Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΣΥΜΕΩΝ του Στυλίτου.                            
Συμεών ο μέγας και Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη κατά το 392 έτος εις χωρίον τι ονομαζόμενον Σισάν, ευρισκόμενον μεταξύ των επαρχιών των Σύρων και των Κιλίκων, ήκμασε δε κατά τους χρόνους Λέοντος του μεγάλου του επονομαζομένου Μακέλλη (457 – 474) και του Πατριάρχου ντιοχείας Μαρτυρίου (461 – 465). Επειδή δε μέγας κατά την αρετήν εγένετο και πολύς κατά την φήμην, πολλοί και τα της πολιτείας αυτού συνέγραψαν, όμως ουδείς εξ αυτών διηγήθη κατά μέρος τα εκείνου κατορθώματα ουδέ ακριβώς και ανελλιπώς ανέγραψαν πως ένα έκαστον εξ αυτών έλαβε χώραν, αλλά τα των μεν πρώτων χρόνων της πολιτείας αυτού παρέδραμον, συντόμως και κεφαλαιωδώς ειπόντες περί αυτών, αφήκν δε και τινα των εν μέσω, ουδέ και αυτάς δε τας κατά το τέλος πράξεις και τα έργα αυτού τελείως και ακριβώς διηγήθησαν. Ημείς όμως αρχόμενοι απ’ αρχής την διήγησιν θα περιγράψωμεν αυτήν μέχρι τέλους μετά πάσης δυνατής λεπτομερείας. Επειδή όμως ο θαυμάσιος ούτος Συμεών δεν υπετάγη εις τους νόμους της φύσεως, αλλ’ εν θνητώ σώματι ασωμάτων διαγωγήν επέδειξε και πολιτείαν και υπομονήν έφθαστον και επειδή οι αμαθείς περί τα θεία φυσικώς μόνον μετρούσι τα πράγματα, όταν δε ακούσωσιν υπερφυές τις κατόρθωμα ως ψεύδος λογίζονται και δεν πιστεύουσι τούτο, δια ταύτα φοβούμεθα μήπως ο λόγος ημών φανή ως μύθος· πλην όμως ημείς θα διηγηθώμεν την αλήθειαν και αι φιλευσεβείς ψυχαί ας προσέξωσι δια να ακούσωσι τα φοβερά και εξαίσια του Οσίου κατορθώματα. Ούτος ο μακάριος Συμεών ηκολούθει από μικρός τους γονείς του, οίτινες ήσαν ποιμένες και εδιδάσκετο απ’ αυτούς εις το να ποιμαίνη και να βόσκη τα πρόβατα, επειδή έπρεπε και εις τούτο να συμμετράται και να προσομοιάζη προς τους παλαιούς και μεγάλους εκείνους κατά την αρετήν άνδρας· δηλαδή με τον Πατριάρχην Ιακώβ, με τον Ιωσήφ τον Σώφρονα, με τον νομοθέτην Μωϋσήν, με τον Δαβίδ τον Βασιλέα και Προφήτην, με τον Μιχαίαν, και με τους ομοίους με εκείνους θείους Πατέρας. Επειδή δε εγένετο ποτε μεγάλη βροχή και δεν ηδύναντο να εξέλθουν τα πρόβατα εις βοσκήν, ευρών άδειαν μετέβη με τους γονείς του εις τον θείον Ναόν. Ακούσας δε εκεί την ευαγγελικήν φωνήν την μακαρίζουσαν τους κλαίοντας και λυπουμένους, τους δε γελώντας αθλίους και ταλαιπώρους ονομάζουσαν και τα τοιαύτα, ηρώτησε τινα εκ των παρευρισκομένων εις την ακολουθίαν τι πρέπει να κάμη τις δια να αποκτήση καθ’ ένα από ταύτα; Εκείνος δε, διότι ήτο και ούτος ως φαίνεται εργάτης της αρετής και του καλού αγωνιστής προθυμότατος, του υπέδειξε και εδίδαξε την μοναδικήν ζωήν, την άκραν και τελειοτάτην εκείνην φιλοσοφίαν της ασκήσεως. Δεξάμενος όθεν του θεϊκού λόγου τα σπέρματα, και κατακρύψας και φυλάξας ταύτα καλώς και επιμελώς εις τας βαθείας αύλακας της ψυχής του, έτρεξεν εις τον Ναόν των ιερών Μαρτύρων, όστις ήτο πλησίον· εκεί δε βαλών το μέτωπον και τα γόνατα εις την γην, παρεκάλει τον θέλοντα σωθήναι πάντας Θεόν να τον οδηγήση προς την τελείαν οδόν της ευσεβείας και αρετής. Ούτως ώραν πολλήν διατρίψας εις ταύτην την δέησιν, έρχεται εις ύπνον και βλέπει ότι έσκαπτε θεμέλια, κατόπιν δε σταθείς, ενόμιζεν ότι ήκουε φωνήν, προστάζουσαν αυτόν ναβαθύνη ακόμη τον τόπον εκείνον, τον οποίον έσκαπτε· προσθέτων λοιπόν, καθώς προσετάχθη, βάθος, πάλιν εδοκίμασε να αναπαυθή· λλά πάλιν ο φανείς τον διέτασσε να σκάπτη και να μη παύη από τον κόπον· τρεις δε και τέσσαρας φοράς τούτο προσταχθείς, συνέχιζεν· αλλ’ επειδή τέλος και από το πολύ βάθος δεν ηδύνατο άλλο να σκάπτη, ήκουσεν ότι αρκετόν ήτο πλέον το βάθος εις το οποίον έφθασε και έπρεπε να αρχίση την οικοδομήν, ώστε ομού με το τέλος των κόπων του να έχη αύτη ευκόλως πραγματοποιηθή. Την πρόρρησιν ταύτην και προφητείαν εβεβαίωσαν και τα πράγματα, τούτο δε εφανέρωνε και το όραμα, ότι δηλαδή θα ήσαν υπέρ φύσιν οι αγώνες εις τους οποίους επεδόθη όλη ψυχή τε και διανοία ο Άγιος και ότι κατόπιν της πρώτης επιτυχίας θα ηκολούθουν και άλλαι και τέλος ευκόλως και επιτυχώς θέλει τελειώσει την ασκητικήν διαγωγήν και πολιτείαν. Αναχωρήσας εκείθεν ο Συμεών μετέβη προς συνάντησιν Ασκητών τινων γειτόνων του, μετά των οποίων συνηγωνίσθη επί δύο χρόνους· τελειοτέρας δε επιθυμήσας αρετής μετέβη εις κώμην λεγομένην Τελεδάν, εις την οποίαν ήτο προστάτης και καθηγητής αδελφών τινων ο θαυμαστός Ηλιόδωρος, όστις έζησε χρόνους εξήκοντα πέντε, εξ ωντους εξήκοντα δύο εις οικίσκον μικρόν εγκεκλεισμένος· διότι ευθύς ως εγένετο τριών ετών αφιερώθη υπό των γονέων του εις τον Θεόν. Εις τοιαύτην θαυμαστήν αγέλην και ποίμνην εισήλθεν ο θαυμάσιος ούτος άνθρωπος, άπλαστος και απόνηρος ως ο μέγας εκείνος και θαυμάσιος Ιακώβ· είχε δε τοιαύτην καθαρότητα και εις τοσαύτην πραότητα έφθασεν, ώστε υπερέβη τους ασκητικούς νόμους, υπερβάς εις έκαστον είδος και τρόπον αρετής τους ανθρωπίνους νόμους και πλησιάσας τους ασάρκους Αγγέλους. Εις το Ησυχαστήριον τούτο διέμεινεν ο πένταθλος της ευσεβείας αγωνιστής και τελειότατος Συμεών επί δέκα έτη, αγωνιζόμενος μετ’ ογδοήκοντα άλλων συνασκητών, τους οποίους άπαντας υπερέβη, ενώ δε εκείνοι ανά δύο ημέρας ετρέφοντο, ούτος όλην την εβδομάδα άγευστος διήγεν. Εδυσανασχέτουν όθεν πολλάκις και εστενοχωρούντο άπαντες μη δυνάμενοι να μιμηθώσι τον Συμεών· ωνόμαζον δε την τοιαύτην αυτού εγκράτειαν, σύγχυσιν και αταξίαν της ασκητικής πολιτείας. Εκείνος όμως δεν ανεπαύετο ούτε εχαλίνωνε την προθυμίαν· αλλά και έτερον κρύφιον αγώνισμα προσέφερε τω εξεταστή των κρυφίων Θεώ· διότι το σχοινίον, όπερ είναι πεπλεγμένον εκ φοινίκων, είναι τόσον τραχύ, ώστε και δια των χειρών μόνον κρατούμενον προκαλεί ισχυρότατον πόνον· ο δε μακάριος Συμεών περιέζωσε δι’ αυτού την μέσην του ουχί έξωθεν, αλλά συγκολλήσας αυτό εις το δέρμα και τοιουτοτρόπως περιέσφιγξεν, ώστε κατεπλήγωσε το σώμα του πέριξ του σχοινίου. Επειδή δε παρήλθον δέκα περίπου ημέραι ούτως, εγένετο και η πληγή χειροτέρα και εξήρχετο εκείθεν ύλη αιματώδης, ήτις εφανέρωνε την κεκρυμμένην πληγήν· όθεν ιδών τις ηρώτησε την αιτίαν, ο δε Όσιος έλεγεν ότι ουδέν κακόν έχει, αλλ’ ο ερωτήσας, βλέπων το αίμα να εξέρχεται περισσότερον, δεν επείσθη και ψηλαφήσας ηννόησε την αιτίαν και ανήγγειλε τούτο εια τον προεστώτα, εκείνος δε παρευθύς επιτιμών και παρακαλών και κατηγορών την σκληρότητα του πράγματος, μετά βίας τον έλυσεν από εκείνα τα δεσμά. Ο δε γενναίος αγωνιστής εις μεν το να λύση το σχοινίον υπήκουσεν, αλλ’ εις το να θεραπεύση την πληγήν ήτο ενάντιος κατά πολλά και αμετάπειστος. Όθεν οι συνασκηταί του βλέποντες ταύτα και μη δυνάμενοι ούτε εις τα μικρά να τον φθάσουν, τούτο μη υποφέροντες, τον προσέταξαν να αναχωρήση εκείθεν δια να μη γίνεται και αίτιος βλάβης εις τους ασθενεστέρους κατά το σώμα, οίτινες δοκιμάζοντες να τον μιμηθούν και μη επιτυγχάνοντες τούτο απελπίζονται. Αναχωρήσας όθεν επορεύθη εις τα ερημικώτερα του όρους, ένθα ευρών όρυγμά τι εισήλθεν εις αυτό και έμεινεν εκεί μετερχόμενος την συνήθη του προσευχήν και φιλοσοφίαν και ζωήν. Ότε δε παρήλθον πέντε ημέραι, μεταμεληθέντες οι αίτιοι της αναχωρήσεώς του εξαπέστειλαν δύο εξ αυτών των ιδίων δια να ανεύρωσι και επναφέρωσι τον Συμεών εις το Ησυχαστήριον. Περιερχόμενοι όθεν το όρος, συνήντησαν βοσκούς τινας, τους οποίους ηρώτησαν αν είδον τοιούτον τινά Μοναχόν, εκείνοι δε, επειδή εκεί πλησίον ήτο κεκρυμμένος, τους υπέδειξαν τον τόπον δια του δακτύλου· ελθόντες δε ούτοι ευθύς εις το μέρος εκείνο, εκάλεσαν εξ ονόματος τον Συμεών· και φέροντες σχοινίον, ανεβίβασαν αυτόν με πολύν κόπον, διότι δεν ήτο εύκολος η ανάβασις, όπως ήτο και η κατάβασις και τον επανέφερον εις την αδελφότητα. Ολίγον έκτοτε χρόνον διατρίψας μετ’ αυτών ο Συμεών ανεχώρησεν εκείθεν, μεταβάς εις χώραν κλουμένην Τελάνισον· αύτη δε ευρίσκεται εις τους πρόποδας του όρους. Ευρών δε εκεί μικρόν οίκημα ενεκλείσθη εις αυτό επί τρία έτη, αγωνιζόμενος πάντοτε εις το να αυξάνη τον πλούτον της αρετής. Ήτο δε τότε άνθρωπος τις θεοσεβής καλούμενος Βλάσιος, όστις ηγάπα και επεμελείτο κατά πολλά τους Μοναχούς, ενισχύων αυτούς εις την ασκητικήν ζωήν και πολιτείαν. Ούτος ήλθε ποτε και εις τον Άγιον, ο δε Συμεών βλέπων την αρετήν του ανδρός του εξεμυστηρεύθη τους σκοπούς του και εζήτησε την συμβουλήν του, ο δε Βλάσιος, αναλογιζόμενος το δύσκολον και βίαιον των αγώνων του Οσίου, συνεβούλευσεν αυτόν να μη νομίζη αρετήν τον βίαιον θάνατον, αλλά μάλιστα το εναντίον, κακίαν μεγάλην και χωρισμόν Θεού. Όμως ο θαυμάσιος Συμεών εις την μέχρι τότε ατροφίαν και ετέραν τοιαύτην προσέθεσε, διήρχετο δε τριάκοντα εννέα ημέρας σχεδόν ειπείν άσιτος, την δε τεσσαρακοστήν έδιδε τέλος της μιας ολιγοσιτίας, δια να αναλαμβάνη ολίγον το καταπεπονημένον σώμα του και να δύναται να τον υπηρετή εις την ολονύκτιον στάσιν, από δε της επομένης ήρχιζε την νέαν ιστάμενος ορθός και προσευχόμενος, ότε δε έφθανεν εις το μέσον της οδού των τεσσαράκοντα ημερών, εκαθέζετο από τον κόπον ακουσίως, επειδή ηφανίζετο από την ατροφίαν ολίγον κατ’ ολίγον η σωματική του δύναμις.                                                
