Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Tου Οσίου ΘΩΜΑ του Δεφουρκινού.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΩΜΑ του Δεφουρκινού.                             

Θωμάς ο ιερός και θαυμάσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Α΄ του Σοφού (886- 912). Πατρίδα είχε την γην εκείνην, ήτις ευρίσκεται εις τους πρόποδας του όρους, του καλουμένου Κυμινά, οι γονείς δε αυτού ήσαν άνθρωποι ιδιώται και εν αυταρκεία ζώντες. Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις την ακμήν της ηλικίας του, κατεφρόνησεν όλα τα πράγματα του κόσμου και ζηλώσας την ζωήν των Μοναχών, ενεδύθη το Αγγελικόν Σχήμα και έγινε και αυτός Μοναχός. Όθεν προέκοπτεν εις τους αγώνας, χωρίς να οπισθοδρομή· διότι εξ απαλών ονύχων έτρεφε τον πόθον τούτον εις την καρδίαν του ο αοίδιμος, επειδή συνείθιζε να μεταβαίνη μετά του πατρός του εις τα Μοναστήρια, όταν ήτο παιδίον, και βλέπων την ζωήν των Μοναχών ηγάπα ταύτην και την επόθει. Δια τούτο παρεδόθη εις ένα διδάσκαλον των Μοναστηρίων εκείνων, ίνα μάθη παρ΄ αυτού και την μοναδικήν πολιτείαν και τα ιερά γράμματα, τα οποία και έμαθεν εις μικρόν διάστημα χρόνου, ήτοι το Ψαλτήριον, τον Απόστολον και όλην την λοιπήν ιεράν Ακολουθίαν της Εκκλησίας. Ούτος λοιπόν, ως είπομεν, απολαμβάνων τον πνευματικόν πόθον, τον οποίον έτρεφεν εκ νεότητος, και γενναίως τους ασκητικούς αγώνας αγωνιζόμενος, εμόρφωσεν εις την ψυχήν του το νοητόν κάλλος με τα χρώματα των αρετών, ώστε εφαίνετο ως θείον εικόνισμα, το οποίον παρεκίνει να το μιμώνται όσοι το βλέπουσι. Τότε και ένδοξός τις των μεγιστάνων της Κωνσταντινουπόλεως, Γαλολήκτης ονομαζόμενος, έκτισε Μοναστήριον πλησίον εις τον ποταμόν Σάγαριν· όθεν συμβουλευθείς τον εκεί ευρισκόμενον Επίσκοπον, παρεκάλει αυτόν να εκλέξη ένα εκ των προκρίτων Μοναχών των υποκειμένων εις αυτόν Μοναστηρίων και τούτον να αποκαταστήση Ηγούμενον εις το ιδικόν του νεόκτιστον Μοναστήριον. Ο δε Επίσκοπος αποδεξάμενος τον λόγον συνεβούλευσε τον άρχοντα, ότι ο μακάριος Θωμάς είναι άξιος να γίνη Ηγούμενος του νέου Μοναστηρίου, ως περιβόητος ανήρ και ως κανών ακριβής της ασκήσεως. Κατασταθείς λοιπόν ο θείος Θωμάς Ηγούμενος, σοφώς διώκησε το Μοναστήριον εκείνο δι΄ αρκετά έτη. Όθεν, όσον αυτός εκρύπτετο από τους ανθρώπους με την ταπείνωσίν του, τόσον εφημίζετο εις όλους, ότι είναι πάσης αρετής ενδιαίτημα. Επειδή δε ελυπείτο, διότι έτρεχον πολλοί εις το Μοναστήριον και ετάραττον την ησυχίαν του, τι εμηχανεύθη; Εκλέξας εκ των Μοναχών του Μοναστηρίου τον πλέον ενάρετον και καταστήσας αυτόν Ηγούμενον, έλαβε τας ευχάς όλων των αδελφών και απελθών κρυφίως εις τους πρόποδας όρους τινός, τόπον αρμόδιον προς ησυχίαν, κατώκησεν εκεί. Αλλ΄ επειδή τον Ποιμένα εζήτουν τα πρόβατα και δεν έπαυον οι αδελφοί του Μοναστηρίου να ερευνώσι τα όρη και τας υπωρείας δι΄ αυτόν, τον εύρον εις την υπώρειαν εκείνην του όρους, χωρίς στέγην, χωρίς σκέπασμα και χωρίς άλλην τινά παρηγορίαν. Όταν συλλογιζόμενοι την δριμύτητα των χιόνων και του χειμώνος και το καύμα του θέρους, τα οποία εδοκίμασεν ο αοίδιμος, παρεκάλουν αυτόν λέγοντες· «Διατί, τίμιε Πάτερ, ταλαιπωρείς με τόσας πολλάς σκληραγωγίας τον εαυτόν σου; Ή δεν σκέπτεσαι την ασθένειαν του σώματος, το οποίον είναι πλασμένον από χώμα και έχει φυσικόν ιδίωμα να φθείρηται ταχέως από τας των καιρών δυσκρασίας»;                                                                   
Μόλις λοιπόν και μετά βίας επείσθη ο Όσιος εις την συμβουλήν των αδελφών. Όθεν παραγγέλλει εις αυτούς να του κατασκευάσωσι μεμονωμένον μικρόν κελλίον, αφ΄ ου δε τούτο επερατώθη, εγκατεστάθη εις αυτό και ησύχαζε. Βλέπων δε τας ανάγκας του Μοναστηρίου εισήλθεν  εις τον Ναόν και κλίνας τα γόνατα εις το έδαφος, έλεγε προσευχόμενος· «Αξίωσον, ω Κύριε, να έλθωσιν εις ημάς τους αναξίους αδελφοί πρόθυμοι να ευαρεστήσωσι την ιδικήν σου μεγαλειότητα». Τότε λοιπόν ήλθον εις το Μοναστήριον δύο ευλαβέστατοι κοσμικοί, ως να ήσαν παρά Θεού απεσταλμένοι, οίτινες παρεκάλουν να κουρευθούν Μοναχοί και να υποταχθώσιν εις αυτόν και εις όλους τους αδελφούς. Τούτους υποδεξάμενος ο Όσιος, ως απεσταλμένους παρά Θεού, ενέδυσεν αυτούς τα ιερά του Σχήματος ενδύματα και επιθέτει εις αυτούς τα ονόματα των προκρίτων μαθητών του Κυρίου, τον μεν ένα μετονομάσας Πέτρον, τον δε άλλον Ιωάννην και μετ΄ αυτών ετέλει θερμοτέρας τας προς τον αγαθόν Θεόν προσευχάς του.                                                                                               
