Θαυμασταί των Ορθοδόξων αι πανηγύρεις φαιδραί των Μαρτύρων αι μνήμαι,
ανεπαίσχυντοι των ευσεβών αι ευωχίαι. Ουχ εορτάζομεν χρόνον τον αστάτως
κινούμενον· ου σεβόμεθα ενιαυτόν την της ανθρώπων ζωής δαπάνην· ου προσκυνούμεν
αιώνα τον εις φθορ΄ν ημάς έλκοντα. Ου λατρεύομεν τη κτίσει· σύνδουλα γαρ τα
γεγονότα. Ου θεραπεύομεν την ύλην· εξ ούκ όντων γαρ υπέστη. Ως γαρ αρχήν
γενέσεως έσχε ταύτα, και φθοράς υπόκεινται τέλει. Ου σεβόμεθα ουρανόν· ως
καπνός γαρ εστερεώθη. Ου σεβόμεθα στερέωμα· εκρυσταλλώθη. Ου σεβόμεθα το φως·
λόγω γαρ εδημιουργήθη. Ου σεβόμεθα την σελήνην· σχήματι γαρ εκοσμήθη. Ου
σεβόμεθα την γην· εξ ύδατος γαρ ανειλκύσθη. Ου σεβόμεθα το πυρ· υλικόν γαρ το
στοιχείον. Ου προσκυνούμεν το ύδωρ· ρέουσα γαρ η φύσις. Ου λατρεύομεν τω χρόνω·
ουχ έστηκε γαρ, αλλ’ αφίσταται. Ου σεβόμεθα την ημέραν· διατάξει γαρ γουλεύει.
Πάντα χρόνω γηρά, και χρόνος μετά πάντα γηρά. Θεός δε μόνος παλαιότητος
ανώτερος· και δείκνυσιν η της συντελείας ημέρα. Έλληνες μεν ουν και Ιουδαίοι
αδελφοί ανομίας, του διαβόλου τα λάφυρα, της αμαρτίας τα έκγονα, της πλάνης τα
θρέμματα, της δυσσεβείας η πώρωσις, της γεέννης οι ναυτολόγοι, οι όφεις της
ασεβείας, οι υιοί της κατάρας. Ούτοι εορταζέτωσαν δυσσεβώς, επειδή φρονούσιν
ανοσίως. Οι μεν την πλάνην τιμάτωσαν, οι δε τον νόμον πατήτωσαν, και εκάτεροι
εις τα πονηρά μαθητευέτωσαν· συνήλλαξαν γαρ. Ιουδαίοι παρ’ Ελλήνων έμαθον την
ειδωλολατρίαν, και Έλληνες παρά Ιουδαίων το προφητοκτονείν· οι Ιουδαίοι γαρ εν
τω νόμω πάσαν ελληνικήν επεδείξαντο πλάνην. Αλλά γαρ αγανακτείς, ω Ιουδαίε,
ταύτα ακούων; Εννόησον γαρ πράξεις και μη χαλέπαινε προς τας μέμψεις. Που γαρ
ουκ ειδωλολάτρησας, ειπέ μου; Εν τη ερήμω μόσχον εχάλκευσας, τροπαιοφορούμενος
τω Βεελφεγώρ ετελέσθης· εν τη Μωαβίτιδι τω Θάματζ προσεκύνησας, εν τη
Παλαιστίνη τω Δαγών εθυσίασας, εν Φοινίκη τη Αστάρτη ελάτρευσας, εν αιχμαλωσία
τω Χαμώς προσεκύνησας. Έλειψε τόπος, ουκ έλειψε μύσος. Δια τούτο και τας εορτάς
υμών μισεί ο Δεσπότης· άκουε γαρ του Προφήτου λέγοντος· «Μεμίσηκα, απώσμαι
εορτάς υμών, και ου μη οσφρανθώ θυσίας εν ταις πανηγύρεσιν υμών» (Αμώς ε: 21).
Πάσα γαρ εορτή Ιουδαίων φόνους επήγαγε. Νηστεύων, τον Ναβουθαί ελίθασας·
εορτάζων, τον Ησαϊαν έπρισας· πανηγυρίζων, τον Ιερεμίαν εις λάκκον κατέρριψας·
εις κρίσεις και μάχας ανοσίως ενήστευσας· κραιπαλών, την κιβωτόν επί του Ηλί
παρέδωκας, τον Ιωάννην απεκεφάλισας. Ει τοιαύτα εορτάζεις, το θρηνείν σοι
συμφέρει. Ημείς δε εορτάζομεν θεία και παράδοξα πράγματα, των Μαρτύρων τους
άθλους, των ταφέντων τας νίκας, των μη ορωμένων τα δίκτυα, των διαλυθέντων την
ιατρείαν. Εν πρώτοις του Χριστού και Θεού μου τα θαύματα, α δια την εμήν
σωτηρίαν άνθρωπος γεγονώς εξετέλεσεν· είθ’ ούτω των δούλων αυτού τα πάθη· του
Στεφάνου τον λιθοκόλλητον στέφανον, του ενδόξου Λαυρεντίου τα κατά θανάτου
τρόπαια, της Άννης την αναυάγητον δέησιν· Ω Τριάς Τριάδος κήρυξ! Ω λείψανα, των
οδυνωμένων τα φάρμακα! Ω κόνις, πηγή ιαμάτων! Ω οίκος, ουρανού το κάλλος
μιμούμενος! Αλλά και το άψυχον στοιχείον, η θάλασσα, αλαλήτως βοά προς υμάς:
Ήλεγξας τους συνδούλους, κηρύξω καγώ τον Δεσπότην. Ου βαρεί με το ίχνος του
Πλάστου, αγιάζουσί με οι πόδες Χριστού. Μωϋσής έσχισεν, αλλ΄ ούτος ηγίασε, τον
Ιωνάν ερρόφησας, τούτον δε φρίττω· τον Νώε εκλυδώνισα, αλλ’ ου τολμώ προσβλέψαι
τω χερσί τον άνθρωπον πλάσαντι. Ποσί την θάλασσαν ηγίασε, τον ουρανόν τω θρόνω
εδόξασε, την γην τη φάτνη ελάμπρυνε, τον άδην δια του τάφου εφώτισεν. Ουκ ειμί
αγνώμων και άψυχος· επιγινώσκω ως στοιχείον τον ποιήσαντα· οι λέγω μετά των
Ιουδαίων «Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά Θεού» (Ιωάν. θ: 16), αλλά κράζω
ευσεβούσα· «Ούτός μου Θεός και δοξάσω αυτόν». Δείξω τα της εμής φύσεως, ελέγξω
των μιαιφόνων τας γνώμας, δημοσιεύσω του περιπατήσαντός με το κράτος. Ούτοι
σύνδουλοι, εκείνος Δεσπότης ου φόβω τούτους ταράττω. Ο μεν Δεσπότης εν τη
θαλάσση αβρόχως εβάδιζεν, οι δε πλέοντες εθορυβούντο, ο δε φόβος τούς
κινδυνεύοντας βοάν παρεσκεύασεν· ο δε φιλ΄νθρωπος το θαρρείν παρεκελεύετο,
λέγων: «Θαρσείτε, εγώ ειμί, μη φοβείσθε». Θαρσείτε, την της πίστεως έχοντες
άγκυραν· ειδωλολατρίας γαρ σπιλάς ουκ εβύθισεν υμάς, Θαρσείτε, Ιουδαϊκή υμάς
λαίλαψ ου κατεπόντισε. Θαρσείτε, αιρετική υμάς τρικυμία ου κλυδωνίζει. Εγώ ειμι
ο συνάναρχος του Πατρός Λόγος, της ακτίστου αρχής ο κλάδος, της κοσμικής
αμαρτίας ο αμνός, του των πόλεων ναυαγίου ο κυβερνήτης της Ορθοδόξου Πίστεως ο
θησαυρός, των μαρτυρικών αγώνων ο βραβευτής. «Εγώ ειμι, μη φοβείσθε». Όπου γαρ
ο Θεός πάρεστιν, απελήλατο κίνδυνος χάριτι Θεού. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις
τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τρίτη 2 Αυγούστου 2016
Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016
Η πρώτη Σεπτεμβρίου αρχή της Ινδίκτου
Τη Α΄ (1η) του μηνός Σεπτεμβρίου
αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου έτους.
Η Αγία του
Θεού Εκκλησία εορτάζει σήμερον την Ινδικτιώνα, δια τρεις αιτίας· πρώτον, επειδή
αυτή είναι αρχή του χρόνου· δια τούτο δε και παρά των παλαιών Ρωμαίων πολλά
ετιμάτο εξ αρχαίων χρόνων. Ινδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι την λατινικήν
γλώσσαν, θέλει να είπη ορισμός. Και δεύτερον εορτάζει ταύτην η Εκκλησία, επειδή
κατά την σημερινήν ημέραν μετέβη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα εις την
Συναγωγήν των Ιουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το βιβλίον του Προφήτου Ησαϊου,
καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκά δ: 16), το οποίον ανοίξας ο Κύριος
ημών, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του
εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Ησαϊου, εις το οποίον είναι γεγραμμένα δια τον
Ίδιον τα λόγια ταύτα· «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με,
ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν,
κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν
αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. δ: 18-19). ΑΑφ’ ου δε ανέγνωσεν
ο Κύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, έκλεισε το βιβλίον και το έδωκεν εις τον
υπηρέτην· έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν· «Σήμερον πεπλήρωται η Γραφή αύτη
εν τοις ωσίν υμών» (αυτ. 21). Όθεν ο λαός, ταύτα ακούων, εθαύμαζε δια τους
κεχαριτωμένους λόγους, οίτινες εξήρχοντο από του στόματός του, ως γράφει ο
αυτός Ευαγγελιστής Λουκάς (αυτ. 22). Είναι δε και Τρίτη αιτία, δια την οποίαν η
Εκκλησία του Χριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Ινδίκτου, και εορτάζει την
αρχήν του νέου έτους· ήτοι, ίνα δια μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, τας οποίας
προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γίνη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και
ευλογήση το νέον έτος, και χαρίση τούτο εις ημάς ευτυχές και πλήρες από όλα τα
σωματικά αγαθά, και ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον
χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τον Θεόν
με την φύλαξιν των εντολών του και ούτω να τύχωμεν των εν ουρανοίς αιωνίων
αγαθών.
Κυριακή 31 Ιουλίου 2016
Ο Όσιος ΓΕΛΑΣΙΟΣ
Ο Όσιος ΓΕΛΑΣΙΟΣ
εν ειρήνη τελειούται.
Καταχωρίζομεν ενταύθα το κατόρθωμα, το οποίον εποίησεν ο Αββάς ούτος Γελάσιος,
ως δηλωτικόν της άκρας προσπαθείας του και το οποίον αναφέρει ο «Ευεργετινός»
(ημετέρα έκδοσις Ε΄, Τόμ. Β΄ υπόθ. ΛΗ΄, σελ. 346, Διδ. 10). Είναι δε τούτο το
εξής: Ο Όσιος ούτος είχεν εν βιβλίον περιέχον την Παλαιάν και την Καινήν
Διαθήκην, το οποίον είχεν εναποθέσει εις την Εκκλησίαν δια να το αναγινώσκουν
οι αδελφοί, είχε δε τούτο αξίαν 18 νομισμάτων. Τούτο αδελφός τις ξένος έκλεψεν,
ο δε Όσιος Γελάσιος, αν και ηννόησε τον κλέπτην, δεν τον εκυνήγησεν. Ο δε
κλέψας επήγεν εις την πόλιν και εζήτει να το πωλήση 16 νομίσματα. Εκείνος όμως
ο οποίος ήθελε να το αγοράση, το επήρε δια να το εξετάση, κατά συγκυρίαν δε
επήγε και το έδειξεν εις τον ίδιον Αββάν Γελάσιον ζητών να τον πληροφορήση περί
της αξίας αυτού. Ο Αββάς Γελάσιος, ιδών τούτο, προσεποιήθη ότι δεν εγνώριζε
τίποτε, και είπεν εις τον άνθρωπον· «Καλόν είναι και αγόρασον αυτό εις την
τιμήν την οποίαν ζητεί». Επιστρέψας δε εκείνος προς τον κλέψαντα είπεν· «Έδειξα
το βιβλίον εις τον Αββάν Γελάσιον και μοι είπεν ότι δεν είναι άξιον τόσης
τιμής, όσην ζητείς». Ο δε κλέψας είπε· «Δεν σοι είπεν άλλο τίποτε ο Γέρων»;
Απεκρίθη ο άνθρωπος· «Όχι». Όθεν ο κλέψας κατανυχθείς από την ανεξικακίαν του
Γέροντος, είπε· «Δεν θέλω πλέον να το πωλήσω». Όθεν λαβών αυτό επήγε προς τον
Όσιον Γελάσιον και παρεκάλει αυτόν να το δεχθή, ο Όσιος όμως δεν ήθελεν· ο δε
κλέψας είπεν· «Εάν δεν το πάρης, εγώ δεν έχω ανάπαυσιν». Τότε λέγει προς αυτόν
ο Όσιος· «Εάν δεν αναπαύεσαι, ιδού το λαμβάνω». Όθεν από το έργον τούτο του
Γέροντος ωφελήθη ο κλέψας αυτός αδελφός έως τέλους της ζωής του.
Σάββατο 30 Ιουλίου 2016
Ο Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος
Τη αυτή ημέρα
μνήμη του Αγίου ΖΩΤΙΚΟΥ του Ορφανοτρόφου.