Συμπληρουμένου δε του κύκλου των τεσσαράκοντα ημερών εξηντλείτο τελείως και η ζωτική του δύναμις και ενέργεια· όθεν έπιπτεν επί του εδάφους. Εκείνος όμως ο ανδρείος ούτε τότε εγκατέλειπε τους ιερούς ύμνους και δοξολογίας, αλλά ως ανάπαυσιν εκ των κόπων και τροφήν και ύπνον ελογίζετο την ιεράν προσευχήν. Ταύτην δε την διαγωγήν και πολιτείαν μετήρχετο ο Όσιος εφ’ όσον ευρίσκετο εισέτι εις το ισόγειον κελλίον του ο των ουρανών άξιος, αλλ’ αφ’ ότου ανήλθεν επί του στύλου, ελησμόνησε τελείως την κοινήν φύσιν και τας συνηθείας των άλλων ανθρώπων, και δεν εκάθητο πλέον ούτε εκοιμάτο. Τοποθετών δε μίαν δοκόν ορθίαν εις τον στύλον και προσδένων τον εαυτόν του εις αυτήν δια να μη δύναται ούτε και αν θελήση να καθήση ή να κοιτασθή, διήρχετο ούτω όρθιος κι άγρυπνος ολόκληρον το τεσσαρακονθήμερον στάδιον της νηστείας του. Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου πλουσιωτέρας αξιωθείς χάριτος, ουδέ ταύτην εχρειάζετο την βοήθειαν της δοκού· αλλά και τας τεσσαράκοντα ημέρας ασκεπής και ώσπερ τις άσαρκος ίστατο, στήλη ζώσα και έμψυχος. Ας μη προφθάνη όμως ο λόγος την ακολουθίαν και τάξιν των πραγμάτων, αλλ’ ας ακολουθώμεν ταύτα με την εμπρέπουσαν σειράν. Εις το προρρηθέν οίκημα υπέμεινε τρία έτη, κατόπιν δε ανήλθεν εις την περίφημον εκείνην κορυφήν του όρους και περιμανδρώσας μέρος τι έμενεν εντός αυτού άνευ σκέπης, παλαίων με το καύμα του θέρους και το ψύχος του χειμώνος· κατασκευάσας δε άλυσιν σιδηράν προσέδεσε το μεν εν μέρος αυτής εις πέτραν τινά μεγάλην, το δε έτερον δια κρίκου τινός εις τον πόδα του, δια να μη δύναται, έστω και θέλων, να εξέρχεται ή και να μετατοπίζη καν εντός εκείνων των ορίων, ούτω δε ευρίσκετο πάντοτε, εις τον ουρανόν μόνον ενατενίζων και εις τα θεάματα αυτού καταγινόμενος, τοιουτοτρόπως δε με περισσότερον και θερμότερον πόθον ανεφέρετο εις τον Δημιουργόν του. Ο δε τότε Πατριάρχης της Αντιοχείας Μελέτιος, ευσεβέστατος ων, ακούων την μεγάλην φήμην του Οσίου, μετέβη προς επίσκεψιν αυτού και ιδών αυτόν άοικον, ασκεπή και δεδεμένον με σίδηρον από του ποδός, τα μεν άλλα εθαύμαζε και επήνει, τον δε σίδηρον εμέμφετο, λέγων ότι είναι πράξις περιττή, επειδή αρκετή είναι η αγαθή αυτού προαίρεσις, να θέση δε εις το σώμα λογικά δεσμά. Πείθεται όθεν εις αυτά ο θαυμαστός Συμεών, και καλέσαντες ένα χαλκέα έλυσαν τον πόδα αυτού από τον σίδηρον· εκείνος όμως ο αδαμάντινος και λυθείς ουδέ ούτως υπερέβαινε τα όρια της αλύσεως· διότι περισσότερον εδέσμει αυτόν ο πόθος του Χριστού από τα δεσμά του σιδήρου. Διέδραμεν όθεν η φήμη του Συμεών πανταχού και προσέτρεχον προς αυτόν όχι μόνον οι πλησιόχωροι, αλλά και οι μακράν ευρισκόμενοι, πολλοί δε και από μηνών ολοκλήρων οδοιπορίαν, ζητούντες έκαστος την ιατρείαν της ασθενείας του. Δεν επέστρεφον όμως κθώς ήρχοντο στυγνοί και κατηφείς, αλλά φαιδροί και περιχαρείς, απελευθερούμενοι πάσης ασθενείας και βλάβης, δι’ ο και ευχαριστίας με εύφημον φωνήν και πρόθυμον γλώσσαν εις τον Θεόν και τον Όσιον Συμεών ανέπεμπον. Εκάστη όθεν οδός φέρουσα προς τον άμισθον και ασφαλή τούτον ιατρόν ήτο παρομοία με αγοράν πεπληρωμένην ανθρώπων· ο δε τόπος εις τον οποίον συνηθροίζετο το συντρέχον πλήθος εφαίνετο ώσπερ πόλις πολυάνθρωπος. Εκ δε του προσερχομένου πλήθους άλλοι μεν ωδύροντο ελεεινώς δια την ασθένειαν αυτών, άλλοι δε επανηγύριζον δια την ιατρείαν· τούτο δε όχι μόνον μίαν φοράν εγένετο, αλλά πολλάκις. Απηρτίζετο δε το πλήθος τούτο ουχί μόνον εκ Σύρων, Φοινίκων, Κιλίκων και εκ πάσης γωνίας της Αυτοκρατορίας προσερχομένων ασθενών, αλλ’ έτι και εξ Αράβων, Ισμαηλιτών, Περσών, Αρμενίων, Ιβήρων, Ομηριτών και εκ των τούτων ενδοτέρων και πλέον μεμακρυσμένων. Έτι δε προσήρχοντο και ασθενείς εκ των δυτικών, ήτοι Άγγλων, Γάλλων, Ισπανών και εκ διαφόρων άλλων δυτικών εθνών, συγκροτούντων απάντων εν πολύγλωσσον συνάθροισμα, διότι τοις πάσι διέδραμεν η φήμη της αρετής του ανδρός. Είναι δε αδύνατον να διηγηθή τις πόσον και αυτή η παλαιά Ρώμη κατεπλάγη από τον θαυμάσιον τούτον άνδρα, τον οποίον κατά πολλά ετίμα, ηυλαβείτο δε τόσον, ώστε εχάραξαν και εζωγράφησαν την αγίαν του εικόνα εις θύρας, προπύλαια, τοίχους ανακτόρων και αλλαχού, λαμβάνοντες ούτω πλουσίαν την ευλογίαν και αγαθά αναρίθμητα. Εξήρχετο δε από του προσώπου του Οσίου τοιαύτη χάρις, ώστε εάν έβλεπε τις αυτόν έχων έχθραν μετά τινος ευθύς θα ειρήνευε και θα συνεφιλιούτο. Πολλοί δε εκ των προσερχομένων, οίτινες ήσαν πρότερον εκδεδομένοι εις αιματοχυσίας και φόνους, ερχόμενοι ενώπιον του Αγίου και βλέποντες το άγιόν του πρόσωπον ειρήνευον και εγίνοντο πραείς και ησύχιοι, εφιλονίκουν δε μόνον τις να αξιωθή να λάβη πρώτος τας ευχάς και ευλογίας τού Οσίου. Αλλά και το να εγγίσουν μόνον τους αγίους πόδας του με τα χείλη ή με τας χείρας μεγάλως εχαίροντο· αν ήγγιζαν δε και την δοράν με την οποίαν ήτο ενδεδυμένος ο Άγιος, ενόμιζον ότι απολαμβάνουν άπασαν την ευλογίαν και χάριν. Το δε να ασπάζωνται τας χείρας ή το στόμα του Αγίου δεν ετόλμων οι πολλοί, αλλ’ όσοι εκ του πλούτου της αρετής των είχον περισσοτέραν την παρρησίαν. Επειδή όμως οι ερχόμενοι ήσαν αναρίθμητοι, αποφεύγων την πολλήν τιμήν και τας περιποιήσεις τας οποίας του έδιδον, αλλά και το κοπιαστικόν και θορυβώδες του πράγματος βαρυνόμενος, εσκέφθη όπως κατ’ άλλον τρόπον πλησιάση εις τον ουρανόν, όχι μόνον με λογισμούς και θεωρίας, αλλά και με αυτό το σώμα. Όθεν ετεχνεύθη να αναβή εις τον στύλον. Ο δε στυλίτης βίος, άγνωστος μέχρι τότε, προσέδωκεν εις τον Άγιον μεγαλυτέραν αίγλην, εγένετο δε και παράδειγμα δι’ άλλους. Ήτο δε τούτο θείας επισκέψεως αποτέλεσμα, διότι οι Ισμαηλίται, οίτινες ήσαν πολλαί μυριάδες και εις το σκότος της απιστίας συγκεκλεισμένοι, βλέποντες την νεοφανή ταύτην και παράδοξον επί του στύλου ζωήν και τα πολλά εκείνου κατορθώματα, έτι δε ακούοντες και την θείαν αυτού διδασκαλίαν εφωτίζοντο την διάνοιαν και εγίνοντο υιοί φωτός οι πριν εσκοτισμένοι, εγκαταλείποντες ομού με το σκότος της ασεβείας, εις το οποίον ήσαν βεβυθισμένοι, και τα μιαρά έργα της πατρίου θεάς αυτών Αφροδίτης, εις τα οποία ήσαν εκδεδομένοι. Έτι δε και Ίβηρες και Πέρσαι, ως είπον, και Αρμένιοι, καταγελάσαντες την πλάνην των, επίστευσαν και ούτοι εις την Ευαγγελικήν διδασκαλίαν και εγένοντο Χριστιανοί. Ότε δε την νέαν ταύτην επί του στύλου πολιτείαν ο θαυμάσιος Συμεών επενόησε, πανταχού περιτρέξασα οξέως η φήμη, ήτις έχει συνήθειαν εις τοιαύτα καινά και παράδοξα πράγματα να μεταχειρίζηται ταχύτερα και οξυκινητότερα τα πτερά, έφθασε κι εις τους θείους Πατέρας, οίτινες δια των ασκητικών των αγώνων και κόπων κατέστησαν την έρημον ουράνιον πόλιν. Καταπλαγέντες όθεν ούτοι εις το νεοφανές και ξένον τούτο τέχνευμα, εξαπέστειλαν εις τον υψηλόν και μετάρσιον εκείνον άνθρωπον τινάς εξ αυτών, με την εντολήν να τον ελέγξουν και επιτιμήσουν δια την πράξιν του ταύτην και να του επιβάλουν, όπως ακολουθή την παλαιάν και συνήθη οδόν των Αγίων και να μη καταφρονή εκείνων την πολιτείαν, την οποίαν ζωήν και οδόν τοσούτος χορός και πλήθος μακαρίων βαδίσαν ανήλθεν εις ουρανούς και εις τας αϊδίους εκείνας εισήλθε σκηνάς και κατοικίας. Φοβούμενοι όμως μήπως και το νέον τούτο εγώνισμα του Οσίου ήτο θεάρεστον, εκείνοι δε κρίνουν την υπόθεσιν ανθρωπίνως, παρήγγειλαν και τούτο εις τους απεσταλμένους, ότι ανίσως και ήθελον ίδει τον άνδρα, πως αφήνει το θέλημά του και υποτάσσεται θεληματικώς κατερχόμενος από του στύλου,  τότε να τον εμποδίσουν ευθύς και να τον προστάξουν να παραμείνη εις την πολιτείαν αυτήν και να μη αμελή, διότι ούτω θα επίστευον, ότι ήτο θεία οικονομία και πλέον δεν θα είχον αμφιβολίαν, ότι θέλει καταλήξει η αρχή αύτη εις τέλος αγαθόν. Εάν δε του βαρυφανή και δεν δεχθή την συμβουλήν των, αλλ’ ήθελεν ακολουθεί ούτως απλώς και ασυλλογίστως εις το θέλημά του, φανερόν θα ήτο ότι ευρίσκεται μακράν από την ταπεινοφροσύνην, και εξ αυτού βεβαίως και