Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Απόστολος Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος Στέφανος

Τη ΚΖ’ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Αποστόλου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου ΣΤΕΦΑΝΟΥ.  
                                                                                               
Στέφανος ο μακάριος Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος ήτο Ιουδαίος το γένος, μαθητής ως λέγουσί τινες Γαμαλιήλ του νομοδιδασκάλου, και πρώτος των επτά Διακόνων τους οποίους κατέστησαν οι Απόστολοι εν Ιεροσολύμοις εις την των πτωχών επιμέλειαν και την εις αυτούς διανομήν των ελεημοσυνών, πλήρης πίστεως και Πνεύματος Αγίου και ποιών σημεία και τέρατα εν τω λαώ (Πραξ. στ: 8). Γενομένης δε ποτέ συζητήσεως μεταξύ Ιουδαίων, Σαδδουκαίων, Φαρισαίων και Ελληνιστών περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, άλλοι μεν έλεγον περί του Κυρίου ότι είναι Προφήτης, άλλοι ότι είναι πλάνος και άλλοι ότι είναι Υιός Θεού· τότε ο αοίδιμος Στέφανος, σταθείς επί τόπου υψηλού, εκήρυξεν εις όλους τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, λέγων ούτω· «Άνδρες αδελφοί, διατί τόσον επληθύνθησαν αι κακίαι σας και είναι τεταραγμένη όλη η Ιερουσαλήμ; Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος δεν έλαβεν εις την καρδίαν του δισταγμόν ως προς τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, διότι αυτός είναι ο κλίνας τους ουρανούς και καταβάς δια τας αμαρτίας μας και γεννηθείς εκ της Παρθένου της Αγίας και καθαράς, της προ καταβολής κόσμου εκλελεγμένης, αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασεν, αυτός έκαμε να αναβλέψωσιν οι τυφλοί, αυτός εκαθάρισε τους λεπρούς και αυτός εδίωξε τα δαιμόνια από τους δαιμονιζομένους». Ταύτα οι Ιουδαίοι ακούσαντες, έφεραν τον Άγιον εις το κριτήριον προς τους αρχιερείς, επειδή δεν ηδύναντο να αντισταθώσιν εις την σοφίαν και την δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, με την οποίαν ελάλει ο θείος Στέφανος (Πράξ. στ: 10). Έπειτα παρουσίασαν ψευδομάρτυρας, οίτινες εμαρτύρησαν κατά του Αποστόλου, ταύτα λέγοντες· «Ημείς ηκούσαμεν ότι ούτος ελάλει βλασφήμους λόγους εναντίον του θεϊκού Νόμου» (αυτόθι 11). Είπον δε και όσα άλλα διηγούνται αι ιεραί Πράξεις των Αποστόλων εν κεφαλαίω εβδόμω. Τότε όλοι οι καθεζόμενοι εις το κριτήριον έστρεψαν τα βλέμματά των επί του Στεφάνου και είδον το πρόσωπόν του τόσον λαμπρόν, ως να ήτο πρόσωπον Αγγέλου (Πράξ. στ: 15)· όθεν μη υποφέροντες την εντροπήν, ελιθοβόλησαν αυτόν ευχόμενον δι’  αυτούς και λέγοντα· «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πράξ. ζ: 60) και τοιαύτα ειπών εκοιμήθη. Αγ’ ου δε ο Πρωτομάρτυς με την νομιζομένην ιδικήν του πτώσιν κατεκρήμνησε τον αντίπαλον διάβολον και έδειξεν αυτόν πτώμα μέγιστον και εξαίσιον και αφ’ ου εκοιμήθη με τον γλυκύν ύπνον του Μαρτυρίου, έλαβον το ιερόν αυτού σώμα άνδρες ευλαβείς και έθηκαν αυτό εντός κιβωτίου κατεσκευασμένου εκ ξύλου περσέας (ροδακινέας)· σφραγίσαντες δε αυτό, το απέθεσαν εις τα πλάγια μέρη του ναού. Τότε και ο νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο τούτου υιός Αβελβούλ επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό των Αποστόλων. Τελείται δε η σύναξις αυτού εις τον Μαρτυρικόν του Ναόν τον όντα εις τα Κωσταντιανά. Ελιθοβολήθη δε ο Άγιος Στέφανος το τρίτον, κατά τους ακριβεστέρους χρονολόγους, έτος μετά την Ανάληψιν του Χριστού.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Των Αγίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.

Τη αυτή ημέρα ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ, μνήμην επιτελούμεν των Αγίων και Δικαίων ΙΩΣΗΦ του Μνήστορος, ΙΑΚΩΒΟΥ του Αδελφοθέου, και ΔΑΒΙΔ του Προφήτου και Βασιλέως.                                                                                   

Ιωσήφ ο Δίκαιος και Μνήστωρ της Θεοτόκου ήτο υιός του Ιακώβ (Ματθ. α: 16), γαμβρός δε και επομένως υιός πάλιν (Λουκ. γ: 23) του Ηλεί (όστις και Ελιακείμ και Ιωακείμ καλείται και είναι ο της Παρθένου Μαρίας πατήρ). Ούτος κατήγετο εκ της φυλής του Ιούδα και εκ της οικογενείας του Δαβίδ, κατώκει δε εις την Ναζαρέτ. Ήτο δε ο μακάριος Ιωσήφ τέκτων την τέχνην και γέρων την ηλικίαν, ότε κατ΄ ευδοκίαν Θεού εμνηστεύθη την Παρθένον Μαρίαν, ίνα υπηρετήση αυτήν εις το μέγα μυστήριον της ενσάρκου αυτού οικονομίας. Ετελεύτησε δε, κατά την παράδοσιν των Πατέρων, μετά το 12ον έτος από της του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Γεννήσεως.

