Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

Ο ΑΣΤΗΡ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ -- Υπεύθυνος ύλης Μάριος Ι. Πηλαβάκης. Τόπος εκδόσεως: Θεσσαλονίκη

Αποδέχεσθε την επιβολή από την Πανορθόδοξη Σύνοδο των 14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών – μελών της (και όχι των 336 συμμετεχόντων Επισκόπων που, ενώ θα έπρεπε κατά την Παράδοση της Εκκλησίας να είναι, εν τούτοις δεν είναι μέλη της) του Ιουνίου 2016 του Εωσφορικού συγκρητιστικού διαχριστιανικού και διαθρησκευτικού Οικουμενισμού και, δι΄ αυτού, την άρνηση του  Θεανθρωπίνου προσώπου του Χριστού και την υποταγή σας στο Σατανά και στο άμεσο όργανό του, τον Αντίχριστο, μέσω της – θεολογικά αδύνατης – υποκριτικά αγαπολογικής συνύπαρξης του Χριστού των Οικουμενικών Συνόδων και του Βελίαρ – Εωσφόρου του Οικουμενισμού που αναγνωρίζεται από το προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον» που υιοθετήθηκε ήδη από την Σύναξη των Προκαθημένων;

«Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτοίς: Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση… Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται…»  (Ματθ. ΚΔ΄. 4, 13, 24-27).
Ως γνωστόν, ο Διαχριστιανικός και ο Διαθρησκειακός Οικουμενισμός, αποτελεί διαχρονική θρησκευτική διδασκαλία του Σατανισμού και της Θεοσοφίας, που είναι παρακλάδι του. Δηλ. δεν αποτελεί νέο προϊόν της εποχής μας, αλλά αποτελεί διαχρονικό προϊόν του Σατανισμού, του Γνωστικισμού και της Μαγείας, δηλ. του Αποκρυφισμού, με γνωστότερο εκπρόσωπο τον Σίμωνα τον Μάγο. Μάλιστα ο γνωστικός Μάνης είχε χρησιμοποιήσει τον συγκρητιστικό διαθρησκειακό οικουμενισμό στην ανάμειξη του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Βουδισμού (βλέπετε Παν. Χρήστου, Ο Γνωστικισμός, Σίμων ο Μάγος, και Μανιχαϊσμός, σε: Ελληνική Πατρολογία, τομ. Β΄, σελ. 105-115, 136-137 και 188-194). Ο Διαχριστιανικός Οικουμενισμός είναι η κίνηση που έχει σκοπό την ένωση της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με τον Αιρετικό Παπισμό και τον Αιρετικό Προτεσταντισμό σε ενιαίο θρησκευτικό οργανισμό, τη Χριστιανική Θρησκεία, με αρχηγό του τον Αιρεσιάρχη Πάπα. Ο Διαθρησκειακός Οικουμενισμός είναι η κίνηση που έχει σκοπό την ένωση του ενιαίου Χριστιανισμού με τις άλλες θρησκείες, Ιουδαϊσμό, Ισλάμ, Βουδισμό, Ινδουϊσμό κλπ., σε ενιαίο θρησκευτικό οργανισμό, την Πράσινη Παγκόσμια Θρησκεία, της οποίας τα δόγματα είναι ο Σατανισμός, η Νεο-ειδωλολατρεία (ή λατρεία της λεγόμενης θεάς γης) και ο Αντίχριστος, ο οποίος, κατά τον Απόστολο Παύλο, μετά την εωσφορική αυτή ένωση των θρησκειών, θα επιβάλει παγκοσμίως τη δική του λατρεία ως θεού πάνω από τους λατρευόμενους από τους ανθρώπους θεούς ή σεβάσματα (Β΄ Θεσσ. Β΄, 4). Ο Οικουμενισμός αλλιώς λέγεται θρησκευτική παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί μια από τις τρεις μορφές της παγκοσμιοποίησης. Οι άλλες δύο μορφές της είναι η οικονομική παγκοσμιοποίηση και η πολιτική παγκοσμιοποίηση, οι οποίες επιβάλλονται από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων.

O Μητροπολίτης Κορίνθου Διονύσιος για το Ισλάμ και το αντιρατσιστικό...


Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Οι Άγιοι Προπάτορες

Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ.                                                      
Αβραάμ του μακαρίου Προπάτορος αι υποθέσεις είναι γνωσταί τόσον εις τους σοφούς, όσον και εις τους ιδιώτας Χριστιανούς, καθ΄ ότι η Βίβλος της Γενέσεως, την οποίαν συνέγραψεν ο Προφήτης Μωϋσής και ήτις περιέχει ταύτας αναγινώσκεται εις επήκοον πάντων των Χριστιανών εις την Εκκλησίαν, κατά τας νηστευσίμους ημέρας της Αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής. Όθεν εκ της Βίβλου εκείνης μανθάνουσιν όλοι, ότι ο Προπάτωρ ημών Αβραάμ κατήγετο από την χώραν των Χαλδαίων και ήτο εθνικός (του έθνους των Χαλδαίων όντος προγενεστέρου του των Ιουδαίων), έχων πατέρα ειδωλολάτρην, τον Θάρραν. Πλην καίτοι εκ τοιούτου ειδωλολάτρου καταγόμενος ο θείος Αβραάμ, δεν έλαβεν όμως εκ τούτου κανέν εμπόδιον εις διάγνωσιν του αληθούς Θεού· αλλ΄ εάν είναι πρέπον να είπωμεν και κάτι το παράδοξον, ο μέγας Αβραάμ και εξ αυτής ακόμη της ειδωλολατρίας ωδηγήθη εις το να γνωρίση τον αληθή Θεόν. Κατανοήσας ο αοίδιμος, ότι ουδέν κτίσμα είναι Θεός και επομένως δεν πρέπει να προσκυνήται ως Θεός και συλλογισθείς την ευταξίαν των όντων, εκ των ορωμένων τούτων ποιημάτων εγνώρισε τον αόρατον αυτών Ποιητήν· και τούτον γνωρίσας, προσεκύνησεν ως διορίσαντα εις αυτά την πασιφανή παγκόσμιον τάξιν και ευαρμοστίαν. Ούτος λοιπόν ο Πατριάρχης Αβραάμ προσταχθείς παρά Θεού να αφήση την πατρίδα και την συγγένειάν του και να υπάγη εις την γην Χαναάν, ήτις είναι η Παλαιστίνη και τα Ιεροσόλυμα, πάραυτα υπήκουσε, χωρίς να διστάση η καρδία του, ένεκα της μεγάλης αυτού πίστεως προς τον Θεόν· όθεν και μισθόν της πίστεώς του λαμβάνει, το να γεννήση εν βαθεί γήρατι τον Ισαάκ και να γίνη πατήρ πολλών εθνών, διότι από τον Αβραάμ εγεννήθη ο Ισαάκ και από τον Ισαάκ εγεννήθη ο Ιακώβ και από τον Ιακώβ ο Ιούδας και οι λοιποί αδελφοί αυτού Πατριάρχαι, από δε της φυλής του Ιούδα εγεννήθη ο Χριστός.                                         
Δια τούτο λοιπόν οι Θεοφόροι Πατέρες ημών και Διδάσκαλοι προσέταξαν, ίνα μνήμην ποιούμεν σήμερον του θείου Αβραάμ, ως Προπάτορος γενομένου του Χριστού· ταύτην δε παρέδωκαν και εις ημάς να τελώμεν ολίγον προ της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτο δε εποίησαν όχι απλώς και ως έτυχεν, αλλά κατά θείαν έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, επειδή ο υπεράγαθος και φιλάνθρωπος Υιός του Θεού κατεδέχθη να καταστήση τον Πατριάρχην Αβραάμ και τους απογόνους εκείνου Προπάτοράς του κατά το ανθρώπινον. Όθεν τούτου ένεκα και οι θειότατοι Πατέρες έκριναν δίκαιον να εορτάζωμεν την μνήμην αυτού και των λοιπών Αγίων Προπατόρων, όχι μακράν από την κατά Σάρκα Γέννησιν του Κυρίου.

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Ο Όσιος Λεόντιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΛΕΟΝΤΙΟΥ του εν τη Αχαϊα.                    