ο λογισμός του θα ήτο εκ του πονηρού· όθεν τότε να τον καταβιβάσουν και χωρίς να θέλη από τον στύλον. Ταύτα παρήγγειλαν οι Πατέρες εις τους απεσταλμένους· ότε δε ούτοι έφθασαν προς τον πατέρα της υπακοής και της ταπεινοφροσύνης Συμεών, έτι και από αυτήν την θέαν του προσώπου του και από τον χαιρετισμόν του τον ηυλαβήθησαν μεγάλως και ούτε να τον βλέπου κατά πρόσωπον ηδύναντο· όμως δια την εντολήν εκείνων, οίτινες τους απέστειλαν, και δια το καλόν της διακονίας και υπηρεσίας, του είπον την προσταγήν των Πατέρων. Εκείνος δε, ο κατά αλήθειαν πράος και ταπεινός τη καρδία, πράως και ηρέμως την επιτίμησιν αποδεχόμενος, δεν αντελόγησε ποσώς, δεν εθυμώθη, δεν κατηγόρησε την προσταγήν, ούτε ολίγον ούτε πολύ ωμίλησεν, αλλ’ ευθύς με ιλαρόν όμμα κύπτων την κεφαλήν και αποδούς την ευχαριστίαν εις τον Θεόν, ευχαριστήσας δε και τους Πατέρας δια την φροντίδα την οποίαν έχουν δι’ αυτόν, μη αργοπορήσας ουδόλως ήρχισε να καταβαίνη από του στύλου, εκείνοι δε ευθύς τον ημπόδισαν και του απεκάλυψαν την εντολήν των Πατέρων· είτα ευχηθέντες εις αυτόν στερεάν και βεβαίαν στάσιν έως τέλους εις τον στύλον και πλουσίαν την παρά Κυρίου αντιμισθίαν των πυκνών και πολλών αγώνων και κόπων του, ανεχώρησαν. Αλλά περί μεν του ύψους της ταπεινοφροσύνης αυτού και της υπακοής το μέγεθος εκτός της του στύλου καταβάσεως και εις άλλα έργα του θέλομεν ίδει· ας επανέλθωμεν δε εις την τάξιν της διηγήσεως, την οποίαν προλαβόντως διεκόψαμεν. Κατά φυλάς όθεν και γενεάς οι Ισμαηλίται προσερχόμενοι εις τον οδηγόν της σωτηρίας Συμεών και την πατρώαν ασέβειαν αρνούμενοι, ελάμβανον το Θείον Βάπτισμα. Παρευρίσκετο δε ποτε παρών και ο Επίσκοπος της Εκκλησίας Κύρου Θεοδώρητος, εις τον οποίον παρέδωκεν ο Συμεών πλήθος εξ αυτών δια να τους βαπτίση. Ενώ δε ούτος επεχείρει να εκτελέση την εντολήν, εκείνοι φιλονικούντες τις εξ αυτών πρώτος θα αποπλύνη τον ρύπον των παθών και της ασεβείας, και ποίος θα προφθάση να απολαύση πρώτος την χάριν, έσυρον βαρβαρικώτατα άλλοι από το ένα μέρος και άλλοι από το άλλο τον Θεοδώρητον, άλλοι δε μακρύτερα ευρισκόμενοι ήπλωναν τας χείρας και εκράτουν αυτόν, οι μεν από το γένειον, οι δε από τα ενδύματα, τόσον ώστε ολίγον δειν να τον καταξεσχίσουν. Βλέπων ταύτα ο θαυμάσιος Συμεών τους εκάλεσεν από του στύλου να ηρεμήσουν και παρευθύς μετήλλαξαν άπαντας, έλαβον δε την χάριν με ευταξίαν και ετελειώθησαν εις το Θείον Βάπτισμα. Τοιουτοτρόπως η λαμπάς της γλώσσης του ηδύνατο άλλους μεν να φοβή, άλλους δε να φωτίζη συγχρόνως δια την σωτηρίαν αυτών. Μελέτην όμως και έργον ακατάπαυστον είχεν ο Όσιος την τήρησιν των δεσποτικών εντολών και δεν ηγωνίζετο μόνον εις το να φυλάττη αυτάς, αλλά ενόμιζε μεγάλην ζημίαν δι΄ εαυτόν εάν δεν προσέθετέ τι περισσότερον και εξ ιδίας του προαιρέσεως· τοιουτοτρόπως εβιάζετο ακαταπαύστως και δια τούτο, καθώς προείπομεν, αφήκε πατέρα και μητέρα και ηκολούθησε τον ποθούμενον Χριστόν και όλως αυτόν ηγάπησεν, όπερ είναι το ακρότατον και τελειότατον της δεσποτικής εντολής, προσέθηκε δε αφ’ εαυτού και τούτο. Μετά την πάροδον είκοσι και επτά ετών αφ’ εποχής ο υπερκόσμιος ούτος ανήρ απηρνήθη τους νόμους της ανθρωπίνης φύσεως και τα εν τω κόσμω πάντα, η μήτηρ αυτού, το φυσικόν πυρ και την αγάπην της φιλοστοργίας φέρουσα εισέτι εις τα σπλάγχνα αυτής και μη δυναμένη κατ’ άλλον τρόπον να σβέση την φλόγα, ήλθεν εις τον εν σαρκί άσαρκον τούτον υιόν της (καθώς ο λόγος βιαζόμενος ονομάζει) επιθυμούσα και το πρόσωπον του υιού αυτής να ίδη και την ομιλίαν του να ακούση, την οποίαν επί τοσούτον χρόνον είχε στερηθή. Μαθών δε τούτο ο Όσιος, ιδού πως μερίζει και δίδει και την τιμήν εις την μητέρα, και την φύλαξιν της σωτηρίου εντολής, τιμιωτέρας ούσης, ποιεί. Δεν εδέχθη την συνομιλίαν της μητρός, αλλά δια να παρηγορήση αυτήν της παραγγέλλει με γλυκύτητα λέγων· «Ανίσως και σου φαίνεται, ω μήτερ, εύλογον, ας φυλάξωμεν να ίδωμεν ο εις τον άλλον εις την άλλην ζωήν, και όχι εδώ· εάν δε βεβαίως η πολιτεία μας είναι ευάρεστος εις τον Θεόν, μετά την εντεύθεν αναχώρησιν θέλομεν ίδει ο εις τον έτερον κατά πολλά συγγενέστερα και φανερώτερα». Και ο μεν Άγιος ταύτα εμήνυσε· επειδή όμως δεν άφηνε την μητέρα η φλογίζουσα την ψυχήν της φλοξ ήσυχον να ακούη τα λεγόμενα, αλλ’ επέμενεν εις την επιθυμίαν της να τον ίδη, μηνύει δεύτερον προς αυτήν λέγων· «Εγώ, ω μήτερ, ενόμιζον ότι και συ θα στέρξης περισσότερον το συμφέρον και των δύο μας· αλλ’ επειδή καθώς βλέπω η επιθυμία σου να με ίδης είναι μεγαλυτέρα, σε παρακαλώ να κάμης προς το παρόν μικράν υπομονήν και θέλω σε ίδει μετ’ ολίγον· διότι τούτο εφάνη αρεστόν εις τον Άγιον Θεόν». Δεξαμένη όθεν η μήτηρ με μεγίστην χαράν την υπόσχεσιν εκρέματο από αυτήν η ψυχή της, και με αυτάς τας ελπίδας έχαιρε και ηγαλλιάτο, και όλη εδόθη εις το μέλλον, της εφαίνετο δε ότι έβλεπε τον υιόν της παρόντα και ενηγκαλίζετο και κατεφίλει αυτόν, και ότι ήκουε την φωνήν του. Εις ταύτην την χαράν ευρισκομένη ανεπαύθη αίφνης η μακαρία, παραθέσασα εις τον Θεόν την ψυχήν της, μακαρία κατά την ζωήν ως αληθώς, μακαριωτέρα όμως κατά πολλά δια το τέλος και διότι τοιούτου παιδός ήτο μήτηρ και εις τοσαύτην αρετήν φθάσαντα αυτόν καταλέλοιπεν. Ο δε θείος Συμεών προσέταξε να εμβάσουν το λείψανον αυτής εντός της μάνδρας, όπως εκαλείτο το περιτείχισμα του πέριξ του στύλου χώρου. Ήτο δε εκτισμένος ο χώρος ούτος δια να μη δύνανται να εισέλθουν γυναίκες. Τούτου δε γενομένου είδεν ο Όσιος την μητέρα αυτού νεκράν και τα συνήθη τελέσας και επευξάμενος, έθαψεν αυτήν πλησίον του στύλου. Τοιουτοτρόπως και εις την μητέρα την τιμήν απέδωσε και την δεσποτικήν εντολήν όχι μόνον εξεπλήρωσε, αλλά και με ιδικάς του προκοπάς την ηύξησε και επερίσσευσε. Δια τοιούτων αρετών και ενθέων πράξεων ως πυρσός διαλάμπων τους ευρισκομένους εις την χαλεπωτάτην και σκληράν τρικυμίαν της νυκτός της απιστίας καθωδήγει, ο μακάριος Συμεών, ως εις λιμένα γαληνόν και πανεύδιον εις την ευσέβειαν και την Ορθοδοξίαν. Ούτως όθεν αγωνιζόμενος ήλθον ποτε προς αυτόν δύο φυλαί των προειρημένων Ισμαηλιτών και παρεκάλουν εκάστη εξ αυτών τον Άγιον να την ευλογήση και να ευλογήση αοράτως τον αρχηγόν της, την οποίαν ευλογίαν θα μεταφέρουν ως δώρον πολύτιμον εις αυτόν. Δια δε το πρωτείον της ευλογίας ήλθον εις φιλονικίαν μεγάλην και γίνεται μάχη μεταξύ των· διότι έκαστον μέρος υπεστήριζεν, ότι ο ιδικός των αρχηγός έπρεπε πρώτος να λάβη την ευλογίαν. Εκ ταύτης όθεν της αιτίας αντιμαχόμενοι ήθελον έλθει και εις βαρβαρικήν σκληρότητα και ωμότητα, εάν δε ήθελε τους φοβερίσει ο της ειρήνης και της ομονοίας άνθρωπος· και ούτω τους ειρήνευσε· και δίδων εις αυτούς την ευχήν και ευλογίαν, απέλυσεν εν ειρήνη. Στοχασθήτε νυν τους πριν απίστους, οίτινες εκίνουν την γλώσσαν ως όπλον εναντίον της ευσεβείας, ήδη δια την ευλογίαν του Αγίου δέχονται να υποστούν όλα τα δεινά· διότι βεβαίως δεν ήθελον θυμωθή και συγκρουσθή μεταξύ των, εάν δεν επίστευον εις την μεγάλην δύναμιν της ευχής και της ευλογίας του Οσίου.                                          
Έτερος αρχηγός των Σαρακηνών ελθών, την θείαν εκείνην παρεκάλει κεφαλήν, ίνα βοηθήση άνθρωπον τινα παραλελυμένον τα μέλη και οδυνώμενον από πόνους σφοδρούς, διαμένοντα εις τι πλησίον χωρίον. Ταύτα παρακαλέσας ο Σαρακηνός επρόσταξε να φέρουν τον παραλελυμένον και να τον αποθέσουν έμπροσθεν του Αγίου, ίνα βλέπων ούτος την μεγάλην του δυστυχίαν, ίσως τον ελεήση. Τούτου γενομένου έκειτο εκείνος ο δυστυχής παρά τον στύλον, έμπροσθεν του Αγίου, και εθρήνει την μεγάλην του συμφοράν. Ο δε ταχύς και πρόθυμος εις έλεος και πολύς την συμπάθειαν Όσιος, φροντίζων περισσότερον από την σωματικήν δια την ψυχικήν θεραπείαν, είπεν εις τον ασθενή να απαρνηθή την πατρικήν ασέβειαν και απιστίαν, επειδή εγνώριζεν αυτόν επιμελούμενον εισέτι αυτήν. Εκείνος δε ευχαρίστως εδέχθη και ήκουσε και το προσταχθέν ετελείωσεν. Είτα το μέγα θαύμα της οικουμένης, ο Συμεών, ηρώτησεν αυτόν εάν πιστεύη τω Πατρί και τω μονογενεί Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι· και εκείνου την πίστιν ομολογήσαντος είπεν ο Άγιος· «Πιστεύων, ανάστηθι» και ευθύς, ω της αφάτου σου περί τον άνδρα, Χριστέ, χάριτος! Ο λόγος ιατρεία εις τον παραλελυμένον εγένετο. Ο δε Όσιος τον Δεσπότην αυτού μιμούμενος, επρόσταξε τον ασθενή να εγείρη την κλίνην του εις τους ώμους του, όπερ παρεκίνησεν εις μεγαλυτέραν ευχαριστίαν και θαυμασμόν τους παρόντας. Έτερος εκ των πιστευσάντων εις Χριστόν Ισμαηλιτών, ο επισημότερος, υπεσχέθη