Δαβίδ δε ο Προφήτης και Βασιλεύς ήτο υιός του Ιεσσαί, γεννηθείς εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας απε΄ (1085) έτη προ της ελεύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ευρίσκετο δε εν Γαβαά. Τον Νόμον Κυρίου εδιδάχθη παρά του Προφήτου Νάθαν, προεφήτευσε δε έτη τεσσαράκοντα. Ο δε Νάθαν προεγνώρισεν, ότι ο Δαβίδ θέλει παραβή τον Νόμον Κυρίου και θέλει μοιχεύσει την Βηρσαβεέ· όθεν έσπευσε να υπάγη προς αυτόν ίνα του αναγγείλη την μέλλουσαν αμαρτίαν, και κατά συνέπειαν εμποδίση τούτον απ΄ αυτής. Αλλ’  ο φθονερός διάβολος ημπόδισε τον Νάθαν με τούτον τον τρόπον· απαντήσας δηλαδή ο Νάθαν καθ’  οδόν νεκρόν εσφαγμένον και γυμνόν, εσταμάτησεν όπως ενταφιάση αυτόν, εν τω μεταξύ όμως ήμαρτεν ο Δαβίδ. Όθεν τούτο μαθών ο Νάθαν, υπέστρεψεν εις τον οίκον του κλαίων και οδυρόμενος. Αφού δε ο Δαβίδ εθανάτωσε τον Ουρίαν, τον άνδρα της Βηρσαβεέ, έπεμψεν ο Κύριος τον Νάθαν και ήλεγξεν αυτόν. Πολύ δε μετανοήσας και κλαύσας ο Δαβίδ δια τας δύο αμαρτίας του και φθάσας εις γήρας βαθύ απέθανε και ετάφη μετά των πατέρων αυτού.


Ιάκωβος δε ο αδελφός του Κυρίου ήτο υιός Ιωσήφ του Μνήστορος εκ της γυναικός την οποίαν είχε πριν μνηστευθή την Αειπάρθενον· ως εκ τούτου ελέγετο και υιός αυτής και αδελφός του Κυρίου, ως και αυτού νομιζομένου υιού του Ιωσήφ. Ούτος κατέστη πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, χειροτονηθείς υπ’  αυτού του Κυρίου, επωνομάσθη δε Οβλίας, δηλαδή Δίκαιος, δια την άκραν αυτού οσιότητα και δικαιοσύνην. Αναβάς δε επί το πτερύγιον του ναού κατά την ημέραν του Πάσχα και κηρύξας εκείθεν μεγάλη φωνή υπέρ του Ιησού, ελιθοβολήθη υπό των Ιουδαίων και συνετρίβη την κεφαλήν δια ξύλου υπό τινος γναφέως, ούτω δε παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού. Των Αγίων τούτων η Σύναξις τελείται εν τη αγιωτάτη Μεγάλη Εκκλησία και εν τω Αποστολικώ Ναώ του Αγίου Αποστόλου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω σεβασμίω οίκω της Υπεραγίας Θεοτόκου εν τοις Χαλκοπρατείοις. 

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς Κωνστάντιος ο Ρώσος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νέου Ιερομάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΥ του Ρώσου, αθλήσαντος εν Κωνσταντινουπόλει κατά το αψμγ΄(1743) έτος.                                    