Αλλ΄ ο πατήρ της κακίας διάβολος δεν υπέφερεν επί πολύν χρόνον να βλέπη τας πονηρίας και μηχανορραφίας του ματαιουμένας από τον Άγιον. Όθεν φέρει εις αυτόν τοσούτον μέγα πλήθος κωνώπων, ώστε δεν ηδύνατο ουδέ καν να αναπνεύση εξ αιτίας αυτών, διότι και όταν έπιπτεν ο Γέρων να κοιμηθή, εγίνοντο εις αυτόν οιονεί σκόλοπες και όταν ηγείρετο εις προσευχήν, εισέδυον δια του στόματός του εις τον λάρυγγά του· εάν δε ήθελε να ανακουφίση την ασθένειαν της φύσεως με ολίγον και ευτελές φαγητόν, εγέμιζε και εκείνο από κώνωπας. Ταύτην δε την μεγάλην πληγήν δοκιμάζων ο Όσιος τρία ολόκληρα έτη, δεν ανεστέναζε μικροψύχως, αλλά μάλλον ευχαριστών εζήτει παρά Κυρίου την λύσιν του κακού. Όταν δε οι κώνωπες έφευγον, ήρχοντο, κατ΄ οικονομίαν Θεού, μυίαι τινές πολύ μεγάλαι και ηνώχλουν τον Όσιον, καταπληγώνουσαι ως βέλη το δέρμα του, το οποίον από της πολλής εγκρατείας ήτο κατάξηρον. Όταν δε πάλιν αι μυίαι έφευγον, τότε ήρχοντο μύρμηκες και κατεμάστιζον τον της ασκήσεως Αθλητήν, εμβαίνοντες αφόβως και εις τους οφθαλμούς του και εις την ρίνα του. Επειδή δε μεθ΄ όλας ταύτας τας οδύνας έβλεπεν ο δαίμων τον Άγιον να ίσταται ως δρυς στερεός και αμετακίνητος, εις τρόπον ώστε τα εννέα έτη, κατά τα οποία υπέφερε τας ανωτέρω πληγάς, ενομίσθησαν παρ΄ αυτού ως μία ημέρα, ηθέλησε με μεγαλυτέραν μανίαν να πολεμήση τον Όσιον. Και επειδή εγνώριζεν, ότι δεν πολεμεί γυναίκα ασθενή, καθώς πάλαι επολέμησε την εκ της πλευράς του Αδάμ ληφθείσαν Εύαν, αλλ΄ ότι πολεμεί ήδη άνδρα γενναίον, τον κεφαλήν όντα της γυναικός, δια τούτο δεν μεταχειρίζεται κατ΄ αυτού όργανον ένα μόνον όφιν, καθώς τότε, όταν επολέμησε την Προμήτορα, αλλά συναθροίσας αναρίθμητον πλήθος όφεων, επολέμει δι΄ αυτών τον Άγιον. Μας φέρει η ρύμη του λόγου να είπωμεν διήγημα παράδοξον αληθώς και εξαίσιον. Διότι δεν ήτο τόπος, ούτε έσωθεν, ούτε έξωθεν του κελλίου του Αγίου, εις τον οποίον δεν εφαίνετο όφις· οπουδήποτε και αν ήθελε σταθή τις, εκεί και όφις θα περιεπλέκετο εις τους πόδας του, καθώς και οίον δήποτε προς χρήσιν του αγγείον ελάμβανεν, εντός αυτού εύρισκε και οφίδιον. Οσάκις ήθελε να πλαγιάση εις κλίνην δια να αναπαυθή ολίγον από τους κόπους, μετ΄ αυτού και οι όφεις συνεκάθηντο, εφυλάττετο όμως εξ αυτών αβλαβής με την δύναμιν της θείας Προνοίας. Ταύτην δε την μεγάλην πληγήν υπέμεινεν ο αοίδιμος όχι άπαξ ή δις καθ΄ έκαστον ημερονύκτιον, αλλά πάντοτε και εις πάσαν ώραν· και όχι μόνον δι΄ εν έτος ή και δύο επειράζετο υπό των όφεων, αλλ΄ επί ολόκληρα ένδεκα έτη. Και το παράδοξον ότι ο Όσιος δεν απέκαμε, δεν εγόγγυσε, δεν ελυπήθη το ελάχιστον, αλλ΄ ηυχαρίστει πάντοτε τον Θεόν και προθύμως αντεπολέμει τον πολεμούντα διάβολον. Μίαν φοράν, ενώ ο Όσιος ετέλει την θείαν Ιερουργίαν και ευρίσκετο περί το τέλος αυτής, εξήλθεν από εν μέρος φοβερός δράκων, ο οποίος έζωσεν όλην την κόγχην της Εκκλησίας. Ότε δε ο διακονών αδελφός εξήλθε δια να φέρη το συνήθως διδόμενον ζέον ύδωρ, τότε πεσών ο δράκων εκ της κόγχης επήγε και εστάθη εις το κατώφλιον της θύρας της Εκκλησίας, ως φοβερόν θέαμα, διότι ωμοίαζε με βουν και δεν άφηνε με κανένα τρόπον τον αδελφόν να εισέλθη. Επειδή όμως ο Άγιος ετελείωσε την ευχήν και είπε και την εκφώνησιν, ο δε αδελφός δεν είχεν ακόμη επιστρέψει, ηναγκάσθη να στραφή προς την θύραν δια να τον καλέση· τότε βλέπει τον μεν δράκοντα επί του κατωφλίου κείμενον, τον δε αδελφόν έξω ιστάμενον πεφοβισμένον και έντρομον. Όθεν πλήρης γενόμενος Πνεύματος Αγίου και Πίστεως και μη διστάσας εφώναξε· «Είσελθε προς τον συλλειτουργόν σου». Ταύτα δε ειπών, αυτός πάλιν αταράχως