ενώπιον του Θεού, θέτων μάρτυρα τον σεβάσμιον τούτον Συμεών, να μη γευθή έως τέλους της ζωής του εκ ζωϊκής τροφής· μετά δε τινα χρόνον, δεν γνωρίζω πως, ή διότι ελησμόνησε την υπόσχεσιν ή από λαιμαργίαν, έσφαξε μίαν όρνιθα, την εμαγείρευσε και ήρχισε να τρώγη. Εκείνη όμως την στιγμήν, ω πράγματος απορρήτου! Η όρνις εγένετο λίθος· δοκιμάσας δε ούτος να φάγη, δεν ηδυνήθη. Καταπλαγείς όθεν ο βάρβαρος δια το γενόμενον έσπευσεν ευθύς εις τον της μετανοίας διδάσκαλον, εξομολογείται με συντριβήν καρδίας το αμάρτημα και τον παρακαλεί να εξευμενίση τον Θεόν δια την παράβασιν της υποσχέσεως· βλέπων δε ο Άγιος την μετάνοιαν, παρέσχε προθύμως την συγχώρησιν. Όμως το θαύμα της όρνιθος, αν και τότε παρευθύς εβεβαιώθη, όμως και μετέπειτα πολλούς εύρισκε μάρτυρας, διότι έβλεπον ούτοι το στήθος αυτής έχον το σχήμα στήθους όρνιθος, όμως προς πίστωσιν του θαύματος αποτελούμενον από πέτραν και οστά· τα μεν οστά διαπιστούντα την πρώτην τού στήθους φύσιν, η δε πετρώδης συνάρμοσις την μεταβολήν του κρέατος εις λίθον. Από δε την παντοτεινήν επί του στύλου στάσιν επληγώθησαν οι πόδες του Οσίου, αυτός δε ο καρτερόψυχος τους πόνους αγογγύστως υπομένων ουδεμίαν θεραπείαν εδέχετο. Επληρώθησαν όθεν αι πληγαί σκωλήκων, οίτινες, ω της αδαμαντίνης σου ψυχής, αθλητά γενναιότατε! Κατέτρωγον τας σάρκας αυτού! Συνέβη δε ποτε να έλθη εις άρχων των Σαρακηνών, όστις πιστεύσας και αυτός εις τον Χριστόν και επιτυχών του ποθουμένου, ήτοι του να λάβη την ευχήν και ευλογίαν του Αγίου, εκάθητο πλησίον του στύλου ακροώμενος και εντρυφών εις την ιεράν αυτού διδασκαλίαν. Ενώ δε εκάθητο εκεί, σκώληξ εκ των πληγών του Οσίου εκκυλισθείς από του στύλου έπεσεν έμπροσθεν των ποδών αυτού· εκείνος δε παρευθύς λαβών παμποθήτως τον σκώληκα έβαλεν αυτόν ευλαβώς εις το στήθος του, είτα τον ήγγισεν εις τους οφθαλμούς του, κατόπιν τον έφερεν εις το στόμα και εις τα ώτα του, και ακολούθως εις όλα τα άλλα μέρη του σώματός του ως αφανιστικόν και ιατρείαν όλων των παθών και αρρωστημάτων του. Από δε τον πολύν πόθον δεν του εφαίνετο σκώληξ το τιμώμενον, αλλά πολύτιμον τι και σεβάσμιον απόκτημα, διότι ενίκα η πίστις αυτού την όψιν και ο πόθος εκάλυπτε την μορφήν του ταπεινού σκώληκος. Άνωθεν όμως ο μέγας Συμεών ωνείδιζε τον άρχοντα δια την πολλήν τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν εδείκνυεν εις τον σκώληκα· εκείνος δε ανοίξας την χείρα του, ω του θαύματος! βλέπει τον σκώληκα μετατραπέντα εις μαργαρίτην λαμπρόν και ωραιότατον. Γυνή τις περιφανής και πλουσία, σύμβιος του άρχοντος των Σαρακηνών, ούσα στείρα, ελυπείτο πολλά και ονειδισμούς παρά του ανδρός πολλούς καθ’ ημέραν υπέμενε· μη ευρίσκουσα δε ιατρείαν της ατεκνίας, προστρέχει εις τον Άγιον παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση δια των ευχών του ως συμπαθέστατος. Ευχηθείς όθεν ταύτην και εις τον οίκον της επανελθούσα, συνέλαβε και εγέννησεν εν καιρώ θυγάτριον· είχον όθεν εορτήν καθ’ εκάστην και αγαλλίασιν δια την γέννησιν του παιδίου, το δε τρίτον έτος της ηλικίας του εγένετο παράλυτον και άλαλον· θρηνούντες όθεν καθημερινώς οι γονείς του προστρέχουσι κι πάλιν εις τον Άγιον διηγούμενοι την συμφοράν των και παρακαλούντες να τους ελεήση, ως εύσπλαγχνος, και να τους ελευθερώση από την λύπην των. Ο δε Άγιος, αφού τους παρηγόρησε με τους γλυκυτάτους λόγους του, τούς είπε να ελπίζουν εις το έλεος του Θεού. παραμείναντες δε εκεί επί επτά ημέρας, επειδή ιατρεία τις δεν εγένετο, ανεχώρησαν οδυρόμενοι δια την δυστυχίαν των. Ελθόντες όμως εις απόστασιν τινα, από της οποίας δεν εφαίνετο πλέον ο στύλος, αίφνης στρέψαν το παιδίον το πρόσωπόν του προς το μέρος του στύλου, είπε με φωνήν ισχυράν ταύτα· «Δόξα σοι, Άγιε Συμεών». Οι δε γονείς του νομίσαντες φαντασίαν το γενόμενον έστησαν περιδεείς. Βλέποντες όμως ότι αληθώς ελάλει και εβάδιζε, χαίροντες και αγαλλώμενοι επορεύθησαν εις τον οίκον των, κηρύττοντες την αγαθότητα του Θεού και την δόξαν του Αγίου. Ετέρα γυνή θεοφιλής φλογιζομένη από τον ευλαβητικόν πόθον τον οποίον είχε δια να ίδη τον Άγιον και επειδή αι γυναίκες ημποδίζοντο, ως είπομεν, να εισέλθουν εντός της μάνδρας, ενδυθείσα στρατιωτικά ενδύματα και άρματα, επορεύθη αγνώριστος μετ’ άλλων στρατιωτών. Φθάσαντες δε εις το πλησίον του στύλου χωρίον είπον οι άλλοι στρατιώται προς τον νομιζόμενον συστρατιώτην· «Φύλαττε, συ, τα πράγματά μας και τα άλογα μέχρι της επιστροφής μας εκ του Αγίου». Εκείνη δε είπε· «Καλώς· μόνον επιστρέφοντες να φυλάξητε και τα ιδικά μου, δια να υπάγω και εγώ να προσκυνήσω τον Άγιον». Ελθόντες οι στρατιώται εις τον στύλον ηυλογήθησαν παρά του Αγίου κατά τον πόθον των, ο δε Άγιος είπεν εις αυτούς· «Να είπητε εις τον συστρατιώτην σας, ότι ο Θεός επλήρωσε τον κόπον του και είναι ευλογημένος· διότι Αυτός γνωρίζειτα κρύφια εκάστου και αποδίδει εις αυτόν κατά τα έργα του. Δια τούτο ας μη λάβη τον κόπον να έλθη έως εδώ». Εθαύμασαν όθεν οι στρατιώται δια το προορατικόν του Οσίου, επανελθόντες δε είπον την παραγγελίαν αυτού εις τον σύντροφόν των, και τον εβίασαν να είπη τις είναι και ποία τα έργα του· επειδή αν δεν ήσαν θαυμαστά τινα, δεν θα ηξιώνετο από τον Άγιον τοιαύτης ευχής και ευλογίας. Εκείνη δε και μη θέλουσα απεκάλυψε κλαίουσα την αλήθειαν και ούτως επέστρεψαν έκαστος εις τον οίκον του, δοξάζοντες τον Θεόν και θαυμάζοντες τον Άγιον. Αλλά και ληστής τις μέγας και φοβερός, ονομαζόμενος Αντίοχος και αποκαλούμενος Αγώνατος δια την ανδρείαν του σώματος και την τόλμην της ψυχής, όστις πολλούς φόνους και αρπαγάς έκαμνεν έως και εις αυτά τα περίχωρα της Αντιοχείας, παρατυχών εις ξενοδοχείον διασκέδαζεν. Αίφνης περιεκύκλωσαν τον οίκον εκατόν πεντήκοντα στρατιώται, εκείνος δε τολμηρός ων εξήλθε του οίκου και ιππεύσας εκράτησε την μάχαιράν του γυμνήν και έτρεχεν εν μέσω αυτών απειλών θάνατον εις όποιον τολμήση να τον πλησιάση. Η φήμη δε της ανδρείας του και αι πολλαί σφαγαί, τας οποίας είχε κάμει, εδειλίαζον τους στρατιώτας να τον πλησιάσουν· εκείνος δε τρέχων έφθασεν εις τον στύλον του Αγίου, και πίπτει κατά πρόσωπον εις τους πόδας αυτού, δεόμενος με θερμά και άμετρα δάκρυα να παρακαλέση τον ελεήμονα Θεόν να τον λυτρώση από τον ψυχικόν θάνατον, καθώς και τον ληστήν επί του σταυρού ελύτρωσεν. Εξωμολογείτο δε ούτος θερμώς λέγων· «Εγώ τον σωματικόν θάνατον δεν τον φοβούμαι, διότι ακόμη στάζουν αι χείρες μου από τα πολλά αίματα των συγγενών μου και ξένων και τι θέλει είναι ο θάνατος ενός προς τους πολλούς, φρίττω όμως και τρέμω τον αιώνιον θάνατον». Ο δε Άγιος, ως συμπαθέστατος, τον παρηγόρησε και ηγγυήθη την σωτηρίαν του· ενώ δε έλεγε ταύτα, έφθασαν και οι στρατιώται και παρεβίαζον τον Άγιον να τους δώση τον φονέα και εχθρόν των νόμων. Ο δε έλεγεν· «Εγώ δεν τον έφερον εδώ, αλλ’ ο Θεός όστις θέλει την σωτηρίαν των αμαρτωλών». Εκείνοι δε ακούσαντες ηυλαβήθησαν τον Άγιον, διότι η αρετή τον έκαμνεν αιδέσιμον εις όλους. Ο δε ληστής πάλιν θερμώς εδέετο του Αγίου δια να τύχη συγχωρήσεως. Λέγει όθεν ο Άγιος· «Λάβε σημείον της μετανοίας σου τούτο, ότι ιδού ο Πανάγαθος Θεός σε λαμβάνει αμέσως εις τας αιωνίους μονάς». Ο δε ληστής ευξάμενος και ειπών· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του Ανάρχου Πατρός, ο μη δικαίους ελθών κακέσαι αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, δέξαι το πνεύμα μου», παρευθύς, μετά την προσευχήν, ανεπαύθη. Εθαύμασαν δε οι παρευρεθέντες και εδόξασαν τον Θεόν τον δεχόμενον την μετάνοιαν των αμαρτωλών. Την άλλην ημέραν, θυμωθέντες πάλιν οι στρατιώται, διότι εφύλαττον έξωθεν της μάνδρας, εισήλθον εντός αυτής και εβίαζον τον Άγιον να τους παραδώση τον κακούργον, εκείνος δε πάλιν κατά την συνήθειάν του ηρέμως και ειρηνικώς απεκρίνατο· «Τέκνα μου αγαπητά, σας προείπον, ότι όχι εγώ, αλλ’ ο αγαθός Θεός τον ωδήγησεν εδώ· σεις δε μη οργίζεσθε, διότι τον προσεκάλεσεν από τα πρόσκαιρα εις τα αιώνια και πανευφρόσυνα δεξάμενος την καθαράν αυτού και θερμήν μετάνοιαν». Τους εδείκνυε δε και τον τάφον του· οι δε ιδόντες και βεβαιωθέντες, κατετρόμαξαν και εθαύμασαν μεγάλως· ζητήσαντες όθεν ταπεινώς συγχώρησιν από τον Άγιον και λαβόντες την ευλογίαν του, επέστρεψαν κήρυκες και μηνυταί του παραδόξου τούτου γεγονότος. Αλλά και πλοίον εκ μεγάλης τρικυμίας κινδυνεύον ποτε διέσωσεν ο Άγιος, διότι επικαλεσθέντες αυτόν οι ναύται εφάνη εις το πλοίον, ενώ ευρίσκετο εις την ξηράν και εις τον στύλον, και ελύτρωσεν αυτούς αβλαβείς ανελπίστως. Και ράβδον τινά ποτέ εξ ουρανού φλογεράν