Κωνστάντιος ο τρισμακάριος Ιερομάρτυς ήτο από το Χριστιανικώτατον βασίλειον των Ρώσων, είχε δε έλθει εις την Κωνσταντινούπολιν ως Ιερεύς του πρέσβεως της Ρωσίας, λόγω όμως του γενομένου τότε Ρωσοτουρκικού πολέμου οι μεν άλλοι έφυγον, αυτός δε έμεινεν εις τα μέρη της Τουρκίας και ελθών εις το Άγιον Όρος, επήγε και έμεινεν ολίγον καιρόν εις την Μεγίστην Λαύραν, από εκεί δε απήλθεν εις τα Ιεροσόλυμα και εις άλλους σεβασμίους τόπους και πάλιν επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος, έμεινε δε και πάλιν εις την Μεγίστην Λαύραν, αναμένων να ποιήσωσιν ειρήνην τα βασίλεια. Εκεί και εγώ (λέγει ο Ιερομόναχος Ιωνάς, όστις και το υπόμνημα τούτο συνέγραψε) συνήθης αυτώ και γνώριμος, επειδή ούτος ελειτούργει εν τη Λαύρα εις την Εκκλησίαν τού εν μακαρία τη λήξει γενομένου Νεοφύτου πρώην Άρτης, όστις τον ηγάπα πολύ, διότι ήτο σοφός και ενάρετος άνθρωπος, με τον οποίον έχων και εγώ συναναστροφήν συνεχώς ωμίλουν μετ΄ αυτού περί τε της βασιλείας των Ρώσων και μάλιστα περί εκκλησιαστικών ζητημάτων. Γενομένης δε ειρήνης, απήλθε πάλιν εις Κωνσταντινούπολιν και ευρών εκεί τον πρώην πρέσβυν, εις τον οποίον ήτο εφημέριος, και ο οποίος είχεν έλθει εκ Ρωσίας, διωρίσθη πάλιν υπ΄ αυτού εφημέριος εις τον νέον πρέσβυν. Με τον νέον όμως τούτον πρέσβυν δεν γνωρίζω πως (λέγουν ότι έγραψαν αμφότεροι εναντία μεταξύ των εις την βασίλισσαν) ήλθον εις διχονοίας, συνεπεία των οποίων παρουσιασθείς ενώπιον του σουλτάνου, ή από φόβον ή από θυμόν ηρνήσατο, φευ! την των Χριστιανών άμωμον Πίστιν και έλαβε μεγάλας τιμάς από αυτόν. Δεν παρήλθον όμως ολίγαι ημέραι και ελθών εις εαυτόν και ανανήψας ως από μέθην και μετανοήσας, έκλαιεν εκ καρδίας μετά πικρών δακρύων δια το μέγα κακόν το οποίον έπαθεν, ώσπερ ο μέγας Απόστολος Πέτρος. Εις μεγάλην λοιπόν κατάνυξιν ελθών, καταφρονεί την παρούσαν ζωήν και ποθεί όλως να μαρτυρήση και ρίψας το σχήμα των Αγαρηνών εις την γην και καταπατήσας αυτό, εφόρεσε ξεσχισμένον ράσον και με μαύρον μανδήλιον δέσας την κεφαλήν του, επήγε πάλιν εκεί όπου ηρνήθη τον Χριστόν και τον ωμολόγησε παρρησία ενώπιον του σουλτάνου Θεόν αληθινόν, την δε θρησκείαν των Αγαρηνών και τον τούτων προφήτην εξεφαύλισε λαύρως. Ταύτα οι Τούρκοι ακούσαντες και καταισχυνθέντες, ευθύς απέτεμον την αγίαν αυτού κεφαλήν έμπροσθεν του βασιλικού παλατίου και τοιουτοτρόπως έλαβε χαίρων τον στέφανον του Μαρτυρίου· ου ταις πρεσβείαις και ημείς αξιωθείημεν των αιωνίων αγαθών. Αμήν.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΕΥΑΡΕΣΤΟΣ εν ειρήνη τελειούται.                        

Ευάρεστος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου του Εικονομάχου, βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωιγ-ωκ (813-820), καταγόμενος εκ της επαρχίας Γαλατών, υιός περιφήμων γονέων. Αφ΄ ου δε ο ρηθείς Λέων εφονεύθη, διεδέχθη την βασιλείαν Μιχαήλ Β΄ ο καλούμενος Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820). Επειδή δε και αυτός ήτο αισχρότατος και ομοιότροπος με τον προλαβόντα Λέοντα, έλαβε την προσήκουσαν τιμωρίαν. Όταν δε ο Άγιος ούτος έφθασεν εις ηλικίαν τινά, επεδόθη εις την εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων· και εκ των γραμμάτων διδασκόμενος, συμπεριεφέρετο προς πάντας δια τρόπων αρίστων, ήτοι εγίνετο εις τους γονείς του ευπειθής, εις τους φίλους και γείτονας χαριέστατος, εις τους ξένους και αυτόχθονας καταδεκτικός και με ένα λόγον εδείκνυε δια των έργων αληθεύουσαν την ονομασίαν του, ευάρεστος εις όλους γινόμενος. Επειδή δε ετρώθη ο Όσιος υπό του έρωτος της των Μοναχών πολιτείας επορεύθη εις την Κωνσταντινούπολιν μετά του πατρός του, και εκεί εφιλοξενήθησαν υπό Κωνσταντινουπολίτου τινός, Βρυεννίου ονομαζομένου, όστις ήτο συγγενής του, και ύστερον ετιμήθη με το του πατρικίου αξίωμα. Αφ΄ ου δε παρήλθον ολίγαι ημέραι, εστάλη ο ρηθείς πατρίκιος από την βασίλισσαν Θεοδώραν, την σύζυγον Θεοφίλου του εικονομάχου, πρέσβυς και απεσταλμένος εις τους Βουλγάρους· μέλλων δε εκεί να υπάγη συμπαρέλαβε μεθ΄ εαυτού και τον Ευάρεστον. Όταν δε έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Σκόπελον και ανεπαύθησαν ολίγον από τους κόπους της οδοιπορίας, τότε ο μακάριος Ευάρεστος, κατά τινα θεϊκήν οικονομίαν, απαντά γέροντα, όστις διήγε την Μοναχικήν Πολιτείαν και απολαμβάνει μετ΄ αυτού τον παλαιόθεν παρ΄ αυτού ποθούμενον σκοπόν. Κουρεύσας λοιπόν την κόμην του, προθύμως υπέκυψε τον τράχηλόν του υπό τον σωτήριον ζυγόν του Χριστού, γενόμενος Μοναχός· ευρών δε και βιβλίον του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, ανέγνωσε τούτο και κατενύχθη· όθεν εσπούδαζε να γίνη πληρωτής, δια των έργων, των διδασκαλιών του βιβλίου εκείνου. Βλέπων ο Γέρων την ζέουσαν προθυμίαν, την οποίαν είχεν ο νέος εις την αρετήν, εφωδίασεν αυτόν με ευχάς και συστατικά γράμματα, και ούτω τον έστειλεν εις το Μοναστήριον του Στουδίου. Γενόμενος δε ο Όσιος δεκτός υπό των εκεί Πατέρων και αδελφών, εμβήκεν εις πνευματικούς αγώνας, εκλέξας δε και ένα αδελφόν υπερέχοντα τους άλλους κατά την αρετήν, είχε τούτον Γέροντα και συγκοινωνόν όλων των υποθέσεων της ζωής του. Τόσην δε νηστείαν και εγκράτειαν μετρεχειρίζετο ο αοίδιμος, ώστε άπαξ της εβδομάδος μόνον έτρωγεν ολίγον άρτον κατεσκευασμένον από κρίθινον άλευρον και από πίτυρα και από ζωμόν λαχάνων. Την δε οσφύν και τον λαιμόν του είχε δεδεμένα με δύο κρίκους σιδηρούς και βαρυτάτους, τους οποίους συνέσφιγγον προς αλλήλους δύο έτεραι αλύσεις περασμέναι δια των ώμων και του στήθους του. Διατί όμως να περιττολογώμεν; Αδύνατον είναι εις ημάς να απαριθμήσωμεν όλους τους αγώνας, τους οποίους μετεχειρίζετο ο τρισμακάριος ούτος Ευάρεστος. Με τοιαύτα λοιπόν θεάρεστα κατορθώματα διανύσας τον βίον του και ζήσας έτη εβδομήκοντα εννέα, προς Κύριον εξεδήμησε. Το δε τίμιον αυτού Λείψανον ενεταφιάσθη εις το Μοναστήριον το επονομαζόμενον του Κοκοροβίου.