Λεόντιος ο Όσιος Πατήρ ημών έζη κατά τους χρόνους των τελευταίων Παλαιολόγων (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ 1449-1453) και τους μετέπειτα χρόνους, ήτο δε από την Πελοπόννησον, εκ της πόλεως Μονεμβασίας. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι, θεοφιλείς και επίσημοι της πατρίδος των, μάλιστα δε ο πατήρ αυτού, Ανδρέας ονόματι, ήτο εξουσιαστής όλης της Πελοποννήσου, της οποίας την εξουσίαν είχεν εμπιστευθή εις αυτόν ο ευσεβής βασιλεύς Ανδρόνικος· ήτο δε και εις την πατρίδα του λαμπρός και εις τους βασιλείς αγαπητός. Εκ τοιούτων λοιπόν ευγενών γονέων γεννηθείς ο ευλογημένος Λέων (τούτο ήτο το κοσμικόν του όνομα) και τοιαύτας καλάς αρχάς έχων, ανετρέφετο από τας πρώτας αρχάς της ηλικίας του με ευγενικά και χρηστά ήθη· και πρώτον μεν ελθών εις ηλικίαν δεκτικήν μαθημάτων, εδόθη εις την μάθησιν και γνωρίσας το καλόν της μαθήσεως και την γλυκύτητα αυτής αισθανθείς, επεθύμησεν όχι απλώς να μάθη, αλλά να φθάση εις το άκρον και εις την τελειότητα των επιστημών· όθεν εις ολίγα έτη όχι μόνον τας επιστήμας έμαθεν, αλλά και πολλάς διαλέκτους, δια την οξύτητα του νοός του και την καθαρότητα της ζωής του. Έπειτα πέμπεται παρά του πατρός του εις την Κωνσταντινούπολιν, αφ΄ ενός μεν δια να συναναστραφή με τους εκεί φιλοσόφους, προς περισσοτέραν του άσκησιν και εκπαίδευσιν, αφ΄ ετέρου δε δια να συνειθίση τας βασιλικάς υποθέσεις και να λάβη την απαιτουμένην προκοπήν εις αυτάς, διατριβών μέσα εις τα βασίλεια· ο και εγένετο. Διότι εις την φιλοσοφίαν εστάθη πολύς και εις την φρόνησιν επαινετός και εις την αρετήν θαυμαστός, τόσον ώστε και ο ίδιος ο βασιλεύς υπερβολικά τον ηγάπα και κατά πολλά τον ετίμα.                                                     
Αφού ο πατήρ του απέθανεν, επέστρεψεν εις την πατρίδα του, την Μονεμβάσιαν, και ο τοσούτον μέγας φιλόσοφος και θαυμαστός εις όλους και παρά των βασιλέων τιμώμενος, έρχεται και υποτάσσεται χριστομιμήτως με όλην την ταπείνωσιν εις την μητέρα του Θεοδώραν· έπειτα θέλουσα εκείνη να αποσπασθή από τον κόσμον και να εξέλθη από των βιοτικών πραγμάτων την μέριμναν, δια να υπάγη εις Μοναστήριον, να σιέλθη θεαρέστως το υπόλοιπον της ζωής της, παρεκίνησε τον υιόν της να νυμφευθή και να αναλάβη εκείνος την φροντίδα των πραγμάτων των και να μένη κληρονόμος του πατρικού πλούτου· όθεν, αν και δεν ήτο φιλόκοσμος, ως φιλόσοφος και φρόνιμος και ενάρετος όπου ήτο, όμως πείθεται εις την μητέρα ως υιός, δια τα δικαιολογήματα, άτινα εκείνη του παρέστησε. Και ούτως αυτός μεν έμεινε κληρονόμος και κύριος των πατρικών και μητρικών πραγμάτων, η δε μήτηρ, απελθούσα εις Μοναστήριον κατά τον πόθον της, έζησε καλώς και θεαρέστως τόσον, ώστε ηξιώθη να προγνωρίση θεόθεν και το τέλος της ζωής της και την προς Θεόν εκδημίαν της, δια την προς Αυτόν ευαρέστησιν. Ο δε υιός αυτής Λέων έμεινεν εις τον κόσμον υπανδρευμένος, καθώς είπομεν ανωτέρω, πλην όχι με κοσμικά αλλά με ουράνια φρονήματα, θεαρέστως πολιτευόμενος και φυλάττων όσον ήτο δυνατόν τας θείας εντολάς ως ζηλωτής της ευσεβείας θερμότατος.                                                                                                                         
Κατέφλεγεν όμως την καρδίαν του Οσίου ο θείος πόθος και δεν ηυχαριστείτο εις την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκετο, αλλ΄ ηθέλησε να δοθή όλος εις τον Θεόν και εις την Εκείνου λατρείαν. Όθεν αν και πάντοτε είχε κατά νουν το ευαγγελικόν εκείνο «ο ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω» (Ματθ. ιθ: 6, Μάρκ. ι: 9), πλην όμως τον εβίαζε και ήναπτε καθ΄ υπερβολήν τον πόθον του η άλλη εκείνη εξαγγελία του Χριστού, η λέγουσα· «και πας ος αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ: 29). Ταύτα πολλάκις και καλώς μελετήσας, αφού απέκτησε τρία τέκνα, καταπείθει την σύζυγόν του και έμεινεν εκείνη εις τον οίκον του και εις όλα τα υπάρχοντά του με τα τέκνα του και αυτός επήγε να πληρώση τον πόθον, τον οποίον είχε παιδιόθεν προς τον Χριστόν· ευρών δε ιερόν τινα άνδρα, Μνίδην επονομαζόμενον, Ασκητήν ακριβέστατον και της μοναδικής πολιτείας διδάσκαλον άριστον, υποτάσσεται εις αυτόν και συναριθμείται με άλλους υποτακτικούς του ο μακάριος· λαβών δε το Αγγελικόν Σχήμα, από Λέων μετωνομάσθη Λεόντιος και τόσον προθύμως ήρχισε τους ασκητικούς αγώνας και τόσον πολύ ηγωνίζετο, ώστε εις ολίγον διάστημα καιρού υπερέβη εις τας αρετάς όλους τους άλλους παραδελφούς και συναγωνιατάς του και παρά πάντων εθαυμάζετο.                                                         
Πλην ο πόθος τον οποίον είχε δια να ίδη και να μιμηθή και άλλων εναρέτων έργα και κατορθώματα δεν τον άφησε να μένη έως τέλους εις την συνοδείαν εκείνην, αλλ΄ αναχωρήσας εκείθεν επήγεν εις το Άγιον Όρος του Άθωνος και ευρών εκεί κατά τον πόθον του εναρέτους Μοναχούς, συνηγωνίζετο μετ΄ αυτών και πολλούς ιδρώτας έχυνεν εις τους υπέρ της αρετής κόπους και αγώνας· πλην καίτοι είχεν αυτός εαυτόν κατώτερον πάντων και εις πάντας υπετάσσετο και εις όλους εδείκνυεν άκραν ταπείνωσιν, μ΄ όλον τούτο όλοι τον είχον και τον εθεώρουν ανώτερόν των και όλοι μεγάλην τιμήν του απέδιδον. Όθεν και εκ της αιτίας ταύτης, ήτοι δια την εξ ανθρώπων τιμήν, ανεχώρησε πάλιν εκείθεν και ήλθεν εις τους ερήμους τότε τόπους της Πελοποννήσου και ήτο εκεί μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος· δεν έλειπεν όμως ούτε έπαυεν από του να παρακαλή τον Θεόν να του δείξη τόπον, εις τον οποίον να υπάγη να αγωνισθή και να ευαρεστήση αυτόν· διο και του απεκαλύφθη θεόθεν να υπάγη εις τα βόρεια μέρη, εις το άνωθεν του Αιγίου όρος το λεγόμενον Κλωκός.                            
Διελθών λοιπόν εις τον τόπον εκείνον τον περισσότερον καιρόν της ζωής του, πηγνύμενος από το ψύχος και τον παγετόν του χειμώνος, φλεγόμενος από την φλόγα και τον καύσωνα του θέρους και με πάσαν άλλην κακοπάθειαν ταλαιπωρούμενος, κατεσίγησε και παντελώς ηφάνισε τας εναντίας δυνάμεις των δαιμόνων με την θείαν δύναμιν του Χριστού, φθάσας εις τελείαν απάθειαν ο αοίδιμος. Ανεβίβασε δε και τον νουν αυτού εις ύψος ένθεον, δηλαδή εις θεωρίας υψηλάς και την ενέργειαν των θαυμάτων επλούτησε, χωλούς και κυλλούς και πάσαν ασθένειαν θεραπεύων. Όθεν και οι βασιλόπαιδες Θωμάς και Δημήτριος, οι αυτάδελφοι Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου του τελευταίου βασιλέως των Χριστιανών, δεσπόται όντες της Πελοποννήσου, υπερθαυμάζοντες την αρετήν αυτού και ευλαβούμενοι αυτόν ως άνθρωπον Θεού και Άγιον, έκτισαν εις αυτόν τον τόπον εις τον οποίον ησκήτευσεν ο Όσιος Ναόν ιερόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλα πολλά και μεγάλα οικοδομήματα εκ θεμελίων οικοδομήσαντες, κατέστησαν Μοναστήριον, το οποίον μέχρι και σήμερον ευρίσκεται. Προς αγιασμόν δε των εικείσε ασκουμένων Μοναχών, αφιέρωσαν μέρη τινά εκ των Τιμίων Οργάνων του Πάθους του Σωτήρος Χριστού, ήτοι μέρος του Ακανθίνου Στεφάνου του Χριστού, μέρος του Τιμίου Ξύλου του ζωηφόρου Σταυρού και μέρος του Σπόγγου, δι΄ ου εποτίσθη το όξος ο Χριστός, ως και μέρος από την κοκκίνην Χλαμύδα, την οποίαν ενέδυσαν αυτόν προς χλεύην και εμπαιγμόν· προς τούτοις αφιέρωσαν και πλόκαμον τινά από τας τρίχας του Τιμίου Προδρόμου, την χείρα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Αρέθα και την αγίαν Κάραν του Ομολογητού Στεφάνου του Νέου, τα οποία φέροντες απέθεντο επάνω εις την Αγίαν  Τράπεζαν.                                                                                                                    
Ο δε Όσιος Λεόντιος, αφού έγινεν αίτιος σωτηρίας εις πολλούς με την σοφίαν των θείων λόγων του και με την συνεργείαν της θείας Χάριτος και τους διήγειρε προς ζήλον και μίμησιν της ασκητικής πολιτείας και αγίας ζωής του, προεγνώρισε το τέλος του, διότι είδε φωτοειδείς Αγίους γγέλους, προσκαλούντας αυτόν από την γην εις τον ουρανόν και τότε το πνεύμα αυτού εν ειρήνη παρέθετο εις χείρας Θεού, ζήσας εβδομήκοντα και πέντε έτη. Το δε τίμιον αυτού και άγιον Λείψανον κατετέθη εντός του ιδίου σπηλαίου, εις το οποίον ζων ηγωνίζετο και βρύει ιάματα εις τους μετά Πίστεως προστρέχοντας προς αυτόν. Μετά καιρόν δε ο μαθητής αυτού και μιμητής κατά πάντα, ο πρόεδρος Παλαιών Πατρών Ιωακείμ, ηθέλησε να ποιήση ανακομιδήν του αγίου Λειψάνου, όταν όμως επεχείρησαν τούτο έγινε σεισμός και εσχίσθη το σπήλαιον, όθεν φοβηθέντες δεν επλησίασαν παντελώς, αλλ΄ έμεινε και μένει εκεί το άγιον Λείψανον, έως της σήμερον, κρίμασιν οις οίδε μόνον ο Κύριος. Ου τω απείρω ελέει ρυσθείημεν και ημείς των αιωνίων κολάσεων, δια πρεσβειών του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Λεοντίου και αξιωθείημεν της ουρανίου Βασιλείας. Αμήν.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