Ζωτικός ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του μεγάλου
Κωνσταντίνου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τστ΄- τλζ΄ (306-337), καταγόμενος
από την παλαιάν Ρώμην, γεννηθείς από γένος έντιμον και λαμπρόν και παιδευθείς
με πάσαν σοφίαν εκ νεαράς ηλικίας του. Επειδή δε ήτο αγχίνους και φρόνιμος,
κληθείς υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου του βασιλέως ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν
και ετιμήθη παρ’ εκείνου με την αξίαν του μαγιστριανού. Κατά την εποχήν εκείνην
ομού με τον Άγιον τούτον Ζωτικόν ήλθον από την Ρώμην εις την Κωνσταντινούπολιν
και άλλοι τινές άρχοντες κληθέντες υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μεταξύ δε
τούτων ήσαν ο λεγόμενος μαγιστριανός των αρμάτων, Παυλίνος ο τούτου ανεψιός,
Ολύμβριος, Βήρος, Σεβήρος, Μαριανός, Άνθιμος, Ουρβίκιος, Σαμψών και Στούδιος,
των οποίων τα ονόματα φέρονται έως της σήμερον εις τους ευαγείς οίκους, τους
οποίους αυτοί οι ίδιοι έκτισαν εις Κωνσταντινούπολιν. Λέγεται λοιπόν ότι κατά
τον καιρόν εκείνον ηκολούθησεν εις την Κωνσταντινούπολιν η λεγομένη ιερά νόσος,
ήτοι η λώβη (λέπρα), επειδή δε αύτη είναι μεταδοτική, έκαμε νόμον ο βασιλεύς,
ότι, όστις προσβληθή από την τοιαύτην ασθένειαν, να ρίπτεται εις την θάλασσαν
ίνα μη μεταδώση ταύτην και εις τους άλλους. Τούτον τον νόμον δεν υπέφερεν όχι
μόνον να φυλάξη, αλλ΄ ούτε καν να ακούση ο συμπαθής και φιλάδελφος Ζωτικός·
όθεν από τον θείον και αδελφικόν ζήλον πυρποληθείς, επήγεν εις τον βασιλέα και
του είπεν· «Ας δώση ο βασιλεύς εις εμέ τον δούλον του χρυσίον πολύ, ίνα με αυτό
αγοράσω μαργαρίτας και πολυτίμους λίθους, εις δόξαν και τιμήν του κράτους
αυτού, επειδή εγώ έχω πολλήν εμπειρίαν εις τα τοιαύτα». Ο βασιλεύς νομίσας ότι
πράγματι περί πολυτίμων μετάλλων ομιλεί, προσέταξε να του δοθή όσον χρυσίον
ήθελε. Λαβών λοιπόν το χρυσίον ο θεοφιλής και φιλάδελφος και των του Θεού
εντολών εργάτης δοκιμώτατος Ζωτικός εξήλθεν από το παλάτιον με χαράν της
καρδίας του, και τι μεταχειρίζεται; Ευρίσκων τους δημίους, οίτινες ελάμβανον
τους λωβούς με την άδειαν του επάρχου της πόλεως και τους έρριπτον εις την
θάλασσαν, έδιδεν εις αυτούς αρκετόν χρυσίον, και ούτω λυτρώνων τους λωβούς από
τον πνιγμόν της θαλάσσης, τους παρελάμβανε και τους μετέφερε πέραν του
Βυζαντίου εις εν όρος ονομαζόμενον κατά το καιρόν εκείνον Ελαιών, και εκεί
κατασκευάσας σκηνάς και καλύβας ανέπαυεν εις αυτάς τους λωβούς. Αύτη η
θεοκερδής πραγματεία, την οποίαν μετεχειρίζετο ο Άγιος, δεν ηδυνήθη να κρυβή
από τους πολλούς, επειδή οι λωβοί ήσαν πολλοί και τα παρά του βασιλέως διδόμενα
καθ’ εκάστην ημέραν χρήματα ήσαν πολλότατα. Όθεν εκ των πολλών αυτών εξόδων
ενόμιζον οι πολλοί, ότι μέλλει να ακολουθήση πείνα εις την Κωνσταντινούπολιν. Αφού
δε μετέστη προς τον Θεόν ο Μέγας Κωνσταντίνος, εν έτει τλζ΄ (337), έλαβεν την
βασιλείαν ο υιός του Κωνστάντιος, όστις δεν επολιτεύετο ευσεβώς και ορθοδόξως,
επειδή είχε την αίρεσιν του Αρείου· όθεν και πολλούς Ορθοδόξους ετιμώρησε,
διότι δεν εδέχοντο την τοιαύτην κακοδοξίαν. Ούτος δε ο Κωνστάντιος απεστρέφετο
και τον μακάριον Ζωτικόν, ως Ορθόδοξον όντα, αν και τον ηυλαβείτο δια την
αγάπην την οποίαν εδείκνυε προς αυτόν ο πατήρ του Μέγας Κωνσταντίνος. Λαβών
όμως ευλογοφανή αφορμήν εκ της ενεργείας ταύτης του Ζωτικού, εφύλαττεν οργήν
και έχθραν κατ’ αυτού, νομίζων ότι δι’ αυτού θα μεταδοθή δήθεν εις όλην την
πόλιν η ασθένεια της λώβης. Συνέβη δε να προσβληθή υπό της λώβης και η θυγάτηρ
του βασιλέως, η οποία παρεδόθη υπό του ιδίου πατρός της εις τον έπαρχον της
πόλεως δια να ρίψη αυτήν εις την θάλασσαν, αλλ’ ο Άγιος Ζωτικός, δους την
συνειθισμένην πληρωμήν εις τους δημίους, εξηγόρασε την θυγατέρα του βασιλέως
και την συνηρίθμησε με τους λοιπούς λωβούς. Επειδή δε ηκολούθησε κατά
συγχώρησιν Θεού να γίνη εις την Κωνσταντινούπολιν η αναμενομένη πείνα και η
Πόλις υστερήθη τας προς το ζην αναγκαίας τροφάς, ο βασιλεύς εζήτησε να μάθη από
ποίαν αιτίαν ηκολούθησεν η τοιαύτη πείνα· οι δε συκοφάνται και της αληθείας
εχθροί, ευρόντες ευκαιρίαν, διέβαλον εις τον βασιλέα τον μακάριον Ζωτικόν και
εβεβαίουν ότι αυτός είναι ο αίτιος της πείνης, επειδή διαμοιράζει εις
τοτουςωβούς, οίτινες ήσαν πλήθος αναρίθμητον, πλουσίας και αφθονοπαρόχους
τροφάς και λοιπάς σωματικάς ανάγκας. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εφυλάχθη μεν
προς ολίγον και δεν εθυμώθη, διότι ηυλαβείτο ολίγον τον Όσιον και συνεστέλλετο,
ως ανωτέρω είπομεν, και επειδή ακόμη δεν είχεν απολαύσει τους μαργαρίτας και
τους πολυτίμους λίθους τους οποίους είχεν υποσχεθή να του αγοράση. Πεισθείς
όμως από κακοπροαιρέτους ανθρώπους, προσέταξε να τον συλλάβωσι. Μαθών τούτο ο
Άγιος επήγε κρυφίως με προθυμίαν εις το βασιλικόν παλάτιον, και εισελθών
παρρησιάζεται εις τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς λέγει ειρωνικώς προς αυτόν·
«Ήλθεν, ω μαγιστριανέ, το πλοίον το οποίον έφερε τους μαργαρίτας και τους
πολυτίμους λίθους»; Ο Όσιος απεκρίθη· «Ναι, βασιλεύ, ήλθεν· όθεν, αν είναι
ορισμός σου, ελθέ μετά του δούλου σου δια να ίδης αυτά». Ευθύς τότε ο βασιλεύς,
χωρίς να αργοπορήση, ηκολούθησε τον Όσιον εις την οδόν. Ο δε μακάριος Ζωτικός
επήγεν έμπροσθεν και είπεν εις τους λωβούς αδελφούς να εξέλθωσιν από τας
καλύβας των ομού με την θυγατέρα του βασιλέως, βαστάζοντες λαμπάδας ανημμένας
εις τας χείρας των, δια να προϋπαντήσωσι τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς φθάσας εις
τον τόπον εκείνον του Ελαιώνος και βλέπων τους λωβούς λαμπαδηφορούντας,
εθαύμασε δια το πολύ πλήθος αυτών και είπε· «Ποίοι είναι ούτοι»; Τότε ο Ζωτικός
δεικνύων τους λωβούς με τον δάκτυλόν του απεκρίθη· «Ούτοι, ω βασιλεύ, είναι οι
υπέρτιμοι λίθοι και οι λαμπροί μαργαρίται, τους οποίους εγώ με πολύν κόπον
ηγόρασα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς και νομίσας ότι έκαμε το πράγμα τούτο δια να
τον εμπαίξη, ήναψεν από τον θυμόν, και ευθύς προστάσσει να δέσωσιν ανελεημόνως
τον Όσιον οπίσω αγρίων ημιόνων, έπειτα δε να διώκωσιν αυτάς ούτως ώστε να
κατακοπώσι τα μέλη του σώματός του και να χωρισθή βιαίως από την παρούσαν ζωήν.
Αι ημίονοι λοιπόν δερόμεναι και με κέντρα κεντούμεναι, βλέποντος και του
βασιλέως, κατεκρήμνισαν, φευ! με τον βίιον και ορμητικόν δρόμον των τον Άγιον
από το βουνόν εις τον κατήφορον· όθεν τα μέλη του αοιδίμου Ζωτικού
διεσκορπίσθησαν εδώ και εκεί, και οι οφθαλμοί του διεφθάρησαν. Εις τον τόπον
όμως όπου εγίνοντο ταύτα, ανέβλυσε βρύσις καθαρού και πολυτιμοτάτου ύδατος, η
οποία θεραπεύει πάσαν νόσον (ήτοι ασθένειαν πολυχρόνιον) και πάσαν μαλακίαν
(ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον), εις δόξαν του φιλοικτίρμονος Θεού, και εις
έπαινον του θεράποντος αυτού Ζωτικού. Ότε δε ο Άγιος συρόμενος παρέδωκε την
αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, τότε ευθύς και οι ημίονοι εστάθησαν και
έμειναν ακίνητοι, αν και εδέροντο δυνατά από τους στρατιώτας. Όχι δε μόνον
τούτο, αλλ’ ω του παραδόξου θαύματος! και με ανθρωπίνην φωνήν εφώναξαν αι
ημίονοι εις επήκοον πάντων, θριαμβεύουσαι μεν την ασπλαγχνίν και αλογίαν του
βασιλέως και ονομάζουσαι αυτόν τυφλόν και αναίσθητον, φανερώνουσαι δε ότι εις
εκείνον τον ίδιον τόπον πρέπει να ενταφιάσωσι το Λείψανον του Αγίου. Ταύτα
βλέπων και ακούων ο βασιλεύς εγέμισεν από θάμβος και έκτασιν· όθεν με
στεναγμούς και συντετριμμένην καρδίαν και με πικρά δάκρυα παρεκάλει τον Κύριον,
ίνα γίνη ίλεως εις αυτόν, φωνάζων ότι εξ αγνοίας έγιναν τα παρ’ αυτού
πραχθέντα. Παρευθύς τότε προστάσσει να ενταφιασθή το σώμα του Μάρτυρος με
πολλήν επιμέλειαν και με τιμήν υπερβάλλουσαν, να κτισθή δε με σπουδήν
προθυμοτάτην δι’ εξόδων βασιλικών οικία και νοσοκομείον μεγαλώτατον δια την
ανάπαυσιν των λωβών και να αφιερωθώσιν εις αυτό πολλά κτήματα και σιτηρέσια. Το
τίμιον λοιπόν Λείψανον του Αγίου Ζωτικού από τότε και έως του παρόντος δεν
παύει να θαυματουργή άπειρα θαύματα με την Χάριν του φιλανθρώπου Θεού· τελείται
δε η αυτού Σύναξις εις τον ποστολικόν Ναόν του Αγίου Παύλου, όστις ευρίσκεται
εις το Ορφανοτροφείον.
Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016
Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία
Tη
ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας ΜΕΛΑΝΗΣ της
Ρωμαίας.
Μελάνη η
μακαρία μήτηρ ημών η σήμερον εορταζομένη ήτο γέννημα και θρέμμα της περιφήμου
μεγαλοπόλεως Ρώμης, εις την οποίαν εγεννήθη κατά το έτος τπγ΄ (383), καταγομένη
από γένος περιφανέστατον. Οι γονείς της ήσαν οι πρώτοι της βουλής και από όλους
τους άρχοντας πλουσιώτεροι, ευσεβείς και αυτοί και ενάρετοι. Όταν δε έφθασεν η κόρη
εις ηλικίαν νόμιμον και οι γονείς της εβούλοντο να την υπανδρεύσουν, τους
παρεκάλεσε να μη της αναφέρουν πλέον υπόθεσιν γάμων. Αυτοί όμως είχον πόθον να
κάμουν απόγονον, δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Όθεν και μη θέλουσαν την
υπάνδρευσαν, όταν ήτο εις το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας της. Ο δε
νυμφίος ήτο ετών δεκαεπτά, Απελλιανός ονομαζόμενος, καταγόμενος και αυτός από
γένος των υπάτων ευγενικώτατον. Η δε θαυμασία Μελάνη και μετά τους γάμους είχεν
όλον τον νουν της εις την παρθενίαν και επεθύμει πάρα πολύ να φέρη εις αυτήν
την σώφρονα γνώμην και τον νυμφίον της και πολλά τον παρεκάλεσε, λέγουσα προς
αυτόν τοιαύτα με θερμότατα δάκρυα· «Δέομαί σου, ηγαπημένε μου, να φυλάξωμεν
σωφροσύνην απόκρυφα, χωρίς να ηξεύρη ο κόσμος τίποτε και χαρά εις την ψυχήν
σου, εάν κατορθώσης τοιαύτην αρετήν θεάρεστον· εάν δε πάλιν δεν ημπορής συ να
παρθενεύης δια το νέον της ηλικίας σου, πορεύου συ καθώς θέλεις και εμέ άφες
εις την εξουσίαν μου και σου χαρίζω όλην την προίκα μου, δούλους, χρυσίον,
ιμάτια και τα επίλοιπα άπαντα, όλα ταύτα σου δίδω, μόνον να μένω παρθένος εν
ησυχία». Ο δε απεκρίντο· «Τώρα δεν ημπορούμεν να κάμωμεν καθώς λέγεις, έως να
γεννήσωμεν κληρονομίαν δια τον πλούτον μας και τότε σου υπόσχομαι και εγώ επ’
αληθείας να συγκοινωνήσω εις την ευσεβή και αγαθήν γνώμην σου· διότι άπρεπον
είναι να έχη η γυναίκα περισσότερον έρωτα εις τα θεία από τον άνδρα και τότε,
καθώς εις τον γάμον, ούτω και εις την αγίαν διαγωγήν να συγκοινωνήσωμεν». Ούτω
λοιπόν συμφωνήσαντες, έκαμαν μετά τον χρόνον παιδίον θηλυκόν· έπειτα διήγεν η
Μελάνη πένθιμα ενδεδυμένη και ευτελέστατα και δεν ήθελε να βάλη λαμπρά ιμάτια,
ούτε ενίφθη το πρόσωπον και ηγωνίζετο πολλά να καταπείση τον άνδρα της να
εκπληρώση εκείνο το οποίον της υπεσχέθη· αλλ’ αυτός δεν ήθελεν έως να γεννήσουν
και δεύτερον τέκνον· εβουλήθη λοιπόν να αναχωρήση κρυφίως από τους συγγενείς
της και συμβουλευθείσα εναρέτους πνευματικούς Πατέρας, της είπον να έχη
υπομονήν έως άλλον ένα χρόνον και τότε να γίνη του Κυρίου το θέλημα. Παρέμεινε
λοιπόν δια να μη γίνη παρήκοος, αλλά ηγωνίζετο ως να ήτο εις Μοναστήριον·
ενήστευεν, ηγρύπνει, εφόρει κατάσαρκα ράσα τρίχινα και ετέλει και άλλας αρετάς
κρυφίως· μόνον δε μία θεία της εγνώριζε την υπόθεσιν και την συνεβούλευε να μη
φορή τρίχινα, δι να μη της έλθη ασθένεια· αλλ’ αυτή εταλαιπωρείτο περισσότερον
από την λύπην της· διότι δεν ηδύνατο να αναχωρήση, παρά την τόσην της
κακοπάθειαν· όθεν εδέετο εις τον Θεόν καθ’ εκάστην να την αξιώση του ποθουμένου
το γρηγορώτερον, όπως και εγένετο. Όταν λοιπόν επλησίασεν ο καιρός να γεννήση
το δεύτερον τέκνον της και καθώς προσηύχετο όλην την νύκτα, τα εσπέρια του
Αγίου Λαυρεντίου του Ιερομάρτυρος, της ήλθαν οι πόνοι της γέννας, αυτή όμως δεν
έπαυε τας ευχάς, αλλά ίστατο γονυπετής όσον ηδύνατο, έως ου την έσφιγξαν
περισσότερον και με οδύνας μεγάλας και ανείκαστον βάσανον εγέννησε παιδίον
αρσενικόν, το οποίον ως εβαπτίσθη απήλθε προς Κύριον. Η δε μήτηρ έμεινε μετά
τον τοκετόν εις οδύνην και εκινδύνευεν από τους πόνους εις θάνατον· ελθών δε ο
άνδρας της και βλέπων αυτήν οδυνωμένην, την συνεπόνεσε και δραμών εις την
Εκκλησίαν έκλαιε προς τον Δεσπότην ευχόμενος να την λυτρώση από τον χαλεπώτατον
κίνδυνον· η δε Μελάνη εύρε τον καιρόν κατά τον σκοπόν της αρμόδιον και του
είπε, εάν αγαπά την ζωήν της, να κάμη όρκον προς Κύριον, να φυλάξουν σωφροσύνην
εις το εξής· ο δε παρευθύς έταξε του Θεού να την φυλάξη αψευδέστατα. Τότε η
Μελάνη από την χαράν της ελησμόνησε την ασθένειαν και δυναμωθείσα υπό Θεού
ηγέρθη της κλίνης ταχύτερον και διήρχετο μοναχικώς την ζωήν της, χωρίς
επιμέλειαν τινα του σώματος· μόνον την ψυχήν της εστόλιζε. Τότε εκοιμήθη και το
μονογενές και ποθητόν της θυγάτριον· όθεν εσυμφώνησεν ο άνδρας της και εσήκωσαν
τον γλυκύν ζυγόν του Κυρίου τον ελαφρότατον. Εποθούσαν λοιπόν να απαρνηθώσι τον
κόσμον και να υπάγουν εις Μοναστήριον· αλλ’ οι γονείς των δεν τους άφησαν· όμως
ύστερον έβγαλεν από το μέσον παν εμπόδιον η άνωθεν δύναμις μετατρέπουσα την
λύπην αυτών εις πολλήν αγαλλίασιν· διότι καθώς εμελετούσαν ταύτα αμφότεροι,
ήλθεν εις αυτούς ευωδία από τον ουρανόν άρρητος, την οποίαν ούτε γλώσσα να την
διηγηθή ούτε νους να την εννοήση δύναται, ήτις επλήρωσε τας ψυχάς των τοσαύτης
ευφροσύνης και χάριτος, ώστε εστήριξαν εις τον Θεόν πάσαν μέριμναν να
οικονομήση εις αυτούς καθώς βούλεται. Μετ’ ολίγον απέθανεν ο πατήρ της Μελάνης
και έμεινεν αυτή του λοιπού ανενόχλητος· όθεν εξήλθον από την πόλιν, όταν ο μεν
Απελλιανός ήτο ετών εικοσιτεσσάρων, αυτή δε είκοσι και απήλθον εις τόπον
ησυχαστικόν και ατάραχον, εις τοιαύτην ηλικίαν εις την οποίαν ακμάζει η νεότης
και ποθεί τα σωματικά και επίγεια, αυτοί δε οι αείμνηστοι κατεπάτησαν όλας τας
ηδονάς και απολαύσεις της φθειρομένης σαρκός, δια να απολαύσουν την ανεκλάλητον
αγαλλίασιν. Όταν λοιπόν έβλεπεν η πάνσοφος Μελάνη τον άνδρα της και έκλινεν ως
νέος παρά μικρόν από την ακρίβειαν της μοναδικής διαγωγής, τον συνεβούλευε και
τον διώρθωνεν, όταν δηλαδή τον έβλεπε να επιμεληθή την τροφήν αυτού ή το ένδυμα
ή άλλο όμοιον, έως ότου τον έφερεν εις την αληθή φιλοσοφίαν την ζηλωτήν και
σωτήριον. Επειδή δε ήσαν πολύ πλούσιοι από χρυσίον και εισοδήματα, δεν έπαυον
καθ’ εκάστην να θεραπεύωσι ξένους, να φιλεύουν πεινώντας, να λυτρώνουν
φυλακισμένους, να πληρώνουν το χρέος αυτών, να τους χαρίζουν και χρήματα να
πορεύωνται και απλώς ειπείν όσους είχον λύπην τινά και συμφοράν τους
επαραμυθούσαν και εβοηθούσαν εκείνους μεν προς αυτάρκειαν, αυτοί δε δεν
εκράτουν δι’ εαυτούς τίποτε. Τας χριστομιμήτους ταύτας πράξεις βλέπων ο
φθονερός διάβολος εκάκιζε, και παρεκίνησεν ένα αδελφόν, τον οποίον είχεν ο
Απελλιανός, Σεβήρον ονομαζόμενον, και άλλοτε μεν του ήρπαζεν ένα αγρόν, ή
καρπούς από την εσοδείαν, ή χρήματα, άλλοτε δε του έπαιρνε τινάς από τους
δούλους του, και τους επλήρωνε να ομόσουν ψεύματα, ότι ήτο ιδικόν του τούτο ή
το δείνα αμπέλιον ή περιβόλιον, και άλλας διαφόρους αδικίας τους έκαμεν. Αλλ’
αυτοί τα υπέμειναν όλα δια τον Κύριον, και εχαίροντο μάλιστα, τας συμφοράς του
Ιώβ ενθυμούμενοι. Μόνον ελυπούντο, διότι έπαιρνεν ο άδικος εκείνος τον πλούτον,
τον οποίον εποθούσαν να δώσουν εις τους πτωχούς. Ταύτα μαθούσα η ευσεβεστάτη
βασίλισσα Βερίνα είχεν πόθον πολύν να τους ίδη, και πολλάκις έστειλε προς την
Μελάνην παρακλήσεις να υπάγη εις τα βασίλεια. Όθεν, δια να μη φανή υπερήφανος,
ότι δεν καταδέχεται την βασίλισσαν, εκίνησαν ομού με τον Απελλιανόν δια να
υπάγουν αμφότεροι. Ήτο δε νόμος να μη τολμήση καμμία γυνή να εισέλθη, έχουσα
την κεφαλήν σκεπασμένην εις τα βασίλεια. Αυτή δε του μεν πολιτικού νόμου
καταφρονήσασα, του δε μακαρίου Παύλου την εντολήν επακριβώς διαφυλάττουσα, ούτε
την κεφαλήν εξεσκέπασεν, ούτε τα ράσα της τα πενιχρά ήλλαξεν, αλλ’ ούτως
ευτελέστατα ενδεδυμένη εισήλθεν εις τα βασίλεια, χωρίς να κοιτάξη τίποτε από τα
πολύτιμα πράγματα, τα οποία ήσαν εκεί. Βλέπουσα η βασίλισσα τοσαύτην
ταπείνωσιν, ηγέρθη από τον θρόνον δι’ ευλάβειαν και την εκάθισε πλησίον της,
θαυμάζουσα την ευτέλειαν του ενδύματος και την επήνεσε λέγουσα· «Προ πολλού
ήκουσα την καλήν φήμην των θεϊκών σου πράξεων, και ευχαριστώ τον Κύριον, διότι
ηξιώθην να σε απολαύσω. Μακαρία συ, όπου εμακαρίσθης δικαίως από τον Κύριον».