Όσιος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ο εξ Ιουδαίων εν ειρήνη τελειούται.   
                                                                                                                     
Κωνσταντίνος ο Όσιος ήτο από τα Σύναδα (πόλιν ένδοξον της μεγάλης Φρυγίας τετιμημένην με θρόνον Μητροπολίτου και αριθμούσαν είκοσιν Επισκόπους), καταγόμενος από το γένος των Ιουδαίων. Έτι δε πολύ νέος ων, ηκολούθει την μητέρα του και βλέπων Χριστιανόν τινα, ο οποίος, όταν εχασμήθη, εσχημάτισεν εις το στόμα του τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, έκτοτε και αυτός έπραττε το ίδιον μιμούμενος τον Χριστιανόν· όχι δε τούτο μόνον, αλλά και τα άλλα των Χριστιανών έργα και αυτός με θερμήν πίστιν εμιμείτο. Δια τούτο λαμπρυνθείς το πρόσωπον δια θείας ελλάμψεως εδιδάχθη παρά Θεού τα των Χριστιανών δόγματα, και διήλθε νήστις ημέρας τινάς. Εις τούτον τον Άγιον ώρμησέ ποτε κόρη τις Εβραία με ασελγή τρόπον· ο δε Άγιος ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, απέδειξε ταύτην νεκράν και πάλιν αυτήν ανέστησεν. Ούτος οδηγούμενος υπό θείας νεφέλης επήγεν εις εν Μοναστήριον, Φουβούτιον λεγόμενον, εις το οποίον ευρίσκοντο άνδρες φημισμένοι εις την ασκητικήν ζωήν, των οποίων διέλαμπεν η αρετή. Επειδή δε διηγήθη τα κατ΄ αυτόν εις τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου, επρόσταξεν εκείνος να φέρωσι Σταυρόν· είτα προστάσσει αυτόν να τον προσκυνήση και να τον ασπασθή. Όταν δε ο μακάριος ούτος ησπάζετο το κάτω μέρος του Σταυρού μετά φόβου και ευλαβείας, τότε, ω του θαύματος! έκλινεν ο Σταυρός επί της οσίας κεφαλής του και εχάραξεν εις αυτήν τον τύπον του Σταυρού, όστις και έμεινεν νεξάλειπτος εν αυτή μέχρι του θανάτου του. Έπειτα, λαβών το άγιον Βάπτισμα, ωνομάσθη Κωνσταντίνος. Τότε δε εγενετο εν τοιούτον θαυμάσιον· εις τον τόπον δηλαδή εκείνον, ή επί της πέτρας, εις την οποίαν εστάθη, όταν εξήλθε της αγίας κολυμβήθρας, ετυπώθησαν παραδόξως τα ίχνη των ποδών του. Μετά ταύτα εμβήκεν εις τόσους αγώνας πνευματικούς, ώστε εφιλονίκει ο αοίδιμος να υπερβάλη όλους τους Μοναχούς του Μοναστηρίου εις την σκληραγωγίαν και άσκησιν· ειργάζετο δε την τέχνην του Αποστόλου Παύλου, δηλαδή έρραπτε δέρματα και κατεσκεύαζε σκηνάς. Ότε προσηύχετο, επληρούτο ευωδίας ο τόπος, εις τον οποίον ίστατο· ότε εις την Εκκλησίαν μετέβαινεν, ηνοίγοντο αφ΄ εαυτών αι θύραι του Ναού. Εκ δε της πολλής καθαρότητος, την οποίαν είχεν, έβλεπε νοερώς τους κρυπτούς λογισμούς των αδελφών. Έπειτα αναχωρήσας επήγεν εις τον Όλυμπον, και εκείθεν επορεύθη εις τα Μύρα της Λυκίας. Ακολούθως δε υπάγει εις την Κύπρον, και εκ της Κύπρου μεταβαίνει εις την Αττάλειαν, ένθα διέρχεται δια των ποδών του ποταμόν τινα, τόσον βαθύν και μεγάλον, ώστε εχρειάζετο να τον διαπεράση τις δια πλοιαρίου. Και αφ΄ ου περιήλθε πολλούς άλλους τόπους, πάλιν επέστρεψεν εις τον Όλυμπον· εκεί δε διήνυσε τεσσαράκοντα ημέρας, όχι μόνον νήστις, αλλά και χωσμένος μέχρις οσφύος εντός λάκκου. Μετά ταύτα ακουσίως εδέχθη την χειροτονίαν του Πρεσβυτέρου, και έπειτα υπάγει εις Ατρώαν, ακολουθών πάντοτε την ιδίαν άσκησιν. Προεγνώρισε δε την κοίμησίν του οκτώ έτη ενωρίτερον και ούτως αφ΄ ου τα έτη ταύτα συνεπληρώθησαν, απήλθε προς Κύριον, προειπών σαφέστατα όλα τα κατ΄ αυτόν. 