Ο Άγιος Μείραξ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΜΕΙΡΑΚΟΣ και διήγησις πάνυ ωφέλιμος.                                                                                                                                    
Μείραξ ο μακάριος Μάρτυς του Χριστού ήτο Αιγύπτιος, γεννηθείς εκ γονέων Χριστιανών εις πόλιν ονομαζομένην Τενεσή, βαπτισθείς δε ανετρέφετο και εξεπαιδεύετο υπό των γονέων του με την αμώμητον και καθαράν πίστιν του Χριστού. Ύστερον όμως, από μικρόνοιαν και κουφότητα, ηπατήθη υπό του διαβόλου και προσελθών εις τον εκεί Αμιράν, ηρνήθη, φεύ! την πίστιν του Χριστού· και όχι μόνον τούτο, αλλά και την ζώνην του κόψας και τον Σταυρόν πατήσας, έλαβε την μάχαιραν εις τας χείρας και ηλάλαζε την ελεεινήν εκείνην φωνήν· «Από σήμερον είμαι πλέον Αγαρηνός και όχι Χριστιανός». Όθεν επί έτη τινά έχαιρε τιμάς και δόξαν, πλησίον εις τον Αμιράν και τους μετ΄ αυτού, χωρίς να φροντίζη τελείως δια την σωτηρίαν του. Οι δε γονείς του, τούτο μαθόντες, δεν έπαυον παρακαλούντες τον Θεόν ίνα μεταβάλη την γνώμην του υιού των. Όθεν βλέπων ο Θεός την αγαθήν προαίρεσιν και επίμονον αυτών παράκλησιν, εκίνησε την καρδίαν του υιού αυτών εις μετάνοιαν. Δια τούτο αυτός ο ίδιος ο Μείραξ παρουσιασθείς εις τους γονείς του, λέγει· «Ιδού, κύριοι και γλυκύτατοι γονείς μου, ότι ήλθον, διότι ηννόησα ο ταλαίπωρος ότι εσκοτίσθην τον νουν και εποίησα τοιαύτην παραφροσύνην. Τώρα δε παρακαλώ να γίνω πάλιν Χριστιανός και να είμαι ομού με σας». Οι δε γονείς του απεκρίθησαν· «Ημείς, τέκνον, όταν έπραξας το κακόν αυτό, εχύσαμεν πολλά δάκρυα και ποτέ δεν επαύσαμεν παρακαλούντες τον Θεόν, δια να σε φωτίση να γνωρίσης την αλήθειαν και να επιστρέψης πάλιν προς τον Χριστόν τον σωτήρα σου· δια τούτο τώρα ευχαριστούμεν την αγαθότητά Του, διότι δεν παρέβλεψε την ταπεινήν ημών δέησιν. Πλην, τέκνον, καθώς και συ γνωρίζεις, δεν είναι δυνατόν να σε έχωμεν μαζί μας, διότι φοβούμεθα τον Αμιράν μήπως εκ τούτου κινδυνεύσωμεν, παρέχοντες υποψίαν, ότι ημείς σε μετεβάλαμεν. Αλλ΄ εάν θέλης να απαλλαγής από το μέγα αμάρτημα της αρνήσεως και να εύρης τον Θεόν ίλεων, να μη περιπέσωμεν δε και ημείς εξ αιτίας σου εις κατηγορίας, να γίνης δε και τόσον οικείος και φίλος του Χριστού, ώστε να καταστής και πρεσβευτής εις αυτόν δι΄ όλον το γένος σου, ύπαγε εις τον Αμιράν και καθώς παρρησία ηρνήθης τον Χριστόν, ούτω παρρησία ομολόγησον πάλιν αυτόν, ως να μη γνωρίζωμεν ημείς ουδέν περί τούτου. Και βεβαίως ο Θεός, τέκνον, θέλει ευοδώσει την οδόν σου ταύτην καθώς βούλεται».      
Τότε ο Μείραξ λαβών την συμβουλήν αυτήν παρά των γονέων του, ως επίσης και την ευλογίαν των, λαβών δε και εις την χείρα του ζώνην, επορεύθη εις την συναγωγήν των Αγαρηνών. Ζωσθείς λοιπόν τότε την ζώνην, την οποίαν εκράτει, έμπροσθεν εις τον Αμιράν, ετύπωσε τον Τίμιον Σταυρόν εις εν ξύλον και ασπασάμενος αυτόν ήρχισε να φωνάζη, με όσην δύναμιν είχε, το «Κύριε ελέησον». Ο δε Αμιράς, κρατήσας αυτόν, λέγει· «Τι έπαθες»; Ο δε Μείραξ απεκρίθη·  «Μόλις τώρα ήλθον εις τον εαυτόν μου από την γενομένην εις εμέ σκότωσιν του διαβόλου και προσέπεσον εις τον Χριστόν μου και πάλιν έγινα Χριστιανός, καθώς ήμην και πρότερον. Όθεν ήλθον να φανερώσω τούτο εις σε και εις όλην την ιδικήν σου συναγωγήν και να ομολογήσω μεν έμπροσθεν εις όλους τον Χριστόν, να αναθεματίσω δε την θρησκείαν σας». Ταύτα ακούσας ο Αμιράς έρριψεν αυτόν εις την φυλακήν και προσέταξε να μείνη εκεί τρεις ημέρας, χωρίς να του δώσωσι φαγητόν ή ποτόν. Μετά ταύτα εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής και τον έκρινε πάλιν· και επειδή εύρεν αυτόν ομολογητήν του Χριστού, τον έδειρε μετρίως και πάλιν έκλεισεν αυτόν εις την φυλακήν. Μετά τρεις δε άλλας ημέρας πάλιν ανέκρινεν αυτόν· και ευρών επιμένοντα και ομολογούντα τον Χριστόν, έδειρεν αυτόν με βούνευρα και πάλιν τον έκλεισεν εις την φυλακήν. Μετά δε τρεις ημέρας πάλιν παρέστησεν αυτόν έμπροσθέν του και βλέπων, ότι στερεώς και αμεταθέτως ωμολόγει τον Χριστόν, έδειρεν αυτόν ανηλεώς επί των πληγών του σώματος και έδωκε κατ΄ αυτού την τελευταίαν απόφασιν της εις θάνατον καταδίκης. Όθεν λαβόντες τούτον οι υπηρέται επεβιβάσθησαν πλοιαρίου, καθώς προσετάχθησαν, και προχωρήσαντες εις την θάλασσαν έως τέσσαρα στάδια, ήτοι έως ήμισυ μίλιον, τον αφήκαν και προσηυχήθη, είτα αποκόψαντες την κεφαλήν του, έρριψαν αυτήν εις τον βυθόν της θαλάσσης. Και το μεν σώμα αυτού είτε εξήλθε της θαλάσσης, είτε όχι, τούτο δεν εφανερώθη· η δε τιμία αυτού κεφαλή εξήλθεν εις την ξηράν. Ταύτην γνωρίσαντες Χριστιανοί τινες έλαβον αυτήν ως πολύτιμον δώρον· διαβληθέντες δε εις τον Αμιράν δια τούτο, έδωκαν εις αυτόν εκατόν φλωρία και ούτως επετράπη εις αυτούς να έχωσι το ποθούμενον ακωλύτως. Τότε λοιπόν ποιήσαντες αργυράν θήκην, εναπέθεσαν την μαρτυρικήν κεφαλήν με την πρέπουσαν τιμήν και ευλάβειαν και έκτοτε μέχρι σήμερον αναβλύζει πάντοτε μύρον ευώδες και επιτελεί πολλάς και διαφόρους ιατρείας εις δόξαν μεν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις πληροφορίαν δε των σκανδαλιζομένων και δισταζόντων περί της εν ουρανοίς δόξης αυτού και των ομοίων του. 

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

Oι Άγιοι Μάρτυρες Αειθαλάς και Ακεψεής

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΑΕΙΘΑΛΑΣ και ΑΚΕΨΕΗΣ ξίφει τελειούνται.          

Αειθαλάς και Ακεψεής οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ της Περσίας εκ πόλεως καλουμένης Αρβήλ. Και ο μεν Αειθαλάς ήτο ιερεύς των ειδώλων, εγένετο δε κοινωνός της εις Χριστόν πίστεως δια τον λόγον ότι και μόνον ως εσκέφθη να υπάγη εις τον Επίσκοπον των Χριστιανών, ευθύς ιατρεύθη εκ της ασθενείας, από την οποίαν έπασχεν, ήτις ήτο ρύσις αίματος. Μαθών λοιπόν και κατηχηθείς υπό του Επισκόπου την εις Χριστόν πίστιν, επανήλθεν εις την ιδικήν του πόλιν, ίνα γίνη και εις τους άλλους διδάσκαλος της ευσεβείας. Επειδή δε διεβλήθη ως Χριστιανός εις τον της πόλεως άρχοντα και ωμολόγησε τον Χριστόν, έκοψαν το ωτίον του και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Ο δε Άγιος Ακεψεής ήτο Διάκονος και συλληφθείς ωμολόγησε την ευσέβειαν. Όθεν δέρεται ανηλεώς και στέλλεται ομού με τον Αειθαλάν εις τον αρχιμάγειρον του βασιλέως (ήτο δε ο αρχιμάγειρος αξίωμα μέγα παρά Πέρσαις)· ο δε αρχιμάγειρος παρουσιάζει αυτούς εις τον βασιλέα, έμπροσθεν του οποίου, κηρύξαντες τον Χριστόν, αμφότεροι απεκεφαλίσθησαν και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Εις τον Θείον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θετόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

«Ιδού συλλήψη εν γαστρί, και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31).

