Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο Όσιος Σάββας ο Ηγιασμένος

Τη Ε΄ (5η) του αυτού μηνός μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΑΒΒΑ του Ηγιασμένου.

Σάββας ο μέγας την αρετήν και θαυμάσιος Πατήρ ημών, κατήγετο από την χώραν των Καππαδοκών εκ του χωρίου του καλουμένου Μουταλάσκη, εις το οποίον και εγεννήθη εν έτει υλθ΄ (439), από γονείς ευσεβείς και περιφανείς, οίτινες εκαλούντο ο μεν πατήρ Ιωάννης, η δε μήτηρ Σοφία. Όταν δε ο παις έγινεν ετών πέντε, απήλθον οι γονείς του εις την Αλεξάνδρειαν δι΄ αναγκαίαν της στρατείας υπόθεσιν, διότι ο πατήρ του ήτο στρατευμένος, αυτόν δε αφήκαν με όλην την περιουσίαν των εις τον αδελφόν του πατρός του, Ερμείαν ονόματι, δια να μανθάνη γράμματα, εις περίπτωσιν δε θανάτου των γονέων του, να μείνη ο Σάββας κληρονόμος εις την περιουσίαν των. Ανετρέφετο λοιπόν το παιδίον εις τον οίκον του θείου του· βλέπον όμως ότι η γυνή εκείνου ήτο κακόγνωμος και φιλομόχθηρος και με ολίγην αιτίαν εσκανδαλίζετο, ανεχώρησεν εκείθεν και απήλθεν εις τον έτερον θείον του, αδελφόν και αυτόν του πατρός του, ονόματι Γρηγόριον, μετά του οποίου εχρημάτισεν ολίγον καιρόν, πολιτευόμενος τοσούτον ενάρετα, ώστε οι ορώντες αυτόν εθαύμαζον, διότι δεν έπαιζε ποσώς ως τα άλλα παιδία, ούτε άλλην τινά αταξίαν ετέλεσεν, αλλ΄ ως γέρων φρόνιμος εγνωρίζετο. Ήτο δε εκεί πλησίον, είκοσι στάδια απέχον από την Μουταλάσκην, Μοναστήριον τι Φλαβιαναί ονομαζόμενον. Επειδή δε ο νέος αριστεύς του Χριστού είχε πόθον να δουλεύση δια την σωτηρίαν αυτού, καταφρονήσας πλούτον, χρήματα, σαρκός περιφάνειαν και όλα όσα θέλγουσι τας ψυχάς των νέων και μισήσας πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν δια τον ένθεον έρωτα, απήλθεν εις το προαναφερθέν Μοναστήριον και παρεκάλει τον Προεστώτα να τον συναριθμήση εις το ποίμνιόν του και να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος τον υπεδέχθη μετά χαράς, βλέπων την πολλήν αυτού προθυμίαν και θείαν έφεσιν. Οι θείοι όμως του Σάββα επήγαν εις την Μονήν και με διαφόρους λόγους και προτροπάς, ηγωνίζοντο να τον απομακρύνουν εκείθεν, λέγοντες, ότι καλύτερον ήτο να υπανδρευθή, να αποκτήση τέκνα και να απολαύση τα ηδέα του βίου, παρά να βασανίζεται με τόσην σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ο δε Σάββας, ως νουνεχής και φρόνιμος, δεν εσυλλογίσθη ποσώς τα ψυχοβλαβή και άστοχα λόγια αυτών, αλλά προέκρινε να ευρίσκηται εις τον Οίκον μάλλον του Θεού, παρά να συγκατοική με τους συγγενείς του,