Ταύτα και έτερα λέγουσα, ηγέρθη πάλιν από τον χρυσόν θρόνον η βασίλισσα και την
ενηγκαλίσθη και την κατεφίλει με πολλήν ευλάβειαν και κατάνυξιν, της υπεσχέθη
δε να κάμη εις τον Σεβήρον εκδίκησιν, δια τας αδικίας τας οποίας τους έκαμεν. Η
δε Αγία απεκρίθη· «Καλλίτερον να μας αδικούσι, δέσποινα, παρά ημείς να
αδικήσωμεν, παρακαλώ δε την βασιλείαν σου, όπως μη τον ενοχλήσητε εις τίποτε.
Όσα επήρεν έως τώρα, ας είναι συγχωρημένος· μόνον να μη μας πειράξη πλέον,
διότι καλλίτερον είναι να τα δώσωμεν εις τους πτωχούς, παρά να τα παίρνη
εκείνος άδικα». Έλαβον λοιπόν την βασιλικήν εξουσίαν, να πωλήσουν όλα τα υπάρχοντά
των και να κάμουν καθώς επεθύμουν. Όχι δε μόνον εκεί εις την Ρώμην είχον
πλούτον άπειρον, αλλά και εις πολλούς άλλους τόπους της Ιταλίας, εις δε την
Βρεττανίαν θαυμασιώτερα, τα οποία όλα επώλησεν και τα ηγόρασαν οι άρχοντες,
διότι τους παρακάλεσεν ο βασιλεύς, δια να λυτρωθή η μακαρία από πολλάς
φροντίδας και μερίμνας και να δυνηθή να απολαύση κατά τον πόθον της. Είχον δε
τοσαύτα πράγματα οι μακάριοι, ώστε δεν τους έφθανεν άλλος εις τον πλούτον, ειμή
μόνον ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ· τόσον δε εισόδημα τους ήρχετο, ώστε εάν το
είπω, θέλουσιν είπει τινές ότι λέγω πράγμα απίστευτον, αλλ’ εγώ το γράφω, καθώς
πολλοί εμαρτύρησαν, λέγοντες, ότι δώδεκα μυριάδες λίτρα χρυσίου ήτο η κατ’ έτος
εσοδεία των, τα οποία όλα σιεμοίρασαν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς οι τρισμακάριοι·
αι δε οικίαι των ήσαν τόσον μεγάλαι, ώστε δεν ηδυνήθη κανείς Ρωμαίος να τας
αγοράση· ύστερον δε, ότε έκαυσαν την Ρώμην οι βάρβαροι, τας επώλησαν με μικράν
τιμήν και τα έδωκαν και αυτά εις τους πένητας. Εξεδήλωσε δε ακόμη την επιθυμίαν
της η μακαρία Μελάνη να χαρίση εις την αδελφήν του βασιλέως μερικά από τα χρυσά
κοσμήματά της, αλλ’ αυτή δεν ηθέλησε να κρατήση τίποτε λέγουσα· «Όστις λάβη από
σας τίποτε, είναι πράγματι ιερόσυλος, επειδή όλα αυτά τα αφιερώσατε εις τον
Θεόν». Έδιδον λοιπόν οι μακάριοι καθ’ ώραν εις τους έχοντας ανάγκην από όλα τα
χρειώδη αφθόνως, τόσον ώστε δεν έμεινε σχεδόν χώρα και έθνος, που να μη έλαβεν
ευεργεσίαν απ’ αυτούς και δια να είπωμεν με ένα λόγον, η ελεημοσύνη των έτρεχεν
ως ποταμός εις όλην την γην και την θάλασσαν· η Φοινίκη, η Συρία, η Αίγυπτος,
και παρ’ ολίγον όλη η οικουμένη ευηργετήθη απ’ αυτούς, αλλά και νήσους ακεραίας
ηγόρασαν από τον βασιλέα και τας εχάρισαν εις Αγίους ανθρώπους και έδωκαν
χρήματα εις Μοναχούς και Μοναχάς και έκτισαν Μοναστήρια· όλα δε τα πολύτιμα
ιμάτιά των και τα ασημικά άπαντα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας και τα άκαμαν
κοσμήματα· έπειτα, αφού έδωσαν όσα είχον εις την Ιταλίαν, επήγαν και εις την
Σικελίαν· αφ’ ενός μεν δια να δώσουν εκείνα, τα οποία εξουσίαζον, αφ’ ετέρου δε
δια να ίδωσι τον αγιώτατον Παυλίνον, τον πνευματικόν των Πατέρα και άξιον
Αρχιερέα. Αφού δε ανεχώρησαν από την Ρώμην, ο έπαρχος ως φιλάργυρος ήρπασε τας
οικίας των και όσα πράγματα τους έμειναν αλλά παρευθύς τον εύρεν ο θυμός του
Θεού· διότι συνέβη να γίνη πείνα κατ’ εκείνας τας ημέρας και δεν ευρίσκετο
άρτος εις την αγοράν· όθεν εθυμώθησαν οι άνθρωποι και δραμόντες κατ’ αυτού όλον
το πλήθος, εφόνευσαν βιαίως τον άθλιον· και πάλιν εις ολίγας ημέρας έδραμον
βάρβαροι και ηρήμωσαν όσα ήσαν έξω της πόλεως, ούτως ώστε εφάνη ότι θέλημα Θεού
ήτο και διεμοίρασαν τον πλούτον των πρότερον οι μακάριοι και τον εθησαύρισαν
εις τον ουρανόν, από τον οποίον δεν κλέπτεται. Αφού δε ανεχώρησαν από την
Μεσσήνην της Σικελίας, δια να υπάγουν εις την Λιβύην και την Καρχηδόνα, ηγέρθη
μέγας και άγριος άνεμος και τους επείραζεν ημέρας τινάς, εκινδύνευον δε τόσον,
ώστε εγνώρισεν η μακαρία Μελάνη, ότι δεν ήτο θέλημα Θεού να υπάγουν εκεί όπου
εβούλοντο. Όθεν προστάσσει τους ναύτας να στρέψωσι το πηδάλιον και να υπάγουν
εκεί όπου επέτρεπεν ο άνεμος, ταξιδεύοντες δε με ούριον άνεμον, έφθασαν εις
μίαν νήσον, την οποίαν είχον λεηλατήσει βάρβαροι και πολλούς ανθρώπους άνδρας
τε και γυναίκας και παίδας ηχμαλώτισαν· δια να δώσουν δε οπίσω τους αιχμαλώτους
εζήτουν τόσον χρυσόν, ώστε ήτο αδύνατον να ευρεθή εις την νήσον, ηπείλουν
μάλιστα ότι αν δεν τους τον δώσουν ταχέως, αυτούς μεν θα κατακόψουν, την δε
νήσον θα καύσωσι. Οι δε νησιώται ήσαν πτωχοί και δεν είχον να δώσουν τόσα
αργύρια, αλλ’ ο παντοδύναμος Θεός τούς έστειλε θαυμασίως βοήθειαν, δια να μη
απολεσθώσιν αδίκως· διότι η Αγία τους έδωσε περισσότερα από όσα εζήτησαν και
όχι μόνον το χρυσίον, το οποίον επήραν οι βάρβαροι έδωσεν, αλλά αφού ελύτρωσε
τους αιχμαλώτους, τους εχάρισε και φλωρία χρυσά πεντακόσια, έτι δε και άρτους
και έτερα βρώματα, δια να ευφρανθώσιν, ώστε να λησμονήσουν τας θλίψεις και
συμφοράς τάς οποίας έπαθον. Ταύτην την αναγκαίαν ελεημοσύνην ποιήσαντες οι
μακάριοι, έπλευσαν χωρίς λύπην πλέον, αλλά με αέρα γλυκύτατον και έφθασαν εις
την Καρχηδόνα, δώσαντες και εκεί ελεημοσύνην αγρούς και χρήματα πάμπολλα· άλλα
μεν αφιερούντες εις Εκκλησίας και Μοναστήρια και έτερα εις πτωχούς διανέμοντες,
έμειναν δε εις μίαν χώραν θαυμάσιον, εις την οποίαν ήτο εις Πνευματικός
ενάρετος και εγγράμματος, την κλήσιν Αλύπιος, εις το Μοναστήριον του οποίου
έμειναν μελετώντες τα ιερά λόγια και χαρίζοντες εις αυτήν την Μονήν πολύ
χρυσίον και εισοδήματα· έκτισαν δε εκεί εις τα όρια της Μονής εκείνης άλλα δύο
Μοναστήρια, τα οποία επροίκισαν με εσοδείας και χρήματα προς αυτάρκειαν και εις
μεν τον εν κατώκησαν άνδρες ογδοήκοντα, εις δε το άλλο γυναίκες εκατόν και
τριάκοντα. Εις την γυναικείαν ταύτην Μονήν έμεινε και η μακαρία Μελάνη, αλλά
δεν ηθέλησε να γίνη Ηγουμένη, καθώς έπρεπεν, ως ευγενεστέρα πασών, πλουσιωτέρα,
εγγράμματος και πάνσοφος όπου ήτο, λέγουσα εις τας αδελφάς, αίτινες την
παρεκάλουν μετά δακρύων ως ευεργέτην και δέσποιναν να τας ποιμάνη, ότι δεν
ήθελε να έχη φροντίδα και μέριμναν. Ούτω λοιπόν το ευλογημένον εκείνο
ανδρόγυνον εμοίρασαν όλον τον πλούτον των εις χείρας πενήτων δια τον Κύριον και
έμειναν ακτήμονες, δια να απολαύσουν άλλον πλούτον, τον οποίον να μη δύναται
τις να τον κλέψη ουδέποτε. Ενήστευε δε η Αγία από όλα τα ηδονικά βρώματα και
μόνον όταν έκλινε προς την δύσιν ο ήλιος έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν τροφήν
ολίγην σκληράν και άχρηστον· σπανίως δε έβαλλεν ολίγον έλαιον εις το φαγητόν,
οίνον όμως δεν έπινεν ουδόλως ειμή μόνον ύδωρ μετά μέλιτος. Και εις μεν την
αρχήν έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν, έπειτα κάθε δύο ή τρεις ημέρας και ύστερον
μόνον μίαν φοράν την εβδομάδα και πάλιν δεν εσχόλαζεν από το εργόχειρον, αλλά
την περισσοτέραν ημέραν έγραφε πάντοτε, επειδή ήτο άριστος καλλιγράφος και
ταχυγράφος θαυμασία, τόσον ώστε δεν έγραφεν άλλος τις λαμπρότερα και
γρηγορώτερα, και ποτέ δεν ησθένησεν από το εργόχειρον, αλλά με πολλήν προθυμίαν
έγραφε το περισσότερον της ημέρας. Έπειτα, αφού εκουράζετο η χειρ της,
ανεγίνωσκεν όσον ηδύνατο και πάλιν όταν εβαρύνοντο οι οφθαλμοί της από την
ανάγνωσιν ηκροάζετο αγίων ανδρών ομιλίας ή προσηύχετο, την δε νύκτα μόνον δύο
ώρας εκοιμάτο κατά γης εις ένα σάκκον τρίχινον, την δε επίλοιπον νύκτα ηγρύπνει
και έλεγεν ότι πρέπει να αγρυπνώμεν πάντοτε, επειδή δεν ηξεύρομεν, κατά τον
δεσποτικόν λόγον, ποίαν ώραν ο κλέπτης έρχεται. Εδίδασκε δε τας παρθένους η
Οσία να μάχωνται κατά του ύπνου όσον ηδύναντο, λόγος αργός ποτέ να μη εξέλθη από
το στόμα των, ούτε καν να γελάσωσιν ή να εισέλθη εις την ψυχήν των λογισμός
άτοπος. Πολλάκις δε ενήστευε και την Κυριακήν, και μόνον εκάστην ογδόην ημέραν
έτρωγεν, αλλά η Ηγουμένη την επέπληξε, λέγουσα ότι δεν έπρεπε να κάμνη την
δεσποτικήν ημέραν ίσην με τας επιλοίπους, αλλά να μεταλαμβάνη τροφής και ελαίου
ολίγου, εις δόξαν Θεού. Όθεν η Αγία έκοψε και εις τούτο το θέλημά της, δια να
πληρώση τον λόγον του Απ. Παύλου, όστις λέγει· «Πείθεσθε τοις Ηγουμένοις» (Εβρ.