επιστρέψας, συνέχισε την θείαν Λειτουργίαν· ο δε αδελφός, ενδυναμωθείς από την φωνήν του Πνευματικού του Πατρός, διήλθεν άνωθεν του δράκοντος ως να είχε πτερά και επήγε προς τον καλέσαντα. Αφού λοιπόν ετελείωσεν η θεία Λειτουργία, τότε ο Όσιος χωρίς να εκδυθή την ιερατικήν στολήν εξήλθε του Ιερού και πορευθείς προς τον δράκοντα, είπε προς αυτόν· «Εάν, ω θηρίον, τώρα μέλλει να έλθη το τέλος σου και να απολεσθής δια της θείας Προνοίας, ακολούθει μοι». Ευθύς τότε ο δράκων δαγκάσας δια των οδόντων του την άκραν του φαιλονίου του Αγίου, εσύρετο απ΄ αυτό. Πορευθείς δε μακράν της Εκκλησίας εις απόστασιν βολής τόξου και φθάσας εις μίαν φάραγγα, η οποία περιεστοιχείτο εκατέρωθεν υπό δύο λόφων, εκεί εστάθη εις προσευχήν προς το τέλος της οποίας είπε και τούτον τον τελευταίον λόγον· «Κύριε ο Θεός, ο ειπών εις τους πιστούς σου να πατώσιν επάνω όφεων και σκορπίων, αυτός ευδόκησον ώστε και εγώ ο ελάχιστος να πατήσω επί του δράκοντος τούτου εις τον τόπον ταύτης της φάραγγος». Και ω του θαύματος! Ευθύς ηγέρθη υψηλά ο δράκων και κατεκρημνίσθη εντός του χάσματος εκείνου της φάραγγος· έπεσον δε επ΄ αυτού οι δύο εκείνοι λόφοι, οίτινες επλήρωσαν το χάσμα της φάραγγος, ούτως ώστε έγινεν ο τόπος επίπεδος. Ο δε Γέρων, ευχαριστήσας τον Θεόν, επέστρεψεν εις το κελλίον του, ότε γίνεται άλλο τεράστιον και εξαίσιον θαυματούργημα, οι όφεις, οίτινες είχον τας φωλεάς των υπό την κέλλαν του Οσίου και ηνώχλουν αυτόν επί τοσαύτα έτη, βλέποντες το πρόσωπον του Αγίου τοσούτον δεδοξασμένον υπό θείου φωτός, δεν αντείχον, αλλ΄ ως να εξεδιώκοντο από φλόγα πυρός, ευθύς αγεληδόν έφυγον και ελθόντες εις τον τόπον του καταχωσθέντος δράκοντος, εκεί όλον το άπειρον πλήθος αυτών εθανατώθη. Έπειτα ήλθον εκ τινος μέρους πτηνά πολλά, ως να ήσαν απεσταλμένα παρά τινος και κατέφαγον όλους τους όφεις ομού. Έκτοτε λοιπόν ελευθερωθείς από των πειρασμών ο θείος Πατήρ, έλαβε παρά Θεού την Χάριν να θεραπεύη τας νόσους και να προλέγη τα μέλλοντα. Δια τούτο και περισσότερον εξέδιδε τον εαυτόν του εις σκληροτέραν άσκησιν. Βλέπων δε ότι το πλήθος των προστρεχόντων εις αυτόν ετάραττεν την ησυχίαν του, απεφάσισε να υπάγη εις τα ερημικώτερα όρη· όθεν αναχωρήσας εκείθεν αφήκε τον μεν μαθητήν του Ιωάννην Ηγούμενον εις τους Μοναχούς του Μοναστηρίου, περί δε του μαθητού του Πέτρου προεφήτευσεν ότι έμελλε να προικισθή παρά Κυρίου με το χάρισμα του προορατικού. Τούτου δε γενομένου δεν εψεύσθη και εις τούτο η πρόρρησις του Πατρός. Επειδή δε ανεφέραμεν περί του προορατικού και προφητικού χαρίσματος του Αγίου, θέλομεν διηγηθή εδώ εν μόνον τούτου αποτέλεσμα και θαύμα και εκ τούτου και μόνου θέλει δειχθή το όλον προορατικόν του, καθώς από την άκραν του ενδύματος δεικνύεται ποία είναι η ποιότης του όλου υφάσματος κατά την δημώδη παροιμίαν.                                           
Λέων ο Σοφός, ο ευσεβέστατος βασιλεύς του Βυζαντίου (886-912), έγραψεν επί χάρτου απορίαν του τινά, η οποία εγεννήθη εις την καρδίαν του· σφραγίσας δε το γράμμα, απέστειλεν αυτό εις τον Όσιον, ζητών παρ΄ αυτού την λύσιν της απορίας εκείνης. Ο δε Άγιος προγνωρίσας τούτο έγραψεν την απάντησιν εις την απορίαν του βασιλέως και μόλις ηννόησεν, ότι ήλθεν εις το κατώφλιον της θύρας του κελλίου ο διακομιστής του βασιλικού γράμματος, εξήλθε και ο Όσιος. Προϋπαντήσας δε τον γραμματοκομιστήν έδωκεν εις αυτόν την απόκρισιν του βασιλικού γράμματος, ειπών και τούτο· «Λάβε την εσφραγισμένην ταύτην επιστολήν, αδελφέ και επίστρεψον εις εκείνον ο οποίος σε απέστειλε». Ταύτα ακούσας ο άνθρωπος εξεπλάγη και είπε· «Τι να είπω, Πάτερ, εις τον αποστείλαντά με, δια την λύσιν του ζητήματός του, αφού συ δεν έλαβες καν την επιστολήν, την οποίαν σου έστειλεν»; Ο Όσιος απεκρίθη· «Αρκεί τούτο εις σε, τέκνον, αρκεί, ο δε Θεός έχει την περί τούτου φροντίδα και πρόνοιαν». Τότε λαβών το γράμμα του Οσίου ο διακομιστής επέστρεψε προς τον βασιλέα και φανερώσας εις αυτόν όσα έλαβον χώραν, τον έκαμε να εκπλαγή. Όταν δε ο βασιλεύς ανέγνωσε την απόκρισιν, είδε δε και την έκβασιν της απαντήσεως, αφήκε πάσαν άλλην μέριμναν και επήγε να συναντήση τον Όσιον· αλλ΄ ο ανυπερήφανος και όντως ταπεινόφρων Θωμάς μετεχειρίσθη τρόπον κατάλληλον και δεν αφήκε να υπάγη προς αυτόν ο βασιλεύς να τον ίδη νομίζων εαυτόν ανάξιον.                                                                                                