Προβαίνει από την λαμπράν πύλην της ωραιοτάτης ανατολής εκείνη η λευκόμορφος μηνύτρια του Ηλίου, η ροδοδάκτυλος και φωσφόρος αυγή. Και ευθύς, όταν αρχίση εις το αργυροχρυσοσύνθετον πρόσωπον του ουρανού να ζωγραφίζεται η έλευσις του παμφαούς φωστήρος της ημέρας, τότε ο πολύμορφος χορός των αστέρων βιάζεται να φύγη το ταχύτερον, μετ΄ αυτών δε ολοσχερώς αφανίζεται το ζοφερώτατον σκότος της σκοτεινής νυκτός. Εναρμόνιος μουσική, με τα μελωδικά όργανα των πτηνών συντεθειμένη, αντηχεί εις τα χρυσοπράσινα δάση΄ οι άνθρωποι, βυθισμένοι εις βαθύτατον ύπνον, εγείρονται δια τας ποικίλας των ασχολίας. Και ήδη, ως χαριέστατος μηνυτής, εις όλον τον απέραντον Κόσμον ευαγγελίζεται΄ «Ιδού ημέρα ήγγικεν, ιδού εξέλαμψεν». Ομοίως κατά την σημερινήν ημέραν προβαίνει από εκείνην την ηλιοστάλακτον πύλην του ουρανού ο αγλαοπυρσόμορφος του Θεού Αρχάγγελος, ο λαμπρός και καθαρός Γαβριήλ. Και ευθύς ως με τον χαιρετισμόν «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου» (Λουκ. 1: 28), ζωγραφίζει εις την άμωμον γαστέρα της Θεομήτορος Μαριάμ την έλευσιν του αδύτου της δικαιοσύνης Ηλίου, τότε αρχίζει το ταχύτερον να φεύγη η αντίθετος πολυθεϊα των δολίων ειδώλων. Αφανίζονται ολοσχερώς τα σκοτεινότατα σύμβολα του παλαιού νόμου. Η ασύστατος χορεία των απίστων, μη υποφέρουσα το τηλαυγέστατον της αληθείας φως, κρύπτει με την σιωπήν το ασεβέστατον πρόσωπον. Τα στόματα των ιερών Διδασκάλων δεν παύουσι να ψάλλωσι μίαν ακατάπαυστον δοξολογίαν. Το ανθρώπινον γένος, βυθισμένον εις τον ύπνον της αγνωσίας, εγείρεται προς την χριστώνυμον πολιτείαν της Ορθοδόξου Πίστεως΄ και ήδη, με την θεόπνευστον σάλπιγγα ενός χαριεστάτου Ευαγγελισμού του θείου τούτου Αρχαγγέλου προς τον Κόσμον όλον, ευαγγελίζεται προς την Παρθένον΄ «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν (αυτόθι 31). Ω χαρά ανεκδιήγητος! Ω άφρατον θαύμα! Χαρά, επειδή σήμερον ο προαιώνιος Πατήρ ανοίγει τα σπλάγχνα Του και μας χαρίζει τον μονογενή του Υιόν΄ ο Υιός σαρκούται τη συνεργεία του Παναγίου Πνεύματος΄ το Πνεύμα εισέρχεται εις την Παρθένον και η Παρθένος συλλαμβάνει δι΄ ασπόρου συλλήψεως. Θαύμα, επειδή το αθάνατον ενούται με το θνητόν΄ το δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος παραλαμβάνει την ανθρώπινον φύσιν και όχι η φύσις το πρόσωπον΄ το αϊδιον και το προσωρινόν εις την αυτήν υπόστασιν διαμένει. Χαρά, επειδή λύεται το κατάκριμα του πρωτοπλάστου Αδάμ και μας χαρίζεται η χάρις, δια την απόκτησιν εκείνου του Παραδείσου, από τον οποίον η παρακοή μας εξώρισε. Θαύμα, επειδή ο ασώματος, ο άσαρκος και άϋλος Θεός, σώμα, σάρκα και ύλην κατεδέχθη να λάβη, φυλάττων εις το αυτό υποκείμενον τελείαν ανθρωπότητα και τελείαν Θεότητα, άνευ μεταβολής της φύσεως, άνευ τροπής των ουσιών, άνευ συγχύσεως των προσώπων. Συ λοιπόν, ω άναρχε Υιέ και Λόγε του προανάρχου Πατρός, ο χαρακτήρ της αϊτητος αυτού και ζώσα πηγή της Σοφίας, Συ τώρα, με την θαυμαστήν σου παντοδυναμίαν, χάρισαι δύναμιν του νοός μου, νουν της ψυχής μου, ψυχήν εις τον λόγον μου και λόγους τω στόματί μου, δια να φανερώσω το σημερινόν μέγα μυστήριον. Συ, όστις εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτίζεις τους αίνους Σου, σόφισόν μου την αγύμναστον γλώσσαν και χύσον την χάριν της ευλογίας Σου εις τα χείλη μου, δια να ασπασθώ και εγώ με τον Γαβριήλ την Παρθένον, λέγων΄ «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου...  Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν» (αυτ. 28-31). Ο σοφός εκείνος Δημιουργός των απάντων Θεός, αφ΄ ου έπλασε τα άϋλα εκείνα τάγματα της ουρανίου Ιεραρχίας, αφ΄ ου εκύκλωσε με διαφόρους σφαίρας τον ουρανόν και ήναψε τους παμφαεστάτους αστέρας εις το γαληνότατον πρόσωπον, αφ΄ ου εθεμελίωσε την ασάλευτον γην, την εζωγράφησε με ευωδέστατα άνθη, την επλούτισε με γλυκυτάτους καρπούς και την επότισε με κρυσταλλίνας πηγάς καλλιρρόων υδάτων, αφ΄ ου εξαπέλυσεν εις τον αέρα τους ζεφύρους και τας αύρας, ελεύκανε με το φως την ημέραν και έβαλε με το σκότος την νύκτα, τέλος δε, αφ΄ ου με τόσον κάλλος και τάξιν εδημιούργησε του ουρανού και της Γης το ωραιότατον σύστημα, κατόπιν, χουν λαβών από της γης, έπλασε και εμόρφωσε τον πρώτον άνθρωπον, τον Αδάμ. Κατ΄ ιδίαν εικόνα τον εμόρφωσε τον πρώτον άνθρωπον, τον Αδάμ. Κατ΄ ιδίαν εικόνα τον ενεψύχωσε με την ζωοποιόν του πνοήν και τον έβαλεν εις τον Παράδεισον της τρυφής, δια να έχη εις όλον τον απέραντον Κόσμον, ως βασιλεύς, το σκήπτρον και το βασίλειον. Αλλ΄ επειδή «τω Αδάμ ουχ ευρέθη βοηθός όμοιος αυτώ, επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ και ύπνωσε και έλαβε μίαν των πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ΄ αυτής και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ, εις γυναίκα» (Γεν.  2: 20—22). Τοιουτοτρόπως πλασθέν τούτο το αγιώτατον ζεύγος, έλαμπεν ως Ήλιος και Σελήνη μέσα εις εκείνα τα αμάραντα κάλλη του Παραδείσου. Αλλά δεν παρήλθε πολύς καιρός και, κατά συνβουλήν της διαβολικής πλάνης, έπαθεν εκείνη την ζοφεράν και πανώλεθρον έλλειψιν΄ και ενώ εγνώριζεν όλα, δια να θελήση να μάθη περισσότερα, εις τοιαύτην αμάθειαν κατήντησεν, ώστε «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. μη 13, 21). Λοιπόν ο Αδάμ, αφ΄ ότου εδιώχθη από τον Παράδεισον της τρυφής και έπεσεν από την αθανασίαν εις τον θάνατον, έπρεπε να λάβη από την Εύαν το οστούν εκείνο, το οποίον κατά την πλάσιν της έδωκεν΄ αλλ΄ επειδή υπέπεσε και αυτή εις το ίδιον παράπτωμα και κατεδικάσθη εις την ιδίαν φθοράν δεν ηδύνατο να το δώση, ώστε έμεινεν εις την γυναίκα το χρέος. Τι όμως οικονόμησεν η άπειρος του Θεού ευσπλαγχνία, η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα; Ηυδόκησεν ο Θεός να πέμψη τον μονογενή Του Υιόν, ο οποίος, από το σκεύος της εκλογής νέος Αδάμ ονομάζεται, «ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α΄ Κορ. ιε: 47), του οποίου η μυστκή Εύα, η θεόπαις Μαριάμ, αποπληρώνει το δάνειον της Προμήτορος, δίδουσα την καθαράν Της σάρκα΄ «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1: 14). Τούτο ψάλλει και η θεόφθογγος Μούσα της Εκκλησίας, ο ιερός Θεοφάνης, εις τους ύμνους της Παρθένου, ως εκ προσώπου Αυτής, λέγων΄ «Της Εύας νυν, δι΄ εμού καταργείσθω κατάκριμα, αποδότω δι΄ εμού το οφείλημα σήμερον΄ δι΄ εμού το χρέος, το αρχαίον δοθήτω πληρέστατον» (Ωδή στ της εορτής). Θαυμαστή υπήρξεν η πλάσις της Προμήτορος, θαυμασιωτέρα όμως και μάλιστα χαριεστέρα είναι η παρούσα ανάπλασις του Υιού και Λόγου. Εκεί ο Αδάμ, αφ΄ ου από την πλευράν του ωκοδομήθη η Εύα, έμεινε σώος ως και πρότερον΄ εδώ η Παρθένος, αφ΄ ότου εξ Αυτής έλαβε σάρκα ο Υιός του Θεού, προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον Παρθένος έμεινεν. Εκεί ο ψυχοφθόρος διάβολος με το δηλητήριον της απάτης, «έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3: 5), όλον το ανθρώπινον γένος εθανάτωσεν΄ εδώ ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, με τον Ευαγγελισμόν «χαίρε», εκήρυξε την σωτηρίαν. Εκεί η Εύα, δια την