ιγ: 17) και τα λοιπά. Αλλά τις δύναται να διηγηθή ικανώς τας αρετάς της
μακαρίας εκείνης; Την κακοπάθειαν, τους κόπους και τους πόνους, το της
αναγνώσεως σύντομον, των αναγνωσμάτων την έρευναν, και τας λοιπάς φιλοθέους
πράξεις και εργασίας της; Έγραφε δε καθ’ εκάστην, ως είπομεν, και όσα εκέρδιζεν
από το γράψιμον τα έδιδεν εις τους πτωχούς· πολλάκις δε ειργάζετο και κανέν
ένδυμα, και το εχάριζεν εις ιερωμένους ανθρώπους δια να αφιερώνεται το ιερόν
εις τόπον ιερόν τε και άγιον· εκοπίαζε πολύ εις την θείαν ανάγνωσιν, και εξόχως
ανεγίνωσκε την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην τρις του έτους, όλας δε τας
ακριβείς και ωφελίμους αυτών μαρτυρίας εφύλαττεν εις ενθύμησιν, και τας έστελλε
και γραπτώς εις διαφόρους τόπους δια πολλών ωφέλειαν. Εγνώριζε δε η Οσία και
την ελληνικήν γλώσσαν τόσον καλά, ώστε την ωμίλει ως και την ιταλικήν της
πατρίδος της και δεν την εγνώριζον οι ακούοντες, όταν ωμίλει την γλώσσαν μας,
ότι ήτο Ρωμαία, αλλά την ενόμιζον Ελληνίδα. Είχε δε ζήλον προς τον Χριστόν
ανείκαστον, και εσπούδαζεν όσον ηδύνατο με έργα και δώρα και λόγους να προσελκύη
τους νέους και τα κοράσια προς σωφροσύνην και άσκησιν· τους δε Σαμαρείτας και
Έλληνας εδίδασκε πανσόφως, και τους ωδήγει εις την ευσέβειαν. Ούτω λοιπόν η
μακαρία ως σοφός αλιεύς τας ψυχάς των ανθρώπων ηλίευεν, έκτισε δε και μίαν
κιβωτόν ξυλίνην μικράν, στενήν μεν τόσον, ώστε δεν ηδύνατο να γυρίση δεξιά ή
αριστερά και χαμηλήν όσον δεν ηδύνατο να σταθή ορθία· εις ταύτην εσφαλίσθη, ως
εις τον τάφον, αφήσασα μίαν μικράν θυρίδα, από την οποίαν ωμίλει ολίγους
λόγους· η δε μήτηρ της ήτο ομού μετά της Αγίας συνοδοιπόρος, ποντοπόρος και
συνεργάτις αυτής, και πολλήν ωφέλειαν έλαβεν απ’ αυτήν· απεκάλει δε εαυτήν
μακαρίαν και τον Θεόν εδόξαζεν, ότι την ηξίωσε να γεννήση τοιούτον θυγάτριον,
ήτις είχεν όλας τας αρετάς θησαυρισμένας εις εαυτήν· εξαιρέτως δε είχε την
ταπείνωσιν, και με όλον ότι ήτο καθαρά και άμωμος, δεν ενόμιζε τον εαυτόν της
δια τίποτε, αλλά είχε συντετριμμένην και ταπεινήν την διάνοιαν, από όλους τους
αμαρτωλούς περισσότερον. Έκαμε λοιπόν η Οσία επτά έτη εις το ρηθέν Μοναστήριον
και τότε της ήλθε λογισμός να ίδη τα Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως. Εισελθόντες
λοιπόν εις το πλοίον έπλευσαν με τον Απελλιανόν και την μητέρα της χωρίς να
λάβουν μεθ’ εαυτών τίποτε δι’ έξοδα ει μη μόνον από τα χρειαζόμενα ολίγα
πράγματα, και αφού έφθασαν εις την αγίαν Γην, η μακαρία ησθένησεν, αλλά πάλιν
ηγέρθη με την θείαν βοήθειαν, και απελθούσα εις τους Αγίους Τόπους προσεκύνησεν
άπαντας, και συνομιλήσασα με πολλούς εναρέτους ανθρώπους έδωσε και επήρεν
πολλήν ωφέλειαν. Εκαλλιγράφει δε και εκεί και εκέρδιζε την ζωοτροφίαν των, το
δε εσπέρας εκλείετο εις τον Πανάγιον Τάφον, όπου έως την ώραν του όρθρου προσηύχετο, και τότε αφού ήρχοντο
οι αδελφοί και ανεγίνωσκον την Ακολουθίαν, μετά την δοξολογίαν ανεπαύετο.
Επειδή δε είχεν εισέτι ολίγην περιουσίαν εις την Ρώμην, έστειλε πιστόν άνθρωπον
να την πωλήση και να της αποστείλη τα αργύρια, και ούτως εκείνος εποίησεν. Αφού
δε έλαβε και ταύτα, άλλα μεν διεμοίρασεν εις πένητας, άλλα δε έδωσεν εις την
μητέρα της, την οποίαν αφήκεν εκεί, διότι ήτο Γερόντισσα και της έκτισε κελλίον
εις το όρος των Ελαιών, τα δε επίλοιπα έλαβον με τον Απελλιανόν και επήγαν εις
Αίγυπτον, δια να ίδωσι και τους εκείσε γίους, να τους δώσουν βοήθειαν. Αφού δε
εφύρισαν πολλά Ασκητήρια, εύρον άνδρα τινά μέγαν εις την φιλοσοφίαν και όντως
θαυμάσιον, καλούμενον Ηφαιστίωνα. Τούτον παρεκάλουν να δεχθή ελεημοσύνην, αλλά
δεν ηθέλησεν, η δε Αγία εκοίταξεν όλον το κελλίον και δεν εύρεν άλλο τίποτε,
παρά μίαν ψάθην εις την οποίαν εκοιμάτο και μίαν σπυρίδα, εις την οποίαν είχεν
ολίγον άλας· εις αυτό λοιπόν έβαλεν ολίγον χρυσίον και το εσκέπασε με το άλας
δια να μη το εύρη επί ολίγας ημέρας· και ούτω λαβόντες συγχώρησιν, ανεχώρησαν.
Ο δε Όσιος από θείαν Χάριν ή και από την γνώσιν του ηννόησε την υπόθεσιν, και
λαβών τα χρήματα έδραμε σπουδαίως και τους έφθασε, εφώναξε δε προς αυτούς από
μακρόθεν· «Λάβετε τα χρήματα, διότι δεν τα χρειάζομαι». Οι δε απεκρίθησαν· «Δος
τα εις άλλον τινά όποιος τύχη». Τους λέγει ο Όσιος· «Εδώ είναι έρημος, και δεν
έρχεται κανείς, μόνον λάβετέ τα δι’ αγάπην Θεού, να μη με συγχύζουσιν». Όταν δε
είδεν ο Ασκητής, ότι δεν ήθελαν να τα λάβωσι, τα έρριψεν εις τον ποταμόν και
επέστρεψεν. Όχι δε μόνον τούτον τον θαυμάσιον Ηφαιστίωνα, αλλά και άλλους
πολλούς εύρον, οι οποίοι δεν εδέχοντο χάρισμα, αλλά έφευγον από τον χρυσόν, ως
από όφεις οι τρισμακάριοι. Αναχωρήσαντες δε και απ’ εκεί απήλθον εις
Αλεξάνδρειαν και εις το όρος της Νιτρίας, να επισκεφθώσι και τους εκεί
θαυμαστούς Αγίους Πατέρας, ήτοι τους Αββάδες Παμβώ, Σεραπίωνα, Παφνούτιον,
Ισίδωρον τον Επίσκοπον Ερμουπόλεως και Διόσκορον, και εις ταύτην την έρημον
εστάθη μετ’ αυτών μήνας εξ, δια να ίδη όλους τους Ασκητάς της ερήμου. Έπειτα
αφού τους εξώρισεν ο έπαρχος της Αλεξανδρείας και Παλαιστίνης, όχι μόνον
αυτούς, αλλά και άλλους, τον αριθμόν ρ΄ (100) μεταξύ των οποίων ήσαν Αρχιερείς
δώδεκα (12), ηκολούθησεν αυτούς η Οσία Μελάνη με τους ανθρώπους της και τους
υπηρέτει εις όλας τας ανάγκας, εξοδεύουσα από τον πλούτον αυτής, ο δε υπηρέτης
του επάρχου την ημπόδιζεν. Όθεν μη δυναμένη να τους υπηρετή φανερά ενεδύθη
ανδρικά ιμάτια και τους επεριποιείτο. Τούτο μαθών ο έπαρχος της Παλαιστίνης
προσέταξε να την δείρουν και να την φυλακίσουν, διότι δεν εγνώριζε ποία ήτο, η
δε Αγία διεμήνυσεν εις αυτόν τίνος ήτο γυνή και τίνος θυγάτηρ, αλλά δια την
αγάπην του Χριστού ήτο ενδεδυμένη τόσον πενιχρά δια ταπείνωσιν. Ο δε έπαρχος
ταύτα ακούσας και φοβηθείς, απέλυσεν αυτήν ζητών συγχώρησιν· της έδωσε δε και
άδειαν να βοηθή τους Αγίους ως ήθελε και ούτω τους υπηρέτησεν έως ου
ελυτρώθησαν από την εξορίαν οι Αγιοι με βασιλικόν πρόσταγμα και επέστρεψεν
έκαστος εις το κελλίον του. Αφού λοιπόν η Αγία επεσκέφθη όλους τους Ασκητάς της
Νιτρίας και εσύναξεν εξ εκάστου το άνθος της αρετής αυτού ως επιμελής μέλισσα,
επέστρεψε με την συνοδείαν αυτής εις Ιεροσόλυμα και ευρούσα το κελλίον
εκτισμένον, κατώκησεν εις αυτό η αοίδιμος. Ήρχισε δε από τα Φώτα την αναχώρησιν
και ώρισε καθ’ εαυτής νόμον, να μη ίδη πλέον τινά, ούτε άλλος να την ίδη
εκείνην, ειμή μόνον άπαξ της εβδομάδος οι τρεις ούτοι· η μήτηρ της, ο πρώην μεν
άνδρας της τότε δε συνασκητής και εις τους αγώνας κοινωνός της και σύμπονος, και
η αδελφή της, την οποίαν εδίδαξε και ενουθέτησε τόσον, ώστε την κατέπεισε και
κατεφρόνησεν όλα τα βιοτικά και τας ηδονάς του σώματος και εμιμείτο αυτήν ως
ηδύνατο. Τούτον τον επίπονον βίον διήλθεν η Μελάνη έτη δεκατέσσαρα και τότε η
μήτηρ αυτής ετελεύτησεν· όθεν εξελθούσα ενεταφίασεν αυτήν ως έπρεπε και έκαμεν
εκείνο το έτος εις άλλο κελλίον σκοτεινόν κλαίουσα καθ’ εκάστην, νηστεύουσα και
αγωνιζομένη ανδρείως κατά του δαίμονος. Εξήλθεν λοιπόν η φήμη της εις όλον τον
κόσμον, και συνήχθησαν όχι μόνον κοράσια, αλλά και γυναίκες αμαρτωλαί πρότερον
και έγιναν Μοναχαί τον αριθμόν ενενήκοντα, αι οποίαι ηλλοιώθησαν την καλήν
όντως και θαυμασίαν αλλοίωσιν. Έκτισε δε κελλία και έγινε Κοινόβιον τέλειον.
Έγραψε δε νόμον να μη ομιλήσουν με άνδρα πώποτε, ούτε να εξέλθουν από το
Μοναστήριον, ούτε να δεχθώσι δωρεάν τινα, αλλά μόνον από τον κόπον των και από
ό,τι έχει το Μοναστήριον να πορεύωνται· έκαμε δε εις αυτάς και Προεστώσαν άλλην
να τας ποιμαίνη, αυτή δε υπηρέτει ως δούλη, δια να δώση εις αυτάς καλόν
παράδειγμα ταπεινώσεως. Όταν δε ήθελε κανονίσει η Ηγουμένη καμμίαν με κανόνα
βαρύν και υπέρμετρον, λόγου χάριν να νηστεύη τόσας ημέρας, όταν εγνώριζεν η
Αγία ότι δεν ηδύνατο η αδελφή να τον φυλάξη, της έβαλλε φαγητόν εις το κελλίον
κρυφίως και ευρίσκουσα αυτό έτρωγεν ευχαριστούσα τον Κύριον και ούτω και εις
άλλας υποθέσεις τας εβοήθει, ως πρακτική και πάνσοφος όπου ήτο, αλλά
περισσότερον εσπούδαζε να τας βοηθή εις τα ψυχικά και τας εδίδασκε πολλάκις με
ψυχωφελείς λόγους τοιαύτα λέγουσα· «Προ πάντων φυλάττετε, αδελφαί μου, την
ψυχήν καθαράν και παρθένον από ρυπαρούς λογισμούς και φιλοδονίας διανοήματα·
έπειτα εγείρεσθε εις προσευχήν το μεσονύκτιον και όταν προσεύχεσθε, έχετε τον
νουν σας εις τα λεγόμενα και μη προσπαθήτε να τελειώνετε γρήγορα, αλλά αργώς με
φόβον και τρόμον ιστάμεναι· διότι εάν όταν ομιλή τα με επίγειον βασιλέα ίσταται
μετά μεγάλης προσοχής και ταπεινώσεως, πόσην προσοχήν και ταπείνωσιν πρέπει να
έχωμεν εις την προσευχήν, όπου ομιλούμεν με τον φοβερόν Κριτήν και αθάνατον
Βασιλέα; Επιμελείσθε, αδελφαί μου, τας ψυχικάς αρετάς υπέρ τας σωματικάς
σπουδαιότερον και μάλιστα την αγάπην και την ταπείνωσιν· διότι όστις δεν έχει
τας δύο αυτάς αρετάς δεν σώζεται, εάν αποκτείνη από την ασιτίαν την σάρκα του·
διότι και οι δαίμονες αγρυπνούσι και νηστεύουσι πάντοτε, αλλά δια την
μισανθρωπίαν αυτών και την υπερηφάνειαν έγιναν σκότος εκ φωτός οι τρισάθλιοι».
Έλεγε δε και τούτο η Οσία· «Η ψυχή είναι ως νύμφη, αι δε αρεταί στολαί
νυμφικαί, καλλωπίζουσαι τα μέλη του σώματος· η νηστεία δηλαδή είναι ο στολισμός
των ποδών. Όμως είναι ανάγκη να μη έχη μόνον τους πόδας εστολισμένους η
νεόνυμφος, αλλά πολύ περισσότερον τας χείρας, το πρόσωπον και τα επίλοιπα
άπαντα. Ταύτα λέγω δια τινας αδελφάς τας οποίας βλέπω και νηστεύουσι μόνον
σωματικώς, αλλά ψυχικώς δεν επιμελούνται αι άφρονες. Προσέχετε, αδελφαί μου,
επιμελέστατα, να μη αποκλεισθώμεν έξω του νυμφώνος, ως μωραί και ασύνετοι·
έχετε την υπακοήν η μία προς την άλλην και μη επαίρεσθε όταν σας επαινώσιν ούτε
να κακίζετε, όταν σας υβρίζουν δικαίως ή αδίκως». Έλεγε δε προς αυτάς και τούτο
το αληθινόν παράδειγμα· «Αδελφός τις επήγε να υποταχθή εις φρόνιμόν τινα
Γέροντα, όστις τον προσέταξε να δείρη εν είδωλον, το οποίον έτυχε και ήτο εκεί
πλησίον των, να το λακτίση και να το υβρίση, ως να του έπταισεν· ο δε νέος
υπήκουσε. Τότε του λέγει ο Γέρων· «Εάν δύνασαι και συ να υπομείνης αταράχως, ως
τον αδριάντα αυτόν, τας ύβρεις και τας μάστιγας χωρίς αντιλογίας, θέλεις σωθή,
ει δ’ άλλως ύπαγε όπου βούλεσαι»· με τοιαύτα και έτερα πλείστα σοφώτατα λόγια
εδίδασκε τας αδελφάς η αείμνηστος. Μετά ταύτα έκτισεν η Οσία Εκκλησίαν, δια να
ακούωσι την θείαν λειτουργίαν· κατά δε τον καιρόν εκείνον ο κατά σάρκα μεν
ομόζυγος και νυμφίος αυτής ηγαπημένος, κατά πνεύμα δε αδελφός της γενόμενος, ο
Απελλιανός, ο αοίδιμος και όντως μακάριος, αφήκε τα πρόσκαιρα και απήλθεν εις
τα ουράνια· η δε Οσία ηγωνίζετο έτι περισσότερον, έμεινε δε εις το ιερόν έτη
τέσσαρα, αγωνιζομένη με νηστείας και προσευχάς όσον ηδύνατο. Είχε δε πόθον να
κτίση και Μοναστήριον ανδρών αλλά δεν είχε χρήματα, επειδή όλα τα έδωσεν εις
ελεημοσύνας, ο Θεός όμως εφώτισεν άρχοντα τινα και της εχάρισε χρήματα άμετρα
και ούτως έκτισε το Μοναστήριον, το οποίον επλήρωσε Μοναχών κατά τον πόθον
αυτής· έδωκε δε εις αυτούς νόμους πώς να πορεύωνται. Ενώ δε εμελέτα να ησυχάση,
δια να λυτρωθή από τας φροντίδας, της ήλθον γράμματα να υπάγη εις την
Κωνσταντινούπολιν, όπου την εκάλει εις θείος της, Βουλοσιανός καλούμενος, όστις
έγινεν έπαρχος της Ρώμης και επήγαινε τότε εις την βασίλισσαν Ευδοκίαν δι’
αναγκαίαν υπόθεσιν, της έγραφε δε ότι είχε μέγαν πόθον να την ίδη να συνομιλήσωσιν.