Ενθυμούμενος την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου, ότι εκείνος, όστις είχεν εδώ πλούτον και πάσαν απόλαυσιν, χρειάζεται τώρα εκεί μίαν ρανίδα ύδατος και δεν του την δίδουν, αλλά καταφλέγεται δεινώς την γλώτταν βασανιζόμενος· και πάλιν ο πτωχός, όστις είχεν εδώ τόσην στενοχωρίαν και βάσανον, απήλθεν εις τους κόλπους του Αβραάμ και απολαμβάνει χαράν ανεκλάλητον και ευφροσύνην αιώνιον. Ούτω λοιπόν ο καλός νεανίας παιδιόθεν εφαίνετο των γερόντων σοφώτερος, κρίνων ανόητον να προτιμήση, δια πρόσκαιρον ηδονήν, αιώνιον κόλασιν. Έμεινε λοιπόν εις το Μοναστήριον, υποτασσόμενος εις όλας τας τάξεις και σκληραγωγίας της μοναδικής πολιτείας, τας οποίας αόκνως εφύλαττε και μάλιστα την εγκράτειαν και τόσον ενήστευεν, ώστε εργαζόμενος εις τον κήπον ημέραν τινά και βλέπων εις το δένδρον μήλα ευώδη και ωραιότατα, ενικήθη ως άνθρωπος και έλαβεν εν δια να το φάγη· έπειτα γνωρίζων ότι ήτο πειρασμός του δαίμονος και τον παρεκίνει να παραβή τον όρον της τάξεως, το να φάγη προ της διατεταγμένης ώρας, ενθυμούμενος δε και πόσον κακόν έπαθον οι Προπάτορες, δια να μη φυλάξουν το θείον πρόσταγμα, έρριψε κατά γης το μήλον και δεν το έφαγεν. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και νόμον έδωκε κατά του εαυτού του, να μη φάγη πλέον μήλον εις όλην του την ζωήν· τον οποίον και έως τέλους ετήρησεν, έκτοτε δε κατεπάτησε και ενίκησε παντελώς τον της γαστριμαργίας δαίμονα και τα λοιπά πάθη τοσούτον ανδρείως, ώστε υπερέβη όλους τους Μοναχούς, του Μοναστηρίου εκείνου, εις αγρυπνίαν, εις προσευχήν, εις ταπείνωσιν και εις τα λοιπά κατορθώματα τόσον, ώστε ηξιώθη από μικρός να ποιή θαυμάσια, από τα οποία ένα είναι και το εξής. Χειμώνα τινά εβράχη ο αρτοποιός και μη έχων πώς να στεγνώση τα ενδύματά του, επειδή δεν ήτο ήλιος, τα έβαλεν εις τον κλίβανον (τον φούρνον), κατά δε την επομένην ελησμόνησε να τα πάρη και ήναψε τον κλίβανον δια να ψήσουν άρτον. Τότε ο αρτοποιός ενεθυμήθη τα ενδύματα, και επικραίνετο διότι ήτο το πυρ ανημμένον και δεν ήτο δυνατόν να το σβύσουν τόσον γρήγορα. Ο δε θείος Σάββας, καταφρονήσας του σώματος, εισήλθεν ευθύς εις τον κλίβανον και εξέβαλε τα ενδύματα αβλαβή, χωρίς να καή ποσώς καν μία τρίχα από την κεφαλήν του. Οι δε ορώντες εθαύμασαν και απ΄ εκείνην την ώραν τον ηυλαβούντο όχι ως παιδίον, αλλ΄ ως σεβάσμιον γέροντα, προορώντες την μέλλουσαν αυτού αρετήν και την προς Θεόν παρρησίαν, της οποίας ηξιώθη ύστερον. Aφού λοιπόν εχρημάτισεν εις τα Φλαβιανά ικανόν καιρόν, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, αφ΄ ενός μεν ίνα ιστορήση τους Αγίους Τόπους, αφ΄ ετέρου δε, όπως ίδη εναρέτους και αγίους άνδρας και ωφεληθή εξ αυτών. Λοιπόν παρεκάλεσε τον Ηγούμενον να του επιτρέψη να αναχωρήση, εκείνος όμως δεν εδέχετο, διότι επόθει να τον έχη εις την Μονήν, δια να ωφελούνται οι αδελφοί. Όθεν τον συνεβούλευε να μείνη εις το Κοινόβιον, να υποτάσσηται καλύτερον εις άλλους, παρά να κάμη το θέλημά του. Ο δε Θεός, ο προγινώσκων τα μέλλοντα, έστειλεν Άγγελον και λέγει προς τον Ηγούμενον· «Μη τολμήσης να εμποδίσης πλέον τον Σάββαν, αλλά συγχώρησον εις αυτόν, ίνα απέλθη όπου επιθυμεί». Ο Ηγούμενος ταύτα ακούσας απέλυσεν αυτόν· όθεν λαβών ο Σάββας συγχώρησιν από όλην την αδελφότητα, ανεχώρησεν. Ήτο δε τότε ετών δεκαοκτώ, εκ των οποίων είχεν εις το Μοναστήριον δέκα, διότι οκτώ μόνον ετών ήτο, όταν ενεδύθη το Σχήμα και κατεφρόνησε τα εγκόσμια. Φθάσας δε εις τα Ιεροσόλυμα εν καιρώ χειμώνος και καταλύσας εις την Μονήν του ιερού Πασαρίωνος, όπου ήτο εις Γέρων από την Καππαδοκίαν, έμεινε μετ΄ αυτού έως ότου παρέλθη ο χειμών. Μαθόντες την εκεί άφιξιν του Σάββα και την ένθεον αυτού πολιτείαν, διεφιλονείκουν πολλοί ποίος να λάβη αυτόν εις το Μοναστήριόν του· εκείνος όμως ο μακάριος δεν ηθέλησε να υπάγη μετ΄ ουδενός εξ αυτών, διότι κατά πολλά ηγάπα την ησυχίαν και ακούσας τας αρετάς του μεγάλου Ευθυμίου, ότι έλαμπεν εις την έρημον της Ανατολής και εφώτιζε τα μέρη εκείνα υπέρ τον ήλιον με τας διδασκαλίας και τα θαύματά του, ετρώθη την καρδίαν να γίνη μαθητής τού μεγάλου Ευθυμίου (επειδή το όμοιον αγαπά το όμοιον πάντοτε), να τρέφεται η ψυχή του πνευματικώς με τας αρετάς εκείνου και να αυξάνεται. Απελθών όθεν έπεσεν εις τους πόδας του μεγάλου Ευθυμίου, μετά δακρύων δεόμενος να τον υποδεχθή και αυτόν εις την ποίμνην του, να τον ποιμάνη με τα επίλοιπα πρόβατα. Ο δε Ευθύμιος, ως έμπειρος εις τους πνευματικούς αγώνας και δόκιμος, βλέπων του παιδός την νεότητα, δεν ηθέλησε να τον υποδεχθή παρευθύς εις την Λαύραν, αλλ΄ έστειλεν αυτόν εις το Μοναστήριον, το οποίον είχε παράμερα από την Λαύραν και εις το οποίον ήτο Προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος, είπε δε του Σάββα να σταθή εκεί, έως ότου κάμη γένεια και παιδευθή καλώς τας τάξεις του μοναδικού επαγγέλματος. Ο δε μακάριος Σάββας, επειδή ήτο εις όλας τας αρετάς πεπαιδευμένος, δεν ηναντιώθη, αλλ΄ είπε προς αυτόν μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Εγώ, Πάτερ Άγιε, ήλθον εις την αγιωσύνην σου, δια να με οδηγήσης προς σωτηρίαν και είμαι έτοιμος να υπακούω εις όλα τα σωτήρια προστάγματά σου». Έστειλε λοιπόν ο μέγας Ευθύμιος τον Σάββαν προς τον μακάριον Θεόκτιστον, γράφων εις αυτόν, ότι ούτος είχε πεπληρωμένην την ψυχήν θείου Πνεύματος και να τον κυβερνήση επιμελώς, επειδή αυτός έμελλε να πληρώση την οικουμένην από την δόξαν αυτού εις το ύστερον, καθώς και εγένετο και εγνωρίσθη αληθεστάτη η προφητεία του· ότι αυτός έκτισεν εις την Παλαιστίνην Λαύραν μεγάλην και συνήχθησαν εις αυτήν Μοναχοί αναρίθμητοι, εις τους οποίους ο Σάββας ήτο κανών και στάθμη ακριβεστάτη αγιωσύνης και τους έδωκε νόμον και τάξεις, καθώς εδιδάχθη απ΄ αυτόν τον μέγαν Ευθύμιον, προστάσσων επάνω εις όλα να μη δεχθώσι ποτέ αγένειόν τινα, το οποίον έως την σήμερον φυλάττουν απαρασάλευτα. ΈΕμεινε λοιπόν ο θείος Σάββας με τον μακάριον Θεόκτιστον και υπηρέτει επιμελώς εις όλας τας σωματικάς διακονίας, ήτοι έφερε ξύλα και ύδωρ, έσκαπτε τον κήπον και άλλας βαρείας υπηρεσίας ετέλει επιμελώς, επειδή ήτο όχι μόνον ταπεινός και καλόγνωμος, αλλά και ανδρείος την δύναμιν και μεγάλος εις το ανάστημα του σώματος· όθεν όλους εβοήθει μετά χαράς και πάντες τον ηυχαρίστουν και τον ηγάπων. Παρ΄ όλας όμως τας βαρείας ταύτας σωματικάς εργασίας δεν έλειπε ποσώς ο μακάριος και από τας νυκτερινάς ευχάς και ακολουθίας, αλλά και τας καθημερινάς υπηρεσίας αόκνως εποίει· και εις τας νυκτερινάς ακολουθίας πρώτος εισήρχετο και πάντες εθαύμαζον βλέποντες τόσην αρετήν και ευπρέπειαν τελειότητος εις ηλικίαν νεάζουσαν. Βλέπων δε ο δαίμων την προθυμίαν αυτού, εδοκίμασε να τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα με τρόπον τοιούτον. Ήτο αδελφός τις εις εκείνο το φροντιστήριον, το γένος Αλεξανδρεύς, Ιωάννης ονόματι, όστις παρεκάλει πολλάκις τον μακάριον Θεόκτιστον να τον συγχωρήση να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν, εις την οποίαν ετελεύτησαν οι γονείς του, να τακτοποιήση τα της περιουσίας των, να του δώση δε τον Σάββαν συνοδόν, όστις ήτο δυνατός, έμπειρος και πρόθυμος εις πάσαν υπηρεσίαν. Μετά βίας λοιπόν συγκατετέθη ο Θεόκτιστος και απελθόντες εις Αλεξάνδρειαν ηρεύνησαν περί των πραγμάτων του Ιωάννου και εξετέλεσαν πάντα όσα εχρειάζοντο. Εκεί όμως εις την Αλεξάνδρειαν ήσαν, ως ανωτέρω εγράψαμεν, και οι γονείς του Σάββα, οίτινες, γνωρίσαντες αυτόν, προσεπάθησαν να τον κρατήσουν και τον εβίαζον με πολλά μηχανήματα, δια να γραφή αντί του πατρός του εις την στρατείαν, να λάβη πολλήν τιμήν από τον βασιλέα και δόξαν ρέουσαν. Ο δε μακάριος Σάββας, γνωρίσας την επίνοιαν του πονηρού, ότι με την αγάπην και συμπάθειαν των γονέων του, επεδίωκε να τον εμποδίση από τους πνευματικούς αγώνας και να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, απεκρίθη προς αυτούς με σοφίαν και σύνεσιν· «Δεν είναι πρέπον να αγαπήσω υμάς περισσότερον από τον Δεσπότην μου, διότι αυτός ούτος είπεν· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι: 37). Ούτε να προτιμήσω την πρόσκαιρον στρατείαν από την ευαγγελικήν, διότι εάν έχη τιμωρίαν πολλήν και κατάκρισιν όστις αφήση την στρατείαν του επιγείου βασιλέως, πόσον κίνδυνον θα έχη, όστις καταφρονήση την επουράνιον και αθετήση το Αγγελικόν σχήμα ο άθλιος; Εάν λοιπόν θέλητε να σας έχω δια γονείς μου, μη μου αναφέρετε πλέον τοιαύτην υπόθεσιν». Αφήκαν λοιπόν αυτόν μη δυνάμενοι να τον εμποδίσουν και τον παρεκάλεσαν να δεχθή τουλάχιστον ποσόν αργυρίων δια μικρά έξοδα συντηρήσεως και του έδιδον χρυσά είκοσιν. Αυτός όμως άλαβε μόνον τρία και ταύτα δια να μη σκανδαλισθώσιν, ότι δεν τους κατεδέχθη, τα οποία πάλιν δεν τα εξώδευσεν, αλλ΄ όταν έφθασαν εις το φροντιστήριον, τα έδωκεν εις τον Θεόκτιστον δια να μη έχη τίποτε ίδιον. Αφού λοιπόν διέτριψεν εκεί ο Σάββας δέκα έτη, εκοιμήθη ο μακάριος Θεόκτιστος και εψήφισεν ο μέγας Ευθύμιος άλλον Ηγούμενον, Λογγίνον ονομαζόμενον. Εις τον καιρόν του Λογγίνου ήτο ο θαυμάσιος Σάββας ετών τριάκοντα, δόκιμος και τέλειος εις πάσαν ασκητικήν διαγωγήν. Έχων δε πόθον πολύν ν΄ αναχωρήση εις τόπον ησυχαστικόν και έρημον, εζήτησεν από τον Λογγίνον συγχώρησιν, όστις έγραψε περί τούτου εις τον μέγαν Ευθύμιον· διότι χωρίς την βουλήν εκείνου ουδέν έπραττεν. Ο δε μέγας Ευθύμιος, γνωρίζων την πολλήν θερμότητα του Σάββα εις τα πνευματικά και τον ένθεον έρωτα, του απήντησε να μη τον εμποδίση ποσώς, αλλά να τον αφήση εις το θέλημά του, να διάγη καθώς επιθυμεί. Λαβών όθεν ο Σάββας την εξουσίαν, απήλθεν εις τι σπήλαιον, το οποίον ήτο εις το νότιον μέρος του Μοναστηρίου και εκεί παρέμενε καθ΄ όλην την εβδομάδα έως το Σάββατον χωρίς τροφήν τινα, μόνον προσευχήν εποίει και εργόχειρον, έκαστον δε Σάββατον επήγαινεν εις το Μοναστήριον πεντήκοντα σπυρίδας (ζεμπίλια) και έτρωγε μετά των αδελφών το Σάββατον και την Κυριακήν, κατόπιν πάλιν συνήθροιζε βάϊα, ήτοι φύλλα φοινίκων, όσα τον έφθανον την εβδομάδα, και εισήρχετο εις το σπήλαιον και ούτω διήλθον πέντε έτη. Ιδών λοιπόν αυτόν ο θείος Ευθύμιος ούτω βιούντα, τον ωνόμαζε παιδαριογέροντα και τον έλαβεν εις την συνοδείαν του ομού με άλλον αυτού μαθητήν, Δομετιανόν ονόματι, με τον οποίον είχον αμφότεροι συνήθειαν να πηγαίνουν κατ΄ έτος, μετά την εορτήν των Θεοφανείων, εις την ενδοτέραν έρημον, να ασκητεύουν όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κατά δε την Αγίαν Ανάστασιν ήρχοντο πάλιν εις την Λαύραν. Εκίνησαν λοιπόν τότε και οι τρεις και περιεπάτουν εις εκείνην την πανέρημον, εκείθεν από την Νεκράν θάλασσαν· επειδή δε ο δρόμος ήτο μακρός, ο τόπος άνυδρος, αι ημέραι καυστικαί και θερμόταται, εξησθένησεν ο Σάββας και ελιποθύμησε, μη δυνάμενος να περιπατήση ποσώς, έπεσε δε κατά γης ως νεκρός. Ο δε Ευθύμιος, ιδών αυτόν ελυπήθη πολύ και πηγαίνων ολίγον παράμερα εποίησε δέησιν προς Κύριον, λέγων· «Δέσποτα Θεέ, σπλαγχνίσου τον δούλον σου τούτον τον νέον και δος μας ύδωρ, να μη αποθάνη υπό της δίψης και του καύματος». Ούτως ειπών, εκτύπησεν εις την γην με το σκαλίδιον τρις, η δε γη αισθανομένη θειοτέρας δυνάμεως υπήκουσεν (ω του θαύματος!) και από την άνυδρον και άγονον έρημον εξήλθεν ύδωρ ηδύ και γλυκύτατον, εξ ου ευθύς ως ο Σάββας έπιεν, έλαβεν αοράτως θείαν δύναμιν και πλέον δεν εκουράσθη, ούτε εδειλίασε την δυσχέρειαν της οδού. Αφού έφθασαν εις τον ποθούμενον τόπον, έπασχε πολλά ο θείος Σάββας να μιμήται εις πάντα τρόπον τον μέγαν Ευθύμιον και μόνον αυτόν είχεν ως αρχέτυπον της αρετής και εικόνα ζώσαν και έμψυχον δια να μη παρεκκλίνη ουδόλως από τας τάξεις και τα ήθη του. Αλλ΄ εις ολίγον καιρόν απήλθε προς Κύριον ο μέγας την αρετήν Ευθύμιος, οι δε μαθηταί αυτού, μετά την κοίμησιν του διδασκάλου, ημέλουν κατ΄ ολίγον την αρετήν και δεν είχον τόσην προθυμίαν εις την άσκησιν· όθεν ο θείος Σάββας εμάκρυνε φυγαδεύων και ήτο εις την έρημον του Ιορδάνου, καθ΄ ον καιρόν ησκήτευεν εκεί ο μέγας Γεράσιμος. Τότε ήτο ο Σάββας τριάκοντα πέντε ετών, όταν ήρχισε να τον πολεμή ο δαίμων· ου μόνον δε αοράτως του έδιδεν ενόχλησιν και τον επείραζε κρυφίως, καθώς κάμνει εις όλους τους εναρέτους, αλλά και φανερά έπασχεν ο δόλιος να τον εκφοβή, δια να μη είναι εις την έρημον. Νύκτα δε τινα, εν ω έκειτο δια να λάβη ολίγην ανάπαυσιν από τον πολύν κόπον της ασκήσεως, είδε πλησίον του όφεις, σκορπίους και άλλα διάφορα ερπετά, τα οποία εδείκνυον ότι ήθελον να τον φάγωσιν. Ο δε Σάββας το μεν πρώτον εδειλίασεν, αλλ΄ ύστερον, συλλογιζόμενος την μηχανήν των δαιμόνων, ηγέρθη μετά θάρρους και ούτω προσηύχετο· «Ου φοβηθήσομαι από φόβου νυκτερινού, αλλ΄ επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσομαι» (Ψαλμ. 90: 5,13). Ταύτα λέγοντος του Οσίου, όλα εκείνα τα ιοβόλα θηρία ως καπνός ηφανίσθησαν. Μετ΄ ολίγας πάλιν ημέρας ο δαίμων έγινε λέων μέγας και φοβερός και εδείκνυεν, ότι ήθελε να ορμήση επάνω του. Ο δε Άγιος δεν εδειλίασε ποσώς, αλλά του είπεν αταράχως· «Εάν έλαβες παρά Θεού εξουσίαν κατ΄ εμού, μη αμελής, ότι έτοιμος είμαι να με φάγης κατά την θείαν νεύσιν και βούλησιν· ει δε μη, τι μάτην ταράττεσαι; Εγώ δύναμαι να σε καταπατήσω με του Δεσπότου την δύναμιν». Ταύτα είπε και ευθύς έγινε ο υποκρινόμενος άφαντος και από την ώραν εκείνην ο Άγιος όχι μόνον τους νοητούς, αλλά και τους αισθητούς θήρας υπέταξε και συγκατώκουν μετ΄ αυτού, χωρίς ποσώς να τον βλάπτωσι. Τέσσαρές τινες Αγαρηνοί τον συνήντησάν ποτε καθ΄ οδόν και είχον τόσην πείναν, ώστε εκινδύνευον. Ιδόντες λοιπόν αυτόν, του εζήτουν εάν είχέ τι βρώσιμον. Ο δε έλαβεν αυτούς εις το σπήλαιον ευσπλάγχνως και απλώσας εις την γην την μηλωτήν του, εφίλευσεν αυτούς εξ εκείνων, τα οποία είχεν, ήτοι καρδίας καλάμων και ρίζας μελεαγρίων. Οι βάρβαροι ευλαβηθέντες την αρετήν αυτού, εθαύμασαν και το φιλόξενον· και τότε μεν έφαγον από τα ευρεθέντα και ευχαριστήσαντες ανεχώρησαν· μεθ΄ημέρας δε τινας του έφερον τυρούς και άρτους και φοίνικας. Ο δε Όσιος, ώσπερ φιλόπονος μέλισσα, ήτις συλλέγει από κάθε τόπον το χρήσιμον, ούτω και αυτός ωφελήθη ψυχικώς από τούτο και έλεγε καθ΄ εαυτού τοιαύτα· «Ουαί σοι, ψυχή μου ταλαίπωρε και προς τον Ευεργέτην αχάριστε! Ιδού δια μικράν και ποταπήν χάριν, την οποίαν έλαβον ούτοι οι βάρβαροι, μου έφερον τοσούτον πλουσίαν ανταμοιβήν και ημείς, οίτινες ελάβομεν από τον Πλάστην τοσαύτα χαρίσματα, ποίαν ανταμοιβήν του εδώσαμεν; Ποίαν Αυτού εντολήν εφυλάξαμεν; Ποίαν απολογίαν θα δώσωμεν εις τον Κύριον κατά την ώραν της Κρίσεως»; Ήτο δε Μοναχός τις φίλος του Σάββα, Άνθος ονόματι, όστις επήγεν εις την έρημον μετ΄ αυτού, δια να ασκητεύουν αμφότεροι ομού. Μετ΄ ολίγας όμως ημέρας διήλθον εκείθεν βάρβαροί τινες κακόγνωμοι και δύστροποι άνθρωποι και εμελέτησαν να τους θανατώσουν. Δια να εύρουν λοιπόν μικράν πρόφασιν, έστειλαν τον ένα εις το σπήλαιον να διαμαρτυρηθή εις τους Ασκητάς, ότι δήθεν αυτοί τους ηδίκησαν εις τινα υπόθεσιν και εζημιώθησαν οι βάρβαροι εξ αυτών. Εσυκοφάντουν δε τον Όσιον ψευδώς, δια να εξαναγκάσουν αυτόν να σκανδαλισθή, να ομιλήση λόγον βαρύν και εκ τούτου να εύρουν αφορμήν να τους αποκτείνωσιν. Ίσταντο λοιπόν οι άλλοι μακρόθεν και ο εις επλησίασεν εις τους Οσίους, οίτινες βλέποντες τον κίνδυνον, καθωπλίσθησαν δια της ιεράς προσευχής, ταύτα προς τον Κύριον λέγοντες· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ: 8) και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ηυχήθησαν και, ω του θαύματος! εσχίσθη η γη και κατέπιεν εκείνον τον ένα, όστις επήγεν εκεί. Οι δε λοιποί, ιδόντες τοιούτον τεράστιον, ετρόμαξαν και έφυγον περιδεείς και κατάφοβοι, έκτοτε δε ούτε αυτοί, ούτε άλλοι κακοποιοί ετόλμησαν πλέον να επιχειρήσωσι τι κατ΄ αυτών, αλλά ούτε και οι δαίμονες επειράθησαν καν να τον πειράξωσιν. Όθεν ο Σάββας κατώκει αφόβως την έρημον και επειδή έγιναν φίλοι με τον μακάριον Θεοδόσιον δια μέσου του Άνθου, έκτισεν εκεί Λαύραν περιφανή και ευρύχωρον με τοιούτον τρόπον θαυμάσιον. Αφού εχρημάτισεν εκεί ο Σάββας έτη τέσσαρα, ανήλθέ ποτε εις το υψηλότατον εκείνο βουνόν, εις το οποίον λέγεται ότι επήγεν η μακαρίτις βασιλίς Ευδοκία και την εδίδαξεν ο μέγας Ευθύμιος. Εκεί λοιπόν διανυκτερεύων ο Σάββας, είδε οπτασίαν τινά θαυμάσιον. Γυνή τις ωραιοτάτη εφάνη ενώπιον αυτού, ενδεδυμένη στολήν λαμπράν και περιφανεστάτην, και του εδείκνυε τον χείμαρρον, ο οποίος τρέχει νοτίως του Σιλωάμ, του έλεγε δε ταύτα· «Κατοίκησον, Σάββα, εις εκείνο το σπήλαιον, το οποίον είναι κατ΄ Ανατολάς του χειμάρρου και εγώ θα σου στέλλω εξ ύψους βοήθειαν». Ταύτα ιδών ο Όσιος ενεπλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως και χειραγωγούμενος ως υπό τινος δεξιάς από την θείαν και σοφήν Πρόνοιαν, εισήλθεν εις το σπήλαιον· ήτο δε τότε ετών τεσσαράκοντα. Ο δε τόπος ήτο πολύ άβατος και με πολλήν κακοπάθειαν ανήρχετο και μάλιστα όταν ελάμβανε το ύδωρ από την πηγήν, η οποία ήτο μακράν απ΄ εκεί δεκαπέντε στάδια (2775 μέτρα περίπου), και την ωνόμαζον Επτάστομον. Όθεν κρεμάσας άνωθεν ένα σχοινίον ανέβαινεν ευκολώτερα. Πλην άλλην παραμυθίαν δεν είχε προς τα αναγκαία του σώματος, μόνον τα χόρτα, τα οποία εγέννα η γη αυτομάτως εκεί πλησίον εις το σπήλαιον. Αλλ΄ ο Θεός, όστις τον προσέταξε να κατοικήση εκεί, αυτός του έστελλε και βοήθειαν κατά την θείαν Του υπόσχεσιν και εφώτισεν Ισμαηλίτας τινάς, οι οποίοι ευλαβηθέντες αυτόν του έφερον τυρούς, άρτους, φοίνικας και άλλα διάφορα βρώματα, όχι μόνον δις ή τρις, αλλά πολλάκις, ωσάν να του επλήρωναν φόρον. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος εις το σπήλαιον εκείνο επί πέντε έτη με ησυχίαν πολλήν, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος, έκτοτε δε διεσκεδάσθησαν αι κατ΄ αυτού κακουργίαι των δαιμόνων, οι οποίοι έφευγον μη δυνάμενοι να τον βλέπωσιν· όθεν έχων άδειαν από τους δαίμονας και γαλήνην από τους ανθρώπους, εδέχθη και άλλους πολλούς εις την συνοδείαν του εναρέτους και φύλακας ακριβείς των εντολών του Κυρίου, τους οποίους προσείλκυε προς εαυτόν με την καλήν του φήμην και υπερθαύμαστον αρετήν, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Επειδή λοιπόν καθ΄ εκάστην επλήθυνον οι προσερχόμενοι, ήτο ανάγκη να οικοδομήση εκεί Λαύραν, να κτίση κελλία, να εργάζηται την γην και άλλας υπηρεσίας να εκτελή αναγκαίας δια το σώμα. Πρώτον μεν λοιπόν έκτισε πύργον προς το βόρειον μέρος του βουνού εις τας πηγάς του χειμάρρου· έπειτα ωκοδόμησεν Εκκλησίαν και έκαμε Λαύραν ευρύχωρον, αφού δε ενεκαινίασε τον Ναόν, όστις ιερωμένος ήθελεν υπάγει να προσκυνήση, τον υπεχρέωνε και ελειτούργει, διότι εκείνος ήτο πολύ μέτριος και ταπεινός εις το φρόνημα και ευλαβούμενος το μεγαλείον της ιερωσύνης δεν ήθελε να ιερωθή. Ήτο δε πολύ συνετός και δόκιμος εις την μοναδικήν διαγωγήν, και εστήριζε τους αδελφούς καθ΄ εκάστην ημέραν και ώραν, τους μεν παρακαλών, τους δε νουθετών, ετέρους επιτιμών και απλώς πάντας εδίδασκε και παρεκίνει να ίστανται γενναίοι και ανδρείοι εις τους πειρασμούς των δαιμόνων και να υπομένουν μεγαλοψύχως την κακοπάθειαν της ερήμου χωρίς καμμίαν λύπην, αλλά μάλιστα να χαίρωνται ευφραινόμενοι με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, τα οποία, δια τον ολίγον εκείνον κόπον, έμελλον να απολαύσουν εις τον Παράδεισον. Με τοιαύτα και έτερα πλείονα ο πάνσοφος Σάββας επροθυμοποίει τους μαθητάς, λύων παν πρόσκομμα και εμπόδιον και υψιπετείς αυτούς προς την αρετήν και ανωτέρους των παγίδων του πονηρού απεργαζόμενος. Εις όλα δε τα αναγκαία του σώματος τους επεμελείτο και τους εβοήθει κρυφίως, δια να μη δυσχεραίνωσιν από την στέρησιν αυτών και το βάρος του κόπου, και επιστρέφωσιν εις τα όπισθεν. Επειδή δε το ύδωρ ήτο μακράν του σπηλαίου, ως είπομεν άνωθεν, ελυπούντο εκ τούτου οι Μοναχοί, διότι είχον στενοχωρίαν και κόπον πολύν. Όθεν ο Όσιος νύκτα τινά εποίησε θερμώς προς Κύριον δέησιν, λέγων ταύτα· «Δέσποτα Θεέ παντοδύναμε, εάν είναι της Σης απορρήτου σοφίας οικονομία και ευδοκία της Χάριτός Σου να κατοικώσιν εις τον τόπον τούτον ενάρετοι δούλοι σου, να Σε υμνώσιν ακαταπαύστως, επίβλεψον ευμενώς εφ ημάς και πρόσταξον την γην σου να αναβλύση ύδωρ εδώ πλησίον εις αναψυχήν ημών και απόλαυσιν». Ούτως ηύξατο και παρευθύς ήκουσε κτύπον κάτωθεν του χειμάρρου και παρακύψας είδεν άγριον όνον (επειδή ήτο η νυξ πανσέληνος), όστις έσκαπτε την γην με τον πόδα του και αφού έκαμε μικρόν λάκκον, εξήλθεν ύδωρ και έπιεν. Ο δε Όσιος ταύτα ιδών εχάρη λίαν, γνωρίσας ότι ήτο θεία επισκοπή και κατελθών με σκαλίδιον έσκαψεν ολίγον εις αυτόν τον τόπον, εις τον οποίον ήτο ο όναγρος και παρευθύς, (ω των αφράστων χαρίτων σου, Δέσποτα!) εξήλθεν ύδωρ πολύ και γλυκύτατον, το οποίον έφερεν εις το μέσον της Λαύρας. Με το ύδωρ τούτο υπηρετούνται όλοι οι Πατέρες έως την σήμερον και ούτε τον χειμώνα πληθαίνει, ούτε το θέρος ολιγοστεύει ποσώς, αλλ΄ είναι πάντοτε δαψιλές προς αυτάρκειαν. Άλλοτε πάλιν ευρισκόμενος ο Όσιος εις άλλο μέρος του χειμάρρου και λέγων ψαλμούς του Δαβίδ βλέπει εις τον κρημνόν πύρινον στύλον, του οποίου η κορυφή έφθανεν έως τον ουρανόν. Ταύτα ιδών έλαβε μεγάλην χαράν ομού και φόβον, γνωρίζων ότι ήτο θαύμα τι απόρρητον. Αφού δε εξημέρωσεν, εφαίνετο ακόμη η όρασις του πυρίνου στύλου και πλησιάσας ο Όσιος είδε μέγα και θεσπέσιον σπήλαιον, ομοιάζον κυριολεκτικώς προς Εκκλησίαν, έχον εις το ανατολικόν μέρος κόγχην, ουχί εξ ανθρώπων κατεσκευασμένην, αλλά από την θείαν δεξιάν ωκοδομημένην. Από το νότιον μέρος υπήρχε πλατεία είσοδος, η οποία επέτρεπεν εις τον ήλιον να φωτίζη πλουσίως το εσωτερικόν του σπηλαίου και να φέρη έως τα βάθη αυτού αέρα εύκρατον και υγιέστατον· εις δε το βόρειον μέρος ήτο άλλο σπήλαιον έχον σχήμα διακονικού. Ευρών λοιπόν ο Σάββας εκείνο το θεόκτιστον οικοδόμημα, ανεπλήρωσε και αυτός με ανθρωπίνην τέχνην όσον από την φύσιν ελείπετο και έκαμε Ναόν ωραιότατον, επρόσταξε δε να συνάγωνται όλοι οι αδελφοί εις αυτόν καθ΄ εκάστην Κυριακήν να ψάλλουν κοινώς την ακολουθίαν των. Ιδών δε πέτραν τινά, η οποία ήτο άνωθεν του Ναού, έσκαψε εις ένα μέρος της αυτοκατασκευάστου εκείνης οροφής του διακονικού και έκτισεν εν μικρόν καλλίον απόκρυφον, δια να ησυχάζη όταν θέλη, από αυτό δε εισήρχετο εις τον Ναόν έσωθεν. Επειδή δε η φήμη τού Οσίου έτρεχεν εις όλον τον κόσμον, συνηθροίζοντο πολλοί ευλαβείς και έφερον προς αυτόν ελεημοσύνας, δια να εξοδεύη εις τας οικοδομάς και τας άλλας ανάγκας, τας οποίας είχε καθημερινώς, επειδή οι Μοναχοί επληθύνοντο. Όσα δε χρήματα εσύναζεν ο Όσιος δεν τα εφύλαττεν, αλλά τα εξώδευεν εις οικοδομάς των κελλίων και εις άλλας ανάγκας. Αλλ΄ επειδή πολλάκις εις τον καλόν σίτον φυτρώνουν τα ζιζάνια και εις την άμπελον η βάτος, και καθώς ο μαθητής έγινε προδότης, ο Κάϊν αδελφοκτόνος και πλείστα άλλα παρόμοια, τα οποία γεννώνται εκ του φθόνου, όπως εις πολλά βιβλία ιστορείται, τοιουτοτρόπως και εις την συνοδείαν του Οσίου Σάββα έτυχον και τινες ουχί μαθηταί, αλλά μάλλον στασιασταί και κακότροποι, οι οποίοι εμίσουν τον Όσιον και εζήτουν πρόφασιν, εάν δυνηθούν, να τον βλάψουν. Απήλθον λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων και (επειδή δεν είχον να είπωσιν ότι έκαμε τι πταίσιμον) τον εσυκοφάντησαν, λέγοντες ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσους Μοναχούς, εζήτησαν δε να τους δώση άλλον Ηγούμενον, διότι, ωσάν να μη έφθανεν, ότι εκείνος δεν έγινεν Ιερεύς, αλλά και άλλους πολλούς ημπόδιζεν από την ιερουργίαν, ως αμαθής και άγροικος. Ο Πατριάρχης Σαλούστιος (486-494), όστις ήτο τότε, ηυλαβείτο πολύ τον Άγιον δια την αρετήν του και δεν επίστευσεν εις τα ψευδή και δολερά αυτών λόγια· πλην δια να τους ειρηνεύση ολίγον είπε προς αυτούς· «Μείνατε εδώ, έως ότου έλθη ο Σάββας και τότε θα εξετάσω ακριβώς την υπόθεσιν». Έμειναν λοιπόν αυτοί νομίζοντες, ότι θέλει τον στερήσει από την προστασίαν, χειροτονών άλλον Ηγούμενον. Όταν όμως ήλθεν ο Όσιος, δεν τον ηρώτησε καθόλου ο φρόνιμος δικαστής, αλλ΄ έμπροσθεν των κατηγόρων αυτού τον εχειροτόνησεν Ιερέα εν έτει (492). Έπειτα είπε προς αυτούς· «Ιδού τώρα έχετε Καθηγούμενον, τον οποίον εψήφισεν ο Κύριος και όχι άνθρωπος και τον εχειροτονήσαμεν, ουχί δι΄ ευεργεσίαν αυτού, αλλά δια σας». Αφού τους είπε ταύτα, απήλθε μετ΄ αυτών εις την Λαύραν και πρώτον μεν καθιέρωσε τον άγιον εκείνον Ναόν, έπειτα έκτισε και θυσιαστήριον άγιον, εις το οποίον αφήκε πολλά άγια λείψανα. Ήτο δε τότε ο μακάριος Σάββας ετών πεντήκοντα τριών, όταν έλαβε την ιερωσύνην εις τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518). Είχε δε ο Όσιος συνήθειαν να μιμήται εις όλας τας τάξεις τον μέγαν Ευθύμιον, καθώς είπομεν· και επειδή εκείνος είχε συνήθειαν να αναχωρή από την Λαύραν την δεκάτην τετάρτην (14ην) Ιανουαρίου έως την Ανάστασιν, εκράτησε και ο Σάββας αυτήν την τάξιν και ανεχώρει μετά τας εορτάς των Αγίων Αντωνίου και Ευθυμίου, διέτριβε δε εις την έρημον έως την Κυριακήν των Βαϊων. Διαβαίνων λοιπόν ποτέ την Νεκράν θάλασσαν, είδε εν νησίδιον έρημον και εστερημένον πάσης παραμυθίας και απολαύσεως· όθεν επεθύμησε να παραμείνη εις αυτό τας αγίας ημέρας των νηστειών. Πηγαίνων όμως εκεί, έπεσεν από βασκανίαν του δαίμονος εις βόθρον τινά, εκ του οποίου ανεδίδετο αιθάλη (καπνιά) ως από καμίνου πυρός, έκαυσε δε τον πώγωνα, την όψιν και έτερα μέρη του σώματος αυτού τοιουτοτρόπως, ώστε έκειτο ύστερον εις την Λαύραν ημέρας πολλάς και μόνον από την φωνήν εγνωρίζετο, όλη δε η μορφή του ηλλοιώθη· αλλά και να ομιλήση δεν ηδύνατο, έως ου θεία τις θεωρία και δύναμις άνωθεν επισκεψαμένη αυτόν τον εθεράπευσε τελείως και υγιή αποκατέστησε. Μετά καιρόν απήλθε πάλιν ο Όσιος εις την ησυχίαν, λαβών εις την συνοδείαν του ένα μαθητήν του ονόματι Αγάπιον. Εν μια δε των ημερών έκειτο ο Αγάπιος ύπτιος, από δε την πείναν και τον κόπον ταλαιπωρούμενος απεκοιμήθη· ο Σάββας όμως ήτο έξυπνος και προσηύχετο. Τότε βλέπει λέοντα ιστάμενον άνωθεν του μαθητού του, όστις τον περιετριγύριζεν οσφραινόμενος· όθεν ο Όσιος εφοβήθη μήπως τον φάγη το θηρίον και ευθύς εποίησε δι΄ αυτόν προς Κύριον δέησιν. Τότε ο λέων διωκόμενος από την δύναμιν της ιεράς προσευχής έφυγε, χωρίς να βλάψη καθόλου τον Αγάπιον, μόνον δε με την ουράν του τον εκτύπησεν εις το πρόσωπον και εξύπνησεν· ιδών δε ούτος τον λέοντα, έδραμε προς τον Όσιον έντρομος, ο οποίος πρώτον μεν του έδωσε θάρρος, έπειτα δε τον ενουθέτησε να προσέχη και να μη νικάται πλέον από τον ύπνον, δια να μη αλωθή, ούτε να βλαφθή ποσώς από θηρία ορατά και αόρατα. Άλλοτε πάλιν πηγαίνων ο Όσιος με τον Αγάπιον εις την έρημον του έδωσε να βαστάζη την μηλωτήν (τον σάκκον) με άρτους ξηρούς, τόσους, όσους έφθαναν δια τον μαθητήν κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον θα διέτριβον εις την έρημον, διότι ο Σάββας δεν έτρωγε τίποτε όλην την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, πλήν Σαββάτου και Κυριακής, ότε εκοινώνει τα θεία Μυστήρια. Προχωρούντες λοιπόν προς τον Ιορδάνην, διήλθον από κρημνώδη τινα τόπον, εις την άκραν του οποίου βλέπουν εν σπήλαιον εις υψηλόν μέρος πολύ δυσανάβατον. Μετεχειρίσθησαν λοιπόν πάντα τρόπον και ανέβησαν με κόπον και βάσανον πολύν ή μάλλον ειπείν με την βοήθειαν του Κυρίου, όστις εφώτισε τον Σάββαν και τον ωδήγησε δια να εύρη τον κεκρυμμένον θησαυρόν να ωφεληθώσιν. Εισελθόντες λοιπόν εις το σπήλαιον, είδον Ασκητήν τινα αγιώτατον, όστις ουδέν αγγείον είχεν, ούτε σκεύος ποσώς, αλλά διήρχετο αμερίμνως και χωρίς φροντίδων τον βίον ο τρισμακάριος, είχε δε ούτος και χάρισμα προορατικόν. Αφού λοιπόν εποίησεν ευχήν κατά το σύνηθες, είπεν ο Αναχωρητής προς τον Όσιον· «Πόθεν εκινήθης, θαυμάσιε Σάββα, και τις σου ηρμήνευσε τον τόπον, να έλθης έως ημάς; Εις τούτο θαυμάζω πολύ και εξίσταμαι, διότι είναι τεσσαράκοντα παρά δύο έτη, κατά τα οποία κάθημαι με την βοήθειαν του Κυρίου εις τούτο το σπήλαιον και ούτε κανένα είδον ποτέ μου ούτε άνθρωπος μου ωμίλησεν ουδόλως». Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός, όστις σου εφανέρωσε το όνομά μου, αυτός και εμέ εφώτισε και ωδήγησε να σε απολαύσω». Αφού λοιπόν ηυφράνθησαν ψυχικώς και συνωμίλησαν επί ώραν ικανήν, λαβόντες την ευλογίαν αυτού ανεχώρησαν και διατρίψαντες καιρόν τινα εις την έρημον, εκίνησαν πάλιν να έλθουν εις το Μοναστήριον. Διαβαίνοντες δε από τον τόπον εκείνον, ανέβησαν εις το σπήλαιον  και ιδόντες τον Αναχωρητήν γονατιστόν κατ΄ Ανατολάς, ενόμισαν, ότι ήτο ζωντανός και προσηύχετο. Έμειναν λοιπόν καρτερούντες ώραν πολλήν· αλλ΄ αφού ενύκτωσε και αυτός δεν ηγέρθη από την γην, επλησίασεν ο Σάββας και λέγει προς αυτόν· «Πάτερ ευλόγησον». Εκείνος όμως δεν απεκρίθη· όθεν εγγίσας αυτόν, εγνώρισεν ότι απήλθεν η μακαρία ψυχή του προς Κύριον και είπε προς τον Αγάπιον· «Ας τον ενταφιάσωμεν, τέκνον, επειδή δια τούτο ο Θεός μάς απέστειλε». Σεμνώς λοιπόν και ευλαβώς περιστείλαντες το ιερόν αυτού λείψανον, έθεσαν αυτό εις εν μέρος του σπηλαίου, ψάλλοντες τα αρμόδια της ταφής τροπάρια, έπειτα φράξαντες την είσοδον με λίθους μεγάλους επέστρεψαν εις την Λαύραν την ημέραν του Λαζάρου και εώρτασαν την αγίαν του Σωτήρος Ανάστασιν. Τον καιρόν εκείνον απέθανεν ο πατήρ του Αγίου εις την Αλεξάνδρειαν, η δε μήτηρ αυτού, ακούουσα την αγαθήν φήμην του Σάββα, επώλησεν όλα τα υπάρχοντα αυτής και λαβούσα τα αργύρια, απήλθεν εις την Λαύραν και ιδούσα αυτόν εις τοσαύτην προκοπήν ενάρετον, εχάρη χαράν μεγάλην. Ο δε Σάββας την ενουθέτησε ν΄ απαρνηθή τον κόσμον και πάντα τα πρόσκαιρα αγαθά, εάν επόθει να απολαύση τα αεί διαμένοντα. Πείθεται λοιπόν η καλόγνωμος μήτηρ του φρονίμου παιδός και γενομένη Μοναχή, έμεινε μετ΄ αυτού, εις ολίγον δε καιρόν ανεπαύθη και παρέδωσε την ψυχήν της εις τας χείρας του Θεού ζήσασα πολιτείαν θεάρεστον. Ο δε Όσιος, ενταφιάσας αυτήν, εδαπάνησεν όλα αυτής τα χρήματα εις διαφόρους κατασκευάς της Λαύρας, ξενώνας, κήπους, περιτοιχίσεις και έτερα χρειαζόμενα. Έστειλε δε ποτε ο Όσιος αδελφόν τινα με υποζύγια να φέρη ξύλα από την Ιεριχώ δια την οικοδομήν ενός πανδοχείου. Ο δε, απελθών, εφόρτωσε τα ζώα και καθώς ήρχετο προς την Λαύραν εδίψησε, διότι έκαιε πολύ ο ήλιος· όθεν μη δυνάμενος πλέον να περιπατή την ξηράν εκείνην και άνυδρον γην, έπεσε και εκείτετο ως νεκρός. Τότε ενεθυμήθη τον διδάσκαλόν του, ότι έχει παρρησίαν προς Κύριον, και είπε ταύτα· «Δέσποτα Θεέ, βοήθησόν μοι δια πρεσβειών Σάββα του σου θεράποντος». Και παρευθύς, ως είπε τον λόγον, αυτός ο Θεός, ο οδηγήσας εν στήλη νεφέλης τον Ισραήλ, προσέταξε και τότε νεφέλην πλήρη ύδατος, η οποία ελθούσα επάνω του Μοναχού, τον εσκέπαζε και τον εδρόσιζε, ακόμη δε (ω του θαύματος!) και επότιζε και ενεδυνάμωνεν αυτόν. Ηκολούθει δε η νεφέλη, σκέπουσα αυτόν, έως ου έφθασεν υγιής εις το Μοναστήριον. Ήτο δε μακράν από την Λαύραν είκοσι στάδια εν όρος, του Καστελλίου καλούμενον, εις το οποίον δεν ετόλμα να υπάγη κανείς δια το τραχύ και άγριον του τόπου και διότι κατώκουν εκεί δαίμονες αναρίθμητοι. Ο δε Όσιος απήλθεν έχων την ελπίδα του εις τον Κύριον και ράνας όλον τον τόπον με έλαιον του Τιμίου Σταυρού, παρέμεινεν εκεί όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και εις μεν την αρχήν είχε τόσους πολέμους από τους δαίμονας, ώστε εμελέτησε ν΄ αναχωρήση, μη δυνάμενος να υπομείνη τας φοβεράς ταραχάς, τας οποίας εποίουν. Αλλ΄ ο πανάγαθος Κύριος, ο πάλαι των Αββάν Αντώνιον δυναμώσας, αυτός και τον Σάββαν ενεθάρρυνε παραστάς προς αυτόν και του είπε να κάμη υπομονήν έως τέλους. Και πράγματι ούτως έπραξε και τόσον τον εβοήθησεν ο Κύριος και τόσον φοβερόν εις τους δαίμονας τον κατέστησεν, ώστε τον έβλεπον και έφευγον· όθεν ο δίκαιος έχαιρε και έμεινεν εκεί προσευχόμενος έως το τέλος των νηστειών. Τότε πάλιν οι δαίμονες συνήχθησαν, δια να δοκιμάσουν τον ύστερον πόλεμον, εάν δυνηθούν να τον εκφοβίσουν· και μετασχηματισθέντες εις ερπετά και θηρία και κόρακας επροξένουν πολλήν ταραχήν, κτύπους, φωνάς και άμετρον σύγχυσιν. Ο δε Όσιος, μηδέν φοβηθείς, γενναίως προσηύχετο· όθεν αυτοί, μη δυνάμενοι να τον βλέπουν, ωμολόγησαν και εκουσίως την ήτταν των και έλεγον ταύτα με ανθρωπίνην φωνήν, ολολύζοντες· «Δεν σε φθάνει, Σάββα, το σπήλαιον, η πέτρα, ο χείμαρρος και όση άλλη γη της ερήμου κατώκησας, αλλ΄ ήλθες και εδώ εις τα όριά μας και φιλονεικείς να μας εκβάλης από τον οίκόν μας; ιδού, αναχωρούμεν και σε αφήνομεν κύριον, εφόσον βλέπομεν ότι έχεις τον Θεόν σύμμαχον». Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντες, ως να έκλαιον την συμφοράν των και ποιούντες κτύπους και θόρυβον, έφυγον το μεσόνυκτον, φαινόμενοι ωσάν κόρακες, καθώς τους είδον μερικοί ποιμένες, οι οποίοι εφύλαττον πρόβατα εις εκείνα τα όρια και το εμαρτύρησαν. Δια τούτο και συνήχθησαν το πρωϊ έντρομοι εις τον Όσιον και του ανήγγειλαν όσα είδον και ήκουσαν. Ο δε Όσιος, ιδών αυτούς τεταραγμένους και καταφόβους, εποίησεν ευχήν προς Κύριον δι΄ αυτούς και διδάξας και θαρρύνας αυτούς και ευλογήσας, απέλυσεν εν ειρήνη. Αφού λοιπόν παρήλθεν η νηστεία, επέστρεψεν ο Άγιος εις την Λαύραν, και αφού ετέλεσε λαμπρώς την εορτήν της Αγίας Αναστάσεως, έλαβεν αδελφούς τινας μεθ΄ εαυτού και απήλθεν εις το Καστέλλιον, το οποίον και εκαθάρισεν επιμελώς δια να κτίση κελλία και ξενώνας. Ευρών δε αρχαίον τι κτήριον αρκετά μεγάλον, λαμπρόν πολύ και ωραιότατον, εστολισμένον και υψηλόν με λίθους καλλίστους, εχάρη, συλλογιζόμενος ότι ήτο Θεού θέλημα να γίνη και εκεί Μοναστήριον. Ήρχισε λοιπόν ευθύς να κτίζη· και πρώτον μεν έκαμε το ευρύχωρον εκείνο κτήριον Ναόν Άγιον και το αφιέρωσεν εις τον Κύριον· έπειτα έκαμε και άλλα όσα ηδύνατο, αναλόγως των χρημάτων, τα οποία είχε· μη έχων δε πλέον άλλα χρήματα, έπαυσε την εργασίαν ολίγον καιρόν. Αλλ΄ ο ελεήμων Θεός, ο προστάξας ημάς να μη μεριμνώμεν τι να φάγωμεν και τι να πίωμεν, διότι αυτός φροντίζει και έχει την μέριμναν και την κηδεμονίαν μας με περισσοτέραν αγάπην και από αυτόν τον πατέρα και την μητέρα μας, εφρόντισε και δια τον δούλον του Σάββαν, επειδή θέλημα και οικονομία Αυτού ήτο να γίνη και ο τόπος εκείνος εναρέτων ανδρών οικητήριον. Ήτο τότε αρχηγός εις τα Κοινόβια της Βηθλεέμ εις πνευματικός αγιώτατος, Μαρκιανός ονόματι, όστις είχε την φροντίδα και έστελλεν όλα τα χρειαζόμενα εις τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν είδε κατ΄ όναρ ωραίον τινά εις την όψιν και έκλαμπρον, λέγοντα προς αυτόν τοιαύτα· «Μαρκιανέ, συ κάθεσαι αναπαυόμενος και άλυπος, διότι δεν χρειάζεσαι τίποτε από τα αναγκαία του σώματος, αλλ΄ ο δούλος του Θεού Σάββας, όστις έχει τόσην αγάπην προς τον Δεσπότην, βασανίζεται με τους αδελφούς του εις το Καστέλλιον και ουδέ καν ζωοτροφίαν έχουσιν, ούτε είναι κανείς να τους βοηθήση. Λοιπόν μη αμελήσης ουδόλως, αλλά στείλε εις αυτούς όσα χρειάζονται». Ταύτα ιδών ο καλός Μαρκιανός, έστειλεν ευθύς εις το Καστέλλιον όλα τα υποζύγιά του φορτωμένα σίτον, οίνον και άλλα διάφορα βρώματα. Ο δε Σάββας, ταύτα δεξάμενος και μαθών τα της οπτασίας, εβεβαιώθη καλλίτερα, ότι Θεού θέλημα ήτο να γίνη και εκεί Μοναστήριον και ευχαριστήσας τον Κύριον, έσπευσε θερμότερον, έως ου ετελείωσε και το Κοινόβιον του Καστελλίου, εγκατέστησε δε και εις αυτό Μοναχούς, όσους του εφάνη αρμόδιον. Είχε δε ο Όσιος πολλήν φροντίδα εις αυτό το Καστέλλιον, να κατοικώσι γέροντες Μοναχοί, έχοντες πείραν και πράξιν εις την μοναδικήν πολιτείαν, τους δε κοσμικούς και νεωτέρους έβαλλεν εις άλλο Μοναστήριον, το οποίον έκτισεν εις το βόρειον μέρος της Λαύρας και έμενον εκεί έως να μάθουν το Ψαλτήριον και πάσαν άλλην πράξιν αναγκαίαν εις τους Μοναχούς. Έβαλε δε εις αυτούς και Προεστώτα απαθή και ενάρετον να τους γυμνάζη να γίνωνται άξιοι του σχήματος, διότι ο Μοναχός, έλεγε, πρέπει να είναι σπουδαίος, διακριτικός, νηφάλιος, σώφρων και κόσμιος και απλώς να μη χρειάζεται διδασκαλίαν, αλλά να είναι άξιος να χαλιναγωγή τα μέλη του και να φυλάττη τον νουν ασφαλώς. Όταν δε ήθελεν ίδει τινά, ότι έμαθεν ακριβώς την μοναχικήν διαγωγήν και ήτο άξιος να μάχεται με τους εναντίους λογισμούς, τότε τον εισήγαγεν εις την Λαύραν και τον συνηρίθμει μετά της αδελφότητος. Αγένειον δε ουδέποτε δι΄ ουδεμίαν αιτίαν συνεχώρησε να εισέλθη εις την Λαύραν, δια το σκάνδαλον. Έλεγε δε ταύτα· «Αύτη η τάξις είναι πατροπαράδοτος και όστις παραβή ταύτην αμαρτάνει βαρέως εις τον Θεόν, καθώς έχω παραγγελίαν από τον μέγαν Ευθύμιον, όστις δεν με εδέχθη εις το Μοναστήριον, διότι ήμην χωρίς γένειον, αλλά με απέστειλεν εις τον μακάριον Θεόκτιστον, διότι μεγάλην ζημίαν έχει εις την ψυχήν ο Μοναχός, όστις συναυλίζεται με παιδία αγένεια». Όσοι δε εκ των προσερχομένων ήσαν ακόμη αγένειοι, τους έστελλε προς τον Όσιον Θεοδόσιον, όστις είχε φροντιστήριον, τριάκοντα πέντε στάδια (6.475 μέτρα περίπου) μακρύτερα της Λαύρας. Υπεδέχετο δε τούτους ο Θεοδόσιος και έσπευδε με κάθε τρόπον να ικανοποιήση την επιθυμίαν του Σάββα, διότι είχον ο εις προς τον άλλον αγάπην και όσα ο Σάββας επεθύμει, ετέλει ο Θεοδόσιος, επειδή αμφότεροι είχον μίαν γνώμην και βούλησιν ένθεον. Ούτοι οι δύο ήσαν και Προεστώτες όλων των Μοναχών, ο μεν Σάββας των Αναχωρητών και των Ησυχαστών, ο δε Θεοδόσιος των Κοινοβιατών. Ταύτην δε την προστασίαν δεν εζήτησαν αυτοί, αλλ΄ ο Π ατριάρχης Σαλούστιος τους την ανέθεσεν, ως εναρέτους και αξίους να κυβερνήσουν ψυχάς ανθρώπων. Μετά τον θάνατον του Σαλουστίου έγινε Πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494- 516), όστις επόθει να συναθροίση ομού πολλούς σπουδαίους Μοναχούς, κατοικούντας εις κελλία περί τον πύργον του Δαβίδ. Λοιπόν οικοδομήσας Μοναστήριον πλησίον της Επισκοπής, υπεδέχετο τους Μοναχούς και έδιδεν εις αυτούς όλα τα χρειαζόμενα, τροφάς και ενδύματα. Όθεν πολλοί εις ολίγον καιρόν συνήχθησαν, των οποίων τα κελλία, εις τα οποία κατώκουν το πρότερον, ηγόρασεν ο μακάριος Σάββας, δια να τα κάμη πανδοχεία και να υποδέχηται εις αυτά τους ξένους. Επήρε λοιπόν εν μέρος εξ αυτών, όσα τον έφθανον τα αργύρια, τα οποία είχε. Θέλων δε να αγοράση και μερικά άλλα, τα οποία ήσαν πολύ χρήσιμα και αναγκαία εις την Λαύραν, δεν είχε να τα πληρώση, διότι δεν του ευρίσκοντο άλλα χρήματα, ειμή μόνον ήμισυ φλωρίον· πλην έχων τας ελπίδας του όλας προς τον Κύριον, έδωκεν εκείνα τα ολίγα χρήματα δι΄ αρραβώνα των εχόντων τα κελλία, συμφωνήσας μετ΄ αυτών, ότι εάν κατά την επομένην δεν δώση εις αυτούς ολόκληρον την αξίαν των να χάνη και τον αρραβώνα. Ταύτα συμφωνήσας, απέβλεπε μόνον προς την ακένωτον δεξιάν του παντοδυνάμου Δεσπότου, εις τον οποίον εστήριζε τας ελπίδας του, να του δώση βοήθειαν· όθεν και της ελπίδος του ταύτης δεν απέτυχε. Το πρωϊ, ως εξημέρωσεν, ήλθε προς αυτόν εις ξένος άνθρωπος άγνωστος, τον οποίον δεν είχεν ίδει ποτέ και έδωσεν εις αυτόν φλωρία χρυσά εκατόν εβδομήκοντα, χωρίς δε να μείνη ή να του είπη κανένα λόγον ή όνομα, ανεχώρησεν. Ο δε Σάββας εγνώρισε πόθεν ήλθε προς αυτόν τόση βοήθεια και ηυχαρίστησε τον Κύριον· όθεν και την τιμήν των καλλίων επλήρωσε και έτερον οίκον μέγαν έκτισε και άλλους δύο εις το Καστέλλιον και ένα εις την Αγίαν Πόλιν πλησίον εις τον Πύργον του Δαβίδ και έτερον εις την Ιεριχώ, δια να υποδέχωνται τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν. Έχοντος λοιπόν του Αγίου τοσούτον ζήλον, του έστειλεν ο Θεός και δύο κτίστας πεπαιδευμένους, αδελφούς κατά σάρκα, το γένος Ισαύρους, την κλήσιν Θεόδουλον και Γελάσιον· όθεν έχων τοιούτους τεχνίτας υπηκόους ωκοδόμησεν όσας ελλείψεις είχεν η Λαύρα έτι δε και έτερα Μοναστήρια, δεξαμενάς υδάτων, πηγάς, φούρνους, ζυμωτήρια, νοσοκομεία και άλλα διάφορα. Έκτισε δε και Ναόν μέγιστον και υπέρκαλον, διότι δεν εχώρουν εις τον πρώτον οι αδελφοί και εγκαινιάσας αυτόν ο Πατριάρχης Ηλίας, τον αφιέρωσεν εις το όνομα της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Μαρίας. Βλέποντες οι κακότροποι εκείνοι και συκοφάνται μαθηταί αυτού, περί των οποίων προείπομεν, ότι οι αδελφοί επληθύνοντο και πάντα τα της Λαύρας ήνθουν και προέκοπτον εις το καλύτερον, εφθόνουν, και ως κακόγνωμοι επεβουλεύοντο τον Άγιον και καθ΄ εκάστην έπλεκον δόλους, μηχανώμενοι πάντα τρόπον δια να τον βλάψουν οι άφρονες. Ο δε Όσιος, ως μαθητής γνήσιος της ειρήνης, δίδων τόπον εις την οργήν, ανεχώρησεν από την Λαύραν, δια να μη τον βλέπουν, προτιμών να πολεμή με τους δαίμονας μάλλον ή με τους ανθρώπους. Τούτο δε έκαμε δια δύο τινά, ένα μεν δια να μαράνη τον φθόνον με την αποδημίαν αυτού και δεύτερον δια να νικήση την κακίαν με την πολλήν ανεξικακίαν και επιείκειαν. Απήλθε λοιπόν εις τα μέρη της Σκυθοπόλεως, εις τόπον έρημον, εις ποταμόν καλούμενον των Γαδάρων· εις αυτόν εύρεν ευρύχωρον σπήλαιον, εις το οποίον κατώκει λέων μέγας και φοβερώτατος. Αφού εποίησεν ευχήν ο Άγιος ώραν ικανήν, απεκοιμήθη εκεί εις το σπήλαιον και την ώραν του μεσονύκτου ήλθεν εκείνο το δεινόν θηρίον και ευρόν αυτόν κοιμώμενον, εδάγκασε την άκραν του ιματίου ταπεινά και τον έσυρε με πολλήν ημερότητα, δια να τον φέρη έξω του σπηλαίου. Ο Όσιος, έξυπνος γενόμενος και ιδών τοιαύτην θέαν φοβερωτάτην, δεν εδειλίασεν, αλλ΄ ήρχισε να αναγινώσκη την ακολουθίαν του Όρθρου· ο δε λέων, ιδών αυτόν, ότι προσεκύνει και ηύχετο, αφήκεν αυτόν και παραμερίσας (ω του θαύματος!) ανέμενεν, έως να είπη την Ακολουθίαν ο Άγιος, ο οποίος, αφού ετελείωσεν, έπεσε πάλιν να κοιμηθή ολίγον εις τον τόπον εις τον οποίον είχεν ο λέων την στρώσιν του. Τότε εκείνος, ως είδεν ότι έπεσε πάλιν ο Όσιος, ήρπασεν αυτόν με τους οδόντας του από το ιμάτιον και τον έσυρε δυνατά να τον εκβάλη από τον οίκον του· ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Τι κοπιάς, θηρίον, να με διώξης; Το σπήλαιον είναι μεγάλον και φθάνει και δια τους δύο μας· αν λοιπόν θέλης να κατοικώμεν ομού, ησύχασον· εάν πάλιν δεν σου αρέση, ύπαγε να εύρης άλλο κατοικητήριον και άφες τούτο εις εμέ, διότι εγώ επλάσθην εκ χειρός Κυρίου και ετιμήθην κατ΄ εικόνα αυτού και ομοίωσιν». Ταύτα είπεν ο Σάββας με ταπεινήν λαλιάν και υπακούσαν το θηρίον (ω των μεγίστων τεραστίων σου, παντοδύναμε Κύριε!) ανεχώρησεν εκείθεν και αφήκε τον Άγιον ανενόχλητον. Αφού δε κατώκησεν εκεί ο Όσιος ημέρας πολλάς, ηκούσθη η φήμη αυτού εις όλα εκείνα τα περίχωρα· όθεν συνήχθησαν και εκεί πολλοί και μάλιστα νέος τις επιφανής, υιός πλουσίων γονέων, Βασίλειος το όνομα, όστις έμεινεν εις την υπακοήν του Σάββα και ηγωνίζετο. Λησταί δε τινες, νομίζοντες ότι είχε χρήματα πολλά ο Βασίλειος, επήγαν την νύκτα να του τα κλέψωσι και μηδέν ευρόντες, εθαύμασαν την ακτημοσύνην αυτών και την ανείκαστον πενίαν και ευλαβούμενοι ανεχώρησαν. Οδεύσαντες δε ολίγον διάστημα πέραν του σπηλαίου τους συνήντησαν λέοντες φοβεροί και εξαίσιοι εις το μέγεθος, φοβηθέντες λοιπόν και μη έχοντες άλλην βοήθειαν, είπον ταύτα· «Σας ορκίζομεν δια των ευχών του Μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψητε». Οι δε λέοντες, ακούσαντες αυτό το σεβάσμιον όνομα, ως να ήθελον λάβει βαρείαν πληγήν, ευθύς έφυγον. Θαυμάσαντες οι λησταί το παράδοξον επέστρεψαν εις το σπήλαιον, και ανήγγειλαν εις τον Άγιον το γενόμενον τεράστιον και υπεσχέθησαν να μη αδικήσουν πλέον ουδένα, αλλά με τον κόπον των να ζωοτροφώνται και ούτως εποίησαν. Αύτη η φήμη, ότι και τα ανήμερα θηρία ηυλαβούντο τον Σάββαν, επλήρωσε τα περίχωρα, και τον εσέβοντο· όθεν πολλοί ήρχοντο μετ΄ ευλαβείας να τον βλέπωσιν. Ο δε Όσιος, φεύγων πάλιν τον έπαινον, αφήκε Προεστώτα εις τους εκεί Μοναχούς ενάρετόν τινα, ονόματι Ταράσιον, και ανεχώρησε. Νομίζων δε ο Όσιος ότι εκ της πολυκαιρίας θα έπαυσεν ο φθόνος των κακίστων εκείνων Μοναχών, επέστρεψε πάλιν εις την Λαύραν, αλλ΄ εύρεν ηυξημένον μάλλον το πάθος και δριμύτερον τον φθόνον, διότι εις την κατά του Οσίου καταδρομήν ενέμενον όχι μόνον οι πρώτοι, περί των οποίων είπομεν ανωτέρω, αλλά και έτεροι πολλοί, τους οποίους παρέσυρον εις την πονηράν των γνώμην οι πρώτοι, ήσαν δε τώρα όλοι τον αριθμόν εξήκοντα, οίτινες εκίνουν δολίως τα χείλη, κανά και μάταια μελετώντες κατά του Αγίου και έπραττον καθ΄ εκάστην σκάνδαλα εις όλην την Λαύραν και πολλήν σύγχυσιν. Ο δε Σάββας, βλέπων την απώλειαν αυτών, ελυπείτο και τα σπλάγχνα δεινώς εκόπτετο και ηγωνίζετο, όσον ηδύνατο, να νικήση τον μεν φθόνον των με την αγάπην και την μακροθυμίαν, την δε κακίαν των με την χρηστότητα και την καλωσύνην, αλλά δεν ηδυνήθη να τους φέρη εις μεταμέλειαν, επειδή, καθώς λέγει και η παροιμία, ο κάβουρας δεν περιπατεί ποτέ ορθά, ούτε ο Άραψ λευκαίνεται. Όθεν ο Όσιος ανεχώρησε πάλιν από την ποίμνην του και απελθών εις τα όρια της Νικοπόλεως κατώκησε κάτωθεν μιας κερατίδος (χαρουπιάς) σκεπόμενος υπό των κλάδων αυτής και τρεφόμενος από τα κεράτια. Αλλ΄ ο Πανάγαθος Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα, τον εφρόντιζε και εκεί και τον κατέστησε περιβόητον και σεβάσμιον εις όλους, διότι ο κύριος τού αγρού εκείνου, μαθών την αρετήν του ανδρός, επήγε και του έκτισε κελλίον και παν ό,τι εχρειάζετο του εκόμιζεν. Οι δε επίβουλοι εκείνοι στασιασταί, ευρόντες αφορμήν συκοφαντίας την μακράν αποδημίαν του διδασκάλου των, διέδωσαν φήμην ψευδή, η οποία ηκούσθη εις όλα τα Μοναστήρια, ότι ο Σάββας έγινε θηριάλωτος, ότι δηλαδή τον έφαγαν τα θηρία· έπειτα απήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και είπον εις τον Πατριάρχην ταύτα· «Δέσποτα Άγιε, ο διδάσκαλος ημών πηγαίνων εις την έρημον της Νεκράς θαλάσσης εφαγώθη από ένα λέοντα και σε παρακαλούμεν, αν θέλης, να μας δώσης άλλον Ηγούμενον». Ο δε Πατριάρχης απεκρίθη· «Δεν θέλω πιστεύσει ποτέ ότι αφήκεν ο Θεός τοιούτον φίλον του και αγιώτατον άνθρωπον να τον φάγωσι τα θηρία. Υπάγετε λοιπόν να τον αναζητήσητε επιμελώς, και να τον εύρητε, ή υπομείνατε έως ου τον φανερώση ο Κύριος». Επέστρεψαν λοιπόν οι δόλιοι άπρακτοι. Μετά τινας δε ημέρας, ότε ήτο η εορτή των Εγκαινίων (13 Σεπτεμβρίου), ήλθεν ο Σάββας μετά τινων αδελφών εις την Αγίαν Πόλιν κατά το σύνηθες· ιδών δε αυτόν ανελπίστως ο Πατριάρχης εχάρη λίαν και τον παρεκάλει να μη αφήση πλέον την ποίμνην του έρημον, αλλά να έχη την φροντίδα αυτής, να την κυβερνά όσον δύναται. Ο δε Όσιος προφασιζόμενος έλεγεν ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσα λογικά πρόβατα. Τότε ο Πατριάρχης είπε προς αυτόν· «Εάν παρακούσης την εντολήν μου αυτήν δεν θέλεις πλέον ίδει το πρόσωπόν μου, επειδή δεν υποφέρω να βλέπω άλλους να τρυγούν τους πόνους σου». Τότε ο μακάριος Σάββας εξ ανάγκης, δια να μη γίνη παρήκοος εφανέρωσε εις τον Πατριάρχην τους λόγους, οι οποίοι τον εξηνάγκασαν να φεύγη. Ο δε Πατριάρχης έγραψεν αμέσως εις τους Μοναχούς άπαντας τα εξής: «Αδελφοί και τέκνα εν Χριστώ, μάθετε ότι ο πατήρ και διδάσκαλός σας δεν έγινε θηριάλωτος, καθώς είπατε, αλλ΄ ιδού έρχεται και πάλιν εις την ποίμνην του, επειδή τον παρεκάλεσα, διότι είναι άδικον να υστερηθή την Λαύραν, την οποίαν μετά τόσων κόπων και πόνων έκτισεν. Υποδεχθήτε λοιπόν αυτόν μετά της προσηκούσης τιμής· εάν δε και τινες εξ υμών φανώσιν απειθείς, ως αυθάδεις και υπερήφανοι, μη θέλοντες να υποτάσσωνται εις τον κανονικόν των ποιμένα, προστάσσω να τους διώξητε παρευθύς δια να μη προξενώσι σκάνδαλα». Λαβών λοιπόν ο Σάββας την επιστολήν απήλθεν εις την Λαύραν, όπου και ανέγνωσαν αυτήν εις επήκοον πάντων. Οι δε στασιασταί εκείνοι, ταύτα ακούσαντες, ήρπασαν ευθύς δικέλλας και λαξευτήρια και εκρήμνισαν από θεμελίων μετά θυμού και οργής τον πύργον, τον οποίον είχον εκτισμένον, αρπάσαντες δε ως άγριοι δαίμονες τους λίθους και τα ξύλα, τα έρριπτον εις τον χείμαρρον. Αφού λοιπόν οι αποστάται εκείνοι Μοναχοί ταύτα έπραξαν, αρπάσαντες τα ράσα των Μοναχών και ό,τι άλλο ηδυνήθησαν, έφυγον εκείθεν και απήλθον εις την Μονήν του Σουκά, αλλά δεν τους εδέχθη ο Ηγούμενος αυτής Ακυλίνος, όστις ήτο ενάρετος άνθρωπος και εγνώριζε την κακήν των γνώμην, εκείνοι δε απήλθον εις τινα χείμαρρον, Θεκώον καλούμενον, εις τον οποίον ήσαν παλαιά τινα κελλία, τα οποία διώρθωσαν, κτίζοντες και έτερα εκ θεμελίων και κατώκησαν εκεί επονομάσαντες αυτά Νέαν Λαύραν. Και αυτά μεν έκαμαν εκείνοι· οι δε επίλοιποι αδελφοί, αφού ανεσπάσθησαν τα ζιζάνια, έμειναν ως ο αφιερωμένος εις τον Θεόν σίτος, εύχρηστος και καθαρώτατος. Ο δε ανεξίκακος Σάββας, μαθών που κατώκησαν οι αποστατήσαντες, εφόρτωσε τα υποζύγια της Λαύρας και του Καστελλίου τρόφιμα και ό,τι άλλο εχρειάζετο και επήγε να τους φιλοδωρήση. Εκείνοι δε ιδόντες αυτόν μακρόθεν εγόγγυζον προς αλλήλους, λέγοντες· «Βλέπετε, ότι ούτε εδώ δεν μας αφήνει ειρηνικούς αυτός ο κίβδηλος, αλλ΄ έρχεται πάλιν να μας σκανδαλίση»; Ο δε Όσιος πλησιάσας τους εχαιρέτησε μετά πολλής ταπεινώσεως, και τους έδωκε την δωρεάν. Ιδών δε ότι είχον μεγάλην ανάγκην από Ναόν και Προεστώτα, όστις να τους καθοδηγή, διότι έκαμνον πολλάς αταξίας και είχον μεγάλην σύγχυσιν μεταξύ των, ανέφερε πάντα ταύτα εις τον Πατριάρχην και τον παρεκάλεσε να τους βοηθήση και εκείνος, δίδων εις αυτούς Ηγούμενον. Ο δε Πατριάρχης έδωκεν εις τον Άγιον φλωρία εβδομήκοντα και εξουσίαν να τους κυβερνήση, ως βούλεται. Επεριποιήθη λοιπόν αυτούς ο Όσιος επιμελώς εις όλα τα χρειαζόμενα, ούτως ώστε να μη τους λείπει τίποτε, τους έκτισε δε και Ναόν πλουσιώτατον, αρτοποιείον και έτερα όσα ήσαν αναγκαία· τους έδωκε δε και Προεστώτα ενάρετόν τινα και προορατικόν Μοναχόν, Ιωάννην ονόματι, καταγόμενον από την Ελλάδα, όστις εγνώριζε τα μέλλοντα και προεφήτευσεν εις την τελευτήν αυτού όσα σκάνδαλα και αιρέσεις έμελλον να γίνουν εις εκείνην την Λαύραν. Όσα δε προείπεν, ετελειώθησαν όλα, τα οποία όμως αφήνω δια βραχύτητα, επειδή δεν είναι αρμόδια· αλλά πρέπον είναι να γράψω του Οσίου τα κατορθώματα, όστις αφού έκαμε διαλλαγήν με τους αποστάτας και εκυβέρνησε την Μονήν αυτών ως ηδύνατο, επιστρέψας εις την Λαύραν και ποιήσας εκεί έως την εικοστήν (20) Ιανουαρίου κατά την τάξιν, ανεχώρησε πάλιν εις την έρημον. Ιάκωβος δε τις Ιεροσολυμίτης, τον τρόπον αυθάδης, παρεκίνησε και άλλους τινάς ομοίους αυτού εις την υπερηφάνειαν και απελθόντες εις τόπον καλούμενον Επτάστομον λάκκον επεχείρησαν να κάμουν ιδικόν των Μοναστήριον. Εθεμελίωσαν λοιπόν Ναόν, κελλία και άλλα χρειαζόμενα κτίρια. Οι δε αδελφοί της Λαύρας ηγανάκτησαν και δεν τους άφησαν να τελέσουν τα μελετώμενα. Αυτοί δε είπον, ότι με την συγκατάθεσιν του Σάββα τα έκτιζαν· όθεν τούτο ακούσαντες, δεν τους ημπόδισαν, νομίζοντες ότι την αλήθειαν λέγουσιν. Επανελθών δε εις την Λαύραν ο θείος Σάββας, εκάλεσε τον Ιάκωβον και ενουθέτησεν αυτόν πατρικώς να απέχη του εγχειρήματος, διότι η γνώμη του δεν ήτο κατά Θεόν, επειδή, πριν παιδαγωγήση εαυτόν, ήθελε να γίνη άλλων Προεστώς και Ηγούμενος. Ο Ιάκωβος όμως, ως φιλόνεικος, ηναντιούτο εις τας ψυχοφελείς νουθεσίας του Οσίου και δεν επροθυμοποιείτο να τηρήση την εντολήν του. Ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Εγώ, τέκνον μου, κατά Θεόν σε συμβουλεύω και συ απειθείς; Πρόσεχε μήπως πάθης μεγάλην ζημίαν και τότε θα γνωρίσης το συμφέρον σου». Ταύτα ειπών ο Άγιος απήλθεν εις τον πύργιον, ευθύς δε ήλθε κλόνος εις τον Ιάκωβον και έτρεμεν όλον το σώμα του· έπειτα του ήλθε πυρετός λαύρος, επί επτά δε μήνας κατέκειτο, ελεεινώς οδυνώμενος. Απελπισθείς λοιπόν της ζωής παντελώς ο Ιάκωβος και ενθυμηθείς την παρακοήν του εις τας εντολάς του Αγίου, παρεκάλεσε τους αδελφούς να τον υπάγωσι βαστακτόν εις τους πόδας αυτού, και να παρακαλέσουν τον Όσιον να τον λύση από τον δεσμόν της παρακοής, δια να μη αποθάνη ασυγχώρητος. Τούτου γενομένου, ευθύς ως τον είδεν ο πράος και άκακος Σάββας τον συνεπάθησε και είπε προς αυτόν με πραότητα· «Εγνώρισες, αδελφέ, ποίος είναι ο καρπός της αυθαδείας και ποία τα επίχειρα της παρακοής»;  Ο δε μετά βίας και κόπου πολλού ηδυνήθη να ομιλήση από το βάρος της ασθενείας ειπών ταύτα· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ τίμιε, επειδή χωρίζομαι πλέον από την ποίμνην σου και υπάγω εις την τελευταίαν αποδημίαν». Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Ο Θεός, αδελφέ, να σε συγχωρήση». Ούτως ειπών, έλαβεν αυτόν από την χείρα και, ω του θαύματος! ως του ήγγισεν η δεξιά του Αγίου, έφυγεν εξ αυτού η δεινή εκείνη ασθένεια και εγένετο όλως υγιής, έπειτα κοινωνήσας αυτόν των θείων Μυστηρίων, του έδωκε και σωματικήν τροφήν όθεν εθαύμασαν άπαντες, βλέποντες εσθίοντα και περιπατούντα τον άνθρωπον αυτόν, όστις πρότερον δεν ηδύνατο να ομιλήση ή να σαλεύση ποσώς. Έδωκε λοιπόν κανόνα εις τον ιατρευθέντα ο Όσιος να μη υπάγη πλέον εις το Μοναστήριον, το οποίον έκτισε. Ταύτα μαθών και ο Πατριάρχης έστειλεν ανθρώπους και εκρήμνισαν εκ θεμελίων την οικοδομήν εκείνην της παρακοής. Ακολούθως έκτισεν ο Άγιος άλλα κελλία μακράν απ΄ εκεί πέντε στάδια και Ναόν ευκτήριον, τον δε Ιακώβ προσέταξε να υπηρετή τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν, δια να γυμνασθή εις την υπακοήν, υπηρέτει δε και εις όλας τας υπηρεσίας του μαγειρείου. Επειδή όμως δεν είχεν ουδόλως πείραν τοιούτου επιτηδεύματος, έσφαλλε πολλάκις, μάλιστα δε ημέραν τινά εμαγείρευσε κουκκία υπέρ τα χρειαζόμενα και επερίσσευσαν πολλά, τα οποία δεν εφύλαξε να τα φάγωσι την επομένην, αλλ΄ ως άπειρος τα έρριψεν ως να ήσαν σκύβαλα. Ταύτα ιδών ο Σάββας επήγε κρυφίως και τα εμάζευσε, ξηράνας δε αυτά εις τον ήλιον, τα έβρασεν επιμελώς με μυρωδικά και εκάλεσε τον Ιάκωβον να συμφάγουν εις την τράπεζαν. Καθώς δε έτρωγον, είπεν ο Σάββας εις τον Ιάκωβον· «Συγχώρησόν μοι, εάν δεν είναι καλόν το μαγείρευμα, διότι δεν ήξευρα να το κάμω καλύτερον». Λέγει ο Ιάκωβος· «Μάρτυς μου ο Κύριος, πολύν καιρόν έχω να φάγω νοστιμώτερον μαγείρευμα». Λέγει και ο Άγιος· «Γνώριζε, τέκνον, ότι τα κουκκία, τα οποία απέρριψας ως άχρηστα εις το ρυάκι, αυτά είναι. εάν λοιπόν δεν είσαι άξιος να παρασκευάσης μίαν χύτραν μαγείρευμα, πως θα γίνης Προεστώς αδελφών, να κυβερνήσης ψυχάς ανθρώπων; Ή δεν ήλουσες τον μακάριον Παύλον, λέγοντα ότι, Όστις δεν γνωρίζει να κυβερνήση τον οίκον του, πως θα γίνη Προεστώς Εκκλησίας;» (Α΄ Τιμ. γ: 5). Ταύτα λέγων ο μέγας Σάββας και νουθετήσας αυτόν πρεπόντως και ικανώς, τον απέλυσεν. Μετά καιρόν, ησυχάζων εις το κελλίον του ο Ιάκωβος, επειράζετο πολύ από λογισμούς πορνείας και τόσον τον επολέμησεν ο διάβολος και τοιούτον σκάνδαλον του έδωκεν, ώστε απέκοψεν ο ασύνετος τα παιδαγόνα του μόρια. Έπειτα εφώναζε από τους πόνους βασανιζόμενος. Οι δε Μοναχοί συναχθέντες παρεσκεύασαν φάρμακα, όπως ηδύναντο. Ταύτα μαθών ο Άγιος εδίωξεν τον Ιάκωβον ως επίβουλον της ιδίας αυτού ζωής, έδειξεν όμως ούτος κατόπιν ικανήν μετάνοιαν, και στενάζων εξ όλης καρδίας απήλθεν εις τον μακάριον Θεοδόσιον και έπεσεν εις τους πόδας αυτού με θερμά δάκρυα διηγούμενος το πάθημά του και ικετεύων αυτόν να μεσιτεύση εις τον Σάββαν, να του συγχωρήση το έγκλημα. Τούτο ποιήσας ο Θεοδόσιος, συνεχώρησεν ο Σάββας τον Ιάκωβον δια την αγάπην του φίλου του και δεξάμενος αυτόν εις την Λαύραν, του έδωκε κανόνα βαρύτατον, να μη εξέλθη πλέον ουδόλως από το κελλίον του, ούτε να ομιλήση μετά τινος, αλλά να προσεύχηται μετά δακρύων προς τον Κύριον ακατάπαυστα, να τον συμπαθήση ως εύσπλαγχνος. Αποδεχθείς λοιπόν μετά χαράς τον κανόνα ο Ιάκωβος έδειξε τοιαύτην μετάνοιαν, ώστε τον συνεχώρησεν ο Κύριος, έδειξε δε και εις τον Άγιον και οπτασίαν, δια να τον λύση και αυτός από τον δεσμόν του κανόνος. Είδε λοιπόν εις το όραμά του λαμπρόν τινα και αστραπόμορφον άνδρα ιστάμενον πλησίον αυτού, ήτο δε εκεί και ο Ιάκωβος· εις δε τους πόδας αυτού έκειτο εις νεκρός. Ποιήσας δε ευχήν δια τον νεκρόν ο Ιάκωβος, τον ανέστησε. Τότε λέγει εις τον Σάββαν ο φαινόμενος· «Ιδού ο νεκρός εγήγερται, λοιπόν συγχώρησον και συ τον εγείραντα». Ταύτα ιδών ο Σάββας, επρόσταξε τον Ιάκωβον να εξέλθη του κελλίου του. Εξελθών δε εκείνος ησπάσθη όλους τους αδελφούς και εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, κατά δε την εβδόμην ημέραν απήλθε προς Κύριον. Γέρων δε τις από την Βηθανίαν ορμώμενος, ονόματι Άνθιμος, ήτο απέναντι του χειμάρρου εις αναχωρητικόν κελλίον, εις τον οποίον διέτριψεν έτη τριάκοντα, μετερχόμενος πάσαν αρετήν εις τον αγώνα της ασκήσεως. Κατά δε το γήρας αυτού ησθένησε βαρέως και έκειτο κλινήρης, μη δυνάμενος να σαέύση από την ασθένειαν. Ιδών δε αυτόν ο Άγιος τοσούτον ταλαιπωρούμενον, τον παρεκάλεσεν όπως δεχθή να τον φέρουν εις εν κελλίον της Λαύρας, δια να τον υπηρετήσουν οι αδελφοί, αλλά δεν ηθέλησεν ο μακάριος, λέγων· «Εδώ ελπίζω εις τον Κύριόν μου να τελειώσω, όπου εξ αρχής κατώκησα». Εν μια λοιπόν των νυκτών εγερθείς ο μακάριος Σάββας προ της συνάξεως, ήκουσε γλυκυτάτην ψαλμωδίαν και νομίζων ότι οι αδελφοί έψαλλον τον Όρθρον, ηπόρησε πως ούτοι δεν έλαβον κατά την τάξιν συγχώρησιν. Απελθών λοιπόν εις την Εκκλησίαν και ευρών τας θύρας κεκλεισμένας, επέστρεψεν εις το κελλίον, αλλά και πάλιν ήκουεν ηδυτάτην ωδήν και έψαλλον ταύτα· «Διελεύσομαι… εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως, ήχου εορτάζοντος» (Ψαλμ. μα: 5). Εννοήσας τότε ο Άγιος ότι από την κέλλαν του μακαρίου Ανθίμου εξήρχετο η φωνή, εξύπνησεν όλην την αδελφότητα και απελθόντες μετά κηρών και θυμιαμάτων εύρον αυτόν μόνον εις το κελλίον τελειωθέντα και λαβόντες το άγιον αυτού λείψανον ευλαβώς και τελέσαντες όσα ο νόμος διακελεύεται, εντίμως αυτόν ενεταφίασαν. Έτερος δε τις αδελφός, Αφροδίσιος καλούμενος, ήτο εις την Μονήν του Θεοδοσίου, το γένος Ασιανός, μεγάλος κατά το ανάστημα του σώματος και τοσούτον ισχυρός και ανδρείος, ώστε εσήκωνεν από την γην μόνος του με μεγάλην ευκολίαν σίτου μόδια δώδεκα (Μόδιον=3.6 περίπου κιλά). Τούτον έβαλον εις τους ημιόνους επιμελητήν, ημέραν δε τινά εκτύπησεν ούτος ένα ημίονον εις το πρόσωπον και απέθανεν· έπειτα λαβών το σαμάριον και το φορτίον αυτού απήλθεν εις την Λαύραν. Ο δε Σάββας ιδών αυτόν, ότι μετενόησεν εξ όληε ψυχής δια το αμάρτημα και ήτο πρόθυμος να εκτελέση τον πρέποντα κανόνα, τον προσέταξε να κάθηται εις την κέλλαν του, χωρίς να ομιλήση με άλλον τινά το σύνολον, να μη εξέλθη ποτέ της Λαύρας και να εγκρατεύεται κατά τε την γλώσσαν και την κοιλίαν του. Ταύτην την εντολήν ο γενναίος δεξάμενος, εφάνη μάλλον κατά την ψυχήν ή το σώμα ανδρείος και ισχυρός, παραμείνας τριάκοντα ολόκληρα έτη κεκλεισμένος εις το κελλίον του. Δεν είχε χύτραν ή χάλκωμα, δεν ήναψε πυρ, δεν εδοκίμασεν έλαιον, ούτε έπιεν οίνον ή σίκερα· δεν είχεν ιμάτιον δεύτερον, αλλ΄ εκοιμάτο εις το ψαθίον, κλαίων καθ΄εκάστην και εργαζόμενος το εργόχειρον, ήτοι έπλεκε καθ΄ έκαστον μήνα σπυρίδας ενενήκοντα, τας οποίας έδιδεν εις ένα αδελφόν της Λαύρας, όστις του έφερε την ζωοτροφίαν. Συνέκειτο δε αύτη εξ όσων επερίσσευον από τους αδελφούς, τα οποία δεν έτρωγεν άλλος τις είτε λάχανα είτε όσπρια· ταύτα ετοποθέτουν εις λεκάνην και του τα έστελλον· εάν δε ταύτα είχον και δυσοσμίαν τινά δεν τα επέστρεφεν ο μακάριος, αλλ΄ ως από Θεού δωρεάν στελλόμενα τα έτρωγε μετ΄ ευχαριστίας.                                                                                                                         
Εις αυτήν λοιπόν την διαγωγήν διαρκέσας ο αδαμάντινος εκείνος και του αδάμαντος χρησιμώτερός τε και γενναιότερος τριάκοντα έτη, ως είπομεν, χωρίς να αηδιάση ουδόλως ή να ασθενήση ή να πονέση ο στόμαχός του, ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος. Γνωρίζων δε πότε έμελλε να αναπαυθή, το είπεν εις τον Όσιον επτά ημέρας ενωρίτερον, ζητών συγχώρησιν να του επιτρέψη να υπάγη να αποχαιρετήση τον Θεοδόσιον και να επιστρέψη πάλιν εις το κελλίον του. Ο δε Όσιος, επειδή και αυτός εκ θείας αποκαλύψεως εγνώρισε την τελευτήν αυτού, τον έστειλε με άλλον αδελφόν καλούμενον Θεόδουλον, ενεχείρισε δε εις αυτούς και επιστολήν εις την οποίαν έγραφε ταύτα· «Ιδού, αδελφέ εν Χριστώ, φίλτατε κύριε Θεοδόσιε, στέλλω σοι τον κοινόν ημών αδελφόν Αφροδίσιον, άνθρωπόν ποτε σάρκα φορούντα, νυν δε με την Χάριν του Θεού γενόμενον Άγγελον». Τούτον υποδεξάμενος ο μέγας Θεοδόσιος και φιλεύσας και ασπασάμενοι τον τελευταίον ασπασμόν απεχαιρετίσθησαν και επιστρέψας εις το κελλίον του και ολίγον ασθενήσας απήλθε προς Κύριον, ανταλλαξάμενος αντί των επιγείων τα επουράνια. Το δε θείον αυτού και ιερόν λείψανον, συναχθέντες όλοι οι Άγιοι Πατέρες των Μοναστηρίων ενεταφίασαν μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων εις τόπον επίσημον.                                                                                                                    
Τοιούτος διδάσκαλος προς αρετήν ήτο ο μέγας Σάββας και ούτως ωραίους συνήθροιζε τους καρπούς των πόνων του. Τόσον μεγάλα και θαυμάσια ήσαν τα ένθεα αυτού κατορθώματα, ήτοι τα τόσα Μοναστήρια και αι τόσαι άλλαι οικοδομαί τας οποίας έκτισε, τα συνεχή κατά των δαιμόνων τρόπαια, η των υποσκελισθέντων αδελφών επανόρθωσις, τους οποίους από ανθρώπους κατέστησεν Αγγέλους και το να προβλέπη τα μέλλοντα. Αλλ΄ ας είπωμεν και τα επίλοιπα.                                                                                                                                            
Πόλις είναι πέραν του Ιορδάνου εις το ανατολικόν μέρος, Μεδαπά καλουμένη, της οποίας οι άνθρωποι ηυλαβούντο πολύ τον Όσιον δια την πνευματικήν ωφέλειαν, την οποίαν ελάμβανον παρ΄ αυτού και του έφερον προς αντιμισθίαν πολλά αναγκαία πράγματα δια τας ανάγκας των Μοναστηρίων. Εις δε εξ εκείνων, ονόματι Γερόντιος, ήτο από πολλού ασθενής και απελθών εις την Αγίαν Πόλιν χάριν προσκυνήσεως, ηθέλησε να αναβή και εις το όρος των Ελαιών. Ανελθών λοιπόν εις υποζύγιον, επήγαινεν έφιππος, καθ΄ οδόν όμως, είτε από πειρασμόν του δαίμονος, είτε από άλλην τινά αιτίαν, συνέπεσε να ταραχθή το κτήνος· όθεν έπεσεν ο δυστυχής Γερόντιος και τόσον συνετρίβησαν τα οστά του, ώστε ουδείς ιατρός ετόλμα να επιχειρισθή τι επ΄ αυτού, αλλ΄ όλοι κοινώς απεφάνθησαν, ότι μέλλει να αποθάνη. Εις δε αδελφός του Γεροντίου νεώτερος, ιδών αυτόν τοιουτοτρόπως ελεεινώς συντριβέντα, ελυπήθη κατά πολλά και γνωρίζων, ότι η προσευχή του μακαρίου Σάββα ήτο ταχύτατον και ωφελιμώτατον φάρμακον κατά πάσης ασθενείας και ότι οι ιατροί βασανίζουν μεν επί μακρόν τον ασθενή, μόνον όμως τον πλούτον του κατατρώγουν, χωρίς ουδόλως να τον ωφελήσουν, τρέχει παρευθύς εις την Λαύραν και πίπτει εις τους πόδας του Αγίου, την συμφοράν τού αδελφού οδυρόμενος και παρακαλών αυτόν να κοπιάση να τον ίδη. Ταύτα ακούσας ο ευσπλαγχνικώτατος Άγιος ελυπήθη και απόντα τον Γερόντιον και απελθών εις την οικίαν αυτού, εποίησε πρώτον ευχήν προς Κύριον, έπειτα τον έχρισε με το σωτηριώδες έλαιον του Τιμίου Σταυρού και παρευθύς, ω της οξυτάτης θεραπείας! Ο πρώην συντεθλασμένος τα μέλη και ανενέργητος ευρέθη εις μίαν στιγμήν όλος υγιής, γεγονός το οποίον πάντας τους παρόντας εξέπληξε, γνωρίσαντας την μεγάλην παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Σάββας προς Κύριον. Ύστερον πάλιν απήλθεν ο υιός τού Γεροντίου, Θωμάς ονόματι, και εύρε τον Άγιον εις τον ξενώνα, τον οποίον είχεν εις την Ιεριχώ. Ο δε Όσιος, ασμένως αυτόν δεξάμενος, ηθέλησε και σωματικώς να τον φιλεύση και όταν εκάθησεν εις την τράπεζαν, ηρώτησε τον υπηρέτην εάν είχεν οίνον να φέρη. Ο δε απεκρίνατο ότι δεν είχεν οίνον, ειμή μόνον ολίγον όξος εις κολοκύνθιον. Ο δε Άγιος του λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, απ΄ αυτό το όξος να πίωμεν. Αυτός, όστις εποίησε το ύδωρ οίνον, δύναται να μετατρέψη και τούτου την δριμύτητα». Ταύτα είπε το μελιχρόν και ένθεον εκείνο στόμα και παρευθύς ευρέθη το όξος οίνος γλυκύτατος ευφραίνων αληθώς καρδίαν ανθρώπου. Ο δε Όσιος προσέταξε να φέρουν πυρ και θυμίαμα, λέγων· «Επισκοπή θεία έγινεν εις ημάς την ώραν ταύτην». Όχι δε μόνον έως εκεί έμεινεν η θαυματουργία, αλλά και επλήθυνε τοσούτον ο οίνος, ώστε έφθασε δι΄ όλους και εχορτάσθησαν. Ο δε Θωμάς, εκπλαγείς δια την υπερβολήν του θαύματος, εζήτησε παρά του Αγίου την κολοκύνθην, διότι είχεν ακόμη οίνον και λαβών αυτήν ανεχώρησε με την συνοδείαν του, έφθασε δε ο επίλοιπος οίνος δι΄ όλον τον δρόμον των και πάλιν ύστερον, αφού το κολοκύνθιον έμεινε κενόν, το εφύλαξεν ο Θωμάς ως θησαυρόν πολυτίμητον και όταν ήθελεν ασθενήσει τις το επλήρωνεν ύδατος και το έχυνεν εις τον ασθενή, όστις παρευθύς εθεραπεύετο.                                             Καιρόν τινα απήρχετο ο Όσιος εις τον Ιορδάνην συνοδευόμενος από ένα μαθητήν του, νέον την ηλικίαν, καθ΄ οδόν δε τους συνήντησαν κοσμικοί τινες, έχοντες εις την συνοδείαν των κόρην ωραιοτάτην. Ο δε Όσιος, θέλων να δοκιμάση τον μαθητήν του, εκύτταξε την κόρην και είπε προς αυτόν· «Η νέα αυτή, νομίζω, ότι είναι τυφλή· ούτως έχει η αλήθεια»; Ο δε απεκρίνατο· «Όχι, Πάτερ, έχει και τους δύο οφθαλμούς καλούς». Ο Άγιος πάλιν του λέγει· «Επλανήθης, τέκνον, διότι εγώ είδον ότι λείπει ο εις οφθαλμός αυτής». Ο νέος, μη γνωρίζων την δοκιμασίαν του Οσίου, είπε προς αυτόν· «Εγώ, Πάτερ, την εκύτταξα επιμελώς και έχει δύο λαμπρούς και γλυκυτάτους οφθαλμούς». Τότε ο πάνσοφος, αφού τον έβαλεν εις τα δίκτυα και δεν ηδύνατο πλέον να διαφύγη μεταχειριζόμενος πρόφασίν τινα, είπε προς αυτόν· «Επειδή δεν ενθυμείσαι το παράγγελμα της Αγίας Γραφής, το οποίον λέγει· «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς, μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων» (Παροιμ. στ: 25), από τώρα και εις το εξής να μη εισέλθης πλέον εις το κελλίον μου, έως να μάθης να χαλιναγωγής τας αισθήσεις σου και ιδίως την όρασιν». Ούτως ειπών, απέστειλεν αυτόν εις το Καστέλλιον και έμεινεν εκεί, έως ου επαιδαγωγήθη καλώς και τότε τον εδέχθη πάλιν χαίροντα εις την συνοδείαν του.           Άλλοτε πάλιν έβραζεν ο μάγειρος κολοκύνθας δια τους κτίστας, οίτινες έκτιζον, επάνω δε εις την ώραν, κατά την οποίαν ήθελε να σερβίρη το μαγείρευμα, γευθείς εξ αυτού, το εύρε πικρότερον χολής· όθεν λυπηθείς πολύ, διότι ουδέν άλλο είχον να προσφέρουν, το ανέφερεν εις τον Άγιον, όστις επήγεν εις το μαγειρείον και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το στόμιον της χύτρας, έδωσεν εντολήν εις τον μάγειρον να σερβίρη. Ούτω λοιπόν εποίησεν, η δε κολοκύνθη ευρέθη γλυκυτέρα του μέλιτος. Άλλοτε πάλιν, περιπατών ο μακάριος εις την οδόν, ήτις υπάγει από τον Ρουβάν εις τον Ιορδάνην, εύρε λέοντα μέγαν, εις τον πόδα του οποίου είχε καρφωθή τεμάχιον ξύλου και δεν ηδύνατο να περιπατήση, αλλ΄ έκειτο κατά γης. Ιδών δε τον Όσιον ο λέων, εσήκωσε τον πόδα του υψηλά και του τον εδείκνυε δια να τον λυπηθή να του εκβάλη τον σκόλοπα. Ο δε Όσιος, ως φιλάγαθος, ηυσπλαγχνίσθη και αφήρεσεν απ΄ αυτού επιδεξίως το ξύλον. Τότε ο λέων, λησμονήσας ένεκα της ευεργεσίας την φυσικήν αυτού αγριότητα, και δια να μη φανή προς αυτόν αχάριστος, ηκολούθησε μετά πάσης προθυμίας τον Άγιον και υπετάσσετο εις αυτόν ως ευγνώμων δούλος.                                                                                                                 Είχε δε ο Όσιος κοσμικόν τινα υπηρέτην, ονόματι Φλάϊον και ένα ονάριον, το οποίον εφόρτωνεν ούτος και έκαμνε τας υπηρεσίας της Λαύρας. Οπόταν δε ο Φλάϊος επήγαινε να εκτελέση άλλην υπηρεσίαν, έδιδε τον όνον εις τον λέοντα, όστις κρατών με τους οδόντας του το σχοινίον, το οποίον είχεν εις τον χαλινόν και απερχόμενος έβοσκεν αυτόν από πρωϊας έως εσπέρας, είτα τον επότιζε και κατόπιν τον επήγαινεν εις το Μοναστήριον, τούτο δε εποίει πάντοτε καθ΄ όλας τας εορτάς, ή όταν δεν τον εχρειάζοντο δια μεταφοράν τινα. Μετά πολλάς δε ημέρας, απερχόμενος ο Φλάϊος εις υπηρεσίαν, ή από έπαρσιν αυτού, ή από φθόνον του δαίμονος, περιέπεσεν εις πορνείαν και την ημέραν εκείνην, καθ΄ ην έπραξε την αμαρτίαν ο Φλάϊος, εθυμώθη ο λέων και έφαγε τον όνον· όθεν ο Φλάϊος εγνώρισεν, ότι δια την πτώσιν αυτού ο όνος απώλετο και δεν ετόλμα να παρρησιασθή εις τον Άγιον, αλλ΄ απήλθεν εις την χώραν του. Ο δε Όσιος δεν παρείδεν αυτόν, αλλά πολλά ζητήσας εύρε τον απολωλότα και με νουθεσίας τον ωδήγησε προς μετάνοιαν και με θερμά δάκρυα, νηστείας και κόπους πολλούς του σώματος ηξιώθη παρά Θεού συγχωρήσεως.                                       
Φθάνουν όσα εγράψαμεν ανωτέρω να φανερώσουν την μεγίστην χάριν και παρρησίαν προς Κύριον του Αγίου· πλην ας είπωμεν ολίγα τινά και δια την πορείαν αυτού προς το Βυζάντιον. Κατά τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518), έγινε στάσις εις τας Εκκλησίας μεταξύ των Αρχιερέων, τινές εκ των οποίων ήσαν εις την αίρεσιν των μονοφυσιτών Διοσκόρου και Σεβήρου, καθώς επίσης και ο βασιλεύς, όστις ανεβίβαζεν εις τους αρχιερατικούς θρόνους τους αναθεματίζοντας την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον, τους δε Ορθοδόξους εξώριζε, καθώς αδίκως εξώρισε και τον μακάριον Ηλίαν τον της Παλαιστίνης Αρχιεπίσκοπον, όστις παρεκάλεσε τον μέγαν Σάββαν και άλλους τινάς εναρέτους Πατέρας να υπάγωσιν εις τον βασιλέα, να τον παρακαλέσουν να ειρηνεύση τα σκάνδαλα. Έγραψε δε και επιστολήν ο Πατριάρχης ταύτα λέγουσαν· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, ιδού στέλλω πρέσβεις και μεσίτας προς το κράτος σου τους οικιστάς της ερήμου και εξόχως τον μέγαν Σάββαν, των Ασκητών το κεφάλαιον. Λοιπόν ευλαβήσου τον κόπον των και τους θείους ιδρώτας των και παύσον τον πόλεμον των Εκκλησιών· μη αφήνης να προχωρή το κακόν, φιλόχριστε, εάν θέλης να ευαρεστήσης τον Κύριον, όστις σου εχάρισε την βασιλείαν και το διάδημα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις την βασιλεύουσαν οι Όσιοι, ωκονόμησεν ο Πανάγαθος, όστις δοξάζει τους Αυτόν αντιδοξάζοντας, και είδεν ο βασιλεύς οπτασίαν τινα δια τον Άγιον, εξ ης πολλά τον ετίμησε και ακούσατε. Όταν εισήλθον οι Πατέρες εις το παλάτιον, τους μεν άλλους αφήκαν οι φύλακες και εισήλθον, τον δε Σάββαν, ιδόντες ενδεδυμένον με ευτελή και πτωχικά ιμάτια, δεν τον αφήκαν· όθεν εστέκετο έξω. Ήτο δε τότε εβδομήκοντα τριών ετών. Αναγνώσας δε την επιστολήν ο βασιλεύς, ηρώτησε τις ήτο ο Σάββας, και μαθών ότι έμεινεν έξω, έστειλε δορυφόρους να τον εύρωσιν. Όταν δε εισήλθεν ο Άγιος εις το Ανάκτορον, είδεν ο βασιλεύς Άγγελον αστραπόμορφον με λαμπράν στολήν, όστις προεπορεύετο του Αγίου και του έκαμνε τόπον να περιπατή ανεμποδίστως. Ταύτα είδεν ο βασιλεύς, όχι δια την αρετήν του, επειδή ως αιρετικός δεν ήτο άξιος να ίδη τοιαύτα θαυμάσια, αλλά δια να γνωρίση, ότι ο Σάββας ήτο Άγιος άνθρωπος και ευθύς ηγέρθη του θρόνου και του έκαμε μεγάλην τιμήν. Αφού εκάθισαν όλοι οι Όσιοι, τους ηρώτησεν ο βασιλεύς να είπη έκαστος τι χάρισμα ήθελεν εξ αυτού, αυτοί δε αφήκαν την κοινήν της Εκκλησίας υπόθεσιν και εζήτησαν σωματικάς δωρεάς και χαρίσματα. Ο βασιλεύς ικανοποίησε τα αιτήματα όλων αυτών, εθαύμασε δε δια τον Σάββαν, πως δεν ωμίλησε και είπε προς αυτόν· «Συ, Πάτερ τίμιε, πως έλαβες τοσούτον κόπον, να έλθης έως ημάς και δεν μας εζήτησας τίποτε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ, κράτιστε βασιλεύ, πρώτον μεν ήλθον να προσκυνήσω την σην ευσέβειαν, πριν αποθάνω, έπειτα να σε παρακαλέσω δια την Αγίαν Πόλιν της Ιερουσαλήμ και τον Αρχιεπίσκοπον αυτής, να μη έχης κατ΄ αυτού καμμίαν δυσαρέσκειαν και το σπουδαιότερον, να ειρηνεύσης τας Εκκλησίας. Όταν αυτά ποιήσης, τότε θέλεις έχει τον Θεόν φίλον και θέλει σου συγχωρήσει τας αμαρτίας, δίδων εις σε και τα κατά των εχθρών νικητήρια».                                              
Θαυμάσας ο βασιλεύς δια την ελευθερίαν του Σάββα και διότι δεν εζήτησε πρόσκαιρα και χαμαίζηλα πράγματα, αλλά την ειρήνευσιν της Εκκλησίας, τους μεν άλλους απέλυσεν, εις εκείνον δε εχάρισε χίλια φλωρία, να τα εξοδεύση εις τα Μοναστήρια του, του έδωσε δε και εξουσίαν, ίνα εισέρχεται ακωλύτως εις το παλάτιον, οπόταν θέλη. Περί του Πατριάρχου Ηλία όμως ωμίλησε λόγους κατηγορηματικούς και ήτο σφόδρα θυμωμένος κατ΄ αυτού, αλλ΄ ο μακάριος Σάββας με πολλήν γνώσιν και παρρησίαν επέτυχε να καταπραϋνη τον θυμόν αυτού και τον έπεισε να αναθεωρήση την άδικον απόφασίν του, περί ισοβίου εξορίας του και του επέτρεψε να παραμείνη και πάλιν εις τον θρόνον του δια την αγάπην του Σάββα. Αφού δε ο Όσιος επεράτωσεν επιτυχώς την αποστολήν του, δεν ανεχώρησεν αμέσως τότε από την Κωνσταντινούπολιν, επειδή ήτο χειμών, αλλ΄ έμεινεν έξω της πόλεως εις προάστιον, λεγόμενον του Ρουφίνου. Εκεί επήγαιναν πολλοί εκ της Πόλεως και τον επεσκέπτοντο και πολλοί εξ αυτών έγιναν μαθηταί του γνήσιοι, εξόχως δε η εγγονή του βασιλέως Ουαλεντίνου Ιουλιανή και η του Πομπηϊου, υιού του βασιλέως, σύζυγος, Αναστασία καλουμένη, η οποία εμόνασεν ύστερον εις το όρος των Ελαιών και ετέλεσε μεγάλους αγώνας και θαυμάσια κατορθώματα εις δόξαν Θεού. Κατά τον καιρόν εκείνον έγινεν εις τα χωρία των Ιεροσολύμων πείνα μεγάλη και θανατικόν και όσον παρήρχοντο αι ημέραι επί τοσούτον και το δεινόν τούτο κακόν επλήθυνε και εξηπλούτο εις πολλάς χώρας του Βυζαντίου. Εκ του κακού τούτου αναρίθμητοι οικίαι ηρημώθησαν και έμειναν ακατοίκητοι. Αι δε υπηρεσίαι της βασιλείας και αυτός ο βασιλεύς, δια να μη ζημιωθή το ταμείον του Κράτους, ενομοθήτησαν, όπως τους οφειλομένους φόρους των αποθνησκόντων πληρώνουν οι επιζώντες γείτονες αυτών. Τούτον τον παράνομον και άσπλαγχνον νόμον ακούσας ο εύσπλαγχνος Σάββας, επήγε πάλιν εις τον βασιλέα και εξέθεσεν εις αυτόν το άτοπον του πράγματος, αποδεικνύων την δια τούτου παντελή απώλειαν των πενήτων και ότι ο νόμος αυτός δεν ήτο προς το συμφέρον της βασιλείας, αλλά μάλιστα προς ζημίαν μεγάλην και εξολόθρευσιν. Διότι ήτο αδικία απερίγραπτος, όσοι εσώθησαν από τα δύο εκείνα δεινά της πείνης και της θανατηφόρου επιδημίας, να βασανίζωνται πάλιν ύστερον από το Κράτος, δια να πληρώσουν φόρον τόσον άδικον. Στενοχωρούμενοι δε υπό της βίας και εξωθούμενοι υπό της ανάγκης θέλουν πράξει νεώτερόν τι, εκ του οποίου θέλει ζημιωθή το Κράτος περισσότερον. Ταύτα λέγων ο Σάββας παρεκάλει τον βασιλέα εξ όλης καρδίας και μετά πολλής της δεήσεως να εξαλείψη τοιαύτην απόφασιν παράνομον.                                                                                               Ευλαβηθείς τον Άγιον ο βασιλεύς, ηθέλησεν να κάμη την επιθυμίαν του· αλλ΄ ο μισόκαλος πάλιν ηναντιώθη, επειδή ήτο παρών μέγας τις άρχων πρωτοσύμβουλος του βασιλέως, Μαρίνος ονόματι, όστις τον ημπόδισεν ο τρισκατάρατος λέγων ταύτα· «Βασιλεύ, οι περισσότεροι άνθρωποι της Παλαιστίνης είναι Νεστοριανοί, δι΄ αυτό δεν πρέπει να τους κάμης τοιαύτην χάριν». Τότε ο Άγιος είπε προς αυτόν μετά θυμού· «Παύσον από του να εξάπτης εις τον βασιλέα τον παλαιόν πόλεμον και μετανόησον δια τα λόγια, τα οποία ελάλησας, ειδ΄ άλλως εις ολίγας ημέρας απολείται μετ΄ ήχου το σον μνημόσυνον, και θέλει αφανισθή η δόξα σου άπασα». Ο Μαρίνος όμως έμεινεν εις την πονηρίαν του, μη βάλλων κατά τον νουν ποσώς την ψυχωφελή νουθεσίαν του Αγίου. Ο δε Όσιος, λαβών από τον βασιλέα άλλας χιλίας δραχμάς χάρισμα, απήλθεν εις την Παλαιστίνην. Ο άδικος δε νόμος εκείνος έμεινεν ούτως αδιόρθωτος τότε, έως ου απέθανεν ο Αναστάσιος και έγινε βασιλεύς ο Ιουστίνος Α΄ (518-527). Τότε απέστειλε προς αυτόν επιστολάς ο θείος Σάββας και επέτυχε διορθώσεις τινάς, ο δε μετά ταύτα βασιλεύσας Ιουστινιανός Α΄ (527-565) τον εξήλειψε τελείως. Όσον αφορά τον άθλιον εκείνον Μαρίνον, ολίγας ημέρας μετά από όσα προεφήτευσε περί αυτού ο Άγιος, γενομένης στάσεως εις την πόλιν, διήρπασαν όλην την περιουσίαν αυτού και την οικίαν του κατέκαυσαν, ολίγον δε έλειψε να κόψουν και την κεφαλήν του, εάν δεν ήθελε μετανοήσει και κλαύση την ανομίαν του, γνωρίσας την πρόρρησιν του Αγίου. Τούτο διηγούντο πολλοί εις το Βυζάντιον και μάλιστα ο του βασιλέως υιός Πομπήϊος και Αναστασία η αυτού σύζυγος, θαυμάζοντες το προορατικόν του Αγίου. Μετά ταύτα απήλθον οι τα του Σεβήρου φρονούντες και παρεκίνησαν δια παντός τρόπου τον βασιλέα εις θυμόν κατά των Αγίων Πατριαρχών Αντιοχείας Φλαβιανού και Παλαιστίνης Ηλία, τους οποίους και πάλιν εξώρισεν. Αντί δε του Φλαβιανού έβαλον εις την Αντιόχειαν Πατριάρχην τον αιρετικόν αυτόν Σεβήρον (513-518), ο οποίος έστειλεν εις την Ιερουσαλήμ ιδικά του συνοδικά γράμματα μετά τινων Κληρικών και πολλών στρατιωτών, παραγγέλλων ότι εάν δεν δεχθή ο μακάριος Ηλίας τα του Διοσκόρου και αυτού δόγματα, να τον εκβάλουν από τον θρόνον του. Ταύτα μαθών ο θείος Σάββας συνήθροισεν όλους τους Μοναχούς και εδίωξεν απράκτους τους βασιλικούς ανθρώπους, ως να ήσαν αιχμάλωτοι. Έμπροσθεν τούτων ανεθεμάτισαν όλοι οι ευσεβείς τους κοινωνούς του Σεβήρου, μετά των οποίων ήτο συνηριθμημένος και ο βασιλεύς Αναστάσιος, όστις θέλων να εκδικήση τοιαύτην αισχύνην και προσβολήν αυτού, έστειλεν άρχοντα με εξουσίαν βασιλικήν, χειροτονήσας αυτόν δούκα πάσης Παλαιστίνης, δια να εκβάλη τον Ηλίαν βιαίως από τον θρόνον του, εάν δεν δεχθή τα του Διοσκόρου και Σεβήρου ασεβή δόγματα.                                     Απελθών ο δουξ εφυλάκισεν ευθύς τον Αρχιεπίσκοπον, εκείνος δε του εζήτησε να του επιτρέψη να εξέλθη της φυλακής και εις ωρισμένην ημέραν, καθ΄ ην θα ετελείτο εορτή χαρμόσυνος και θα ήσαν όλοι οι Χριστιανοί συνηθροισμένοι, να κάμη το πρόσταγμα του βασιλέως. Εξελθών λοιπόν ο Πατριάρχης συνήθροισεν όλους τους κοσμικούς, ο δε θείος Σάββας τους Μοναχούς. Έτυχε δε εκεί παρών και ο ανεψιός του βασιλέως Υπάτιος, όστις είχεν αιχμαλωτισθή και τότε ήρχετο λυτρωθείς με αργύρια. Αφού λοιπόν συνήχθησαν άπαντες εις Ναόν τινα μέγαν, εβόησεν ο Αρχιερεύς ταύτα εις επήκοον πάντων· «Όστις φρονεί τα των Ευτυχούς και Νεστορίου, Σεβήρου τε και Σωτηρίχου, ανάθεμα· και όστις δεν φυλάττει τα δόγματα των τεσσάρων Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, να είναι αναθεματισμένος». Τότε ο δουξ εθυμώθη ιδών ότι ηπατήθη, πλην φοβηθείς το πλήθος του λαού έφυγεν ησύχως εις την Καισάρειαν. Ο δε ανεψιός του βασιλέως ώμοσε να μένη εις την Ορθοδοξίαν συγκοινωνός των Αγίων έως εσχάτης αναπνοής και εχάρισεν εις τον Σάββαν πλήθος χρημάτων, δια να φανή προς αυτόν ευλαβής και προς τα θεία πιστός και Ορθόδοξος. Ο δε Όσιος ευχαριστήσας αυτόν, τον παρεκάλεσε να μεσολαβήση εις τον βασιλέα παρακινών αυτόν εις ευσπλαγχνίαν ίνα μη θυμωθή, επειδή δεν εφύλαξαν το πρόσταγμά του.                                                                                                                     Έγραψε δε ο Όσιος, με την βουλήν πάντων των Μοναχών, και επιστολήν προς τον βασιλέα, τοιαύτα λέγουσαν· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αιώνιος Βασιλεύς και Θεός των απάντων, έδωκεν εις το θεοφιλές κράτος σου τα σκήπτρα της βασιλείας, δια να κυβερνάς με την θεοσέβειάν σου εν ειρήνη τας Εκκλησίας και εξόχως την μητέρα των Εκκλησιών, από την οποίαν ήρχισε το της ευσεβείας μέγα μυστήριον και απ΄ εντεύθεν διέβη εις τα της γης πέρατα και το οποίον ημείς, οίτινες κατοικούμεν εις τούτον τον Άγιον Τόπον, εφυλάξαμεν έως την σήμερον ανόθευτον, καθώς τούτο παρελάβομεν από τους Αγίους Αποστόλους και θέλομεν φυλάξει αυτό έως τέλους με την Χάριν του Θεού, χωρίς να εξέλθωμεν ουδόλως από την ορθοτομίαν του λόγου, ούτε να φθείρωμεν αυτόν με τας βεβήλους καινοτομίας των εκάστοτε υπεναντίων». «Εις ταύτην την αμώμητον Πίστιν, βασιλεύς, ανετράφη και η βασιλεία σου εκ νεότητος· όθεν θαυμάζομεν πως εις τας ημέρας της ευσεβείας σου γίνεται εις την μητέρα των Εκκλησιών τόση ταραχή και σύγχυσις, και σύρουν οι υπηρέται σου εις το μέσον της αγοράς, έμπροσθεν Ιουδαίων και εθνικών, τους Ιερωμένους και Μοναχούς, τους αγίους αυτούς άνδρας, με τοσαύτην καταφρόνησιν, ως να ήσαν κακούργοι και άνομοι, και αναγκάζουν αυτούς να μολύνουν την Πίστιν την άμωμον. Όθεν παρακαλούμεν το κράτος σου να προστάξης, να μη μας πειράζωσι πλέον εις τα ζητήματα της Πίστεως, διότι άτοπον και παράλογον πράγμα είναι το και να είπη κανείς μόνον, ότι οι τόσοι ημείς Ιεροσολυμίται Ασκηταί και οι τόσοι άλλοι ενάρετοι άνθρωποι δεν επαιδεύθημεν καλώς εις την Πίστιν και τώρα εις το γήρας μας θέλετε σεις να μας ερμηνεύσητε την ευσέβειαν. Όθεν φανερόν είναι, ότι αυτή η καινοφανής διόρθωσις, όπως την ονομάζετε, της πατροπαραδότου και υγιούς Πίστεως, δεν είναι διόρθωσις, αλλά διαστροφή και νόθευσις. Μάλιστα δε και όσοι αυτήν παραδέχονται, απέρχονται εις την αιώνιον κόλασιν. Όθεν ημείς ουδόλως θέλομεν δεχθή καινοτομίαν τινά της Πίστεως, εμμένομεν δε εις όσα παρέδωκαν εις ημάς οι θεοφόροι ημών Πατέρες οι τε εν Νικαία το πρώτον συνελθόντες Τριακόσιοι Δεκαοκτώ και οι των λοιπών Αγίων Τριών Οικουμενικών Συνόδων και είμεθα έτοιμοι όχι μόνον πάσαν θλίψιν και κάκωσιν, αλλά και μυρίους θανάτους μα λάβωμεν, παρά να εξέλθωμεν από την Ορθοδοξίαν έστω και επ΄ ελάχιστον. Η δε ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν θέλει φρουρήσει την Αγίαν Εκκλησίαν Αυτού και θέλει καταπαύσει την επεγερθείσαν εναντίον αυτής ζάλην με νεύμα και πρόσταξιν του σου κράτους, εις δόξαν Αυτού και καύχημα της ενδόξου και θεοφιλούς βασιλείας σου».                             Την επιστολήν ταύτην του Οσίου λαβών ο βασιλεύς την ανέγνωσε μεν, αλλ΄ απόκρισιν δεν είχε καιρόν να δώση, διότι μετέβαινεν εις τον πόλεμον. Ημείς δε ας έλθωμεν εις την περί του μακαρίου Σάββα διήγησιν. Αφού εξώρισαν αδίκως τον Πατριάρχην Ηλίαν, καθώς άνωθεν εγράψαμεν, έγινε πείνα μεγάλη και ακρίβεια πολλή εις όλην την Παλαιστίνην επί πέντε έτη και ουδόλως, κατά το διάστημα αυτό, έβρεξεν· όθεν ήτο πανταχού της Παλαιστίνης μεγάλη στενοχωρία, όχι μόνον μεταξύ των κοσμικών, αλλά και μεταξύ των Μοναχών, όσοι ήσαν εις κελλία και Μοναστήρια. Ο δε μέγας Σάββας εκυβέρνα επτά μεγάλα Μοναστήρια, τα οποία επίσης είχον μεγάλην στέρησιν των αναγκαίων, πλην αυτός δεν είχε μέριμνάν τινα περί τούτου, αλλ΄ εις μόνον τον Δεσπότην είχεν εναποθέσει τας ελπίδας του και παρ΄ Αυτού εζήτει βοήθειαν. Προσκαλέσας δε τους Ηγουμένους των Μοναστηρίων, είπε προς αυτούς να μη μεριμνώσι περί τούτου, ούτε να πικραίνωνται ουδόλως, αλλά να ελπίζωσιν εις τον Κύριον και εκείνος θέλει δώσει εις αυτούς τα χρειαζόμενα. Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθεν η Λαύρα του Αγίου εις τόσην στέρησιν, ώστε δεν είχον ούτε άλευρον, ούτε άλλο τι βρώσιμον. Απελθών λοιπόν ο διακονητής, είπε προς αυτόν, ότι κατά την ερχομένην Κυριακήν δεν θα είχον άρτον ούτε δια να λειτουργήσουν. Η θαυμασία όμως εκείνη ψυχή ουδέ τότε απηλπίσθη της θείας Προνοίας, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Εκείνος, τέκνον, όστις μάς είπε να μη μεριμνώμεν περί της αύριον, Αυτός έχει την φροντίδα μας και θέλει μάς στείλει εξ ύψους βοήθειαν, ώστε να μη στερηθώμεν της ιεράς Λειτουργίας». Ούτως ο Όσιος προεφήτευσε και (ω της μεγίστης προς αυτόν κηδεμονίας σου, Δέσποτα!) πριν φθάση η Κυριακή, ήλθον άγνωστοι τινες άνθρωποι, ως εκ θείας Προνοίας απεσταλμένοι, και φέρουν τριάκοντα υποζύγια φορτωμένα σίτον, οίνον και έλαιον και όσα άλλα είναι εις τροφήν επιτήδεια. Ευχαριστήσας λοιπόν τον Κύριον ο Όσιος, είπε προς τον κελλάρην· «Τι λέγεις, ολιγόπιστε; Αφήνομεν τώρα την ιερουργίαν δια την στέρησιν του άρτου»; Ο δε έπεσεν εις τους πόδας αυτού, μετανοών την προτέραν μικροψυχίαν και αιτών μετά δακρύων συγχώρησιν. Νουθετήσας λοιπόν αυτόν ο Όσιος να μη είναι πλέον τοσούτον μικρόψυχος, αλλά να επιρρίπτη προς τον Θεόν την μέριμναν, κατά τον Δαυϊδ, εν ειρήνη τον απέλυσε.                                                                                                        
Κατά την επομένην ήλθον από το σπήλαιον Μοναχοί τινες, λέγοντες, ότι οι ποιμένες αφήκαν τα πρόβατα και έτρωγαν τα σπαρτά της Λαύρας, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και αυτοί πολλάκις εισήρχοντο εις το Μοναστήριον και ήρπαζον τροφάς δια της βίας προξενούντες εις τους αδελφούς καθ΄ εκάστην πολλήν ταραχήν και θόρυβον. Ο δε Άγιος παρήγγειλεν εις τους ποιμένας με ταπείνωσιν και πραότητα, κατά το σύνηθες, να απέχουν από την Λαύραν και να μη προξενήσουν πλέον άλλην ζημίαν εις τα των Μοναστηρίων. Εκείνοι όμως δεν έλαβον ουδόλως υπ΄ όψιν των τα λόγια του, αλλά πάλιν εποίουν ως πρότερον. Αλλ΄ ο Κύριος τούς εδίδαξε με το έργον να μη καταφρονώσι τους δούλους του και παρευθύς, ω παραδόξων πραγμάτων! Έστυψε το γάλα των προβάτων και απεστειρώθησαν· όθεν απέθνησκον τα αρνία των, μη έχοντα γάλα να φάγωσιν. Οι δε ποιμένες ηννόησαν, ότι δια την παρακοήν των έπαθον τοιαύτην ζημίαν και δραμόντες εις τον Άγιον έπεσαν εις τους πόδας αυτού, ολοφυρόμενοι δια την ζημίαν, και θερμώς εξομολογούμενοι την αμαρτίαν. Υπέσχοντο δε να μη πλησιάσουν πλέον εις τα όρια της Λαύρας. Ο δε συγχωρήσας ηυλόγησεν αυτούς, ομού δε με την ευλογίαν ελύθη και η τιμωρία, ηφανίσθη η των μαστών στείρωσις, έρρευσε κρουνηδόν το γάλα, και τα αρνία τρεφόμενα έθαλλον, όθεν μετεβλήθη εις χαράν η κατήφεια των ποιμένων.                                               Κινούμενος υπό της άνωθεν θείας Προνοίας ο Άγιος επήγε με δύο άλλους αδελφούς, Στέφανον και Ευθάλιον καλουμένους, να επισκεφθώσι τον μακάριον Πατριάρχην Ηλίαν, ο οποίος ήτο εις την εξορίαν δια την Ορθόδοξον Πίστιν, επειδή, ως ανωτέρω είπομεν, δεν ηθέλησε να ομολογήση τα του Σεβήρου. Ιδών δε ο Πατριάρχης τον Άγιον εχάρη πολύ και ευχαριστήσας αυτόν, όπου έλαβε τόσον κόπον, ογδοήκοντα ετών άνθρωπος, να περιέλθη τόσον τόπον, δια να τον εύρη εις την δεινήν εκείνην εξορίαν, τον εκράτησε πλησίον του ημέρας πολλάς, δια να απολαύση ο εις τον έτερον. Είχον δε συνήθειαν να συναντώνται καθ΄ εκάστην ημέραν την ενάτην ώραν να τρώγωσι μαζί· ημέραν δε τινα δεν εξήλθεν ο Πατριάρχης από το κελλίον του· όθεν έμεινε και ο θείος Σάββας νήστις με τους συντρόφους του. Τέλος το μεσονύκτιον εξήλθε περίλυπος ο Πατριάρχης και λέγει προς αυτούς· «Εγώ δεν έχω καιρόν να φάγω και μη με περιμένετε». Οι δε ηρώτησαν αυτόν την αιτίαν και διατί είχε τοσαύτην κατήφειαν. Ο δε απεκρίνατο πικρώς στενάξας· «Γνώριζε, μακάριε Σάββα, ότι ταύτην την ώραν απέθανε ο βασιλεύς Αναστάσιος και μέλλω να υπάγω και εγώ κατά την δεκάτην από σήμερον ημέραν, να παρασταθώμεν εις το φρικώδες Βήμα του Δεσπότου Χριστού, ίνα δικασθώμεν αμφότεροι». Την νύκτα δε ταύτην κατά την οποίαν είδεν ο Πατριάρχης την οπτασίαν έβλεπε και ο Άγιος κεραυνούς να κτυπώσι τον βασιλέα, αυτός δε φεύγων απέρρηξεν αισχρώς την ψυχήν. Πράγματι δε μετ΄ ολίγας ημέρας ηκούσθη η φήμη, ότι ο βασιλεύς ετελεύτησε. Μετά ταύτα ηκολούθησε και η κοίμησις του μακαρίου Ηλία κατά την πρόρρησιν.                                                       Μετά τον θάνατον του Αναστασίου εψήφισαν βασιλέα τον Ιουστίνον Α΄ (518-527), όστις έστειλεν εις όλην την Οικουμένην προστάγματα, να αναλάβουν και πάλιν τους θρόνους των οι Ορθόδοξοι Αρχιερείς και να γράψουν εις τας ιεράς βίβλους την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον δια να απολαύση γαλήνην η Εκκλησία. Ήτο δε τότε γέρων ο τρισμακάριος Σάββας υπερβαίνων τα ογδοήκοντα έτη, ασθενής και αδύνατος από την άσκησιν, πλην εις την προθυμίαν της ψυχής ήτο νεώτερος και δεν εδίστασε καθόλου, αλλά δια τον ζήλον της Ορθοδοξίας έδραμεν εις την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν, κηρύσσων πανταχού το ευσεβές του βασιλέως διάταγμα και γράφων τας μέχρι τότε συγκροτηθείσας τέσσαρας Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους εις τας ιεράς βιβλους των Εκκλησιών και νουθετών πάντας και οδηγών προς την Ορθοδοξίαν με το μέλι της γλυκυτάτης διδασκαλίας του.                                                                                                                                              
Εις την οδόν δε εις την οποίαν επορεύετο έκειτο γυνή ασθενής αιμορροούσα από πολλών ετών, εξήρχετο δε απ΄ αυτής τοιαύτη δυσωδία, ώστε δεν ηδύνατο κανείς να πλησιάση· ακόμη δε και αυτοί οι συγγενείς της την εσιχαίνοντο· όθεν είχεν η δυστυχής μεγάλην στενοχωρίαν και βάσανον, επειδή ουδείς ιατρός ηδύνατο να της προσφέρη βοήθειαν. Ως είδε λοιπόν αυτή τον Άγιον διαβαίνοντα εκείθεν, εφώναξε ταύτα δακρύουσα· «Δούλε του Θεού, λυπήσου με την ταλαίπωρον». Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν, επλησίασε και λαβών αυτήν εκ της χειρός την ήγειρε τεθεραπευμένην.                                                                                                               
Αύτη η φήμη ηκούσθη πανταχού και προσελθών τις, όστις είχε θυγάτριον υπό του πονηρού δαίμονος χαλεπώς βασανιζόμενον, παρεκάλει αυτόν να το θεραπεύση. Ευσπλαγχνισθείς δε αυτόν ο φιλανθρωπότατος Σάββας, εσφράγισε την παίδα με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού και ευθύς ελυτρώθη του δαίμονος και έλαβεν αυτήν ο πατήρ αυτής υγιαίνουσαν. Διότι τοσαύτην χάριν είχεν ο θείος Σάββας εις την ψυχήν, ώστε όσα εζήτει από τον Θεόν τα ελάμβανεν ανεμποδίστως και ετέλει τοιαύτα θαύματα. Το δε σώμα πάλιν είχεν υπήκοον εις το θέλημά του ο Όσιος και ούτε όταν ενήστευεν ήτο ασθενής από την πολλήν εγκράτειαν, καίτοι τας τεσσαρακοστάς έτρωγε μόνον άπαξ της εβδομάδος και συγχρόνως έκαμνεν όλας τας υπηρεσίας, ούτε όταν έτρωγε καθ΄ εκάστην εβλάπτετο ο στόμαχός του ουδόλως, αλλ΄ ήτο πάντοτε υγιής και άνοσος, ως άνθρωπος δυνατής και αβλαβούς κράσεως. Καθώς δε ήτο γενναίος εις το σώμα, ούτως ήτο και εις την ψυχήν· εις δε το φρόνημα ήτο μέτριος, εις τον τρόπον επιεικής, εις την ομιλίαν ηδύς και γλυκύτατος, εις το ήθος απλούστατος, εις την φρόνησιν βεβαιότατος, είχε δε και την αγάπην προς πάντας ειλικρινή και ανυπόκριτον.                                                 Κατά το τέταρτον έτος της ανομβρίας ήλθον εις τον Άγιον οι Μοναχοί του σπηλαίου ζητούντες συγχώρησιν να αναχωρήσουν, διότι δεν ηδύναντο πλέον να υπομένουν την στενοχωρίαν του ύδατος. Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς· «Υπομείνατε ολίγας ημέρας και θέλει έλθει το θείον έλεος εις σας». Ούτως είπε, και την τρίτην ημέραν ήλθεν εις εκείνο το Μοναστήριον τόση βροχή, ώστε επλήρωσεν όλας τας δεξαμενάς των υδάτων· και το παραδοξότερον, ότι δεν έβρεξεν εις άλλον τόπον ουδόλως, ειμή μόνον εις την Λαύραν εκείνην, από την οποίαν εμελέτων να φύγωσιν. Εις δε τα έτερα Μοναστήρια, τα οποία ήσαν εκεί πέριξ, ούτε ρανίς δεν έπεσεν· όθεν έδραμον και εκείνων οι Προεστώτες και Καθηγούμενοι και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου, έλεγον ταύτα παραπονούμενοι· «Τι επταίσαμεν ημείς οι ταλαίπωροι και δεν κάμνεις και δι΄ ημάς δέησιν, να στείλη δρόσον ο Κύριος και εις ημάς, οίτινες έχομεν στενοχωρίαν και χρειαζόμεθα ανάψυξιν»; Ο δε, παρηγορών αυτούς, έλεγεν· «Εις εκείνους οίτινες είχον μεγαλυτέραν ανάγκην κατέπεμψε την ευλογίαν του ο Κύριος, εις ολίγον δε καιρόν θέλει αποστείλει και εις σας τα ελέη του».                                
Ήλθε δε και η ημέρα των Εγκαινίων (Η 13η Σεπτεμβρίου του Ναού της Αναστάσεως)  και ήσαν όλαι αι βρύσεις ξηραί, μη ευρισκομένου ουδαμού ύδατος· όθεν πολλοί εκινδύνευσαν. Ο δε Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ΄ (516-524), ηρεύνα και έσκαπτε εις κάθε τόπον δια να εύρη ύδωρ, αλλά δεν ηδύνατο· όθεν σφόδρα ωδύρετο δια την συμφοράν της πόλεως. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα φίλος τις αυτού, Σούμος ονόματι, είπε προς αυτόν· «Άλλην ιατρείαν δεν έχομεν, δέσποτα, ειμή μόνον να παρακαλέσης τον μέγαν Σάββαν, όπως ποιήση προς Κύριον δέησιν και μας λυτρώση από της μάστιγος ταύτης». Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Αρχιερεύς, τον παρεκάλει να δεηθή εις τον Θεόν όπως ευσπλαγχνισθή τον λαόν και στείλη ουρανόθεν το έλεός του. Ο δε Άγιος, προφασιζόμενος έλεγεν, ότι ήτο υπέρ την δύναμίν του η αίτησις. Τότε ο Πατριάρχης έπεσεν εις τους πόδας τού Οσίου μετά δακρύων δεόμενος και των γονάτων αυτού απτόμενος και παρεκάλει αυτόν να του υπακούση να μη απολεσθή τόσος κόσμος από την στέρησιν του ύδατος. Μη δυνάμενος λοιπόν να πράξη άλλως ο Άγιος, εκλείσθη εις τινα οίκον και παρήγγειλε προς όλους να προσεύχωνται, αυτός δε διέμεινεν έγκλειστος προσάγων θερμάς δεήσεις προς Κύριον. Την δε τρίτην ημέραν, κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός, έγινεν αίφνης συστροφή νεφών και αέρος σκότωσις και ήλθε τοσαύτη βροχή, ώστε επλημμύρισαν όλοι οι ποταμοί και τα φρέατα, αι δε πηγαί ενεπλήσθησαν ύδατος. Τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλεως λυτρωθέντες των δεινών με μίαν ψυχήν και μίαν γλώσσαν ανέπεμπον την ευχαριστίαν προς τον Θεόν. Ολίγον μετά ταύτα ετελεύτησεν ο Πατριάρχης Ιωάννης, αφήσας εις τον θρόνον διάδοχον επιφανή τινα και ενάρετον Κληρικόν, τον Πέτρον Α΄ (524-552).                                                                                                                                   
Μετά τρία έτη ο βασιλεύς Ιουστίνος, γέρων ων, ησθένησε βαρέως· όθεν μη δυνάμενος πλέον να κυβερνά το βασίλειον, εψήφισεν αυτοκράτορα τον ανεψιόν του στρατηγόν και πατρίκιον Ιουστινιανόν. Ο δε Πατριάρχης Πέτρος επήγαινε συχνά με τον θείον Σάββαν εις την έρημον και τον ηυλαβείτο πολύ, όπως και οι πρότερον αυτού πατριαρχεύσαντες. Είχε δε ο Πατριάρχης αδελφήν τινα, Ησυχίαν ονόματι, πολύ ενάρετον, ήτις ήτο βαρέως ασθενής και ουδείς ιατρός ηδύνατο να την θεραπεύση· όθεν είχε μεγάλην την θλίψιν δι΄ αυτήν και παρεκάλεσε τον Άγιον να την θεραπεύση. Ο δε Όσιος, ποιήσας επ΄ αυτής τρις το σημείον του Τιμίου Σταυρού, την ανήγειρεν ευθύς υγιά εκ της κλίνης. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν από τον Άγιον ο Επίσκοπος, δια την τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν είχε προς αυτόν. Κατά τον καιρόν αυτόν ετελεύτησεν η Ιουλιανή η εγγονή του βασιλέως. Οι δε ευνούχοι αυτής, ως πιστότατοι όπου ήσαν και φίλοι του μακαρίου Σάββα από τον καιρόν της μεταβάσεώς του εις Κωνσταντινούπολιν, έλαβον χρήματα αναρίθμητα και τα έφερον, παρακαλούντες όπως τους δεχθή να γίνουν Μοναχοί. Ο Άγιος όμως δεν ηθέλησε να παραβή την τάξιν και να βάλη εις την Λαύραν αγένειόν τινα· μόνον αφού ενουθέτησεν αυτούς ικανώς τους έστειλεν εις τον Όσιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην. Ολίγον δε μετά ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ετελεύτησε.                                                                                        
Κατά την εποχήν εκείνην εψήφισαν και οι Σαμαρείται ιδικόν των βασιλέα κάποιον Ιουλιανόν ονόματι και εβασάνιζον πολύ τους Χριστιανούς, πολλούς δε και εθανάτωσαν, επερχόμενοι εις τα χωρία, τα οποία εγειτόνευον με αυτούς και μάλιστα εις τα περίχωρα της Νεαπόλεως. Εκεί τον μεν Επίσκοπον απέκτειναν, άλλους Ιερείς ηχμαλώτισαν, άλλους εφόνευσαν, ετέρους δε δια πυρός κατέκαυσαν και άλλας μυρίας ύβρεις κατά των Χριστιανών διέπραξαν οι ανόσιοι. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς έστειλε στράτευμα και καθυπέταξε τους Σαμαρείτας, εφόνευσαν δε και τον βασιλέα αυτών Ιουλιανόν· τον δε Σιλουανόν, όστις έπραξε πολλά άτοπα κατά των Χριστιανών, κατέκαυσαν δικαίως τον άδικον, δια να πληρωθή εις αυτόν η του Οσίου Σάββα πρόρρησις. Εις δε απ΄ εκείνους οίτινες ηκολούθουν αυτόν, την κλήσιν Αρσένιος, την αξίαν ιλλούστριος (λαμπρός—επιφανής), επήγεν εις το Βυζάντιον και έχων παρρησίαν (δεν γνωρίζω πόθεν και πως) προς τον βασιλέα, του είπε πολλά ψεύματα, ότι οι άνθρωποι της Παλαιστίνης ήσαν οι αίτιοι της των Σαμαρειτών στάσεως· όθεν εθυμώθη ο βασιλεύς κατ΄ αυτών και εσκέπτετο να τους τιμωρήση.                                                                                                                             
Ταύτα μαθών ο Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, ελυπήθη τον λαόν αυτού και παρεκάλεσε θερμώς τον Άγιον να υπάγη και πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν να παρακαλέση τον βασιλέα, όπως μη κακοποιήση τους αναιτίους. Ο δε Όσιος, αν και γέρων πλέον ενενήκοντα ετών, δεν ηναντιώθη ποσώς, δεν ώκνησε, δεν εδειλίασε το μάκρος της οδού ή ασθένειαν του σώματος, αλλά δια να σώση ψυχάς από κίνδυνον θανάτου, εκίνησε με τόσην προθυμίαν, ως να ήτο νέος και ανδρείος και επήγεν εις το Βυζάντιον. Ακούσας ο βασιλεύς, ότι ο Σάββας έρχεται, έστειλεν ευθύς πλοίον βασιλικόν και πολλούς δορυφόρους να τον φέρωσι με τιμήν πολλήν καθώς έπρεπεν· έπειτα έστειλε και τον Πατριάρχην  Επιφάνιον με όλον τον Κλήρον να τον προϋπαντήσωσι, κρίνων εν τη διανοία αυτού, ότι δεν υπεδέχετο επίγειόν τινα, αλλ΄ ουράνιον Άγγελον. Αφού δε έφθασεν ο Σάββας εις το Παλάτιον, έβλεπεν ο βασιλεύς στέφανον με λάμψιν ανθηράν εις την κεφαλήν του Αγίου εστολισμένον με διαφόρους χάριτας και εξαστράπτοντα από λαμπρότητα. Καταπλαγείς όθεν δια την όρασιν ταύτην και εγερθείς ταχέως από της καθέδρας αυτού, ησπάζετο την ιεράν εκείνην κεφαλήν με πολλήν χαράν και ευλάβειαν.                                                                             
Αφού λοιπόν κατησπάσθη τον Όσιον ο βασιλεύς και έλαβε τας ευλογίας αυτού, εκάλεσεν ευθύς και την βασίλισσαν και τον παρεκάλεσε να την ευλογήση και να την ευχηθή να κάμη τέκνον, διότι ήτο στείρα και είχον πολλήν εκ τούτου αθυμίαν αμφότεροι. Ο δε Άγιος δεν ηυχήθη ουδόλως εις αυτήν τεκνογονίαν, μόνον ηυχήθη αμφοτέρους τους βασιλείς να τους ενδυναμώνη ο Κύριος, να τους δίδη νίκην κατ΄ εχθρών και έτερα όμοια. Η δε βασίλισσα του έλεγε πάλιν δια παιδοποιϊαν, αλλ΄ ο Όσιος επαναλάμβανε την πρώτην ευχήν. Τούτο δε έγινε πολλάκις, ώστε πάντες ηννόησαν, ότι δεν ήθελε να της ευχηθή ο Άγιος τεκνογονίαν· όθεν απήλθεν η βασίλισσα περίλυπος. Μερικοί δε φίλοι του βασιλέως ηρώτησαν τον Όσιον· «Διατί δεν ηυχήθης τέκνον εις την βασίλισσαν, αλλά την εσκανδάλισες τόσον»; Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός να μη της δώση τέκνον, διότι εάν γεννηθή εξ αυτής παιδίον, θέλει ανακαινίσει τα δόγματα του Σεβήρου, και θέλει προκαλέσει περισσότερον θόρυβον και σύγχυσιν εις την Εκκλησίαν από τον Αναστάσιον». Ο δε βασιλεύς Ιουστινιανός τόσην αγάπην και ευλάβειαν έδειξε προς τον Άγιον, ώστε όχι μόνον συνεχώρησε τους Παλαιστίνους, αλλά και τους Σαμαρείτας εδίωξεν έξω της πόλεως, προστάξας να κάμουν τας συναγωγάς αυτών έξωθεν, εθέσπισε δε και νόμον να μη κληρονομούν οι επιζώντες τους αποθνήσκοντας, δια να μη πλεονάζη ο πλούτος των, όστις δε εξ αυτών στασιάση εις το εξής, να τον φονεύωσι. Τούτο φοβηθείς και ο ρηθείς Αρσένιος εδέχθη και έλαβε το άγιον Βάπτισμα παρά του Οσίου, διότι ήτο Σαμαρείτης το πρότερον. Αλλά ταύτα μεν έγιναν ύστερον· ημείς δε ας είπωμεν περί του πιστού βασιλέως και τα επίλοιπα. Γνωρίζων ο Ιουστινιανός πόσον ετίμησε τον Άγιον ο βασιλεύς Αναστάσιος, ο οποίος αν και δεν ήτο Ορθόδοξος εν τούτοις του εχάρισε τόσον χρυσίον, ηθέλησε και αυτός να του δώση ακόμη περισσότερον.             Ευχαριστήσας ο Όσιος τον βασιλέα δια την καλήν αυτού προαίρεσιν, είπε προς αυτόν· «Εκείνος ο φιλόστοργος Πατήρ και φροντιστής των ψυχών και των σωμάτων ημών, όστις έτρεφε πλουσίως τον απειθή λαόν εις την έρημον, έχει και την μέριμναν και φροντίδα ημών, αλλ΄ από το κράτος σου χρειαζόμεθα να μας κάμης φιλοτιμίαν αναγκαιοτέραν χρημάτων, εάν ορίζη η βασιλεία σου. Οι Παλαιστίνοι υπέστησαν και ανά πάσαν στιγμήν υφίστανται πολλά από τους Σαμαρείτας. Πολλά κτίσματα και Ναούς τούς εχάλασαν, πρόβατα και βόας και άλλα κτήνη τούς ήρπασαν, πολλούς εξ αυτών ηχμαλώτευσαν, τους καρπούς των κατέκαυσαν και ετέρας ζημίας επροξένησαν εις αυτούς, περιήλθον δε εις τοιαύτην πτωχείαν, ώστε ούτε την καθημερινήν των τροφήν δεν έχουσι και λιμοκτονούσιν οι τάλανες».                                                                                                      
«Δι΄ όλα αυτά δέονται και παρακαλούν την βασιλείαν σου, συνέχισε λέγων ο Όσιος, να τους αφήσης ολίγον καιρόν τον φόρον, δια να λάβουν ολίγην άνεσιν και κατόπιν να πληρώνουν πάλιν το οφειλόμενον· έτι δε, όσοι έρχονται να προσκυνήσουν τον ζωοποιόν Τάφον του Σωτήρος μας χρειάζονται και αυτοί στέγην, να αναπαύωνται ολίγον από τον κόπον της οδοιπορίας, μάλιστα εάν ασθενήσωσιν. Όθεν είναι πολύ αναγκαίον να κτισθή δια τον σκοπόν αυτόν νοσοκομείον ευρύχωρον, αλλά και ο θείος Ναός της Θεοτόκου, τον οποίον έκτισεν ο Πατριάρχης Ηλίας, είναι ημιτελής και έχει ανάγκην συμπληρωματικής κατασκευής και στολισμού· ομοίως και τα Μοναστήρια, τα οποία έκτισα, δεν έχουν ουδέν φρούριον πλησίον των, ώστε να προφυλάσσωνται οι αδελφοί εις ώραν ανάγκης. Προ πάντων δε αι αιρέσεις του Αρείου, του Νεστορίου, του Ωριγένους και των Μονοφυσιτών θορυβούν και ταράττουν την Εκκλησίαν. Δια τούτο πρέπει η βασιλεία σου να βάλη εις τούτο πολλήν επιμέλειαν, να αφανίσης με την πολλήν σου δύναμιν τα ζιζάνια. Εάν τελέσης αυτά, τα οποία σοι είπον, έχω θάρρος και ελπίζω εις τον Θεόν να σου χαρίση πλουσίας τας αμοιβάς, να υποταχθούν εις σε η Ρώμη, η Καρχηδών και όσα άλλα μέρη εστασίασαν, να προσκυνήσουν πάλιν το κράτος της ευσεβείας σου».                           
Τοιαύτας αιτήσεις φιλοθέους τε και κοινωφελείς εποίησεν ο θείος Σάββας, ο δε πιστότατος βασιλεύς, έχων μεγάλην δίψαν να φιλοτιμήση τον Άγιον, έγραψεν ευθύς προστάγματα εις όλους τους τόπους κατά των προαναφερθέντων αιρετικών, προστάσσων τους ηγεμόνας και τους άρχοντας όπως άνευ ουδεμιάς αναβολής τελέσουν ευθύς το προστασσόμενον. Έγραψε δε προς Αντώνιον, τον Αρχιερέα της Ασκάλωνος και τον Ζαχαρίαν, να εκτιμήσωσι τας ζημίας τας οποίας επροξένησαν οι Σαμαρείται εις τους Παλαιστίνους δια να τους ανταμείψη, απαλλάσσων αυτούς από της καταβολής των φόρων επί τόσα έτη, όσας δε Εκκλησίας κατέστρεψαν να τας ανακαινίσουν με κρατικά έξοδα· έτι δε να κτίσουν εις την Αγίαν Πόλιν νοσοκομείον, εις το οποίον να αφιερώσουν σιτηρέσιον κατ΄ έτος φλωρία χίλια οκτακόσια πεντήκοντα· να κτίσουν δε πλησίον της Λαύρας πύργον και φρούριον ισχυρόν δια να το έχουν οι Μοναχοί εις κάθε περίστασιν ασφαλές καταφύγιον. Προ πάντων δε να αναθεματίσουν επισήμως τας προρρηθείσας αιρέσεις και να αγωνισθούν δια την εξάλειψιν αυτών.Ταύτα διέταξεν ο βασιλεύς με πολλήν επιμέλειαν, ο δε ΄Αγιος τον ηυχαρίστησεν, υποσχόμενος να δέηται του Θεού υπέρ αυτού και ο λόγος του εις ολίγον καιρόν επραγματοποιήθη. Όλη η Αφρική, το ισχυρόν κράτος των Βανδήλων η Καρχηδών, η Ρώμη και πολλά άλλα μέρη ήλθον εις την υποταγήν του, καθώς ηυχήθη εις αυτόν ο Άγιος. Λαβών δε ο Όσιος τα βασιλικά προστάγματα, ανεχώρησεν επιστρέφων εις Ιεροσόλυμα και διαβαίνων από την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν εκήρυττε πανταχού την Ορθοδοξίαν, διδάσκων και νουθετών άπαντας προς ευσέβειαν, ενεχείρισε δε και προς τους προρρηθέντας Επισκόπους τας επιστολάς του βασιλέως, οίτινες λαβόντες αυτάς απήλθον εις την πρώτην Παλαιστίνην, εις την οποίαν οι Σαμαρείται είχον προξενήσει τας μεγαλυτέρας ζημίας και εξετίμησαν αυτάς εις δώδεκα κεντηνάρια (390 κιλά χρυσού περίπου) χρυσού, εις δε την Σκυθόπολιν μετριώτερον, τα ποσά δε ταύτα εχάρισεν ο Ιουστινιανός από τους φόρους κατά την υπόσχεσιν. Εκτίσθησαν δε εις ολίγον καιρόν και αι οικοδομαί και το φρούριον κατά την προσταγήν του βασιλέως. Ο δε Όσιος, αφού επέστρεψεν εις τους Αγίους Τόπους και προσεκύνησε τον Τάφον του Σωτήρος, ήλθεν εις την Λαύραν αυτού και μετά μικρόν ησθένησε. Τότε ο Πατριάρχης Πέτρος απήλθεν ευθύς εις επίσκεψίν του και ιδών αυτόν ότι δεν είχε τίποτε από όσα έχει ανάγκην ο ασθενής προς θεραπείαν του σώματος, τον παρεκάλεσε να δεχθή να τον υπάγουν εις το Πατριαρχείον δια να εύρη ολίγην ανακούφισιν. Όθεν έκαμεν υπακοήν, και τον επήγαν εις το Πατριαρχείον, εις το οποίον έμεινεν ολίγον καιρόν βασανιζόμενος υπό της νόσου. Επειδή όμως έφθασε τότε και η ώρα να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, του απεκάλυψεν ο Κύριος δι΄ οπτασίας ότι μέλλει να υπάγη εις τα ουράνια. Ευθύς τότε προστάσσει και τον επήγαν εις το κελλίον του και ασπασάμενος όλους τους αδελφούς εψήφισεν αντ΄ αυτού Προεστώτα πνευματικόν τινα έμπειρον και άξιον να ποιμάνη τοσαύτα λογικά θρέμματα, Μελιτάν καλούμενον, και ούτω παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Δεσπότου Χριστού, τη Πέμπτη (5) του Δεκεμβρίου μηνός εν έτει 533, ζήσας τα πάντα έτη ενενήκοντα τέσσαρα. Συνήχθη δε τότε όχι μόνον το πλήθος πάντων των Μοναχών, αλλά και κοσμικοί αναρίθμητοι και Ιερείς και Αρχιερείς ομού μετά του Πατριάρχου, οι οποίοι μετά της προσηκούσης τιμής, μετά φωταψίας, υμνωδιών και θυμιαμάτων, ενεταφίασαν το πάνσεπτον εκείνο και ιερώτατον λείψανον. Τοιούτος μεν ήτο ο Βίος του μακαρίου Σάββα, και ούτως υπερφυή τα κατά Θεόν αυτού κατορθώματα. Αλλ΄ ας είπωμεν και ολίγα τινά από τα πολλά του θαυμάσια, τα οποία εποίησε μετά την σεβασμίαν αυτού μετάστασιν.                                Διάκονός τις, Ρωμύλος ονόματι, ήτο εις την Γεθσημανή, του οποίου διέρρηξαν την οικίαν και έκλεψαν εξ αυτής πολύ αργύριον· όθεν οδυρόμενος την συμφοράν, απήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Θεοδώρου, όστις εφανέρωνε τους κλέπτας, και εδέετο να του αποκαλύψη το αγνοούμενον. Ποιήσας λοιπόν εκεί ημέρας πέντε, βλέπει τον Μάρτυρα την νύκτα και λέγει προς αυτόν· «Τι κλαίεις»; Ο δε είπε την αιτίαν· του λέγει δε πάλιν ο Άγιος, ώσπερ απολογούμενος· «Δεν ήμην εδώ, διότι ο μακάριος Σάββας εκοιμήθη και προσετάχθημεν όλοι οι Μάρτυρες να συνοδεύσωμεν την αγίαν του ψυχήν εις τον τόπον της αναπαύσεώς της. Πήγαινε όμως τώρα εις τον δείνα τόπον, και εκεί θα εύρης τους κλέπτας και το αργύριον». Πράγματι ούτω και εγένετο.                                                                                                                               
Δύο άλλοι αδελφοί φίλοι πιστοί του Αγίου είχον χωράφιον και αμπελώνα, κατά δε την ώραν του τρυγητού ησθένησαν βαρέως αμφότεροι και έκειντο βασανιζόμενοι· εχάνετο δε ο καρπός διότι δεν ήτο κανείς δια να τον συνάξη. Έχοντες λοιπόν διπλήν την θλίψιν, την δεινήν ασθένειαν και την του αμπελώνος απώλειαν, ενθυμούμενοι δε την αγάπην την οποίαν είχε προς αυτούς ο Άγιος ότε ακόμη ευρίσκετο εις την παρούσαν ζωήν, τον επεκαλέσθησαν εις βοήθειαν και ευθύς φαίνεται εις έκαστον εξ αυτών χωριστά και τους λέγει· «Εδεήθην του Θεού δια σας και σας εθεράπευσε· λοιπόν υπάγετε αύριον εις την άμπελον υγιαίνοντες». Την πρωϊαν λοιπόν ηγέρθησαν χωρίς καμμίαν ασθένειαν και απελθόντες εκήρυττον λαμπρώς την θαυματουργίαν της θεραπείας των και ετέλεσαν εορτήν χαρμόσυνον.                                

Γυνή τις από την Παλαιστίνην καλουμένη Γινάρουσα, ευσεβής και φιλάρετος, έταξε να κάμη δύο παραπετάσματα δια τους δύο Ναούς του Οσίου, του σπηλαίου και του Καστελλίου. Ανέθεσε λοιπόν αύτη εις δύο γυναίκας να κατασκευάσουν ταχέως τα παραπετάσματα ταύτα, δώσασα εις αυτάς όλα τα απαιτούμενα υλικά και πληρώσασα και τον κόπον των· εκείναι όμως αμελούσαν. Η δε Γινάρουσα επικραίνετο μήπως και λυπηθή ο Άγιος δια την βραδύτητα και την μη εκτέλεσιν της υποσχέσεως. Αλλ΄ ο θαυμάσιος Σάββας εφάνη εις οπτασίαν και της λέγει· «Μη λυπείσαι και αύριον γίνονται τα παραπετάσματα καθώς έταξες». Ταύτα μεν είπε προς αυτήν πράος και ήμερος· προς τας γυναίκας όμως, αι οποίαι επληρώθησαν να τα υφάνωσιν, εφάνη φοβερός και άγριος, απειλών ότι εάν δεν κάμνουν αμέσως το έργον θα τας αφανίση. Την πρωϊαν έντρομοι αι γυναίκες ανέφερον προς αλλήλας την όρασιν και ευθύς άφησαν όλας τας άλλας εργασίας των και εξετέλεσαν μόνον εκείνην. Τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη η υπόσχεσις της θεοφιλούς εκείνης γυναικός.                                                                                                                                
Καιρόν τινα έφεραν σίτον εις την Νεκράν θάλασσαν, και καθώς ήρχετο Σαρακηνός τις με τας καμήλους φορτωμένας, όταν ήτο πλησίον της Λαύρας εις τον κρημνόν, παρεπάτησεν ολίγον μία μεγάλη κάμηλος και έπεσε κάτω εις τον χείμαρρον με όλον το φορτίον αυτής. Ο Σαρακηνός ως είδε την κάμηλον κρημνιζομένην εβόησεν· «Αββά Σάββα, αι ευχαί σου να την βοηθήσουν». Πριν τελειώση τον λόγον του βλέπει γέροντα τινα ασπρογένην επάνω της καμήλου καθήμενον. Κατελθών δε από άλλο μέρος ευκολόβατον εις τον χείμαρρον εύρεν αυτήν υγιά χωρίς να έχη καν παραμικράν πληγήν και θαυμάσας επί τούτω ο βάρβαρος ηυχαρίστησε θερμώς τον Άγιον με δωρεάς όχι μόνον τότε, αλλά και κατ΄ έτος έδιδεν εις την Μονήν του Αγίου από τον κόπον του τρία νομίσματα προς ευχαριστίαν της χάριτος. Ας είπωμεν δε και άλλο τι γλυκύ και παράδοξον δια τέλος και σφραγίδα των άλλων, τα οποία ετέλεσε μετά θάνατον.                                                                                                                         
Καιρόν τινα ένεκεν της ανομβρίας δεν είχεν η Λαύρα ύδωρ, καθώς και ανωτέρω είπομεν. Εκ τούτου δε εστενοχωρούντο πολύ οι Μοναχοί και εσκέπτοντο να κτίσουν οικοδομήν επάνω της πέτρας να σκάψουν δε και κάτωθεν αυτής λάκκον βαθύτατον, ως φρέαρ, δια να συνάγωνται εκεί τα όμβρια ύδατα. Εμίσθωσαν λοιπόν προς τούτο δύο καλούς τεχνίτας Μάμαντα και Αυξέντιον καλουμένους και έκτισαν όλην την οικοδομήν επάνω εις την πέτραν, κάτωθεν της οποίας έκειτο του Σάββα το μακάριον λείψανον. Έπειτα επελέκησαν μέρος της πέτρας δια να κάμουν δεξαμενήν, εις την οποίαν θα συνεκεντρούντο τα ύδατα της βροχής. Τότε έγινεν αιφνιδίως ραγδαία και μεγάλη βροχή τόσον, ώστε ενεπλήσθη ύδατος η οικοδομουμένη δεξαμενή και θραυσθείσα παρεσύρθη εις τον κρημνόν. Και ο μεν Μάμας μετά βίας ηδυνήθη να σωθή εκ του κινδύνου, ο δε Αυξέντιος, όστις ήτο και νεώτερος, παρεσύρθη υπό των υδάτων και ερρίφθη ομού με τους λίθους της οικοδομής εις τον κρημνόν, όστις ήτο βάθους δέκα οργυιών. Έκλαιε δε ο Μάμας την του νέου απώλειαν, νομίζων, ότι απέθανεν από την πλημμύραν των υδάτων και τα κτυπήματα των λίθων. Αφού όμως έπαυσεν η βροχή, ευρέθη ο νέος Αυξέντιος κάτωθεν των καταπεσόντων λίθων, ω των θαυμασίων σου, παντοκράτωρ και παντοδύναμε Δέσποτα! Όλως υγιής, χωρίς να έχη ουδόλως παραμικράν πληγήν εις το σώμα του, διότι ο Άγιος με την δύναμιν της μεγίστης παρρησίας αυτού προς τον Κύριον ημπόδιζε τους λίθους και διεκώλυε τα ύδατα να μη τον εγγίσουν. Εξελθών λοιπόν υγιής και χαίρων, εκήρυττε πανταχού την μεγίστην ταύτην θαυματουργίαν, την οποίαν ετέλεσεν εις αυτόν ο τρισόλβιος Σάββας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς ΣΕΡΑΦΕΙΜ ο Φαναρίου Επίσκοπος

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς ΣΕΡΑΦΕΙΜ ο Φαναρίου Επίσκοπος, ο μαρτυρήσας εν έτει αχα΄ (1601), σούβλη διαπαρείς, τελειούται.

Σεραφείμ ο Νέος του Χριστού Ιερομάρτυς ήτο από χωρίον της επαρχίας των Αγράφων ονομαζόμενον Μπεζούλα· γεννηθείς δε από γονείς θεοσεβείς ονομαζομένους Σωφρόνιον και Μαρίαν, ανετράφη υπ΄ αυτών εναρέτως τε και θεοφιλώς, εισήλθε δε και εις σχολείον ιερών γραμμάτων, τα οποία εντός ολίγου καιρού έμαθεν, επειδή ήτο ευφυής. Αφού δε έφθασεν εις μέτρον ηλικίας, ηγάπησε την ζωήν των Μοναχών, μισήσας κόσμον και τα του κόσμου τερπνά και επήγεν εις το Ιερόν Μοναστήριον της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζομένης Κορώνα και Κρυερά Βρύσις και εκεί ενεδύθη το αγγελικόν Σχήμα. Από τότε εδόθη εις αγώνας πνευματικούς και εμιμείτο τους εκεί εναρέτους Πατέρας, συλλέγων ως φίλεργος μέλισσα από έκαστον τα διάφορα άνθη των αρετών και τοσούτον προέκοψεν εις την κατά Χριστόν πολιτείαν, ώστε εκρίθη άξιος από τον Προεστώτα του Μοναστηρίου να δεχθή και το της Ιερωσύνης αξίωμα· όπερ και εγένετο. Μετά παρέλευσιν ολίγου καιρού, αποθανόντος του Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου, ψήφω της Εκκλησίας, αναβιβάζεται εις τον Αρχιεπισκοπικόν αυτόν θρόνον. Λαβών δε ο Άγιος το μέγα τούτο φορτίον της Αρχιερωσύνης, έδωκεν εαυτόν εις περισσοτέρους αγώνας, ποιμαίνων ως αληθινός ποιμήν το ποίμνιόν του εις νομάς σωτηρίους των εντολών του Κυρίου και ποτίζων αυτό καθ΄ εκάστην με τα νάματα της ενθέου διδασκαλίας του και δια των έργων τύπος γενόμενος εις αυτό παντός αγαθού. Πλην με όλας ταύτας τας αρετάς του, τόσην ταπείνωσιν είχεν ο αοίδιμος, ώστε ωνόμαζε εαυτόν δούλον αχρείον και δεν ενόμιζε ποτε ότι πράττει κανέν έργον ευάρεστον εις τον Θεόν. Δια τούτο επεθύμει να αξιωθή του δια Χριστόν Μαρτυρίου και περί τούτου εδέετο καθ΄ εκάστην προς τον Θεόν, όστις και τον ηξίωσε να απολαύση το ποθούμενον κατά τον εξής τρόπον. Κατά το αχα΄ (1601) έτος από της ενσάρκου οικονομίας εχρημάτισε Μητροπολίτης Λαρίσης Επίσκοπός τις Διονύσιος ονομαζόμενος ο οποίος ων κακογνώμων και κακότροπος, επείσθη εις λόγους και υποσχέσεις Ευρωπαίων και συνεργεία δαιμονική συνήθροισε πλήθος ικανόν και εκίνησε κατά των τότε κρατούντων Τούρκων πόλεμον, ορμήσας προς τα μέρη των Ιωαννίνων· όθεν πολλούς εφόνευσε, άλλοι δε, μη υπομείναντες τας καταδρομάς του, έφευγον από τους τόπους εκείνους. Αλλ΄ όμως εις ολίγον καιρόν συλληφθείς ούτος, έδωσε την πρέπουσαν δίκην, ελεεινώς φονευθείς παρά των Τούρκων, παραχωρήσει Θεού, ως ανάξια ποιήσας του επαγγέλματός του. Ο δε Άγιος ούτος Σεραφείμ, και όταν ακόμη έζη ο ρηθείς Διονύσιος, εγνώριζε την κακογνωμίαν του και όσον ηδύνατο απέφευγε την συναναστροφήν του, περιερχόμενος πάντοτε εις τα χωρία της υπ΄ αυτόν Επισκοπής και διδάσκων τον λαόν του Χριστού. Συλληφθέντος δε, ως είπομεν, του Διονυσίου και φονευθέντος και των Τούρκων ευρισκομένων εισέτι εις ταραχήν, παρέστη ανάγκη να κατέβη ο Άγιος εις Φανάριον, επειδή ήτο καιρός να διαμοιράση εις τους εκεί αγάδες τα συνήθη δωρήματα. Εις το Φανάριον όμως ήσαν Τούρκοι τινες αγάδες, φθονούντες τον Άγιον δια την αρετήν του, παροξυνόμενοι υπό του δαίμονος, και εζήτουν καιρόν και τρόπον επιτήδειον, ώστε ή να τον ρίψουν από το τόσον ύψος της αρετής εις την ασέβειαν ή να τον εκβάλουν από την παρούσαν ζωήν. Όθεν αρπάσαντες ως εύκολον αιτίαν την αποστασίαν του Διονυσίου, καθώς είδον τον Άγιον, ήρχισαν να λέγουν μεταξύ των· «Και αυτός μετά του Διονυσίου ήτο και τώρα πως ετόλμησε και ήλθεν έμπροσθέν μας, αφού είναι επίβουλος της εξουσίας μας»; Ο δε Άγιος ακούων ταύτα ηπόρει και επειδή ήτο αναίτιος ενόμιζε ότι τα λέγουν περί άλλου τινός. Δια τούτο και μετά θάρρους τους ηρώτησε λέγων· «Περί τίνος λέγετε ταύτα»; Οι δε αποκριθέντες μετά θυμού είπον· «Δια σε, ω αποστάτα και επίβουλε· ιδού όπου ήλθες εις τας χείρας μας· τώρα θέλεις λάβει και συ εκείνο το οποίον σου πρέπει, εκτός μόνον ανίσως και θελήσης να αφήσης την Πίστιν σου και να γίνης Τούρκος, τότε θέλομεν σε συγχωρήσει και σε τιμήσει μεγάλως, διότι με τον τρόπον τούτον θέλομεν γνωρίσει, ότι μετενόησες και έγινες ίσος με ημάς». Ο δε Άγιος, καίτοι παρ΄ ελπίδα ταύτα ακούσας, και ποθών ως είρηται, το υπέρ Χριστού Μαρτύριον, δεν εδειλίασε τελείως, αλλά σταθείς με καθαρόν και ασύγχυτον πρόσωπον, τους είπεν· «Ότι μεν εγώ από την τοιαύτην κατηγορίαν είμαι τελείως αμέτοχος, όχι μόνον άπαντες οι Χριστιανοί το ομολογούσιν, αλλά και σεις οι Τούρκοι (εάν θέλετε να φανερώσητε την αλήθειαν) το γνωρίζετε καλλίτερα. Τούτο δε το οποίον λέγετε, να αφήσω την Πίστιν μου, δια να ελευθερωθώ από τον θάνατον, δεν θέλω το καταδεχθή κατ΄ ουδένα τρόπον, να αφήσω τον γλυκύτατόν μου Ιησούν, τον Θεόν μου και πλάστην μου, μάλιστα δε τώρα όπου θέλω πάθει αδίκως και δια τούτο ελπίζω από τον Δεσπότην μου να τύχω και περισσοτέρας τιμής, την δε τιμήν την ιδικήν σας ούτε να την ακούσω δεν το καταδέχομαι». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι και ιδόντες ότι απέτυχον του σκοπού, ώρμησαν κατά του Αγίου και σύροντες αυτόν με βίαν μεγάλην και σκληρότητα, τον έφεραν εις τον ηγεμόνα (τον παρ΄ αυτοίς Χαμουζάμπεην ονομαζόμενον) και εβόων κατά του δικαίου και αθώου λέγοντες· «Και ούτος μετά του καταράτου Διονυσίου ήτο εχθρός και επίβουλος ημών· δια τούτο έκβαλε αυτόν από την ζωήν ταύτην με κακόν θάνατον, δια να σωφρονισθούν και οι άλλοι». Και ταύτα μεν εκείνοι έλεγον· ο δε ηγεμών, καθήσας επί θρόνου, παρέστησε τον Άγιον έμπροσθέν του· και πρώτον μεν ήρχισε με τρόπον ήμερον να λέγη προς αυτόν· «Βλέπω, άνθρωπε, ότι είσαι φρόνιμος και θαυμάζω πως συνεφώνησες με εκείνον τον κακόν άνθρωπον και δεν ήλθεν εις τον νούν σου, ότι ηθέλετε να βάλητε εις πράξιν πράγμα αδύνατον και της ζωής σας ολέθριον· ιδού είδες πως εκείνος ο κακός κακώς απώλετο· και συ, ιδού ότι συνελήφθης και κινδυνεύεις να αποθάνης με ελεεινόν και επώδυνον θάνατον· όμως εγώ, βλέπων την φρονιμότητά σου, λέγω ότι ως άνθρωπος ηπατήθης και λυπούμενος να σε θανατώσω, σε συμβουλεύω να γίνης Τούρκος· όταν κάμης αυτό όχι μόνον την ζωήν σου θέλομεν χαρίσει εις σε, αλλά και εις μεγάλην τιμήν θέλομεν σε έχει δια την φρονιμάδα σου». Ο δε Άγιος με συντομίαν αποκριθείς είπεν· «Ότι μεν αδίκως πάσχω και ενώ είμαι αναίτιος, ως υπαίτιος παρεδόθην, το γνωρίζεις πολύ καλώς· όμως εγώ την Πίστιν μου δεν αρνούμαι, ούτε θέλω χωρισθή ποτέ από τον γλυκύτατόν μου Δεσπότην και Θεόν, Ιησούν Χριστόν, καν μυρίους θανάτους ήθελον λάβει δια το Όνομά του το Άγιον, χαράν μου δε και ευφροσύνην έχω τούτο· δι΄ αυτό, ω ηγεμών, δέρε, σφάττε, κόπτε, ποίει ό,τι είναι της εξουσίας σου». Ταύτα ακούσας ο δικαστής, δεν έχασε καιρόν, αλλά προσέταξε να τον δείρουν ώραν πολλήν και ανηλεώς να κατακόψουν την ρίνα του εις λεπτά τεμάχια. Τούτου γενομένου και του Αγίου πάσχοντος τα τοιαύτα ως εις ξένον σώμα και ευχαριστήσαντος και ευλογήσαντος τον Θεόν, προσέταξεν ο εξουσιαστής να τον ρίψουν εις την φυλακήν και να τον αφήσουν τελείως ανεπιμέλητον και ούτε τροφήν τινα να του δώσωσιν, ούτε ποτόν, μήπως και μετανοήση και κάμη το θέλημά των. Ο δε Άγιος εν τη φυλακή ευρισκόμενος και βλέπων εις εαυτόν τα στίγματα του Χριστού έχαιρε και μεγάλας ωμολόγει τας χάριτας εις τον Χριστόν, διότι τον ηξίωσε να πάθη δια το Όνομά του το Άγιον και τον παρεκάλει να του δώση υπομονήν να τελειώση το Μαρτύριον. Κατά την επομένην, καθήσας πάλιν ο άρχων επί του δικαστικού θρόνου με άμετρον έπαρσιν, προσέταξε και έφεραν τον Άγιον έμπροσθέν του· ήρχισε δε πάλιν να λέγη προς αυτόν· «Άρά γε, ω Σεραφείμ, εσωφρονίσθης από την χθεσινήν παίδευσιν, εγνώρισες το συμφέρον σου, ώστε να κάμης εκείνο, το οποίον σου λέγω και ως φίλος σου σε συμβουλεύω, ή εξακολουθείς να μένης ακόμη εις την κακογνωμίαν εκείνην»; Ο δε Άγιος, ιστάμενος με φαιδρόν το πρόσωπον, είπεν· «Έπρεπεν, ω ηγεμών, προς ταύτα να μη σου δώσω ουδεμίαν απόκρισιν, διότι, ενώ λέγεις ότι είσαι φίλος μου, εν τούτοις με συμβουλεύεις τοιαύτην κακήν συμβουλήν, ήτοι να αφήσω τον Κύριόν μου Ιησούν, τον ποιητήν μου και πλάστην μου, και να πιστεύσω εις ένα άνθρωπον θνητόν, αγράμματον, εχθρόν και πολέμιον του Χριστού μου». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, ο εξουσιαστής δεν υπέμεινε να τελειώση ο Άγιος τον λόγον του, αλλ΄ ευθύς προσέταξε πάλιν και τον έδειραν σφοδρότατα, έπειτα ετάνυσαν τας χείρας και τους πόδας του και έβαλον επάνω εις την κοιλίαν του πέτραν μεγάλην και ανηλεώς κατέκοπτον και εξέσχιζον τας σάρκας του· έπειτα τον επότιζον ύδωρ μετά κονιορτού και χολής μεμιγμένον. Ο δε Άγιος, το του Δεσπότου Χριστού Πάθος ιδών γενόμενον εις εαυτόν, έχαιρεν εις τοσούτον, ώστε και αυτοί οι ανηλεείς δήμιοι βλέποντες αυτόν, ότι υπέμεινε τα τοσαύτα βασανιστήρια μετ΄ ευχαριστήσεως και ότι το πρόσωπόν του ήτο λαμπρόν και ευφραινόμενον ως να ήτο εις ευωχίαν και όχι εις τιμωρίαν, εθαύμαζον. Βλέπων ο εξουσιαστής το στερεόν και αμετάθετον της γνώμης του έδωκε την τελευταίαν κατ΄ αυτού απόφασιν, να τον σουβλίσουν δια ξύλου, ώστε να λάβη βίαιον θάνατον. Φερομένου δε του Αγίου εις τον τόπον της καταδίκης, μία γυνή αράβισσα, μελανωτέρα εις την ψυχήν παρά εις το σώμα, ισταμένη εις τινα τοίχον, ύβριζε και εκακολόγει τον Άγιον με αισχράς και ατίμους ύβρεις· ο δε του Δεσπότου Χριστού θεράπων πιστότατος, μιμούμενος και κατά τούτο τον Χριστόν, κατάραν μεν κατά της αθέου εκείνης ουδεμίαν είπεν, αλλά μόνον στραφείς και ιδών αυτήν με την ιλαράν εκείνην όψιν του ευθύς ως να εξήλθε δύναμις από το ευλογημένον του πρόσωπον και την εκτύπησε και, ω του θαύματος! εστράφη εις τα οπίσω η αναιδής και μεμελανωμένη εκείνη όψις, ομοίως και το στόμα και οι οφθαλμοί της εστράφησαν και έγιναν όμοια του πατρός αυτής διαβόλου και έζησε με την πληγήν εκείνην έτη δεκαπέντε, γενομένη θέαμα ελεεινόν εις τους ορώντας· πλην δύστροπος και δαιμονιώδης ούσα και τοιαύτα παθούσα, δεν άφησε την κακογνωμίαν της, αλλά με την αυτήν δυστροπίαν διέρρηξε την μιαράν της ψυχήν απελθούσα εις τον ητοιμασμένον δι΄ αυτήν και πάντας τους ομοίους της τόπον της αιωνίου κολάσεως ένθα απολαμβάνει την πρέπουσαν τιμωρίαν. Φθάσας δε ο Άγιος εις τον τόπον της καταδίκης, τόπον ένθα εγίνοντο κατ΄ εκείνους τους καιρούς αι συναλλαγαί (ήτοι την αγοράν), πλησίον εις την ευρισκομένην εκεί κυπάρισσον και σουβλισθείς παρά των ασπλάγχνων, ευχαριστών παρέδωκε την ιεράν και τρισόλβιον ψυχήν του εις χείρας Θεού, τη Τετάρτη (4η) του Δεκεμβρίου. Το δε Άγιον αυτού σώμα διέταξεν ο θηριώδης εκείνος άρχων να μείνη επί του ξύλου ημέρας πολλάς, δήθεν δια σωφρονισμόν των άλλων· αλλά αν και έμεινεν ούτως ημέρας ικανάς, δια της θείας Χάριτος ουδέν έπαθε, από όσα είναι ίδιον της φύσεως των νεκρών σωμάτων να πάσχουν, ούτε επρήσθη δηλαδή, ούτε δυσοσμίαν τινά ανέδιδεν, αλλά το εναντίον, εφαίνετο ως ζων και εξέβαλλεν ευωδίαν άρρητον. Τούτο και οι αλλοεθνείς βλέποντες εθαύμαζον· οι δε ευσεβείς έχαιρον και μεγάλας απέδιδον τας ευχαριστίας εις τον Θεόν, δια την καλήν ομολογίαν του Αγίου και ότι εις την εσχάτην ταύτην γενεάν τούς ηξίωσε να ίδωσιν εκείνα, τα οποία εξ ακοής εγνώριζον ότι έγιναν εις τους παλαιούς καιρούς. Θέλοντες δε να λάβουν το αθλητικόν εκείνο σώμα, δια να το έχουν εις βοήθειάν των, δεν ηδυνήθησαν, διότι ο εξουσιαστής έβαλεν φύλακας ικανούς και το εφύλαττον ημέραν και νύκτα. Μετά τινας ημέρας έκοψαν οι τύραννοι την μακαρίαν κεφαλήν του Αγίου και την έφεραν εις Τρίκκαλα μετ΄ άλλων κεφαλών κακούργων, τας οποίας βαλόντες εις κοντάρια, τας έστησαν κατά σειράν όλας βλεπούσας προς δυσμάς· και ταύτα μεν εποίουν το εσπέρας, το δε πρωϊ, άπασαι μεν αι λοιπαί κεφαλαί των κακούργων ίσταντο καθώς τας έβαλον, η δε του Αγίου κεφαλή ευρίσκετο βλέπουσα κατ΄ ανατολάς· και τούτο όχι άπαξ, αλλ΄ επί πολλάς ημέρας γενόμενον. Κατά δε το διάστημα αυτό, κατά το οποίον ετελείτο το τοιούτον θαυμάσιον, κατ΄ οικονομίαν Θεού, έτυχεν εκεί εις Τρίκκαλα ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής της καλουμένης Δούσικον (η Μονή του Οσίου Βησσαρίωνος), όστις ιδών οφθαλμοφανώς το θαύμα, συνέλαβεν εις την καρδίαν του βουλήν καλήν και ζήλον Θεού, να κάμη τρόπον να λάβη την ιεράν εκείνην και πολύτιμον κεφαλήν εις το Μοναστήριόν του, να την έχη εις αγιασμόν και θησαυρόν ανεκτίμητον του Μοναστηρίου. Όθεν συμφωνήσας μετά τινος Αλβανού Χριστιανού, του υπεσχέθη να του δώση πεντήκοντα γρόσια, εάν εύρη τρόπον να πάρη την θαυματουργόν εκείνην κεφαλήν να του την φέρη. Καιροφυλακτήσας λοιπόν ο Χριστιανός αυτός όλην εκείνην την νύκτα, όταν πλέον επλησίαζε να εξημερώση, ιδών τους φύλακας, ότι από την αγρυπνίαν νικηθέντες ετράπησαν εις ύπνον, επλησίασεν όσον ηδύνατο προσεκτικώτερα και επεχείρησε να κατεβάση την τιμίαν κεφαλήν από το ξύλον. Από την βίαν όμως και τον φόβον του αφήκε το ξύλον, το οποίον πεσόν εκτύπησε τους φύλακας και τους εξύπνησεν. Βλέποντες δε εκείνοι τον καλόν αυτόν Χριστιανόν, να επιχειρή την τοιαύτην θαυμαστήν κλοπήν, έδραμον να τον συλλάβουν. Ο δε γενναίος εκείνος, αφ΄ ενός μεν εκ θείου ζήλου, αφ΄ ετέρου δε και δια τον μισθόν, τολμήσας ήρπασε τον πολύτιμον θησαυρόν από τας τρίχας και τον έρριψεν εις τους ώμους του και όσον ηδύνατο έφευγεν. Εδίωκον δε αυτόν και οι φύλακες με πολλήν ορμήν, από την εντροπήν και τον φόβον των. Ο δε καλός εκείνος Χριστιανός γενόμενος επάνω εις μίαν γέφυραν του Πηνειού και βλέπων τους φύλακας, ότι επλησίαζον, φοβηθείς έρριψε την θαυμαστήν Κάραν εις τον ποταμόν· όθεν  και οι φύλακες, ιδόντες το γεγονός, επέστρεψαν άπρακτοι. Εις δε τον ποταμόν εκείνον, εις ικανόν διάστημα κάτωθεν της γεφύρας, αλιείς τινες είχον κατασκευάσει φράκτας, δια να συλλάβουν ιχθύς. Φερομένη λοιπόν η τρισόλβιος εκείνη κεφαλή εις τους φράκτας, επιάσθη από τας τρίχας. Ήσαν δε δύο οι αλιείς εκείνοι, και ο μεν εις είχε φύγει δια την οικίαν του, ο δε έτερος είχε μείνει την νύκτα εκείνην να φυλάττη τους φράκτας. Καθήμενος λοιπόν ο αλιεύς εις την στρωμνήν του και βλέπων προς τον φράκτην (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύς!) είδε στύλον πύρινον, όστις αρχίζων από τον φράκτην  έφθανεν έως τον ουρανόν, ήκουε δε και ψαλμωδίας θαυμαστάς, αλλά τίποτε δεν έβλεπε. Όθεν έμφοβος γενόμενος, εξήλθε του ποταμού και απελθών εκρύβη εις το κούφωμα δένδρου τινός και έμεινεν εκεί όλην την νύκτα άϋπνος. Αφού δε εξημέρωσεν, εξελθών εκείθεν επήγεν εις τα Τρίκκαλα και διηγήθη εις τον σύντροφον αυτού το θαυμάσιον· όθεν την επομένην νύκτα επήγαν και οι δύο να ίδωσι τι ήτο το φανέν· και διανυκτερεύσαντες, είδον πάλιν ομοίως τον πύρινον στύλον και ήκουσαν τας ψαλμωδίας· μη υπομείναντες δε το φοβερόν του θαύματος, φεύγοντες εκείθεν, επήγαν πάλιν εις το κουφωτόν δένδρον· και εισελθόντες εις αυτό έβλεπον από την οπήν το θαυμάσιον, μη κοιμηθέντες όλην την νύκτα τελείως από τον φόβον των. Ελθούσης δε της ημέρας, επήγαν να ίδωσι τι ήτο το θαύμα, το οποίον έβλεπον την νύκτα. Βλέποντες λοιπόν προς το μέρος εκείνο, εις το οποίον είδον τον πύρινον στύλον, αντίκρυσαν την μαρτυρικήν και χαριτόβρυτον κεφαλήν, περιπεπλεγμένην εις τον φράκτην, γνωρίσαντες δε αυτήν, εχάρησαν δια την εύρεσιν του πολυτίμου αυτού θησαυρού. Περιστείλαντες όθεν αυτήν και αναλαβόντες, την έφεραν εις τον ρηθέντα Ηγούμενον· ο δε καλότυχος Ηγούμενος ιδών το ποθούμενον ανεσκίρτησε· και λαβών το θαυμαστόν εκείνο θήραμα, έδωκεν εις αυτούς χάριν της ευρέσεως γρόσια πεντήκοντα. Μετά παρέλευσιν καιρού, μαθόντες οι αδελφοί της Κρυεράς Πηγής την υπόθεσιν, απέστειλαν τον Ηγούμενόν των μετά τινος προεστού του Νεοχωρίου Παναγιώτου Κωσκολά ονομαζομένου, να ζητήσουν την ιεράν και μαρτυρικήν Κάραν από το Δούσικον, ως ανήκουσαν εις αυτούς, διότι ο Άγιος ήτο συγκοινοβιάτης των. Απερχόμενοι δε κατ΄ οικονομίαν Θεού, εύρον εις Τρίκκαλα και τον Μητροπολίτην Λαρίσης, εις τον οποίον εφανέρωσαν την γνώμην των και τον παρεκάλεσαν να τους βοηθήση εις το δίκαιόν των ζήτημα. Κρίνας δε δίκαιον ο Μητροπολίτης το αίτημά των, απεφάσισε να λάβουν οι Δουσικιώται τα πεντήκοντα γρόσια και να δώσουν τον θησαυρόν, όπερ και εγένετο. Ο δε Ηγούμενος και ο ρηθείς Παναγιώτης, λαβόντες το ποθούμενον, την έφεραν εις το Μοναστήριον της Κρυεράς Πηγής· και κατασκευάσαντες κιβώτιον θαυμαστόν την έβαλον εις αυτό και την απέθεσαν εις τόπον ιερόν και επιτήδειον, εις το οποίον μένει και μέχρι τούδε σώα, ευωδιάζουσα και θαύματα βρύουσα άπειρα, ελευθερώνουσα τους πιστώς προσερχομένους εκ παντοίων νοσημάτων. Αλλά και εις την ολέθριον πανώλη εφάνη μυριάκις θαυματουργούσα και πολλάς χώρας ευσεβών ελευθερούσα, μέχρι της σήμερον από την χαλεπήν ταύτην ασθένειαν.


Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν. 

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

Toυ Όσίου ΙΩΑΝΝΟΥ Επισκόπου Πολυβότου

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΙΩΑΝΝΗΣ ο Επίσκοπος Πολυβότου, ο Θαυματουργός, εν ειρήνη τελειούται.


Ιωάννης ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ούτος εκ νεαράς ηλικίας εμίσει τας τρυφάς και ηδονάς του σώματος· όθεν μάλλον εστόλιζε την ζωήν του με μηστείαν και σωφροσύνην. Δια τούτο χειροτονείται Επίσκοπος της Πολυβότου, αφού πρότερον ανέβη εις τους εκκλησιαστικούς βαθμούς και έγινεν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Εμπιστευθείς λοιπόν την προστασίαν λαού, προσέθεσε νέους αγώνας εις τους προηγουμένους ο τρισμακάριστος και πόνους περισσοτέρους. Επειδή δε Λέον ο Ίσαυρος, όταν έγινε βασιλεύς εν έτει ψιζ΄ (717), εβλασφήμει κατά των αγίων Εικόνων και επεχείρησε να αθετήση την προσκύνησιν αυτών, ο ιερός ούτος Ιωάννης ήλεγξε μεν σφόδρα την ασέβειαν εκείνου, εδίδαξε δε εις το ποίμνιόν του την αληθή και Ορθόδοξον Πίστιν της του Χριστού Εκκλησίας και εβεβαίωσεν ότι και αυτός εμμένει εις την πίστιν του ταύτην την αγίαν και ζων και μετά θάνατον. Τοιαύτην δε θαυμάτων δύναμιν έλαβεν εκ Θεού ο αοίδιμος, ώστε ετιμώρησε δια θεϊκής τιμωρίας τους Αγαρηνούς εκείνους, οι οποίοι κατώκουν πέριξ του Αμορίου της Φρυγίας και ούτω τους κατέπεισε να χαρίσωσιν εις αυτόν όσους Χριστιανούς είχον αιχμαλώτους. Ούτω λοιπόν θεαρέστως ζήσας ο θείος ούτος Πατήρ, απήλθε προς Κύριον· το δε τίμιον αυτού λείψανον διετηρήθη μετά θάνατον άφθαρτον και ολόκληρον έως της σήμερον. Τούτο οι εκείσε ευρισκόμενοι Χριστιανοί εγείρουσι κατά την ημέραν της Πεντηκοστής και ενδύοντες αυτό την αρχιερατικήν στολήν, το στηρίζουσιν όρθιον προ της αγίας Τραπέζης εντός του αγίου Βήματος· έπειτα αναβιβάζουσιν αυτό επί του ιερού συνθρόνου και καθ΄ όλην την θείαν Λειτουργίαν υποστηρίζουσιν αυτό δύο Ιερείς. Όσα δε θαύματα ο Άγιος ούτος καθ΄ εκάστην ενεργεί μετά θάνατον, δαιμονισμένους ελευθερώνων και ασθενείας διαφόρους ιατρεύων, ταύτα δεν είναι δυνατόν εις ημάς να διηγηθώμεν.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Πρεσβυτέρου του Δαμασκηνού.

Ιωάννης ο Όσιος Πατήρ ημών ο επιλεγόμενος Δαμασκηνός ήτο κατά τον καιρόν του βασιλέως Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ (717) – ψμα΄ (741), έφθασε δε και έως του υιού αυτού Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, του εν έτει ψμα΄ (741) βασιλεύσαντος. Απεκλήθη δε ο Άγιος Δαμασκηνός εκ του ονόματος της ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος Δαμασκού πόλεως της Συρίας εις την οποίαν εγεννήθη και ανετράφη. Ήτο δε τότε η μεγαλόπολις Δαμασκός υπεξούσιος εις τους Αγαρηνούς, όλοι δε οι κάτοικοι αυτής ήσαν αλλόπιστοι, οπαδοί της πλάνης του αντιχρίστου Μωάμεθ, μόνον εν ανδρόγυνον ενάρετον και χαριτωμένον ελάτρευε τον αληθή Θεόν και εφύλαττεν ακριβώς την ευσέβειαν, οι γεννήτορες του θαυμασίου Ιωάννου, οίτινες μόνοι ίσταντο ως εν μέσω των ακανθών ως ρόδα ευώδη και ευθαλέστατα, τηρήσαντες έως τέλους, εν μέσω τοσούτων ασεβών την χριστεπώνυμον κλήσιν, ως κλήρον λαμπρόν και πλούτον αναφαίρετον. Όθεν τόσον τους ύψωσεν η αρετή και τοιουτοτρόπως τους εθαυμάστωσεν, ώστε ούτοι οι αιχμάλωτοι έγιναν, ω του θαύματος! κριταί και ηγεμόνες των κυρίων αυτών. Καθώς ποτε τούτο ηκολούθησε και εις τον Δανιήλ και τους Αγίους τρεις Παίδας, οίτινες ήσαν αιχμάλωτοι των Ασσυρίων και εις τον Ιωσήφ, όστις ήτο αιχμάλωτος των Αιγυπτίων, τους οποίους δια την αρετήν των εθαυμάστωσεν ο Κύριος· ούτω, λέγω, και τώρα πάλιν εις την Δαμασκόν, με το να είναι ο πατήρ του Ιωάννου ενάρετος, τον εδόξασεν ο Κύριος και ήτο πρωτοσύμβουλος του Αμηρά. Τούτον επροτίμησεν ο ασεβής εκείνος να έχη μύστην και κοινωνόν εις τας βουλάς, αν και αλλότριον της θρησκείας του, δια τον πλούτον αυτού και την του γένους του περιφάνειαν και τον έκαμε διοικητήν των δημοσίων πραγμάτων, όστις εκυβέρνα την χώραν με δικαιοσύνην και σοφίαν θαυμάσιον. Ήτο δε ο ευλογημένος εκείνος πατήρ του Ιωάννου και κατά πολλά εύσπλαγχνος και έδιδεν από τον πλούτον του καθ΄ εκάστην δια να εξαγοράζη και να απελευθερώνη τους αιχμαλώτους από τους Αγαρηνούς, διότι πολλοί εξ αυτών εκινδύνευον και κατά την ψυχήν και κατά το σώμα. Έπειτα τους έδιδε και τόπον να σπέρνουν, και να παράγουν τας ζωοτροφίας των όσοι ήθελον να απομείνουν εις την Ιουδαίαν ή την Παλαιστίνην, εις τας οποίας χώρας είχε πολλά χωράφια. Όσοι δε πάλιν δεν ήθελον να μείνωσιν εκεί, τους έδιδεν εγγράφως την απελευθέρωσίν των και έξοδα δια τον δρόμον, να υπάγουν όπου έκαστος επεθύμει. Χρήματα δε ουδόλως εξώδευεν εις συμπόσια ή εις πολύτιμα ενδύματα και άλλα μάταια πράγματα, καθώς συνηθίζουν οι πλούσιοι, αλλά τα έδιδεν εις υπηρεσίαν θεάρεστον. Δια την αρετήν του δε αυτήν, της προς τους πένητας συμπαθείας και φιλαδελφείας, του εχάρισεν ο Θεός παιδίον αξιοθαύμαστον, τον Ιωάννην τούτον, τον χαριτώνυμον, τον παγκόσμιον φωστήρα της Εκκλησίας μας, την οποίαν εστόλισε με τόσα τροπάρια παναρμόνια. Εχάρη λοιπόν ότι του εχάρισεν ο Κύριος κληρονόμον και όταν το παιδίον ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως ανεζήτει να εύρη μαθηματικόν και σοφώτατον τινα διδάσκαλον, να διδάξη το παιδίον, το οποίον επεθύμει ολοψύχως να αναδείξη μέγαν φιλόσοφον. Επειδή δε ο πόθος του ήτο αγαθός και θεάρεστος, απέστειλεν ο παντοδύναμος Θεός τον ποθούμενον κατά την δίψαν, την οποίαν είχεν ο αείμνηστος, και ακούσατε. Oι βάρβαροι της πόλεως εκείνης ηχμαλώτισαν πολλούς Χριστιανούς από διαφόρους τόπους και τους έφερον εκεί εις την χώραν των· και άλλους μεν επώλησαν, άλλους δε, όσους δεν ήθελε κανείς να τους αγοράση, ήθελον να τους φονεύσουν. Μεταξύ τούτων έτυχε κάποτε Μοναχός τις από την Ιταλίαν, ωραιότατος κατά την όψιν, Κοσμάς ονομαζόμενος, σεμνός εις το σχήμα, κόσμιος, εις δε την ψυχήν κοσμιώτερος. Καθώς λοιπόν οι βάρβαροι επήραν τους αιχμαλώτους και επήγαινον να τους θανατώσουν, έτυχεν εκεί πλησίον ο πατήρ του Ιωάννου, όστις ιδών τον τίμιον Κοσμάν σκυθρωπόν εις την όψιν και δάκρυα ρέοντα, τον επλησίασε δια να τον παρηγορήση και του λέγει· «Διατί κλαίεις, άνθρωπε του Θεού, την στέρησιν του κόσμου τούτου, τον οποίον, καθώς βλέπω εκ του σχήματός σου, απηρνήθης και απενεκρώθης κατά το σώμα»; Εις τους λόγους τούτους του πατρός του Ιωάννου απεκρίνατο ο Κοσμάς λέγων· «Ο Θεός γνωρίζει ότι δεν λυπούμαι δια την στέρησιν της παρούσης ζωής, διότι εγώ ενεκρώθην κατά την σάρκα, καθώς είπας, και τον κόσμον ηρνήθην· αλλά λυπούμαι και θλίβομαι, διότι έμαθα όλας τας επιστήμας της Φιλοσοφίας, Ρητορικήν, Διαλεκτικήν, Αριθμητικήν, Γεωμετρίαν και πάσαν άλλην εγκύκλιον σοφίαν και εκπαίδευσιν και μάλιστα την χαρμόσυνον Μουσικήν, την ωφέλιμον και ψυχοσωτήριον, έτι δε και την Αστρολογίαν και δεν αφήκα τίποτε το οποίον να μη μάθω, δια να εννοήσω από την αρμονίαν και καλλονήν των κτισμάτων τον Κτίστην και Δημιουργόν απάσης της κτίσεως. Έπειτα, αφού έμαθα όλην την έξω σοφίαν, εξεπαιδεύθην και εις την ιδικήν μας Θεολογίαν· επειδή όμως δεν μου έτυχεν ακόμη μαθητής, τον οποίον να αφήσω διάδοχον της σοφίας μου, λυπούμαι δι΄ αυτό πολύ και θλίβομαι. Διότι καθώς ποθούν όσοι έχουν πλούτον να γεννήσουν τέκνα, δια να κληρονομήσουν αυτόν, τοιουτοτρόπως επιποθούν και οι φιλόσοφοι να αφήσουν διαδόχους της σοφίας και μαθήσεως αυτών, δια να έχουν μνήμην και φήμην αθάνατον. Διότι τούτο είναι της αγαθότητος ίδιον, να μεταδίδη κανείς και εις άλλους τον πλούτον αυτής, όστις δε δεν έχει τοιαύτην γνώμην μεταδοτικήν και φιλότεκνον, δεν είναι καλός άνθρωπος, αλλά φθονερός και δυσάρεστος. Όθεν ούτε εις την αιώνιον ζωήν απέρχεται, ως ο διπλασιάσας το τάλαντον, αλλά θέλει κατακριθή εις πυρ ατελεύτητον, ως αχρείος και ανωφελής δούλος. Δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν σκυθρωπάζω και θλίβομαι, φοβούμενος μήπως και με συναριθμήση ο Δεσπότης μου με τον πονηρόν εκείνον δούλον, όστις έκρυψε το τάλαντον». Ταύτα ακούσας ο ευγενής εκείνος ανήρ, όστις είχε τόσον πόθον να εύρη τοιούτον σοφώτατον άνθρωπον, έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και λέγει προς τον Κοσμάν· «Μη λυπείσαι δια την αιτίαν ταύτην, διδάσκαλε, και ίσως σου δώση ο Κύριος τα αιτήματα της καρδίας σου». Ταύτα ειπών έδραμε προς τον άρχοντα των Σαρακηνών και του εζήτησεν ευθύς να του χαρίση αυτόν τον αιχμάλωτον· εκείνος δε του τον έδωκε και παραλαβών αυτόν εις την οικίαν του, τον εφίλευσε πλουσίως και του λέγει· «Γνώριζε, σοφώτατε πάντων ανθρώπων και λογιώτατε, ότι όχι μόνον από την δεινήν αιχμαλωσίαν σε ελύτρωσα, αλλά και κοινωνόν της οικίας μου και συνδεσπότην σε ορίζω από σήμερον, να είσαι εις όλας μου τας χαράς και τας θλίψεις συμμέτοχος· άλλην δε χάριν δεν ζητώ από την αγιωσύνην σου, ειμή μόνον να καταβάλης πάσαν προσπάθειαν να μαθητεύσης τα δύο ταύτα παιδία εις όλην την σοφίαν και μάθησιν, την οποίαν γνωρίζεις. Είναι δε τα παιδία ταύτα ο μεν Ιωάννης κατά σάρκα τέκνον μου γνήσιον, ο δε Κοσμάς, ο συνώνυμός σου, είναι από τα Ιεροσόλυμα· και επειδή από μικρός έμεινεν ορφανός, τον επήρα δια την ψυχήν μου και τον αγαπώ όχι ολιγώτερον από τον Ιωάννην». Ο δε φιλόσοφος και κόσμιος Κοσμάς ακούσας ταύτα έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και έκτοτε ως διψώσα έλαφος, η οποία τρέχει εις πηγήν ύδατος, ούτω και αυτός με μεγάλον πόθον εδίδασκε προς τους μαθητάς του την φιλοσοφίαν του. Έτυχον δε και οι δύο νέοι τοιαύτης δεξιάς φύσεως, ώστε και ο Ιωάννης και ο Κοσμάς εντός ολίγων ετών, με την οξύτητα του νοός που τους διέκρινε και με τους πολλούς κόπους τους οποίους κατέβαλε, τόσον εσπούδασαν και έμαθον, ώστε έγιναν τέλειοι εις όλας εν γένει τας επιστήμας, δια να μη τας ονομάσω μίαν προς μίαν χωριστά, καθώς τούτο από τα ποιήματα και τα συγγράμματά των φαίνεται. Εξόχως δε ο χαριτώνυμος Ιωάννης, ο εις έπαινον προκείμενος (διότι δια τον μακάριον Κοσμάν είπομεν εις άλλην ημέρα νότε ήτο η μνήμη του), έγραψε τόσους λόγους περί της Ορθοδόξου και αληθούς ημών Πίστεως και κατά των αιρετικών, έτι δε και πανηγυρικούς τοιούτους, ως και άλλα ψυχωφελή διδάγματα πάνσοφα, ώστε θαυμάζει πας τις δια την σοφίαν του. Παρ΄ όλην δε την σοφίαν του ποσώς δεν επήρετο, αλλά καθώς τα ευγενέστερα και ευκαρπότερα δένδρα, όσον είναι φορτωμένα από καρπούς, επί τοσούτον κλίνουσι προς την γην και ουδόλως επαίρονται, ούτω και ο πάνσοφος ούτος Ιωάννης, όσον είχε σοφίαν περισσότερον, τοσούτον μάλλον εταπεινούτο και ύψωνε τον νουν του προς μυστικωτέραν ανάβασιν. Αφ΄ ου λοιπόν ο διδάσκαλος εγνώρισε τους μαθητάς ότι έφθασαν εις το άκρον της σοφίας, προσήλθε προς τον πατέρα των λέγων· «Ιδού, κύριε, καθώς είχες πόθον, έγιναν οι υιοί σου εις την σοφίαν θαυμάσιοι. Και δεν ηρκέσθησαν να γίνουν μόνον ως ο διδάσκαλος αυτών, αλλά δια το της φύσεως αυτών οξύ και δια τον πολύν των πόθον και τους κόπους, τους οποίους κατέβαλον (ίσως δε να ήτο και Θεού φώτισις, αυτή η οποία ηύξησε το χάρισμα της σοφίας των), κατέστησαν υψιπετέστεροι από εμέ εις το ύψος της φιλοσοφίας. Λοιπόν επειδή ουδέν πλέον χρειάζονται από εμέ, ζητώ από την ευγένειάν σου την χάριν, προς αντιμισθίαν του κόπου μου, να μου δώσης συγχώρησιν να υπάγω εις κανένα Ασκητήριον προς μελέτην της άνω σοφίας, προς την οποίαν η φιλοσοφία με καθωδήγησεν». Ο δε πατήρ, ακούσας ταύτα, επόνεσεν η ψυχή του, διότι δεν ήθελε να αποχωρισθή τοιούτον άνθρωπον χρήσιμον· αλλά πάλιν, δια να μη φανή προς τον ευεργέτην αχάριστος, έδωκεν εις αυτόν την άδειαν και αργύρια ικανά δι΄ έξοδον της οδοιπορίας του. Λαβόντες δε αμοιβαίως συγχώρησιν, ανεχώρησεν ο Κοσμάς και απελθών εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, διήλθε το υπόλοιπον της ζωής του με πολιτείαν θαυμάσιον. Όθεν μετά το τέλος αυτού απήλθε προς την εκείθεν μακαριότητα. Ομοίως και ο πατήρ του Ιωάννου εις ολίγον καιρόν εκοιμήθη χαίρων και αγαλλόμενος δια την εκπλήρωσιν των πόθων του. Βλέπων την σοφίαν του Ιωάννου ο αρχηγός των Σαρακηνών έδωκεν εις αυτόν το αξίωμα, το οποίον είχεν ο πατήρ αυτού και τον κατέστησε πρωτοσύμβουλόν του, οφφίκιον το οποίον έλαβεν ο Ιωάννης παρά την θέλησίν του, δια να μη φανή προς τον άρχοντα τοσούτον φιλόνικος· η επιθυμία του όμως ήτο ν΄ αναχωρήση από τον κόσμον, δια να εύρη την σωτηρίαν του. Κατά την εποχήν εκείνην ήτο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος (717-741), ως ανωτέρω είπομεν, όστις ως άλλος λέων αρπάζων και ωρυόμενος εσπάραττε την Εκκλησίαν του Χριστού ο μισόχριστος, παιδεύων όσους προσεκύνουν τας αγίας Εικόνας, τας οποίας έκαιε καθ΄ εκάστην ο αλιτήριος. Τούτο μαθών ο θερμός της Πίστεως ζηλωτής Ιωάννης έγραψε πολλάκις επιστολάς και τας έστελλεν από την Δαμασκόν εις την βασιλεύουσαν, με τας οποίας κατεπολέμει το δόγμα του θηριωνύμου Λέοντος, ως με μαχαίρας του Πνεύματος, αποδεικνύων με συλλογισμούς φιλοσοφίας και με ιστορίας και παραδείγματα παλαιών Αγίων αναγκαίαν την των σεπτών Εικόνων προσκύνησιν και ότι όστις υβρίζει και ατιμάζει αυτάς είναι φανερά αιρετικός και αντίθεος. Τοιαύτας επιστολάς έστειλεν εις πολλούς ανθρώπους δια να τας αναγινώσκουν όλοι και να τας επιδεικνύουν και εις άλλους, ούτως ώστε να στερεώνωνται εις την ευσέβειαν και να γνωρίζουν να δίδουν κατά των εικονομάχων απόκρισιν. Ταύτα μαθών ο δυσσεβής βασιλεύς συνεσκέφθη μετά τινων κακοτρόπων, ομοίων του εις την δυσσέβειαν, και ετεχνεύθησαν μέθοδον πονηράν, αξίαν της κακίας των, να διαβάλουν δηλαδή εις τον άρχοντα των Σαρακηνών τον Ιωάννην ως προδότην αυτού, ώστε να τον θανατώση εκείνος. Εύρον λοιπόν μίαν από τας επιστολάς του Ιωάννου, την οποίαν ο θηριώδης Λέων έδειξεν εις διδασκάλους τινάς και τους ηρώτησεν, αν εγνώριζε κανείς εξ εκείνων να μιμηθή τον γραφικόν αυτού χαρακτήρα. Ευρέθη λοιπόν εις καλλιγράφος κατά πολλά έμπειρος, όστις υπεσχέθη εις τον βασιλέα ότι θα μιμηθή επακριβώς τον χαρακτήρα τού Ιωάννου. Τούτον λοιπόν προσέταξεν ο πεπονηρευμένος βασιλεύς και έγραψε προς τον εαυτόν του, ως εκ προσώπου του Ιωάννου, επιστολήν, εις την οποίαν έλεγε τοιαύτα· «Βασιλεύ πολυχρονημένε, την πρέπουσαν ευγνωμοσύνην και το προσήκον σέβας απονέμω εις την βασιλείαν σου, δια την ομοιότητα της πίστεώς μας. Γνώριζε δε ότι κατά την εποχήν ταύτην η πόλις της Δαμασκού είναι κατά πολλά ημελημένη υπό των Αγαρηνών, διότι το στρατιωτικόν αυτών εξησθένησε πολύ και ωλιγόστευσε. Λοιπόν στείλε στόλον και στρατόν πολύν, όσον δύνασαι, να την καταλάβης χωρίς κανένα πόλεμον, θα σε βοηθήσω δε εις τούτο και εγώ, επειδή όλη η πόλις είναι σχεδόν εις την εξουσίαν μου». Αφού έγινεν η επιστολή αυτή, έγραψε και άλλην δια της ιδίας του χειρός ο θηριώνυμος Λέων προς τον άρχοντα της Δαμασκού, εις την οποίαν έλεγε ταύτα· «Δεν γνωρίζω μακαριώτερον της αγάπης, ότι το να φυλάττη έκαστος τας συνθήκας ειρηνικάς είναι επαινετόν και φιλόθεον. Δια τούτο δεν θέλω να χαλάσω την φιλίαν, την οποίαν έχω με την ευγένειάν σου, αν και κάποιος έμπιστος φίλος σου με παρακινεί και με προσκαλεί εις τούτο. Πολλάκις μάλιστα μου έστειλεν επιστολάς, να έλθω να κυριεύσω την χώραν σου. Δια να βεβαιωθής δε ότι λέγω την αλήθειαν, σου στέλλω μίαν από τας επιστολάς του, ώστε να γνωρίσης αφ΄ ενός μεν την ιδικήν μου αληθή φιλίαν, αφ΄ ετέρου δε το δολερόν και κακότροπον εκείνου, όστις μου έγραψεν». Αυτάς τας δύο δολίας επιστολάς έστειλεν ο λεοντώνυμος και οφιογνώμων βασιλεύς με δούλον του προς τον βάρβαρον, ο οποίος ιδών αυτάς επλήσθη θυμού και προσκαλέσας τον Άγιον τού τας έδειξεν. Ο Άγιος ηννόησεν αμέσως τον δόλον τού Λέοντος και εξήγησεν εις τον άρχοντα, ότι ούτε καν έβαλε ποτέ εις τον νουν του τοιαύτην προδοτικήν πράξιν· εζήτησε δε προθεσμίαν να αποδείξη την άδικον κατ΄ αυτού μανίαν του δυσσεβούς και δολερού Λέοντος. Ο βάρβαρος όμως δεν τον επίστευσεν, ούτε του έδωκε προθεσμίαν, υπό του θυμού νικώμενος. Όθεν προστάσσει να κόψουν την ανεύθυνον χείρα ως υπεύθυνον. Εκόπη λοιπόν η δεξιά εκείνη, η τους μισούντας τον Κύριον ελέγχουσα και εβάφη με το ίδιον αυτής αίμα αντί δια μελάνης, με την οποίαν εβάφετο πρότερον, εκρέμασαν δε την ιεράν αυτήν χείρα εις την αγοράν, δια να την βλέπωσιν άπαντες. Αφού δε παρήλθεν η ημέρα, το εσπέρας έστειλε μεσίτας ο Ιωάννης προς τον βάρβαρον, παρακαλών αυτόν να του χαρίση την κομμένην χείρα του δια να την ενταφιάση, να ελαφρύνουν οι πόνοι του· ο δε συγκατένευσε και του εδόθη η χείρ. Λαβών λοιπόν αυτήν ο Άγιος και εισελθών εις τον Ναόν, τον οποίον είχεν εις την οικίαν του, έπεσε πρηνής επί της γης, έμπροσθεν της αγίας Εικόνος της Θεομήτορος, και αποθέσας την κεκομμένην δεξιάν εις τον τόπον της, προσηύχετο μετά δακρύων και πίστεως, εκ βάθους καρδίας στενάζων και λέγων προς την Θεοτόκον: «Δέσποινα Πάναγνε Μήτερ η τον Θεόν μου τεκούσα, Δια τας θείας Εικόνας η δεξιά μου εκόπη. Ουκ αγνοείς την αιτίαν δι΄ ην εμάνη ο Λέον· Πρόφθασον τοίνυν ως τάχος και ίασαί μου την χείρα. Η δεξιά του Υψίστου η από Σου σαρκωθείσα, Πολλάς ποιεί τας δυνάμεις δια της Σης μεσιτείας. Την δεξιάν μου ταύτην και νυν ιασάτω λιταίς σου, Ως αν, Σους ύμνους, ους δοίης και του εκ Σου σαρκωθέντος, Εν ρυθμικαίς αρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε, Και συνεργός χρηματίση της Ορθοδόξου λατρείας. Δύνασαι γαρ όσα αν θέλης, ως του Θεού Μήτηρ ούσα».                              Ταύτα λέγων μετά δακρύων ο Ιωάννης απεκοιμήθη και βλέπει την αγίαν Εικόνα της Αειπαρθένου να του λέγη με ιλαρότητα και ευσπλαγχνίαν· «Ιδού ιατρεύθη η χειρ σου και μη έχης πλέον θλίψιν περί τούτου· ποίησον όθεν αυτήν από του νυν κάλαμον γραμματέως οξυγράφου, καθώς προ ολίγου μού υπεσχέθης». Τότε εξύπνησεν ο Άγιος και βλέπων (ω της αφάτου δυνάμεώς σου, Πανάχραντε!) θεραπευμένην και συγκεκολλημένην την δεξιάν αυτού, έλαβε μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν, το δε πνεύμα του εδοξολόγει τον Σωτήρα Θεόν και την Πανάχραντον τούτου Μητέρα, δια το μέγα θαυμάσιον, το οποίον εποίησεν εις αυτόν ο Δυνατός. Όλην λοιπόν την επίλοιπον νύκτα έψαλλεν ευφραινόμενος ωδήν εις τον Θεόν, άσμα καινόν και ευχαριστήριον λέγων· «Η δεξιά σου χειρ, Κύριε, εν ισχύϊ δεδόξασται· η δεξιά σου την θραυσθείσαν μου δεξιάν εθεράπευσεν· δια της δεξιάς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει τους εχθρούς, τους μη τιμώντας την σεβασμίαν Σου Εικόνα και την Εικόνα της τεκούσης σε Μητρός, δια δε του πλήθους της δόξης Σου, χρησιμοποιών ως όργανον την χείρα μου ταύτην , θέλεις συντρίψει τους υπεναντίους εικονοθραύστας». Διήλθε λοιπόν όλην την νύκτα εκείνην αγαλλιώμενος και ψάλλων εγκώμια εις την πανύμνητον Θεομήτορα. Όταν εξημέρωσε και είδον οι γείτονες το θαυμάσιον, επήγαν μερικοί εκ των Σαρακηνών μισόχριστοι και λέγουν προς τον άρχοντα, ότι οι προσταχθέντες δεν έκοψαν την χείρα του Ιωάννου, αλλά άλλου τινός δούλου ή φίλου του, ο οποίος δια να κάμη καλωσύνην εις τον αυθέντην του, εδέχθη, αφού έλαβεν ικανά αργύρια και έκοψαν αντί εκείνου την χείρα του· και ότι το αυτό έπραξαν και οι δήμιοι, έλαβον χρήματα και δεν εξετέλεσαν το πρόσταγμα. Τότε προστάσσει ο άρχων να έλθη ο Ιωάννης να ίδωσι τας χείρας του. Προσήλθεν λοιπόν ο Άγιος και έδειξε την εκκοπείσαν χείρα του, η οποία είχε γύρωθεν γραμμήν και εφαίνετο το σημείον της εκκοπής, ωκομόμησε δε και τούτο η Θεοτόκος προς αψευδή μαρτυρίαν της υποθέσεως. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο βάρβαρος· «Ποίος ιατρός σε ιάτρευσε; Και τι βότανα έβαλε»; Ο δε Άγιος δια λαμπράς φωνής εγένετο κήρυξ του θαύματος και είπεν· «Ο Κύριός μου ο παντοδύναμος ιατρός, όστις έχει ίσην την δύναμιν και την θέλησιν». Ο δε άρχων απεκρίνατο· «Ανεύθυνος είσαι, ως φαίνεται, και αδίκως σε κατέκρινα, διότι δεν εσκέφθην επιμελώς την υπόθεσιν· αλλά παρακαλώ σε συγχώρησόν μοι και έχε την προτέραν τιμήν, να είσαι πρωτοσύμβουλός μου, και σου υπόσχομαι να μη κάμω τίποτε χωρίς την βουλήν σου». Τότε ο Άγιος προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και τον παρεκάλει να τον αφήση να υπάγη εις άλλην υπηρεσίαν, την οποίαν επόθει περισσότερον ως πλέον ωφέλιμον. Αφού λοιπόν εφιλονείκησαν ώραν πολλήν, συγκατέβη ο άρχων και του έδωσεν άδειαν να υπάγη όπου επιθυμεί. Λοιπόν ελευθερώσας τους δούλους του και οικονομήσας όλον τον πλούτον του, άλλον μεν έδωκεν εις Εκκλησίας και άλλον εις πένητας. Έπειτα εξήλθε γυμνός της πόλεως, καθώς εγεννήθη, με μόνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει και απελθών εις την Μονήν του Αγίου Σάββα παρεκάλει τον Ηγούμενον, λέγων ταύτα μετά πολλής ταπεινώσεως· «Εγώ, Δέσποτα, είμαι το απολωλός πρόβατον και έρχομαι προς τον Χριστόν από την ερημίαν του κόσμου. Δέξου με λοιπόν τον ανάξιον και συναρίθμησον και εμέ με τα πρόβατα της ποίμνης σου». Ο δε Προεστώς εχάρη, διότι ήλθε τοιούτος χρησιμώτατος και σοφώτατος άνθρωπος εις την συνοδίαν του και προσκαλέσας επίσημόν τινα Γέροντα, πρακτικόν εις την μοναδικήν πολιτείαν, του έδωκεν υποτακτικόν τον Άγιον, δια να τον διδάσκη και να τον καθοδηγή εις την μοναδικήν πολιτείαν. Ο δε Γέρων εκείνος πρώτον μεν δεν εδέχετο, λέγων ότι δεν ήτο άξιος να προστάσση τοιούτον άνθρωπον· ύστερον όμως, δια να μη παρακούση εις τον Ηγούμενον, τον επήρε και ελθόντες εις το κελλίον του, τον ενουθέτησεν ως αρχάριον, λέγων· «Πρόσεχε ακριβώς, να μη κάμης τίποτε χωρίς το θέλημά μου· ότι αυτό είναι το θεμέλιον της μοναδικής πολιτείας, να κόψης εις όλα το θέλημά σου και πρόσφερε εις τον Θεόν τους ιδρώτας σου, με προσευχάς και δάκρυα, τα οποία λέγονται θυσία καθαρά, και καθαίρουσι τα αμαρτήματα του προτέρου βίου. Τούτο λοιπόν ας είναι η πρώτη σου εργασία εις τα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριον πένθος, εις το οποίον ο Κύριος χαίρεται περισσότερον από όλας τας θυσίας και τα θυμιάματα. Εις δε τα της ψυχής, πρόσεχε να μη αφήσης τον νουν σου να ενθυμήται ανωφελή πράγματα, κοσμικάς φαντασίας και άλλα απρεπή διανοήματα, εξόχως δε να μη υπεραίρησαι εις την μάθησιν και την σοφίαν σου, διότι αυτή δεν σε ωφελεί ποσώς, εάν δεν αποκτήσης ταπείνωσιν, διότι η ταπείνωσις ταπεινοί τους δαίμονας, τους δε ανθρώπους υψώνει τόσον, ώστε τους κάμνει ουρανίους κατ΄ αλήθειαν». Αυτά και άλλα πολλά λέγων προς τον υιόν και μαθητήν ο πατήρ και διδάσκαλος, τον προσέταξε μεταξύ των άλλων να μη στείλη επιστολήν εις κανένα ούτε να ψάλη τροπάριον ή να λέγη λόγους φιλοσοφίας, αλλά να σιωπά και να μη ομιλήση λόγον τελείως, χωρίς να είναι ανάγκη μεγάλη, καθώς οι νόμοι της μοναδικής πολιτείας ορίζουσιν. Αυτά όλα και έτερα περισσότερα εφύλαττεν ο τέλειος την πράξιν, εις δε την τάξιν αρχάριος. Επειδή ως γη αγαθή εδέχθη τον σπόρον εις την καρδίαν του και υπετάσσετο αγογγύστως εις όλα τα προστάγματα του Γέροντος, χωρίς ουδόλως να αμφιβάλλη ή να κατακρίνη ή να διακρίνη το προστασσόμενον, διότι ολίγον μισθόν έχει όστις κάμνει υπακοήν γογγύζων ή αμφιβάλλων κατά διάνοιαν. Θέλων δε ο Γέρων μετά καιρόν να τον δοκιμάση, εάν είχε τελείαν ταπείνωσιν, του έδωσε σπυρίδας (δηλαδή ζεμπίλια), αι οποίαι ήσαν πλεγμέναι με φοινικόφυλλα, ειπών προς αυτόν· «Λάβε, τέκνον, αυτό το εργόχειρον και ύπαγε εις την Δαμασκόν. Εκεί πώλησον τόσον εκάστην το ολιγώτερον, (ορίσας διπλασίαν της αξίας των τιμήν), διότι εκεί, ως ήκουσα, τας πωλούν ακριβώτερα, παρά εις τα μέρη της Παλαιστίνης, διότι, όπως γνωρίζεις, το Μοναστήριον έχει μεγάλην ανάγκην χρημάτων. Πρόσεχε δε να μη τας δώσης ποσώς ολιγώτερον». Ο δε μέχρι θανάτου υπήκοος δεν ηναντιώθη ουδόλως εις τον Γέροντα, όστις του είπε να τας δώση εις το διπλάσιον της αξίας των, αλλά σηκώσας εις τον ώμον του τόσον φορτίον, έδραμεν εις την Δαμασκόν ως υπόπτερος και ανέρχεται εις την αγοράν άλουστος, ρακενδύτης και ανεπιμέλητος, ο πρώην ευγενής και περίδοξος. Οι δε αγορασταί ακούοντες την τιμήν των σπυρίδων και βλέποντες ότι εζήτει διπλά από όσα πράγματι ήξιζον, εθύμωνον και έφευγον υβρίζοντες τον πωλητήν. Μετά πολύ έτυχεν εις από τους δούλους του και περιεργαζόμενος επιμελώς αυτόν εις το πρόσωπον, τον εγνώρισε· και κατανυγείς την καρδίαν προσεποιήθη ότι δεν τον εγνώρισε, μόνον επήρε τας σπυρίδας και του έδωσε τα χρήματα, όσα του εζήτησε, τα οποία λαβών ο Άγιος επέστρεψε χαίρων, νικήσας τον δαίμονα της υπερηφανείας. Μετά καιρόν απέθανε γείτων τις του Ιωάννου, ο δε αδελφός του νεκρού επικραίνετο και παρεκάλει τον Άγιον να συνθέση κανένα τροπάριον κατανυκτικόν δια να παρηγορηθή εις την λύπην του. Ο δε Άγιος ηυλαβείτο τον Γέροντά του και δεν ήθελε να παραβή την εντολήν του. Επειδή όμως πολύ τον εστενοχώρησεν εκείνος και εις τον Θεόν τον ώρκισε, συγκατέβη και συνέθεσε τροπάριον νεκρώσιμον, πολύ ωραίον και εναρμόνιον, το οποίον έως την σήμερον ψάλλεται, ήτοι το, «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα». Ήτο δε τότε μόνος ο Ιωάννης εις το κελλίον του και έψαλλε το τροπάριον με μελωδίαν θαυμάσιον. Έτυχεν όμως τότε να έρχεται ο Γέρων, όστις ακούσας την μελωδικήν εκείνην φωνήν, εθυμώθη και του λέγει· «Αντί να κλαίεις, χάσκεις και χαίρεσαι, παρήκοε»; Ο δε Άγιος εδικαιολογείτο, λέγων την αιτίαν. Ο Γέρων όμως ουδόλως ειρήνευσεν, αλλά τον εδίωξεν από το κελλίον του ως παρήκοον. Ο δε θαυμάσιος Ιωάννης, ενθυμούμενος την παράβασιν των Προπατόρων, δια την οποίαν δικαίως εξώσθησαν του Παραδείσου, έκλαιε πικρώς, οδυρόμενος περισσότερον απ΄ εκείνον, του οποίου ο αδελφός απέθανε και έβαλε μεσίτας τους Γέροντας όλους και αυτόν τον Ηγούμενον να παρακαλέσουν τον Γέροντά του να του δώση συγχώρησιν. Αλλ΄ ο Γέρων, ως αυστηρός, δεν έκλινε ποσώς προς συμπάθειαν. Οι μεν λοιπόν παρεκάλουν αυτόν να του δώση άλλον κανόνα και να μη τον διώξη τελείως. Ο δε απεκρίνατο· «Εάν δεχθή να καθαρίση όλους τους ρύπους και τας ακαθαρσίας της Λαύρας από τας αναπαύσεις με τας χείρας του, θα τον συγχωρήσω, άλλως δεν τον δέχομαι ουδόλως». Ταύτα εκείνοι ακούσαντες έφριξαν, και εντρέποντο να του τα είπουν, πλην μετά βίας και αισχύνης το ωμολόγησαν. Ο δε ως ήκουσε ταύτα έλαβε μεγάλην αγαλλίασιν και είπεν· «Αυτό είναι εύκολον να το κάμω· ευλογείτε, Πατέρες Άγιοι». Και ευθύς λαβών τα εργαλεία, εισήλθεν εις την ανάπαυσιν του γείτονος αυτού και αρχίζει να μολύνη τας χείρας εκείνας, αίτινες εμοσχοβόλουν από τα αρώματα πρότερον και την χριστοθεράπευτον δεξιάν (ω της πολλής του ανδρός ταπεινώσεως!) έβαλεν εις την κόπρον και δεν εσικχαίνετο ο αοίδιμος. Ιδών δε ο Γέρων την πολλήν προθυμίαν του Ιωάννου εις την υπακοήν και την εις βάθος ταπείνωσιν αυτού, έδραμε και τον ενηγκαλίσθη χαίρων και κατεφίλει τούτον και κατησπάζετο λέγων· «Καλότυχος εγώ, όστις ηκιώθην να έχω τοιούτον μαθητήν υπήκοον και αθλητήν γενναιότατον». Ο δε Άγιος, όσον έβλεπεν, ότι τον επήνει ο Γέρων, τόσον μάλλον εταπεινούτο και ευλαβούμενος τους λόγους του έκλαιε, καθώς κάμνουν όλοι οι φρόνιμοι, όταν άλλοι τους εγκωμιάζωσιν. Εισελθόντες λοιπόν εις το κελλίον, εχαίρετο ο Άγιος, ότι του έδωσε την συγχώρησιν, ο δε Γέρων τον προσέταξε πάλιν να φυλάττη σιωπήν ως ψυχοσωτήριον. Ολίγας όμως μετά ταύτα ημέρας φαίνεται εις τον Γέροντα κοιμώμενον η Πανύμνητος και Πανάμωμος Δέσποινα και του λέγει· «Διατί έφραξες τοιαύτην βρύσιν θαυμάσιον, η οποία προχέει δαψιλές νάμα και ύδωρ αναπαύσεως των ψυχών νεκταρώδες και γλυκύτερον απ΄ εκείνο, το οποίον ανέβλυσεν εις την έρημον; Άφες την πηγήν να ποτίση την οικουμένην άπασαν, να σκεπάση θαλάσσας αιρέσεων και να τας μετατρέψη εις θαυμασίαν γλυκύτητα. Αυτός έχει να υπερβή του Δαβίδ την προφητικήν κιθάραν και το ψαλτήριον. Αυτός θα μελωδήση άσματα καινά, μεγαλουργήματα γλυκύτερα και ωραιότερα προς τον Κύριον από την ωδήν του Μωϋσέως και την χοραυλίαν της Μαρίας. Προς σύγκρισιν της ηδυτάτης και θαυμαστής αυτού κιθάρας θέλουσι λογισθή μύθος άχρηστος τα του Ορφέως ανόητα μελωδήματα. Ούτος θέλει μελωδήσει την πνευματικήν και ουράνιον μελουργίαν. Ούτος θέλει ορθοτομήσει τα της Πίστεως δόγματα και θέλει στηλιτεύσει πάσης αιρέσεως διαστροφήν και δολερότητα». Το πρωϊ, όταν εξύπνησεν ο Γέρων, όστις είδε την οπτασίαν ταύτην  και απεκαλύφθησαν εις αυτόν τοιαύτα μυστήρια, έβαλε μετάνοιαν προς τον Άγιον λέγων· «Ω τέκνον της υπακοής του Χριστού, άνοιξον το στόμα σου και λάλησον τους λόγους, τους οποίους έγραψεν εις την καρδίαν σου το Πνεύμα το Άγιον, ότι ανέβης εις το Σίναιον όρος των οπτασιών και των θαυμασίων αποκαλύψεων του Θεού, δια την πολλήν σου ταπείνωσιν. Τώρα λοιπόν ανάβα προθύμως εις το όρος της Εκκλησίας και κήρυξον εις την Ιερουσαλήμ ευαγγελιζόμενος, όσα δεδοξασμένα ελάλησε προς την εμήν ευτέλειαν η Αειπάρθενος Μήτηρ του Θεού δια Σε και συγχώρησόν μοι δι΄ όσα σου έπταισα, διότι από την αγνωσίαν μου σε ημπόδισα». Τότε ήρχισεν ο Ιωάννης ψάλλων τα μελίρρυτα εκείνα άσματα και θεία μελωδήματα, δι΄ ων τοσούτον την Εκκλησίαν εφαίδρυνεν και καθ΄ εκάστην εις αυτήν ακούεται ο καθαρός ήχος των εορταζόντων. Όχι δε μόνον Κανόνας και Τροπάρια και μουσικά Ιδιόμελα και Προσόμοια συνέθεσεν, αλλά και πανηγυρικούς λόγους πολλούς εις τας Δεσποτικάς εορτάς και εγκώμια εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον και εις άλλους Αγίους πολλούς συνέταξε, καθώς εις τα βιβλία της Εκκλησίας μας φαίνονται ως και εις αρχαία χειρόγραφα, τα οποία σώζονται εις τα βασιλικά Μοναστήρια του Αγίου Όρους, γραμμένα δια χειρός παλαιών διδασκάλων, εις πάσαν εορτήν αναγινωσκόμενα έως την σήμερον. Έτι δε και την ιεράν εκείνην Βίβλον της Θεολογίας (Πηγή Γνώσεως) συνέθεσε, την οποίαν εάν ονομάσω θεοχάρακτον πλάκα δεν ψεύδομαι. Περιγράφει δε εις ταύτην τα μυστήρια και τα δόγματα της αληθούς ημών Πίστεως με συντομίαν θαυμάσιον και άλλα πολλά χρήσιμα περί της των όντων, νοητών και αισθητών, θεωρίας, την οποίαν βίβλον ουράνιον εκάλεσα, διότι έκαστον αυτής δίδαγμα λάμπει και φωτίζει με τας ορθάς αποδείξεις, τας φυσικάς και τας Γραφικάς, αλλά και πολύ επιστημονικάς, τόσον ώστε, όστις δεν κατατρυφήση εις αυτήν και δεν απολαύση τοιούτον ουρανόν πολύφωτον, είναι όντως εσκοτισμένος και δυστυχής. Έγραψε δε και λόγους μακρούς ο αοίδιμος Ιωάννης δια την των θείων Εικόνων προσκύνησιν και άλλα ψυχοφελή ποιήματα συνέθεσεν ομού μετά του Αγίου Κοσμά του πνευματικού αυτού αδελφού, τον οποίον είχε συγκοινωνόν εις όλους τους κόπους και τους αγώνας της ασκήσεως και τους πνευματικούς και σωματικούς πόνους και εις όλα αυτού τα συγγράμματα τον εβοήθησε κατά πολύ και ούτος ο τρισμακάριος, αφήσας και αυτός Κανόνας και Τροπάρια εναρμόνια εις την Εκκλησίαν ψαλλόμενα. Τοσούτον δε ενάρετα επολιτεύθη και ο μακάριος ούτος Κοσμάς, ώστε κατέστησε το σώμα του, με την των παθών απονέκρωσιν, άλλο τύμπανον και ψαλτήριον δεκάχορδον, φυλάττων ακριβώς τας αισθήσεις του σώματος και τας ψυχικάς αυτού δυνάμεις με τόσην σοφίαν και σύνεσιν, ώστε έλαμψεν ως φωστήρ διαυγέστατος. Δια τας αρετάς του ταύτας ο μακάριος Κοσμάς εχειροτονήθη από τον Πατριάρχην Ιεροσολύμων και χωρίς να το θέλη Επίσκοπος της πόλεως Μαϊουμά. Ποιμάνας δε καλώς και θεαρέστως τα λογικά αυτού πρόβατα, απήλθε προς Κύριον. Εχειροτόνησε δε ο Πατριάρχης και τον χαριτώνυμον Ιωάννην Πρεσβύτερον, όστις μετά την χειροτονίαν παρέμεινεν εις την Μονήν και είχε περισσοτέραν από πρότερον ταπείνωσιν. Ούτω λοιπόν κοπιάσας ο μακάριος Ιωάννης έως τέλους της παροικίας αυτού και εργαζόμενος εις τον μυστικόν αμπελώνα του Κυρίου, με την δύναμιν των λόγων του και με τας από των θείων Γραφών αποδείξεις του εστηλίτευσε την δυσσεβή αίρεσιν των εικονομάχων, και ετελείωσε την αγίαν ζωήν του εις γήρας βαθύ, ζήσας έτη εκατόν τέσσαρα, απήλθεν δε εις την αιώνιον ανάπαυσιν, όπου απολανβάνει την αμοιβήν των πόνων  αυτού πολλαπλάσιον παρά Χριστού του Θεού και Σωτήρος ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω Ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω και Αγαθώ και Ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


 

H Αγία Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα

Τη Δ΄ (4η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΒΑΡΒΑΡΑΣ


Βαρβάρα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς έζη κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού του εν έτει σπδ – τε (284-305) βασιλεύσαντος· κατήγετο δε από την Ανατολήν, εκ πόλεώς τινος, ήτις ωνομάζετο Ηλιούπολις. Κατά την εποχήν εκείνην τοπάρχης της Ηλιουπόλεως ήτο ο πατήρ της Αγίας, όστις ωνομάζετο Διόσκορος, άνθρωπος αρκετά πλούσιος· κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια (2.220 μέτρα περίπου). Ήτο δε η Βαρβάρα μονογενής θυγάτηρ του Διοσκόρου, ωραιοτάτη και πάγκαλος, όχι μόνον κατά την ωραιότητα του προσώπου, αλλά και κατά την ανατροφήν, και ήτο τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε οι γονείς αυτής ησθάνοντο δια τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ομού ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ωραία, οι γονείς της, έκριναν συμφέρον να την προφυλάξουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν δια να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα και άλλα διάφορα ανάλογα του πλούτου και της καταστάσεως αυτών. Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρώτους των αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η Βαρβάρα. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ΄ εκείνη, πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν· «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι ηννόησεν ότι η θυγάτηρ του δεν ηναντιούτο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της είπη τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με λόγους καταλλήλους και κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας και τους είπε συγχρόνως, ότι θα τους ικανοποιήση αν επιμεληθούν και προσέξουν να γίνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν. Επειδή όμως ο Διόσκορος εβράδυνε να επιστρέψη, κατήλθε του πύργου η Βαρβάρα και επήγε να επισκεφθή το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνον παράθυρα· όθεν ηρώτησε τους κτίστας διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον προς το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον. Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι ούτως είχε προστάξει ο πατήρ της. Τότε αυτή τους είπε πάλιν· «Κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον και εγώ αποκρίνομαι προς τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση δια τούτο». Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρηκολούθει την  οικοδομήν και βλέπουσα τα τρία παράθυρα έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, όστις γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη πραγματοποιηθώσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον και παρρησίαν προς τον μόνον αληθή Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβήθραν του λουτρού και βλέπουσα προς ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα· και, ω του θαύματος! ως να ήτο ο δάκτυλός της εργαλείον σιδηρούν ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, δια να κηρύττεται η θαυματουργία και η δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν ασθένειάν τινα, όταν προσέλθουν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν και αν το ονομάση κανείς Ιορδάνιον ρείθρον ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβήθραν, δεν αμαρτάνει· διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα. Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της· στενάξασα δε εκ βάθους ψυχής δια την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον και είπεν· «Όμοιοι με σας να γίνουν, όσοι σας προσκυνούν και σας καλούν εις βοήθειάν των». Ταύτα ειπούσα εισήλθεν εις τον πύργον και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη και περιμένουσα βοήθειαν από τους ουρανούς. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών το τρίτον παράθυρον ηπόρησε, πως το έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι δε παρευρισκόμενοι τεχνίται είπον προς αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την θυγατέρα του, η οποία είπε προς αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και το έκαμαν, διότι φαίνεται ωραιότερον το λουτρόν με τα τρία παράθυρα παρά με τα δύο». Ο πατήρ της, οργισθείς, είπε προς αυτήν· «Ειπέ μου, δια ποίον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η Βαρβάρα· «Αι τρεις θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Τούτο δε ειπούσα, ηννόει την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Εις τους λόγους τούτους της Βαρβάρας εθυμώθη ακόμη περισσότερον ο πατήρ της και αρπάσας αυτήν την έφερεν εις το λουτρόν και της είπε· «Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη· «Πρόσεχε, πάτερ, να εννοήσης το αίτιον». Ταύτα ειπούσα, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα· «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται». Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ηυχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνηθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλ΄ απ΄ εναντίας τον έκαμε να γίνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος ούτος άνθρωπος ελησμόνησε δια μιας τους νόμους του Θεού, δεν συνελογίσθη ότι ήτο πατήρ και ότι η κόρη εκείνη ήτο αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όμως, σωθείσα δια της φυγής από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις ένα όρος εκεί πλησίον, εις το οποίον φθάσασα ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς και την διάνοιάν της και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν. Πράγματι, ο πανάγαθος Θεός δεν εβράδυνε ποσώς, αλλά καθώς έσωσε την Πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτω και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν, τρέχουσαν εις τα ορεινότερα μέρη, με όμοιο θαυματούργημα ελύτρωσε· διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα δια θείας θελήσεως και προσταγής και την εδέχθη εντός αυτής κρύπτουσα ταύτην από τον αιμοβόρον πατέρα της. Ο λίθινος όμως εκείνος άνθρωπος ή μάλλον ειπείν και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν μετενόησεν ούτε ωπισθοδρόμησε καν ιδών εξαφανισθείσαν από του προσώπου αυτού την Βαρβάραν, αλλ΄ ως τέκνον του ανθρωποκτόνου δαίμονος έτρεχεν εδώ και εκεί, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας, οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν αν ήξευραν, που ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις εξ αυτών ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη και είπεν, ότι δεν την είδε ποσώς· επροτίμησεν ως γνωστικός να είπη ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μεν δια να μη τον ακούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, δια να εύρη την Μάρτυρα. Όμως η θεία δίκη επαίδευσεν αμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους και περιεκύκλουν τον τάφον της Αγίας. Ευρών επί τέλους την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς· έπειτα αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκον του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν οικίσκον και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττουν. Έπειτα επήγεν εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπε προς αυτόν· «Η θυγάτηρ μου καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς ημών και μόνον τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται και τιμά εξ όλης ψυχής». Αφού είπε ταύτα, έφερε και την θυγατέρα του και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, εξώρκισε δε αυτόν εις τους θεούς των να μη την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντός είδους βίαια και σκληρά κολαστήρια. Καθίσας ο Μαρκιανός εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία, άμα παρουσιάσθη και την είδεν εκείνος, έκθαμβος γενόμενος από το εξαίσιον κάλλος και το σεμνόν ήθος της, ελησμόνησε προς στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, και είπε προς αυτήν με γλυκείαν φωνήν και με πραότητα· «Δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν και οι γονείς σου; Εγώ λυπούμαι να θανατώσω μίαν νέαν, η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σε συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω και να προσκυνήσης τους θεούς, άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον». Η δε Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως, τους οποίους συ λατρεύεις, είναι κατεσκευασμένοι από αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων και των εθνών δαιμόνια». Ταύτα ακούσας ο δικαστής ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να την δείρουν ανηλεώς με σκληρά βούνευρα, να τρίψωσι δε τας πληγάς της με ύφασμα τρίχινον, δια να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν το σώμα της, από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατεκοκκίνισε το μέρος της γης, εις την οποίαν την είχον ερριμμένην. Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν, την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς, μέχρις ότου την εξετάσωσι και δεύτερον. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε· «Μη φοβηθής ουδόλως, Βαρβάρα, ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου, εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου και θέλω σε διαφυλάττει δια παντός υπό την σκέπην μου». Ταύτα του Δεσπότου Χριστού προς την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον το σώμα της εθεραπεύθη εντελώς. Δι΄ ο αύτη ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή δε τις θεοσεβής και ενάρετος, Ιουλιανή ονομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μετά της Αγίας, η οποία ιδούσα το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν. Επειδή δε είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αύτη εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους δια την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων ήλθε και εκ δευτέρου ο ηγεμών εις το δικαστήριον και προσέταξε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ιδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν και χωρίς να έχη καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες. Ο ασεβής ηγεμών όμως, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην τού αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ΄ είπεν ο άφρων προς την Μάρτυρα· «Βλέπεις, Βαρβάρα, πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν και θεράπευσαν τας πληγάς σου»; Αυτή δε απεκρίθη προς αυτόν· «Οι θεοί σου, οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμουν τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν; Αυτοί μάλλον έχουν ανάγκην από τους ανθρώπους. Όχι λοιπόν, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου, με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης, διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρημένοι από το σκότος της ασεβείας». Ακούσας ο ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα και προσέταξε να καταξεσχίσωσι τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας, να καίωσι τα ξεσχισμένα μέλη της με λαμπάδας ανημμένας και να κτυπώσι με σφύραν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας έκαμνον εις την Μάρτυρα και το αίμα, το οποίον έρρεε ποταμηδόν εκ της κεφαλής και του λοιπού σώματος αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήση, τόσον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ησθάνετο εις την καρδίαν της, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο ηγεμών, ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτο. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αυτή και ότι δια την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιε, προσέταξε να κρεμάσωσιν αμέσως και αυτήν πλησίον της Αγίας, να ξεσχίσωσι τας σάρκας της και με λαμπάδας ανημμένας να την κατακαίωσιν. Ούτω λοιπόν βασανιζομένη και αυτή σκληρώς, κατά την προσταγήν του άρχοντος, και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον ουρανόν και είπε· «Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι δια την αγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά· λοιπόν μη με εγκαταλείπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος και να καυχηθή δι΄ εμέ, αλλ΄ αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, δια να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ενώ δε η Ιουλιανή εδέετο ούτω προς τον Θεόν, ο σκληροκάρδιος άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλην και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα· «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης αφ΄ ημών» (Ψαλμ. ν: 13-14). Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, προσέταξεν ο άρχων την μεν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να την περιφέρωσι γυμνήν εις όλην την πόλιν και συγχρόνως να την δέρωσιν ασπλάγχνως. Η δε σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη δια τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου και συγχρόνως δερομένη, δεν εθλίβετο ποσώς δια τας βασάνους ταύτας, αλλ΄ ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν είπε· «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις και περιτυλίσσων την γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ των ουρανών, και μη αφήσης να βλέπωσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, δια να μη γίνω μυκτηρισμός αυτών και χλευασμός και περιγέλασμα». Ήκουσεν εκ Ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν ευθύς εις αντίληψιν της πασχούσης Μάρτυρος. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, δια της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας Αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα, κατά προσταγήν Αυτού, ενέδυσαν οι Άγιοι Άγγελοι με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Όχι δε μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την παρουσίασαν εις τον άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους, ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Προσέταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο. Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας ανεφέραμεν ότι εδοκίμασεν η Μάρτυς Βαρβάρα, ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος. Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την θυγατέρα του, ούτε εχόρτασεν εις τόσας παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν, αλλ΄ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον κατηγορήσει αυτόν ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφηνε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ΄ αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν ως τίγρις λυσσώσα, δια να την θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μεν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, άλλος δε δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν εις το όρος, εις το οποίον απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα υπό του πατρός της. Αλλ΄ ενώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου αυτών αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνούν, απ΄ εναντίας μάλιστα έχαιρον και ηυχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην τινά διασκέδασιν φιλικήν και χαρμόσυνον. Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα· «Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος· αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν ιδικήν σου». Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε δια της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος. Αλλ΄ ενώ οι άδικοι φόνοι εξετελούντο, η θεία δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρησεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα· διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη εκ του όρους, εις το οποίον είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούσης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτο ανάξιος και εις την μίαν να ζη και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν  του παιδοκτόνου Διοσκόρου, αλλά και μέχρις αυτού του ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική του ασβέστου εκείνου πυρός, εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως. Άνθρωπος δε τις ευσεβής Χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις το χωρίον Γελασσόν· εκεί δε όταν έφθασε, τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το Μαρτύριον αυτών ας είναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας είναι εις δόξαν Χριστού του μόνου αληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο Άγιος Νεομάρτυς Αγγελής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΑΓΓΕΛΗ του εν Χίω αθλήσαντος εν έτει αωιγ΄ (1813).

Αγγελή του Αγίου Νεομάρτυρος την μνήμην σήμερον εορτάζομεν. Χαρήτε όθεν όλοι οι ευλαβείς φιλομάρτυρες, όσοι αδιστάκτως και αναμφιβόλως καρδία μεν τον πιστεύετε, στόματι δε τον ομολογείτε της Αιωνίου Αληθείας, του Ιησού Χριστού, παναληθέστατον Μάρτυρα. Τον πρώην εξωμότην Αγγελήν υμνούμεν και ευφημούμεν και τους μαρτυρικούς του αγώνας επικροτούμεν και δοξάζομεν. Ας πληροφορηθώσιν όσοι διστάζουσι και περί της αγιότητος και της μαρτυρικής αυτού δόξης αμφιβάλλουσιν, ότι Μάρτυς είναι τη αληθεία και, κατά την ανέκαθεν της Εκκλησίας παράδοσιν, πάσης μαρτυρικής τιμής άξιος. Τον πρώην αρνησίχριστον, ως Χριστού αγαθόν και πιστόν δούλον, με επινικίους ωδάς και μαρτυρικά άσματα τιμώμεν, ίνα και ημείς Μάρτυρες τη προαιρέσει, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, γινώμεθα. Ας εμφραγούν τα απύλωτα στόματα των αντιλεγόντων και μη ομολογούντων αυτόν και τους ομοίους αυτού όντως θείους Μάρτυρας· ότι κατά τους θείους Πατέρας, το Μαρτύριον δεν είναι απλώς άφεσις αμαρτιών, αλλά και αγιότης και δόξα και τιμή αιώνιος και ουράνιος. Ημείς λοιπόν φιλαλήθως διηγούμεθα εις την υμετέραν αγάπην την του Αγγελή χριστιανικήν ζωήν και την ευαγγελικήν πολιτείαν και τον υπέρ της ευσεβείας ένθερμον ζήλον του, αλλά και την αξιοδάκρυτον πτώσιν του ομολογούμεν και την αντίχριστον άρνησίν του δεν σιωπώμεν· καθώς και το ιερόν Ευαγγέλιον και την εκ θείας αποκαλύψεως ομολογίαν του Αποστόλου Πέτρου εκθειάζει και την τριτήν αυτού άρνησιν ομολογεί· δεν σιωπώμεν την πτώσιν, επειδή έπεται κατόπιν η θαυμασία αυτού ανόρθωσις και τελειοτάτη μετάνοια· ομολογούμεν την άρνησιν, επειδή έχομεν ακόλουθον την πεπαρρησιασμένην αυτού ομολογίαν και των μαρτυρικών αγώνων την λαμπρότητα. Ακούσατε λοιπόν μετά προσοχής την σύντομον ταύτην διήγησιν, η οποία τους μεν καλώς εστώτας εις την πίστιν και εις την αρετήν θέλει διδάξει να προσέχουν δια να μη πέσουν ή από αμέλειαν ή από υπερηφάνειαν, τους δε πεσόντας θέλει διεγείρει και παρακινήσει εις μετάνοιαν και ανόρθωσιν εκ του πτώματος της αμαρτίας. Ούτος λοιπόν ο νέος του Χριστού στρατιώτης, ο νικητής σαρκός και κόσμου και κοσμοκράτορος, ο ουρανόφρων και αγγελόφρων Αγγελής εγεννήθη εις το Άργος της Πελοποννήσου· το γένος του και την ανατροφήν του και την πολιτείαν του και την κατάστασιν, την οποίαν είχεν εις το Άργος, δεν ηδυνήθημεν να τα μάθωμεν· τόσον μόνον εμάθομεν, ότι εις το Κουσάντασι ευρίσκετο και διέτριβε και εμπειρικός ιατρός εγνωρίζετο· άνθρωπος ευλαβής, ήσυχος, φιλακόλουθος, ελεήμων, ευσεβής και ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος (καθώς εβεβαιώθημεν από αξιοπίστους ανθρώπους, οίτινες είχον γνωριμίαν και συναναστροφήν μαζί του). Αλλά τι ηκολούθησεν εις τον καλόν Αγγελήν από αυτόν τον υπέρ της ευσεβείας υπέρμετρον ζήλον του; Τούτον είναι άξιον διηγήσεως και δεν πρέπει να σιωπηθή. Έτυχεν εις μίαν του συναναστροφήν εις Γάλλος άθεος, όστις ακούων τον ένθεον και θεοσεβή Αγγελήν να λέγη προς τους παρόντας λόγους υπέρ της ημετέρας ευσεβείας και της αγίας μας Πίστεως, τον εχλεύαζε και τον περιεγέλα ο μιαρός, ως ασεβής και άθεος όπου ήτο. Ο δε θείος Αγγελής δεν εσιώπησε, καθώς πολλοί δια ανθρωπαρέσκειαν ποιούσιν, αλλ΄ αντέλεγε και όπως ηδύνατο την μεν αγίαν μας Πίστιν υπεστήριζε, τον δε αλιτήριον Γάλλον απεδείκνυεν ασεβή και άθεον και εκ τούτου έγινεν ικανή φιλονικία και τέλος πάντων λέγει ο Αγγελής προς τον άθεον εκείνον· «Όχι μόνον με λόγια γυμνά δύναμαι να αποδείξω την αγιότητα της Πίστεώς μου, αλλά και με έργα εμπράκτως. Λοιπόν άφες τους λόγους και τας φλυαρίας και ας φιλονικήσωμεν με τα έργα· φόρεσον συ όλα τα άρματά σου και όπως θέλεις αρματώσου και εγώ χωρίς άρματα, χωρίς μάχαιραν, χωρίς πιστόλαν, χωρίς τυφέκιον, γυμνός από όλα αυτά, καθώς με βλέπεις, μόνον με εν ξύλον εις την χείρα να μονομαχήσωμεν αμφότεροι, και θα σε νικήσω με την δύναμιν της Πίστεώς μου». Αυτά ηρέθισαν τον Γάλλον και τον εκίνησαν εις θυμόν και μη υποφέρων να βλέπη ένα ευτελέστατον Έλληνα να έχη τόσην πεποίθησιν και θάρρος εις την δύναμιν της Πίστεώς του, εδέχθη τον αγώνα να μονομαχήσουν, θαρρών εις τα άρματά του, ότι θέλει τον φονεύσει, αφ΄ ενός μεν δια να κάμη εκδίκησιν εις τον εχθρόν του, αφ΄ ετέρου δε δια να δείξη ο άπιστος ψευδή την δύναμιν της αγίας ημών Πίστεως, εις την οποίαν κατεκαυχάτο ο Αγγελής και είχε προς αυτήν όλον το θάρρος του· και ο μεν Πέτρος, η πέτρα της Πίστεως, ο κορυφαίος των Αποστόλων, ολίγον περιπατήσας επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης, ωλιγοπίστησε και δια τούτο ήρχισε να βυθίζηται εις τα ύδατα, ο δε Αγγελής τόσον στερεάν Πίστιν και τόσον θάρρος είχεν, ότι θέλει θαυματουργήσει ο Θεός και θέλει δείξει την δύναμιν της Πίστεώς του, ώστε δεν ηθέλησε να γίνη η μονομαχία αυτή κρυφίως, αλλά παρρησία και φανερά. Παρρησιάζεται λοιπόν ο Αγγελής με τον ανταγωνιστήν του εις τον Γάλλον πρόξενον και αναφέρει προς αυτόν την περί της Πίστεως φιλονικίαν των, εις επήκοον δε των παρευρεθέντων είπε τας βλασφημίας, τας οποίας έλεγεν ο άθεος εκείνος κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της αγιωτάτης ημών Πίστεως και την απολογίαν, την οποίαν έκαμεν αυτός υπέρ της αληθείας της Πίστεώς μας. Κατόπιν τούτου, με άδειαν και έγκρισιν του προξένου, έκαμον γράμματα εις την καγκελλαρίαν, ότι οικεία βουλήσει και προαιρέσει ηθέλησαν να μονομαχήσουν οι δύο ούτοι, ο μεν Γάλλος με άρματα πολεμικά, ο δε Έλλην Αγγελής χωρίς άρματα, κρατών μόνον ένα ξύλον εις την χείραν του, όστις δε εκ των δύο ήθελε φονευθή, να είναι καλώς πεφονευμένος, ο δε νικήσας και φονεύσας τον άλλον να μη έχη ύστερον παρά τινος ουδεμίαν εξέτασιν ή κρίσιν ή τιμωρίαν δια τον φονευθέντα. Τοιούτον γράμμα και τοιαύτην συμφωνίαν και απόφασιν έκαμον και δεν είναι θαυμαστόν αν ο υπερήφανος Γάλλος εδέχθη τον αγώνα τούτον, ελπίζων εις την δύναμίν του και εις τα άρματά του, ως άλλος αλλόφυλος Γολιάθ, να φονεύση με το πρώτον κτύπημα τον άοπλον Αγγελήν· δεν είναι, λέγω, τούτο θαυμαστόν· το θαυμαστόν όντως και υπερθαύμαστον είναι ότι ο Αγγελής, ως άλλος Δαβίδ, είχε πίστιν αδίστακτον, ότι και χωρίς άρματα, με μόνην την θείαν Δύναμιν, θέλει φονεύσει τον αλλόφυλον. Αλλ΄ ίσως δεν ήθελέ τις ονομάσει πίστιν αδίστακτον ένα τοιούτον τόλμημα, αλλ΄ ελαφρότητα νοός ή άλλο τι παρόμοιον· το ακόλουθον όμως του διηγήματος δεν δεικνύει ελαφρότητα νοός και παραλογισμόν και παραφροσύνην, διότι δεν ηθέλησεν ευθύς την ώραν εκείνην να τελειώση τον αγώνα, αλλά με συμφωνίαν του αντιπάλου τον άφησε δια την επομένην, ίνα λάβη, ως έδειξαν τα πράγματα, καιρόν να φορέση και αυτός τα ουράνια άρματα, εναντίον των γηϊνων αρμάτων του αλλοφύλου. Τρέχει λοιπόν ο καλός Αγγελής εις τον Πνευματικόν του Πατέρα και εξομολογείται όσα ως άνθρωπος ήμαρτε, φανερώνει προς αυτόν τον προκείμενον αγώνα του και ζητεί τας ευχάς του και δι΄ αυτών την εξ ύψους βοήθειαν. Ο Πνευματικός κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν να τον εμποδίση, αλλά δεν ηδυνήθη, όθεν τον απέλυσεν, αυτός δε πηγαίνων εις την κατοικίαν του διήλθεν όλην την νύκτα εις θερμήν δέησιν προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αιτών όπως θαυμαστώση την δύναμιν της θείας του Πίστεως εναντίον του βλασφήμου Γάλλου· έπειτα την πρωϊαν εκοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και ούτω καθωπλισμένος με την θείαν δύναμιν εξήλθεν εις παράταξιν κατά του αλλοφύλου και τον προσκαλεί να συμπλακούν και να πολεμήσουν. Τις να μη θαυμάση και να μη φωνάξη μετ΄ εκπλήξεως· «Ω θειότατε Αγγελή, μεγάλη σου η Πίστις!» Άλλο δεν είχεν εις το στόμα και άλλο δεν έλεγε παρά «Με τον πόλεμόν μου τούτον θα δείξω εις τους απίστους την δύναμιν της αληθούς Πίστεώς μου». Αλλ΄ ενταύθα του λόγου γενόμενος, ευσεβέστατοι ακροαταί, νομίζω ότι βλέπω με τους οφθαλμούς του νοός μου δύο ενάντια πάθη μέσα εις τας καρδίας σας, φόβον και πόθον· πόθον μεν, διότι ποθείτε και αγαπάτε να ακούσητε πεφονευμένον και τεθανατωμένον τον άθεον, δια να φανή η δύναμις της Πίστεώς μας, να δοξασθή ο υπό των απίστων αθετούμενος Χριστός, φόβον δε μήπως και δεν ευδοκήση ο Θεός, δια τας αιτίας, τας οποίας μόνος Αυτός γνωρίζει, να γίνη το ποθούμενον θαύμα· αλλά δίκαιος μεν είναι ο πόθος σας, της ολιγοπιστίας δε είναι ο φόβος σας· επειδή είναι αψευδής ο ειπών· «Εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ: 20). Μη φοβήσθε λοιπόν, αλλά και μη ποθήτε να ίδητε τεθανατωμένον τον εχθρόν της Πίστεως· διότι «τα κρίματά σου (Κύριε) ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. λε: 7) και· «τις έγνω νουν Κυρίου; και τις αυτού σύμβουλος εγένετο;» (Ησαϊας μ: 13). Ο βάθει σοφίας πάντα οικονομών και το συμφέρον πάσιν απονέμων δια λόγους, τους οποίους αυτός μόνος γνωρίζει, δεν συνεχώρησε να γίνη αυτή η μονομαχία και να τελειωθή αυτός ο ποθούμενος αγών και ακούσατε. Ευθύς ως παρρησιάσθη, ώσπερ λέων απτόητος, ο της ευσεβείας αγγελώνυμος Αθλητής και εζήτει εις συμπλοκήν τον αντίπαλον, κατέλαβεν εκείνον φόβος και τρόμος ανείκαστος και δειλία θανάτου επέπεσεν επ΄ αυτόν και εκάλυψε την διάνοιάν του σκότος, η καρδία του εταράχθη και εγκατέλειπεν αυτόν η ισχύς αυτού. Όθεν και με πολλήν του καταισχύνην και εντροπήν παρητήθη και έφευγεν, αλλά και παραίτησις και η φυγή του δεν έγινε καθώς εκείνος ήθελε, κρυφίως δηλαδή χωρίς να τον αντιληφθούν πολλοί, επειδή ο μακάριος Αγγελής ως αριστεύς και νικητής εθριάμβευε την εκείνου φυγήν ως ήτταν και επέμενεν εις την εξ αρχής συμφωνίαν των γραμμάτων των, ζητών να μονομαχήσουν και αποφασιστικά του έλεγεν ότι θα τον φονεύση με την δύναμιν της Πίστεώς του. Όθεν παρρησιάσθη και δια δευτέραν φοράν εις τον πρόξενον καο εζήτει παρ΄ αυτού, όπως εξαναγκάση τον φυγάδα να πραγματοποιήσουν την συμπεφωνημένην μονομαχίαν· εκείνου δε παραιτουμένου εκηρύχθη παρά πάντων νικητής ο Αγγελής, ή μάλλον ειπείν η θεία Πίστις ημών και νενικημένος ο άθεος Γάλλος. Όθεν και με κρίσιν του προξένου επλήρωσε και τα έξοδα της καγκελλαρίας, δια το γράμμα, το οποίον έκαμον. Εάν όμως ήτο μέχρι λόγων η φιλονικία των και μόνοι οι δύο συνεκρούοντο, ήθελε δε υποχωρήσει ο Γάλλος, ηδύνατο κανείς να είπη, ότι δεν κατεδέχθη να πιασθή με ένα ταπεινόν άνθρωπον και να βάλη εις κίνδυνον την ζωήν του χωρίς ανάγκην· αλλ΄ εφόσον δεν ήτο απλή μόνον λογομαχία μεταξύ των, αλλά και παράστασις εις τον πρόξενον και κρίσις και απόφασις έγγραφος, έπειτα δε παραίτησις τόσον άτιμος και επονείδιστος, που έχει τόπον πλέον αυτή η πρόφασις, ότι καταφρονών δήθεν αυτόν παρήτησε; Θεόθεν λοιπόν ήτο ο φόβος και από τον φόβον εκείνον και ο άθεος κατησχύνθη και ο Αγγελής δεν έγινεν ανθρωποκτόνος. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών;» Κατά τον επιστήθιον μαθητήν, «αύτη εστίν η νίκη, η νικήσασα τον κόσμον, η Πίστις ημών» (Α΄ Ιω. ε: 4). «Πως διώξεται εις χιλίους και δύο μετακινήσουσι μυριάδας, ει μη ο Θεός απέδοτο αυτούς και ο Κύριος παρέδωκεν αυτούς;» (Δευτ. λβ: 30). Πως ο καλά αρματωμένος, εάν ο Θεός δεν ήθελε ταράξει την καρδίαν και τας φρένας αυτού και εάν δεν επέπιπτεν εις αυτόν φόβος και τρόμος, από το μέγεθος του θείου βραχίονος (Έξ. ιε: 16) ήθελε φοβηθή τόσον υπέρμετρα τον όλως άοπλον; Τι τα μετά ταύτα; Έκτοτε και εις το εξής (λέγουσιν οι φίλοι και γνωστοί του) παρήτησεν ο Αγγελής την ιατρικήν και κάθε συναναστροφήν ανθρώπων και κάθε τι άλλο και εκάθητο εν απομονώσει και ησυχία εις την οικίαν του, μέσα εις το Πασά Χάνι, χωρίς να θέλη να εξέλθη πλέον έξω. Μόνον δύο φίλοι του τον έβλεπον, οι οποίοι και του έφερον τα προς ζωοτροφίαν, νομίζοντες δε μελαγχολίαν και υποχονδρίαν την απομεμονωμένην και ησυχαστικήν εκείνην ζωήν του, εδοκίμαζον με διαφόρους τρόπους να διασκεδάσουν τους λογισμούς του και να αποβάλουν την φαινομένην υποχονδρίαν του. Ο δε Αγγελής έλεγε προς αυτούς· «Μη κοπιάζετε ματαίως να αλλάξητε τον λογισμόν μου, επειδή έλαβον σταθεράν απόφασιν να μαρτυρήσω υπέρ του Χριστού μου και να χύσω το αίμα μου υπέρ της Αγίας μου Πίστεως, δια να δείξω την θείαν αυτής δύναμιν». Πολλά και διάφορα του είπον δια να του αποβάλουν τον λογισμόν του Μαρτυρίου, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Όθεν οι δύο φίλοι του εκείνοι και τότε πάλιν μελαγχολίαν ενόμιζον την ησυχίαν και σιωπήν εκείνην και παραίτησιν της ζωής του και την προς το Μαρτύριον ορμήν του και ύστερον, ότε μας έγραψαν τα ανωτέρω, μελαγχολίαν ονομάζουσι την κατάστασιν εκείνην του Μάρτυρος, εγώ όμως απέχω από τούτου και δεν αποφασίζω να ονομάσω μελαγχολίαν την προτέραν εκείνην κατάστασιν αυτού. Τι δε να είπω δια το απευκταίον και ανέλπιστον εκείνο, το οποίον έπραξεν ύστερον, απορώ και εις βάθος αμηχανίας εμπίπτω και ποίαν κρίσιν να κάμω δεν γνωρίζω. Επειδή εκείνος ο τόσον ζηλωτής της Πίστεως, ο κατά μόνας και καθ΄ ησυχίαν μελετών τον υπέρ Χριστού θάνατον και τα μαρτυρικά στίγματα φανταζόμενος νύκτα και ημέραν επάνω εις το σώμα του, ο τοιούτος, λέγω, ζηλωτής, στρέφων τους λογισμούς αυτούς του Μαρτυρίου μόνος του μέσα εις τον νουν του και έχων υπερηφάνους, ως νομίζω, λογισμούς, ότι τάχα ενίκησε τον άπιστον με την προς Χριστόν αδίστακτον πίστιν του, εγκατελείφθη από τον Θεόν, τον μισούντα τους υψηλόφρονας, και ούτως ευρών τόπον και επιτήδειον καιρόν ο απ΄ αρχής ανθρωποκτόνος διάβολος, τον επλάνησεν (εγελάσθην, έλεγεν εξομολογούμενος) τον επλάνησε, λέγω, να τουρκεύση, δια να λάβη τάχα αφορμήν να μαρτυρήση. Όθεν, φευ του ανελπίστου κακού! Κατά το έτος 1813 το Σάββατον του δικαίου Λαζάρου, εξυρίσθη, έπειτα έβγαλε το κάλυμμα της κεφαλής, το οποίον εφόρει, έβαλε φέσι και μανδήλιον εις την κεφαλήν του και χωρίς καμμίαν βίαν ή παρακίνησιν επήγε και εζήτει να τουρκεύση. Εκεί πάλιν, καίτοι δεν τον εδέχθησαν παντελώς να τον κάμουν προσήλυτον εις την πίστιν των, αλλά τον ύβριζον και τον εδίωκον, παρ΄ όλα ταύτα, ό,τι και αν του έκαμνον, αυτός δεν έφευγεν εκείθεν, έως ου τους έκαμε και τον εδέχθησαν και εξώμοσε, φευ! την Αγίαν Πίσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Όμως και μετά την άρνησιν δεν ήλλαξε τον απ΄ αρχής σκοπόν του, αλλ΄ έκαμνεν άτακτα κινήματα, δια να δώση αφορμήν να τον σύρουν εις κρίσιν, να ομολογήση ότι είναι Χριστιανός. Όθεν και μελαγχολικόν και υποχονδριακόν τον ενόμιζον· διότι μίαν ημέραν επήγεν εις το καπηλείον ενός από τους προρρηθέντας φίλους του και εζήτησε να του δώση κρασί. Αφ΄ ου έπιε, τον ερωτά ο φίλος του· «Διατί βαστάζης πιστόλα»; Αυτός απεκρίθη· «Την βαστάζω δια να σε σκοτώσω» · και ευθύς με τον λόγον ετράβηξε την πιστόλαν επάνω εις τον άνθρωπον και βλάβην μεν ουδεμίαν δεν του επέφερεν, έκαψεν όμως μέρος από το ένδυμά του. Τούτο εστάθη αιτία να τον διώξουν εκείθεν οι εξουσιασταί ως παράφρονα και τον έστειλαν εις την Χίον. Τι όμως τη αληθεία συνέβαινεν με τον Μάρτυρα δεν ηδυνήθη κανείς να εννοήση· επειδή, όπου εύρισκεν Εκκλησίαν ανοικτήν, εισήρχετο εντός αυτής και με την ροήν των δακρύων του κατέβρεχε το έδαφος της Εκκλησίας, εκτύπα άπονα και αλύπητα την κεφαλήν του εις τα μάρμαρα του εδάφους και μάλιστα τόσον ώστε και μακρόθεν ηκούετο ο κτύπος του μετώπου του εις τα μάρμαρα, ησπάζετο μετά πολλής ευλαβείας τας αγίας Εικόνας, πολλάκις δε, όταν δεν ήτο καιρός της Ακολουθίας, έλεγε τόσον κατανυκτικάς ευχάς προς τον Χριστόν, προς την Παναγίαν, προς τους Αγίους, εξαιρέτως δε εις τους Μάρτυρας, ώστε πολλοί εθαύμαζον πως τα προσήρμοζε και τα έλεγεν, ως να τα είχεν αποστηθισμένα και εκίνει τους ακούοντας εις οίκτον και δάκρυα. Άλλοτε πάλιν εισήλθεν εις Εκκλησίαν τινά και επειδή ο εφημέριος φοβηθείς τον εξέβαλεν έξω, εφοβέριζε να τον φονεύση· άλλοτε πάλιν έδιδε λειτουργίας εις τους Ιερείς και διεμοίραζεν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς να παρακαλούν τον Θεόν δι΄ αυτόν. Άλλοτε πάλιν, όταν εύρισκε συνηγμένους Χριστιανούς, επήγαινε και τους έλεγε να παρακαλούν τον Θεόν δια να τελειώση τον αγώνα του και έπειτα αν του έλεγον «Καλότυχος συ, όστις μελετάς τοιούτον έργον» ή άλλο τι παρόμοιον και τον επαινούσαν, αγρίευε και άλλοτε μεν τους ύβριζε, άλλοτε δε τους απειλούσεν. Άλλοτε πάλιν, εκεί όπου έλεγε φρόνιμα και συνετά λόγια, αν αντελαμβάνετο ότι τον περιεργάζονται, άφηνε την ομιλίαν και έλεγεν άλλα αντί άλλων. Μίαν φοράν, ιδών Χριστιανόν τινα μεθυσμένον να φλυαρή, του έδωκεν ένα βαρύ ράπισμα εις το στόμα, δια το οποίον μάλιστα και μερικοί, οι οποίοι τον είχον εις εκτίμησιν, εσκανδαλίσθησαν· αυτός δε, ευρίσκων την επομένην ημέραν εκείνον τον οποίον έδειρε, του λέγει· «Εγώ είμαι Χριστιανός και ως Χριστιανός δεν έδειρα σε τον ομόπιστόν μου, αλλά έδειρα τον δαίμονα, όστις εκάθητο εις τα χείλη σου και έλεγε τα λόγια εκείνα, τα οποία δεν πρέπει να λέγουν οι Χριστιανοί». Μίαν φοράν, κατά τας ημέρας του ραμαζανίου, εκάθισε κάτωθι μιας τουρκικής οικίας και εζήτησεν ύδωρ από μίαν Χριστιανήν, αφού δε το έπιεν, έλεγεν εκεί ενώπιον πολλών ανδρών, γυναικών και παιδίων ότι είναι Χριστιανός και ότι μέλλει να μαρτυρήση υπέρ Χριστού δια να καταισχύνη την τουρκικήν πίστιν και άλλα παρόμοια. Ο δε Τούρκος κύριος της οικίας, ιδών αυτόν άνωθεν να πίνη ύδωρ εις απηγορευμένην δι΄ αυτούς ώραν και να λέγη τα όσα έλεγεν, ων δε και δαιμονισμένος εκ του ραμαζανίου, ώρμησεν ως θηρίον άγριον και αρπάσας την πιστόλαν του Αγγελή από την ζώνην του τον έδερνε με την πιστόλαν όπου έφθανεν, έως ότου εχόρτασε την θηριώδη μανίαν του ο αλιτήριος· ο δε ευλογημένος Αγγελής ούτε ωμίλησε ποσώς, ούτε μετεκινήθη από το κάθισμά του, αλλ΄ ήτο «ως αμνός (άκακος) εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος» (Ησ. νγ: 7) και «ωσεί άλαλος ουκ ανοίγων το στόμα αυτού και … ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς» (Ψαλμ. λζ: 14-15). Μετά τον σκληρόν εκείνον δαρμόν και την αναχώρησιν του ασεβούς, επήγεν εις Ιερεύς γνώριμός του και του λέγει· «Ιδού καιρός αρμόδιος να παρρησιασθής, και να είπης: Επειδή οι Τούρκοι με δέρουν και με ατιμάζουν, δεν θέλω πλέον να είμαι εις την πίστιν σας, αλλ΄ είμαι Χριστιανός ως και πρότερον και ό,τι θέλετε κάμετέ με, έτοιμος είμαι και να αποθάνω δια τον Χριστόν». Αυτά του είπεν ο Ιερεύς, ο δε μακάριος Αγγελής δεν ωμίλησεν, αλλ΄ ήγειρε την χείρα του εις τον ουρανόν, εννοών με τούτο, ότι, όταν έλθη το θέλημα του Κυρίου, τότε ας γίνη αυτό το οποίον με συμβουλεύεις. Την αυτήν ώραν εκίνησε και έκαμε μίαν ευχάριστον δοκιμήν, αν έφθασεν η ώρα και το θέλημα του Θεού. Ήτο, καθώς είπομεν, το ραμαζάνι, αυτός δε λαβών άρτον, τυρόν και οίνον επήγεν εις την θύραν του μεχκεμέ (δικαστηρίου) και απλώσας το μανδήλιόν του ως τράπεζαν εκάθησεν εκεί αμέριμνος και αφόβως ήρχισε να τρώγη και να πίνη. Εισήρχοντο δε και εξήρχοντο πολλοί Αγαρηνοί, αλλ΄ ουδείς του είπε: «Τι κάμεις εκεί, άνθρωπε; Τρώγεις και πίνεις τώρα που είναι ραμαζάνι (νηστεία) και μάλιστα με τόσην αυθάδειαν έμπροσθεν της θύρας του μεχκεμέ, ενώ είσαι Τούρκος και όπως γνωρίζεις αυτό απαγορεύεται εις τους Τούρκους;». Ουδείς, λέγω, του είπε τίποτε· όθεν ηγέρθη και πηγαίνων παρέκει, λέγει εις τινας Χριστιανούς· «Δεν ήλθεν η ώρα ακόμη». Είπομεν ανωτέρω, ότι πάντας τους Αγίους επεκαλείτο εις βοήθειαν και μάλιστα τους Μάρτυρας· είχε δε και υπερβάλλουσαν αγάπην, με πόθον διάπυρον και ευλάβειαν υπερέξοχον, προς τον εν Ιεράρχαις θαυματουργόν Άγιον Μακάριον, τον Αρχιεπίσκοπον πρώην Κορίνθου, τον εν τη Χίω διαλάμψαντα και προ ολίγων ετών δοξασθέντα παρά Θεού. Όθεν συχνά επήγαινε και έπιπτε πρηνής επάνω εις τον ιερόν αυτού τάφον και με τα δάκρυά του τον έβρεχε και με πολλά κτυπήματα της κεφαλής του εις τον λίθον του μνήματος εδέετο του Αγίου και έλεγεν· «Άγιε του Θεού, καθώς ζων ωδήγησας εις το Μαρτύριον τους Νεομάρτυρας Πολύδωρον τον Κύπριον, Θεόδωρον τον Βυζάντιον, Δημήτριον τον Πελοποννήσιον και άλλους πολλούς εξωμότας και τους έφερες εις οδόν μετανοίας, ούτω και μετά θάνατον, μάλιστα τώρα όπου μετά παρρησίας Ιεραρχικής παρίστασαι ενώπιον του θρόνου της Θείας μεγαλειότητος, ενδυνάμωσον και εμέ τον ανάξιον εις το υπέρ Χριστού Μαρτύριον και αξίωσόν με να τελειώσω θεαρέστως τον καλόν αγώνα της αθλήσεως». Εκεί όμως όπου εφαίνετο ένδακρυς και οι αναστεναγμοί του ήσαν σχεδόν ακατάπαυστοι, συγχρόνως έκαμνε και κάποιαν παραφροσύνην και εσκέπαζε την εν γνώσει αρετήν του και δεν ήξευρε κανείς τι να τον είπη, παράφρονα ή φρόνιμον; Καθώς ημέραν τινά, αφ΄ ου έκλαυσε πικρώς και έκρουσε πολλάκις την κεφαλήν του επάνω εις το ιερόν μνήμα και έτυψε το στήθος του ως ο τελώνης, τότε εζήτησε να του φέρουν ένα ορνίθιον· όθεν του το έφεραν, νομίσαντες ότι θέλει να του το ετοιμάσουν δια φαγητόν. Αφού λοιπόν το έλαβεν, επλήρωσε και έπειτα λέγει· «Ποίος είναι επιτήδειος να του κόψη την κεφαλήν με ένα κτύπημα;» Τότε νέος τις την έκοψε παρευθύς, λαβών δε ο μακάριος από την μίαν χείρα το σώμα του πτηνού, από δε την άλλην την κεφαλήν αυτού και βλέπων προς τον ουρανόν, εφώναξε με κλαυθμηράν φωνήν· «Ούτω, Χριστέ μου, να χωρισθή και η ιδική μου κεφαλή από το σώμα μου με μίαν σπαθιάν»· έπειτα έρριψε μακράν το ορνίθιον και ούτε εκείνος το έφαγεν, ούτε άλλος τις. Τούτο βλέποντες οι παρόντες όσοι μεν ηννόησαν ότι αποφασιστικά ετοιμάζεται δια τον υπέρ Χριστού θάνατον, εδάκρυσαν· όσοι δε ενόμισαν το γενόμενον παιγνίδι και αστείον, εγέλασαν. Εσύχναζε δε πολλάκις ο μακάριος Αγγελής εις εν εξωκκλήσιον και έβλεπεν εκεί πνευματικόν τινα, όστις εθαύμαζε την κατάνυξίν του, τα δάκρυά του, τους εκ βάθους στεναγμούς του, την συντριβήν της καρδίας του, την εγκράτειάν του, τους ουρανόφρονας λογισμούς του και την εν γένει διαγωγήν του. Έλεγε δε ούτος ότι «Πολλάκις έτυχεν εις την συνομιλίαν μας και έμεινεν ο άνθρωπος ώραν ικανήν ως εκστατικός. Από τα φαινόμενα εκείνα συμπεραίνω ότι εγίνετο θεόληπτος και ηρπάζετο ο νους του εις την θείαν θεωρίαν. Έπειτα με ταπεινήν φωνήν έλεγεν· «Χριστέ μου, συ γνωρίζεις όλην μου την κατάστασιν, φθάνει πλέον, φθάνει· δεν δύναμαι να ανθέξω άλλο, έως πότε να γίνη το θέλημά Σου». Εδοκίμασα πολλάκις, μας έλεγεν ο πνευματικός εκείνος, να τον κάμω να μου φανερώση μυστικόν τινα λογισμόν του πνευματικόν τι πάθημα, ήτοι θεωρίαν ή αποκάλυψιν και ευθύς μετέβαινεν εις άλλην ομιλίαν· άλλοτε έλεγε· «Τι πειράζεις ένα αμαρτωλόν και παράφρονα άνθρωπον; Πεινώ, έχεις τι να μου δώσης να φάγω;» Με τοιαύτην πεπλασμένην μωρίαν διήλθεν εδώ εις την Χίον ο θεόσοφος και θεόπνευστος Αγγελής μήνας εξ, έως ότου ήλθε του Κυρίου το θέλημα δια να παρρησιασθή, καθώς εδέετο και παρεκάλει· προτού δε να παρρησιασθή τρεις ημέρας, απεχωρίσθη από την συναναστροφήν των πολλών και περιεπάτει μόνος του, σύννους και σιωπών, εγνωρίζετο δε ότι εις μεγάλην και υψηλήν θεωρίαν ευρίσκετο. Αφού δε ωμολόγησεν ότι εχλευάσθη και εγελάσθη υπό του δολίου δαίμονος και εγνώρισε την ανθρωπίνην ασθένειαν και μετενόησε καλώς και έκλαυσε πικρώς την άρνησίν του ως ο Πέτρος και κατασυνετρίβη από τα κτυπήματα και επεκρέμασεν όλην την ελπίδα του εις τον Θεόν, τότε και ο Θεός, ο θέλων πάντας σωθήναι, τον ηξίωσε του ποθουμένου. Ο δε τρόπος, με τον οποίον εισήλθεν εις το στάδιον του Μαρτυρίου, ηκολούθησεν ως εξής: Ημέραν τινά επήγε κρυφίως εις ένα Χριστιανόν και εξύρισε τα γένεια του, έπειτα ήλθεν εις το τελωνείον και εκεί βλέποντες αυτόν οι Αγαρηνοί χωρίς γένεια, τον ηρώτησαν· «Τι είναι αυτό το σημείον; Που είναι τα γένεια σου; Πως τα εξύρισες;» Αυτός δε ο μακάριος χαμογελών απεκρίθη· «Εν όσω ήμην Τούρκος, τα είχον, επειδή τα έχουν οι Τούρκοι εις τιμήν, τώρα δε όπου είμαι Χριστιανός, καθώς ήμην και πρότερον, τα έκοψα ως περιττά και άχρηστα, επειδή εις τον τόπον τούτον δεν συνηθίζουν οι Χριστιανοί να έχουν γένεια». Ταύτα ακούσαντες εκείνοι εδοκίμασαν πρώτον εντός του τελωνείου με διαφόρους τρόπους να τον διορθώσουν τάχα, αλλ΄ όσον εκείνοι έπασχον να μεταβάλουν την γνώμην του, τόσον αυτός μετά παρρησίας και ελευθερίας και αφοβίας εκήρυττεν ότι είναι Χριστιανός και ηρνείτο την ιδικήν των θρησκείαν ως ψευδή και ανυπόστατον. Ανήγγειλαν τότε οι Τούρκοι τα γενόμενα εις τον διοικητήν, όστις έστειλε και τον συνέλαβον εντός της πόλεως. Έτυχε δε να είναι τότε η ώρα κατά την οποίαν τα πλήθη των Αγαρηνών συνήρχοντο δια να προσκυνήσουν εις το τζαμίον, το οποίον είναι πλησίον του τελωνείου. Ηθέλησαν λοιπόν αυτοί να τον αναβιβάσουν βιαίως επάνω εις το τζαμίον και τότε βλέποντες το πλήθος ότι δεν ήθελεν, ώρμησαν επάνω του πολλοί ως άγρια θηρία και άλλοι σύροντες έμπροσθεν, άλλοι ωθούντες όπισθεν, άλλοι δέροντες άσπλαγχνα, όπου έφθανεν έκαστος, τον εβίαζον να τον αναβιβάσουν, εκείνος δε ο αοίδιμος εφώναζε· «Θανατώσετέ με ταύτην την ώραν, δεν αναβαίνω εις το τζαμίον, επειδή είμαι Χριστιανός». Τον έφεραν λοιπόν εντός της πόλεως και τον έβαλον σιδηροδέσμιον εις σκοτεινήν φυλακήν. Τι του έκαμον και πως τον εβασάνισαν την νύκτα εκείνην, δεν είναι γνωστόν· πολλά λέγονται, πλην ουδέν εξ αυτών γράφομεν, διότι δεν γνωρίζομεν επακριβώς την αλήθειαν· όθεν λέγομεν μόνον τα ακόλουθα της διηγήσεως. Την επομένην ημέραν τον εξέβαλον από την σκοτεινήν φυλακήν της πόλεως και τον έφεραν εις το διοικητήριον· εκεί γενομένης συνελεύσεως των αγάδων, παρεστάθη ο Μάρτυς της αληθείας εις δευτέραν εξέτασιν, όσα όμως και αν του είπον, κολακευτικά και απειλητικά, δεν εστάθησαν ικανά να μεταβάλουν την γνώμην του· όθεν τον εφυλάκισαν πάλιν και έβαλον τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον. Την ακόλουθον ημέραν, βλέποντες το αμετάθετον της γνώμης του, τον έβγαλαν αντίκτυ του κονακίου εις τόπον λεγόμενον Βουνάκι και καθώς είχε ζητήσει και έκοψαν με ένα κτύπημα την κεφαλήν του ορνιθίου, και καθώς μετά δακρύων είχε παρακαλέσει ειπών· «Ούτω, Χριστέ μου, να κοπή με μίαν σπαθιάν και η ιδική μου κεφαλή», ούτω και εγένετο. Διότι ευθύς με την πρώτην σπαθιάν απετμήθη η πάντιμος αυτού κεφαλή και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον, εν έτει 1813, Δεκεμβρίου 3 και τότε «απεκαλύφθησαν εκ πολλών καρδιών διαλογισμοί» (Λουκ. β: 35) και όλοι επληροφορήθησαν και εβεβαιώθησαν, ότι ούτε υποχονδριακός ήτο, ούτε παράφρων, αλλ΄ ήτο άνθρωπος φρόνιμος, συνετός, θεόφρων και όλα εκείνα τα έκαμνε θεληματικώς, καθώς το πάλαι ο μακάριος Συμεών ο δια Χριστόν σαλός. Έμεινε δε το μαρτυρικόν σώμα εις τον τόπον της καταδίκης τρία ημερονύκτια και συνέτρεχον εις την αγίαν θεωρίαν του σεβασμιωτάτου προσώπου του (διότι κατά αλήθειαν πολλήν σεβασμιότητα είχε και Χάριν θείαν) τα πλήθη των Χριστιανών, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, Ιερείς και λαϊκοί και όσοι ηδυνήθησαν έλαβον εξ αυτού, με δόσιν χρημάτων, άλλος τρίχας, άλλος ένδυμα, άλλος τεμάχιον λειψάνου και άλλος αίμα εις αγιασμόν των. Μερικοί δε και χιλιάδες γρόσια επεσχέθησαν και μεσίτας έβαλον δια να αγοράσουν και το άγιον σώμα· και συγκατένευσαν μεν οι Τούρκοι να το δώσουν, αλλά κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος δεν ηξιώθησαν του ποθουμένου· επειδή την ώραν εκείνην ώρμησεν εις Ιερεύς και αρπάσας την αγίαν του κάραν, την ησπάζετο έμπροσθεν των Αγαρηνών. Εκ τούτου σκληρυνθέντες εκείνοι, ήγειραν παρευθύς το άγιον λείψανον ομού και το χώμα όπερ ήτο υποκάτω αυτού και το έρριψαν εις την θάλασσαν εις βάθος 25 οργυιών, εδοκίμασαν δε την νύκτα τινές φιλομάρτυρες να το εκβάλουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν. Τοιαύτη εστάθη η προ του Μαρτυρίου ζωή και πολιτεία του αοιδίμου Αγγελή, ως ηκούσατε· χριστιανική δηλονότι και ευαγγελική, αλλά με το να μη εφύλαξε την παραγγελίαν του Αποστόλου Παύλου, την λέγουσαν· «Ο δοκών εστάναι, βλεπέτω μη πέση» (Α΄ Κορ. ι: 12)· με το να είχε το θάρρος του εις τον εαυτόν του· και με το να μη εδέχθη άλλου τινός την συμβουλήν, έπεσε πτώμα ελεεινόν. Ο δε προγνώστης Θεός, προγινώσκων τα μέλλοντα, παρεχώρησε προς ολίγον δια να τον ταπεινώση, (διότι κατά τους θείους Πατέρας καλλίτερα έχει ο Θεός αμαρτωλόν ταπεινόν, παρά δίκαιον υπερήφανον)· αφ΄ ου δε, ως είπομεν, εταπεινώθη και μετενόησε και όλην του την ελπίδα επεκρέμασεν εις την θείαν βοήθειαν, τότε όχι μόνον εκ του πτώματος της αρνήσεως τον ηνώρθωσεν, αλλά και εις το ύψος της μαρτυρικής δόξης τον ανύψωσε. Τώρα ένα τοιούτον Μάρτυρα, όπως είναι ο μακάριος Αγγελής, τις αμφιβάλλει και τις δεν τον ομολογεί όντως θείον Μάρτυρα και μαρτυρικής τιμής άξιον; Νομίζω ουδείς, εκτός μόνον εάν είναι κανείς κακοπροαίρετος ή αμαθής και δεν γνωρίζει την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν. Δεν εορτάζει και μαρτυρικώς δοξάζει η Εκκλησία τον Πέρσην Ιάκωβον; Δεν κηρύττει Μάρτυρας τον Παγχάριον, τον Μείρακα, το πλήθος εκείνο των Χριστιανών, οι οποίοι δια τον φόβον των βασάνων εξώμοσαν και έπειτα από νουθεσίαν του Μεγαλομάρτυρος Κοδράτου ωμολόγησαν πάλιν τον Χριστόν και απέθανον εν τη ομολογία της Πίστεως; Δεν υπάρχουν τοιαύτα παραδείγματα πάμπολλα εις την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν;  Όντως λοιπόν Μάρτυρες παναληθέστατοι είναι ούτοι άπαντες οι αρνηθέντες και έπειτα μαρτυρήσαντες, ομού δε με αυτούς και ο σήμερον εορταζόμενος Νέος Μάρτυς Αγγελής και μαρτυρικής τιμής είναι όλοι άξιοι. Πρέπει λοιπόν και ημείς να τους τιμώμεν, διότι, κατά τον Μέγαν Βασίλειον, η προς τους αγαθούς των ομοδούλων τιμή απόδειξιν έχει της προς τον κοινόν Δεσπότην ευνοίας· πρέπει, λέγω, να τους τιμώμεν και να τους εορτάζωμεν, εξαιρέτως δε τον θείον Αγγελήν, του οποίου την λαμπράν μαρτυρίαν με τους οφθαλμούς μας είδομεν και πολιούχον και προστάτην και έφορον και προς Θεόν μεσίτην ηξιώθημεν να τον έχωμεν· ου ταις αγίαις πρεσβείαις προς Κύριον ρυσθείημεν των επικειμένων δεινών και των επερχομένων και αξιωθείημεν των μελλόντων αγαθών της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.                                                                                                            

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.