είδε κατερχομένην εις την γην και ως προφητικώτατος και καθαρός την ψυχήν προείπε το μέλλον, ότι δηλαδή τούτο δηλοί οργήν και αγανάκτησιν θείαν και θέλει γίνει θανατικόν και πείνα μεγάλη το επόμενον έτος· και ο λόγος αυτού δεν διεψεύσθη. Αλλά και επιδρομήν κάμπης προεμήνυσε· και δεν παρήλθον τριάκοντα ημέραι, και ιδού άπειρον πλήθος κάμπης ως νέφος εφώρμησεν εις τους καρπούς. Ο δε Όσιος ουχί μόνον προεμήνυε τας επερχομένας συμφοράς, αλλά και την ιατρείαν τούτων και την απ’ αυτών ελευθερίαν υπέσχετο λέγων· «ας μετανοήσωμεν, αδελφοί, και ας δεηθώμεν του αγαθού Θεού να μας ελευθερώση». Έπραττε δε τούτο δια να μη λέγουν οι άνθρωποι ότι χάριν των ιδικών του αγώνων δίδεται παρά Θεού η θεραπεία κι η ελευθερία των κακών. Τοιούτος όθεν προφήτης αληθέστατος ήτο, αλλά και βοηθός οξύτατος και ταχύτατος ιατρός. Άξιον δε μνείας είναι και τούτο· εφάνησαν ποτέ δύο ράβδοι φλογοειδείς φερόμεναι από τον ουρανόν, η μεν εξ ανατολών, η δε εκ του βορρά, κατευθυνόμεναι προς δυσμάς. Ο δε Άγιος εγνώρισεν ότι άλλο δεν εσήμαινε το γεγονός τούτο, παρά στρατεύματα Περσών και Σκυθών ερχόμενα εναντίον των Ρωμαίων· λυπηθείς όθεν κατέπαυσε δια προσευχής την ορμήν των Περσών στασιασάντων και συμπλακέντων μεταξύ των· τα όμοια συνέβησαν και εις τους Σκύθας. Ο Κύρου Θεοδώρητος, περί του οποίου προείπομεν, ότι ήτο φίλος στενός του Οσίου, επεβουλεύετο κατά πολλά υπό τινος· μη ευρίσκων δε παρηγορίαν και απαλλαγήν από του κακού, ήλθεν εις τον Όσιον· ούτος δε τον παρηγόρησε, υπενθυμίζων εις αυτόν τον μισθόν τον οποίον μέλλει να λάβη ο άνθρωπος δια την υπομονήν των πειρασμών, λέγων εις αυτόν επί πλέον να μη λυπήται, διότι μετά δέκα πέντε ημέρας θέλει εξαφανισθή ο πολέμιος. Και πράγματι ευρέθη αψευδής η πρόρρησις του Οσίου, ελευθερωθέντος ούτω του Θεοδωρήτου. Αλλά και ο μέγας Θεοδόσιος πολλά παρεκινήθη από τον Όσιον εις αρετήν, του προείπε δε ότι θέλει γίνει οδηγός και σωτηρία πολλών, δια τούτο όθεν να σπουδάζη προθύμως τας αρετάς, όπερ και επραγματοποιήθη. Ομοίως και Δανιήλ ο Στυλίτης, ευρισκόμενος εισέτι εις υπακοήν Γέροντος, απήλθε ποτε εις τον Όσιον και αναβάς εις τον στύλον να προσκυνήση, του είπεν ο Άγιος· «Ανδρίζου, τέκνον, και ενδυναμού εις τους κόπους της αρετής». Πολλά δε ωφεληθείς ανεχώρησεν, ενθυμούμενος πάντοτε τας νουθεσίας του Άγίου και προκόπτων καθ’ εκάστην μεγάλως. Ότε δε ποτε ηθέλησεν ο Δανιήλ να μεταβή εις Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως, εμφανισθείς ο Άγιος εν τη οδώ τον απέτρεψεν από την οδοιπορίαν, λέγων εις αυτόν ότι υπάρχουν κίνδυνοι ψυχικοί και σωματικοί εκ των αιρετικών, των βαρβάρων και των ληστών. Ο δε Δανιήλ υπαλούσας επέστρεψεν αγωνιζόμενος ως και πρότερον. Άλλοτε πάλιν εφάνη εις τον ίδιον Δανιήλ, καθ’ ύπνον, ο Άγιος παροτρύνων αυτόν να ανέλθη επί στύλου. Ο δε εξυπνήσας, εβιάζετο εις το να εκτελέση το προσταχθέν, αναβάς δε εμιμήθη ως ο Ελισσαίος τον Ηλίαν εις την αρετήν. Ο βασιλεύς των Περσών, ακούων τα πολλά και παράδοξα έργα του Αγίου, εσυλλογίζετο ημέραν και νύκτα τον Όσιον, εγκαταλείπων ως εκ τούτου τας βασιλικάς φροντίδας και δι’ αυτόν μόνον ερωτών. Ωσαύτως και η γυνή του εθαύμαζε κατά πολύ δια την φήμην του Αγίου και εζήτησεν έλαιον ευλογηθέν υπό του Οσίου, το οποίον λαβούσα εθεράπευσε με αυτό όχι μόνον τον εαυτόν της, αλλά και πάσαν ασθένειαν και πάθος των συγγενών της, των αυλικών και άλλων πολλών. Όσοι δε ήσαν πλησίον του βασιλέως, ακούοντες την μεγάλην φήμην του Αγίου και βεβαιούμενοι από τα έργα αυτού, θείον άνδρα τούτον ωνόμαζον. Ημείς όμως έως πότε θα φιλονικούμεν διηγούμενοι τους υπέρ φύσιν κόπους και τα κατορθώματα αυτού, τας στάσεις του νυκτός και ημέρας και τας αμετρήτους σχεδόν ειπείν μετανοίας; Διότι εις εκ των συντρόφων τού φιλαρέτου Επισκόπου Θεοδωρήτου, μετρήσας ποτέ μέχρι των χιλίων διακοσίων τεσσαράκοντα τεσσάρων και κουρασθείς αφήκε την μέτρησιν. Τοσούτον ήτο προθυμότατος εις τους αγώνας της αρετής, ώστε πάντοτε προσέθετε κόπους επάνω εις άλλους κόπους, και εις το τέλος του ενός αγωνίσματος εφεύρισκεν άλλο μεγαλύτερον, τόσον ώστε και ως άσαρκος υπό πολλών να νομίζεται. Όθεν και Διάκονός τις Φιλάρετος, ελθών από Βρυέννης, είπεν εις τον Όσιον· «Ειπέ ημίν, Άγιε του Θεού, άνθρωπος είσαι ή άλλη τις φύσις ασώματος»; Ο δε Άγιος αναβιβάσας αυτόν επί του στύλου έσυρε την χείρα του δια να τον εγγίση και να γνωρίση ούτος ότι έχει σώμα, δεικνύων άμα εις αυτόν και την φοβεράν πληγήν την οποίαν είχεν εις τον πόδα από την πολλήν ορθοστασίαν, περί ης προείπομεν. Πιστωθείς τότε ο Διάκονος εκήρυττε πανταχού τα υπέρ φύσιν αγωνίσματα του Αγίου. Εις τοιαύτα λοιπόν υπέρ άνθρωπον μέτρα φθάσας ο Άγιος, όμως πάλιν είχε περισσοτέραν την ταπείνωσιν και εις πάντας, σοφούς τε και αμαθείς και πλουσίους και ιδιώτας ήτο χαρίεις και γλυκύτατος, διδάσκων με θείους και αγγελικούς λόγους δύο φοράς την ημέραν και λέγων, ότι πρέπει να καταφρονώμεν τα παρόντα, ως πρόσκαιρα, να επιθυμώμεν δε και να μιμώμεθα τας αρετάς του Σωτήρος μας Χριστού και Δεσπότου, δια να συμβασιλεύωμεν αιωνίως μετ’ Αυτού εις την Βασιλείαν των ουρανών, κληρονομούντες τα εκείσε ακατανόητα αγαθά. Αλλά και εις την επίλυσιν των διαφορών ήτο ο Όσιος επιτηδειότατος και εκείνον τον οποίον κατεδίκαζεν, εχαίρετο περισσότερον από εκείνον που εδικαίωνε· τοσούτον ήτο κατά πάντα δεκτικός και γλυκύτατος. Ουχί δε μόνον εις τα έργα ήτο μέγας, αλλά και εις την πίστιν ζηλωτής θερμότατος και του λόγου χειριστής δεξιώτατος αποστομών Ιουδαίους, Έλληνας και αιρετικούς. Εις τούτο δε πολλά παρεκίνει και τους επιστάτας των Εκκλησιών και προεστώτας. Ταύτα δε πάντα εγένοντο από της ενάτης έως της δωδεκάτης ώρας της ημέρας, διότι από της δωδεκάτης ήτοι της δύσεως του ηλίου έως της ενάτης ώρας της επομένης ημέρας εγένετο προσευχή εκτενής προς τον Θεόν. Δεν πρέπει όμως να παραλείψωμεν και τούτο. Θεοδόσιος ο νέος βασιλεύς, παρακινηθείς από τινα έπαρχον της Αντιοχείας, νικηθέντα από χρήματα και δώρα, έδωκεν άδειαν εις τους Εβραίους να έχουν τας συναγωγάς των· μαθών δε τούτο ο θείος Συμεών ήλεγξε τον βασιλέα αυστηρός, διότι έκαμε πράγμα ασεβές και παράνομον. Ευθύς όθεν ο βασιλεύς μεταμεληθείς ηκύρωσε την άδειαν και κατήργησε τας συναγωγάς, απειλήσας μάλιστα δια θανάτου εκείνους οίτινες ήθελον εναντιωθή εις την βασιλικήν προσταγήν. Άλλην πάλιν φοράν άνθρωποί τινες είδον μακρόθεν μίαν μεγάλην έλαφον εις την πεδιάδα και μη δυνάμενοι να την φθάσουν, επεκαλέσθησαν τον Άγιον και έμεινεν η έλαφος ακίνητος· εκείνοι δε συλλαβόντες αυτήν την έσφαξαν, ευθύς όμως έμειναν άπαντες άλαλοι· μετά πολλήν δε ώραν ηννόησαν, ότι δια την προς την έλαφον ασπλαγχνίαν των ετιμωρήθησαν· δι’ ο και δραμόντες προς τον Άγιον, διηγήθησαν μετά δακρύων την υπόθεσιν· ο δε Όσιος ευσπλαγχνισθείς αυτούς τους ηυλόγησε και επανέκτησαν την φωνήν. Κατά την εποχήν εκείνην εγένετο σεισμός μέγας εις την ντιόχειαν και εις τα περίχωρα αυτής, μεγάλαι δε οικίαι και πολλά κτίρια εκρημνίζοντο, οι δε άνθρωποι εθάπτοντο υπό τα ερείπια· απηλπισμένοι όθεν οι Αντιοχείς καταφεύγουν εις τον Άγιον, δακρύοντες και θρηνούντες απαρηγόρητα. Ο δε Άγιος ήλεγξε μεν πρώτον αυτούς δια την αμέλειαν των καλών έργων, είτα δε τους είπε να δεηθούν άπαντες κράζοντες το, Κύριε ελέησον· μετά ώραν δε ικανήν προσευξάμενος και ο Άγιος είπεν εις επήκοον πάντων· «Να γνωρίζετε, αδελφοί, ότι ενός μόνον από όλους υμάς εισηκούσθη η δέησίς του». Καλέσας δε τον άνθρωπον τον εβίαζε να είπη τας αρετάς του, εκείνος δε ωμολόγει τον εαυτόν του αμαρτωλότερον πάντων· βιάζων όμως αυτόν επί πολύ είπεν: «Εγώ άλλο τίποτε δεν γνωρίζω, ειμή μόνον ότι είμαι γεωργός, εργαζόμενος δε πρώτον εις τα ολίγα μου κτήματα, τον επίλοιπον καιρόν εργάζομαι επί πληρωμή, εξ όσων δε συνάζω εκ της εργασίας μου το εν μέρος δίδω εις τους πτωχούς, το άλλο εις τους φόρους της πολιτείας, και το τρίτον κρατώ δια τα έξοδα του οίκου μου· τίποτε άλλο καλόν εις εμέ δεν γνωρίζω». Ακούσαντες δε εκείνοι έκλαυσαν άπντες δια την ιδικήν των αμέλειαν προς τας αρετάς και μεγάλως κατενύχθησαν. Ο δε Άγιος, απολύσας αυτούς εν ειρήνη, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες μεν αυτόν, τον δε ενάρετον γεωργόν επαινούντες και εγκωμιάζοντες. Έκτοτε ο μεν σεισμός κατέπαυσεν, αυτοί δε εμιμούντο την αρετήν του γεωργού, κατηγορούντες εαυτούς δια την αμέλειαν, την οποίαν είχον εις το καλόν· πολλοί δε εξ αυτών προέκοπτον εις το εξής, έχοντες υπόψη των το καλόν παράδειγμα του ελεήμονος γεωργού.                             