Η δε Αγία επόθει μεν και αυτή να υπάγη δια να τον επιστρέψη εις την ευσέβειαν,
διότι ήτο Έλλην και μόνον δια τας ανδραγαθίας και τον πλούτον του τον έκαμαν
έπαρχον, αλλά πάλιν εδειλία, μήπως και δεν ήτο Θεού θέλημα να καταφρονήση την
ησυχίαν τότε εις το τέλος της, να υπάγη εις τα βασίλεια. Ηρώτησε λοιπόν περί
τούτου Μοναχούς εναρέτους και την συνεβούλευσαν να μη αργοπορήση, διότι θα
έκαμνε πολλήν ωφέλειαν· ανεχώρησε λοιπόν από την Ιερουσαλήμ και επορεύετο δια
ξηράς, από όσας δε πόλεις και χώρας διήλθεν, εξήρχετο ο ευσεβής λαός μετά των
Ιερέων και των Αρχιερέων καθώς και Μοναχοί και Μοναχαί με τιμήν πολλήν και την
προσεκύνουν με τόσην ευλάβειαν, ως να ήτο ουράνιος. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την
Χαλκηδόνα, εδειλία να υπάγη εις το Βυζάντιον, νομίζουσα άπρεπον πράγμα να
εισέλθη εις τοιαύτην πόλιν πολυάνθρωπον και περίφημον μία Ασκήτρια· έμεινεν
λοιπόν εις τον Ναόν της πανευφήμου Ευφημίας και προσηύχετο έως το μεσονύκτιον,
να την φωτίση ο Κύριος να πράξη το συμφερώτερον, και τότε εξήλθεν ευωδία θαυμάσιος
από τον τάφον της Μεγαλομάρτυρος και επλήρωσε την ψυχήν της Οσίας με ευφροσύνην
και ηδονήν ανεκλάλητον· όθεν θάρρος λαβούσα, αφ’ ου εξημέρωσε, διήλθεν εις το
Βυζάντιον και εύρε τον Βουλοσιανόν ασθενή βαρέως, όστις βλέπων το σχήμα και την
μορφήν της εθαύμασε τοιαύτην μεταβολήν παράδοξον· διότι από την πολλήν άσκησιν
και κακοπάθειαν ήτο η όψις της εξαίσιον θέαμα· όθεν από την πολλήν του
κατάπληξιν εβόησε λέγων· «Ω Μελάνη ηγαπημένη μου! Πως σε ήξευρα και πως
κατεστάθης, άσχημος και άμορφος η πρώην ωραία και πάγκαλος»! Τότε η πάνσοφος
Μελάνη ευρίσκουσα εκ του λόγου του θείου της πρόφασιν, απεκρίνατο· «Λάβε λοιπόν
και συ, μακάριε και προσφιλέστατε θείε μου, ψυχωφελές παράδειγμα από εμέ· διότι
δεν θα κατεφρόνουν εγώ τόσην δόξαν, την οποίαν είχα και τόσον πλούτον
αμέτρητον, και δεν θα εβασάνιζα την σάρκα μου άσπλαγχνα, εάν δεν ήλπιζα να
απολαύσω τα μέλλοντα αγαθά, τα αληθινά και αιώνια, δια τα οποία όχι μόνον εγώ,
αλλά και άλλαι πολλαί θυγατέρες βασιλέων κι πλούσιοι άρχοντες, ηγεμόνες και
αυτοκράτορες, αφήκαν το βασίλειον ως ευμάραντον και απηρνήθησαν αυτά τα ρευστά
και μάταια, δια να κληρονομήσουν τα άφθαρτα και αιώνια». Τοσούτον δε ενουθέτησε
και εδίδαξε τον Βουλοσιανόν η Οσία, ώστε τον κατέπεισε με τα πάνσοφα και
γλυκύτατα λόγια της να αρνηθή την ασέβειαν και ηδυνήθη μία γυναίκα αδύνατος,
υπέρ τόσους μεγάλους άρχοντας και σοφούς διδασκάλους, οίτινες τον εδίδαξαν
πρότερον και εξόχως ο μέγας Αυγουστίνος· αλλά και η μήτηρ αυτού του άρχοντος
και αυτός ακόμη ο βασιλεύς της Ρώμης πολλά τον εδίδαξαν με νουθεσίας και παραδείγματα
διάφορα, αλλά όλοι αυτοί δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσωσι τίποτε· μόνον η μακαρία
Μελάνη, συνεργούσης της θείας Χάριτος, τον έφερεν εις τοσαύτην μετάνοιαν, ώστε
έκλαιε πικρώς την προτέραν του αγνωσίαν συλλογιζόμενος. Όθεν αφού τον κατήχησεν
ικανώς και τον εστερέωσεν εις την Ορθόδοξον πίστιν, απήλθον εις τον Άγιον
Πρόκλον, όστις ήτο τότε Αρχιεπίσκοπος και τον εβάπτισε, και μετανοήσας εξ όλης
καρδίας δια τας αμαρτίας του παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού ολίγας
ημέρας ύστερον, ο δε Δεσπότης Χριστός τον συνηρίθμησε με τους εργάτας της
ενδεκάτης ώρας ως πολυέλεος. Πρώτον λοιπόν καλόν το οποίον έκαμεν η Αγία εκεί
εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο τούτο· να επιστρέψη προς θεογνωσίαν με ευκολίαν
τον θείον της. Δεύτερον καλόν ήτο η κατά των αιρετικών νίκη της, διότι τότε ήτο
φυτρωμένη εις τον καλόν σίτον και η του κατηραμένου και δυσσεβούς Νεστορίου
αίρεσις, εις την οποίαν ήσαν βυθισμένοι πλήθος αμέτρητον. Η δε Αγία έκαμε
τοιαύτην διάλεξιν με τους αιρετικούς, ώστε τους ενίκησε με την σοφίαν των λόγων
της και διέλυσεν ως ιστόν αράχνης τα σοφίσματα ή μάλλον ειπείν τα φλυαρήματα
εκείνων. Όθεν ο πονηρός διάβολος, τοιαύτην αισχύνην μη υποφέρων, μετεμορφώθη ως
άνθρωπος, και εμφανισθείς εις αυτήν την εφοβέρισεν, ότι θα της κάμη όσα κακά
δυνηθή. Απελθών λοιπόν εις τον βασιλέα και εις τους άλλους του παλατίου έλεγε
πλείστα όσα ψεύματα δια την Αγίαν, ώστε να μη την έχουν ουδόλως εις ευλάβειαν.
Έπειτα της προεκάλεσεν δεινήν ασθένειαν· η δε Αγία επικαλουμένη το όνομα του
Χριστού ηφάνιζε τον πειράζοντα και έδιδεν εις τους ορώντας πολλήν ωφέλειαν με
την αγγελικήν πολιτείαν της. Τρίτον δε καλόν ήτο ότι συνεβούλευσε την
βασίλισσαν Ευδοκίαν να υπάγη να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα και άλλας ψυχωφελείς
πράξεις να κάμη, εις όλα δε την ήκουσεν η βασίλισσα, διότι την ετίμα ως πνευματικήν
της μητέρα. Ταύτα επιτυχούσα η μακαρία Μελάνη επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν της,
μετά δε ταύτα δια την αγάπην της επήγεν εκεί η βασίλισσα και παρευρέθη εις τον
εγκαινιασμόν της Εκκλησίας· έπειτα η μεν Ευδοκία προσκυνήσασα τους Αγίους
Τόπους διεμοίρασεν ελεημοσύνην ανείκαστον και επέστρεψεν εις τα βασίλεια, η δε
Αγία προεγνώρισεν εξ Αγίου Πνεύματος, ότι ήλθε το τέλος τής παροικίας της.
Επήγε λοιπόν και απεχαιρέτησεν όλους τους σεβασμίους Τόπους, όταν δε ήλθεν η
εορτή των Χριστουγέννων εισήλθεν η Οσία εις το άγιον Σπήλαιον και λέγει εις την
αδελφήν της, ήτις την ηκολούθει, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον Ποθούμενον.
Ταύτα ειπούσα εδεήθη προς τον Δεσπότην με πολλήν ευλάβειαν και ταπείνωσιν, να
λάβη την ψυχήν της ως εύσπλαγχνος. Τότε της ήλθεν ολίγη θέρμη, αι δε αδελφαί
όλαι συνήχθησαν, τον αποχωρισμόν αυτής οδυρόμεναι, αυτή δε τας παρηγόρησε και
τας εδίδαξε πώς να πορεύωνται· έπειτα έκαμεν ευχήν δι’ αυτάς και αυταί δι’
αυτήν και αποχαιρετήσασα όλας παρέδωκεν εις χείρας Χριστού το πνεύμα της, την
τελευταίαν ημέραν του Δεκεμβρίου μηνός. Τότε ο Πατριάρχης και όλος ο Κλήρος κι
ο λαός, συναχθέντες ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς το πάνσεπτον αυτής
Λείψανον. Ο δε πανάγαθος Θεός εθαυμάστωσε την δούλην αυτού προ του τέλους και
μετά θάνατον και ετέλεσε θαυμάσια· εθεράπευσε μίαν κόρην, ήτις είχε δεινόν
δαιμόνιον και ήτο κλεισμένον το στόμα της τοιουτοτρόπως, ώστε ούτε να ομιλήση
λόγον ούτε να φάγη ουδόλως ηδύνατο. Άλλη γυνή πάλιν ήτο έγκυος και απέθανε το
βρέφος εις την κοιλίαν της, η δε Αγία έβαλεν επάνω εις την ασθενή την ζώνην της
και ευθύς εγέννησε το νεκρόν παιδίον και η γυνή υγιής εγένετο. Αυτά και έτερα
έκαμεν όταν έζη η Οσία, τα δε μετά θάνατον είναι αμέτρητα, τα οποία αφήκαμεν
δια συντομίαν και από ταύτα ημπορεί να εννοήση έκαστος την προς τον Θεόν
παρρησίαν της Οσίας και πόσον εισηκούετο η προσευχή της από τον Δεσπότην
Χριστόν τον Νυμφίον της. Ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω
Πνεύματι, π΄ντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016
Ο Άγιος Οσιομάρτυς Γεδεών ο Νέος
Τη αυτή ημέρα
μνήμη του Αγίου Οσιομάρτυρος ΓΕΔΕΩΝ του Νέου.
Γεδεών ο
νεοφανής αστήρ του νοητού στερεώματος και νέος Οσιομάρτυς κατήγετο από το
χωρίον Κάπουρνα της επαρχίας της Δημητριάδος, κείμενον πλησίον της Μακρυνίτσας,
κωμοπόλεως της ιδίας Δημητριάδος, γεννηθείς από γονείς ευσεβείς και Ορθοδόξους.
