Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ εν ειρήνη τελειούται.                        

Ευάρεστος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωιγ-ωκ (813-820), καταγόμενος εκ της επαρχίας Γαλατών, υιός περιφήμων γονέων. Αφ΄ ου δε ο ρηθείς Λέων εφονεύθη, διεδέχθη την βασιλείαν Μιχαήλ Β΄ ο καλούμενος Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820). Επειδή δε και αυτός ήτο αισχρότατος και ομοιότροπος με τον προλαβόντα Λέοντα, έλαβε την προσήκουσαν τιμωρίαν. Όταν δε ο Άγιος ούτος έφθασεν εις ηλικίαν τινά, επεδόθη εις την εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων· και εκ των γραμμάτων διδασκόμενος, συμπεριεφέρετο προς πάντας δια τρόπων αρίστων, ήτοι εγίνετο εις τους γονείς του ευπειθής, εις τους φίλους και γείτονας χαριέστατος, εις τους ξένους και αυτόχθονας καταδεκτικός και με ένα λόγον εδείκνυε δια των έργων αληθεύουσαν την ονομασίαν του, ευάρεστος εις όλους γινόμενος. Επειδή δε ετρώθη ο Όσιος υπό του έρωτος της των Μοναχών πολιτείας επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν μετά του πατρός του, και εκεί εφιλοξενήθησαν υπό Κωνσταντινουπολίτου τινός, Βρυεννίου ονομαζομένου, όστις ήτο συγγενής του, και ύστερον ετιμήθη με το του πατρικίου αξίωμα. Αφ΄ ου δε παρήλθον ολίγαι ημέραι, εστάλη ο ρηθείς πατρίκιος από την βασίλισσαν Θεοδώραν, την σύζυγον Θεοφίλου του εικονομάχου, πρέσβυς και απεσταλμένος εις τους Βουλγάρους· μέλλων δε εκεί να υπάγη συμπαρέλαβε μεθ΄ εαυτού και τον Ευάρεστον. Όταν δε έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Σκόπελον και ανεπαύθησαν ολίγον από τους κόπους της οδοιπορίας, τότε ο μακάριος Ευάρεστος, κατά τινα θεϊκήν οικονομίαν, απαντά γέροντα, όστις διήγε την Μοναχικήν Πολιτείαν και απολαμβάνει μετ΄ αυτού τον παλαιόθεν παρ΄ αυτού ποθούμενον σκοπόν. Κουρεύσας λοιπόν την κόμην του, προθύμως υπέκυψε τον τράχηλόν του υπό τον σωτήριον ζυγόν του Χριστού, γενόμενος Μοναχός· ευρών δε και βιβλίον του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, ανέγνωσε τούτο και κατενύχθη· όθεν εσπούδαζε να γίνη πληρωτής, δια των έργων, των διδασκαλιών του βιβλίου εκείνου. Βλέπων ο Γέρων την ζέουσαν προθυμίαν, την οποίαν είχεν ο νέος εις την αρετήν, εφωδίασεν αυτόν με ευχάς και συστατικά γράμματα, και ούτω τον έστειλεν εις το Μοναστήριον του Στουδίου. Γενόμενος δε ο Όσιος δεκτός υπό των εκεί Πατέρων και αδελφών, εμβήκεν εις πνευματικούς αγώνας, εκλέξας δε και ένα αδελφόν υπερέχοντα τους άλλους κατά την αρετήν, είχε τούτον Γέροντα και συγκοινωνόν όλων των υποθέσεων της ζωής του. Τόσην δε νηστείαν και εγκράτειαν μετρεχειρίζετο ο αοίδιμος, ώστε άπαξ της εβδομάδος μόνον έτρωγεν ολίγον άρτον κατεσκευασμένον από κρίθινον άλευρον και από πίτυρα και από ζωμόν λαχάνων. Την δε οσφύν και τον λαιμόν του είχε δεδεμένα με δύο κρίκους σιδηρούς και βαρυτάτους, τους οποίους συνέσφιγγον προς αλλήλους δύο έτεραι αλύσεις περασμέναι δια των ώμων και του στήθους του. Διατί όμως να περιττολογώμεν; Αδύνατον είναι εις ημάς να απαριθμήσωμεν όλους τους αγώνας, τους οποίους μετεχειρίζετο ο τρισμακάριος ούτος Ευάρεστος. Με τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα κατορθώματα διανύσας τον βίον του και ζήσας έτη εβδομήκοντα εννέα, προς Κύριον εξεδήμησε. Το δε τίμιον αυτού Λείψανον ενεταφιάσθη εις το Μοναστήριον το επονομαζόμενον του Κοκοροβίου.

Όσιος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων εν ειρήνη τελειούται.   
                                                                                                                     
Κωνσταντίνος ο Όσιος ήτο από τα Σύναδα (πόλιν ένδοξον της μεγάλης Φρυγίας τετιμημένην με θρόνον Μητροπολίτου και αριθμούσαν είκοσιν Επισκόπους), καταγόμενος από το γένος των Ιουδαίων. Έτι δε πολύ νέος ων, ηκολούθει την μητέρα του και βλέπων Χριστιανόν τινα, ο οποίος, όταν εχασμήθη, εσχημάτισεν εις το στόμα του τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, έκτοτε και αυτός έπραττε το ίδιον μιμούμενος τον Χριστιανόν· όχι δε τούτο μόνον, αλλά και τα άλλα των Χριστιανών έργα και αυτός με θερμήν πίστιν εμιμείτο. Δια τούτο λαμπρυνθείς το πρόσωπον δια θείας ελλάμψεως εδιδάχθη παρά Θεού τα των Χριστιανών δόγματα, και διήλθε νήστις ημέρας τινάς. Εις τούτον τον Άγιον ώρμησέ ποτε κόρη τις Εβραία με ασελγή τρόπον· ο δε Άγιος ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, απέδειξε ταύτην νεκράν και πάλιν αυτήν ανέστησεν. Ούτος οδηγούμενος υπό θείας νεφέλης επήγεν εις εν Μοναστήριον, Φουβούτιον λεγόμενον, εις το οποίον ευρίσκοντο άνδρες φημισμένοι εις την ασκητικήν ζωήν, των οποίων διέλαμπεν η αρετή. Επειδή δε διηγήθη τα κατ΄ αυτόν εις τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου, επρόσταξεν εκείνος να φέρωσι Σταυρόν· είτα προστάσσει αυτόν να τον προσκυνήση και να τον ασπασθή. Όταν δε ο μακάριος ούτος ησπάζετο το κάτω μέρος του Σταυρού μετά φόβου και ευλαβείας, τότε, ω του θαύματος! έκλινεν ο Σταυρός επί της οσίας κεφαλής του και εχάραξεν εις αυτήν τον τύπον του Σταυρού, όστις και έμεινεν νεξάλειπτος εν αυτή μέχρι του θανάτου του. Έπειτα, λαβών το άγιον Βάπτισμα, ωνομάσθη Κωνσταντίνος. Τότε δε εγενετο εν τοιούτον θαυμάσιον· εις τον τόπον δηλαδή εκείνον, ή επί της πέτρας, εις την οποίαν εστάθη, όταν εξήλθε της αγίας κολυμβήθρας, ετυπώθησαν παραδόξως τα ίχνη των ποδών του. Μετά ταύτα εμβήκεν εις τόσους αγώνας πνευματικούς, ώστε εφιλονίκει ο αοίδιμος να υπερβάλη όλους τους Μοναχούς του Μοναστηρίου εις την σκληραγωγίαν και άσκησιν· ειργάζετο δε την τέχνην του Αποστόλου Παύλου, δηλαδή έρραπτε δέρματα και κατεσκεύαζε σκηνάς. Ότε προσηύχετο, επληρούτο ευωδίας ο τόπος, εις τον οποίον ίστατο· ότε εις την Εκκλησίαν μετέβαινεν, ηνοίγοντο αφ΄ εαυτών αι θύραι του Ναού. Εκ δε της πολλής καθαρότητος, την οποίαν είχεν, έβλεπε νοερώς τους κρυπτούς λογισμούς των αδελφών. Έπειτα αναχωρήσας επήγεν εις τον Όλυμπον, και εκείθεν επορεύθη εις τα Μύρα της Λυκίας. Ακολούθως δε υπάγει εις την Κύπρον, και εκ της Κύπρου μεταβαίνει εις την Αττάλειαν, ένθα διέρχεται δια των ποδών του ποταμόν τινα, τόσον βαθύν και μεγάλον, ώστε εχρειάζετο να τον διαπεράση τις δια πλοιαρίου. Και αφ΄ ου περιήλθε πολλούς άλλους τόπους, πάλιν επέστρεψεν εις τον Όλυμπον· εκεί δε διήνυσε τεσσαράκοντα ημέρας, όχι μόνον νήστις, αλλά και χωσμένος μέχρις οσφύος εντός λάκκου. Μετά ταύτα ακουσίως εδέχθη την χειροτονίαν του Πρεσβυτέρου, και έπειτα υπάγει εις Ατρώαν, ακολουθών πάντοτε την ιδίαν άσκησιν. Προεγνώρισε δε την κοίμησίν του οκτώ έτη ενωρίτερον και ούτως αφ΄ ου τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν, απήλθε προς Κύριον, προειπών σαφέστατα όλα τα κατ΄ αυτόν. 

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Ευθύμιος Επίσκοπος Σάρδεων ο Ομολογητής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΥΘΥΜΙΟΥ Επισκόπου Σάρδεων του Ομολογητού, ή μάλλον ειπείν, του Ιερομάρτυρος. 
                                      
Ευθύμιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έζη κατά τους χρόνους των ευσεβών και Ορθοδόξων βασιλέων Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780-797) και Ειρήνης (797- 802) της μητρός αυτού, ήτο δε εκ τινος χώρας Ούζαρα λεγομένης, και ευρισκομένης εις τα όρια της Λυκαονίας, υιός Χριστιανών γονέων, οίτινες έχοντες κτήματα ίδια, αμπέλους, αγρούς, ζώα και άλλα κινητά και ακίνητα πράγματα, έζων με αυτάρκειαν. Είχον δε και άλλα τέκνα, τα οποία έβαλον εις διαφόρους τέχνας, τον δε Άγιον έδωκαν οι γονείς του εις την μάθησιν των γραμμάτων, τα οποία έμαθε καλώς εις ολίγον διάστημα, ομοίως και όλην την εκκλησιαστικήν τάξιν και Ακολουθίαν, διότι είχε νουν δεξιόν και φυσικήν επιτηδειότητα εις το μανθάνειν. Βλέπων την τοιαύτην προκαπήν του νέου ο πατήρ του και επειδή επιμόνως τον παρεκάλει, τον απέστειλεν εις την Αλεξάνδρειαν, όπου μαθητευθείς και την ελληνικήν παιδείαν επέστρεψεν εις την πατρίδα του, εις την οποίαν όμως ολίγον παρέμεινε, διότι φλεγόμενος υπό της επιθυμίας να γίνη Μοναχός έλαβε την άδειαν του πατρός του – η μήτηρ του είχεν εν τω μεταξύ αποθάνει – και επορεύθη εις τι εκεί πλησίον Μοναστήριον ένθα ενδυθείς το Αγγελικόν Σχήμα έμεινεν εις την υπακοήν του Ηγουμένου. Τοσαύτην δε υπακοήν και ταπείνωσιν απέκτησεν ο Όσιος, ώστε ουδείς από τους άλλους Πατέρας του Μοναστηρίου ημπόρεσε να φθάση εις την πολιτείαν αυτού. Βλέπων δε ο Ηγούμενος την ενάρετον ζωήν του και το αγγελικόν πολίτευμα, τον εχειροτόνησεν Ιεροδιάκονον και μετ΄ ολίγον καιρόν τον εχειροτόνησε και Πρεσβύτερον. Τότε ο Όσιος εδόθη εις περισσοτέραν άσκησιν και σκληραγωγίαν, προσθέτων εγκράτειαν εις την εγκράτειαν και αγρυπνίαν εις την αγρυπνίαν, ώστε και πολλοί από τους εκεί πατέρας, έχοντες τον Όσιον τύπον και κανόνα, εμιμούντο τας αρετάς του. Τον καιρόν εκείνον, πληρώσαντος το κοινόν χρέος του Αρχιεπισκόπου της Μητροπόλεως Σάρδεων, οι Χριστιανοί εζήτουν να εύρουν ενάρετόν τινα και άξιον Ποιμένα, δια να αναδεχθή τον θρόνον των Σάρδεων. Η πόλις αύτη είναι Μητρόπολις της επαρχίας, ήτις πάλαι μεν ωνομάζετο Λυδία, τώρα δε καλείται Καρασικλί. Η δε πόλις των Σάρδεων την σήμερον ονομάζεται Σάρτι. Απεκαλύφθη λοιπόν εις θαυμαστούς και εναρέτους άνδρας, ότι ο Άγιος Ευθύμιος είναι ο αξιώτερος εις το να αναδεχθή την Μητρόπολιν ταύτην και ευθύς πέμψαντες ανθρώπους ιερωμένους και λαϊκούς εις την πατρίδα του Αγίου, εις το Μοναστήριον εις το οποίον ευρίσκετο, τον έφεραν και ούτω θέλοντα και μη τον εχειροτόνησαν Αρχιερέα και Ποιμένα των Σάρδεων. Αφού δε ο λύχνος ετέθη επί της λυχνίας και δια των αρετών αυτού έλαμψεν εις το πλήρωμα των πιστών της του Χριστού Εκκλησίας, δια δε της θείας αυτού διδασκαλίας εποίμαινε και επότιζε τα λογικά αυτού πρόβατα εις νομάς ζωηφόρους των εντολών του Χριστού, τότε, λέγω, τις δύναται να απαριθμήση και να διηγηθή τας αρετάς του τρισμάκαρος, την ελεήμονα και φιλόπτωχον προαίρεσίν του, την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν του, την ευσπλαγχνίαν και καλοκαγαθίαν του, την άφθονον και ιλαράν ελεημοσύνην του προς τους πτωχούς και δυστυχείς, την προστασίαν προς τα ορφανά, τας χήρας και προς όλους τους δεομένους, τας αδιαλείπτους ευεργεσίας τας οποίας διεσκόρπιζε καθ΄ ημέραν εις όλον αυτού το λογικόν Ποίμνιον; Όλα, λέγω, ταύτα και τα τοιαύτα έργα του Αγίου να τα διηγηθώ καταλεπτώς και η δύναμίς μου δεν φθάνει και ο καιρός θέλει μας λείψει. Τώρα δε ας διηγηθώμεν συντόμως τα ένδοξα κατορθώματα του Αγίου και την λαμπράν αυτού κατά των εικονομάχων ομολογίαν.                                           
Ο μεν Άγιος, ως είπομεν, έλαμπεν από του Αρχιερατικού αυτού θρόνου και επότιζε καθ΄ ημέραν το λογικόν αυτού ποίμνιον με τα νεκταρώδη νάματα της θείας διδασκαλίας, η δε του Χριστού Εκκλησία ευρίσκετο τότε εις μεγάλας συγχύσεις και ταραχάς, δια την συμβάσαν ολεθρίαν αίρεσιν των εικονομάχων. Βλέποντες τον κίνδυνον της Εκκλησίας οι ευσεβέστατοι βασιλείς Κωνσταντίνος και Ειρήνη, εσύναξαν δια προσταγής των εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας την Αγίαν Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, συγκροτηθείσαν υπό τξζ΄ (367) Θεοφόρων Αγίων Πατέρων. Ούτοι εβεβαίωσαν τας προλαβούσας εξ Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και εκύρωσαν τα υπ΄ αυτών δογματισθέντα, ανεθεμάτισαν δε τα κακόφρονα και δυσσεβή δόγματα των εικονομάχων. Εθέσπισαν προσέτι οι Άγιοι ούτοι Πατέρες να τιμώνται αι άγιαι και σεπταί Εικόνες τιμητικώς και σχετικώς, όχι δε και λατρευτικώς, ομοίως δε να προσκυνήται ευλαβώς το Τίμιον Ξύλον του Ζωοδόχου Σταυρού, ως όργανον της ημών σωτηρίας. Μεταξύ των Πατέρων τούτων εις ήτο και ο εν Αγίοις Πατήρ ημών θείος Ευθύμιος, όστις μεγάλως υπερμαχήσας υπέρ των αγίων Εικόνων με λόγους βεβαίους και λαμπράς αποδείξεις εκ των αγίων Γραφών, τους μεν δυσσεβείς εικονομάχους τελείως απεστόμωσε και κατήσχυνε, τους δε ευσεβείς και πιστούς μεγάλως εχαροποίησε. Ταύτα βλέποντες οι ευσεβείς βασιλείς τόσον ηγάπησαν τον Άγιον και εις τόσην ευλάβειαν και υπόληψιν τον είχον, ώστε τον έστειλαν μεσίτην και πρέσβυν εις διαφόρους δημοσίας πρεσβείας. Τελειώσας δε επιτυχώς και τας των βασιλέων προσταγάς, και αποφεύγων την δόξαν ο Άγιος, παρεκάλεσε τους βασιλείς να του δώσουν την άδειαν να επιστρέψη προς τα λογικά αυτού πρόβατα, όπερ και εγένετο και ούτως επανήλθεν ο Άγιος εις την θεόθεν λαχούσαν αυτώ επαρχίαν των Σάρδεων, όπου έζη ειρηνικώς εν όσω είχον την βασιλείαν οι ανωτέρω ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και Ειρήνη η μήτηρ αυτού. Μετά τούτους έλαβε την βασιλείαν Νικηφόρος ο από Γενικού κατά το οκτακοσιοστόν δεύτερον έτος. Εις τας ημέρας τούτου κάποιος άρχων εις την επαρχίαν του Αγίου εζήτει να λάβη δυναστικώς εις γυναίκα μίαν κόρην, ήτις παντελώς δεν συγκατένευεν εις το ζήτημα του άρχοντος. Μη δυναμένη δε η κόρη να υποφέρη την βίαν του άρχοντος, έδραμε προς τον Άγιον, τον έτοιμον προστάτην των αδικουμένων, και διηγήθη προς αυτόν την συμφοράν της. Ο Άγιος, δια να παύση το σκάνδαλον, έκαμε την κόρην παρευθύς Μοναχήν, μαθών δε τούτο ο άρχων και νομίσας τούτο ατιμίαν αυτού μεγάλην, ωργίσθη κατά του Αγίου τόσον, ώστε ελθών προς τον βασιλέα τον διέβαλε και τον κατηγόρησε σφόδρα. Εκ τούτου παρακινηθείς ο βασιλεύς εξώρισε τον Άγιον αδίκως και ακρίτως εις τα μέρη της Δύσεως εις την Παταλαραίαν, όπου διατρίψας ο Άγιος χρόνους τινάς εδοκίμασε πλείστας θλίψεις και ταλαιπωρίας από τους εκεί βαρβάρους ανθρώπους. Αφού δε εβασίλευσεν ο θηριώνυμος Λέων ο Αρμένιος, εν έτει 813, ότε και πάλιν η του Χριστού Εκκλησία επολεμήθη το δεύτερον δια την τιμήν των αγίων Εικόνων, τότε φέρεται και ο Άγιος από την εξορίαν προς τον βασιλέα, όστις παραστήσας αυτόν έμπροσθέν του, προσεπάθησε να τον ελκύση εις την κακόφρονα πλάνην του. Μηδέν όμως κατορθώσας λόγω της σθεναράς εις την ορθήν πίστιν εμμονής του Αγίου και θυμωθείς εξώρισεν αυτόν και πάλιν εις την Άσσον, πόλιν ευρισκομένην πλησίον του Αδραμυττίου, όπου εδοκίμασε πολλούς πειρασμούς και ταλαιπωρίας, τα οποία όλα υπέφερε γενναίως ο τρισόλβιος, χαράν και τρυφήν λογιζόμενος ταύτα δια την αγάπην του Χριστού, προς τον Οποίον είχεν όλας τας ελπίδας. Ευρίσκετο δε ο Άγιος εκεί έως ότου εσφάγη ο μιαρός Λέων και εβασίλευσεν αντ΄ αυτού ο Μιχαήλ ο Τραυλός, εχθρός και αυτός έσπονδος των αγίων Εικόνων. Εις τούτου τας ημέρας εφέρθη πάλιν ο Άγιος από την εξορίαν, ομού με τον Αγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιον, ηρωτήθησαν δε αν αρνούνται την προσκύνησιν των σεβασμίων Εικόνων. Τότε ο Άγιος και ένδοξος του Χριστού Ομολογητής Ευθύμιος, αναλαβών τόλμην γενναίαν και θάρρος ακαταπτόητον και πλησθείς θείου ζήλου, ήλεγξεν αποτόμως τον βασιλέα και αφού τον ωνόμασεν δυσσεβή και παράνομον εχθρόν του Χριστού και της Εκκλησίας, εβόησε λαμπρά τη φωνή λέγων: «Όστις δεν προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν εικόνι περιγραπτόν, κατά το ανθρώπινον, και την πανάχραντον αυτού Μητέρα και Δέσποιναν ημών, ως και των λοιπών Αγίων τα εκτυπώματα, είη τω αιωνίω αναθέματι υπόδικος και μακράν της των Ορθοδόξων Χριστιανών ομηγύρεως». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επλήσθη θυμού, και μη υποφέρων την τόσην ύβριν και ατιμίαν και καταισχύνην, προστάσσει ευθύς και εξορίζουν τον Άγιον εις τον Ακρίταν, όστις ήτο εις το ανατολικόν άκρον της Μαύρης θαλάσσης και ονομάζεται την σήμερον Κάβο Ακρίτας, εκεί δε έρριψαν αυτόν την φυλακήν σκοτεινήν και βρωμεράν, όπου ο Άγιος υπέμεινε τρεις ολοκλήρους χρόνους ανεκδιήγητον ταλαιπωρίαν και κακοπάθειαν. Μετά ταύτα εκβληθείς ο Άγιος από την φυλακήν παρεδόθη εις τον βασιλέα Θεόφιλον, όστις εβασίλευσε μετά τον Μιχαήλ και ερωτηθείς υπό του βασιλέως μετά πολλού θυμού και φοβερισμού, εάν αρνήται την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, ήλεγξε και αυτόν ο Άγιος με την έμφυτον εις αυτόν γενναιότητα και λαμπροφανώς τον κατήσχυνε. Τότε δε ο τρισμακάριος και αδαμάντινος κατά την ψυχήν και την γνώμην, προστάξει του βασιλέως, παραδίδεται εις τους στρατιώτας, οίτινες δήσαντες αυτόν κατά γης εις τέσσαρας πασσάλους, έδωκαν εις αυτόν τετρακοσίους ραβδισμούς επάνω εις την ράχιν, ώστε κατεπλήγωσαν το ιερόν αυτού σώμα, μετά δε ταύτα έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Μετ΄ ολίγας ημέρας, εκβαλόντες αυτόν και πάλιν από την φυλακήν, τον παρέστησαν έμπροσθεν του τυράννου, όστις με θυμόν πολύν και φοβερισμόν λέγει· «Σε προστάσσω, Ευθύμιε, να αρνηθής την προσκύνησιν των Εικόνων και των ζωγραφιών, όπου είναι εις τους τοίχους». Ο δε ζηλωτής της αληθείας, ως να μη είχε πάθει τίποτε από τους προηγουμένους ραβδισμούς, σταθείς με γενναίον φρόνημα, εξήλεγξε τον βασιλέα, ασεβή και άθεον αυτόν αποκαλών και άλλα πολλά. Βλέπων ο τύραννος το αμετάθετον της γνώμης του Αγίου, προστάσσει παρευθύς ο απάνθρωπος και έφερον νεύρα βοών ωμά και τόσον εκτύπησαν με αυτά τον Άγιον εις την ράχιν, εις το στήθος, εις την κοιλίαν και εις τα πλευρά, ώστε όλον το σώμα του μακαρίου Ιερομάρτυρος έγινε μία πληγή από κεφαλής μέχρι ποδών και ούτω μόλις πνέοντα τον έρριψαν εις τινα τόπον ανεπιμέλητον, ως ληστήν ή ζώον ακάθαρτον, εξ αιτίας δε των φοβερών εκείνων πληγών επρήσθη ως ασκός και εξήρχετο ως ποταμός το κατεφθαρμένον αίμα από το αθλοφορικόν και καρτερικώτατον αυτού σώμα. Ζήσας δε οκτώ έτι ημέρας ο μακάριος και υπομείνας τους δριμυτάτους και ανυποφόρους πόνους των πληγών, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού και ευθύς έλαμψε παραδόξως υπέρ τον ήλιον το πολύαθλον εκείνο σώμα και εγέμισεν όλος ο τόπος εκεί από θαυμάσιον και άρρητον ευωδίαν.                                                          
Αύτη είναι η κατά Θεόν ζωή και η δια Χριστόν ομολογία και το μαρτυρικόν τέλος του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευθυμίου. Τοιουτοτρόπως ενδεδυμένος ως άλλος Ααρών την θείαν Χάριν της Αρχιερωσύνης, ελαμπρύνθη και δια του Μαρτυρίου. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή δορυφορουμένη υπό θείων Αγγέλων απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς, όπου μετά πάντων των απ΄ αιώνος Αγίων αναμένει τον τέλειον μισθόν κατά την ημέραν της Κρίσεως, το δε πολύαθλον και καρτερικώτατον αυτού σώμα λαβόντες κρυφίως ευλαβείς τινες Χριστιανοί, οίτινες ευρέθησαν εκεί κατά την ώραν της κοιμήσεώς του, το έφεραν εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού και εκεί το ενεταφίασαν ευλαβώς, καθ΄ ην ώραν έγιναν και πολλά θαύματα προς δόξαν Θεού και του θείου Ιερομάρτυρος, διότι τυφλοί ανέβλεψαν, χωλοί περιεπάτησαν, δαιμονιώντες εθεραπεύθησαν και άλλα παντοία θαύματα ετελέσθησαν, τα οποία αφήνω δια την συντομίαν και μόνον το ακόλουθον καταγράφω. Γυνή τις πάθος ανίατον έχουσα εις το υπογάστριον, νεροσταλίδα λεγόμενον, έπασχε δεινώς, εξοδεύσασα δε την περιουσίαν της εις τους ιατρούς, όχι μόνον δεν ημπόρεσε να ιατρευθή διόλου, αλλά μάλλον εις το χείρον κατήντησε και με τον καιρόν εφαίνετο ως εγγαστρωμένη, δοκιμάζουσα και αφορήτους πόνους και βάρος οχληρότατον. Ακούσασα τέλος πάντων τας θαυματουργίας, αίτινες καθ΄ ημέραν εγίνοντο εις τον τάφον του Αγίου, έδραμε και αυτή μετά σπουδής και προσπεσούσα μετά θερμών δακρύων επάνω του τάφου, εδέετο μετά πίστεως υπέρ της υγείας της και εύθυς (ω του θαύματος!) ηφανίσθη όλον εκείνο το πρήξιμον της κοιλίας της και εθεραπεύθη από της ασθενείας της. Ούτως όσοι είδον και ήκουσαν το τοιούτον θαυμάσιον εδόξασαν τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Άγιον Ευθύμιον, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν. 