Δια τοιούτων όθεν πολλών και μεγάλων κατορθωμάτων διαλάμψας ο Όσιος, τελειώνει την ζωήν κατά το έτος υξα΄ (461), ζήσας έτη εξήκοντα εννέα, και από την εδώ παροικίαν διαβαίνει προς τον ποθούμενον Χριστόν δια να συναγάλλεται μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε των Αγίων Ασκητών, των οποίων τον βίον εζήλωσεν, εμιμήθη και εν πολλοίς υπερέβη με την ξενήκουστον επί του στύλου στάσιν, να καθορά πρόσωπον προς πρόσωπον τον γλυκύτατόν μας Δεσπότην και να συνομιλή μετ’ αυτού εις τους απεράντους αιώνας εις την Βασιλείαν των ουρανών. Ότε δε εκοιμήθη εγνωρίσθη εις πάντας η ανθρώπινος φύσις του Αγίου, διότι πολλοί μέχρι τότε αμφέβαλλον, ήδη δε έβλεπον διαλάμπουσαν έτι λαμπροτέραν την υπέρ άνθρωπον αρετήν του Οσίου. Εξήλθεν όθεν από το σώμα εκείνος όστις και προ της εξόδου απηρνήθη αυτό και μόνον δια την ψυχήν ηγωνίζετο και μετ’ αυτής έτι ζων περιεπάτει εις τους ουρανούς ομού με τας αγγελικάς στρατιάς, μετά των οποίων και συνηριθμήθη. Το δε τίμιον αυτού σώμα σεβασμίως ετάφη, βρύον θαύματα πολλά τε και μεγάλα. Ο δε βασιλεύς Λέων ο μέγας μετέφερε μετ’ ολίγον εις την Αντιόχειαν το σεβάσμιον εκείνο λείψανον μετά μεγάλης τιμής και λαμπαδηφορίας, δια την οποίαν έλεγον οι άνθρωποι της εποχής εκείνης ότι ήτο τόσον μεγάλη, ώστε συνεσκότιζε το φως του ηλίου, το δε πλήθος των ανθρώπων κατελάμβανε το πλησίον κείμενον όρος και τας πεδιάδας. Κατά την εις Αντιόχειαν ανακομιδήν του ιερού λειψάνου παρίστατο και ο στρατηγός της Ανατολής Αρδαβούριος, μεθ’ ολοκλήρου της δορυφορίας του. Ότε δε η ιερά αύτη λιτανεία έφθασεν εις τι χωρίον πλησίον της Αντιοχείας, έστη αιφνιδίως ακίνητος η φέρουσα το ιερόν λείψανον άμαξα προς γενικήν των ακολουθούντων έκπληξιν και φόβον μέγαν, άνθρωπος δε τις ερχόμενος τρέχων εκ των μνημείων, άτινα ήσαν εκεί πλησίον, εθρήνει γοερώς παρακαλών τον Άγιον να τον ελευθερώση από την βάσανον, ήτις τον κατετυράννει, διότι ούτος ασχημονήσας εις νεκρόν σώμα γυναικός, εδαιμονίσθη και ευρίσκετο ως δεδεμένος υπό του δαίμονος εις τον τάφον της γυναικός δια την μιαράν του πράξιν, διεστρέφοντο δε οι οφθαλμοί του και αφροί εξήρχοντο εκ του στόματος αυτού. Ευθύς όμως ως ήγγισεν εις το τίμιον λείψανον εγένετο υγιής, η δε άμαξα παρευθύς εκινήθη. Εις Αντιόχειαν εγένετο λαμπρά του ποθουμένου υποδοχή και κατά πρώτον μεν ετέθη τούτο εις τον περιφανή Ναόν του Οσίου Βασιανού· είτα δε εις τον πλησίον τούτου κτισθέντα. Ο δε ιατρευθείς εγένετο υπηρέτης του Ναού, ζήσας εναρέτως και ανταποδώσας την ευεργεσίαν εις τον Άγιον. Επειδή δε η φήμη των πολλών κι μεγάλων θαυμάτων αυτού πανταχού περιέτρεχεν, ο βασιλεύς Λέων, περί του οποίου προείπομεν, διέταξε να μετακομισθή το λείψανον του Αγίου εις Κωνσταντινούπολιν· οι Αντιοχείς όμως παρεκάλεσαν θερμώς και μετά δακρύων, όπως μη στερηθή η πόλις αυτών από τον μέγαν βοηθόν και φύλακα αυτής, όστις δια της μεγάλης αυτού αρετής κατεπράϋνε την οργήν του δικαιοκρίτου Θεού κατά την φοβεράν απειλήν του σεισμού. Πεισθείς εις ταύτα ο Αυτοκράτωρ αφήκεν εις τους Αντιοχείς τον κοινόν θησαυρόν. Πλην όμως, αν και εις Αντιόχειαν το ιερόν αυτού παρέμεινε λείψανον, όμως πανταχού εις τους αυτόν επικαλουμένους μετά πίστεως η χάρις των θαυμάτων αυτού προστρέχει. Εις δε την κορυφήν του όρους, εις το οποίον τους υπέρ φύσιν αγώνας ετέλεσεν, έκτισαν ιερόν εις σχήμα σταυρού, το οποίον εστερεούτο επάνω εις τέσσαρας θόλους εξ εκάστης πλευράς· έκαστος δε θόλος εστηρίζετο εις κίονας εκ πελεκητού λίθου και αρκετού ύψους. Το δε μέσον του Ιερού ήτο άνευ σκέπης, ούτως ώστε να περιλάμπηται πανταχόθεν δια του φωτός του ηλίου η αυλή, εις το μέσον της οποίας ήτο ο στύλος, επί του οποίου διήλθε την αγγελικήν πολιτείαν ο ισάγγελος Συμεών. Εις δε την κορυφήν των θόλων αφήκαν θυρίδας δια να εισέρχηται το φως της ημέρας· εντεύθεν δε διενοούντο την του Οσίου Συμεών λαμπρότητα, την οποίαν ούτος απολαμβάνει ιστάμενος πάντοτε πλησίον του μεγάλου φωτός της Μακαρίας και Παναγίας Τριάδος καθαρώτερον εκείθεν ελλαμπόμενος εκ της μιας Θεότητος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

ΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Του Μακαριωτάτου και σοφωτάτου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Τυρομενίας του  Κεραμέως.                                                                                                         

Ευλογητός ο Θεός ο καταξιώσας ημάς διαδραμείν την κυκλικήν του χρόνου περίοδον και προς την κορωνίδα του έτους ελθείν, εξ ης ώσπερ αφ’ ύσπληγγος (φετηρίας) αύθις του δρόμον του βιοτικού κατερχόμεθα τον αυτόν κύκλον δια πάσης της ζωής ημών ανελίττοντες, έως αν ο άπειρος ημάς εκείνος αιών διαδέξηται, ο διαστήματι χρόνου και ηλίου φορά μη μετρούμενος. Η μεν παρούσα ημέρα, (προκείσθω γαρ τω λόγω οίον ήδυσμα τοις φιλοκάλοις υμίν), κατά μεν το ιστορικώς γενόμενον και τελούμενον, αρχή της χρονικής υπάρχει ανακυκλήσεως, Ίνδικτα λεγομένη τη Ρωμαίων φωνή· ούτω γαρ εκείνοι τον ορισμόν ονομάζουσιν. Εβραίοις μεν γαρ αρχή του χρόνου νενόμισται ο Νισάν (Μάρτιος), παρ’ αυτοίς ούτως ονομαζόμενος, αρχή τυγχάνων της εαρινής ισημερίας και της κοσμογενέσεως, ως δηλοί των βοτάνων και θάμνων και δένδρων η βλάστησις. Ρωμαίοις δε πάλαι μεν ο Ιανουάριος ην του έτους αρχή· αφού δε ο Αύγουστος Καίσαρ τον Αντώνιον ετροπώσατο κατά τον Σεπτέμβριον μήνα, περιφανή ποιήσαι την νίκην βουλόμενος, μεταμείβει το Ρωμαϊκόν έθος και χαρίζεται τω μηνί τούτω τα πρεσβεία καθάπερ πρωτόλεια. O τοίνυν αγαθός Δεσπότης ημών δια σαρκός επιφανείς ημίν, και προς μίαν αυλήν συναγείρων Ιουδαίους και Ρωμαίους και Έλληνας, αγιάσαι την ημέραν ταύτην βουλόμενος, κατ’ αυτήν εις Ναζαρέτ παραγίνεται και είσεισιν εν τη συναγωγή, ως ο γλαφυρός Λουκάς ιστορεί, και βιβλίον ανά χείρας λαβών, τα περί αυτού τω Προφήτη τεθεσπισμένα υπανεγίνωσκεν· εντεύθεν ως ευλογηθείσαν την ημέραν υπό Θεού εορτάζειν αυτήν η Εκκλησία παρέλαβεν. Αλλά ταύτα μεν οίον σώμα έστω τω λόγω της εορτής, κατά τον ιερόν φάναι Μάξιμον· φέρε ουν και ταις ένδοθεν θεωρίαις τούτον ψυχώσωμεν. Ο μεν ούτος, ο κατά μεν τους Έλληνας Γορπιαίος, κατά δε τους Αιγυπτίους Θωθ, κατά δε τους Εβραίους Ευάλ, καθ’ ημάς δε Ρωμαϊκή γλώττη Σεπτέμβριος, εικόνα φέρει παλαιάς τε και νέας, και της εβδοματικής ταύτης ζωής, και της εν τω μέλλοντι καταστάσεως· και τούτο δι’ αινίγματος δεικνύς ο Θεός, τας τρεις εορτάς των Σαλπίγγων, και του Ιλασμού, και των Σκηνοπηγιών εν τούτω τω μηνί γενέσθαι προσέταξεν, ούτω φάμενος τω Μωϋσή: «Τη πεντεκαιδεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου εορτή σκηνών επτά ημέρας τω Κυρίω»· και «προσάξατε ολοκαυτώματα τω Κυρίω επτά ημέρας». Έβδομος δε μην από του Νισάν, ούτος εστιν ο Ευάλ· και μη σαλπίζειν τούτοις προσέταξε, και την πρώτην και την εβδόμην ημέραν έχειν κλητήν και ανάπαυσιν. Κελεύει δε η νομοθεσία, και κάλλυνθα φοινίκων λαβείν, και κλάδους ξύλου δασείς και ιτέας και άγνου· και ούτω τη εορτή επευφραίνεσθαι. (Βλ. Λευιτ. κγ: 34-44). Η μεν ουν των Σαλπίγγων εορτή, Νόμου και Προφητών και της εξ αυτών κηρυττομένης τύπος εστίν· ο δε Ιλασμός, σύμβολον της του Θεού καταλλαγής προς τον άνθρωπον· το γαρ υποδύντα την κατακριθείσαν φύσιν ιλασμόν έθετο ο Πατήρ ως ο Παύλος φησίν· η δε της Σκηνοπηγίας, τον τριπόθητον ημίν της αναστάσεως σημαίνει καιρόν, καλώς κατά τον έβδομον μήνα εκτελούμενον· μετά γαρ την εβδοματικήν του χρόνου περαίωσιν, ελπίζεται η ανάστασις εν η σκηνοποιηθήσεται δια της αφθαρσίας ο άνθρωπος, της αθανάτου ψυχής ενωθείσης τω διαρρεύσαντι σώματι, ως τα φυλλορροούντα των φυτών μετά των αειθαλών οι εορτάζοντες ανεμίγνυον. Οίμαι γαρ έγωγε προς τούτο βλέπειν και του «σαλπίσει, φησί, και οι νεκροί εγερθήσονται» (Α΄ Κορ. ιε: 52). Φαίη δ’ αν τις ίσως επαπορών, και ότου χάριν ούτος ο μην προεκρίθη τοσαύτας φέρειν εικόνας του της ζωής ταύτης τέλους και του μυστηρίου της αναστάσεως; Ότι τοι και μάλα πρεπωδέστατος ούτος προς το εικόνισμα, ου μόνον ότι έβδομος εστιν από του Νισάν ως ο λόγος απέδειξεν, αλλ’ ότι και φθίσις εστί των κατά το έαρ βλαστησάντων κατά την της κτίσεως γένεσιν. Προς τούτοις δε, ότι και την ζωδιακήν σφαίραν διϊππεύων ο ήλιος κατά τον μήνα τούτον, εις το δωδέκατον μόριον γίνεται, ο ζυγόν ονομάζουσι, σημαίνοντος τάχα του πράγματος το κατά την ισόρροπον εκείνην του Θεού κρίσιν της