Και ο μεν πατήρ του ωνομάζετο Αυγερινός, η δε μήτηρ του Κυράτζα, είχε δε και
άλλους τρεις αδελφούς κατά σάρκα και τέσσαρας αδελφάς, αλλ΄ αυτός ήτο ο
πρωτότοκος των άλλων, ονομαζόμενος Νικόλαος. Επειδή δε ο πατήρ του Αγίου
περιέπεσεν εις δυστυχίαν λόγω της βαρείας φορολογίας, και δεν ηδύνατο να
εξοικονομήση τα προς το ζην αναγκαία εις την πατρίδα του Κάπουρνα, αναχωρήσας
εκείθεν κατώκησεν εις εν χωρίον ονομαζόμενον Γιερμή με όλην την οικογένειάν
του, φέρων ομού και τον Άγιον, δώδεκα χρόνων ηλικίαν έχοντα τότε. Επειδή δε η
μήτηρ τού Αγίου είχεν ένα εξάδελφον παντοπώλην εις το Βελεστίνον, όστις ιδών
τον Άγιον έξυπνον και σπουδαίον εις πάσαν υπηρεσίαν, εζήτησεν αυτόν από την
εξαδέλφην του, την μητέρα του Μάρτυρος, δια να τον έχη εις το εργαστήριόν του,
πωλούντα και αγοράζοντα κατά την συνήθειαν, εκείνη παρέδωσε τον υιόν της μετά
χαράς εις τας χείρας του εξαδέλφου της. Διατρίβων δε εκεί ο Άγιος υπηρετούσεν
εις όλας τας υπηρεσίας αόκνως τον θείον του. Εις το εργαστήριον τούτο συνήθιζε
να συχνάζη, εις των εν Βελεστίνω Αγαρηνών, Αλής ονόματι, όστις ιδών εκεί τον Άγιον,
λέγει προς τον θείον του μίαν ημέραν· «Μπρε Γιάννη, μου δίδεις δι’ ένα έτος
αυτό το παιδί, το οποίον επειδή είναι μικρόν θέλω να το βάλω να υπηρετή εις το
χαρέμι»; Ο δε θείος του Αγίου του απεκρίθη· «Εγώ δεν ημπορώ να σου το δώσω,
αλλ’ αν θέλης ύπαγε εις την μητέρα του και ζήτησον αυτό και εάν σου το δώση,
λάβε το». Ο δε Αγαρηνός θυμωθείς ανεχώρησε και μετά επτά ημέρας επιστρέψας
ήρπασε βιαίως τον Νικόλαον και ως αρνίον άκακον τον έφερεν αμέσως εις το χαρέμι
του. Εκεί ο Νικόλαος υπηρέτει αόκνως και επιδεξίως τους απογόνους της Άγαρ,
διότι, ως είπομεν, ήτο εκ φύσεως επιτήδειος. Μετά την πάροδον του έτους ήλθεν ο
πατήρ του ζητών επιμόνως να παραλάβη το τέκνον του, ο δε ασεβής είπε προς αυτόν
ιλαρώτατα· «Εγώ, μπρε Αυγερινέ, ηξεύρεις καλά ότι έχω το παιδίον μου εις τον
πόλεμον· λοιπόν όταν επιστρέψη από τον πόλεμον, τότε έλα να πάρης τον υιόν
σου». Μετά δέκα ημέρας ήλθεν ο υιός του, ως δε εκείνος εισήλθεν εις την οικίαν,
λέγει ευθύς προς τον πατέρα του· «Άτακτον είναι να ευρίσκεται εις το χαρέμι ένα
Ελληνόπουλον· όθεν εγώ λέγω να το περιτμήσω και να γίνω ανάδοχός του, δια να το
έχωμεν πάντοτε εις το χαρέμι». Ήρχισε λοιπόν αμέσως ο μιαρός να κολακεύη τον
Νικόλαον, αυτός δε ως τρυφερός εις την ηλικίαν ηπατήθη και ηρνήθη (φεύ!) τον γλυκύτατον
Ιησούν Χριστόν τον Σωτήρα του κόσμου και Θεόν ημών. Αφού δε περιέταμον αυτόν οι
υπηρέται του διαβόλου, αντί Νικόλαον επωνόμασαν αυτόν Ιμβραϊμ, έμεινε δε μετά
ταύτα εις την θρησκείαν του Μωάμεθ ή μάλλον ειπείν εις την πλάνην του διαβόλου,
δύο και μόνον μήνας (του Θεού μη συγχωρήσαντος περισσότερον δια την άκραν φιλανθρωπίαν
του)· μετά δε την παρέλευσιν τούτων των δύο μηνών, ελθών ο Άγιος εις αίσθησιν
και γνωρίσας την αξιοδάκρυτον πτώσιν του μετενόησεν εξ όλης καρδίας του ως ο
Πέτρος κλαύσας πικρώς, και φυγών κρυφίως ήλθε δια νυκτός εις τον κατά σάρκα
πατέρα του, την συμφοράν αυτού οδυρόμενος. Υποδεχθείς ο πατήρ τον υιόν του
έφερε τούτον δια να τον κρύψη εις τι χωρίον ονομαζόμενον Κεραμίδι, εις το
οποίον έτυχε κατ’ ευδοκίαν Θεού να έχη ο πατήρ τού Αγίου θείαν τινά Μοναχήν,
Σοφίαν ονομαζομένην, ήτις παραλαβούσα τον Άγιον τον παρέδωκεν εις τινας κτίστας
μετά των οποίων ειργάζετο. Επειδή δε κατά τας ημέρας εκείνας ανεχώρησαν ούτοι
δια την Κρήτην προς εργασίαν, παρέλαβον μεθ’ εαυτών και τον Νικόλαον. Εκεί εις
την Κρήτην δουλεύοντες οι τεχνίται έδερον απανθρώπως τον Άγιον· όθεν μετά μήνας
τρεις μη υποφέρων αυτούς έλαβε μεθ’ εαυτού μίαν οκάν άλευρον, το οποίον είχον
οι τεχνίται και αναχωρήσας εκείθεν εισήλθεν εις δάσος, εις το οποίον κρυβείς
εζύμωσε το ολίγον αυτό άλευρον και πλάσας δώδεκα κουλούρια τα έψησεν, εκάθησε
δε εκεί ημέρας δώδεκα, έως ότου έφαγεν αυτά. Έπειτα βιασθείς το μεν υπό της
πείνης, το δε και υπό του φόβου, ανεχώρησεν εκείθεν και ελθών εις εν
εξωκκλήσιον εύρεν εκεί Ιερέα τινά λειτουργούντα κατά την ημέραν εκείνην· ο δε
Ιερεύς ιδών τούτον ούτω πως έχοντα ηρώτησεν αυτόν ιλαρώς· «Πόθεν είσαι, τέκνον
μου; Και πως είσαι ούτω ανεπιμέλητος και τεταλαιπωρημένος»; Ο δε Άγιος, ποιήσας
πρώτον μετάνοιαν έως εδάφους της γης προς τον Ιερέα του Υψίστου, ήρχισεν έπειτα
να εξιστορή μετά δακρύων τα συμβάντα του. Ακούσας ο Ιερεύς όλην την ελεεινήν
συμφοράν τού Αγίου, στενάξας ως έπρεπε και δακρύσας, είπε· «Παύσον, τέκνον μου,
και μη θρηνής· επειδή δε εγώ είχον υιόν μονογενή, όστις προ πέντε ημερών
απέθανε, δια τούτο, αν αγαπάς, θέλω σε υιοθετήσει δια παραμυθίαν». Ο Άγιος,
ακούσας ταύτα παρ’ ελπίδα, εχάρη, ως αξιωθείς θεόθεν να εύρη τοιούτον Ιερέα
ψυχοπατέρα. Αφού λοιπόν εδέχθη, λαμβάνει αυτόν ο θεοφιλέστατος εκείνος Ιερεύς
και δώσας εις τας χείρας του τα ιερά του, ήλθον ομού εις την οικίαν του, όπου
και η πρεσβυτέρα αυτού εναγκαλισαμένη αυτόν και κλαίουσα τον θάνατον του υιού
της, υπεδέχθη αυτόν ως άλλον υιόν της, έκτοτε δε ηγάπα αυτόν και τον
περιεποιείτο. Ησυχάσας δε εκεί, μετ’ ολίγας ημέρας ήρχισε να μανθάνη και την
υφαντικήν τέχνην, την οποίαν ο Ιερεύς εκείνος εγνώριζεν. Αλλ’ επειδή μετά τρεις
χρόνους ετελεύτησεν εν Κυρίω ο χριστομίμητος εκείνος Ιερεύς, συμφωνήσας μεθ’
ετέρου τινός νέου εισήλθον εις πλοίον και ανεχώρησαν από την Κρήτην και μετ’
ολίγας ημέρας Θεού βοηθεία κατευωδόθησαν εις το Άγιον Όρος, εις τον λιμένα τον
καλούμενον Δάφνην, εκείθεν δε ανέβησαν εις την Σκήτην των Καρυών, όπου ο Άγιος,
διαχωρισθείς από του συνοδοιπόρου του και περιερχόμενος όλον το Άγιον Όρος εις
προσκύνησιν των είκοσιν ιερών Μοναστηρίων και των λοιπών Ασκητηρίων, ανεζήτει
πανταχού επιμελώς να εύρη Πνευματικόν τινα έμπειρον δια την εξομολόγησίν του
και μετάληψιν των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Περιερχόμενος λοιπόν το
Άγιον Όρος έφθασε και εις την Ιεράν Μονήν των Αγίων και πανευφήμων Αποστόλων,
την καλουμένην του Καρακάλλου· εκεί δε θεωρήσας το ήσυχον του τόπου και το
κατανυκτικόν και την καλλονήν του Μοναστηρίου, έμεινεν εις την συνοδείαν των
εκείσε Πατέρων, όπου και της ιεράς εξομολογήσεως, κατά τον πόθον του, αξιωθείς,
μετά ένα μήνα έλαβε και το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα προς περισσοτέραν προθυμίαν
και άσκησιν των πνευματικών αγώνων, μετονομασθείς Γεδεών, εφησυχάζων και κλαίων
δια παντός την προτέραν ανομίαν μετ’ άκρας υποταγής και ασκήσεως. Βλέποντες δε
οι πατέρες του Μοναστηρίου την ευλάβειαν αυτού και υπακοήν εις πάντα τα
προστάγματα του Προεστώτος και της λοιπής αδελφότητος, αποκατέστησαν αυτόν
νεωκόρον, ήτοι εκκλησιάρχην, προς υπηρεσίαν και φιλοκαλίαν του πανσέπτου Ναού.
Εκεί δε ενασκουμένου του Αγίου, τις δύναται να διηγηθή τας νηστείας του, τας
γονυκλισίας του, τας αγρυπνίας του και τους λοιπούς ασκητικούς αγώνας του;
Μόνος ο καρδιογνώστης Θεός γινώσκει ακριβώς ταύτα· διότι μετά των άλλων
ασκήσεων και αγώνων, τους οποίους μετεχειρίζετο προς τήξιν και κακουχίαν του
σώματός του, λέγουσιν, ότι είχε και μίαν τανάλιαν δια της οποίας δάκνων τας σάρκας
του κατέκοπτεν αυτάς αφειδώς, πράγμα τω όντι άξιον φρίκης! Και φανερούν ότι ο
ζήλος αυτού δεν ήτο ολιγώτερος των παλαιών Ασκητών. Ούτω λοιπόν υπηρετών και
ευτρεπίζων αόκνως τον θείον εκείνον Ναόν και υπέρ ανθρώπους αγωνιζόμενος,
διέτριψεν εκεί εις το Μοναστήριον χρόνους τριάκοντα πέντε. Εν τω μεταξύ δε
τούτων των τριάκοντα πέντε ετών, εν έτει 1797, Ιουνίου 6, διωρίσθη παρά της
Ιεράς Μονής, ούσης τότε ιδιορρύθμου, μετά του Προηγουμένου Γαβριήλ εις το εν
Κρήτη Μετόχιον της θείας Μεταμορφώσεως, δια μίαν εξαετίαν, επιστρέψας δε μετά
ταύτα εις την Ιεράν Μονήν, ειργάζετο το μέλι της μοναχικής ζωής εν αμέμπτω
πολιτεία και ακατακρίτω συνειδότι. Μετά παρέλευσιν χρόνων ικανών, αφού ήκουσε
πολλάς ψυχωφελείς αναγνώσεις και Βίους των Αγίων Μαρτύρων προτρεπτικούς εις το
Μαρτύριον και πληροφορηθείς, ότι πολλοί των παλαιών και νέων περιέπεσον
(κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος) ως και αυτός εις αυτό τούτο (φεύ!) το παράπτωμα
της αρνήσεως της εις Χριστόν πίστεως, και πάλιν εγερθέντες ωμολόγησαν ενώπιον
βασιλέων και τυράννων τον πρώην υπ’ αυτών αρνηθέντα Χριστόν, Θεόν αληθινόν και
Σωτήρα του κόσμου, ήναψεν από θείον έρωτα και από την αγάπην του Μαρτυρίου·
όθεν και άνευ αναβολής τινος και δισταγμού αναχωρήσας γνώμη και αδεία του
Προεστώτος από το Ιερόν Μοναστήριον του Καρακάλλου, και εφοδιασθείς δια των
ευχών των πατέρων, ώρμησεν εις Ζαγοράν· εκεί δε προσεποιείτο ο μακάριος ως
άλλος Σιμεών τον δια Χριστόν σαλόν. Ούτω λοιπόν πολιτευόμενος και περιφερόμενος
τήδε κακείσαι, έφθασε και εις το Βελεστίνον όπου το πάλαι εξώμοσε. Κατά δε την
Μεγάλην Πέμπτην, φορών εις την κεφαλήν του στέφανον από τριαντάφυλλα και
λουλούδια, και προσποιούμενος, ως είπομεν, τον σαλόν, διέβη τοιουτοτρόπως από
τον δρόμον εκείνον εις τον οποίον ευρίσκετο η οικία του υποσκελίσαντος αυτόν
Τούρκου και γνωρίσας αυτήν, έκρουσε την θύραν μετά μεγάλων πετρών τοσούτον
σφοδρώς, ώστε θα την συνέτριβεν, εάν αι δούλαι δεν ήνοιγον αυτήν. Εισελθών
λοιπόν εις την οικίαν του Αγαρινού παρουσιάζεται εις αυτόν· εκείνος δε ιδών
τούτον ηρώτησε: «Τι ζητείς, Καλόγηρε, και πως έχεις τόσα λουλούδια εις την
κεφαλήν σου»; Λέγει ο Άγιος· «Δεν με γνωρίζεις»; Απεκρίθη ο Αγαρηνός· «Πρώτην
ήδη φοράν σε βλέπω και απορώ διατί είσαι εις τοιαύτην αθλίαν και ελεεινήν
κατάστασιν». Λέγει ο Άγιος· «Εγώ είμαι ο Νικόλαος ο υπό σου εξαπατηθείς και
οδηγηθείς εις την πλάνην και την ασέβειαν δια το ατελές τότε της ηλικίας μου,
και αρνηθείς (φεύ!) τον γλυκύτατον Ιησούν μου· αλλ’ εγώ πάλιν Χριστιανός είμαι
και τον Χριστόν Θεόν αληθινόν ενώπιόν σου ομολογώ, και δια τούτο ήδη
παρουσιάσθην, ίνα μοι αποδώσης εκείνο το οποίον με εστέρησας· διότι φέρω την
σάρκα περιτετμημένην έχουσα την σφραγίδα του σατανά. Όθεν ήλθον σήμερον ίνα
διαλεχθώμεν περί τούτου αμφότεροι». Ταύτα ακούσας ο σεβής, έσπευσεν εν τω άμ
και κατήγγειλε τα γενόμενα εις το κριτήριον, αποσταλέντες δε παρευθύς υπηρέται
ήρπασαν τον Άγιον και παρέστησαν αυτόν εις τον κριτήν κατά την ημέραν της
Μεγάλης Παρασκευής· ο δε Άγιος προσευχόμενος και φορών εκείνον τον εξ ανθέων
στέφανον εις την κεφαλήν του, και δύο αυγά κόκκινα βαστάζων εις τας χείρας του,
αμέσως εγχειρίζει αυτά εις αυτόν ως δήθεν δωροφορών αυτόν και λέγων· «Χριστός
Ανέστη, κριτά, και εις έτη πολλά». Ταύτα ο κριτής ακούσας και νομίσας αυτόν ως
φρενόληπτον λέγει· «Σαλός είσαι, μωρέ τρελλοπαπά, ή προσποιείσαι τούτον τον
τρόπον»; Ο Άγιος όμως ουδέν απεκρίνατο, αλλ’ εσιώπα. Ο δε κριτής λέγει προς
τους υπηρέτας· «Φέρετε εις αυτόν ένα καφέ». Οι υπηρέται αφού έψησαν τον καφέν
τον έφερον εις τον Άγιον· αυτός τότε εζήτησε παρά του κριτού ταμβάκον, εκείνος
δε εκβαλών την ταμβακέραν του, αργυράν ούσαν, του την προσέφερεν. Επειδή όμως
εκράτει αυτήν ο Άγιος εις τας χείρας του και την εξήταζεν ικανήν ώραν, του
λέγει ο κριτής· «Βλέπεις πόσα ωραία πράγματα έχομεν ημείς οι Μουσουλμάνοι; Συ
δε όστις έχεις τόσους χρόνους εις την θρησκείαν των Μουσουλμάνων, τολμάς σήμερον
και λέγεις πως είσαι Χριστιανός και βλασφημείς την θρησκείαν μας, την ως αυτήν
την ταμβακέραν την αργυράν εξαστράπτουσαν»; Λέγει ο Άγιος· «Αληθώς είπας, πως η
θρησκεία σας αστράπτει ώσπερ την ταμβακέραν σου, διότι όσον αυτήν έξωθεν
εξαστράπτει, τόσον έσωθεν μαυρίζει και καταβρωμά· τοιαύτη είναι και η θρησκεία
σου, έξωθεν φαίνεται εξαστράπτουσα, αν όμως ανοίξης αυτήν και περιεργασθής
έσωθεν ακριβώς, θα εύρης αυτήν μαύρην, βρωμεράν και εβδελυγμένην, καθώς τούτο
και εις εμέ γνωστόν τυγχάνει και αναμφίβολον». Ταύτα ειπών ο Άγιος ήρπασεν
αίφνης τον καφέν, εκ του δίσκου και τον έρριψεν εις το πρόσωπον του κριτού·
εκείνου δε θυμωθέντος κατ’ αυτού και πυρ πνέοντος, δια προσταγής του ήρπασαν
αυτόν οι υπηρέται και σπρώχνοντες και δέροντες αυτόν τον κατεβίβασαν κακήν κακώς
και τον απεδίωξαν εκ του κριτηρίου, περισσότερον δε ως φαίνεται δεν ήθελον να
τον τιμωρήσωσιν ή να τον θανατώσωσι, νομίζοντες αυτόν φρενόληπτον. Φεύγων όμως
εκείθεν ο Άγιος ήλθεν εις εν τζαμίον καθ’ ον καιρόν εξήρχετο εκείθεν μία των
επισήμων γυναικών των Αγαρηνών μετά τεσσάρων θεραπαινίδων. Ιδών δε αυτήν ο