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Η εν Αιγύπτω φυγή της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

Η εν Αιγύπτω φυγή της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ  ΘΕΟΤΟΚΟΥ.                                                            

Η της Υπεραγίας Θεοτόκου φυγή εις Αίγυπτον εγένετο ότε ο Ηρώδης έδωκεν ορισμόν να θανατωθώσιν όλα τα νήπια όσα ήσαν εις την Βηθλεέμ. Τότε Άγγελος Κυρίου εφάνη κατ΄ όναρ εις τον Ιωσήφ λέγων· «Εγείρου, και παραλαβών το παιδίον και την Μητέρα του ύπαγε εις την Αίγυπτον» (Ματθ. β: 13). Κατέφυγε δε εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος ομού με το Βρέφος δια δύο αίτια, αφ΄ ενός μεν, ίνα πληρωθή το ρηθέν δια του Προφήτου Ωσηέ λέγοντος· «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου» (Ωσ. ια΄: 1), αφ΄ ετέρου δε, ίνα φιμωθή παν στόμα των αιρετικών. Διότι εάν δεν έφευγεν ο Κύριος, αλλ΄ ήθελε συλληφθή από τον Ηρώδην, εάν μεν εφονεύετο από εκείνον, βεβαίως ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων, εάν δε δεν εφονεύετο, αλλ΄ έμενεν άθικτος, ίνα τελειώση την οικονομίαν, βεβαίως ήθελε φανή εις τους πολλούς, ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατ΄ αλήθειαν, αλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν, επειδή αν εφόρει σάρκα αληθή, όπως ήτο βεβαίως και η αλήθεια, ήθελε κοπή υπό του ξίφους. Εάν λοιπόν οι άθλιοι αιρετικοί ετόλμησαν και τούτο να είπωσιν, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Κύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι, μολονότι δεν έλαβον ουδεμίαν αιτίαν και αφορμήν, πόσω μάλλον το τοιούτον θα υπεστήριζον, εάν εύρισκον και αιτίαν; Δια τας ρηθείσας λοιπόν δύο αιτίας φεύγει ο Κύριος εις την Αίγυπτον, και προς τούτοις ίνα συντρίψη και τα εν Αιγύπτω ευρισκόμενα είδωλα.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ των ΜΑΓΩΝ

Τη αυτή ημέρα η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΣ των ΜΑΓΩΝ.                                                                         
Κατά τους χρόνους του Προφήτου Μωϋσέως εχρημάτισε μάντις τις, ονομαζόμενος Βαλαάμ, κατοικών εις την χώραν των Περσών, και εν ω εμαντεύετο και προέλεγε και άλλα πολλά, είπε και τούτο: «Θέλει ανατείλει εις Αστήρ από το γένος του Ιακώβ, και θέλει συντρίψει τους αρχηγούς του Μωάβ» (Αριθ. κδ: 17). Την προφητείαν λοιπόν ταύτην ενθυμούμενοι κατά διαδοχήν οι μάντεις και μάγοι της Περσίας, εδίδασκον αυτήν εις τους βασιλείς των Περσών· όθεν παρετήρουν πότε θα έβλεπον τοιούτον Αστέρα. Και λοιπόν βλέποντες αυτόν ως αστρονόμοι, ότι δεν έκαμε την κίνησίν του από ανατολών εις δυσμάς, καθώς οι άλλοι αστέρες, αλλά από άρκτου εις μεσημβρίαν (καθότι η Περσία μεν κείται προς βορράν, η δε Ιερουσαλήμ προς νότον), τούτον περιεργασθέντες, εγνώρισαν ότι αυτός δηλοί γέννησιν μεγάλου Βασιλέως, και ακολουθήσαντες τον Αστέρα ήλθον εις τα Ιεροσόλυμα λέγοντες· «Που είναι ο Βασιλεύς των Ιουδαίων ο οποίος εγεννήθη»; (Ματθ. β: 2). Ακούσας τούτο ο Ηρώδης εταράχθη, και συνάξας όλους τους αρχιερείς και γραμματείς των Ιουδαίων, ερωτά να μάθη, που λέγει η Γραφή ότι γεννάται ο Χριστός. Εκείνοι δε είπον εις αυτόν, ότι εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Έπειτα καλέσας κρυφίως τους Μάγους είπεν εις αυτούς: «Υπάγετε και εξετάσατε καλώς περί του παιδίου, και όταν το εύρητε, φανερώσατε και εις εμέ, όπως έλθω και εγώ να το προσκυνήσω» (Ματθ. β: 8). Τούτο δε το έλεγε δολίως, ίνα μάθη που ευρίσκεται και ακολούθως αποστείλη και φονεύση αυτό. Οι δε Μάγοι ευρόντες τον Χριστόν δια του Αστέρος, έπεσον και προσεκύνησαν Αυτόν. Ανοίξαντες τότε τους θησαυρούς των, προσέφεραν εις Αυτόν δώρα, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν· μετά δε την προσκύνησιν επανήλθον εις την χώραν των, χωρίς να υπάγωσιν εις τον Ηρώδην να τον ειδοποιήσωσι, καθώς Άγγελος Κυρίου φανείς κατ΄ όναρ τους παρήγγειλεν. Ιδών ο Ηρώδης, ότι ενεπαίχθη υπό των Μάγων, έστειλε τα στρατεύματά του και εφόνευσαν όλα τα βρέφη, όσα ήσαν εις Βηθλεέμ από δύο ετών και κατωτέρω. Δια τούτο απεστάλη Άγγελος εκ Θεού και είπεν εις τον Ιωσήφ· «Εγέρθητι, και πραλαβών το πιδίον και την Μητέρα αυτού, ύπαγε εις την Αίγυπτον» (Ματθ.β: 13). Ο δε Ιωσήφ εποίησε κατά την παραγγελίαν του Αγγέλου, καθώς ταύτα πάντα αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος εν κεφαλαίω δευτέρω. 

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

ΛΟΓΟΣ  Γ΄
Του εν Αγίοις Πατρός ημών  Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