ανταποδόσεως δίκαιον. Ώσπερ δε ο αυτός ούτος μην καθ’ Εβραίους μεν εστιν έβδομος, πρώτος δε καθ’ ημάς, ο αυτός ων αμφότερα, ούτω δη και φθίσις εστί των καρπών, και αρχή τρυγητού· τούτο νοούντων ημών, ως και ο έβδομος ούτος αιών, τέλος μεν εστι και κατάστασις γενέσεως και φθοράς, αρχή δε του νοητού τρυγητού. Και ώσπερ ενταύθα, ει μεν ευγενής και ωραίος ο βότρυς εντεθή τοις ληνοίς, ηδύς και ανθοσμίας των βοτρύων ο οίνος απορρυήσεται, τη παριππεύσει του χρόνου συνεπιδιδούς εις κάλλος και εύπνοιαν· ει δε εκ σεσηπότων βοτρύων ή ομφακιζόντων ο οίνος αποθλιβή, εκτροπίας ευθύς και άποτος γίνεται, μεταβαλών εις δυσωδίαν τινά ή οξώδη ποιότητα, ή δια τινος ετέρας φθοράς εις σκωλήκων γένεσιν αλλοιούμενος. Ούτως εν τη παλιγγενεσία, των έργων ημών δίκην βοτρύων τω δοκιμαστικώ πυρί τεθέντων ως εν ληνώ, κατάδηλος η γεωργία εκάστου γίνεται. Οράτε όσα η δοκούσα μικρά εορτή αύτη περιέχει μυστήρια; Και όπως ο μην ουκ αθεεί (άνευ της θελήσεως του Θεού) παρά Ρωμαίοις ωνομάσθη Σεπτέμβριος; Μόνον ότι έβδομος εστι (σέπτεμ γαρ παρά Ρωμαίοις δηλοί έβδομος),  αλλ’ ότι και σεπτός εστι και σεβάσμιος. Άθρει (πρόσεχε) δε όπως και κατά την ημέραν ταύτην, ήτις εστίν αρχή και στέφανος του ενιαυτού, πολλών Αγίων συνέστη πανήγυρις συναρωγούντων ημίν εις την κατ’ αρετήν του χρόνου περαίωσιν. Εν ταύτη γαρ μνήμην άγομεν της του Σωτήρος εν τη Συναγωγή αναγνώσεως, και της ιεράς Εικόνος της Θεομήτορος, και Ιησού του Ναυή, και των εν Εφέσω αναιμωτί Μαρτύρων επτά, και των Παρθένων Τεσσαράκοντα γυναικών· Καλλίστης τε και Ευόδου και Ερμογένους των εκ φύσεως και πίστεως αδελφών· αλλά και Συμεών ο κιονίτης δαδουχεί την πανήγυριν. Άπαντες ούτοι του χρόνου την αρχήν αγιάζουσιν. Ο μεν Σωτήρ ημών Ιησούς ευλογεί τον στέφανον του ενιαυτού· η δια της σεπτής Εικόνος Αυτής τιμωμένη πάναγνος Δέσποινα, μεσίτις προς Θεόν ημών γίνεται· ο του Ναυή Ιησούς, κατ΄ ίχνος ακολουθείν διδάσκει τω αληθινώ Ιησού, ει τα τείχη της αμαρτίας, ως αυτός τα Ιεριχούντεια, μετ’ επείξεως (ταχύτητος) καταβάλοιμεν· οι Επτά Παίδες, τον δι’ εβδομάδος αριθμούμενον χρόνον καθαγιάζουσι δεικνύντες της αναστάσεως το μυστήριον, ης αυτοί μακρόν υπνώσαντες χρόνον, ανέστησαν· ο πάμμεγας Συμεών, τον εαυτού στύλον υποδεικνύς, από των γηϊνων ημάς δι’ αρετής κελεύει κουφίζεσθαι και τα άνω φρονείν. Καλλίστην, Εύοδον και Ερμογένην ήκιστα διαιρήσωμεν· ου γαρ διείλεν αυτούς φύσις και γνώμη και σύμπνοια και ταυτό της αθλήσεως· και ούτοι δη κάλλιστα ημάς ευοδούσι, την προς Θεόν αρμονίαν θηρούντες, ου γένος εσμέν κατά τον ειπόντα σοφόν. Ήκουσας του Ευαγγελιστού Λουκά λέγοντος σήμερον, ως ήκε Χριστός κατά την ημέραν ταύτην εις την εαυτού πατρίδα Ναζαρέτ, και ανέγνω «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ»; Ελθέ και αυτός προς την σην πατρίδα την νοητήν Ναζαρέτ, όπερ καθαρότης ερμηνεύεται τη Ελλάδι φωνή· ελθέ προς την του βίου καθαρότητα· αύτη και πατρίς και κόσμος ως αληθώς της ψυχής. Αν εις ταύτην έλθης, Πνεύμα Κυρίου επί σε γενέσθω σοι του χρόνου αρχή, καθαρωτέρου βίου αρχή. Εδούλευες μέχρι νυν αμαρτία τινί; Τω του ενιαυτού τέλει λαβέτω και αύτη τέλος, αρχή σοι πολιτείας εναρέτου γενέσθω τα Ίνδικτα. Ζηλώσωμεν των Αγίων τας πράξεις, των τε άλλων και αυτού του θείου και ιερού Συμεών, ου τον βίον πάντες ακούοντες θαυμάζομεν. Αλλ’ ου χάριν του θαυμάζεσθαι μόνον οι βίοι των Αγίων εγράφησαν, αλλ’ ώστε θαυμάζοντας και μιμητάς αυτών γενέσθαι. Πως ουν ερεί τις δυνατόν εκείνον τον υπέρ φύσιν ασκήσαντα; Εγώ σοι δια βραχέων ενδείξομαι, την ιστορίαν πρότερον επιτροχάδην διαδραμών. Ούτος ο μέγας, εκ παίδων έτι ποιμήν προβάτων γενόμενος, ου τοις χοίροις συνδιαιτώμενος κατά τον άτακτον εκείνον νέον τον αποστάντα της πατρικής εστίας και συβώτην γενόμενον, ουδέ βουκολών ημιόνους κατά τον Ιδουμαίον εκείνον Δωήκ, ούτε μην πωλοδαμνείν παιδευόμενος, αλλ’ αγέλη προβάτων επιστατών, κατά Μωσέα και Ιακώβ και Δαβίδ και Αμμών, επειδή ποτέ της Εκκλησίας είσω εγένετο και των Ευαγγελικών ήκουσε φωνών, γέροντός τινος αυτώ παραινέσαντος, πάντων αλογήσας βιοτικών, αντί θρεμμάτων ηγεμονεύειν, λογική ποίμνη συναγελάζεται. Και πρότερον μεν σχοινίω τραχεί την οσφύν περισφίγγεται· είτα γνωσθείς, εις φρέαρ εαυτόν καθείς, υπόγειος γίνεται· κακείθεν ανελκυσθείς, τον κιονίτην βίον πρώτος πάντων εκλέγεται, ταις κατά μικρόν επιδόσεσιν επαύξων του στύλου την άνοδον, πρώτον μεν εις εξ πήχεις υψώσας αυτόν, είτα δε μεγαλύνας αυτόν άχρι πηχών τριάκοντα εξ. Ούτω μετέωρος αρθείς, και πολλών σημείων γενόμενος αυτουργός, δαίμονάς τε φυγαδεύσας και βαρβάρων ημερώσας ήθος ατίθασον, και πολλούς προς Θεόν επιστρέψας, προς τας αϊδίους μετέστη μονάς, της αυτού πολιτείας οία στήλην τον στύλον καταλιπών. Παιδεύει τοίνυν ημάς ο ιερός Συμεών τω καθ’ εαυτόν υποδείγματι, έως αν παίδες εσμέν και ατελείς την πνευματικήν ηλικίαν, μη καταμιγνύειν εαυτούς ανθρώποις χοιρώδεσιν, οι τω βορβόρω χαίρουσι της ακολασίας ή την αμαρτίαν καθάπερ τας αγόνους ημιόνους ποιμαίνουσιν· η γαρ κακία ουκ εκ Θεού τον πληθυσμόν έσχεν, ως ουδέ εξ αλλήλων εστίν η του γένους των ημιόνων διαδοχή, ουδέ συναναφύρεσθαι ημάς τοις θηλυμανέσιν ως ίπποις. Αλλά τούτων απάντων αποφοιτώντες, εν ομοφρονούσι τε και ομογνωμονούσι, τοις παρ’ ημών ποιμαινομένοις συζήσωμεν, πάντων των εν ημίν λογισμών, προβάτων δίκην τω βουλήματι του επιστατούντος λόγου ποιμαινομένων. Και ούτως εν πραότητι ζώσιν ημίν, επιλάμψει εν ταις ψυχαίς του Ευαγγελίου το κήρυγμα δια των προσηκόντων τη αρετή διδασκόμενον, και προς τον τελειότερον της αρετής βίον διεγείρον ημάς, ώστε μακράν γενέσθαι των κοσμικών παθών, και την στενήν και τεθλιμμένην βαδίζειν οδόν, περιεζωσμένους εν τω τραχεί και κατεσκληκότι βίω της εγκρατείας, τας εκ των νεφρών αλόγους πυρώσεις, τω σώφρονι λογισμώ, ως εν σχοινίω συσφίγγοντας. Όταν ουν τούτο κατορθωθείη ημίν, καν υπό πάντων γνωσθείημεν, καν ως ενάρετοι θαυμαζόμεθα, τω λάκκω της ταπεινώσεως εμβάλωμεν εαυτούς τον μέγαν τούτον μιμούμενοι. Φύγωμεν τοίνυν το κενόν τούτο και κούφον δοξάριον· «όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθ. κγ: 12), ως η θεία λέγει πυκτίς. Εκείνος ουκ αν εις τα του στύλου ήρθη μετέωρα, ει μη πρότερον εν τω ξηρώ λάκκω καθήκεν εαυτόν τω πολλής δυσωδίας ανάπλεω· και ημείς δε ουκ αν προς ύψος αρετής αναχθείημεν, ει μη την ταπείνωσιν ασπασώμεθα· ει δε και κρυπτόμενοι, την ταπεινοφροσύνην μη λάθοιμεν (αληθές γαρ, ως αρετή όσον κρύπτεσθαι σπουδάζει, κηρύττεται), και ανιμήσονται ημάς εκ του λάκκου, τουτέστι φανερώσουσιν ημάς οι την αρετήν θαυμάζοντες, επιπονώτερον ασπασώμεθα βίον, ταις κατά μικρόν προσθήκαις εις τον στύλον των αρετών αναγόμενοι· πρότερον μεν εν εξαπήχει της αναβάσεως φθάσαντες ύψει, τας εξ εντολάς δηλαδή ως κρηπίδα θέντες της αναβάσεως, δι’ ων κληρονομούσι την των ουρανών Βασιλείαν οι δίκαιοι· ο γαρ επί θρόνου δόξης κεκαθικώς Βασιλεύς, τοις εκ δεξιών αυτού, των τηρηθεισών αυτοίς εξ εντολών ως αμοιβήν την των ουρανών Βασιλείαν χαρίζεται. Όταν ουν σωματικώς θρέψωμεν δια των πενήτων τον Κύριον πεινώντα, και διψώντα ποτίσωμεν, και ξενοδοχήσωμεν, και ενδύσωμεν, και επισκεψώμεθα ασθενεία ή δεσμοίς συνεχόμενον, τότε τω εξαπήχει στύλω βεβήκαμεν. Ει δε καθάπερ μναν ή τάλαντον πολυπλασιάσοιμεν τας αρετάς δια της εργασίας πληθύνοντες, τότε ο των αρετών ημίν κύκλος αποτελείται, εις εαυτήν πολυπλασιασθείσης της εξάδος των εντολών, ως γενέσθαι τα εξ, τριάκοντα εξ· κακείσε γαρ οίμαι στήναι, ει και κατά την ιστορίαν ο του μεγάλου Συμεών στύλος τοσούτον ανύψωτο. Αλλ’ επειδή ο αριθμός ούτος και κύκλος εστί και τρίγωνος και τετράγωνος, το της αρετής του ανδρός εσήμανε τέλειον, όπως τε πάγιος ην προς την εις την Τριάδα ευσέβειαν, και όπως τω κύκλω των αρετών εστεφάνωτο. Αν ουν τοιαύταις χρησάμενοι αναβάσεσιν εις το ύψος τουτί δράμωμεν, και τους επιβούλους της ημών σωτηρίας φυγαδεύσωμεν δαίμονας, και ως βαρβάρους τα ενοχλούντα ημίν πάθη πραϋνωμεν, και σφίσιν (ημίν) αυτοίς και πολλοίς άλλοις πρόξενοι σωτηρίας εσόμεθα, και των ακηράτων και αιωνίων αγαθών απολαύσωμεν, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Aμήν. 

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

ΛΟΓΟΣ Α΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ του εν Αγίοις πατρός ημών Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου.