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Ευθύμιος Επίσκοπος Σάρδεων ο Ομολογητής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΕΥΘΥΜΙΟΥ Επισκόπου Σάρδεων του Ομολογητού, ή μάλλον ειπείν, του Ιερομάρτυρος. 
                                      
Ευθύμιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έζη κατά τους χρόνους των ευσεβών και Ορθοδόξων βασιλέων Κωνσταντίνου ΣΤ΄ (780-797) και Ειρήνης (797- 802) της μητρός αυτού, ήτο δε εκ τινος χώρας Ούζαρα λεγομένης, και ευρισκομένης εις τα όρια της Λυκαονίας, υιός Χριστιανών γονέων, οίτινες έχοντες κτήματα ίδια, αμπέλους, αγρούς, ζώα και άλλα κινητά και ακίνητα πράγματα, έζων με αυτάρκειαν. Είχον δε και άλλα τέκνα, τα οποία έβαλον εις διαφόρους τέχνας, τον δε Άγιον έδωκαν οι γονείς του εις την μάθησιν των γραμμάτων, τα οποία έμαθε καλώς εις ολίγον διάστημα, ομοίως και όλην την εκκλησιαστικήν τάξιν και Ακολουθίαν, διότι είχε νουν δεξιόν και φυσικήν επιτηδειότητα εις το μανθάνειν. Βλέπων την τοιαύτην προκαπήν του νέου ο πατήρ του και επειδή επιμόνως τον παρεκάλει, τον απέστειλεν εις την Αλεξάνδρειαν, όπου μαθητευθείς και την ελληνικήν παιδείαν επέστρεψεν εις την πατρίδα του, εις την οποίαν όμως ολίγον παρέμεινε, διότι φλεγόμενος υπό της επιθυμίας να γίνη Μοναχός έλαβε την άδειαν του πατρός του – η μήτηρ του είχεν εν τω μεταξύ αποθάνει – και επορεύθη εις τι εκεί πλησίον Μοναστήριον ένθα ενδυθείς το Αγγελικόν Σχήμα έμεινεν εις την υπακοήν του Ηγουμένου. Τοσαύτην δε υπακοήν και ταπείνωσιν απέκτησεν ο Όσιος, ώστε ουδείς από τους άλλους Πατέρας του Μοναστηρίου ημπόρεσε να φθάση εις την πολιτείαν αυτού. Βλέπων δε ο Ηγούμενος την ενάρετον ζωήν του και το αγγελικόν πολίτευμα, τον εχειροτόνησεν Ιεροδιάκονον και μετ΄ ολίγον καιρόν τον εχειροτόνησε και Πρεσβύτερον. Τότε ο Όσιος εδόθη εις περισσοτέραν άσκησιν και σκληραγωγίαν, προσθέτων εγκράτειαν εις την εγκράτειαν και αγρυπνίαν εις την αγρυπνίαν, ώστε και πολλοί από τους εκεί πατέρας, έχοντες τον Όσιον τύπον και κανόνα, εμιμούντο τας αρετάς του. Τον καιρόν εκείνον, πληρώσαντος το κοινόν χρέος του Αρχιεπισκόπου της Μητροπόλεως Σάρδεων, οι Χριστιανοί εζήτουν να εύρουν ενάρετόν τινα και άξιον Ποιμένα, δια να αναδεχθή τον θρόνον των Σάρδεων. Η πόλις αύτη είναι Μητρόπολις της επαρχίας, ήτις πάλαι μεν ωνομάζετο Λυδία, τώρα δε καλείται Καρασικλί. Η δε πόλις των Σάρδεων την σήμερον ονομάζεται Σάρτι. Απεκαλύφθη λοιπόν εις θαυμαστούς και εναρέτους άνδρας, ότι ο Άγιος Ευθύμιος είναι ο αξιώτερος εις το να αναδεχθή την Μητρόπολιν ταύτην και ευθύς πέμψαντες ανθρώπους ιερωμένους και λαϊκούς εις την πατρίδα του Αγίου, εις το Μοναστήριον εις το οποίον ευρίσκετο, τον έφεραν και ούτω θέλοντα και μη τον εχειροτόνησαν Αρχιερέα και Ποιμένα των Σάρδεων. Αφού δε ο λύχνος ετέθη επί της λυχνίας και δια των αρετών αυτού έλαμψεν εις το πλήρωμα των πιστών της του Χριστού Εκκλησίας, δια δε της θείας αυτού διδασκαλίας εποίμαινε και επότιζε τα λογικά αυτού πρόβατα εις νομάς ζωηφόρους των εντολών του Χριστού, τότε, λέγω, τις δύναται να απαριθμήση και να διηγηθή τας αρετάς του τρισμάκαρος, την ελεήμονα και φιλόπτωχον προαίρεσίν του, την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν του, την ευσπλαγχνίαν και καλοκαγαθίαν του, την άφθονον και ιλαράν ελεημοσύνην του προς τους πτωχούς και δυστυχείς, την προστασίαν προς τα ορφανά, τας χήρας και προς όλους τους δεομένους, τας αδιαλείπτους ευεργεσίας τας οποίας διεσκόρπιζε καθ΄ ημέραν εις όλον αυτού το λογικόν Ποίμνιον; Όλα, λέγω, ταύτα και τα τοιαύτα έργα του Αγίου να τα διηγηθώ καταλεπτώς και η δύναμίς μου δεν φθάνει και ο καιρός θέλει μας λείψει. Τώρα δε ας διηγηθώμεν συντόμως τα ένδοξα κατορθώματα του Αγίου και την λαμπράν αυτού κατά των εικονομάχων ομολογίαν.                                           