Μυστήριον ξένον καὶ παράδοξον βλέπω· ποιμένες, μου περιηχοῦσι τὰ ὦτα, οὐκ ἔρημον συρίζοντες μέλος, ἀλλ’ οὐράνιον ᾄδοντες ὕμνον. Ἄγγελοι ᾄδουσιν, ἀρχάγγελοι μέλπουσιν, ὑμνεῖ τὰ Χερουβὶμ, δοξολογεῖ τὰ Σεραφὶμ, πάντες ἑορτάζουσι Θεὸν ἐπὶ γῆς ὁρῶντες, καὶ ἄνθρωπον ἐν οὐρανοῖς· τὸν ἄνω κάτω δι’ οἰκονομίαν, καὶ τὸν κάτω ἄνω διὰ φιλανθρωπίαν. Σήμερον Βηθλεὲμ τὸν οὐρανὸν ἐμιμήσατο· ἀντὶ μὲν ἀστέρων ἀγγέλους ὑμνοῦντας δεξαμένη, ἀντὶ δὲ ἡλίου τὸν τῆς δικαιοσύνης ἀπεριγράπτως χωρήσασα. Καὶ μὴ ζήτει πῶς· ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς, νικᾶται φύσεως τάξις. Ἠβουλήθη γὰρ, ἠδυνήθη, κατῆλθεν, ἔσωσε· σύνδρομα τὰ πάντα τῷ Θεῷ. Σήμερον ὁ ὢν τίκτεται, καὶ ὁ ὢν γίνεται ὅπερ οὐκ ἦν· ὢν γὰρ Θεὸς, γίνεται ἄνθρωπος, οὐκ ἐκστὰς τοῦ εἶναι Θεός. Οὐδὲ γὰρ κατ’ ἔκστασιν θεότητος γέγονεν ἄνθρωπος, οὐδὲ πάλιν κατὰ προκοπὴν ἐξ ἀνθρώπου γέγονε Θεός· ἀλλὰ Λόγος ὢν, διὰ τὸ ἀπαθὲς σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου μενούσης τῆς φύσεως. Αλλ’  ότε μεν ετέχθη, Ιουδαίοι ηρνούντο τον ξένον τόκον και Φαρισαίοι παρηρμήνευον τας θείας βίβλους, και Γραμματείς υπεναντία του νόμου ελάλουν. Ηρώδης τον τεχθέντα εζήτει, ουχ ίνα αυτόν τιμήση, αλλ’  ίνα αυτόν απολέση. Σήμερον γαρ πάντα υπεναντία είδον· «ουκ εκρύβη γαρ, κατά τον Ψαλμωδόν, από των τέκνων αυτών εις γενεάν ετέραν» (Ψαλμ. oζ΄ 4). Βασιλείς μεν γαρ ήλθον τον επουράνιον Βασιλέα θαυμάζοντες, ότι πως επί γης ήλθεν ουκ Αγγέλους έχων, ουκ Αρχαγγέλους, ου θρόνους, ου κυριότητας, ου δυνάμεις, ουκ εξουσίας, αλλά ξένην και ατριβή βαδίσας οδόν, εξ αγεωργήτου προήλθε γαστρός, ούτε τους Αγγέλους αυτού ερήμους της επιστασίας αυτού καταλιπών, ούτε τη προς ημάς ενανθρωπήσει της οικίας Θεότητος εκστάς.
Αλλά βασιλείς μεν τον επουράνιον Βασιλέα της δόξης ήλθον προσκυνήσοντες, στρατιώται δε τον Αρχιστράτηγον της δυνάμεως θεραπεύσοντες· αι γυναίκες τον εκ Γυναικός τεχθέντα, ίνα τας λύπας της γυναικός εις χαράν μεταβάλη· αι παρθένοι το της Παρθένου Παιδίον, ότι πως ο γάλακτος και μαζών Δημιουργός τας πηγάς μαζών αυτόματα ρείθρα φέρεσθαι ποιών παρά Μητρός Παρθένου, Παιδίου τροφήν έλαβε· τα νήπια τον Νήπιον γενόμενον, ίνα «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτίση αίνον» (Ψαλμ. Η΄ 3)· οι παίδες τον Παίδα μάρτυρας δια την Ηρώδου μανίαν εργασάμενον· οι άνδρες τον ενανθρωπήσαντα και τα των δούλων θεραπεύσαντα κακά· οι ποιμένες τον Ποιμένα τον καλόν, τον την ψυχήν υπέρ των προβάτων προθέμενον· οι Ιερείς τον κατά την τάξιν Μελχισεδέκ Αρχιερέα γενόμενον· οι δούλοι τον μορφήν δούλου λαβόντα, ίνα ημών την δουλείαν ελευθερία τιμήση· οι αλιείς τον από αλιέων θηρευτάς ανθρώπων εργαζόμενον· οι τελώναι τον από τελωνών Ευαγγελιστήν αναδείξαντα· αι πόρναι τον τοις πορνικοίς δάκρυσι τους πόδας προϊέμενον· και ίνα συντόμως είπω, πάντες οι αμαρτωλοί ήλθον ιδείν τον Αμνόν του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου· Μάγοι δορυφορούντες, Ποιμένες ευλογούντες, τελώναι ευαγγελιζόμενοι, πόρναι μυροφορούσαι, Σαμαρείτις πηγήν διψώσα ζωής, Χαναναία πίστιν ανενδοίαστον έχουσα.
Πάντων οὖν σκιρτώντων, σκιρτῆσαι θέλω κἀγὼ, χορεῦσαι βούλομαι, πανηγυρίσαι θέλω· χορεύω δὲ, οὐ κιθάραν πλήττων, οὐ θυρσὸν κινῶν, οὐκ αὐλοὺς ἔχων, οὐ δᾷδας ἅπτων, ἀλλ’ ἀντὶ μουσικῶν ὀργάνων τὰ τοῦ Χριστοῦ σπάργανα φέρων. Αὐτὰ γάρ μοι ἐλπὶς, αὐτά μοι ζωὴ, αὐτά μοι σωτηρία, αὐτά μοι αὐλὸς, αὐτά μοι κιθάρα. ∆ιὸ καὶ αὐτὰ ἔρχομαι φέρων, ἵνα τῇ αὐτῶν δυνάμει ἰσχὺν λόγων λαβὼν μετ’ ἀγγέλων εἴπω· ∆όξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ· μετὰ δὲ ποιμένων, Καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Σήμερον ὁ γεννηθεὶς ἀῤῥήτως ἐκ Πατρὸς, ἐκ παρθένου τίκτεται, ἀφράστως δι’ ἐμέ. Ἀλλὰ τότε μὲν κατὰ φύσιν ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων ἐγεννήθη, ὡς ὁ γεννήσας οἶδε· σήμερον δὲ πάλιν παρὰ φύσιν ἐτέχθη, ὡς ἡ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπίσταται χάρις. Καὶ ἡ ἄνω αὐτοῦ γέννησις ἀληθὴς, καὶ ἡ κάτω γέννησις ἀψευδὴς, καὶ ἀληθῶς Θεὸς ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθη, καὶ ἀληθῶς ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς ἐκ παρθένου ἐτέχθη. Ἄνω μόνος ἐκ μόνου Μονογενὴς, κάτω μόνος ἐκ παρθένου μόνης Μονογενὴς ὁ αὐτός. Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τῆς ἄνω γεννήσεως ἀσεβὲς ἐννοῆσαι μητέρα· οὕτω βλάσφημόν ἐστιν ὑπολαβεῖν καὶ ἐπὶ τῆς κάτω γεννήσεως πατέρα. Ὁ Πατὴρ ἀῤῥεύστως ἐγέννησε, καὶ ἡ παρθένος ἀφθόρως ἔτεκεν· οὔτε γὰρ ὁ Θεὸς ῥεῦσιν ὑπέμεινε γεννήσας· θεοπρεπῶς γὰρ ἐγέννησεν· οὔτε ἡ παρθένος φθορὰν ὑπέμεινε τεκοῦσα· πνευματικῶς γὰρ ἔτεκεν.