μεγάλην της υπερηφάνειαν, προελθούσαν από το ξύλον της γνώσεως, έχασε την θείαν Χάριν΄ εδώ η Παρθένος, δια την βαθείαν Της ταπεινότητα, «Ιδού η δούλη Κυρίου» (Λουκ. 1: 38), έγινε Μήτηρ Θεού. Εκεί η Εύα ήκουσε το «Εν λύπαις τέξη τέκνα» (Γεν. 3: 16)΄ εδώ η Παρθένος, «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31). Ω θεία ανάπλασις! Ω αγία αποπλήρωσις! Ω ψυχωφελής Ευαγγελισμός! Θαυμάσατε, άνθρωποι, την άπειρον ευσπλαγχνίαν, την εύσπλαγχνον συγκατάβασιν του Θεού, όστις δεν ηρκέσθη να στολίση τον άνθρωπον με τόσας χάριτας, να τον πλουτίση με τόσας δόξας, να υποτάξη «υποκάτω των ποδών αυτού, πρόβατα και βόας απάσας, έτι δε και τα κτήνη του πεδίου, τα πετεινά του ουρανού και τους ιχθύας της θαλάσσης, τα διαπορευόμενα τρίβους θαλασών» (Ψαλμ. 8: 7—9). Αλλ΄ επειδή, με την απατηλήν συμβουλήν του διαβόλου έπεσεν από την μακαριότητα εις τας δυστυχίας, από την αθανασίαν εις τον θάνατον, από τα χρυσανθέστατα κάλλη του Παραδείσου εις τας ακάνθας και τριβόλους της γης, απεφάσισεν ακόμη να πέμψη τον Μονογενή Του Υιόν, να πάρη φύσιν ανθρώπινον από μίαν γυναίκα, δια να τον αναβιβάση εις την προτέραν κατάστασιν, δια να τον υψώση εις την προτέραν τιμήν, δια να τω χαρίση την προτέραν αθανασίαν. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον μονογενή έδωκεν» (Ιωάν. 3: 16). Λοιπόν, ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, έπρεπε να λάβη τέλος η προ αιώνων βουλή και να πληρωθή αύτη η Θεία απόφασις. Αλλ΄ επειδή το μυστήριον ήτο τόσον υψηλόν, τόσον απόκρυφον, τόσον δυσκατανόητον, ώστε αν τυχόν η Παρθένος ήθελε συλλάβει απλώς και ως έτυχε τον Υιόν του Θεού, δίχως να φανερωθή πρότερον εις αυτήν ο τρόπος, δίχως να ετοιμασθή με τους λόγους Αγγέλου τινός δια την τοιαύτην άσπορον σύλληψιν, ήθελεν ευρεθή εις μέγαν φόβον και ταραχήν, δια τούτο, εις τοιούτον έργον, ως τοιούτος εξελέγει ο μέγας Στρατηγός των ουρανίων Δυνάμεων, ο αστραπόμορφος Γαβριήλ΄ «Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο Άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού» (Λουκ. 1: 26). Εισελθών δε με ευλάβειαν εις την οικίαν της Παρθένου, την ασπάζεται λέγων΄ «Χαίρε, Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου» (αυτόθι 28). Ως να έλεγε΄ Προς Σε την καθαράν και αμόλυντον Παρθένον έρχομαι από τον ουρανόν ευαγγελιστής Άγγελος΄ εγώ είμαι εκείνος όστις, ομού με τα άϋλα τάγματα, παρίσταμαι εμπρός εις τον φοβερόν θρόνον του Θεού και με ακατάπαυστον δοξολογίαν υμνολογώ την Αγίαν Τριάδα΄ εγώ είμαι εκείνος όστις, εις τους γονείς Σου, τον Ιωακείμ και την Άνναν, εκήρυξα την σύλληψίν Σου και αφ΄ ότου Συ, ανατεθραμμένη όχι τόσον με επίγειον τροφήν, όσον με την χάριν του Πνεύματος, αφιερώθης εις τον Ναόν του Θεού, σε έτρεφα με ουράνιον άρτον΄ εγώ και τώρα πέμπτομαι από τον Ύψιστον Δημιουργόν μας και Πλάστην, δια να σου ευαγγελίσω εκείνην την προαιώνιον βουλήν, την οποίαν η άπειρός Του ευσπλαγχνία απεφάσισεν εις κοινήν ωφέλειαν του ανθρωπίνου γένους. Χαίρε λοιπόν, καθαρώτατον έσοπτρον της παρθενίας΄ χαίρε, έμψυχε εικών του Θεού΄ χαίρε, θεότευκτον άγαλμα της καθαρότητος και θρόνε ηλιοστάλακτε, όπου μέλλει να καθίση ο Βασιλεύς των αιώνων΄ κεχαριτωμένη, έμψυχον πολυσύνθετον των αρετών και θαυμαστή ανακεφαλαίωσις όλων των χαρίτων». «Εις Σε, Παρθένε, βλέπω παρθενίαν τόσον καθαράν, όσον ούτε η γη έχει κρίνους, ούτε η θάλασσα μαργαρίτας, ούτε ο ουρανός καθαρούς τους αστέρας΄ εις Σε σοφίαν τόσον υπέρμετρον, ώστε με αυτήν φωτίζεται ο χορός όλος των ουρανίων ταγμάτων. Εις Σε ταπείνωσιν τόσον βαθείαν, ώστε εις τοιαύτην άβυσσον βυθίζεται πας νους΄ εις Σε αγάπην τόσον θερμήν, ώστε όσαι φλόγες ανάπτουσιν εις τας ψυχάς των άλλων δικαίων, όλαι φαίνονται μικροί σπινθήρε, παραβαλλόμεναι προς την φλόγα της ιεράς σου καρδίας. Εις Σε αγιότητα τόσον άκραν, ώστε κατά το ύψος υπερβαίνει τους ουρανούς΄  τι περισσότερον; «Ο Κύριος μετά Σου». Μετά Σου βλέπω συνδεδεμένον όλον το πλήρωμα της Θεότητος και εις Σε περιησφαλισμένα όλα τα χαρίσματα της Αγίας Τριάδος. «Ευλογημένη Συ εν γυναιξί» (Λουκ. 1: 28). Σε μόνην ηυλόγησε΄ Σε ηγίασε΄ Σε ηγάπησε΄ Σε από όλας τας γυναίκας εξέλεξεν ο Θεός, ως ιδικόν Του κατοικητήριον». «Όθεν, προσφέρων ο πανάγαθος Θεός εις Σε, κοσμοπόθητε Δέσποινα, όλους τους θησαυρούς της θείας Αυτού παντοδυναμίας, Σε έδειξεν εις τον Κόσμον ως το θαυμαστότατον και εξαισιώτατον πλάσμα της παντοκρατορικής Του χειρός. Δια τούτο και εγώ περιχαρώς Σου λέγω΄ «ιδού συλλήψη εν γαστρί» (Λουκ. 1: 31). Μολονότι Παρθένος είσαι καθαρά και δεν εγνώρισας άνδρα, όμως δίχως σποράν, δίχως συνουσίαν τινός, θέλεις συλλάβει εις την αγίαν σου γαστέρα τον Υιόν του Θεού΄ και εις τον κύκλον της ιεράς σου κοιλίας θέλεις χωρέσει εκείνον, τον οποίον δεν χωρούσιν οι ουρανοί. Και τέξη Υιόν! Όταν δε έλθη ο διατεταγμένος καιρός της γεννήσεως, δίχως βλάβην της γαστρός, δίχως φθοράν της παρθενίας σου, ανάμεσα εις τα σκότη της νυκτός, θέλει γεννηθή από Σε απάτωρ, Εκείνος, όστις γεννάται αμήτωρ από τον Θεόν εν ταις λαμπρότησι των Αγίων. Εις την υπόστασιν και διπλούς την φύσιν΄ όλος εις τον ουρανόν εν δεξιά του Πατρός, όλος και εις την γην εις τας ιεράς σου αγκάλας. «Και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν» (αυτόθι 31). Κατόπιν δε από οκτώ ημέρας, δια να πληρώση τον νόμον ο αρχηγός του νόμου, θέλει περιτμηθή ως Βρέφος΄ και επειδή μέλλει να είναι ο Σωτήρ του ανθρωπίνου γένους, θέλει ονομασθή Ιησούς, όπερ ερμηνεύεται «σωτηρία» «Ούτος έσται μέγας» (αυτόθι 32). «Αφ΄ ου θέλει αρχίσει να εξαπλώνη ούτος ο άδυτος Ήλιος τας ακτίνας της Θείας Του παντοδυναμίας, ούτος διώκων την ψευδώνυμον των ειδώλων πολυθεϊαν, θέλει κάμει να λάμωη εις τας ημαυρωμένας ψυχάς των ανθρώπων το ζωηφόρον φως της αληθινής Πίστεως. Καίτι δε μικρόν Βρέφος, όμως ως κραταιότατος λέων, με βροντόφωνον διδασκαλίαν μέλλει να ελέγξη την μωράν σοφίαν των Ιουδαίων΄ να φυγαδεύση την ασέβειαν και να απειλήση όλον τον Άδην. Και όταν θέλει ανοίξει τους θησαυρούς της ουρανίου δυνάμεως, τότε θέλει μεταβάλει τα ύδατα εις νέκταρα΄ θέλει χαρίσει εις τους τυφλούς το φως, εις τους χωλούς την ανόρθωσιν, εις τους αρρώστους την υγείαν και εις τους νεκρούς την ζωήν. Το όνομά Του θέλουσι τρέμει οι δαίμονες΄ εις τους λόγους Του θέλουν υπακούει τα στοιχεία και η φύσις θέλει βάλει άνω κάτω τους νόμους της εις παν Του πρόσταγμα. «Και Υιός Υψίστου κληθήσεται» (Λουκ. 1: 32). Αν δε παρά τα τόσα θαύματα, το δυσκολόπιστον γένος των Ιουδαίων δεν θέλει Τον πιστεύσει ως Θεόν αληθινόν, θέλει καταβή το Πνεύμα το Άγιον εις τον Ιορδάνην και παρρησία εις όλους θέλει Τον κηρύξει Υιόν Θεού, συναϊδιον, σύνθρονον και συνάναρχον με τον Πατέρα». «Και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυϊδ του Πατρός Αυτού» (αυτόθι). «Τέλος πάντων, επάνω εις ένα σταυρόν, ως εις βασιλικόν θρόνον καθεζόμενος ακανθοστεφανωμένος Βασιλεύς, θέλει δώσει την φοβεράν απόφασιν εναντίον του ψυχοφθόρου διαβόλου και με την τελευταίαν του αναπνοήν, εμψυχώνων τον τεθαμμένον