντες οι άγιοι Απόστολοι εκήρυξαν το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει. Ο Πρωτομάρτυς Στέφανος ωμολόγησε τον Χριστόν εντός του Συνεδρίου των απειθούντων εις τον Θεόν Ιουδαίων. Οι άγιοι Μάρτυρες ωμολόγησαν την αλήθειαν, θυσιαζόμενοι ως άλλα ολοκαυτώματα εις τον βωμόν της Ορθοδόξου πίστεως. Πάντες οι Άγιοι και οι Πατέρες συνέζησαν με την καλήν ομολογίαν, περιφρονούντες τας απειλάς των ασεβών,  ή μάλλον λυπούμενοι, διότι είς είναι ο θάνατος και είναι φύσει αδύνατον δια πολλών μαρτυρικών θανάτων να δοξάσουν τον Θεόν, ως απήντησεν ο Μ. Βασίλειος εις τον αιρετικόν ηγεμόνα. Ταύτην την ομολογίαν της πίστεως εκράτησαν και πάντες οι Ορθόδοξοι Έλληνες μέχρι των ημερών μας, φρονούντες ότι η ομολογία της θείας αληθείας είναι πρόξενος αιωνίου ζωής.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Τρία μαθήματα του Σταυρού -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Βαθύς και καίριος είναι ο δεσμός του κάθε Χριστιανού με το σταυρού του Χριστού. Ήμασταν στη νηπιακή μας ηλικία οι περισσότεροι, όταν δεχθήκαμε ως δώρο από τον ανάδοχό μας ένα σταυρό, που κρεμάσθηκε φυλακτό στο λαιμό μας. Κι΄ έπειτα, μικρά παιδιά, είχαμε την ευλογία με την καθοδήγηση της ευσεβούς μάνας ή γιαγιάς να ενώσουμε τα τρία δάκτυλα του δεξιού μας χεριού και να μάθουμε να σημειώνουμε πάνω μας το σημείο του σταυρού, πιστεύοντας ότι «όποιος κάνει τον σταυρό του έχει όπλο στο πλευρό του». Αλλά ο σταυρός δεν είναι ένα σχήμα, που περικλείει μαγική δύναμη, δεν είναι φετίχ· είναι ένα σύμβολο γεμάτο από τα μηνύματα του Θεού. Έχουμε χρέος να μελετούμε αυτά τα μηνύματα και να εμβαθύνουμε στο νόημά τους, που μας χειραγωγεί και μας προάγει στην πνευματική ζωή. Έτσι ο σταυρός γίνεται πηγή έμπνευσης, οδηγός στην πορεία, όπλο στη μάχη, παρηγοριά στον πόνο, γλυκασμός στην πικρία της ζωής. Τρία στοιχεία της θεολογίας του σταυρού θα προσεγγίσουμε με οδηγό μας τον εμνευσμένο κήρυκα του σταυρού, τον απόστολο Παύλο, που ανοίγει μπροστά μας σαν ένα πρωτότυπο βιβλίο το σύμβολο του σταυρού και μας βοηθά να διαβάσουμε στις αιματοβαμμένες σελίδες του τα τρία κοσμοσωτήρια μαθήματα: την αγάπη, τη σοφία, και τη δύναμη του Θεού.    

                                                                   
α. Αγάπη: Ασφαλώς με πολλούς τρόπους εκφράζεται και εκδηλώνεται στη πλάση η αγάπη του Θεού για μας. Όλη η φυσική δημιουργία, από το ασήμαντο αγριολούλουδο, που το έντυσε ο Πλάστης με αρχοντική μεγαλοπρέπεια, μέχρι τον φωτεινό άρχοντα της ημέρας, τον ήλιο, κι όλα τα ουράνια σώματα, που στροβιλίζονται στο στερέωμα με τόση τάξη και σκοπιμότητα, όλα μιλούν για την αγάπη του Θεού. Αλλά τη λαμπρότερη αποκάλυψη της θεϊκής αγάπης παρουσιάζει η ακατανόητη και ασύλληπτη προσφορά του Υιού του Θεού: Έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε, για να μας συμφιλιώσει με τον Θεό, να μας αποκαταστήσει στην αγάπη του· «ο Χριστός ηγάπησεν ημάς και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ ημών προσφοράν και θυσίαν τω Θεώ εις οσμήν ευωδίας» (Εφ. 5: 2). Από την θλιβερή εκείνη ημέρα της ανταρσίας των πρωτοπλάστων, το σαράκι της αμαρτίας είχε διαβρώσει ανεπανόρθωτα την οικειότητα του ανθρώπου προς τον Θεό. Κι ήρθε ο ίδιος ο μονάκριβος Υιός του Θεού και σήκωσε πάνω του την αμαρτία όλου του κόσμου. Εκούσια προσφέρθηκε και πέθανε για μας τους εχθρούς κι αντάρτες. Αυτή ακριβώς η θυσία του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, που λύτρωσε εμάς τους αμαρτωλούς, μας χάρισε την υιοθεσία, μας αποκατέστησε στην οικογένεια του Θεού, είναι το αποκορύφωμα της αγάπης του.         
β. Σοφία: Με δόλο ο σατανάς απέσπασε τους πρωτόπλαστους από την υπακοή τους στο Θεό και τους κατέστησε δικούς του υποτελείς. Κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης του θείου νόμου, ήταν επικατάρατος. Για να σώσει την καταραμένη ανθρωπότητα ο Θεός έπρεπε να γίνει άνθρωπος, να προσλάβει την ανθρώπινη φύση, διότι «το απρόσληπτον αθεράπευτον», όπως θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος. Έγινε, λοιπόν, άνθρωπος ο Ιησούς Χριστός. Ήταν, όμως, αναμάρτητος και πως θα μπορούσε να πλησιάσει και να λυτρώσει τους καταραμένους; Η πανσοφία του Θεού συνέλαβε το σωτήριο σχέδιο: Δια του σταυρού! Το βεβαίωνε ο νόμος «κεκατηραμένος υπό του Θεού πας κρεμάμενος επί ξύλου» (Δε. 21, 23 πρβλ. Γαλ. 3, 13). Υψωμένος πάνω στο σταυρό ο αναμάρτητος Ιησούς Χριστός έγινε επικατάρατος. Και την ώρα, που φάνηκε πως θριαμβεύει ο κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου, αφού θανάτωσε τον Ιησού με τον καταραμένο σταυρικό θάνατο, τότε ακριβώς η θεότητα, που κρυβόταν στην ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, συνέτριψε την κεφαλή του αρχέκακου και κατέλυσε το κράτος του θανάτου. Έτσι, θαυμάζει ο εκκλησιαστικός ποιητής: «πεπλάνηται ο πλάνος (σατανάς), ο πλανηθείς (άνθρωπος) λυτρούται» από την κυριαρχία του διαβόλου και απελευθερώνεται από το κράτος του θανάτου. Συγκλονισμένος από το σοφό αυτό σχέδιο ο απόστολος Παύλος αναγνωρίζει το σταυρό ως την αληθινή σοφία και δεν θέλει να γνωρίζει και να κηρύττει τίποτε άλλο παρά μόνο «Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 2: 2).                                                                                       
γ. Δύναμη: Ως παντοδύναμος Θεός ο Κύριος θα μπορούσε, βέβαια, να συντρίψει τον σατανά με μία εντολή. Σεβόμενος, όμως, την ελευθερία του ανθρώπου, δεν έκανε χρήση της παντοδυναμίας του. Έγινε άνθρωπος, δούλος, κατάδικος και πέθανε με τη χειρότερη των ποινών, με τον σταυρικό θάνατο. Μ΄ αυτή την έσχατη ασθένειά του συνέτριψε την αμαρτία και πιστοποίησε την ανυπέρβλητη δύναμή του. Ασφαλώς, δεν είναι παράξενο να περνά η αμαξοστοιχία πάνω από μια σιδερένια γέφυρα. Αν, όμως, η γέφυρα, που συγκρατεί την αναξοστοιχία αποτελείται από καλάμια, αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Δείχνει πως το καλάμι κλείνει μέσα του μία ακατανόητη μυστική δύναμη. Παρόμοια, στον εσταυρωμένο Ιησού αντικρύζει ο Παύλος την «Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν» (Α΄ Κορ. 1: 24). Ο σταυρός του Χριστού είναι η φύτρα της νέας δημιουργίας, η ρίζα της νέας κτίσεως, το θεμέλιο της Εκκλησίας του Χριστού. Γι΄ αυτό και αποτελεί όχι μόνο το καύχημα και το κόσμημα της οικουμένης, αλλά και το γνώρισμα της ζωής του πιστού· κυρίως αυτό. Καθώς τον υψώνει σε παγκόσμια προσκύνηση η Εκκλησία μας προτείνει στην ανθρωπότητα να ενστερνισθεί τη σοφία του Θεού, που κρύβεται στον σταυρό του Ιησού Χριστού. Με τρόπο ακατανόητο – κι εν πολλοίς ανόητο – για τη σοφία του άθεου κόσμου, η σοφία του Θεού μάς διδάσκει ότι η δύναμη δεν ταυτίζεται με τη βία, αλλά εκδηλώνεται με τη συγκατάβαση και ελέγχεται από την αγάπη. Η αγάπη, που όχι μόνο συγχωρεί και ανέχεται, αλλά θυσιάζεται για τους εχθρούς, είναι ακατάλυτη δύναμη. Αυτό δεν το καταλαβαίνει και φυσικά, δεν μπορεί να το ζήσει όποιος δεν μαθήτευσε στο σταυρό του Χριστού, δεν γνώρισε και δεν φωτίστηκε από τη σοφία του σταυρού.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της.

Κάποτε ο Κύριός μας, απέστειλε στον κόσμο τους μαθητές Του να γίνουν «μάρτυρές» Του. Τους ανέθεσε την ιεραποστολή να φέρουν στους ανθρώπους το μήνυμα της ελπίδας και της σωτηρίας. Και αυτοί ανταπεκρίθηκαν. Με λόγια και έργα, με θυσίες και προσφορές, με κινδύνους και διωγμούς. Τους περιφρόνησαν οι άνθρωποι, όταν δεν τους εδίωκαν. Και τους εθανάτωσαν, όταν δεν τους εφίμωναν. Και αργότερα, μετά τους αγίους Αποστόλους, οι άγιοι Μάρτυρες, οι Όσιοι, οι Πατέρες, ο χορός των αγωνιστών έδωσαν την μαρτυρία τους. Εφώτισαν τον κόσμο, έμειναν ασυμβίβαστοι με την αμαρτία, ελεγκτικοί της κακίας, ασίγαστοι κήρυκες της αρετής. Και παρέδωσαν στην Εκκλησία αθάνατα πρότυπα μαρτυρικής μαρτυρίας. Μας άφησαν μια βαρειά κληρονομιά. Στην εποχή μας όμως οι χριστιανοί φαινόμαστε να έχουμε λησμονήσει αυτό το χρέος. Μένουμε ικανοποιημένοι με μια ατομική ευσέβεια, απονευρωμένη και αδάπανη. Δεν μας κοστίζει σε τίποτε η πίστη μας. ούτε και είμαστε πρόθυμοι να διακινδυνεύσουμε την προσωπική μας ευτυχία για χάριν του Χριστού. Αποδεχθήκαμε τα κοινωνικά κατεστημένα, αποκαταστήσαμε επιφανειακές σχέσεις με τον Χριστό, αδυνάτισε το αγωνιστικό φρόνημα μέσα μας. Σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας έτοιμοι να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεώς μας, και πολύ περισσότερο να υποστούμε κάποια θυσία για χάρι της. Γι΄ αυτό και έλειψαν οι αγωνιστές, θέριεψαν τα πάθη, συμβιβάσθηκαν οι αξίες, προδόθηκε η ιστορία. Μικροί και μεγάλοι στην πλειονότητά μας, διακονούμε μια καλόβολη και αποδοτική πίστη, που όμως παραμένει ξένη στις μεγάλες προοπτικές της ειρηνικής επανάστασης, για την αλλαγή του κόσμου. Και όμως σήμερα ο κόσμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει την ανάγκη αυτής της μαρτυρίας μας. Ο κόσμος του παραλόγου, της κατανάλωσης, του υλισμού, της σκληρότητας και της σύγχυσης. Ο κόσμος των φώτων και των ανέσεων, αλλά και του άγχους και της απόγνωσης. Αυτός ο κόσμος ζητάει μια αυθεντική έκφραση ζωής, τη γνησιότητα του ήθους, την προσωποποίηση της αρετής. Ζητάει απεγνωσμένα τη σανίδα της σωτηρίας του από τον κατακλυσμό του χαλασμού, από την κόλαση της απομόνωσης. Ζητάει την κοινωνία της αγάπης και της συμπόνοιας, τη κοινωνική δικαιοσύνη, την ολοκλήρωση του προσώπου, τη μέθεξη της αγιότητας. Ζητάει ακόμη την εμπιστοσύνη, την αλήθεια, τη Ζωή. Κι΄ όλα αυτά του φαίνονται τόσο μακρυνά, τόσο απρόσιτα. Ποιος, αν όχι εμείς οι χριστιανοί, οφείλουμε και μπορούμε να του τα δώσουμε; θα τα δώσουμε όμως;…

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τόση σύγχυσις περί Ορθοδοξίας εις τον Ελληνικόν χώρον, όση υπάρχει σήμερον. Ζώμεν εις μίαν χώραν φωτός απλέτου, φωτός υπερφυσικού, όπου ανέτειλεν με τον Χριστιανισμόν και το αγνοούμεν. Επειδή δεν απεκτήσαμεν αίσθησιν δια την γεύσιν των πνευματικών ουσιών, αρνούμεθανα δεχθώμεν και την ύπαρξίν των και την υπεροχήν των.                           
Πολλοί, όταν αναφέρουν την Ελλάδα, εννοούν ένα προχριστιανικόν φως της Αριστοτελικής ή Πλατωνικής φιλοσοφίας ή τους Πυθαγορίους ή την Στοάν και ένα καθαρόν φυσικόν και ακτινοβόλον φως, με το οποίον είναι προικισμένη η μεσημβρινή Πατρίς μας, όπου φωτίζει τα μαρμάρινα μνημεία μας και τας απαραμίλλους φυσικάς καλλονάς της. Ούτε καν υποψία, ότι έχομεν τον κατά παράδοσιν πάμφωτον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν, τον οποίον επεξειργάσθη εις όλας του τας μορφάς, ως αλήθειαν, ως κάλλος, ως δόγμα, ως πνευματικότητα, ως υπερούσιον λειτουργικήν ζωήν και ως ρυθμόν τέχνης, η χορεία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κατ΄ ιδίαν και εν Ιεραίς Συνόδοις τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και διατί αυτή η τραγική άγνοια των θείων θησαυρών μας; Διότι δεν εζήσαμεν πνευματικώς, δεν επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν, όστις μας εφανέρωσε την Αλήθειαν, δεν εφηρμόσαμεν τας θείας Του εντολάς. Και έτσι δεν άνοιξαν τα μάτια μας δια να ίδωμεν το Άγιον εκείνο και υπερφυσικόν φως, το οποίον περιέλαμψεν όσους επίστευσαν τον Χριστόν και ηγάπησαν την δόξαν και την αγάπην Του. Και εντεύθεν κατατριβόμεθα με μικροχαρή υποκατάστατα, ομιλώμεν με ενθουσιασμόν δια την κλασσικήν φιλοσοφίαν και την τέχνην, δια τον ψευδοπολιτισμόν μας, αλλά περί Ορθοδοξίας ούτε λόγος, επειδή δεν ζήσαμεν εν Χριστώ, δεν ησθάνθημεν την πνευματικήν λύτρωσιν και άπειρον ευδαιμονίαν της εν Χριστώ ζωής. Δια τούτο έχομεν περιέλθη εις αγωνίας και προβληματισμούς και άγχη και απελπιστικόν αδιέξοδον. Από το οποίον δεν θα εξέλθωμεν, εάν δεν προσέλθωμεν εν κλαυθμώ και ταπεινώσει και απλότητι ψυχής προς τον λυτρωτήν του κόσμου Χριστόν. Όχι τον Χριστόν των Λατίνων, που τον απεγύμνωσαν από την υπερβατικότητά του και τον κατέστησαν ένα ψυχρόν ηθικολόγον, ούτε τον Χριστόν των Προτεσταντών, οίτινες τον κατεκρεούργησαν εις τετρακόσια τεμάχια και κάθε αίρεσις τον παρουσιάζει εις τα μέτρα της. Αλλά τον Χριστόν, τον Ορθοδόξως ερμηνευθέντα και βιωθέντα επί δύο χιλιάδες έτη υπό της Εκκλησίας, εκ της οποίας απεκόπησαν και Λατίνοι και Προτεστάνται και ήδη πλανώνται εις το βαθύ σκότος της εγωπαθείας των.                                                                                       
Τα ανωτέρω έγραψα ως μικράν εισαγωγήν εις την μικράν ιστορίαν, τόσον όμως περιεκτικήν και τόσον διδακτικήν δι΄ ημάς, που ομιλώμεν περί ενώσεως των Εκκλησιών, την οποίαν εκθέτω αμέσως.                                                                                           
Γνωστός μου φιλόλογος Γερμανός μοι εδιηγήθη τα εξής: Ευρισκόμην, λέγει, μεταξύ των στρατιωτών της Χιτλερικής εκστρατείας εις Ρωσίαν. Προ της καταρρεύσεως του γερμανικού μετώπου, ανεπαυόμην, μετά από μίαν μάχην, με άλλους συναδέλφους μου, εις ένα σπίτι ρωσικού χωριού. Ένα βράδυ οι συνάδελφοί μου ήρχισαν ένα θορυβώδες τραγούδι. Αίφνης, εμφανίζεται μία νεαρά ρωσίς, εις το σπίτι της οποίας εστεγαζόμεθα, και αφού μας έρριψεν αυστηρόν βλέμμα, έδειξεν με τον δάκτυλόν της το εικονοστάσιον και την κανδήλαν που ήτο αναμμένη, ωσάν να μας έλεγε πόσον άτοπον είναι να τραγωδούμεν ενώπιον των ιερών εικόνων… Υπήρξε τόση η κατάπληξίς μου και ο σεβασμός μου δια την ορθόδοξον αυτήν νέαν, με το σταθερόν και ανδρείον φρόνημά της και δια την αδιαφορίαν της, ότι ωμίλει εις τους νικητάς της πατρίδος της, ώστε, μόλις ετελείωσεν ο φρικαλέος εκείνος πόλεμος, εζήτησα αμέσως να πληροφορηθώ τι πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και ποίας διαφοράς έχομεν ημείς οι Προτεστάνται με αυτούς. Κατέφυγα εις ένα Ορθόδοξον ιερέα μιας Κοινότητος εν Γερμανία και τον ερώτησα να με διαφωτίση. Εκείνος, ύστερα από πολλήν σκέψιν, μου απήντησεν ότι… δεν έχομεν διαφοράς σοβαράς και ότι αμφότερα τα δόγματα αντλούν από μίας πηγής!...                                     
Παρά την απροσδόκητον αυτήν απάντησιν του ιερέως, ήρχισα να μελετώ βιβλία Ορθόδοξα. Εκεί ανεκάλυψα, όχι απλώς διαφοράς, αλλά χάσματα κυριολεκτικώς. Έβλεπα ότι η Ορθοδοξία ήτο εκθαμβωτικόν φως και ο Προτεσταντισμός βαθύτατον έρεβος. Ότι η Ορθοδοξία, απετέλει αδιάκοπον συνέχειαν της Αποστολικής Διδαχής και ότι ο Προτεσταντισμός ήτο ένα σύνολον ερμηνευτικών πλανών, η αρχή των οποίων υπήρξεν εις την Ρώμην ως Ορθολογισμός. Και ακόμη διεπίστωσα, ότι τόσον ο Παπισμός, όσον και ο Προτεσταντισμός, (περισσότερον ο δεύτερος) δεν λυτρώνουν, δεν ζωοποιούν, δεν ειρηνεύουν την ψυχήν, εν αντιθέσει με την Ορθοδοξίαν, η οποία πρώτον καθαίρει την ψυχήν από των παθών, κατόπιν την φωτίζει και τελευταίον την ενώνει με τον Χριστόν. Αργότερα εδιάβασα την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την «Φιλοκαλίαν» και τους Ασκητικούς Πατέρας και εκολύμβησα εις άπειρον αγαλλίασιν. Η ορθοδοξία είναι έργον Θεού. Ο Ρωμαιοκαθολισμός ήτο έργον Θεού και έγινεν και ανθρώπινον. Ο Προτεσταντισμός από Θεανθρώπινον κλάδον αποκοπείς, εφυλλορρόησεν από σατανικούς ανέμους και τώρα κείται εις φύλλα εξηραμένα, έκαστον των οποίων αντιπροσωπεύει και μίαν Ομολογίαν!...                                                    
…Προ πολλών ετών εζήτησα να εισέλθω στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Εκατηχήθην – διότι ουσιαστικώς εγνώριζα την αλήθειαν της Ορθοδοξίας – και εβαπτίσθην δι΄ ύδατος και πνεύματος. Και έγινα ένα μέλος του μυστικού Σώματος του Χριστού. Και τώρα, σεσωσμένος τη Χάριτι του Θεού, πληροφορημένος εις την καρδίαν μου «εν Χάριτι», ζω αποξενωμένος από τους ονειδίζοντάς με συγγενείς, αλλά «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», πτωχός καθηγητής εν Ελλάδι, αλλά πλουτίσας εν Χριστώ δύναμαι ευγνωμόνως να αναπέμπω τας προσευχάς μου και να λέγω, μαζύ με τον άγιον Πατέρα μας Συμεών τον Νέον Θεολόγον, προς τον Σωτήρα μου Ιησούν: «Απολαύω της αγάπης σου και της ωραιότητός σου και είμαι πλήρης ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου. Όταν βυθίζομαι εις το φως σου, τότε γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν σου. Και τότε αισθάνομαι τον εαυτόν μου πλουσιώτερον από όλους τους πλουσίους, ωραιότερον από όλους τους ωραίους και δυνατώτερον από όλους τους αυτοκράτορας». Και τελειώνω την προσευχήν μου με την αίτησιν, να με αξιώση ώστε να γίνω Μοναχός της Ορθοδόξου αγίας Εκκλησίας μας, δια να αρχίσω από εδώ να αισθάνομαι την μακαριότητα της αιωνίου βιοτής…                                         
«Κύριε, συ που μου έδωσες το αιτείν, δος μου και το αιτούμενον, Αμήν».                                                                                                         
Έτσι ετελείωσεν ο Ιωάννης Γιόρνταν την αφήγησίν του.


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος : εστί μεν Εκκλησία αγίων και Εκκλησία οσίων, αλλ΄ εστί κατά τον ψαλμόν και Εκκλησία πονηρευομένων

«Λοιπόν δεν είναι πάντοτε σεπτόν και τίμιον το της Συνόδου όνομα. Αλλ΄ εκείνη μεν είναι σεπτή και τιμία, η αγία Σύνοδος, η στοιχούσα τοις τε εγγράφοις και αγράφοις παραδεδομένοις υπό των αγίων Αποστόλων και της Κοθολικής Εκκλησίας. Και της τοιαύτης Συνόδου κατά χρέος τας αποφάσεις δεχόμεθα και φυλάττομεν· των δε αλλοτρίων την φωνήν, ούτε γινώσκομεν, ούτε πειθόμεθα αυτή. Δυνάμεθα εντεύθα ν΄ απαριθμήσωμεν πολλάς τοιαύτας Συνόδους, αλλ΄ ίνα μη χρονοτριβώμεν περιττώς, ας ίδη ο αναγνώστης τον Β΄ τόμον των Συνοδικών και θέλει εύρει αυτάς, όπου και ρητώς ληστρικαί επιγράφονται. Και το χειρότερον όπου όχι μόνον τοπικαί και ολιγάριθμοι αστάθησαν τοιαύται, αλλά και οικουμενικαί πολυάριθμοι, οία η εν Εφέσω το δεύτερον, η συμφωνήσασα τω μονοφυσίτη Ευτυχεί και τον ευσεβέστατον και αγιώτατον Φλαβιανόν τον Κων/λεως αποκτείνασα. Μετά ταύτην η επί Κοπρωνύμου πολυαριθμοτάτη, η φριάξασα κατά των αγίων εικόνων. Ομοίως και η επί Βασιλείου του Μακεδόνος οικουμενική ονομασθείσα, παρανομωτάτη δ΄ αναφανείσα, ως καθελούσα και αναθεματίσασα τον αγιώτατον Φώτιον. Περιττόν δε είναι ν΄ αναφέρω το εν Φλωρεντία οικουμενικόν μεν, ληστρικώτατον δε συνέδριον. Λοιπόν πάλιν λέγομεν, δεν είναι πάντοτε σεπτόν και τίμιον το της Συνόδου όνομα, καθώς ουδέ το της Εκκλησίας, καθ΄ ότι, εστί μεν Εκκλησία αγίων και Εκκλησία οσίων, αλλ΄ εστί κατά τον ψαλμόν και Εκκλησία πονηρευομένων».