Όθεν ούτε η άνω αυτού Γέννησις εξήγησιν έχει, ούτε η εν υστέροις καιροίς πρόοδος πολυπραγμονείσθαι ανέχεται. Ότι μεν γαρ έτεκεν η Παρθένος σήμερον οίδα, και ότι εγέννησεν ο Θεός αχρόνως πιστεύω, τον δε τρόπον της γεννήσεως σιωπή τιμάν μεμάθηκα, και ου δια λόγων πολυπραγμονείν παρέλαβον. Επί γαρ Θεού ου δει τη φύσει των πραγμάτων προσέχειν, αλλά τη δυνάμει του ενεργούντος πιστεύειν. Φύσεως γαρ εστιν νόμος, όταν γυνή προσομιλήσασα γάμοις τέκη· όταν δε Παρθένος απειρόγαμος τεκούσα πάλιν Παρθένος φανείη, υπέρ φύσιν το πράγμα. Το ουν κατά φύσιν ζητείσθω, το δε υπέρ φύσιν σιγή τιμάσθω, ουχ ως φευκτόν, αλλ’  ως απόρρητον και σιωπή τιμάσθαι άξιον. Αλλ’  απονείματέ μοι συγγνώμην, παρακαλώ, εν προοιμίοις καταπαύσαι τον λόγον βουλομένω· δειλός γαρ ων προς την των κρειττόνων έρευναν, πως ή που τρέψω τον λόγον τα πηδάλια ουχ έχω. Τι γαρ είπω ή τι λαλήσω; Την τεκούσαν ορώ, τον τεχθέντα βλέπω, τον δε τρόπον της γεννήσεως ου συνορώ· νικάται γαρ φύσις, νικάται και τάξεως όρος, όπου Θεός βούλεται. Ου γαρ κατά φύσιν γέγονε το πράγμα, αλλ’  υπέρ φύσιν το θαύμα. Ήργησε γαρ η φύσις, και ενήργησε του Δεσπότου το βούλημα. Ω χάριτος αφράστου! Ο προ αιώνων Μονογενής, ο αναφής και απλούς και ασώματος υπεισήλθέ μου το φθαρτόν και ορατόν σώμα· διατί;  Ίνα βλεπόμενος διδάξη, διδάξας δε προς το μη βλεπόμενον χειραγωγήση. Επειδή γαρ οι άνθρωποι τον οφθαλμόν της ακοής πιστότερον ποιούσιν, ο δε μη βλέπουσιν αμφιβάλλουσι, δια τούτο ηνείχετο και οφθαλμοίς την εαυτού θέαν δια του σώματος παρασχείν, ίνα λύση την αμφισβήτησιν. Και τίκτεται εκ Παρθένου αγνοούσης το πράγμα. Ούτε γαρ συνήργησε προς το γινόμενον, ούτε συνεβάλλετο προς το πραττόμενον, αλλ’ ην ψιλόν όργανον της απορρήτου αυτού δυνάμεως, μόνον ειδυΐα, ο παρά του Γαβριήλ ερομένη έμαθεν, ότι «Πως έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;» (Λουκ. α΄34). Και φησι· τούτο βούλει μαθείν; «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (αυτ. 35). Και πως ην μετ’ αυτής, και μικρόν ύστερον εξ αυτής; Ὥσπερ τεχνίτης εὑρὼν ὕλην χρησιμωτάτην, κάλλιστον ἀπεργάζεται σκεῦος· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς εὑρὼν τῆς παρθένου ἅγιον καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν, ἔμψυχον ἑαυτῷ κατεκόσμησε ναὸν, ὃν ἐβουλήθη τρόπον πλάσας τὸν ἄνθρωπον ἐν τῇ παρθένῳ, καὶ ἐνδυσάμενος αὐτὸν, σήμερον προῆλθεν, οὐκ αἰδεσθεὶς τὸ δυσειδὲς τῆς φύσεως. Οὐδὲ γὰρ ὕβριν ἔφερεν αὐτῷ, φορέσαι τὸ ἴδιον ἔργον· καὶ τὸ πλάσμα δὲ μεγίστην ἐκαρποῦτο δόξαν, ἔνδυμα τοῦ τεχνίτου γινόμενον. Ὥσπερ γὰρ παρὰ τὴν πρώτην πλάσιν ἀδύνατον ἦν συνεστάναι τὸν ἄνθρωπον, πρὶν ἢ τὸν πηλὸν εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐλθεῖν· οὕτω καὶ τὸ φθαρὲν σκεῦος ἀδύνατον μεταποιηθῆναι, εἰ μὴ γέγονεν ἔνδυμα τοῦ ποιήσαντος. Ἀλλὰ τί εἴπω, ἢ τί λαλήσω; Ἐκπλήττει γάρ με τὸ θαῦμα. Ὁ Παλαιὸς ἡμερῶν παιδίον γέγονεν, ὁ ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου καθήμενος ἐν φάτνῃ τίθεται, ὁ ἀναφὴς, καὶ ἁπλοῦς, καὶ ἀσύνθετος, καὶ ἀσώματος χερσὶν ἀνθρωπίναις ἑλίσσεται, ὁ τὰ τῆς ἁμαρτίας διασπῶν δεσμὰ σπαργάνοις ἐμπλέκεται, ἐπειδὴ τοῦτο θέλει. Θέλει γὰρ τὴν ἀτιμίαν ποιῆσαι τιμὴν, τὴν ἀδοξίαν ἐνδῦσαι δόξαν, τὸν τῆς ὕβρεως ὅρον, ἀρετῆς δεῖξαι τρόπον. Ὅθεν ὑπέρχεται τὸ ἐμὸν σῶμα, ἵνα ἐγὼ χωρήσω τὸν αὐτοῦ Λόγον· καὶ λαβὼν τὴν ἐμὴν σάρκα, δίδωσί μοι τὸ ἑαυτοῦ Πνεῦμα, ἵνα διδοὺς καὶ λαμβάνων θησαυρόν μοι ζωῆς ἐμπορεύσηται. Λαμβάνει μου τὴν σάρκα, ἵνα με ἁγιάσῃ· δίδωσί μοι τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ, ἵνα με διασώσῃ. Ἀλλὰ τί εἴπω, καὶ τί λαλήσω; Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει. Οὐκέτι λέγεται ὡς γενησόμενον, ἀλλὰ θαυμάζεται ὡς πεπραγμένον. Παρά Ιουδαίοις επέπρακτο, παρ’ οις και ελέγετο, υφ’ ημών δε πιστεύεται, παρ’ οις ουδέ ωνομάζετο. Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει· το μεν γράμμα της συναγωγής, το δε κτήμα της Εκκλησίας· εκείνη το δίπτυχον εύρεν, αύτη τον μαργαρίτην εφεύρεν· εκείνη το έριον έβαψεν, αύτη την αλουργίδα ενεδύσατο. Η Ιουδαία γαρ αυτόν έτεκεν και η οικουμένη αυτόν υπεδέξατο· η συναγωγή αυτόν έθρεψε και ετιθηνήσατο, και η Εκκλησία κατέσχε και εκαρπώσατο· παρ’ εκείνη το κλήμα της αμπέλου και παρ’ εμοί ο βότρυς της αληθείας· εκείνη τον βότρυν ετρύγησε και τα έθνη το μυστικόν πίνει πόμα· εκείνη τον κόκκον του σίτου εν τη Ιουδαία έσπειρε, και τα έθνη τη δρεπάνη της πίστεως τον άσταχυν εθέρισε· τα έθνη το ρόδον ευσεβώς απέκειρε, και Ιουδαίοις η άκανθα της απιστίας απέμεινεν· ο νεοττός απέπτη, και παρακάθηνται οι άφρονες τη καλιά· την φυλλάδα του γράμματος οι Ιουδαίοι ερμηνεύουσι, και τον καρπόν του πνεύματος τα έθνη δρέπονται. «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί λήψεται» (Ησ. ζ΄14). Ειπέ μοι, ω Ιουδαίε, ειπέ μοι λοιπόν τίνα έτεκε; Θάρρησόν μοι καν ως τω Ηρώδη· αλλ’ ου θαρρείς· οίδα διατί, δια την επιβουλήν. Εκείνω γαρ είπας, ίνα αυτόν ανέλη, εμοί δε ου λέγεις, ίνα μη αυτόν προσκυνήσω. Τίνα δε έτεκε; Τίνα; Τον Δεσπότην της φύσεως. Καν γαρ συ σιωπάς, η φύσις βοά· έτεκε γαρ ως ο τεχθείς τεχθήναι ηθέλησεν. Ου γαρ υπό της φύσεως επετρέπετο, αλλ’ ως Δεσπότης της φύσεως ξένον της γεννήσεως εισήγαγε τρόπον, ίνα δείξη, ότι και  άνθρωπος γενόμενος, ουχ ως άνθρωπος τίκτεται, αλλ’ ως Θεός γεννάται. Εκ Παρθένου ουν σήμερον προήλθε νικησάσης φύσιν, υπερβάσης γάμον· έπρεπε γαρ τω της αγιωσύνης πρυτάνει εκ καθαρών και αγίων προελθείν τόκων· αυτός γαρ εστιν ο πάλαι εκ παρθένου γης τον Αδάμ πλάσας, από δε του Αδάμ άνευ γυναικός γυναίκα μορφώσας· ώσπερ γαρ ο Αδάμ άνευ γυναικός γυναίκα ήνεγκεν, ούτω και σήμερον η Παρθένος άνευ ανδρός άνδρα έτεκεν. Άνθρωπος γαρ εστι, φησί, και τις γνώσεται αυτόν; Επειδή γαρ εχρεώστει το γυναικείον γένος τοις ανθρώποις την χάριν, ως του Αδάμ άνευ γυναικός γυναίκα βλαστήσαντος, δια τούτο σήμερον έτεκεν η Παρθένος άνευ ανδρός υπέρ της Εύας εκτιννύουσα τοις ανδράσι το χρέος. Ίνα γαρ μη μέγα φρονήση ο Αδάμ άνευ γυναικός γυναίκα βλαστήσας, δια τούτο και η Παρθένος άνευ ανδρός άνδρα έτεκεν, ίνα τω κοινώ του θαύματος το ομότιμον δείξη της φύσεως. Ώσπερ γαρ από του Αδάμ την πλευράν αφείλε και τον Αδάμ ουκ εμείωσεν ουδέν, ούτω και εν τη Παρθένω και τον έμψυχον έπλασε ναόν, και την παρθενίαν ουκ έλυσε. Σώος έμεινεν ο Αδάμ και μετά την αφαίρεσιν της πλευράς, άφθορος έμεινε και η Παρθένος μετά την πρόοδον του Βρέφους. Δια τούτο δε ουκ αλλαχόθεν εαυτώ ναόν κατεσκευάσατο, ουδέ άλλο σώμα πλάσας ενεδύσατο, ίνα μη δόξη το του Αδάμ ενυβρίζειν φύραμα· επειδή γαρ απατηθείς ο άνθρωπος όργανον γέγονε του διαβόλου, δια τούτο αυτόν τον υποσκελισθέντα έμψυχον ανελάμβανε ναόν, ίνα δια την προς τον πεποιηκότα συνάφειαν εκ της του διαβόλου αυτόν αποστήση συνηθείας. Όμως και άνθρωπος γινόμενος ουχ ως άνθρωπος τίκτεται, αλλ’ ως Θεός γεννάται· ει γαρ εκ κοινών γάμων προήλθεν ώσπερ εγώ, ψεύδος τοις πολλοίς ενομίζετο· νυν δε δια τούτο εκ Παρθένου τίκτεται, τικτόμενος δε και την μήτραν αναλλοίωτον τηρεί, και την παρθενίαν αζήμιον διαφυλάττει, ίνα ο ξένος της κυήσεως τρόπος πίστεώς μου μεγάλης πρόξενος γένηται. Όθεν καν Έλλην με καν Ιουδαίος ερωτά, ότι ο Χριστός Θεός ων κατά φύσιν, άνθρωπος γέγονε παρά φύσιν, ερώ, ναι, μάρτυρα του λόγου την άσπιλον της παρθενίας σφραγίδα καλών· ούτω γαρ εστι Θεός νικών την της φύσεως τάξιν, ούτω γαστρός εστι κεραμεύς και παρθενίας ευρετής, ότι και αμόλυντον έσχε της γεννήσεως τον τρόπον, και εαυτώ αφράστως ωκοδόμησε ναόν, ον ηβουλήθη τρόπον. Ειπέ μοι ουν, ω Ιουδαίε, έτεκεν η Παρθένος ή ου; Ει μεν γαρ έτεκεν, ομολόγησον τον ξένον τόκον· ει δε ουκ έτεκε, διατί τον Ηρώδην ηπάτησας; Συ γαρ αυτώ, πυνθανομένω που ο Χριστός γεννάται, είπας, ότι εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Μη