Αδάμ, θέλει τον εγείρει από τον θάνατον εις την προτέραν αθανασίαν. «Και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος» (αυτόθι 33). Δεν θέλει δε παρέλθει πολύς χρόνος και ως εξουσιαστής ζωής και θανάτου, συντρίβων τας σιδηράς πύλας του Άδου και θανατώνων τον ίδιον τον θάνατον, θέλει αναστηθή τροπαιοφόρος και θέλει πετάξει ένδοξος εις τους ουρανούς, όπου, καθεζόμενος εν δεξιά του Πατρός, θέλει βασιλεύσει εις τους αιώνας και της Βασιλείας του δεν θέλει υπάρξει τέλος. Τοιούτον αγιώτατον καρπόν θέλει βλαστήσει η άσπορος και καθαρωτάτη κοιλία Σου΄ τοιούτον ευλογημένον Υιόν θέλεις γεννήσει Συ η ευλογημένη Μήτηρ΄ και θέλεις τον γεννήσει μένουσα παρθένος, ως πρότερον. Και μη θαυμάζης εις τούτο, διότι εκείνος ο ίδιος Θεός, ο οποίος έκαμε και εβλάστησε, δίχως να ποτισθή, η ράβδος του Ααρών, όστις έκαμε και ανέβλυσε δροσερόν ύδωρ από την ξηράν πέτραν εις την έρημον και ευρέθησαν γεγραμμέναι, άνευ χειρός ανθρώπου, αι πλάκες της Διαθήκης, Εκείνος θέλει Σε φυλάξει παρθένον καθαράν μετά την γέννησιν». Ούτοι οι λόγοι του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, αν και εμήνυον χαράς ευαγγέλια, εν τούτοις εις την καρδίαν της Παρθένου επροξένησαν μεγάλην ταραχήν. Όμως, ως σοφή και συνετή, πρώτον καταστέλλει την καρδίαν αυτής από του φόβου, ως λέγει ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, «Ως εν αταραξία γενομένη δέξηται την θείαν απόκρισιν΄ και ως ουκ απιστήσασα, αλλ΄ επιζητούσα να μάθη τον τρόπον του πράγματος, είπε προς τον Άγγελον΄ «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» (Λουκ. 1: 34). Συ, ω θεοειδέστατον πνεύμα, όπερ φέρον μορφήν ανθρώπου μοι ομιλείς λόγους υπέρ άνθρωπον, ειπέ μοι πως είναι δυνατόν να γεννήση παρθένος; Πως είναι δυνατόν να υπάρχη μετ΄ εμού ο Κύριος; Ο Κύριος μετ΄ εμού; Ο Θεός εκείνος ο ύψιστος και απερίγραπτος, όστις ποτέ δεν ήρχισε και ποτέ δεν θέλει τελειώσει, ο άναρχος και ατελεύτητος΄ εκείνη η καθαρωτάτη ουσία, η οποία ποτέ δεν εγεννήθη και πάντοτε ζη και ποτέ δεν γηράσκει ούτε αποθνήσκει΄ εκείνος, λέγω, θέλει ενωθή μετ΄ εμού της ταπεινής γυναικός, ήτις άλλο δεν είμαι, παρά μία ψυχή ριζωμένη εις θνητόν σώμα, γυμνόν όνομα, σκιά ενός σώματος, το οποίον ολίγον ζη και πολύ πάσχει; «Πως έσται μοι τούτο», να είναι μετ΄ εμού του φθαρτού χορταρίου σμιγμένον το πυρ της Θεότητος; Με το πλάσμα ο Πλάστης; Με μίαν παρθένον ο Υιός του Θεού; Και εκείνο το οποίον περισσότερον συγχύζει τον νουν μου και ρίπτει εις άβυσσον τον λογισμόν μου, είναι αυτό το οποίον μοι λέγεις, ότι μέλλω να γεννήσω παρθένος. Και τις είδε ποτέ καρπόν δίχως ρίζαν; Γέννημα δίχως σπόρον; Ποταμόν δίχως πηγήν; Υιόν δίχως πατέρα; Μητέρα δίχως άνδρα; Πως έσται τούτο; Επεί άνδρα ου γινώσκω. Εξήγησέ μου, ω Άγγελε, το μυστήριον΄ ειπέ μοι ταύτης της ασπόρου συλλήψεως τον τρόπον. Πως έσται τούτο; Απεκρίθη ο Άγγελος΄ «Μη εξετάζης, ω Παρθένε, του μυστηρίου τον τρόπον. Όσον ούτος κατανοείται, τόσον διαμένει απόρρητος΄ και όσον πολυπραγμονείται, τόσον συγχύζει τον νουν. Τούτο μόνον σοι λέγω, ότι «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Λουκ. 1: 35). Το Πνεύμα το Άγιον, το αγαθόν, το ηγεμονεύον, η νοερά πηγή της σοφίας, ο των χαρισμάτων θησαυρός, όστις κάμνει τους Προφήτας, όστις τελειοί τους Διδασκάλους, εκείνος θέλει εισέλθει εις την ιεράν σου γαστέρα με θαυμαστήν ενέργειαν και από τα παρθενικά σου σπλάγχνα θέλει θρέψει το πανάχραντον Σώμα του θεανθρώπου Λόγου΄ «και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (αυτόθι)΄ η δύναμις του Θεού θέλει σε ενδυναμώσει, θέλει σε αγιάσει, δια να γίνης δοχείον χωρητικόν της Θεότητος. Ούτως είναι διατεταγμένον εις το μέγα συμβούλιον του ουρανού, εις την γερουσίαν των μακαρίων Αγγέλων. Ούτως ο προαιώνιος Πατήρ προώρισεν, από Σε την Παρθένον να λάβη ομοίωμα ανθρώπου ο Θεός, δια να αποκαταστήση την χαμένην εικόνα της ανθρωπότητος». Με τοιούτους και ομοίους θείους λογισμούς καταπειθομένη η Παρθένος, ήνοιξε, τέλος πάντων, εκείνα τα νεκταρώδη χείλη και με τοιαύτην ταπείνωσιν απεκρίθη προς τον Γαβριήλ. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1: 38). Ωσάν να ήθελεν είπει΄ «Ω Αρχάγγελε, επειδή είσαι αγγελιοφόρος του αληθινού Θεού, εξ ανάγκης και οι λόγοι σου είναι αληθινοί΄ εις την γαλακτομελιρρέουσαν γλώσσαν σου δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται πικρόν δηλητήριον απάτης. Όθεν, αν και δεν είμαι αξία να βαστάσω τον τα πάντα βαστάζοντα, να γεννήσω τον Ποιητήν μου και να γίνω μήτηρ του Πλάστου, όμωςμε πάσαν ταπείνωσιν προσπίπτω και ας γραφή εις εμέ ο θείος Λόγος. Πόκος είμαι κενός, ας καταβή εις εμέ η δρόσος του Παναγίου Πνεύματος. Παρθένος είμαι καθαρά, ας πάρη από εμέ σάρκα ανθρώπινον ο προαιώνιος Θεός΄ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι). Ω βάθος ταπεινώσεως, όπερ μας αναβιβάζει εις τους ουρανούς! Ω θαυμαστή δύναμις μιας παρθένου Κόρης, ήτις με εν «γένοιτο» κάμνει τον Θεόν και ανταλλάσσει με την γην τους αστέρας! Αλλά δια ποίαν αφορμήν, πανακήρατε Κόρη, θεόσοφε Μαριάμ, τώρα, ότε υψώθης εις τόσην μεγαλειότητα και τιμήν, ρίπτεσαι εις τόσην ταπείνωσιν; Τάχα δεν έπρεπε να δοξασθής, αφού έγινες δοχείον χωρητικόν της Θεότητος και θρόνος ηλιοστάλακτος του Βασιλέως της δόξης; Συ τώρα είσαι Μήτηρ Θεού και πως καλείσαι δούλη Κυρίου; «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι). Αλλά φαίνεταί μοι ευλόγως να μοι αποκρίνεται η Παρθένος΄ ότι επειδή με αυτήν κατώκει ο Κύριος, όστις υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσιν χάριν, πρεπόντως εταπεινώθη΄ και γνωρίζουσα, ότι εγγύς ο Κύριος τοις συντετριμμένοις τη καρδία, έπρεπε να ετοιμασθή με πάσαν ταπείνωσιν, δια να δεχθή τον θείον Λόγον. Απελλής ελέγετο εκείνος ο περίφημος ζωγράφος, όστις όσας εικόνας έκαμε, τόσα θαύματα αφήκε. Μέσα δε εις τα άλλα, τα οποία με τόσον κάλλος και επιμέλειαν εζωγράφησεν, εζωγράφησε και ένα στάχυν και επάνω εις αυτόν μίαν περιστεράν τόσον πιστά, ώστε η ιδία φύσις εκοκκίνησε νικημένη από την τέχνην. Όμως περισσότερον κατηγορίαν παρά τιμήν επροξένησεν εις τον Απελλήν αυτή η θαυμαστή ζωγραφία. Επειδή, όσοι την έβλεπον, αν και εθαύμαζον την ωραιότητα των χρωμάτων, την συμμετρίαν των γραμμών, όμως το είδος μόνον εμέμφοντο λέγοντες΄ «Δεν είναι δυνατόν εις μικρός στάχυς ορθός να βαστάζη μίαν περιστεράν, δίχως να κλίνη από το βάρος΄ «Ουχ οίόν τε άσταχυν ακλινή βαστάζειν περιστεράν». Στάχυς φθαρτός, χορτάρι της γης είναι ο άνθρωπος΄ «Άνθρωπος ωσεί χόρτος» (Ψαλμ. ρβ  15), περιστερά είναι το Πανάγιον Πνεύμα΄ «και (είδε) το Πνεύμα ωσεί περιστεράν καταβαίνον επ΄ αυτόν» (Μάρκ. 1: 10). Όταν ο άνθρωπος ίσταται ορθός και σοβαρός με την υπερηφάνειαν, δεν ημπορεί ποτέ να ευρίσκεται μετ΄ αυτού η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος, επειδή «Ακάθαρτος παρά Θεώ παρά Θεώ πας υψηλοκάρδιος»(Παρ. ιστ: 5). Δια τούτο λοιπόν η παναμώμητος Κόρη, ακούσασα από τον Άγγελον, το Πνεύμα το Άγιον΄ «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Λουκ. 