Άγιος την έσπρωξε και την κατεφρόνησε μεγάλως και δια των ποδών του
κατελάκτισεν αυτήν τόσον, ώστε έρρευσεν αίμα από το στόμα της. Τούτο δε ως
φαίνεται έκαμεν ο Άγιος δια να εξάψη εις θυμόν τους Αγαρηνούς κατ’ αυτού. Όθεν
επειδή εφώναζον αι θεραπαινίδες
κατέφθασε πλήθος Αγαρηνών, άλλοι μεν μετά ξύλων, άλλοι δε μετά μαχαιρών, και
άλλοι μετά λίθων και άπαντες εκτύπων ανηλεώς τον Μάρτυρα, έως ου κτέστησαν
αυτόν ημιθανή. Τότε τινές των Χριστιανών μετεκόμισαν αυτόν ούτως έχοντα εις εν
χωρίον ονομαζόμενον Ταμπιγλή, απέχον μίαν ώραν από του Βελεστίνου, όπου κατώκει
η ύπανδρος αδελφή του Αγίου ονομαζομένη Δάφνη· φέραντες δε εκεί τον Άγιον,
έδεσαν τας πληγάς του και άλλα προς θεραπείαν εποίησαν, έμεινε δε κλινήρης και
οδυνώμενος εξ εκείνου του ραβδισμού μήνας τρεις. Μετά ταύτα αναλαβών περιεπάτει
ολίγον. Κατά συγκυρίαν δε, επειδή διήλθον εκείθεν τρεις στρατιώται του Βελή
πασά, εξενοδόχησαν αυτούς οι δημογέροντες του χωρίου εις την οικίαν της αδελφής
του Αγίου. Ενώ δε αυτοί εκάθηντο, ο Άγιος ως άλλη τις διψώσα έλαφος
παρρησιάζεται ενώπιον αυτών ομολογών τον Χριστόν. Εις δε εκ τούτων λέγει· «Συ,
καλόγηρε, μη ων Χριστιανός τέλειος, τολμάς να λέγης τοιαύτας ομιλίας»; Λέγει ο
Άγιος· «Και συ εάν είσαι τέλειος Τούρκος, άπλωσον την χείρα σου να βάλω επ’
αυτής πυρ, και όταν υπομείνης, θέλω πιστεύσει εις την θρησκείαν σου». Λέγει ο
στρατιώτης· «Αν συ είσαι τέλειος Μοναχός, άπλωσον την χείρα σου, να βάλωμεν
ημείς επάνω το πυρ, και αν το αντέξης, τότε επ’ αληθεία θέλομεν σε γνωρίσει ως
τοιούτον». Εδέχθη τούτο ο Άγιος μετά χαράς και αφού ήπλωσε την δεξιάν του
ατρόμως, έλαβεν ο στρατιώτης εκείνος ένα αναμμένον άνθρακα και τον έβαλεν επάνω
αυτής· ο δε του Χριστού Μάρτυς ως άλλου τινός πάσχοντος υπέμεινε την δριμυτάτην
εκείνην κατάφλεξιν της χειρός του μεγαλοψύχως· τοσούτον δε η χειρ αυτού
κατεφλέχθη, ώστε εφουσκώθη το κρέας όλον κυκλοειδώς και περιέκλεισε το
κάρβουνον εντός αυτού, οι δε στρατιώται βλέποντες την καρτερίαν του Μάρτυρος
ανεχώρησαν θαυμάζοντες, εις δε ανεψιός του Αγίου, όστις ήτο εκεί παρών, ήρπασε
τον άνθρακα και τον έρριψεν εις την γην. Διέμενε δε τότε ο Άγιος εις εν χωρίον
Κανάλια λεγόμενον. Όθεν δέσας την κεκαυμένην αυτού δεξιάν επορεύετο εις τα
Κανάλια, φθάσας δε εις το χωρίον αυτό και ερωτηθείς υπό τινος Χριστιανού διατί
είχε την χείρα του δεδεμένην, απεκρίθη με φαιδρόν πρόσωπον· «Εγώ χθες
εδοκιμαζόμην δι’ αυτής, αλλ’ ως φαίνεται πολλά έχει να πάθη αυτή η χειρ». Πολλά
δε και διάφορα μέσα μετεχειρίζετο προς ερεθισμόν των Τούρκων ο Άγιος, αλλά κατ’
αρχάς δεν ηρεθίζοντο, αλλ’ εθώπευον αυτόν. Ο δε Άγιος μη επιτυγχάνων εισέτι του
σκοπού του απήρχετο εις τα ανωτερικά μέρη του Βελεστίνου και ησύχαζεν εις τι
σπήλαιον, μίαν περίπου ώραν απ’ αυτού απέχον, οπόσους δε πνευματικούς αγώνας
κατά των δαιμόνων επετέλεσεν εκεί και πόσας παννυχίδας και άλλας ασκήσεις ο
Θεός γνωρίζει. Αφού δε πολλάκις παρρησιασθείς ο Άγιος εις τους ασεβείς, διψών
το υπέρ Χριστού Μαρτύριον, προς εξάλειψιν της πρότερον υπ’ αυτού γενομένης
αρνήσεως, δεν ηξιώνετο του ποθουμένου, λυπηθείς σφόδρα επανέρχεται δι ξηράς εις
το Άγιον Όρος· καθ’ όλην δε την οδοιπορίαν του δεν έλειπε να δίδη αφορμάς ίνα
επιτύχη του σκοπού του, αλλ’ ίσως δεν ήτο έτι θέλημα Θεού. Όθεν επαναστρέψας
εις την μετάνοιάν του, διέτριψεν εκεί ένα ακόμη χρόνον, την αυτήν πολιτείαν
διάγων και μετερχόμενος το διακόνημα του εκκλησιάρχου. Μίαν δε νύκτα, ενώ
προσηύχετο εις την Εκκλησίαν μόνος κάτωθεν του πολυελαίου, ακούει άνωθεν φωνήν
ως από την εικόνα του Παντοκράτορος λέγουσαν· «Όστις δ’ αν αρνήσηταί με
έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν
ουρανοίς» (Ματθ. ι: 33). Ευθύς τότε άμα τη τοιαύτη αποκαλύψει, λαβών ευλογίαν
εκ των επισημοτέρων Πνευματικών και βαλών μετάνοιαν εις τον Προεστώτα και τους
λοιπούς αδελφούς, ανεχώρησεν εκείθεν, επιστρέψας και πάλιν προς την Ζαγοράν και
το Βελεστίνον. Αφού δε έφθασεν εκεί παρρησιάζεται εις το κριτήριον και ομολογεί
λαμπρά τη φωνή την εις Χριστόν πίστιν· δια τούτο πάλιν ραβδίζεται ανηλεώς και
πάλιν αποδιώκεται. Όθεν μεταβαίνει εκείθεν εις την Αγριάν και παρρησιάζεται εις
τον εκεί διοικητήν, υβρίζει την βδελυράν θρησκείαν του μετά πολλής παρρησίας
και ερεθίζει αυτόν εις το να τον θανατώση δια τον Χριστόν. Αλλ’ εκείνος γράφει
αμέσως προς τον Βελή πασάν, εις τον Τύρναβον τότε ευρισκόμενον, παροτρύνων
αυτόν κατά του Μάρτυρος και εκθέτων όσα κατά της θρησκείας αυτών εκήρυττεν ο
΄Αγιος. Λαβών ο ηγεμών τα κατά του Αγίου γράμματα και αναγνούς ταύτα ενεπλήσθη
όλος θυμού και οργής και αποστείλας υπηρέτας παρέστησεν αυτόν εις το κριτήριον
και του λέγει· «Τι άνθρωπος είσαι; Πόθεν κατάγεσαι; Και τι είναι αυτά τα οποία
ακούω περί σου; Αν συ επαγγέλλεσαι την μοναχικήν πολιτείαν, δεν πρέπει ούτω να
πολιτεύησαι». Ο δε Άγιος μετά μεγάλης παρρησίας και ευτολμίας απεκρίθη· «Εγώ, ω
ηγεμών, νέος έτι ων την ηλικίαν, απατηθείς υπό τινος των Αγαρινών, ηρνήθην
(φεύ!) τον Ιησούν Χριστόν μου και έγινα Τούρκος. Ελθών δε εις εμαυτόν και
μετανοήσας, δια το θεοστυγές και ψυχώλεθρον αυτό κίνημα, κατέφυγον εις το Άγιον
Όρος, ίνα κλαύσω αξίως την αμαρτίαν μου, αλλ’ εις όλον τούτο το διάστημα της
εκεί επιπόνου διατριβής μου, ελεγχόμενος υπό της συνειδήσεώς μου, επέστρεψα
εδώ, ίνα μέχρι θανάτου ομολογήσω Θεόν αληθινόν, εκείνον τον οποίον ανοήτως
ηρνήθην, τον Ιησούν Χριστόν μου, προς εξάλειψιν του ρύπου της αρνήσεως». Ο δε
ηγεμών, την πολλήν παρρησίαν του Μάρτυρος εκπλαγείς, προσέταξεν ευθύς να
εμβάλωσιν αυτόν εις το δεσμωτήριον των καταδίκων. Κατά την επομένην έστειλεν ο
άρχων και προσεκάλεσε τους εν Λαρίση επισημοτέρους Οθωμανούς, τον μουλάν, τους
μπέηδες και τους λοιπούς αξιωματικούς, οίτινες ελθόντες εις Τύρναβον έφεραν τον
Άγιον προς εξέτασιν, όστις επί παρουσία πάντων ωμολόγησε το παράπτωμα της
αρνήσεώς του ατρόμως και την μετά τούτο εγκάρδιον μεταμέλειάν του· εκείνοι δε
κατ’ αρχάς μετεχειρίσθησαν την υπόκρισιν και τας συνήθεις κολακείας των,
συμβουλεύοντες δήθεν και υποσχόμενοι προς αυτόν τας ηδονάς τούτου του κόσμου
και, αν φυλάξη την πίστιν των, να απολαύση και τα αγαθά του Παραδείσου, κατά
την πεπλανημένην αυτών θρησκείαν. Ταύτα εκείνοι έλεγον· ο δε Άγιος, λαμπρά τη
φωνή, ενώπιον πάντων απεκρίθη. «Όσα μοι υπόσχεσθε ς τα έχετε σεις, καθώς και
πάντα τα αγαθά του κοσμοκράτορος πατρός σας διαβόλου». Συν τούτοις δε τους
λέγει και τούτο δια να τους ερεθίση· «Ο ψευδοπροφήτης σας Μωάμεθ εσεληνιάζετο
και ήτο κσιδιάρης». Όθεν μη υποφέροντες να ακούωσι τοιαύτα από στόματος
Μοναχού, τρίζοντες τους οδόντας εκραύγαζον εις τον ηγεμόνα κατά του Αγίου·
«Θανάτωσον αυτόν». Διο και ο ηγεμών εξέδωκε προσταγήν να ξυραφίσωσι την κεφαλήν
του και αφού απογυμνώσωσιν αυτόν και βάλωσιν επί της κεφαλής του κοιλίαν
προβάτου, να τον αναβιβασωσιν εις όνον και να τον περιφέρωσιν εις όλους τους
δρόμους και τας ρύμας του Τυρνάβου, την ουράν του όνου εις χείρας του
βαστάζοντα. Τούτων ούτω γενομένων, ο Μάρτυς χαίρων και δοξολογών τον Θεόν
εσύρετο πανταχού, εμπιζόμενος και την ύβριν ταύτην ως τιμήν λογιζόμενος.
Βλέποντες οι Αγαρηνοί τον Μάρτυρα αγαλλόμενον δια ταύτα όλα, ελυπούντο και
εσκυθρώπαζον, την απτόητον παρρησίαν αυτού αισχυνόμενοι. Ο δε Χριστώνυμος λαός,
εξεναντίας περιχαρής, ως καταξιωθέντες και εις τους εσχάτους αυτών καιρούς να
ίδωσι τοιαύτα θαυμάσια, συνώδευον τον Άγιον και μετά πομπής έφερον αυτόν έως το
παλάτιον του ηγεμόνος. Οι δε υπηρέται ως θηρία ανήμερα καταβιβάσαντες από τον
όνον τον Μάρτυρα κάτω εις την αυλήν, έβαλον δια προσταγής του ηγεμόνος εν
κούτσουρον μεγάλον, έναντι του οικήματος, εις το οποίον ο ηγεμών και οι περί
αυτόν ίσταντο θεωρούντες. Ο δε ηγεμών προστάζει να κόψωσι με πέλεκυν τους πόδας
και τας χείρας του Μάρτυρος. Κατά την προσταγήν λοιπόν του ηγεμόνος, ο Άγιος
ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις τον εαυτόν του, απλώνει κατά πρώτον
με μεγάλην γενναιότητα τον αριστερόν του πόδα επάνω εις το ξύλον· ο δε δήμιος,
καίτοι ήτο έτοιμος και εβάσταζεν ανά χείρας τον πέλεκυν, ηυλαβείτο να κόψη τον
πόδα του Αγίου (διότι ήτο Αιγύπτιος Χριστιανός) και ήθελε ν’ αποφύγη τούτο.
Αλλ’ ο Μάρτυς στρεφόμενος προς αυτόν λέγει· «Εκτέλεσον, τέκνον μου, την
προσταγήν του ηγεμόνος και μη διστάζης παντελώς». Και ούτως υψώσας τον πέλεκυν
ο δήμιος και κτυπήσας εις το οστούν του ποδός δις, απέκοψε τον πόδα αυτού. Είτα
βάλλει τον δεξιόν και αφού έκοψαν και αυτόν, βάλλει την αριστεράν του χείρα,
και ταύτης αποκοπείσης δια μιας, τελευταίον πάλιν ποιήσας το σημείον του Τιμίου
Σταυρού εν όλωτω σώματι, βάλλει επάνω του ξύλου και την δεξιάν του χείρα και
έκοψαν και ταύτην. Τούτων ούτω γενομένων, ουδέν σημείον οδύνης και φόβου
έδειξεν ο μακάριος Γεδεών, ουδέ ωχ! Ηκούσθη να λαλήση ή η όψις του να α΄΄οιωθή
ή το όμμα αυτού να κλείση, ώστε ο ηγεμών και οι περί αυτόν έκθαμβοι εγένοντο
δια την αμίμητον ταύτην καρτερίαν του Μάρτυρος. «Ίσασι γαρ, (ως λέγει ο θείος
Γρηγόριος), και πολέμιοι ανδρός αρετήν θαυμάζειν». Ω της μεγαλοψυχίς σου και
καρτερίας σου γενναίε Αθλητά του Χριστού Γεδεών! Συνέβη δε τότε να γίνη ψύχος
υπερβολικόν και ο Μάρτυς ήτο εξηπλωμένος εις την αυλήν του ηγεμόνος, ωσάν εις
Παράδεισον ευφραινόμενος· οι δε Αγαρηνοί έλεγον κατ’ αυτού πολλά και
εβλασφήμουν, αλλ’ ελάμβανον και παρ’ αυτού τας ανταποκρίσεις αρμοδίας και θείας
σοφίας μεστάς· διό και έμενον ναπολόγητοι. Κατ’ αυτήν δε την ιδίαν ημέραν, περί
το εσπέρας, προσέταξεν ο ηγεμών και έφερον τέσσαρας Χριστιανούς, οίτινες
άραντες τον Μάρτυρα, έτι ζώντα τον έρριψαν εις τα αναγκαία του παλατίου. Περί
δε την τετάρτην ώραν της νυκτός, αφού οι εν τω παλατίω εκοιμήθησαν, έκαστος εις
τα οικήματά των, τότε νεοφώτιστος τις Χριστιανός εξ Εβραίων προσελθών εις τον
Άγιον, λέγει προς αυτόν άνωθεν· «Ευλόγησόν με, Άγιε, και παρακαλώ σε να με
αξιώσης της αγίας σου ευχής». Εκείνος δε απεκρίθη προς αυτόν· «Εάν μεν είσαι
Ορθόδοξος Χριστιανός, έχε την ευχήν του Ιησού Χριστού· εάν δε είσαι ασεβής, έχε
την κατάραν του, εν όσω θα επιμένης εις την ασέβειαν». Ο δε νεοφώτιστος,
Κωνσταντίνος ονόματι, παρεκάλει τον Άγιον μετ’ ευλαβείας να δείξη προς αυτόν
θαύμα προς πίστωσίν του και ο Οσιομάρτυς περιχαρώς απεκρίθη· «Εγώ υπάρχω
αμαρτωλός άνθρωπος ενώπιον του Θεού και ζητείς παρ’ εμού θαυματουργίαν»;
Εκείνος δε εντονώτερα παρεκάλει αυτόν δια να θαυματουργήση προς στερέωσίν του
εις την Ορθοδοξίαν, καθότι προ ολίγου ηξιώθη του θείου Βαπτίσματος και ως
νεοπαγής εκλονίζετο. Ο δε Μάρτυς συγκαταβαίνων εις τας αιτήσεις του νέου, είπε
προς αυτόν υπό του Αγίου Πνεύματος· «Τούτο το παλάτιον του ηγεμόνος, πριν να
τελειώση ο χρόνος, έχει να γίνη αρχή της παντελούς καταστροφής των Τούρκων».
Την προφητείαν ταύτην ακούσας ο νέος παρά του Αγίου, την εκοινολόγησεν εις την
ανάδοχόν του ονόματι Ελισάβετ του Ευθυμίου, εκείνη δε έδωκεν εντολήν εις αυτόν
να φυλάξη τούτο μυστικόν. Ο δε Άγιος ούτω βασανιζόμενος παρέδωκε το πνεύμα
αυτού εις χείρας Θεού ζώντος την 30ην Δεκεμβρίου του έτους 1818,
αναδησάμενος τον αμάραντον στέφανον της εις Χριστόν ομολογίας, εν ουρανοίς
αγαλλόμενος και υπέρ ημών τον Θεόν αεί δυσωπούμενος. Οι δε Χριστιανοί
δωροδοκήσαντες τους τυράννους έλαβον μετά πολλάς περιπετείς το άγιον αυτού
Λείψανον και το έφεραν εις την Εκκλησίαν των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων, την εις
την πόλιν του Τυρνάβου ευρισκομένην. Τότε ελθόντος και του Μητροπολίτου
Λαρίσης, μετά πλήθους Ιερέων, Ιερομονάχων και αρχόντων, έπλυναν ευλαβώς το
μαρτυρικόν Λείψανον του Αγίου, και έψαλλον αυτό κατά την τάξιν των Μοναχών. Κατά
δε την ώραν εκείνην κατά την οποίαν εκήδευον τον Μάρτυρα, ελθόν εν κοράσιον
βαστάζον ανά χείρας μέρος βαμβακίου εζήτει να εμβάψη αυτό εις τα τεθλασμένα και
αιματωμένα μέλη του Μάρτυρος, δια να φέρη αυτό προς την κυρίαν της, ήτις κακώς
έπασχεν υπό ανιάτου πάθους. Αλλ’ επειδή τινες απεκρίθησαν, ότι παρήλθεν η ώρα,
διότι είχον ήδη ράψει το Λείψανον, την ευλάβειαν αυτής τις των περιεστώτων
ιδών, σχίζει με το μαχαίριόν του το σάβανον και την αριστεράν χείρα αυτού
εκβαλών και προσεγγίσας εις αυτήν το βαμβάκιον εκείνο, ουδεμίαν δε ρανίδα
αίματος ευρών έρραψε πάλιν αυτό. Αλλ’ ω των θαυμασίων σου δωρεών, Κύριε!