ουν εγώ ήδειν την κώμην ή τον τόπον; Μη εγώ του γεννωμένου την αξίαν εγίνωσκον; Ουχ ο Ησαΐας ως Θεού αυτού εμνημόνευσε; «Τέξεται, γαρ φησιν, Υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ. ζ,14). Ουχ υμείς αγνώμονες εχθροί την αλήθειαν εισηγήσασθε; Ουχ υμείς οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι ακριβείς του νόμου φύλακες, πάντα τα κατ’ αυτόν ημάς εδιδάξατε; Μη την των Εβραίων γλώσσαν είδομεν; Ουχ υμείς τας Γραφάς ηρμηνεύσατε μετά το τεκείν την Παρθένον και προ του τεκείν, ίνα μη δόξη προς χάριν του Θεού ερμηνεύεσθαι το λεγόμενον; Ουχ υμείς ερωτώμενοι παρ’ Ηρώδου μάρτυρα παρηγάγετε Μιχαίαν τον Προφήτην, ίνα υμών τον λόγον κυρώσητε; «Και συ, γαρ φησι, Βηθλεέμ οίκος του Εφραθά ουδαμώς ελαχίστη ει εν τοις ηγεμόσιν Ιούδα· εκ σου γαρ εξελεύσεται ηγούμενος, όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ» (Μιχ. ε,2). Καλώς είπεν ο Προφήτης, εκ σου· εξ υμών γαρ εξήλθε, και εις την οικουμένην ήλθεν. Ο γαρ ων προέρχεται, ο δε μη ων, κτίζεται ή γίνεται· αυτός δε και ην και προήν, και αεί ην. Αλλ’ ην μεν αεί ως Θεός διέπων τον κόσμον, σήμερον δε προήλθεν ως άνθρωπος μεν τον λαόν ποιμαίνων, ως Θεός δε την οικουμένην διασώζων. Ω πολεμίων χρηστών! Ω κατηγόρων φιλανθρώπων! Οι τον εν Βηθλεέμ τεχθέντα λανθάνοντες Θεόν έδειξαν, οι τον εν φάτνη κρυπτόμενον Δεσπότην εγνώρισαν, οι τον εν σπηλαίω καθήμενον εμήνυσαν άκοντες, και ευηργέτησαν μη θέλοντες, απεκάλυψαν καλύψαι βουλόμενοι. Είδες αμαθείς διδασκάλους;  Α διδάσκουσιν, ου γινώσκουσι, πεινώντες τρέφουσι, διψώντες ποτίζουσι, πενόμενοι πλουτίζουσι. Δεύτε ουν εορτάσωμεν, δεύτε πανηγυρίσωμεν· ξένος γαρ ο της εορτής τρόπος, επειδή και παράδοξος ο της γεννήσεως λόγος. Σήμερον γαρ ο χρόνιος ελύθη δεσμός, ο διάβολος ησχύνθη, οι δαίμονες εδραπέτευσαν, ο θάνατος ελύθη, ο Παράδεισος ηνεώχθη, η κατάρα ηφανίσθη, η αμαρτία εκποδών γέγονεν, η πλάνη απηλάθη, η αλήθεια επανήλθε, και της ευσεβείας ο λόγος πανταχού διεσπάρη και έδραμεν· η των άνω πολιτεία εν τη γη εφυτεύθη· Άγγελοι μετά ανθρώπων κοινωνούσι και άνθρωποι μετά Αγγέλων αδεώς διαλέγονται· διατί; Επειδή Θεός επί γης ήλθε και άνθρωπος εν ουρανώ. Πάντα αναμίξ γέγονεν· ήλθε γαρ επί της γης όλος ων εν ουρανοίς, όλος δε ων εν ουρανώ, όλος εστίν επί της γης. Θεός ων γέγονεν άνθρωπος, ουκ αρνησάμενος το είναι Θεός· Λόγος ων απαθής, σαρξ εγένετο· δια το ενοικήσαι ημίν σαρξ εγένετο· Θεός γαρ ουκ εγένετο, αλλά ην. Δια τούτο σαρξ εγένετο, ίνα ον ουκ εχώρει ουρανός, δέξηται φάτνη· δια τούτο εν φάτνη ετέθη, ίνα ο τρέφων τα σύμπαντα, Παιδίου τροφήν παρά Μητρός Παρθένου λάβη· δια τούτο ο των μελλόντων αιώνων Πατήρ ως υπομάζιον Βρέφος παρθενικών ανέχεται αγκαλών, ίνα και Μάγοις ευπρόσιτος γένηται. Σήμερον γαρ και Μάγοι προσήλθον, αρχήν λαβόντες αρνείσθαι τον τύραννον και ο ουρανός καυχάται αστέρι τον ίδιον Δεσπότην μηνύων και ο Κύριος επί νεφέλης κούφης του σώματος καθεζόμενος επί την Αίγυπτον τρέχει τω μεν δοκείν φεύγων την Ηρώδου επιβουλήν, τη δε αληθεία αποπληρών το παρά του Ησαΐου ειρημένον· «Έσται γαρ φησιν εν τη ημέρα εκείνη Ισραήλ τρίτος εν τοις Ασσυρίοις και εν τοις Αιγυπτίοις ευλογημένος εν τη γη, ην ευλόγησε Κύριος Σαβαώθ, λέγων· ευλογημένος ο λαός μου ο εν Αιγύπτω και ο εν Ασσυρίοις και η κληρονομία μου Ισραήλ» (Ησ. ιθ, 24-25). Τι λέγεις, ω Ιουδαίε, ο πρώτος τρίτος γέγονας; Αιγύπτιοι και Ασσύριοι προετάχθησαν και ο πρωτότοκος Ισραήλ υπαριθμείται; ναι· εικότως Ασσύριοι πρώτοι έσονται, επειδή και αυτοί αυτόν πρώτοι δια των Μάγων προσεκύνησαν, Αιγύπτιοι δε μετά τους Ασσυρίους, επειδή και αυτοί φεύγοντα αυτόν την Ηρώδου επιβουλήν εδέξαντο. Τελευταίος δε Ισραήλ υπαριθμείται, επειδή μετά την άνοδον την εκ του Ιορδάνου δια των Αποστόλων αυτόν έγνωσαν. Εισήλθε δε εις Αίγυπτον σείων τα χειροποίητα της Αιγύπτου ουχ απλώς, αλλ’ επειδή απέκλεισε της Αιγύπτου τα πρόθυρα τη των πρωτοτόκων απωλεία, δια τούτο σήμερον εισήλθεν ως Πρωτότοκος, ίνα της παλαιάς στυγνότητος διαλύση το πένθος. Και ότι Πρωτότοκος λέγεται ο Χριστός, μαρτυρεί σήμερον ο Λουκάς ο Ευαγγελιστής, λέγων: «και έτεκε τον Υιόν αυτής τον πρωτότοκον και εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη, διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λουκ. β΄,7). Εισήλθεν ουν εις την Αίγυπτον, ίνα της παλαιάς στυγνότητος διαλύση το πένθος, αντί μαστίγων χαράν επιβαλών, αντί νυκτός και σκότους, σωτηρίας φέγγος χαρισάμενος. Βέβηλον ην τότε του ποταμού το ύδωρ τη των αώρων νηπίων σφαγή· εισήλθεν ουν εις την Αίγυπτον ο πάλαι το ύδωρ φοινίξας, και εποίησε τα ρείθρα του ποταμού σωτηρίας γενητικά, το εναγές αυτών και βέβηλον δυνάμει καθαρίσας του Πνεύματος. Εκακώθησαν οι Αιγύπτιοι και μανέντες ηρνούντο τον Θεόν· εισήλθεν ουν εις την Αίγυπτον και γνώσεως Θεού ψυχάς θεοφιλείς επλήρωσε, τω ποταμώ δε παρέσχε μάρτυρας τρέφειν σταχύων ευφορωτέρους. Αλλά δια το στενόν του καιρού ενταύθα βούλομαι καταπαύσαι τον λόγον· ώδε δε καταπαύσω τον λόγον πληρώσας, ότι πως Λόγος ων απαθής, σαρξ εγένετο, αμεταβλήτου μενούσης της φύσεως. Τι δε είπω ή τι λαλήσω; Τέκτονα και φάτνην ορώ και Βρέφος και σπάργανα, λοχόν Παρθένου των χρειών έρημον, όλα πτωχείας εχόμενα, όλα πενίας γέμοντα. Είδες πλούτον εν πενία πολλή! Πως πλούσιος ων δι’ ημάς επτώχευσε; Πως ούτε κλίνην ούτε στρωμνήν είχεν, αλλ’ επί ξηράς έρριπτο φάτνης; Ω πενία πλούτου πηγή· ω πλούτε άμετρε, πενίας πρόσχημα φέρων! Εν φάτνη κείται και την οικουμένην σαλεύει· εν σπαργάνοις εμπλέκεται και τα της αμαρτίας διαρρήσει δεσμά! Ούπω έναρθρον έρρηξε φωνήν και τους Μάγους εδίδαξε και εκίνησε προς επιστροφήν. Τι είπω, ή τι λαλήσω; Ιδού Βρέφος σπαργάνοις εμπλέκεται και εν φάτνη κείται· πάρεστι δε και Μαρία, Παρθένος ούσα και Μήτηρ, παρήν δε και Ιωσήφ ονομαζόμενος πατήρ. Ούτος ανήρ λέγεται, εκείνη Γυνή προσαγορεύεται. Ονόματα έννομα, συζυγίας έρημα. Μέχρι ρημάτων νόησαί μοι, αλλ΄ου μέχρι πραγμάτων. Μόνον ούτος εμνηστεύσατο και  Πνεύμα Άγιον αυτή επεσκίασεν. Όθεν απορών ο Ιωσήφ ουκ ήδει τι καλέσει το Βρέφος· εκ μοιχείας αυτό ειπείν ουκ ετόλμα, κατά της Παρθένου γαρ βλάσφημον καταχέειν λόγον ουκ ηδύνατο. Τέκνον αυτό ειπείν ίδιον ουκ ηνείχετο· ήδει γαρ καλώς, ότι ουκ έγνω πως ή πόθεν ετέχθη το Βρέφος. Όθεν απορούντι αυτώ προς το πράγμα, χρησμός ουρανόθεν δια της του Αγγέλου φωνής επεφέρετο, ότι, Μη φοβού Ιωσήφ, το γαρ γεννώμενον εξ αυτής εκ Πνεύματός εστιν Αγίου. Πνεύμα γαρ Άγιον επεσκίασε τη Παρθένω. Διατί δε εκ Παρθένου τίκτεται και την παρθενίαν αζήμιον τηρεί; Ότι πάλαι παρθένον ούσαν την Εύαν ηπάτησεν ο διάβολος, δια τούτο Παρθένον ούσαν την Μαριάμ ο Γαβριήλ  ευηγγελίσατο. Αλλ΄απατηθείσα μεν η Εύα ρήμα έτεκε θανάτου αίτιον, ευαγγελισθείσα δε η Μαριάμ Λόγον εν σαρκί εγέννησε, ζωής αιωνίου ημίν πρόξενον. Το ρήμα της Εύας ξύλον έδειξε, δι΄ου τον Αδάμ εκ του Παραδείσου εξέωσεν, ο Λόγος δε ο εκ της Παρθένου τον Σταυρόν έδειξε, δι΄ου τον ληστήν εις πρόσωπον του Αδάμ, εις τον Παράδεισον εισήγαγεν. Επειδή γαρ ουκ επίστευον Έλληνες, ουκ Ιουδαίοι, ουχ αιρετικών παίδες, ότι ο Θεός αρρεύστως και απαθώς εγέννησε, δια τούτο σήμερον εκ παθητού σώματος προελθών, απαθές το παθητόν διετήρησε σώμα, ίνα δείξη, ότι ώσπερ εκ της Παρθένου τεχθείς την παρθενίαν ουκ έλυσεν, ούτω και ο Θεός, αρρεύστου και αναλλοιώτου μενούσης της Αγίας Ουσίας, ως Θεός Θεόν θεοπρεπώς εγέννησεν. Επειδή γαρ καταλιπόντες αυτόν οι άνθρωποι ανθρωπόμορφα έγλυφον ξόανα, οις και ελάτρευον εφ΄ύβρει του Κτίσαντος, δια τούτο σήμερον ο του Θεού Λόγος, Θεός ων, εν μορφή ανθρώπου ώφθη, ίνα και το ψεύδος λύση και λανθανόντως εις εαυτόν την λατρείαν απενέγκηται. Τούτω ουν τω εξ απόρου πόρον εργασαμένω Χριστώ δόξαν αναπέμψωμεν συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