Ούτος λοιπόν ο κεχαριτωμένος Θωμάς, επειδή ηγάπα την ησυχίαν, δια τούτο, αφού διερρύθμισε καλώς, ως είπομεν, τα του Μοναστηρίου του, ανεχώρησεν εκείθεν και πορευθείς εις δύσβατον και έρημον τόπον, κατώκησεν εις αυτόν κατά μόνας, ως να ήτο κανένα πτηνόν, διελθών εκεί έγκλειστος όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν και ούτως έζη ησύχως. Εάν δε ήθελεν ακολουθήσει εις αδελφόν τινα συμβεβηκός τι, το οποίον προεκάλει κίνδυνον ψυχής, τότε ο Όσιος μετέβαινεν εις το Μοναστήριον και επεσκέπτετο τον αδελφόν εκείνον και τους λοιπούς, είτα πάλιν επέστρεφεν εις τον δύσβατον εκείνον τόπον, εις τον οποίον εύρισκε παρηγορίαν και αναψυχήν. Ζήσας λοιπόν έτη πολλά ο αοίδιμος και φθάσας εις γήρας βαθύ, ησθένησεν ολίγον και ούτω παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού.

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Γέμελλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΓΕΜΕΛΛΟΥ του Πολυάθλου.                          Γέμελλος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουλιανού του Παραβάτου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363), κατήγετο δε εκ της πόλεως Αγκύρας της Μικράς Ασίας, από την ενορίαν την καλουμένην Κλιμαξίνην. Διελθόντος δε ποτε του Ιουλιανού δια της Αγκύρας, εστάθη ο Άγιος ούτος κατά πρόσωπον εκείνου και κατεπλήγωνεν αυτόν με λόγια ένθεα ως με βέλη. Τότε ο βασιλεύς οργισθείς σφόδρα επρόσταξε να ζωσθή ο Άγιος πεπυρωμένην σιδηράν ζώνην, κατεκαίετο δε δι΄ αυτής τόσον δυνατά, ώστε το υγρόν το οποίον έτρεχεν από το καύσιμον της σαρκός του επλήρωσεν όλην την εκεί γην. Είτα προστάσσεται να ακολουθή τον ασεβή τύραννον καθ΄ οδόν. Όταν δε ο Αποστάτης έφθασεν εις την πόλιν της Εδέσσης, τότε ο Άγιος εξηπλώθη από τα τέσσαρα μέρη του σώματος και επληγώθη με ξύλα κοπτερά· έπειτα κατετρυπήθη εις το σώμα με σιδηρά πεπυρωμένα και κρεμασθείς κατεξεσχίσθη τας σάρκας υπό των δημίων.                                                                             
Επειδή δε ο του Χριστού Αθλητής κατεφρόνει τας βασάνους και ύβριζε τον ασεβή βασιλέα, τίθεται εντός πεπυρωμένου τηγανίου πλήρους ελαίου, ρητίνης και λίπους και άνωθεν δέρεται με ραβδία σιδηρά, τα οποία είχον αγκίδας· δια θείας όμως δυνάμεως έπεσε ραγδαία βροχή και έσβεσε την πυράν· όθεν ο Μάρτυς έμεινεν αβλαβής. Ταύτα βλέπων ο μιαρός βασιλεύς εξεπλάγη και προσέταξε να εμπήξωσι καρφία εις την κεφαλήν του Μάρτυρος, έως ου φθάσωσι μέχρι του εγκεφάλου· έπειτα ρίπτεται ο Άγιος επί του εδάφους· μετά ταύτα κρεμάται υψηλά και εκδέρεται ως πρόβατον με μαχαίρας, από των ποδών έως εις τους ώμους. Όθεν ο γενναίος αγωνιστής εφαίνετο θέαμα ξένον και φοβερόν, επειδή με τοιαύτα αφόρητα βάσανα ηδύνατο και να περιπατή και να συνδιαλέγηται με τους παρεστώτας.                                                                                
Κατ΄ οικονομίαν δε Θεού, απαντήσας ο Άγιος Ιερέα τινά, εβαπτίσθη υπ΄ αυτού, διότι ακόμη ήτο αβάπτιστος· αφ΄ ου δε εβαπτίσθη εξήλθε της ιεράς κολυμβήθρας όλος υγιής, χωρίς να έχη εις το σώμα ουδεμίαν πληγήν ή έστω σημείον πληγής. Τότε ήκουσεν ουρανόθεν θείαν φωνήν, η οποία του έλεγε· «Μακάριος είσαι, Γέμελλε, διότι πολλά εμόχθησας». Ταύτα μαθών ο Παραβάτης, εκρέμασεν τον Άγιον εις Σταυρόν και εκάρφωσε με καρφία τας χείρας και τους πόδας του· ούτω δε κρεμάμενος προσηυχήθη ο τρισόλβιος και παρέδωκεν εις Κύριον το πνεύμα του. Το δε τίμιον αυτού σώμα Χριστιανοί τινες κρυφίως καταβιβάσαντες από τον Σταυρόν, το ενεταφίασαν εις επίσημον τόπον.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Των Αγίων Μαρτύρων ΜΗΝΑ του Καλλικελάδου, ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ και ΕΥΓΡΑΦΟΥ.

Τη Ι΄ (10η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΗΝΑ του Καλλικελάδου, ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ και ΕΥΓΡΑΦΟΥ.                                                                 

Μηνάς, Ερμογένης και Εύγραφος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμίνου του εν τη Ανατολή βασιλεύσαντος κατά τα έτη τζ΄ - τιγ΄ (307-313), ετύγχανον δε ούτοι εκ των πρώτων αρχόντων του παλατίου αυτού. Κατά την ιδίαν αυτήν εποχήν, εκτός του Μαξιμίνου, εβασίλευον και άλλοι βασιλείς, οίτινες είχον διαδεχθή τους αιμοχαρείς τυράννους, το ζεύγος του διαβόλου, τον Διοκλητιανόν, λέγω, και τον Μαξιμιανόν, ήσαν δε αυτοί οι Κωνστάντιος ο Χλωρός πρώτον (+306) και υιός του Κωνσταντίνος κατόπιν εις τα δυτικώτατα  μέρη της Αυτοκρατορίας, ο Μαξέντιος εις την Ρώμην, ο Μαξιμιανός Γαλέριος εις την Ελληνικήν χερσόνησον με έδραν την Θεσσαλονίκην και άλλοι τινές ενδιάμεσοι, καθώς και ο Μαξιμίνος εις την Ανατολήν, περί του οποίου προείπομεν. Ούτος λοιπόν εκίνησε κατά των Χριστιανών διωγμόν φοβερώτατον και ήτο μεγάλη ταραχή και σύγχυσις εις όλην την Ανατολήν· επειδή ο ασεβέστατος αυτός βασιλεύς ηγωνίζετο να εξαλείψη την Πίστιν του Δεσπότου Χριστού και να στερεώση την απάτην των προπατόρων του, ήτοι να προσκυνώνται τα είδωλα εις όλην την επαρχίαν του, μη γνωρίζων ο μωρός και ασύνετος, ότι όσον κανείς αντιμάχεται κατά της αληθείας, επί τοσούτον αύτη στερεούται, καθώς ο Χριστός μάς υπεσχέθη ειπών ότι η Εκκλησία αυτού θέλει είναι ακαταγώνιστος και ανίκητος και ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ: 18). Όσον λοιπόν αυτός επολέμει και εμάχετο την ευσέβειαν επί τοσούτον αύτη εστερεούτο.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Του Οσίου ΣΤΕΦΑΝΟΥ του νεολαμπούς

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΤΕΦΑΝΟΥ του νεολαμπούς του εν τω Αγίω Αντίπα κειμένου.                                                                                               

Στέφανος ο νεοφανής αστήρ ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοφίλου του Εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), γέννημα και θρέμμα υπάρχων της Κωνσταντινουπόλεως. Οι γονείς του ωνομάζοντο Ζαχαρίας και Θεοφανώ, εστολισμένοι με πάσαν αρετήν και σύνεσιν και κατοικούντες εις τον τόπον του εν Κωνσταντινουπόλει καλουμένου Ζεύγματος, όχι μακράν της Εκκλησίας του θείου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου.                                                                        
Όταν η μήτηρ του Αγίου εκυοφόρει τούτον απείχεν από του να τρώγη παχέα φαγητά, κρέας δηλαδή και άλλα λιπαρά και ηρκείτο εις μόνον τον άρτον, το ύδωρ και τα λάχανα, έως ου εγέννησεν αυτόν. Όταν δε εγεννήθη, ω του θαύματος! εφάνη εις τα στήθη του σταυρός φωτοειδής και περικαλλέστατος· τούτο δε ήτο μέγιστον σημείον της σταυρώσεως και αποστροφής, την οποίαν έμελλε να έχη ο Άγιος εις τα του κόσμου πράγματα. Επειδή δε ετυλίχθη εις τα βρεφικά σπάργανα, ήτο ανάγκη και να θηλάζη κατά τους νόμους της φύσεως· ο Άγιος όμως ούτος εφάνη ανώτερος των νόμων της φύσεως, επειδή όταν η μήτηρ του έτρωγε φαγητόν περισσότερον και εχόρταινε, τότε αυτός ουδέ να εγγίση ήθελε τον μαστόν της και πολλάκις έμεινεν αθήλαστος δύο ή τρεις ημέρας, εξακολουθούντος του κόρου της μητρός του, διότι ήτο ανάγκη να εγκρατεύηται η μήτηρ, ίνα θρέψη τον τοιούτον χαριτόβρυτον υιόν. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης έκπληξις ομού και θλίψις κατελάμβανε τους φίλους και συγγενείς του παιδός. Είτα βαπτίζεται ο Άγιος, λύεται από τα βρεφικά σπάργανα, αποκόπτει το γάλα και ολίγον κατ΄ ολίγον αναπτύσσεται· αφού δε έφθασεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως πέμπεται εις παιδαγωγόν προς εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων, τα οποία προθύμως εμάνθανε και ήτο υποτασσόμενος εις τους γονείς του. Όταν δε ο θεομισής Θεόφιλος απέθανε, ευθύς, θεία ευδοκία, ανεβιβάσθη εις τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως ο Άγιος Μεθόδιος. Τότε λοιπόν και τίμιος Ζαχαρίας, ο πατήρ του Αγίου τούτου Στεφάνου, εχειροτονήθη Πρεσβύτερος και συνηριθμήθη εις τον Κλήρον της Μεγάλης Εκκλησίας. Κατ΄ εκείνον δε τον καιρόν και ο υιός του ούτος, ο θείος Στέφανος, εκουρεύθη την κόμην και έγινε και αυτός Κληρικός, ήτοι Αναγνώστης· όσον δε συνεχώς ο πατήρ του επορεύετο εις την Εκκλησίαν, δεν έλειπεν από του να τον ακολουθή και ο θείος Στέφανος. Κατά δε το δέκατον όγδοον έτος του Αγίου αποθνήσκει ο πατήρ του Ζαχαρίας· όθεν ευκαιρίας τυχών ο σεπτός Στέφανος, έκλεισεν εαυτόν εντός του ευκτηρίου οίκου του Αγίου κορυφαίου Πέτρου και εκεί μένων πάντοτε ηγρύπνει και προσηύχετο, αρκούμενος εις μόνην την τροφήν των λαχάνων.                                                            
Ενώ λοιπόν ούτως επολιτεύετο ο Όσιος, φαίνεται νύκτα τινά εις αυτόν ο θείος Πέτρος, ο του Κυρίου Απόστολος, και του λέγει· «Ειρήνη σοι, τέκνον· καλή είναι αύτη η αρχή της προθυμίας σου, ο Κύριος να σε ενδυναμώση». Έπειτα μετά τρία έτη φαίνεται εις αυτόν και ο θείος Ιερομάρτυς Αντίπας και του λέγει· «Ειρήνη σοι, τέκνον, ψάλλε μοι και δεν θέλω σε εγκαταλείψει». Έκτοτε λοιπόν επεδόθη εις περισσοτέραν προσευχήν και νηστείαν ο Άγιος τρώγων άπαξ ή δις της εβδομάδος εκ της συνήθους τροφής, ήτις ήτο κραμβολάχανον ανάλατον. Ούτω πως καθαρίσας εαυτόν ο αοίδιμος, ηξιώθη και της χειροτονίας του Πρεσβυτέρου, πλείστα δε όσα θαύματα ενήργει.                                                      
Κατά δε το δωδέκατον έτος της βασιλείας του ευσεβούς βασιλέως Βασιλείου του Μακεδόνος και τεσσαρακοστόν της του Αγίου ηλικίας, ήτοι εν έτει ωοθ΄ (879), έγινε σεισμός μέγας εις την Κωνσταντινούπολιν, εκ του οποίου εσχίσθη καθ΄ όλα τα μέρη ο Ναός του Αγίου Αντίπα. Όθεν εκείθεν εξελθών ο Όσιος, εισήλθεν εντός λάκκου ομοιάζοντος τάφου και εκεί διέτριψε δώδεκα έτη, δια κλίνην έχων σανίδα, εστρωμένην με σάκκον τρίχινον και επ΄ αυτής εκοιμάτο· ως εκ της πολλήςδε υγρασίας του τόπου, εφθάρησαν και κατέπεσον αι τρίχες της κεφαλής και των γενείων του, εξησθένησαν οι οδόντες του και όλον σχεδόν το σώμα του παρελύθη. Αναγκασθείς λοιπόν εξήλθεν εκ του λάκκου όλος νενεκρωμένος. Έπειτα ενδυθείς το θείον και Αγγελικόν Σχήμα των Μοναχών, έδειξε μεγαλυτέραν και υπεράνθρωπον άσκησιν· διότι όταν ελειτούργει, εις τας Δεσποτικάς μόνον εορτάς, ελάμβανε μετά την απόλυσιν της λειτουργίας εν ξηρόν σύκον και το στόμα του έπλυνε με ολίγον ύδωρ και εις αυτά μόνον ηρκείτο ο τρισμακάριστος· με τοιούτους επιπόνους και τραχείς αγώνας της ασκήσεως διήλθεν ο ουρανοπολίτης ούτος Πατήρ ημών Στέφανος πεντήκοντα ολόκληρα έτη· κατά δε το εβδομηκοστόν τρίτον έτος του βίου του, ή μάλλον ειπείν, της νεκρώσεώς του, παρέθετο την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού. 

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Η αγία Προφήτις Άννα

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Προφήτιδος ΑΝΝΗΣ της μητρός Σαμουήλ του Προφήτου.                                                                                                                          

Άννα η μακαρία αύτη Προφήτις ήτο από την πόλιν Αρμαθαίμ, εκ του όρους Εφραίμ. Λαβούσα δε άνδρα από την φυλήν του Λευϊ, ονομαζόμενον Ελκανά, δεν εγέννα παιδίον, ούσα στείρα. Ο δε σύζυγος αυτής έλαβε και άλλην γυναίκα, Φεννάναν ονομαζομένην, ήτις ήτο αντίζηλος της Άννης και ετεκνογόνει με αυτήν και ηυφραίνετο πάντοτε ονειδίζων την Άνναν (ως να μη ήρκει η θλίψις, την οποίαν εδοκίμαζεν η μακαρία δια την ατεκνίαν της). Αύτη λοιπόν, επειδή ωνειδίζετο, τόσον υπό του ανδρός της, όσον και υπό της αντιζήλου της Φεννάνης και υφ΄ όλων προσέτι των συγγενών και φίλων, τούτου ένεκα παρεκάλει κατά πολλά τον Θεόν η αοίδιμος να λυθή η στείρωσίς της και να τεκνοποιήση. Παρ΄ όλας όμως τας παρακλήσεις της ταύτας ουδέν κατώρθωνε, μολονότι ετήρει αόκνως τας εντολάς του Κυρίου, τας υπό του Νόμου διοριζομένας. Διότι πράγματι αυτό συμβαίνει εις τους Αγίους, οι οποίοι μετά την πολλήν αυτών βίαν εις την οποίαν καθυποβάλλονται λαμβάνουν παρά του Κυρίου τα αιτήματά των. Πορευθείσα δε ποτε μετά του συζύγου της εις την Σηλώμ, ένθα ήτο η Κιβωτός και η Σκηνή του Θεού Παντοκράτορος, ίνα προσφέρη θυσίας δια χειρός του ιερέως Ηλί, έλαβε μίαν μόνην μερίδα από τας θυσίας, άτε μη έχουσα παιδίον· η δε Φεννάνα έλαβε δύο μερίδας, επειδή είχε τέκνα. Όθεν δια τούτο ελυπήθη μεν, δεν περιέπεσεν όμως εις απόγνωσιν ουδέ εκάλυψεν η εντροπή το πρόσωπόν της, αλλά καλάς μάλλον ελπίδας έχουσα, τι πράττει; Αφήκε μεν τον άνδρα της να απέλθη εις τα ίδια, αυτή δε έμεινε μόνη εις τον οίκον Κυρίου. Πίπτουσα δε εις το έδαφος και κλαίουσα, ούτω προσηύξατο· «Κύριε ο Θεός των Πατέρων μου, εάν επιβλέπων επιβλέψης επί την ταπείνωσιν της δούλης σου, μνησθής εμού και μοι δώσης καρπόν κοιλίας, θέλω δώσει αυτόν εις Σε όπως σε υπηρετή όλας τας ημέρας της ζωής του» (Α΄ Βασιλ. α: 11). Τι εποίησε λοιπόν ο Θεός; παρήκουσε της δεήσεώς της; Μη γένοιτο! Αλλ΄ επειδή είδεν αυτήν, ότι δεν εχωρίζετο από της Σκηνής Του και προσηύχετο πάντοτε και έκλαιε με θερμά δάκρυα, όχι μόνον υπεσχέθη να δώση εις αυτήν καρπόν κοιλίας, αλλά και το όνομα προείπε του μέλλοντος να γεννηθή υιού της. Διότι είπε προς αυτήν Ηλί ο ιερεύς· «Πορεύου εις ειρήνην, ο Θεός Ισραήλ δώη σοι παν αίτημά σου, ο ητήσω παρ΄ αυτού» (Α΄ Βασιλ. α: 17). Ούτος δε ο λόγος δεν δηλοί άλλο ή το όνομα του Σαμουήλ· διότι Σαμουήλ Θεαίτητος ερμηνεύεται, ήτοι παρά Θεού αιτηθείς. Όθεν λαβούσα η αοίδιμος Άννα την πληροφορίαν ταύτην παρά Θεού, κατέβαινεν εκ της Σκηνής του Θεού ευφραινομένη και χορεύουσα. Και λοιπόν συλλαβούσα, εγέννησε Σαμουήλ τον Προφήτην, απογαλακτισθέντα δε, έλαβεν αυτόν η φιλόθεος μήτηρ και ανέβη εις την Σηλώμ, ένθα προσπίπτουσα εις τον Θεόν, απέδιδεν εις αυτόν τας ευχαριστίας και εδόξαζε το όνομά του το Άγιον. Ο δε ιερεύς Ηλί ηυλόγησεν αυτήν και τον άνδρα της, λέγων· Είθε να σοι δώση ο Κύριος έτερον καρπόν κοιλίας, αντί Σαμουήλ του υιού σου. «Αποτίσαι σοι Κύριος σπέρμα εκ της γυναικός ταύτης, αντί του χρέους, ου έχρησας τω Κυρίω» (Α΄ Βασιλ. β: 20).             Λαβούσα λοιπόν η Άννα τον Σαμουήλ νήπιον έτι κατέβη εις τον οίκον της. όταν δε το παιδίον εμεγάλωσε ολίγον, έλαβε τούτον εκ της χειρός και έφερεν εις τον ναόν και προσευχηθείσα εις τον Θεόν, παρέδωκεν αυτόν εις χείρας Ηλί του ιερέως· κατεσκεύασε δε εις αυτόν και «Εφούδ βαρ, και διπλοϊδα μικράν» (Α΄ Βασιλ. β: 18-19) και βλέπουσα τούτον, ότι ελειτούργει και υπηρέτει εις τον Θεόν έμπροσθεν του Ηλί, έχαιρε καθ΄ υπερβολήν. Εγέννησε δε ακόμη τρεις υιούς και τρεις θυγατέρας και ελθούσα εις το ιερόν προσέπεσεν εις τον Κύριον ευχαριστούσα· ανεγερθείσα δε είπε την ωδήν· «Εστερεώθη η καρδία μου εν Κυρίω, υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου· επλατύνθη επ΄ εχθρούς μου το στόμα μου, ηυφράνθην εν σωτηρία σου…» (Α΄ Βασιλ. β: 1) και τα λοιπά της ωδής όλης εμελώδησε λόγια. Καθό δε Προφήτις και Προφήτου μήτηρ έλεγε προφητεύουσα, «ότι στείρα έτεκεν επτά και η πολλή εν τέκνοις ησθένησε» (Α΄ Βασιλ. β:5)· διότι αύτη μεν έχαιρε δια τα επτά τέκνα της, η δε Φεννάνα η αντίζηλός της πέντε τέκνα έχουσα ή και ολιγώτερα και αποστειρωθείσα πλέον δεν εγέννα. Η αοίδιμος λοιπόν Άννα μείνασα εις την παρούσαν ζωήν αρκετά έτη και ευχαριστούσα πάντοτε τον Θεόν και προφητεύουσα απήλθε προς Κύριον. 

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

H Σύλληψις της Αγίας ΑΝΝΗΣ

Τη Θ΄ (9η) του αυτού μηνός η Σύλληψις της Αγίας ΑΝΝΗΣ μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου.                                                                                                                    

Ιωακείμ και Άννα οι θείοι γεννήτορες της Θεοτόκου λυπούμενοι δια την ατεκνία αυτών ανεχώρησαν ο μεν Ιωακείμ εις το όρος, η δε Άννα εις περιβόλιον, ένθα αμφότεροι προσηύχοντο δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας ο Κύριος. Ο δε Πανάγαθος Θεός, θέλων να ετοιμάση δι΄ εαυτόν Ναόν ζώντα και οίκον Άγιον ίνα κατοικήση, απέστειλεν εις τούτους, εκ των οποίων ηυδόκησε να γεννηθή η κατά σάρκα μήτηρ αυτού, τον Άγγελόν του περί του οποίου λέγουσιν ότι ήτο ο Γαβριήλ. Τούτον δε αποστείλας προανήγγειλεν ότι θέλει συλλάβει η στείρα και γηραιά Άννα, ίνα με την σύλληψιν της στείρας βεβαιώση την εκ της Παναγίας Παρθένου ιδικήν Του άσπορον Σύλληψιν και άφθορον Γέννησιν.                                     
Συνελήφθη λοιπόν η Παναγία Θεοτόκος και Παρθένος Μαρία εν τη κοιλία της Άννης εκ σπέρματος του Ιωακείμ και εγεννήθη, όχι καθώς λέγουσί τινες επτά μηνών ή χωρίς ανδρός, άπαγε! Αλλ΄ εννέα τελείων μηνών και εκ συναφείας ανδρός, πλην εξ επαγγελίας και Αγγέλου προρρήσεως και υπέρ τους νόμους της φύσεως, τόσον δια το άγονον της Άννης, όσον και δια το γηραλέον αυτής, διότι μόνος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός συνελήφθη χωρίς συνάφειαν ανδρός και χωρίς σποράν εκ της Αγίας Παρθένου Μαρίας, απορρήτως και ανερμηνεύτως, καθώς ηξεύρει μόνος αυτός· και επειδή ήτο τέλειος Θεός, δια τούτο και όλα τα της κατά Σάρκα Αυτού οικονομίας προσέλαβε τέλεια, καθώς και την των ανθρώπων φύσιν τελείαν Αυτός εδημιούργησε και έπλασεν απ΄ αρχής κατά την δημιουργίαν του κόσμου.                                                                    
Ταύτην λοιπόν την Σύλληψιν της Υπεραγίας Θεοτόκου πανηγυρίζομεν σήμερον, προς μνήμην των θείων χρησμών και χαροποιών αγγελιών, των δοθεισών υπό Αγγέλου εις τους Δικαίους Θεοπροπάτορας περί συλλήψεως της Αγνής Θεομήτορος. Διότι τούτους τους δια λόγων χρησμούς του Αγγέλου έργα και πράγματα ποιών ο εκ του μηδενός υποστήσας τα πάντα Θεός, εκίνησε την στειρεύουσαν και γηραλέαν μήτραν της Άννης εις καρποφορίαν· και την διανύσασαν την ζωήν της με ατεκνίαν, ταύτην παραδόξως παιδοτόκον μητέρα εργάζεται σήμερον και χαρίζει εις τους Δικαίους άξιον καρπόν τής αυτών αιτήσεως, διότι ηυδόκησεν, ώστε οι σώφρονες γονείς να γεννήσωσι θυγατέρα την προ των αιώνων προορισθείσαν και εκλεχθείσαν εκ πασών των γενεών, από της οποίας Αυτός να γεννηθή έμελλεν. Η δε Σύναξις αυτών τελείται εν τω σεβασμίω Οίκω της Θεοτόκου, τω όντι εν τοις Ευοράνοις παρά την αγιωτάτην Μεγάλην Εκκλησίαν. 

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Του Οσίου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου.                                                                                                                               
Σωφρόνιος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο από την μεγάλην νήσον Κύπρον, υιός Χριστιανών και ευλαβών γονέων· ήτο δε πολυμαθής δια την ευφυϊαν του. Αναγινώσκων δε και μελετών νυχθημερόν τας θείας Γραφάς και τους λόγους του Κυρίου, τόσον έγινεν ευλαβής και ενάρετος, ώστε ηξιώθη να λάβη παρά Θεού μεγάλα χαρίσματα και να τελή και θαύματα. Δια τούτο μετά τον θάνατον Δαμιανού του αγιωτάτου Επισκόπου Κύπρου, εχειροτονήθη υπό των Επισκόπων, συμφωνούντος και όλου του λαού, Αρχιεπίσκοπος της εν Κύπρω αγιωτάτης Εκκλησίας· αφ΄ ου δε εχειροτονήθη, έγινε των πενήτων πλουτιστής, των πεινώντων τροφεύς, ορφανών βοηθός, χηρών προστάτης, καταπονουμένων λυτρωτής και γυμνών σκέπη. Όθεν δια τοιούτων αρετών πολιτευσάμενος ο αοίδιμος και τω Θεώ ευαρεστήσας, εν ειρήνη εκοιμήθη.                                  
Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.