Ο μεν Άγιος, ως είπομεν, έλαμπεν από του Αρχιερατικού αυτού θρόνου και επότιζε καθ΄ ημέραν το λογικόν αυτού ποίμνιον με τα νεκταρώδη νάματα της θείας διδασκαλίας, η δε του Χριστού Εκκλησία ευρίσκετο τότε εις μεγάλας συγχύσεις και ταραχάς, δια την συμβάσαν ολεθρίαν αίρεσιν των εικονομάχων. Βλέποντες τον κίνδυνον της Εκκλησίας οι ευσεβέστατοι βασιλείς Κωνσταντίνος και Ειρήνη, εσύναξαν δια προσταγής των εις την Νίκαιαν της Βιθυνίας την Αγίαν Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, συγκροτηθείσαν υπό τξζ΄ (367) Θεοφόρων Αγίων Πατέρων. Ούτοι εβεβαίωσαν τας προλαβούσας εξ Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και εκύρωσαν τα υπ΄ αυτών δογματισθέντα, ανεθεμάτισαν δε τα κακόφρονα και δυσσεβή δόγματα των εικονομάχων. Εθέσπισαν προσέτι οι Άγιοι ούτοι Πατέρες να τιμώνται αι άγιαι και σεπταί Εικόνες τιμητικώς και σχετικώς, όχι δε και λατρευτικώς, ομοίως δε να προσκυνήται ευλαβώς το Τίμιον Ξύλον του Ζωοδόχου Σταυρού, ως όργανον της ημών σωτηρίας. Μεταξύ των Πατέρων τούτων εις ήτο και ο εν Αγίοις Πατήρ ημών θείος Ευθύμιος, όστις μεγάλως υπερμαχήσας υπέρ των αγίων Εικόνων με λόγους βεβαίους και λαμπράς αποδείξεις εκ των αγίων Γραφών, τους μεν δυσσεβείς εικονομάχους τελείως απεστόμωσε και κατήσχυνε, τους δε ευσεβείς και πιστούς μεγάλως εχαροποίησε. Ταύτα βλέποντες οι ευσεβείς βασιλείς τόσον ηγάπησαν τον Άγιον και εις τόσην ευλάβειαν και υπόληψιν τον είχον, ώστε τον έστειλαν μεσίτην και πρέσβυν εις διαφόρους δημοσίας πρεσβείας. Τελειώσας δε επιτυχώς και τας των βασιλέων προσταγάς, και αποφεύγων την δόξαν ο Άγιος, παρεκάλεσε τους βασιλείς να του δώσουν την άδειαν να επιστρέψη προς τα λογικά αυτού πρόβατα, όπερ και εγένετο και ούτως επανήλθεν ο Άγιος εις την θεόθεν λαχούσαν αυτώ επαρχίαν των Σάρδεων, όπου έζη ειρηνικώς εν όσω είχον την βασιλείαν οι ανωτέρω ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και Ειρήνη η μήτηρ αυτού. Μετά τούτους έλαβε την βασιλείαν Νικηφόρος ο από Γενικού κατά το οκτακοσιοστόν δεύτερον έτος. Εις τας ημέρας τούτου κάποιος άρχων εις την επαρχίαν του Αγίου εζήτει να λάβη δυναστικώς εις γυναίκα μίαν κόρην, ήτις παντελώς δεν συγκατένευεν εις το ζήτημα του άρχοντος. Μη δυναμένη δε η κόρη να υποφέρη την βίαν του άρχοντος, έδραμε προς τον Άγιον, τον έτοιμον προστάτην των αδικουμένων, και διηγήθη προς αυτόν την συμφοράν της. Ο Άγιος, δια να παύση το σκάνδαλον, έκαμε την κόρην παρευθύς Μοναχήν, μαθών δε τούτο ο άρχων και νομίσας τούτο ατιμίαν αυτού μεγάλην, ωργίσθη κατά του Αγίου τόσον, ώστε ελθών προς τον βασιλέα τον διέβαλε και τον κατηγόρησε σφόδρα. Εκ τούτου παρακινηθείς ο βασιλεύς εξώρισε τον Άγιον αδίκως και ακρίτως εις τα μέρη της Δύσεως εις την Παταλαραίαν, όπου διατρίψας ο Άγιος χρόνους τινάς εδοκίμασε πλείστας θλίψεις και ταλαιπωρίας από τους εκεί βαρβάρους ανθρώπους. Αφού δε εβασίλευσεν ο θηριώνυμος Λέων ο Αρμένιος, εν έτει 813, ότε και πάλιν η του Χριστού Εκκλησία επολεμήθη το δεύτερον δια την τιμήν των αγίων Εικόνων, τότε φέρεται και ο Άγιος από την εξορίαν προς τον βασιλέα, όστις παραστήσας αυτόν έμπροσθέν του, προσεπάθησε να τον ελκύση εις την κακόφρονα πλάνην του. Μηδέν όμως κατορθώσας λόγω της σθεναράς εις την ορθήν πίστιν εμμονής του Αγίου και θυμωθείς εξώρισεν αυτόν και πάλιν εις την Άσσον, πόλιν ευρισκομένην πλησίον του Αδραμυττίου, όπου εδοκίμασε πολλούς πειρασμούς και ταλαιπωρίας, τα οποία όλα υπέφερε γενναίως ο τρισόλβιος, χαράν και τρυφήν λογιζόμενος ταύτα δια την αγάπην του Χριστού, προς τον Οποίον είχεν όλας τας ελπίδας. Ευρίσκετο δε ο Άγιος εκεί έως ότου εσφάγη ο μιαρός Λέων και εβασίλευσεν αντ΄ αυτού ο Μιχαήλ ο Τραυλός, εχθρός και αυτός έσπονδος των αγίων Εικόνων. Εις τούτου τας ημέρας εφέρθη πάλιν ο Άγιος από την εξορίαν, ομού με τον Αγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιον, ηρωτήθησαν δε αν αρνούνται την προσκύνησιν των σεβασμίων Εικόνων. Τότε ο Άγιος και ένδοξος του Χριστού Ομολογητής Ευθύμιος, αναλαβών τόλμην γενναίαν και θάρρος ακαταπτόητον και πλησθείς θείου ζήλου, ήλεγξεν αποτόμως τον βασιλέα και αφού τον ωνόμασεν δυσσεβή και παράνομον εχθρόν του Χριστού και της Εκκλησίας, εβόησε λαμπρά τη φωνή λέγων: «Όστις δεν προσκυνεί τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν εικόνι περιγραπτόν, κατά το ανθρώπινον, και την πανάχραντον αυτού Μητέρα και Δέσποιναν ημών, ως και των λοιπών Αγίων τα εκτυπώματα, είη τω αιωνίω αναθέματι υπόδικος και μακράν της των Ορθοδόξων Χριστιανών ομηγύρεως». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επλήσθη θυμού, και μη υποφέρων την τόσην ύβριν και ατιμίαν και καταισχύνην, προστάσσει ευθύς και εξορίζουν τον Άγιον εις τον Ακρίταν, όστις ήτο εις το ανατολικόν άκρον της Μαύρης θαλάσσης και ονομάζεται την σήμερον Κάβο Ακρίτας, εκεί δε έρριψαν αυτόν την φυλακήν σκοτεινήν και βρωμεράν, όπου ο Άγιος υπέμεινε τρεις ολοκλήρους χρόνους ανεκδιήγητον ταλαιπωρίαν και κακοπάθειαν. Μετά ταύτα εκβληθείς ο Άγιος από την φυλακήν παρεδόθη εις τον βασιλέα Θεόφιλον, όστις εβασίλευσε μετά τον Μιχαήλ και ερωτηθείς υπό του βασιλέως μετά πολλού θυμού και φοβερισμού, εάν αρνήται την προσκύνησιν των αγίων Εικόνων, ήλεγξε και αυτόν ο Άγιος με την έμφυτον εις αυτόν γενναιότητα και λαμπροφανώς τον κατήσχυνε. Τότε δε ο τρισμακάριος και αδαμάντινος κατά την ψυχήν και την γνώμην, προστάξει του βασιλέως, παραδίδεται εις τους στρατιώτας, οίτινες δήσαντες αυτόν κατά γης εις τέσσαρας πασσάλους, έδωκαν εις αυτόν τετρακοσίους ραβδισμούς επάνω εις την ράχιν, ώστε κατεπλήγωσαν το ιερόν αυτού σώμα, μετά δε ταύτα έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Μετ΄ ολίγας ημέρας, εκβαλόντες αυτόν και πάλιν από την φυλακήν, τον παρέστησαν έμπροσθεν του τυράννου, όστις με θυμόν πολύν και φοβερισμόν λέγει· «Σε προστάσσω, Ευθύμιε, να αρνηθής την προσκύνησιν των Εικόνων και των ζωγραφιών, όπου είναι εις τους τοίχους». Ο δε ζηλωτής της αληθείας, ως να μη είχε πάθει τίποτε από τους προηγουμένους ραβδισμούς, σταθείς με γενναίον φρόνημα, εξήλεγξε τον βασιλέα, ασεβή και άθεον αυτόν αποκαλών και άλλα πολλά. Βλέπων ο τύραννος το αμετάθετον της γνώμης του Αγίου, προστάσσει παρευθύς ο απάνθρωπος και έφερον νεύρα βοών ωμά και τόσον εκτύπησαν με αυτά τον Άγιον εις την ράχιν, εις το στήθος, εις την κοιλίαν και εις τα πλευρά, ώστε όλον το σώμα του μακαρίου Ιερομάρτυρος έγινε μία πληγή από κεφαλής μέχρι ποδών και ούτω μόλις πνέοντα τον έρριψαν εις τινα τόπον ανεπιμέλητον, ως ληστήν ή ζώον ακάθαρτον, εξ αιτίας δε των φοβερών εκείνων πληγών επρήσθη ως ασκός και εξήρχετο ως ποταμός το κατεφθαρμένον αίμα από το αθλοφορικόν και καρτερικώτατον αυτού σώμα. Ζήσας δε οκτώ έτι ημέρας ο μακάριος και υπομείνας τους δριμυτάτους και ανυποφόρους πόνους των πληγών, παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού και ευθύς έλαμψε παραδόξως υπέρ τον ήλιον το πολύαθλον εκείνο σώμα και εγέμισεν όλος ο τόπος εκεί από θαυμάσιον και άρρητον ευωδίαν.                                                          
Αύτη είναι η κατά Θεόν ζωή και η δια Χριστόν ομολογία και το μαρτυρικόν τέλος του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευθυμίου. Τοιουτοτρόπως ενδεδυμένος ως άλλος Ααρών την θείαν Χάριν της Αρχιερωσύνης, ελαμπρύνθη και δια του Μαρτυρίου. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή δορυφορουμένη υπό θείων Αγγέλων απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς, όπου μετά πάντων των απ΄ αιώνος Αγίων αναμένει τον τέλειον μισθόν κατά την ημέραν της Κρίσεως, το δε πολύαθλον και καρτερικώτατον αυτού σώμα λαβόντες κρυφίως ευλαβείς τινες Χριστιανοί, οίτινες ευρέθησαν εκεί κατά την ώραν της κοιμήσεώς του, το έφεραν εις τον Ναόν του Αγίου Μάρτυρος Ιουλιανού και εκεί το ενεταφίασαν ευλαβώς, καθ΄ ην ώραν έγιναν και πολλά θαύματα προς δόξαν Θεού και του θείου Ιερομάρτυρος, διότι τυφλοί ανέβλεψαν, χωλοί περιεπάτησαν, δαιμονιώντες εθεραπεύθησαν και άλλα παντοία θαύματα ετελέσθησαν, τα οποία αφήνω δια την συντομίαν και μόνον το ακόλουθον καταγράφω. Γυνή τις πάθος ανίατον έχουσα εις το υπογάστριον, νεροσταλίδα λεγόμενον, έπασχε δεινώς, εξοδεύσασα δε την περιουσίαν της εις τους ιατρούς, όχι μόνον δεν ημπόρεσε να ιατρευθή διόλου, αλλά μάλλον εις το χείρον κατήντησε και με τον καιρόν εφαίνετο ως εγγαστρωμένη, δοκιμάζουσα και αφορήτους πόνους και βάρος οχληρότατον. Ακούσασα τέλος πάντων τας θαυματουργίας, αίτινες καθ΄ ημέραν εγίνοντο εις τον τάφον του Αγίου, έδραμε και αυτή μετά σπουδής και προσπεσούσα μετά θερμών δακρύων επάνω του τάφου, εδέετο μετά πίστεως υπέρ της υγείας της και εύθυς (ω του θαύματος!) ηφανίσθη όλον εκείνο το πρήξιμον της κοιλίας της και εθεραπεύθη από της ασθενείας της. Ούτως όσοι είδον και ήκουσαν το τοιούτον θαυμάσιον εδόξασαν τον Θεόν και τον αυτού θεράποντα Άγιον Ευθύμιον, ου ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της ουρανών Βασιλείας. Αμήν. 

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Η εν Αιγύπτω φυγή της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.

Η εν Αιγύπτω φυγή της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ  ΘΕΟΤΟΚΟΥ.                                                            

Η της Υπεραγίας Θεοτόκου φυγή εις Αίγυπτον εγένετο ότε ο Ηρώδης έδωκεν ορισμόν να θανατωθώσιν όλα τα νήπια όσα ήσαν εις την Βηθλεέμ. Τότε Άγγελος Κυρίου εφάνη κατ΄ όναρ εις τον Ιωσήφ λέγων· «Εγείρου, και παραλαβών το παιδίον και την Μητέρα του ύπαγε εις την Αίγυπτον» (Ματθ. β: 13). Κατέφυγε δε εκεί η Υπεραγία Θεοτόκος ομού με το Βρέφος δια δύο αίτια, αφ΄ ενός μεν, ίνα πληρωθή το ρηθέν δια του Προφήτου Ωσηέ λέγοντος· «Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τον υιόν μου» (Ωσ. ια΄: 1), αφ΄ ετέρου δε, ίνα φιμωθή παν στόμα των αιρετικών. Διότι εάν δεν έφευγεν ο Κύριος, αλλ΄ ήθελε συλληφθή από τον Ηρώδην, εάν μεν εφονεύετο από εκείνον, βεβαίως ήθελεν εμποδισθή η σωτηρία των ανθρώπων, εάν δε δεν εφονεύετο, αλλ΄ έμενεν άθικτος, ίνα τελειώση την οικονομίαν, βεβαίως ήθελε φανή εις τους πολλούς, ότι δεν εφόρεσε την ανθρωπίνην φύσιν πραγματικώς και κατ΄ αλήθειαν, αλλά μόνον κατά δόκησιν και φαντασίαν, επειδή αν εφόρει σάρκα αληθή, όπως ήτο βεβαίως και η αλήθεια, ήθελε κοπή υπό του ξίφους. Εάν λοιπόν οι άθλιοι αιρετικοί ετόλμησαν και τούτο να είπωσιν, ότι δηλαδή κατά φαντασίαν ο Κύριος εγεννήθη, ως ο θεομάχος Μάνης και οι τούτου οπαδοί Μανιχαίοι, μολονότι δεν έλαβον ουδεμίαν αιτίαν και αφορμήν, πόσω μάλλον το τοιούτον θα υπεστήριζον, εάν εύρισκον και αιτίαν; Δια τας ρηθείσας λοιπόν δύο αιτίας φεύγει ο Κύριος εις την Αίγυπτον, και προς τούτοις ίνα συντρίψη και τα εν Αιγύπτω ευρισκόμενα είδωλα.