ΛΟΓΟΣ Β΄ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

                                           (Ληφθείς εκ του Μακαρίου Σκορδίλη)                                                                                            
«Ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα· και ελθόντες εις την οικίαν, είδον το Παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού» (Ματθ. β: 10-11).                         
Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε· άσατε τω Κυρίω πάσα η γη· εξέλθετε λοιπόν από τας θύρας του ουρανού, σεις οι λειτουργοί του πρώτου Φωτός, αι δεύτεραι λάμψεις και ακτίνες της υπερφώτου Ουσίας, τα νοερά και άϋλα πνεύματα των Αγγελικών ουσιών, δια την παράδοξον ταύτην θεωρίαν εξέλθετε, δια να τον προϋπαντήσετε ουχί ως φοβερόν Βασιλέα επάνω εις τα ύψη του ουρανού, αλλ΄ ως ταπεινότατον δούλον μέσα εις το σπήλαιον της Βηθλεέμ· ουχί δια να ψάλλετε τον εν τοις υψίστοις μέγαν Θεόν, αλλά το εν τοις ταπεινοίς μικρότατον Βρέφος· «και εξαίφνης εγένετο συν τω Αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τον Θεόν και λεγόντων· δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία» (Λουκ. β: 13-14). Αλλά και σεις οι απόγονοι του Βαλαάμ μάντεις, οι εκ της Περσίδος βασιλείς, σήμερον τέλος πάντων απορρίψατε τας αστρονομικάς βίβλους, δια να αναλάβετε έτερα τρία δώρα, σύμβολα θαυμασιωτάτου Βασιλέως· ιδού τον του ηλίου αυγερινόν, δεικνύοντα το φως το αληθινόν· ιδού τον λαμπρότατον αστέρα επί την Βηθλεέμ, ο οποίος αυγάζει την πάντερπνον ευφροσύνην εις τας καρδίας σας, την φαιδράν αγλλίασιν εις τας ψυχάς σας· «ιδόντες δε τον αστέρα εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματθ. β: 10).  Δεύτε λοιπόν και ημείς, ω φυλαί και λαοί των Χριστιανών, όσοι εβυθίσθημεν δια την παρακοήν μέσα εις τον μυχιαίτατον τόπον της κολάσεως, δεύτε και αναβιβασθώμεν από τον τάρταρον των αμαρτιών μας επάνω εις το ύψος της φρικωδεστάτης οικονομίας, επάνω εις το σημερινόν μυστήριον της ιδικής μας σωτηρίας. Δεύτε υψωθώμεν εν τη των Ποιμένων μυστικωτάτη θεωρία, εν τη των Αγγέλων μελωδική δοξολογία. Δεύτε και ίδωμεν παράδοξα σήμερον, νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων· δεύτε και λαοί λαμπρυνθώμεν οι πάντες, ουχί εν ιματίοις κεκοσμημένοι, αλλά εν πράγμασι θεαρέστοις, δια να προσκυνήσωμεν Θεόν, παιδίον γενόμενον, αόρατον Βασιλέα σπαργανούμενον. Δεύτε, ω αδελφοί, και θαυμάσωμεν μετά του Ιωσήφ το μυστήριον· δεύτε και φρίξωμεν μετά της Παρθένου το παράδοξον θαύμα. Δεύτε και ακολουθείτε μοι νοητώς, ω τρυφηταί των εορτών, με αγάπην, με κατάνυξιν, μέχρι της Βηθλεέμ, δια να ίδωμεν το μέγα τούτο μυστήριον, το οποίον μας εφανέρωσε σήμερον ο Δεσπότης. Δεύτε και ακολουθείτε, δια να μάθετε δύο μεγάλα μυστήρια εις την σεβάσμιον ταύτην πανήγυριν· α΄ ότι ο Θεός όπου τίκτεται σήμερον, πως τάχα τον πιστεύομεν; Β΄ ότι ο Θεός όπου δεν θεωρείται φυσικά, πως τάχα τον βλέπομεν; «διέλθωμεν δη έως Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο το γεγονός, ο ο Κύριος εγνώρισεν ημίν» (Λουκ. β: 15). Έπρεπε σήμερον, ακροαταί, δεν λέγω να θαυμάζη και να φρίττη κάθε γλώσσα ανθρώπου, αλλά και παντελώς να βυθίζηται εις το χάος της αφωνίας, δια το πέλαγος των τερατουργημάτων όπου βλέπει εις την Γέννησιν του Σωτήρος· και αληθώς βλέπων καγώ ο αμαρτωλός τόσα μεγάλα θαυμάσια, τόσα ακατανόητα μυστήρια, εγώ ο αμαθής και αγράμματος, ευθύς δειλιώ, τρομάζω και φρίττω· διότι ως αρχάριος της θεολογικής επιστήμης και πάσης φιλοσοφικής διδασκαλίας, φοβούμαι μη ήθελε πνιγώ εις την θάλασσαν των τοιούτων φρικτών μυστηρίων, αποφασίζων δια να αντλήσω την σήμερον από αυτά τα σωτήρια νάματα και να ποτίσω πλουσίως με αγαλλίασιν τας ψυχάς σας. Αλλοίμονον και πως δεν ήθελε φρίξω, ω Υιέ του Θεού, βλέπων σήμερον σε τον αόρατον, εντός φάτνης των αλόγων ανακλινόμενον; Πως δεν ήθελε κρυώσω και τρομάσω από τον τρόμον, θεωρών σε τον καθήμενον επί των Χερουβείμ και αναπαυόμενον επί των Σεραφείμ, να κείτεσαι τώρα ως νήπιον εντός ενός καταφρονεμένου Σπηλαίου; Να ενδύεσαι τώρα με ράκη ως βρέφος εσπαργανωμένον, συ όπου στολίζεις τον ουρανόν με φώτα διαυγή των αστέρων; Αν ο Ιωσήφ όλος θαυμάζη, η Μήτηρ εκπλήττεται και τα άλογα ζώα απορούσιν επί την θαυμασίαν σου Γέννησιν, πως ήθελον αποτολμήσει εγώ ο αμαρτωλός, δια να διηγούμαι τοιαύτα φοβερά μυστήρια; Αν οι Ποιμένες θαυμάζουν, οι Μάγοι προσπίπτουν, και οι Άγιοι Άγγελοι αοράτως δοξολογούν, πως ήθελον ανοίξω εγώ το αμαρτωλόν στόμα, δια να κηρύξω τεράστια, δια να υμνολογήσω θαυμάσια; Αχ, βέβαια, πίπτω εις θάμβος, ρίπτομαι εις δειλίαν, ευθύς άμα συλλογισθώ το άφραστον βάθος των μυστηρίων σου· «αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου»; Αλλ΄ όμως θαρρών εις την άβυσσον ταύτην των κριμάτων και της σοφίας σου ελπίζω να διώξης απ΄ εμού τον φόβον, να αφανίσης το σκότος εκ της καρδίας μου, και να λάμψης το φως της θεογνωσίας σου επί την αμαρτωλήν μου ψυχήν, δια να εννοήσω εγώ και οι ακροαταί μου, πως τάχα πρέπει να σε πιστεύωμεν. Μέγα μυστήριον, ακροαταί μου, αυτό όπου βλέπομεν σήμερον· ένας φοβερώτατος Θεός, να γίνεται ένας ταπεινός άνθρωπος; Ο Απερίγραπτος περιγραπτός; Ο Ασώματος υλικός; Ο Αόρατος ορατός; Εκείνος όπου έπλασε λόγω μόνω με την σοφίαν του όλην την φύσιν, ουράνιον και επίγειον, να πλάττεται σήμερον και να κτίζεται; Εκείνος όπου δεν χωρείται εις τον ουρανόν, εις την γην, εις την θάλασσαν, να χωρήται εις φάτνην των αλόγων; Ω των παραδόξων παραδοξότερον θέαμα! Ω των απορρήτων ακατανόητον πλήρωμα! Και ποίος τάχα να είναι ικανός, δια να μας εξηγήση το μυστήριον; Εδώ βλέπομεν ένα διδάσκαλον της οικουμένης, όπου έχει όλην την σοφίαν του Παναγίου Πνεύματος εντός της καρδίας του, όπου αναβαίνει μέχρι τρίτου ουρανού ως Άγγελος, όπου εμβαίνει εις τον Παράδεισον ως καθαρός, όπου ακούει άρρητα ρήματα των αϋλων Αγγέλων, και πάλιν θαυμάζων δια το μυστήριον τούτο βοά εξεστηκώς· «ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού» (Ρωμ. ια: 33). Και λοιπόν ποίος άλλος δύναται τάχα, δια να μας είπη πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο; Τάχα αυτό έχει ουσίαν και φύσιν Θεού, ή μόνον φύσιν ανθρώπου; Είναι μέγας Θεός, ή είναι μικρός άνθρωπος; Βασιλεύς των Αγγέλων, ή δούλος των ανθρώπων; Δημιουργός όλου του κόσμου, ή δημιουργημένος από την Παρθένον; Αόρατος Θεός, ή ορατός άνθρωπος; Άϋλος και ασώματος, ή υλικός και σωματικός; Απαθής και αθάνατος, ή παθητός τε και θνητός; Προαιώνιος Λόγος του Πατρός, ή χρονικόν παιδίον της Μητρός; Ελθέ λοιπόν εν μέσω ημών, ω θεολογικώτατε διδάσκαλε, δια να μας λύσης την απορίαν, δια να λάμψης το φως της θεογνωσίας επί τας ψυχάς μας, δια να μας διδάξης πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο. Θεόν τέλειον (ερμηνεύει ο Δαμασκηνός Ιωάννης εν τω γ΄ κεφ. του γ΄ βιβλ.) «Θεόν τέλειον, και άνθρωπον τέλειον, τον αυτόν, και είναι, και λέγεσθαι, εκ δύο τε, και εν δυσίν ομολογούμεν φύσεσιν»· καλά, ω θείε Δαμασκηνέ, το Παιδίον αυτό είναι τέλειος Θεός, και τέλειος άνθρωπος, ως λέγεις, μα πως ημπορεί να ευρίσκωνται δύο ουσίαι εις εν Παιδίον; Πως είναι δυνατόν δύο εναντία πράγματα να είναι εις μίαν υπόστασιν; Πυρ και ύδωρ, άϋλον και υλικόν, φως και σκότος, άφθαρτον και φθαρτόν, αιώνιον και πρόσκαιρον, συμφωνούσι ποτέ; «των εναντίων ουδεμία αναλογία»· τάχα χωριστά είναι η μία από την άλλην ουσίαν, ή και αι δύο ομού; Δύο υποστάσεις αποτελούσιν αι δύο αύται φύσεις, ή μόνον μίαν; Παράδοξον πράγμα· άφραστον το μυστήριον· αν είναι δύο ουσίαι και φύσεις εις το Παιδίον τούτο, πως βλέπομεν μόνον ένα Παιδίον γεγεννημένον; Και αν είναι εν Παιδίον, πως έχει δύο ουσίας; Φανέρωσόν μας λοιπόν, ω μεγάλης θεολογίας φωνή, το παράδοξον τούτο μυστήριον· ερμήνευσόν μας πως πρέπει να πιστεύωμεν και να ομολογούμεν τον Υιόν του Θεού, και Υιόν της Παρθένου· ο νους μας είναι τεθολωμένος από το σκότος της αμαθείας, η ψυχή φορτωμένη από αμαρτίας, η καρδία στενή δια να εννοήση τοιούτον βάθος της Γεννήσεως του Ιησού μας· δια τούτο δείξον μας τον τρόπον, δια να εννοήσωμεν πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον! «Ώσπερ αι τρεις υποστάσεις (θεολογεί ο Θεολόγος εν τω ε΄ κεφ. του γ΄ βιβλ.) της Αγίας Τριάδος, ασυγχύτως τε ήνωνται και αδιαιρέτως διήρηνται και αριθμούνται, και ο αριθμός διαίρεσιν ή διάστασιν ή αλλοτρίωσιν και διανομήν εν αυταίς ουκ εργάζεται, τον αυτόν τρόπον και αι του Χριστού φύσεις, ει και ήνωνται, αλλ΄ ασυγχύτως ήνωνται· και ει εν αλλήλαις περιχωρούσιν, αλλά την εις αλλήλας τροπήν τε και μεταβολήν ου προσίενται». Καθώς λέγει ο θείος ούτος Πατήρ, Χριστιανοί μου, αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, χωρίς σύγχυσιν ενώνονται, και χωρίς διαίρεσιν διαιρούνται εις μίαν μόνην Ουσίαν και Φύσιν. Αλλ΄ όπως ο αριθμός των υποστάσεων δεν κατεργάζεται ούτε διαίρεσιν ούτε διάστασιν ούτε αλλοτρίωσιν εις αυτάς, κατά τον όμοιον τρόπον γνωρίζεται, ότι και αι δύο φύσεις του Χριστού, Θεότης τε και Ανθρωπότης, ανίσως και ενώνονται εις μίαν μόνην υπόστασιν, αλλά χωρίς σύγχυσιν και ανακάτωσιν ενούνται· και πάλιν, ανίσως και αι δύο φύσεις χωρούσιν εις τον Χριστόν, αλλά ούτε η ανθρωπότης μεταβάλλεται εις την Θεότητα, ούτε πάλιν η Θεότης εις την ανθρωπότητα, αλλά σώζεται ο όρος εν εκατέρα των φύσεων αμετάβλητος. Καθώς λοιπόν είναι αδύνατον εις την Αγίαν Τριάδα να είπωμεν ποτέ, ή να νοήσωμεν, τρεις φύσεις, επειδή είναι τρεις υποστάσεις, ούτε μίαν υπόστασιν, επειδή είναι μία ουσία και φύσις, αλλά μίαν μόνην ουσίαν και φύσιν εις τρεις υποστάσεις, ούτω και εις το Παιδίον τούτο όπου γεννάται την σήμερον, δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποτέ δύο υποστάσεις, διότι έχει δύο ουσίας, ούτε πάλιν μίαν ουσίαν, διότι έχει μίαν υπόστασιν, αλλά μίαν μόνην υπόστασιν εν δυσί τελείαις ταις φύσεσι και ενεργείαις. Προσκυνούμεν λοιπόν και λατρεύομεν εκεί μίαν μόνον ουσίαν και φύσιν της Θεότητος εν τρισίν υποστάσεσι, προσκυνούμεν και εδώ μίαν μόνην υπόστασιν, εν δυσί φύσεσιν. Ομολογούμεν εκεί αδιαίρετον την ουσίαν της Θεότητος, διηρημένας δε τας υποστάσεις και ασυγχύτους. Ομολογούμεν και εδώ αδιαίρετον την υπόστασιν, διηρημένας δε τας φύσεις και ασυγχύτους. Όλον εκεί αχώριστον τον Υιόν και συναϊδιον τω Πατρί και τω Πνεύματι, όλον αχώριστον και εδώ τον Υιόν εν τη Μητρί και τοις ανθρώποις. Εκεί άναρχον γέννησιν εκ του Πατρός, εδώ χρονικήν γέννησιν εκ της Μητρός· εκεί αμήτορα Υιόν εν Πατρί, εδώ απάτορα Υιόν εν Μητρί. Ώστε όπου εκεί ομολογούμεν και πιστεύομεν άσαρκον Λόγον εν ουρανώ εκ του Πατρός, εδώ πιστεύομεν σεσαρλωμένον τον Λόγον εν τη γη εκ της Μητρός. Πιστεύομεν λοιπόν το Παιδίον τούτο τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, δύο τας φύσεις και ενεργείας δοξάζοντες, εν μια μόνη τη υποστάσει. Πιστεύομεν και ομολογούμεν ακόμη και την Μαρίαν Παρθένον και Θεοτόκον, Παρθένον εν τόκω, προ τόκου