1: 35), πρεπόντως, με πάσαν ταπείνωσιν, απεκρίθη΄ «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (αυτόθι 38) και μετά τούτους τους γλυκείς λόγους, ως με χρυσήν άλυσον, έσυρεν από τον ουρανόν εις την γην τον Υιόν του Θεού και με μεταφοράν όχι πλέον ακουστήν, τον μετέφερεν από τον κόλπον του Πατρός εις τα παρθενικά και αμόλυντα αυτής σπλάγχνα. Όθεν, ο ίδιος ο Θεός, δια στόματος του Προφητάνακτος, λέγει΄ «Τα λόγια σου υπέρ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. ριη: 103) «αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου» (Ψαλμ. μβ: 3)΄ όπου όρος άλλο δεν είναι παρά η ηγιασμένη γαστήρ της Θεομήτορος΄ το μαρτυρεί ο ίδιος ο Δαυϊδ΄ «Το όρος ο ηυδόκησεν ο Θεός κατοικείν εν αυτώ» (Ψαλμ. ξζ: 17), και ο Αββακούμ « Ο Θεός από Θαιμάν ήξει και ο άγιος εξ όρους κατασκίου δασέος» (Αβ. 3: 3). Τούτο το απόκρυφον μυστήριον της θείας οικονομίας προεικόνιζον οι τύποι και τα αινίγματα και αι ρήσεις των πνευματοφόρων Πατέρων και Προφητών΄ τούτο προεμήνυεν η βάτος, ην είδεν ο Μωϋσής΄ «Παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο» (Εξ. 3:3). Τι; Ότι η βάτος καίεται και «ου κατακαίεται» (αυτόθι). Επειδή η Παρθένος έλαβεν εν εαυτή το πυρ της Θεότητος, δίχως βλάβην της καθαράς της παρθενίας. Τούτο η κλίμαξ του Ιακώβ, «ης η κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν και οι Άγγελοι του Θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ΄ αυτήν» (Γεν. Κη:12)΄  επειδή, δια μέσου της Μαρίας, ο Θεός κατήλθεν εις την γην και έγινεν άνθρωπος θνητός και ο άνθρωπος ανήλθεν εις τους ουρανούς και απέκτησε την προτέραν αθανασίαν. Τούτο ο αχειρότμητος λίθος του Δανιήλ΄ «Εθεώρεις, Βασιλεύ, έως απεσχίσθη λίθος εξ όρους άνευ χειρός» (Δαν. 2: 34), επειδή, από τας καθαράς σάρκας της Παρθένου εγεννήθη η μυστική πέτρα, ήτοι ο Χριστός, δίχως συνουσίαν ανθρώπου. Τούτο είδε καθαρά ο Προφήτης Ιερεμίας εις τον οίκον εκείνου του τεχνίτου, όστις επάνω εις ένα τροχόν έκαμνε διάφορα αγγεία και επειδή συνετρίβη εν εκ τούτων, πάλιν το έπλασεν ωραιότερον΄ «και κατέβην εις τον οίκον του κεραμέως και ιδού αυτός εποίει έργον επί των λίθων΄ και έπεσε το αγγείον ο αυτός εποίει εν ταις χερσίν αυτού, και πάλιν αυτός εποίησεν αυτό αγγείον έτερον, καθώς ήρεσεν ενώπιον αυτού ποιήσαι» (Ιερ. 18: 3- 4). Ποίος άλλος είναι ο τεχνίτης, ει μη ο Παντοκράτωρ Θεός και Πατήρ; «ης τεχνίτης και δημιουργός, ο Θεός» (Εβρ. 11: 10). Ποίος άλλος τροχός ει μη ο προαιώνιος Λόγος δια του οποίου εδημιούργησεν ο Πατήρ όλα τα κτίσματα; «Πάντα δι΄ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδ΄ εν, ο γέγονεν» (Ιωάν. 1: 3). Λοιπόν επειδή εν από ταύτα τα αγγεία, τα οποία είναι ο προπάτωρ Αδάμ, με την παρακοήν συνετρίβη και αθλίως απημαύρωσε την θείαν Εικόνα, δια τούτο σήμερον πάλιν ανακαινίζει αυτό ο Κύριος ωραιότερον με την ανάπλασιν του νέου Αδάμ, «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α  Κορ, 15: 47), κηρύττει η θεόπνευστος σάλπιγξ της Εκκλησίας. Τούτο εσήμαινε το τόξον εκείνο, περί ου ο Θεός εις τον Νώε, ότι αφ΄ ότου θέλει φανή εις τα νέφη, τότε μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου θέλει υπάρξει σύμβασις και αγάπη΄ «το τόξον μου τίθημι εν τη νεφέλη και έσται εις σημείον διαθήκης αναμέσον εμού και της γης» (Γεν. 9: 13). Όθεν, σήμερον, ότε εφάνη το μυστικόν τόξον, ότε εσαρκώθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, σήμερον εβεβαιώθη η αγάπη μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου΄ «αυτός γαρ εστιν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα εν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας» (Εφ. 2: 14). Τούτο και ο Γαβριήλ εις την Παρθένον ευαγγελίζεται λέγων΄ «ιδού συλλήψη εν γαστρί, και τέξη υιόν» (Λουκ. 1: 31). Τώρα εννοώ εκείνο το θαυμαστόν τέρας, το οποίον, δια να ιατρευθή ο αρρωστημένος βασιλεύς, έδειξεν ο Θεός εις τον Προφήτην Ησαϊαν εις το ηλιακόν ωρολόγιον. Έκειτο εις βασιλικήν κλίνην βεβαρημένος από θανατηφόρον ασθένειαν ο βασιλεύς Εζεκίας και ακούων από τον Προφήτην την φοβεράν απόφασιν του θανάτου του, «έκλαυσε κλαυθμώ μεγάλω» λέγει η Αγία Γραφή, ή διότι δεν εγνώριζεν άλλην ιατρείαν από τα ίδια του δάκρυα, ή τάχα ήλπιζε με εκείνα τα πικρά ύδατα των οφθαλμών του, να σβήση την φλόγα του πυρετού, όστις του έτηκε την καρδίαν. Αλλά εν μέσω τούτων των σκοτεινών νεφών της λύπης, έλαμψε το χαριέστατον σημείον της θεραπείας του΄ και τούτο ήτο ο Ήλιος, ο οποίος, στρέψας προς τα οπίσω εννέα γραμμάς εις μίαν μεγίστην σκιάν, από ταύτην πάλιν ανέτειλε και με την νέαν ανατολήν εχάρισε την υγείαν του Εζεκίου (Δ΄ Βασ. κ: 1-11,  Ησ. λη 1-8). Εζεκίας άρρωστος είναι το ανθρώπινον γένος το οποίον, ησθενημένον από την απιστίαν προς τον Θεόν, έκειτο εις βαθύτατον λήθαργον μιας πεισματικής αμαρτίας΄ πλην θεωρούν την ελεεινήν κατάστασιν εις την οποίαν κατήντησεν, ήγειρε τέλος πάντων τα όμματα προς τον ουρανόν και ολοψύχως έκραξεν΄ «Έως πότε, Κύριε, επιλήση μου εις τέλος, έως πότε αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ΄ εμού;» (Ψαλμ. 12: 1). Και πάλιν΄ «ίασαί με, Κύριε, και ιαθήσομαι» (Ιερ. 17: 14). Ελθέ, Κύριε, εις το σώσαι ημάς. Και τότε ο προαιώνιος Πατήρ, όστις δεν ηδύνατο να βλέπη την ιδίαν εικόνα και ομοιότητα εις τας χείρας του Διαβόλου, έδειξε το χαριέστατον σημείον της ανθρωπίνης σωτηρίας και είναι τούτο ο μυστικός Ήλιος της δικαιοσύνης, ο μονογενής Του Υιός, ο οποίος, στρέφων προς τα οπίσω εννέα γραμμάς, ήτοι κατερχόμενος από τα εννέα τάγματα των μακαρίων Αγγέλων, ήλθεν εις την μεγάλην σκιάν, εις την γαστέρα της Αειπαρθένου Μαρίας, καθώς το μαρτυρούσιν οι αγγελικοί εκείνοι λόγοι΄ «και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. 1: 35). Από ταύτην μετ΄ ολίγον χρόνον μέλλει να ανατείλη ως Ήλιος και με την νέαν του ανατολήν θέλει μας θεραπεύσει παντός είδους ασθένειαν και θέλει ζωοποιήσει ημάς νεκρούς όντας τη αμαρτία, κατά το σκεύος της εκλογής «νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία» (Ρωμ. 6: 11) «εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον Υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον Κόσμον, ίνα ζήσωμεν δι΄ αυτού» (Καθ. Επιστ. Ιωάν. 4: 9). Και ο Αρχάγγελος΄ «Ιδού συλλήψη εν γαστρί και τέξη Υιόν» (Λουκ. 1: 31). Χαίρε, χαίρε λοιπόν, φύσις ανθρώπινος, επειδή σήμερον άρχεται το κεφάλαιον της σωτηρίας σου΄ σήμερον δίδεται το τέλος των παθών σου΄ σήμερον σοι ανοίγεται εκείνη η λαμπρά πύλη του Παραδείσου, την οποίαν σου έκλεισεν η παρακοή΄ σήμερον απολαμβάνεις την ατελεύτητον εκείνην μακαριότητα, την οποίαν σε εστέρησεν η απάτη του διαβόλου. Πάλιν το σκότος λύεται΄πάλιν το φως φανερώνεται΄πάλιν η Αίγυπτος με τα νέφη σκοτίζεται΄ πάλιν ο Ισραήλ με τον στύλον φωτίζεται. Που τώρα η αντίθεος των ειδώλων πολυθεϊα; Που των εθνικών τα μιαρά θυσιάσματα; Που του διαβόλου η παγκόσμιος καταδυναστεία; «Τα αρχαία παρήλθεν ιδού γέγονε τα πάντα καινά»΄ το γράμμα παραχωρεί, το πνεύμα πλεονάζει, η σκιά παρέρχεται, η αλήθεια έρχεται. Χαίρε, επειδή