Έκπληκτος ο προρρηθείς εκείνος Χριστιανός, όστις ήτο πρώτος των γραμματέων του
ηγεμόνος, το όνομ Ευθύμιος Δούκας, βλέπει αιματωμένον όλον το σάβανον, ωσαύτως
κι οι λοιποί Χριστιανοί το παράδοξον τούτο ιδόντες, ότι έρρεεν αίμα θερμόν από
τα τεθλασμένα μέλη του τριάκοντα ήδη ώρας μετά από την εκκοπήν των και
εικοσιτέσσαρας ώρας από της τελευτής του, έμειναν άπαντες έκθαμβοι και
εξίσταντο, δοξάζοντες τον Σωτήρα Χριστόν τον ούτως ευδοκήσντα, ίνα και εις τους
εσχάτους εκείνους καιρούς τοιούτον μαρτύριον κατορθωθή και να ρεύση αίμα θερμόν
από νεκρόν σώμα υπερφυώς. Οι δε Χριστιανοί έλαβον προς αγιασμόν εκ τούτου του
αίματος ευλαβώς· διο και εστάθη το του Αγίου Λείψανον εις τον κράββατον δύο
ώρας σχεδόν, έως ότου επλήσθησαν άπαντες λαβόντες εκ του μαρτυρικού εκείνου
αίματος, έκαστος μετά πίστεως. Μετά ταύτα ψάλλοντες το ιερόν Λείψανον,
ενεταφίασαν αυτό εις καινόν μνημείον όπισθεν του ιερού Βήματος, στήσαντες επ’
αυτού εν μανουάλιον μαρμάρινον και όσοι μετά πίστεως και ευλαβείας προσήρχοντο
εις το μνημείον και ήναπτον κηρίον εις εκείνο το μανουάλιον, εκ παντοίας νόσου
εθεραπεύοντο, και όχι μόνον τότε, αλλά και μέχρι της σήμερον πλείστα όσα
επιτελούνται θαυμάσια. Κατά δε το επόμενον έτος 1819 Μαρτίου δεκάτη Τετάρτη
εξωλοθρεύθησαν οι δύο εκείνοι ηγεμόνες, κατά την προφητείαν την οποίαν προείπεν
ο Άγιος εις τον νεοφώτιστον Κωνσταντίνον εις το αναγκαίον, ότι πριν τελειώση ο
χρόνος έχει να γίνη το παλάτιον του ηγεμόνος αρχή της παντελούς καταστροφής
των. Και ούτως έχει η αλήθεια· διότι και αυτόν τον Βελήν και τον πατέρα του
Αλήν, τον ηγεμόνα της Ηπείρου, εξωλόθρευσεν ο Σουλτάνος. Έμεινε δε το άγιον
Λείψανον εις το μνήμα μέχρι του έτους 1837, ήτοι χρόνους ολοκλήρους δέκα εννέα,
ότε και ο ηγουμενεύων εις την Ιεράν Μονήν του Καρακάλλου ονόματι Προκόπιος
απέστειλεν Ιερομόναχον τινά, ονόματι Γαβριήλ, εκ της Μακρυνίτσης της
Δημητριάδος καταγόμενον, μετά γράμματος του Μοναστηρίου εις Τύρναβον. Ελθών
λοιπόν εκείνος εζήτησεν επιμελώς τα άγια Λείψανα του Αγίου, τα οποία ευρέθησαν
εις ευλαβή τινα Χριστιανόν Μιτάκον ονομαζόμενον, όστις προ δύο μηνών ήδη είχε
κάμει την ανακομιδήν του ιερού Λειψάνου, δι’ αποκαλύψεως του Αγίου. Ούτος ο
φιλόχριστος ανήρ έχων την οικίαν του πλησίον του Ιερού Ναού των Αγίων Δώδεκα
Αποστόλων, εις τον οποίον ευρίσκετο και ο πάνσεπτος τάφος του Αγίου, απεφάσιζε
πολλάκις την ανακομιδήν του Ιερού αυτού Λειψάνου, πάντοτε όμως ανέβαλλε ταύτην.
Επιστάς λοιπόν ο Άγιος κατ΄ όναρ είπε προς αυτόν· «Αύριον ποίησον την
ανακομιδήν μου, καθώς σκέπτεσαι τούτο, αλλ’ όμως εμπράκτως ουδέν κατορθώνεις».
Έξυπνος δε γενόμενος και εκπλαγείς δεν ετόλμησε να είπη τίποτε εις ουδένα. Κατά
δε την επομένην νύκτα εμφανισθείς και πάλιν ο Άγιος προτρέπει αυτόν, ίνα
επιχειρισθή την ανακομιδήν αυτού· όθεν παραλαβών ούτος και τους τρεις υιούς του
δια νυκτός, εποίησε την ανακομιδήν του Αγίου και μετεκόμισεν ευλαβώς εις την
οικίαν του τα άγια Λείψανα, βαλών δε αυτά εις λάρνακα εναπέθεσεν εις εν
δωμάτιον της οικίας του, ήναπτε δε τακτικώς και την κανδήλαν. Ο δε Θεός και
πάλιν εδόξασε τον δούλον του και ακούσατε. Εισελθών ποτε κατά την συνήθειάν του
εις το δωμάτιον ο Χριστιανός εκείνος ίνα προσευχηθή, βλέπει εξαίφνης τον Άγιον
πεπληρωμένον φωτός και ευωδίας αρρήτου. Όθεν εκπλαγείς εκάλεσε και τους λοιπούς
της οικίας, νομίζων ότι αύτη καίεται. Εκείνοι δε το παράδοξον τούτο θέαμα
βλέποντες, εδόξασαν τον Θεόν και τον αυτού Άγιον, ο οίκος δε εκείνος πολλάκις
πληρούται αρρήτου ευωδίας. Ο δε προειρημένος Ιερομόναχος Γαβριήλ μετά την
ανακομιδήν έλαβε μέρη τινα του Αγίου Λειψάνου, τους πόδας, τας χείρας και την
σαγόνα, εκ της θεωρίας των οποίων έντρομος γίνεται ο άνθρωπος. Διότι φαίνονται
εισέτι αι συνθλάσεις και αι πληγαί των μαχαιρών υπό των ασεβών κατά τον καιρόν
του Μαρτυρίου, άτινα λαβών μετεκόμισεν εις το Ιερόν Μοναστήριον του Καρακάλλου
το κατά το Αγιώνυμον Όρος κείμενον. Οι δε Πατέρες δεξάμενοι αυτά χαίροντες,
ανέπεμψαν ευχαριστήριον εις τον Θεόν, διότι ηξιώθησαν και εις τους εσχάτους
αυτών χρόνους να ίδουν τοιούτον εξαίσιον και θαυμαστόν Μαρτύριον του Αγίου νέου
Οσιομάρτυρος Γεδεών. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς των ψυχικών
και σωματικών παθών και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών, μετά των απ’
αιώνος τω Θεώ ευαρεστησάντων. Αμήν.
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016
Ο Άγιος Μάρτυς Φιλεταίρος
Τη αυτή ημέρα
μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΙΛΕΤΑΙΡΟΥ.
Φιλεταίρος ο Άγιος Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως
Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284 – 305). Τότε
ελθόντος του βασιλέως εις Νικομήδειαν, ειδωλολάτραι τινές επρόδωσαν εις αυτόν
τον Άγιον. Ο δε βασιλεύς έστειλεν ευθύς και τον έφεραν έμπροσθεν εις το
βασιλικόν του κριτήριον, και βλέπων αυτόν εξεπλάγη εκ μόνης της θεωρίας του,
διότι ήτο ο Φιλεταίρος μεγαλόσωμος και ωραίος, αι δε τρίχες της κεφαλής και των
γενείων του ήσαν λαμπραί και στίλβουσαι σχεδόν υπέρ τον χρυσόν· όθεν ως εκ του θαυμασμού
του θεόν αυτόν ωνόμασεν ο Διοκλητιανός και όχι άνθρωπον. Είπε δε προς αυτόν·
«Λέγε εις ημάς, πόθεν είσαι, πως ονομάζεσαι και ποίον το έργον σου»; Ο Άγιος
απεκρίθη· «Ταύτης της πόλεως Νικομηδείας είμαι γέννημα και θρέμμα, υιός επάρχου
και Χριστιανός κατά το θρήσκευμα, ονομάζομαι δε Φιλεταίρος». Τότε ο βασιλεύς
ονομαστί καλέσας τον Άγιον εκολάκευσεν αυτόν, ζητών να τον χωρίση από της του
Χριστού πίστεως· ήρχισε δε και να εκστομίζη λόγους βλασφήμους εναντίον του
Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Άγιος, ταύτα ακούσας, ευθύς ύψωσε τους οφθαλμούς
του εις τον ουρανόν και λέγει· «Ας εμφραγή το στόμα εκείνο, το οποίον λαλεί
βλασφημίας εναντίον του Χριστού μου». Και ω του θαύματος! ευθύς με τον λόγον
του έγινε τόσον φοβερά βροντή και σεισμός, ώστε ο βασιλεύς κατετρόμαξε μεθ’
όλων των μετ’ αυτού. Όθεν κατά προσταγήν του τυράννου ανήφθη σφοδρώς μία
κάμινος και ερρίφθη εις αυτήν ο του Χριστού Αθλητής· προσευχηθείς δε εκεί,
διεσκόρπισε το πυρ της καμίνου και παντελώς το απέσβεσεν, εξελθών εκείθεν
αβλαβής. Τούτο το θαύμα βλέπων ο βασιλεύς ηυλαβήθη τον ΄γιον, ως επίσης και δια
το κάλλος του και δια το λαμπρόν γένος του, μάλλον όμως δια τα ανωτέρω θαύματα·
όθεν απέλυσεν αυτόν να ζη όπου θέλει και βούλεται. Όταν δε μετά τον
Διοκλητιανόν εβασίλευσεν ο γαμβρός του Μαξιμιανός (305 – 311) διεβλήθη ο Άγιος
προς αυτόν, και παρασταθείς έμπροσθέν του ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν
και Ποιητήν του παντός. Όθεν πρώτον μεν εδάρη με ράβδους τόσον πολύ, ώστε οι
δέροντες αυτόν στρατιώται ητόνησαν και έπεσον κατά γης ως ημιθανείς· ο δε
Μάρτυς της αληθείας, υπό του Χριστού δυναμούμενος, τοσούτον κρατερώς ίστατο,
εις τρόπον ώστε εφαίνετο ότι πάσχει ξένον σώμα και όχι το ιδικόν του. Έπειτα
κρεμασθείς καταξεσχίζεται τοσούτον, ώστε οι καταξεσχίζοντες αυτόν δήμιοι
απέκαμον και έπεσαν κατά γης. Μετά ταύτα δίδεται εις τα θηρία, ίνα τον
καταφάγωσι· τα δε θηρία, ω του θαύματος! εκυλίοντο εις τους πόδας του ως ήμερα
πρόβατα. Είτα φέρεται εις τον ναόν ίνα προσκυνήση τα είδωλα, αυτός δε δια
προσευχής του συνέτριψεν αυτά. Τελευταίον απεφάσισεν ο βασιλεύς να αποκόψωσι
την κεφαλήν του και εύθυς εξηράνθη η χειρ του δημίου, όστις έμελλε να τον
αποκεφαλίση· λαβών δε άλλος δήμιος το ξίφος και υψώσας αυτό ίνα κτυπήση, τα
όμοια έπαθε και εκείνος. Όθεν ο Άγιος ερρίφθη εν τη φυλακή και εκείθεν πάλιν
εφέρθη εις εξέτασιν. Επειδή δε έδειξε σαφώς ότι δια της δοκιμασίας των βασάνων
ουδέποτε ήθελεν αρνηθή τον Χριστόν, τούτου ένεκα εδέθη με σίδηρα και εξωρίσθη
εις την Προκόννησον, τον νυν λεγόμενον Μαρμαράν. Περιφερόμενος δε με τα δεσμά,
ετέλει καθ’ οδόν πάμπολλα θαύματα, δαίμονας διώκων, λεπρούς καθαρίζων, πάσαν
ασθένειαν ιατρεύων, τα είδωλα με μόνον τον λόγον κατακρημνίζων και εις χώμα και
νερόν μεταβάλλων αυτά. Φερόμενος δε εις την Νίκαιαν δέσμιος, μόλις ήγγισεν εις
τινα περιβόητον ναόν των ειδώλων, έπεσαν όλα τα είδωλα κατά γης και
συνετρίβησαν· όθεν δια των τοιούτων θαυμάτων πολλοί επίστευσαν εις τον Χριστόν,
μεταξύ των οποίων και ο κόμης της πόλεως και οι εξ στρατιώται του. Αφιχθείς δε
ο Άγιος εις τα μέρη της Σιγριανής, ήτις κείται εις την Μηδείαν, πολλά και εκεί εποίησε
θαύματα. Οι δε εκεί ευρισκόμενοι διεμήνυσαν εις τον Άγιον, ότι εκεί πλησίον
υπάρχει Χριστιανός τις, Ευβίοτος ονομαζόμενος, ο οποίος υπέφερε μεν διαφόρους
βασάνους και τιμωρίας από τον άρχοντα δια την πίστιν του Χριστού, διεφυλάχθη
όμως αβλαβής και ανίκητος ως αδάμας και εποίησεν εξαίσια θαύματα εις δόξαν
Θεού. Ταύτα ως ήκουσεν ο μακάριος Φιλεταίρος ηθέλησε να ίδη τον Ευβίοτον. Όθεν
Άγγελος Κυρίου παρίστατο εις τον Ευβίοτον και λέγει προς αυτόν· «Έξελθε ολίγον
του κελλίου σου και ύπαγε εις τον δείνα τόπον, ίνα απαντήσης τον Άγιον
Φιλεταίρον τον συμμάρτυρά σου». Και ο μεν Ευβίοτος εξήλθε του κελλίου του και
κατέβαινεν εκ του όρους της Σιγριανής· ο δε Άγιος Φιλεταίρος οδηγηθείς υπό
τινος εγχωρίου εις την οδόν την άγουσαν εις το κελλίον του Αγίου Ευβιότου,
ανέβαινεν εις το όρος αυτό της Σιγριανής ομού με τον πιστεύσαντα κόμητα και
τους εξ στρατιώτας του. Αφ’ ου δε ανέβησαν ολίγον, βλέπουσι τον μακάριον
Ευβίοτον κατερχόμενον προς αυτούς· όθεν ανταλλάξαντες φιλοφρονητικάς εκφράσεις
και χαράς πολλής εμπλησθέντες ανέβησαν όλοι ομού εις το κελλίον του Αγίου
Ευβιότου. Εκεί δε διατριψάντων ημέρας επτά, εκοιμήθη ο μακάριος Φιλεταίρος τον
γλυκύν ύπνον ον επόθει και προς τον ποθούμενον μετέστη Χριστόν, παραθείς την
αγίαν του ψυχήν εις τας χείρας Αυτού· όθεν ενεταφίασαν αυτόν ο Άγιος Ευβίοτος
εις το κελλίον του. Ομοίως ο κόμης και οι συν αυτώ εξ στρατιώται εκοιμήθησαν
και αυτοί μετά ένδεκα ημέρας από της εκείσε αφίξεώς των, και τα μεν σώματα
αυτών ενεταφιάσθησαν πλησίον του τάφου του Αγίου Φιλεταίρου, αι δε μακάριαι αυτών
ψυχαί εις ουρανούς συναγάλλονται μετά πάντων των Αγίων.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)