και μετά τόκον, διότι απάτωρ εν τη γεννήσει ο Λόγος, Θεοτόκον, διότι ο γεννηθείς, και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος εγεννήθη εξ Αυτής. Εμάθαμεν το ένα μυστήριον της σημερινής εορτής· πως πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο. Αλλά πώς να μάθωμεν δια το άλλο, το οποίον φαίνεται πολύ δύσκολον; Είπομεν, ότι ο Θεός φύσει δεν θεωρείται από τινα, λοιπόν πως θα τον ίδωμεν ημείς; Θεός τέλειος και άνθρωπος τέλειος, μας είπεν ο Δαμασκηνός, ότι είναι το Παιδίον τούτο, και τοιουτοτρόπως να το πιστεύωμεν· ως Άνθρωπον το θεωρούμεν εν τη φάτνη, διότι είναι νήπιον, διότι είναι σεσαρκωμένον, διότι τρέφεται με γάλα, διότι ενδύεται με σπάργανα, ίδια της ανθρωπίνης φύσεως. Δια να το ίδωμεν όμως ως Θεόν, εδώ μεγάλη η δυσκολία· ακούω τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην όπου λέγει· «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωαν. α: 18)· και αφού κανένας δεν είδε ποτέ τον Θεόν (κατά την μαρτυρίαν του Ιωάννου), πως ημπορούμεν τώρα ημείς να Τον ίδωμεν την σήμερον εις την Βηθλεέμ; Αλλ΄ αυτού βλέπω μέγαν Προφήτην όπου αναβαίνει δρομαίως εις το όρος του Σινά δια να ίδη τον Θεόν, και να ομιλήση με Αυτόν· και εγώ θέλω να φωνάξω δια να μου δείξη τον τρόπον να ίδω και εγώ τον Θεόν· Μωϋσή, Μωϋσή, μένε ολίγον παρακαλώ, δια να σε ερωτήσω δι΄ εν μυστήριον, αυτού όπου αναβαίνεις δια να ίδης τον Θεόν· δεν με παίρνεις και εμέ, δια να ίδω το σεβάσμιον Αυτού πρόσωπον; Δεν μοι ερμηνεύεις τον τρόπον δια να ίδω και εγώ τοιούτον παράδοξον θαύμα; Αχ, με κωλύουν αι αμαρτίαι, και δια τούτο μου λέγει ο Μωϋσής· «Μη, μη εγγίσης ώδε· είναι τρόμος και φόβος, εδώ σείονται τα βουνά, καπνίζονται αι κορυφαί και τρέμει το όρος από τον φόβον· εδώ αστραπαί, εδώ θύελλα και γνόφος· εδώ φλόγες αναβαίνουν έως τον ουρανόν· εδώ αι βρονταί των σαλπίγγων· εδώ καίεται η κορυφή του Σινά από το πυρ της Θεότητος, ώστε μη υποφέρων να ενατενίσω εις τας ακτίνας εκείνας της θείας δόξης, σκεπάζω το πρόσωπον, και τρέμων από τον φόβον μου κρύπτομαι εντός λίθου· μη με εγγίσης λοιπόν, διότι και εγώ, μόλις είδον τα οπίσθια του Θεού αμυδρώς».                                                    
Φευ της δυστυχίας! Και αν ο Μωϋσής, όπου είναι Προφήτης και Άγιος, δεν ημπορεί να ίδη τον Θεόν, ημείς οι αμαρτωλοί πως θέλομεν τον ίδει; «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. α: 18)· και πώς να τον θεωρήσωμεν; Ακολουθείτε λοιπόν έως εις την Βηθλεέμ, και ίσως να τον ίδωμεν· αυτού δεν είναι φόβος, αστραπαί, γνόφος και φλόγες, ως εις το Σινά· είναι μάλιστα μεγάλη χαρά· «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (Λουκ. β: 10)· είναι Ιωσήφ ολίγον λυπημένος, είναι Μαρία Μητέρα, είναι Ποιμένες θαυμάζοντες, είναι βασιλείς δωροφορούντες, είναι πλήθος στρατιάς ουρανίου δοξολογούντες· είναι σπήλαιον, φάτνη και κτήνη, όλα εις χαράν και αγαλλίασιν· είναι μικρόν Παιδίον εσπαργανωμένον εν τη φάτνη· ακολουθείτε λοιπόν, και ιδού το παιδίον ο Ιησούς αυτό είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Βλέπετε τώρα Χριστιανοί με τους οφθαλμούς τον αόρατον Θεόν; Τον πιάνετε με τας χείρας; Αλλ΄ ουχί· πάλιν σεις δεν εννοείτε το Παιδίον τούτο, ότι είναι καθαρός Θεός, πάλιν σεις δεν θεωρείτς τόσον λαμπρά τον αόρατον Θεόν, διότι έχετε σκεπασμένον το πρόσωπον της διανοίας, ουχί ως ο Μωϋσής από τον φόβον, αλλά ως απαίδευτοι από τον λόγον· και λοιπόν προσέχετε μόνον, και θα τον ίδητε με τους οφθαλμούς, και θα τον πιάσετε με τας χείρας.   Δεν είναι αληθές, Χριστιανοί, ότι ούτος ο λόγος όπου ομιλώ εγώ και τον ακούετε τώρα σεις, γεννάται μέσα από τον νουν μου; Ναι, βέβαια· λοιπόν υτός ο προφορικός λόγος είναι άϋλος, είναι ασώματος· και δια τούτο, ούτε θεωρείται ούτε πιάνεται· διατί, ειπέτε μοι; Όταν εγώ τώρα ομιλώ τον πανηγυρικόν τούτον λόγον, και τον ακούετε, ημπορεί κανείς από σας ή να τον ίδη με τους οφθαλμούς, ή να τον πιάση με τας χείρας; Ουχί ποτέ· τόσον μόνον όπου ακούετε τον ήχον της φωνής μου, ο οποίος εξέρχεται εκ του στόματός μου, σχίζει τον επιπροσθούντα αέρα, και εκείνος ο κτύπος είναι όπου εμβαίνει εντός των ωτίων σας, και ακούετε τον λόγον· τοιουτοτρόπως είναι φύσει ο λόγος ούτος και αόρατος και αψηλάφητος· αλλ΄ αν πιάσω τον κάλαμον με την χείρα, έπειτα να ζωγραφήσω ή και να κοσμήσω τον λόγον τούτον με φορέματα, ήτοι με τα γράμματα, με τα στοιχεία, επάνω εις χάρτην, τότε παρευθύς δεν γίνεται ορατός και ψηλαφητός ο αόρατος λόγος; Τότε παρευθύς δεν τον βλέπετε με τους οφθαλμούς, και τον πιάνετε με τας χείρας; Ναι βέβαια, διότι ούτω θέλει και η αλήθεια· τούτο βεβαιώνει και ο εξ Αγκύρας Θεόδοτος εις τον λόγον των Γενεθλίων· «επειδάν ο λόγος ενδύσηται γράμματα και στοιχεία, φαινόμενος γίνεται, όψει καταλαμβάνεται, αφή ψηλαφάται».                                         
Τώρα αυτό το Παιδίον είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο ενυπόστατος Λόγος του Πατρός, ο ομοούσιος και συναϊδιος τω Πατρί και τω Πνεύματι· ο οποίος ήτο πρώτον ασώματος και άϋλος φύσει, και δεν ηδυνάμεθα ούτε να τον ίδωμεν ούτε να τον πιάσωμεν· και τούτο είναι όπου προείπομεν με τον Ευαγγελιστήν· «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. α: 18)· αλλά τώρα, διότι εζωγραφήθη με τον κάλαμον του Παναγίου Πνεύματος από τον άναρχον Νουν, τον Πατέρα, εντός του χάρτου, εις την κοιλίαν της Παρθένου, και εστολίσθη με τα γράμματα, δηλαδή με την σάρκα, γίνεται παρευθύς ορατός και ψηλαφητός ο αψηλάφητος· παρευθύς τον θεωρούμεν με τους οφθαλμούς, τον πιάνομεν με τας χείρας· θεολογεί εις τούτο και πάλιν ο του Θεού ηγαπημένος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης· «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης Χάριτος και αληθείας» (Ιωάν. α: 14). Εννοήσατε λοιπόν, αδελφοί μου, ότι εδώ είναι νους, εκεί είναι Πατήρ· εδώ είναι λόγος προφορικός όπου γεννάται από τον νουν αϊδίως, εκεί ουχί προφορικός, αλλ΄ ενυπόστατος Λόγος και ουσιώδης όπου γεννάται από τον Πατέρα αϊδίως· εδώ εις τον νουν και εις τον χάρτην αχώριστος ο λόγος, εκεί επάνω εις τον Πατέρα και κάτω εις την Μητέρα αχώριστος ο ενυπόστατος Λόγος· εδώ μόνον η χειρ μου δια γραμμάτων γεννά τον λόγον επάνω εις τον χάρτην και ουχί ο νους, εκεί η Παρθένος δια του σώματος γεννά τον Θεόν επάνω εις την Βηθλεέμ, και ουχί ο Πατήρ· εδώ βλέπετε τον λόγον μου επάνω εις τον χάρτην, διότι τον εστόλισα με τα γράμματα και τον πιάνετε· εκεί βλέπετε τον Λόγον του Θεού επάνω εις την Βηθλεέμ, διότι τον εστόλισεν η Παρθένος με την σάρκα και τον πιάνετε· εδώ ο νους γεννά αϊδίως τον λόγον, και η χειρ μόνον άπαξ εις τον χάρτην, εκεί ο Πατήρ γεννά αϊδίως τον Λόγον, και η Παναγία μόνον άπαξ εις την φάτνην· ούτος είναι ο τρόπος, Χριστιανοί, με τον οποίον βλέπετε σήμερον τον αόρατον Θεόν με τα όμματα και τον πιάνετε με τας χείρας, ό,τι λογής θεωρείτε τον λόγον μου εις τον χάρτην και τον πιάνετε· δεν χρειάζεται τώρα άλλο, παρά να θεωρήσετε νοητώς και να πιάσετε τον αόρατον, δια να εννοήσητε σήμερον τοιούτον παράδοξον μυστήριον· διότι ό,τι λογής δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να πιάσετε τον λόγον όπου γράφει η χειρ μου δια γραμμάτων επάνω εις τον χάρτην, αν δεν αναβιβάσετε πρώτον τον νουν σας εις την θεωρίαν του λόγου, τοιουτοτρόπως δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να ψηλαφήσετε τον Θεόν όπου γεννά η Παρθένος Μαρία δια σαρκός επάνω εις την Βηθλεέμ, ανίσως και δεν υψώσετε πρώτον τον νουν εις την μυστηριωδεστάτην θεωρίαν του Υιού και Λόγου του Θεού. Υψώσατε λοιπόν τον νουν, την διάνοιαν, τον στοχασμόν, εις το γεννηθέν τούτο Παιδίον, και βλέποντες και πιάνοντες νοητώς τον Θεόν, προσκυνείτε και ψάλλετε ευφραινόμενοι· «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. οστ: 14-15, οα΄: 18). Ψάλατε αυτώ και προσκυνείτε την Βασιλείαν του, διότι εγώ ακούω ένα άλλον βασιλέα όπου ετοιμάζεται και αυτός δήθεν δια να τον προσκυνήση και δια τούτο θέλω να του ομιλήσω και να του είπω τοιούτους λόγους. Παράνομε και ασεβέστατε βασιλεύ, διότι ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού γεννάται την σήμερον εις την Βηθλεέμ από την Παναγίαν την Παρθένον, συ βλέπων και καταλαμβάνων τούτον τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, διατί σκοτίζεσαι και ταράττεσαι και αφρίζεις; Διότι εγεννήθη σήμερον ο Χριστός μου Ιησούς εις την γην, συ φθονείς και αγριώνεσαι και θυμώνεις; Συ προσποιείσαι προσκύνησιν, δια να τον φονεύσης; Συ πολεμείς τον ουράνιον Θεόν, ο οποίος σοι εχάρισεν, αχάριστε, την βασιλείαν και την ζωήν, συ φονεύεις τα νήπια και αρπάζεις ταύτα από τας αγκάλας των μητέρων των; συ ποτίζεις την γην περισσότερον από τα αίματα, παρά η βροχή από τα νάματα; Συ σφάζεις δεκατέσσαρας χιλιάδας παιδία, τόσον ώστε να κάνης ώσπερ βουνά τα σώματά των, ανακατωμένα με τας κεφαλάς τας κεκομμένας και επάνω αυτών μητέρες ολιγοψυχισμέναι; Ω ουρανέ και πως δεν κατακαίεις με τα αστροπελέκια τοιούτον παράνομον άνθρωπον; ω γη και πως δεν σχίζεσαι ταύτην την ώραν, δια να καταπίης τοιούτον βρεφοκτόνον Ηρώδην; Α, μάταιε και ασεβή, α, θεοκτόνε και φθονερέ βασιλεύ! Ο αναίσθητος λίθος συμπονεί και λυπείται δια τον φόνον όπου ποιείς εις τα βρέφη και σχιζόμενος εις δύο μέρη κρύπτει την Ελισάβετ με τον Ιωάννην, δια να μη τον φονεύσης, και δεν σχίζεται η λιθίνη καρδία σου, να γνωρίση την αμαρτίαν, να ακούση τας φωνάς των μητέρων και να λυπηθή εις τα δάκρυα όπου χύνουν; «Παύσατε, παύσατε, ω ευλογημέναι μητέρες, την λύπην, παύσατε τα δάκρυα και τους πόνους, διότι ταχέως επέρχεται η θεία δίκη επί την κεφαλήν του αντιδίκου σας, να θερίση την ζωήν του και να ρίψη την πονηράν του ψυχήν εις την αιώνιον κόλασιν· οι δε τρυφερώτατοι βλαστοί, τα ηγαπημένα σας τέκνα, όπου εσφάγησαν δια την Γέννησιν του Κυρίου και Σωτήρος μας, θέλουν ανθήσει εις τον ουράνιον λειμώνα, εις την Βασιλείαν των ουρανών, δια να πέμπωσιν εκείθεν την ευωδίαν εις τας ψυχάς σας». Ημάς δε, ω Υιέ του Θεού, όπου μας ηξίωσες σήμερον και επροφθάσαμεν εις την Αγίαν σου Γέννησιν, ως όπου εχρίσθημεν και εβαπτίσθημεν εις την Αγίαν Τριάδα, πιστεύομεν και ομολογούμεν σε το μικρόν Βρέφος, τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, ομολογούμεν αχώριστον του Πατρός και αχώριστον της Μητρός. Προσκυνούμεν μίαν ουσίαν και φύσιν εις την Αγίαν Τριάδα εν τρισίν υποστάσεσι· προσκυνούμεν και μίαν υπόστασιν εις σε τον θείον Λόγον εν δυσί φύσεσι και ενεργείαις. Ομολογούμεν ασυγχύτως και αδιαιρέτως τας υποστάσεις εκεί εις την ουσίαν, ομολογούμεν και εδώ, συγχύτως και αδιαιρέτως τας φύσεις εις την υπόστασιν· ορώμεν σε τον αόρατον Θεόν εν τη φάτνη ώσπερ τον ημέτερον λόγον εν τω χάρτη. Κηρύττομεν και την Μητέρα σου, Παρθένον και Θεοτόκον. Προσκυνούμεν τα σπάργανα, υμνούμεν την φάτνην, δοξολογούμεν την Αγίαν σου Γέννησιν, δι΄ ης και ελπίζομεν να απολαύσωμεν την Βασιλείαν σου. Αμήν.