τώρα του πρωτοπλάστου Αδάμ λύεται το αμάρτημα΄ των αμαρτημάτων το σκότος διώκεται΄ ο διωγμός των μακαρίων ψυχών από τον επίγειον Παράδεισον τελειώνει΄ το τέλος των παθών, μας χαρίζεται και η χάρις προς την απόκτησιν της αιωνίου μακαριότητος, μας αποδίδεται. Τώρα η Θεότης ενούται με την ανθρωπότητα, ο άνθρωπος με τον Θεόν, η πίστις με την καρδίαν΄ και Συ, μυριοχαριτωμένη Κόρη, ήτις μας επλούτισας με τόσας δόξας, μας εδόξασας με τόσας τιμάς, μας ετίνησας με τόσας χάριτας, επίστρεψε, παρακαλούμεν Σε, τους ευσπλάγχνους σου οφθαλμούς προς ημάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους Σου, οίτινες, ως ποτε οι Έλληνες του Απόλλωνος, Σοι προσφέρομεν αντί εκατόμβης τον εαυτόν μας. Γνωρίζομεν, ναι, ότι κανέν πράγμα δεν σου συγχύζει την παναγίαν ψυχήν, ει μη η μελωδία των ιδίων σου επαίνων΄ όμως δια να μη φανώμεν τελείως αχάριστοι εις τας απείρους χάριτας, δια των οποίων το γένος μας όλον επλούτισας, δέχθητι τουλάχιστον να Σε ασπασθώμεν και ημείς με εκείνον τον Αγγελικόν ασπασμόν, το, χαίρε το πάσης χαράς προοίμιον. Χαίρε λοιπόν, θεόνυμφε Μαριάμ, πορφυρογέννητε Βασίλισσα των Αγγέλων. Χαίρε, αργυροχρυσόχοε κρίνε της καθαρότητος. Χαίρε, ευανθέστατε Παράδεισε μακαρίων ηδονών. Χαίρε, παστάς χρυσοπόρφυρε του Ουρανίου Νυμφίου. Χαίρε Συ, ήτις ως βασιλικόν βλάστημα εκ της ρίζης του Ιεσσαί γεννημένη από άκαρπον κοιλίαν, πρώτον είδες το φως της μακαριότητος, από το του Ηλίου΄ πρώτον εστάθης πολίτισσα του ουρανού με την ψυχήν, παρά της γης με το σώμα΄πρώτον θυγάτηρ του προαιωνίου Πατρός, παρά του Ιωακείμ και της Άννης΄ και πριν να πατήσης την γην, κατεπάτησες την κεφαλήν του ιοβόλου δράκοντος. Χαίρε Συ, ήτις με θαυμάσιον τρόπον συλληφθείσα από άγονον μήτραν, έλαμψας εις την κοιλίαν της Μητρός, ως μαργαρίτης εις κόχλον. Εγεννήθης ως όρθρος, στολισμένη με άνθη ουρανίων αρετών, ηύξανες ως Ήλιος, στεφανωμένη με τας ακτίνας της θείας Χάριτος΄ και έζησες ως φοίνιξ, μονοφυές θαύμα της φύσεως εν γεννητοίς γυναικών. Χαίρε Συ, ήτις μόνη από όλας τας γυναίκας κατηξιώθης να γίνης Μήτηρ του Θεού και να βαστάσης εις τον κύκλον της καθαράς Σου γαστρός Εκείνον, ο οποίος εις την παντοδύναμον παλάμην Του βαστάζει όλον τούτον τον οικουμενικόν κύκλον. Χαίρε...  Αλλά τι να είπω περισσότερον;  Και ποίος ρήτωρ, έστω και αν έχη εις το στόμα του όλον τον χρυσόροουν ποταμόν της ευγλωττίας, δύναται ποτέ να διηγηθή τας δόξας εις τας οποίας Σε ύψωσεν ο Θεός; Ή τας χάριτας με τας οποίας ο ουρανός σε επλούτισε; Ποία ανθρωπίνη γλώσσα ημπορεί να εξηγήση τα μεγαλεία με τα οποία εστόλισε την ιεράν σου ψυχήν το Πανάγιον Πνεύμα; Τόσον είναι βαθύ και άπλευστον των απείρων Σου επαίνων το πέλαγος, ώστε εις αυτό και ο νους των μακαρίων Αγγέλων βυθίζεται. Δια τούτο και εγώ, Κεχαριτωμένη Παρθένε, αντιπαρέρχομαι με σιωπήν τας θαυμαστάς Σου αρετάς, θαυμάζων αυτάς μόνον με την διάνοιαν. Και πίπτων εις τους παναχράντους Σου πόδας, άλλο δεν επιθυμώ από Σε, παρά την άμαχόν Σου προστασίαν, προς βοήθειαν του φιλοχρίστου στρατού, προς διωγμόν και εξολόθρευσιν του αντιθέου τυράννου. Έως πότε, πανάμωμε και πανακήρατε Κόρη, το δύστηνον γένος των Ελλήνων θέλει ευρίσκεται εις τα δεσμά μιας ανυποφόρου δουλείας; Έως πότε να του πατή τον ευγενικόν λαιμόν ο βάρβαρος Θραξ; Έως πότε έχουσι να βασιλεύωνται από την ημισέληνον αι χώραι εκείναι, εις τας οποίας ανέτειλεν εις ανθρωπίνην μορφήν, από την ηγιασμένην Σου γαστέρα, ο μυστικός της δικαιοσύνης Ήλιος; Ω Παρθένε! Ενθυμήσου, πως εις την Ελλάδα πρότερον, παρά εις άλλον τόπον, έλαμψε το ζωηφόρον φως της αληθινής Πίστεως. Το ελληνικόν γένος εστάθη το πρώτον, όπου ήνοιξε τας αγκάλας, και εδέχθη το θείον Ευαγγέλιον του μονογενούς Σου Υιού΄ το πρώτον, όπου Σε εγνώρισε δι΄ αληθινήν Μητέρα του θεανθρώπου Λόγου΄ το πρώτον, οπού αντεστάθη εις τους τυράννους, οι οποίοι με μύρια βάσανα εγύρευαν να εκριζώσωσιν από τας καρδίας των πιστών το σεβάσμιόν Σου όνομα. Τούτο έδωσεν εις τον Κόσμον τους Διδασκάλους, οι οποίοι με το φως της διδασκαλίας των εφώτισαν τας ημαυρωμένας διανοίας των ανθρώπων. Τούτο έδωσε τους Ποιμένας, οι οποίοι με την ποιμαντικήν ράβδον εξώρισαν τους αιμοβόρους λύκους από το Εκκλησιαστικόν ποίμνιον. Τούτο έδωσε τους γεωργούς, οι οποίοι με το άροτρον του Σταυρού, και με τον ιδρώτα του προσώπου εγεώργησαν τας καρδίας, και σπέρνοντες τον Ευαγγελικόν σπόρον, εθέρισαν τας ψυχάς δια την ουράνιον αποθήκην. Τούτο τους Μάρτυρας έδωσε, οι οποίοι με το ίδιον αίμα των έβαψαν την πορφύραν της Εκκλησίας. Λοιπόν, εύσπλαγχνε Μαριάμ, παρακαλούμέν Σε, δια το Χαίρε εκείνο το οποίον επροξένησεν εις ημάς την χαράν΄ δια τον Αγγελικόν εκείνον Ευαγγελισμόν, όστις εστάθη της σωτηρίας ημών το προοίμιον΄ χάρισαι εις αυτό την προτέραν τιμήν΄ ανάσυρε αυτό από την κοπρίαν της δουλείας εις τον θρόνον του βασιλικού αξιώματος΄ από τα δεσμά εις το σκήπτρον, από την αιχμαλωσίαν εις το βασίλειον. Και αν αυταί αι φωναί μας δεν Σε παρακινούν εις ευσπλαγχνίαν, ας Σε παρακινήσωσιν αυτά τα πικρά δάκρυα, τα οποία τρέχουν από τους οφθαλμούς μας. Αλλ΄ ανίσως και αυτά δεν φθάνωσι, ας Σε παρακινήσωσιν αι φωναί και αι παρακλήσεις των Αγίων Σου, οι οποίοι ακαταπαύστως φωνάζουσιν από όλα τα μέρη της δυστήνου Ελλάδος. Φωνάζει ο Ανδρέας από την Κρήτην΄ φωνάζει ο Σπυρίδων από την Κύπρον΄ φωνάζει ο Ιγνάτιος από την Αντιόχειαν΄ φωνάζει ο Διονύσιος από τας Αθήνας΄ φωνάζει ο Πολύκαρπος από την Σμύρνην΄ φωνάζει η Αικατερίνη από την Αλεξάνδρειαν΄ φωνάζει ο Χρυσόστομος από την βασιλεύουσαν Πόλιν΄ και δεικνύοντές Σου την σκληροτάτην τυραννίδα των αθέων Αγαρηνών, ελπίζουσιν από την άκραν Σου ευσπλαγχνίαν του Ελληνικού Γένους την απολύτρωσιν. Αποδέξου λοιπόν, Παναγία Παρθένε, τα δάκτυά μας, τα οποία συνοδεύουσι το μυστήριον, το οποίον ετελειώθη εις Σε. Διότι καθώς τα δάκρυα τρέχουν χωρίς να βλάψουν τους οφθαλμούς, ούτω και ο θείος Λόγος προήλθεν από την καθαράν Σου μήτραν, δίχως φθοράν της Παρθενίας Σου. Δώσε τόσην δύναμιν εις τους ευσεβείς, εναντίον των ανθρωποκτόνων και αιμοβόρων βαρβάρων, ώστε να σβυσθή τελείως το φως της ημισελήνου, όπως λάμψη έτι περισσότερον του μυστκού Ηλίου η ζωοποιός ακτίς και δοξασθή από όλους το Άγιόν Σου όνομα, συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

Ο πανηγυρικός ούτος λόγος εξεφωνήθη παρά του Ηλία Μηνιάτου εν Βενετία τω 1688, όντος έτι τούτου τροφίμου του εκεί περιφήμου Ελληνικού Φροντιστηρίου του εκ Κερκύρας Θωμά Φλαγγίνη, εξ ου πολλοί ένδοξοι άνδρες εξήλθον, μεγάλως συνεργήσαντες εις την ηθικήν αναγέννησιν της Ελλάδος. Ο Μηνιάτης ήγε τότε μόλις το 19ον έτος της ηλικίας του. Βραδύτερον εγένετο Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων, εκοιμήθη δε εν έτει 1714 εις ηλικίαν 45 ετών. Αι υπ΄ αυτού εκφωνηθείσαι κατά καιρούς ομιλίαι περισυλλεγείσαι εξεδόθησαν πλειστάκις εις τύπον υπό τον τίτλον "Διδαχαί", εξ ων παραληφθείς ο πανηγυρικός ούτος παρατίθεται ενταύθα ελαφρώς διασκευασμένος.


"Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ"