Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕΡΒΟΣ ΔΟΓΜΑΤΟΛΟΓΟΣ OΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

«Διαίρεσις, σχίσμα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως ένα πράγμα οντολογικώς αδύνατον. Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη, πλην υπήρξε και θα υπάρξη έκπτωσις εκ της Εκκλησίας. Κατά καιρούς απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν αδιαίρετον Εκκλησίαν οι αιρετικοί και σχισματικοί, οι οποίοι έκτοτε έπαψαν να αποτελούν μέλη της Εκκλησίας και μέρη του θεανθρωπίνου σώματός της.
Έτσι έχουν κατ’ αρχήν αποκοπή οι Γνωστικοί, κατόπιν οι Αρειανοί, …, κατόπιν οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οι Προτεστάνται, …».


[Ιουστίνου Πόποβιτς, «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Γαλλική μετάφραση) Τόμος 4ος, σελ. 181, Lausanne 1995 - Ἀναδημοσιεύτηκε στόν «Ὀρθόδοξο Τύπο» στίς 29/6/2007 ]

Τέρμα τα λόγια, έργα!

«Οὐκ ἔστι γάρ ἐν λόγοις ὁ ἀγών, ἀλλ’ ἐν πράγμασιν, οὐδέ ρητῶν καί ἀποδείξεων ὁ καιρός· πῶς γάρ ἐν οὕτω διεφθαρμένοις κριταῖς; ἀλλά δεῖ τούς ἀγαπῶντας τόν Θεόν ἔργοις αὐτοῖς γενναίως παρατετάχθαι καί πάντα κίνδυνον ἑτοίμους εἶναι παθεῖν ὑπέρ τῆς εὐσεβείας καί τοῦ μή τῆ κοινωνία χρανθῆναι τῶν ἀσεβῶν» 


(Ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός, Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια καί Πελλοπονησιασκά, τόμος Α, σελ. 20).

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ

Αγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (Απάντηση στους Οικουμενιστές που μας προτείνουν να σιωπήσουμε)

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 

Διάλογος με τον Θεοδόσιο, τον επίσκοπο Καισαρείας Βιθυνίας, κατά την πρώτη του εξορία στο φρούριο της Βιζύης της Θράκης.
 

Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, μέγας θεολόγος και Πατήρ της Εκκλησίας, ωμολόγησε την Ορθόδο­ξο Πίστι σε μία εποχή που παρουσιάζει πολλές ο­μοιότητες με την ιδική μας. Η πολιτική των τότε αυ­τοκρατόρων απέβλεπε σε πολιτικοκοινωνικές ενοποιήσεις σαν τις σημερινές. Ως πρόσφορο μέσον για την πραγματοποίησί τους θεωρήθηκε η υποστήριξις της αιρέσεως του Μονοθελητισμού. Είχαν χρησιμοποιη­θή και εκκλησιαστικοί άνδρες, οι οποίοι υποστήριζαν την αίρεσι χάριν των κοσμικών αυτών σκοπιμοτήτων. Είχαν πιστεύσει ότι ασκούν τάχα κάποια εκκλησια­στική οικονομία. Δυστυχώς, όλοι σχεδόν οι πατριαρ­χικοί θρόνοι είχαν πέσει στην αίρεσι του Μονοθελη­τισμού. Η Ορθόδοξος Πίστις ζούσε μόνο στην συνεί­δησι του πιστού λαού και εκφραζόταν με το στόμα των ελαχίστων Ομολογητών, οι οποίοι την εστερέω­σαν με το μαρτύριό τους.
Την εποχή αυτή ο άγιος Μάξιμος είχε διαδραμα­τίσει πρωτεύοντα ρόλο για την συγκρότησι της ορθο­δόξου τοπικής Συνόδου της Ρώμης (649), η οποία κα­τεδίκασε τον Μονοθελητισμό. Για τον λόγο αυτό ευρίσκεται εξόριστος στην Βιζύη της Θράκης. Έχει διακόψει την εκκλησιαστική κοινωνία με τους πα­τριαρχικούς θρόνους της Ανατολής, επειδή έχουν εκ­πέσει στην αίρεσι. Η αναφορά του είναι στην ορθο­δοξούσα τότε Ρώμη και στον Ομολογητή άγιο Πάπα Μαρτίνο.
Με σκοπό να μεταβάλλουν την γνώμη του και να τον προσεταιρισθούν, ο επίσκοπος Θεοδόσιος και οι αυτοκρατορικοί απεσταλμένοι τον επισκέπτονται στην Βιζύη και διεξάγουν τον κατωτέρω διάλογο. Ο Άγιος με αταλάντευτη σταθερότητα διακρίνει την αλήθεια από την αίρεσι, το φως από το σκότος, και με γνώμονα την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων ανασκευάζει τα επιχειρήματα των μονοθελη­τών συνομιλητών του. Είναι συγκινητική η ταπείνω­σις του Αγίου που συνοδεύει όλες τους τις εκφράσεις και κινήσεις, ακόμη και την ώρα που η αδικία εναντίον του είναι κατάφωρη. Προφανώς, ο φόβος του Θεού, η σταθερή ομολογία και η αληθινή ταπείνωσις συνιστούν το ιερό τρίπτυχο που χαρακτηρίζει κάθε Ορθόδοξο ομολογία.
Ο διάλογος του αγίου Μαξίμου στον τόπο της εξορίας του με τους συγκλητικούς άρχοντες και με τους επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως είναι ένα κλασικό πλέον κείμενο, στο οποίο φανερώνει τις γνή­σια Ορθόδοξες και εκκλησιαστικές προϋποθέσεις του Αγίου και τις αιρετικές και κοσμικές αντίστοιχα των συνομιλητών του.
Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα από αυτόν τον διάλογο, επειδή πιστεύουμε ότι θα βοηθή­ση τον λαό του Θεού να αντιληφθή ποιοι είναι σε κά­θε εποχή οι εκφρασταί της Πίστεώς του, αλλά και να δώσουμε αφορμές θεολογικής αυτοκριτικής σε όσους λόγω της εκκλησιαστικής τους ευθύνης ευρίσκονται μπροστά σε προφανή κίνδυνο να αθετήσουν και σήμε­ρα την ακρίβεια της αγίας Ορθοδόξου Πίστεως λόγω άλλων σκοπιμοτήτων. 
Στις 24 του μηνός Αυγούστου, της 14ης επινεμή­σεως που μόλις τώρα πέρασε, επισκέφθηκε τον αββά Μάξιμο στον τόπο της εξορίας του, δηλαδή στο κά­στρο της Βιζύης, ο προρρηθείς επίσκοπος Θεοδόσιος, σταλμένος όπως είπε από τον ίδιο τον πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως Πέτρο. Και μαζί του οι ύπατοι Παύλος και Θεοδόσιος, σταλμένοι όπως είπαν κι αυ­τοί από τον βασιλέα. Είχαν μαζί τους, καθώς φαίνε­ται, και τον επίσκοπο Βιζύης. Και λέγει ο Θεοδόσιος ο Επίσκοπος: 
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ: Παρακαλούν μέσω ημών ο βασι­λεύς και ο πατριάρχης, να μάθουν από σένα ποια εί­ναι η αιτία που δεν έχεις κοινωνία με τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Γνωρίζετε τις καινοτομίες που έγιναν από την επινέμησι του περασμένου κύκλου, οι όποίες άρχισαν από την Αλεξάνδρεια με τα εννέα κεφάλαια που εξέθεσε ο Κύρος, αυτός που δεν ξέρω πως έγινε πατριάρχης της πόλεως εκείνης, και που επικυρώθη­καν από τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Γνωρί­ζετε επίσης και τις άλλες αλλοιώσεις, τις προσθήκες και τις αφαιρέσεις, που έγιναν συνοδικά από τους προεδρεύσαντας στην Εκκλησία των Βυζαντινών. Εν­νοώ τον Σέργιο, τον Πύρρο και τον Παύλο. Και αυτές τις καινοτομίες τις γνωρίζει όλη η οικουμένη. Γι' αυ­τήν την αιτία δεν έχω κοινωνία, ο δούλος σας, με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ας αρθούν τα εμπόδια που μπήκαν από τους παραπάνω άνδρες, και μαζί μ' αυτά κι αυτοί που τάβαλαν, όπως είπε ο Θεός: «και τους λίθους εκ της οδού διαρρίψατε» (Ιερεμ. 50, 26). Έτσι, βρίσκοντας την οδό του Ευαγγελίου όπως ήταν πρώτα, λεία και ομαλή και ελεύθερη από κάθε α­κανθώδη αιρετική κακία, θα την βαδίζω χωρίς να μου χρειάζεται καμμία ανθρώπινη προτροπή. Μέχρις ότου όμως οι πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως καυχώ­νται για τα τεθέντα εμπόδια και γι' αυτούς που τα έβα­λαν, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή τρόπος που να με πείση να έχω κοινωνία με αυτούς. 
ΘΕΟΔ.: Μα τι κακό λοιπόν ομολογούμε, ώστε να χωρισθής από την κοινωνία μαζί μας; 
ΜΑΞΙΜΟΣ: Επειδή λέγετε ότι ο Θεός και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός έχει μία ενέργεια της Θεότητος και ανθρωπότητός του. Έτσι συγχέετε τον λόγο της θεολογίας με τον λόγο της οικονομίας.
Και πάλι, υιοθετώντας άλλη καινοτομία, αφαιρεί­τε εξ ολοκλήρου όλα τα γνωριστικά και συστατικά (στοιχεία) της θεότητος και ανθρωπότητος του Χρι­στού, θεσπίζοντας με νόμους και τύπους, ότι δεν πρέ­πει να λέγεται γι' Αυτόν, ούτε μία ούτε δύο θελήσεις ή ενέργειες. Αυτό είναι πράγμα ανυπόστατο, διότι οι άγιοι Πατέρες μας διδάσκουν μεγαλοφώνως ότι: «Αυτό που δεν έχει καμμιά δύναμι, ούτε υπάρχει ούτε είναι κάτι ούτε έχει καμμία εντελώς θέσι». 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ανάπαυση μέσα στο μόχθο …! -- του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη, Καθηγητού Παν. Αθηνών

Η βασική επιδίωξη των τεχνολογικών κατακτήσεων εντοπίζεται εύστοχα στην εξασφάλιση κάθε φορά και τελειότερων ανέσεων μέσα στην περιοχή του ανθρωπίνου βίου. Η τεχνολογική πρόοδος δηλαδή υπηρετεί δουλικά και ασταμάτητα μια βασική αδυναμία της ανθρωπίνης προσωπικότητος, την ακατάσχετη τάση για άνεση, για ανάπαυση!
Φαίνεται ότι η νοσταλγία του Παραδείσου, την οποία και ο Μπερδιάγιεφ υπογραμμίζει, συμπυκνώνεται σήμερα (στην κοσμική της διαστροφή) σε μια ψυχική ροπή προς την αμεριμνησία, τη νωχέλεια, την ανάπαυση του σώματος και του νου. Ο τεχνολογικός αιώνας μας, όπως διαμορφώνει τη ζωή μας, εντείνει συνεχώς την ψυχική δίψα για άνεση, για ανάπαυση. Ήδη ο αιώνας αυτός κατόρθωσε να περιορίσει πολλές αναγκαίες εργασίες του ανθρώπου στην απλή πίεση ενός διακόπτη ή ενός ηλεκτρικού πλήκτρου. Έτσι ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος εμπιστεύεται τις προσδοκίες και τις κρυφές αγωνίες του, για ανάπαυση και άνεση, σε μερικά θαυματουργικά κουμπιά. Θέλει να κινεί μόνο το δακτυλάκι του σε κάθε βασικό ή δευτερεύον έργο της ζωής και … τίποτε περισσότερο!! Ο σωματικός κόπος και μόχθος του φαίνεται σαν μια αδικαιολόγητη αδικία της φύσεως, σαν μια προσβολή της «αριστοκρατικής» του υποστάσεως. Θέλει, όσο μπορεί, να … κάθεται! Να αναπαύεται και να τρυγά τις ευχάριστες μόνο εμπειρίες της ζωής! Η τεχνολογική πρόοδος τον έχει κακομάθει αθεράπευτα..!
Η αναζήτηση της ανέσεως και της αναπαύσεως από τον σύγχρονο άνθρωπο, με μια συνεχώς αυξανομένη μανία, είναι ένα σύμπτωμα αρκετά ανησυχητικό. Γιατί δείχνει πως ο άνθρωπος αυτός είναι κουρασμένος, πολύ βαθειά κουρασμένος!

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ


Α. Πρός τό σκάμ­μα.
Πρό­μα­χος τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, πού ἀ­κο­λού­θη­σε τά ἴ­χνη τοῦ Με­γά­λου Ἀ­θα­να­σί­ου καί ἐ­φά­μιλ­λος τοῦ ἱ­ε­ροῦ Φω­τί­ου, ἀ­να­δεί­χθη­κε ὁ μα­κά­ριος αὐ­τός ἐ­πί­σκο­πος τῆς Ἐ­φέ­σου, ὁ περιώ­νυ­μος με­τα­ξύ τῶν ὀρ­θο­δό­ξων μα­χη­τῶν, ὁ Μάρ­κος ὁ Εὐ­γε­νι­κός. Χά­ρη στή θερ­μή του πί­στη, τήν ἄ­τεγ­κτη ἐ­πι­μο­νή του στήν Ὀρ­θό­δο­ξη γραμ­μή καί τήν ἄ­φθα­στη ἀν­δρεί­α του, κα­τόρ­θω­σε νά κρά­τη­σει τήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἀ­δού­λω­τη ἀ­πέ­ναν­τι στούς κιν­δύ­νους πού τήν ἀ­πεί­λη­σαν νά ὑ­πο­δου­λω­θεῖ στήν πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­ναγ­κά­σθη­κε νά ἀναγνω­ρί­σει τίς πλά­νες, στίς ὁ­ποῖ­ες ὑ­πέ­πε­σε με­τά τό χω­ρι­σμό της ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α. Ἄς με­λε­τή­σου­με τήν πα­τε­ρι­κή αὐ­τή μορ­φή, πού στά­θη­κε βρά­χος ἀ­σά­λευ­τος καί ἀ­με­τα­κί­νη­τος ἐμ­μο­νῆς στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Πα­ρά­δο­ση.
Βρι­σκό­μα­στε στό τέ­λος τοῦ 14ου αἰ­ῶ­νος. Τά πράγ­μα­τα γύ­ρω ἀ­πό τήν πε­ρί­φη­μη Βυ­ζαν­τι­νή αὐ­το­κρα­το­ρί­α, πού ἐ­πί χί­λια ἔ­τη ἐ­ξέ­πεμ­πε πλού­σιο φῶς πο­λι­τι­σμοῦ καί χρι­στι­α­νι­κής ζω­ῆς σέ ὅ­λα τά ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, δέν εἶ­ναι κα­θό­λου εὐ­χά­ρι­στα. Οἱ Τοῦρ­κοι τοῦ Μου­ράτ τοῦ Β΄ τήν ἐ­πι­βου­λεύ­ον­ται ἀ­πό παν­τοῦ. Ὁ­λό­κλη­ρα τμή­μα­τά της τά ἀ­πο­σποῦν βί­αι­α ἀ­πό τόν κορ­μό της καί τήν ἐ­ξα­σθε­νί­ζουν συ­νε­χῶς.
Μοιά­ζει μέ ἕ­να με­γά­λο ἀ­σθε­νῆ, πού ἔ­χει ἄ­με­ση ἀ­νάγ­κη βο­η­θεί­ας καί ἐ­νι­σχύ­σε­ως. Καί σάν νά μή ἔ­φθα­ναν οἱ κίν­δυ­νοι αὐ­τοί, προ­στί­θε­ται καί ἔ­νας ἄλ­λος ἀ­πρό­σκλη­τος ἐ­χθρός. Εἶ­ναι ὁ πα­πι­σμός· ἡ πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κμε­ταλ­λεύ­ε­ται κά­θε εὐ­και­ρί­α προ­κει­μέ­νου νά ὑ­πο­τά­ξει καί ὑ­πο­δού­λω­ση, τήν Ὀρ­θο­δο­ξία καί ἐ­πε­κτεί­νει, τήν κυ­ρι­αρ­χί­α της καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἀ­να­το­λή.
Αὐ­το­κρά­τωρ στό θρό­νο τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως εἶ­ναι ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Πα­λαι­ο­λό­γος. Ἀ­πό τήν ὑ­ψη­λή σκο­πιά τοῦ θρό­νου τοῦ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τά πράγ­μα­τα τῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας καί τά βρί­σκει ἐ­ξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λα. Χρει­ά­ζε­ται ἄ­με­ση βο­ή­θεια. Ποῦ θά τήν βρεῖ ὅ­μως; Που­θε­νά δέν βλέ­πει νά ρο­δί­ζει ἡ αὐ­γή τῆς ἐλ­πί­δος. Μί­α μό­νο ἔ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα. Νά ἀπευθυνθεῖ στήν πα­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α καί νά ζή­τη­σει ἀ­πό αὐ­τήν ἐ­νί­σχυ­ση. Ἔ­χει αὐ­τή δύ­να­μη καί ἐ­πιρ­ρο­ή. Ἔ­χει κα­τορ­θώ­σει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει βα­σι­λεῖς καί αὐ­το­κρά­το­ρες τῆς Δύ­σε­ως. Μπο­ρεῖ νά βο­η­θή­σει ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κῶς. Καί κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο ἐ­κεί­νη, συγ­κε­κρι­μέ­να τό ἔ­τος 1438, εἶ­χε συγ­κρο­τή­σει Σύ­νο­δο, πού τήν ὀ­νό­μα­σε Οἰ­κου­με­νι­κή, στήν Φερ­ρά­ρα τῆς Ἰτα­λί­ας. Εὐ­και­ρί­α λοι­πόν γιά τόν αὐ­το­κρά­το­ρα νά ἔλ­θει σέ συ­νεν­νο­ή­σεις καί νά ζη­τή­σει τήν πο­λυ­πό­θη­τη βο­ή­θεια. Ἀ­πο­φα­σί­ζει νά ἔλ­θει ἐ­κεῖ αὐ­το­προ­σώ­πως μα­ζί μέ τούς ἀρχιερεῖς πού δι­έ­θε­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο κύ­ρος, μέ ἐ­πί κε­φα­λῆς τόν πα­τριά­ρχη Ἰ­ω­σήφ. Θά συ­ζη­τή­σουν ἐ­κεῖ, θά τούς θέ­σουν ὑ­πό­ψη τά σο­βα­ρά ζη­τή­μα­τα πού τούς ἀ­πα­σχο­λοῦν θά ἀ­πο­σπά­σουν ὁ­πωσ­δή­πο­τε βο­ή­θεια. Μα­ζί μέ τήν ὁ­μά­δα τῶν ἐ­πι­σκό­πων καί ὁ σπου­δαῖ­ος καί στα­θε­ρό­τα­τος Μάρ­κος, τό καύ­χη­μα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξιας, ὁ πρό­ε­δρος τῆς με­γά­λης Ἐφέ­σου, ὁ ἡ­ρω­ι­κός της ἐ­πί­σκο­πος. Πρίν ὅ­μως πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με τήν τύ­χη τῆς ὑ­πό τόν Αὐ­το­κρά­το­ρα καί τόν Πα­τριά­ρχη ἐ­πι­τρο­πῆς τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων, ἅς δοῦ­με σέ λί­γες γραμμές ποι­ός ἦ­ταν ὁ ὀ­νο­μα­στός ἐ­πί­σκο­πός της Ἐ­φέ­σου, πού γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του θά δι­ε­ξα­χθεῖ ὁ μέ­γας ἀ­γών τῆς Ὀρ­θο­δο­ξιας κα­τά τοῦ Πα­πι­σμοῦ καί θά κρά­τη­σει, ἕνας καί μό­νος αὐ­τός, τήν Πί­στη τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­δού­λω­τη.
Στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη γεν­νή­θη­κε ὁ Μάρ­κος τό 1392. Μα­νου­ήλ ἦ­ταν τό βα­πτι­στι­κό του ὄ­νο­μα. Δι­ά­κο­νος ἦ­ταν ὁ πα­τήρ του. Καί δι­δά­σκα­λος συγ­χρό­νως. Κό­ρη ἰα­τροῦ ἡ μητέρα του. Ἐ­πι­με­λεια καί φρον­τί­δα πολ­λή ἐ­πέ­δει­ξαν ἀμ­φό­τε­ροι στήν χρι­στι­α­νι­κή καί ἠ­θι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τοῦ υἱ­οῦ τους. Ἀλ­λά καί τήν γραμ­μα­τι­κή του μόρ­φω­ση δέν παραμέ­λη­σαν. Τόν ἤ­θε­λαν πι­στό Χρι­ο­τια­νό, ἀλ­λά καί ἱ­κα­νό νά προ­σφέ­ρι ὅ,τι θά μπο­ροῦ­σε στούς γύ­ρω του. Ὁ νέ­ος ἀν­τα­πο­κρί­θη­κε πλή­ρως στίς προσ­δο­κί­ες τῶν εὐ­σε­βῶν γονέ­ων του. Καί μόρ­φω­ση ἱ­κα­νή ἔ­λα­βε, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ός τόν εἶ­χε προι­κί­σει μέ σπου­δαί­α δι­ά­νοι­α, ἀλ­λά καί πνευ­μα­τι­κῶς καί χρι­στι­α­νι­κῶς μορ­φώ­θη­κε ἄ­ρι­στα. Ἀ­πό τό ἐ­φη­βι­κά τοῦ χρό­νια πα­ρου­σί­α­σε δείγ­μα­τα ὥ­ρι­μου ἀν­θρώ­που, σπου­δαί­ου νέ­ου. Οἱ πρῶ­τες του ἀ­σχο­λί­ες με­τά τήν ἐγ­κύ­κλια μόρ­φω­ση τοῦ ἦ­ταν ὅ­πως καί τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­δά­σκα­λος ἔ­γι­νε· καί στούς μα­θη­τές τοῦ με­τέ­δι­δε τά ἑλ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα, ἀλ­λά καί τά χρι­στι­α­νι­κά ρή­μα­τα. Καί οἰ­κο­δο­μοῦ­σε ὁ νέ­ος· καί γι­νό­ταν πα­ρά­δειγ­μα σέ μι­κρούς καί με­γά­λους στα­θε­ρό­τη­τος καί πνευ­μα­τι­κῆς προ­κο­πῆς.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο.
Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ.
Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

  
Γεννήθηκε το 251 στην πόλη Κόμα κατά τη νότια Μέμφιδα κοντά στην Ηρακλεόπολη της Μέσης Αιγύπτου. Οι γονείς του ήσαν Αιγυπτιώτες χριστιανοί. Η ανατροφή του ήτο βέβαια χριστιανική, αλλά κατά περίεργο τρόπο δεν μορφώθηκε σχολικά, αν και ήταν εύπορος. Ο Μ. Αθανάσιος, ο και βιογράφος του, μας πληροφορεί, ότι «γράμματα μαθείν ουκ ηνέσχετο… θεοδίδακτος γενόμενος ο μακάριος και φρόνιμος ην λίαν· και το θαυμαστόν ότι, γράμματα μη μαθών, αγχίνους ην και συνετός άνθρωπος». Αργότερα σε κάποιους ειδωλολάτρες ο Αντώνιος θα ειπή: «μη μαθόντες ημείς γράμματα πιστεύομεν εις τον Θεόν». Ύστερα από τον θάνατο των γονέων του, όταν ήταν περίπου 20 ετών, άκουσε στον ιερό ναό την περικοπή του Ευαγγελίου, που είπεν ο Χριστός στον πλούσιο νεανίσκον· «ει θέλεις τέλειος είναι, ύπαγε πώλησον πάντα τα υπάρχοντά σοι και δος πτωχοίς και δεύρο ακολούθει μοι». Πράγματι· μόλις ετελείωσε η θεία λειτουργία, ο Αντώνιος άρχισε να σκορπάη στους φτωχούς και καταφρονεμένους τη σημαντική περιουσία του. δεν βάσταξε για τον εαυτό του και την αδελφή του που προστάτευε, παρά μόνο ελάχιστα χρήματα. Αλλά όταν άκουσε και πάλι κατά τη θεία λειτουργία το λόγο του Χριστού, «μη μεριμνήσητε εις την αύριον», τότε διανέμει στους απόρους ό,τι είχεν απομείνει. Με σύμφωνη γνώμη οδηγεί την μεν αδελφή του σε παρθενώνα, υποτυπώδες μοναστήρι της εποχής, αυτός δε παραμένει μόνος στο σπίτι του ασκούμενος. Η άσκησή του συνίστατο στην νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή. Η τροφή του ήταν ψωμί και νερό μετά τη δύση του ηλίου στην αρχή κι΄ αργότερα έτρωγε κάθε δύο ημέρες και μετά ανά τέσσερες. Αργότερα εγκατέλειψε το σπίτι του και εγκαταστάθηκε σε ησυχαστικό τόπο έξω από την Ηρακλεόπολη. Εκεί ανεύρε και κάποιον γέροντα ασκητή που ζούσε ησυχαστικά από την νεότητά του. Πλησίον του παρέμεινε μικρό διάστημα μετά το οποίο ανεχώρησε για περισσότερη ησυχία. Βρήκε ένα τάφο που τον μετέβαλε σε παλαίστρα. Εκεί παρέμεινε αρκετά χρόνια παλεύοντας με το διάβολο, για να αναχωρήση και πάλι σε βαθύτερη έρημο. Αφού διαπέρασε τον Νείλο, προχώρησε προς τα όρη της δεξιάς όχθης, που εκτείνονται προς την Αραβία και εγκατεστάθη σε κάποια ερείπια κοντά σε πηγή στη λιβυκή έρημο Πισπίρ. Στην έρημο αυτή παρέμεινεν ως είκοσι χρόνια ασκούμενος μέσα σε αδιάλειπτο πόλεμο με τους δαίμονες. Η φήμη του άρχισε να απλώνεται μεταξύ μοναχών και λαϊκών. Ο Αντώνιος εδέχετο τους προσερχομένους σ΄ αυτόν και τους εδίδασκε περί σωτηρίας ψυχής. «Ταύτα διαλεγομένου του Αντωνίου πάντες έχαιρον και των μεν ο έρως της αρετής ηύξανε, των δε η ολιγωρία περεκβάλλετο και άλλων η οίησις επαύετο· πάντες τε επείθοντο καταφρονείν της δαιμονικής επιβουλής, θαυμάζοντες την δοθείσαν παρά του Κυρίου Αντωνίω χάριν, εις διάκρισιν των πνευμάτων». Η διδασκαλία του θείου Αντωνίου, γεμάτη από τη χάρη του Θεού, ασκούσε τέτοιαν έλξη, ώστε «γέγονε και εν τοις όρεσι μοναστήρια και η έρημος επολίσθη μοναχών», που εφαίνοντο σαν σκηνές από αγγελικές ομάδες. Ο ασκητής Αντώνιος, όταν έμαθε για το διωγμό που σήκωσε κατά των χριστιανών ο Μαξιμίνος το 311, κατέβηκε και με άλλους μοναχούς στην Αλεξάνδρεια με σκοπό να μαρτυρήση. Αλλά παρά τις προκλήσεις του προς τους εθνικούς δεν επέτυχε το σκοπό του. Έτσι περιορίστηκε να προσφέρη τις υπηρεσίες του και την αγάπη του προς τους μάρτυρες με την ηθική ενίσχυσή του, τόσο στα δικαστήρια όσο και μέχρι τον τόπο του μαρτυρίου των. Μετά δε το τέλος του διωγμού επέστρεψε στο ασκητήριό του στην έρημο Πισπίρ, αφού στους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας άφησε τύπο και παράδειγμα «φιλοσοφίας» προς μίμηση. Μετά την επιστροφή του και θέλων, ο άγιος Πατήρ, να απομακρυνθή περισσότερο από τις μοναστικές κοινότητες που είχε δημιουργήσει, αλλά και για να αποφεύγη τον ανθρώπινον έπαινον, άφησε την έρημο Πισπίρ μυστικά και έφθασε στο έρημο όρος Κολζίμ προς την Ερυθρά Θάλασσα.