Θαυμασταί των Ορθοδόξων αι πανηγύρεις φαιδραί των Μαρτύρων αι μνήμαι, ανεπαίσχυντοι των ευσεβών αι ευωχίαι. Ουχ εορτάζομεν χρόνον τον αστάτως κινούμενον· ου σεβόμεθα ενιαυτόν την της ανθρώπων ζωής δαπάνην· ου προσκυνούμεν αιώνα τον εις φθορ΄ν ημάς έλκοντα. Ου λατρεύομεν τη κτίσει· σύνδουλα γαρ τα γεγονότα. Ου θεραπεύομεν την ύλην· εξ ούκ όντων γαρ υπέστη. Ως γαρ αρχήν γενέσεως έσχε ταύτα, και φθοράς υπόκεινται τέλει. Ου σεβόμεθα ουρανόν· ως καπνός γαρ εστερεώθη. Ου σεβόμεθα στερέωμα· εκρυσταλλώθη. Ου σεβόμεθα το φως· λόγω γαρ εδημιουργήθη. Ου σεβόμεθα την σελήνην· σχήματι γαρ εκοσμήθη. Ου σεβόμεθα την γην· εξ ύδατος γαρ ανειλκύσθη. Ου σεβόμεθα το πυρ· υλικόν γαρ το στοιχείον. Ου προσκυνούμεν το ύδωρ· ρέουσα γαρ η φύσις. Ου λατρεύομεν τω χρόνω· ουχ έστηκε γαρ, αλλ’ αφίσταται. Ου σεβόμεθα την ημέραν· διατάξει γαρ γουλεύει. Πάντα χρόνω γηρά, και χρόνος μετά πάντα γηρά. Θεός δε μόνος παλαιότητος ανώτερος· και δείκνυσιν η της συντελείας ημέρα. Έλληνες μεν ουν και Ιουδαίοι αδελφοί ανομίας, του διαβόλου τα λάφυρα, της αμαρτίας τα έκγονα, της πλάνης τα θρέμματα, της δυσσεβείας η πώρωσις, της γεέννης οι ναυτολόγοι, οι όφεις της ασεβείας, οι υιοί της κατάρας. Ούτοι εορταζέτωσαν δυσσεβώς, επειδή φρονούσιν ανοσίως. Οι μεν την πλάνην τιμάτωσαν, οι δε τον νόμον πατήτωσαν, και εκάτεροι εις τα πονηρά μαθητευέτωσαν· συνήλλαξαν γαρ. Ιουδαίοι παρ’ Ελλήνων έμαθον την ειδωλολατρίαν, και Έλληνες παρά Ιουδαίων το προφητοκτονείν· οι Ιουδαίοι γαρ εν τω νόμω πάσαν ελληνικήν επεδείξαντο πλάνην. Αλλά γαρ αγανακτείς, ω Ιουδαίε, ταύτα ακούων; Εννόησον γαρ πράξεις και μη χαλέπαινε προς τας μέμψεις. Που γαρ ουκ ειδωλολάτρησας, ειπέ μου; Εν τη ερήμω μόσχον εχάλκευσας, τροπαιοφορούμενος τω Βεελφεγώρ ετελέσθης· εν τη Μωαβίτιδι τω Θάματζ προσεκύνησας, εν τη Παλαιστίνη τω Δαγών εθυσίασας, εν Φοινίκη τη Αστάρτη ελάτρευσας, εν αιχμαλωσία τω Χαμώς προσεκύνησας. Έλειψε τόπος, ουκ έλειψε μύσος. Δια τούτο και τας εορτάς υμών μισεί ο Δεσπότης· άκουε γαρ του Προφήτου λέγοντος· «Μεμίσηκα, απώσμαι εορτάς υμών, και ου μη οσφρανθώ θυσίας εν ταις πανηγύρεσιν υμών» (Αμώς ε: 21). Πάσα γαρ εορτή Ιουδαίων φόνους επήγαγε. Νηστεύων, τον Ναβουθαί ελίθασας· εορτάζων, τον Ησαϊαν έπρισας· πανηγυρίζων, τον Ιερεμίαν εις λάκκον κατέρριψας· εις κρίσεις και μάχας ανοσίως ενήστευσας· κραιπαλών, την κιβωτόν επί του Ηλί παρέδωκας, τον Ιωάννην απεκεφάλισας. Ει τοιαύτα εορτάζεις, το θρηνείν σοι συμφέρει. Ημείς δε εορτάζομεν θεία και παράδοξα πράγματα, των Μαρτύρων τους άθλους, των ταφέντων τας νίκας, των μη ορωμένων τα δίκτυα, των διαλυθέντων την ιατρείαν. Εν πρώτοις του Χριστού και Θεού μου τα θαύματα, α δια την εμήν σωτηρίαν άνθρωπος γεγονώς εξετέλεσεν· είθ’ ούτω των δούλων αυτού τα πάθη· του Στεφάνου τον λιθοκόλλητον στέφανον, του ενδόξου Λαυρεντίου τα κατά θανάτου τρόπαια, της Άννης την αναυάγητον δέησιν· Ω Τριάς Τριάδος κήρυξ! Ω λείψανα, των οδυνωμένων τα φάρμακα! Ω κόνις, πηγή ιαμάτων! Ω οίκος, ουρανού το κάλλος μιμούμενος! Αλλά και το άψυχον στοιχείον, η θάλασσα, αλαλήτως βοά προς υμάς: Ήλεγξας τους συνδούλους, κηρύξω καγώ τον Δεσπότην. Ου βαρεί με το ίχνος του Πλάστου, αγιάζουσί με οι πόδες Χριστού. Μωϋσής έσχισεν, αλλ΄ ούτος ηγίασε, τον Ιωνάν ερρόφησας, τούτον δε φρίττω· τον Νώε εκλυδώνισα, αλλ’ ου τολμώ προσβλέψαι τω χερσί τον άνθρωπον πλάσαντι. Ποσί την θάλασσαν ηγίασε, τον ουρανόν τω θρόνω εδόξασε, την γην τη φάτνη ελάμπρυνε, τον άδην δια του τάφου εφώτισεν. Ουκ ειμί αγνώμων και άψυχος· επιγινώσκω ως στοιχείον τον ποιήσαντα· οι λέγω μετά των Ιουδαίων «Ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά Θεού» (Ιωάν. θ: 16), αλλά κράζω ευσεβούσα· «Ούτός μου Θεός και δοξάσω αυτόν». Δείξω τα της εμής φύσεως, ελέγξω των μιαιφόνων τας γνώμας, δημοσιεύσω του περιπατήσαντός με το κράτος. Ούτοι σύνδουλοι, εκείνος Δεσπότης ου φόβω τούτους ταράττω. Ο μεν Δεσπότης εν τη θαλάσση αβρόχως εβάδιζεν, οι δε πλέοντες εθορυβούντο, ο δε φόβος τούς κινδυνεύοντας βοάν παρεσκεύασεν· ο δε φιλ΄νθρωπος το θαρρείν παρεκελεύετο, λέγων: «Θαρσείτε, εγώ ειμί, μη φοβείσθε». Θαρσείτε, την της πίστεως έχοντες άγκυραν· ειδωλολατρίας γαρ σπιλάς ουκ εβύθισεν υμάς, Θαρσείτε, Ιουδαϊκή υμάς λαίλαψ ου κατεπόντισε. Θαρσείτε, αιρετική υμάς τρικυμία ου κλυδωνίζει. Εγώ ειμι ο συνάναρχος του Πατρός Λόγος, της ακτίστου αρχής ο κλάδος, της κοσμικής αμαρτίας ο αμνός, του των πόλεων ναυαγίου ο κυβερνήτης της Ορθοδόξου Πίστεως ο θησαυρός, των μαρτυρικών αγώνων ο βραβευτής. «Εγώ ειμι, μη φοβείσθε». Όπου γαρ ο Θεός πάρεστιν, απελήλατο κίνδυνος χάριτι Θεού. Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Η πρώτη Σεπτεμβρίου αρχή της Ινδίκτου

Τη   Α΄ (1η) του μηνός Σεπτεμβρίου αρχή της Ινδίκτου, ήτοι του νέου έτους.                                 

Η Αγία του Θεού Εκκλησία εορτάζει σήμερον την Ινδικτιώνα, δια τρεις αιτίας· πρώτον, επειδή αυτή είναι αρχή του χρόνου· δια τούτο δε και παρά των παλαιών Ρωμαίων πολλά ετιμάτο εξ αρχαίων χρόνων. Ινδικτιών δε κατά την ρωμαϊκήν, ήτοι την λατινικήν γλώσσαν, θέλει να είπη ορισμός. Και δεύτερον εορτάζει ταύτην η Εκκλησία, επειδή κατά την σημερινήν ημέραν μετέβη ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Ιουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το βιβλίον του Προφήτου Ησαϊου, καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκά δ: 16), το οποίον ανοίξας ο Κύριος ημών, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Ησαϊου, εις το οποίον είναι γεγραμμένα δια τον Ίδιον τα λόγια ταύτα· «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. δ: 18-19). ΑΑφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Κύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, έκλεισε το βιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην· έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν· «Σήμερον πεπλήρωται η Γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών» (αυτ. 21). Όθεν ο λαός, ταύτα ακούων, εθαύμαζε δια τους κεχαριτωμένους λόγους, οίτινες εξήρχοντο από του στόματός του, ως γράφει ο αυτός Ευαγγελιστής Λουκάς (αυτ. 22). Είναι δε και Τρίτη αιτία, δια την οποίαν η Εκκλησία του Χριστού κάμνει σήμερον ενθύμησιν της Ινδίκτου, και εορτάζει την αρχήν του νέου έτους· ήτοι, ίνα δια μέσου της υμνωδίας και ικεσίας, τας οποίας προσφέρομεν εις τον Θεόν εν τη εορτή ταύτη, γίνη ο Θεός ίλεως εις ημάς, και ευλογήση το νέον έτος, και χαρίση τούτο εις ημάς ευτυχές και πλήρες από όλα τα σωματικά αγαθά, και ίνα φωτίση τας διανοίας μας, εις το να περάσωμεν όλον τον χρόνον καθαρώς και με αγαθήν συνείδησιν, και εις το να ευαρεστήσωμεν τον Θεόν με την φύλαξιν των εντολών του και ούτω να τύχωμεν των εν ουρανοίς αιωνίων αγαθών. 

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Ο Όσιος ΓΕΛΑΣΙΟΣ

Ο Όσιος ΓΕΛΑΣΙΟΣ εν ειρήνη τελειούται. 
                                                                            
Καταχωρίζομεν ενταύθα το κατόρθωμα, το οποίον εποίησεν ο Αββάς ούτος Γελάσιος, ως δηλωτικόν της άκρας προσπαθείας του και το οποίον αναφέρει ο «Ευεργετινός» (ημετέρα έκδοσις Ε΄, Τόμ. Β΄ υπόθ. ΛΗ΄, σελ. 346, Διδ. 10). Είναι δε τούτο το εξής: Ο Όσιος ούτος είχεν εν βιβλίον περιέχον την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην, το οποίον είχεν εναποθέσει εις την Εκκλησίαν δια να το αναγινώσκουν οι αδελφοί, είχε δε τούτο αξίαν 18 νομισμάτων. Τούτο αδελφός τις ξένος έκλεψεν, ο δε Όσιος Γελάσιος, αν και ηννόησε τον κλέπτην, δεν τον εκυνήγησεν. Ο δε κλέψας επήγεν εις την πόλιν και εζήτει να το πωλήση 16 νομίσματα. Εκείνος όμως ο οποίος ήθελε να το αγοράση, το επήρε δια να το εξετάση, κατά συγκυρίαν δε επήγε και το έδειξεν εις τον ίδιον Αββάν Γελάσιον ζητών να τον πληροφορήση περί της αξίας αυτού. Ο Αββάς Γελάσιος, ιδών τούτο, προσεποιήθη ότι δεν εγνώριζε τίποτε, και είπεν εις τον άνθρωπον· «Καλόν είναι και αγόρασον αυτό εις την τιμήν την οποίαν ζητεί». Επιστρέψας δε εκείνος προς τον κλέψαντα είπεν· «Έδειξα το βιβλίον εις τον Αββάν Γελάσιον και μοι είπεν ότι δεν είναι άξιον τόσης τιμής, όσην ζητείς». Ο δε κλέψας είπε· «Δεν σοι είπεν άλλο τίποτε ο Γέρων»; Απεκρίθη ο άνθρωπος· «Όχι». Όθεν ο κλέψας κατανυχθείς από την ανεξικακίαν του Γέροντος, είπε· «Δεν θέλω πλέον να το πωλήσω». Όθεν λαβών αυτό επήγε προς τον Όσιον Γελάσιον και παρεκάλει αυτόν να το δεχθή, ο Όσιος όμως δεν ήθελεν· ο δε κλέψας είπεν· «Εάν δεν το πάρης, εγώ δεν έχω ανάπαυσιν». Τότε λέγει προς αυτόν ο Όσιος· «Εάν δεν αναπαύεσαι, ιδού το λαμβάνω». Όθεν από το έργον τούτο του Γέροντος ωφελήθη ο κλέψας αυτός αδελφός έως τέλους της ζωής του.   

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Ο Άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου ΖΩΤΙΚΟΥ του Ορφανοτρόφου.                                             
Ζωτικός ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του μεγάλου Κωνσταντίνου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη τστ΄- τλζ΄ (306-337), καταγόμενος από την παλαιάν Ρώμην, γεννηθείς από γένος έντιμον και λαμπρόν και παιδευθείς με πάσαν σοφίαν εκ νεαράς ηλικίας του. Επειδή δε ήτο αγχίνους και φρόνιμος, κληθείς υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου του βασιλέως ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και ετιμήθη παρ’ εκείνου με την αξίαν του μαγιστριανού. Κατά την εποχήν εκείνην ομού με τον Άγιον τούτον Ζωτικόν ήλθον από την Ρώμην εις την Κωνσταντινούπολιν και άλλοι τινές άρχοντες κληθέντες υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μεταξύ δε τούτων ήσαν ο λεγόμενος μαγιστριανός των αρμάτων, Παυλίνος ο τούτου ανεψιός, Ολύμβριος, Βήρος, Σεβήρος, Μαριανός, Άνθιμος, Ουρβίκιος, Σαμψών και Στούδιος, των οποίων τα ονόματα φέρονται έως της σήμερον εις τους ευαγείς οίκους, τους οποίους αυτοί οι ίδιοι έκτισαν εις Κωνσταντινούπολιν. Λέγεται λοιπόν ότι κατά τον καιρόν εκείνον ηκολούθησεν εις την Κωνσταντινούπολιν η λεγομένη ιερά νόσος, ήτοι η λώβη (λέπρα), επειδή δε αύτη είναι μεταδοτική, έκαμε νόμον ο βασιλεύς, ότι, όστις προσβληθή από την τοιαύτην ασθένειαν, να ρίπτεται εις την θάλασσαν ίνα μη μεταδώση ταύτην και εις τους άλλους. Τούτον τον νόμον δεν υπέφερεν όχι μόνον να φυλάξη, αλλ΄ ούτε καν να ακούση ο συμπαθής και φιλάδελφος Ζωτικός· όθεν από τον θείον και αδελφικόν ζήλον πυρποληθείς, επήγεν εις τον βασιλέα και του είπεν· «Ας δώση ο βασιλεύς εις εμέ τον δούλον του χρυσίον πολύ, ίνα με αυτό αγοράσω μαργαρίτας και πολυτίμους λίθους, εις δόξαν και τιμήν του κράτους αυτού, επειδή εγώ έχω πολλήν εμπειρίαν εις τα τοιαύτα». Ο βασιλεύς νομίσας ότι πράγματι περί πολυτίμων μετάλλων ομιλεί, προσέταξε να του δοθή όσον χρυσίον ήθελε. Λαβών λοιπόν το χρυσίον ο θεοφιλής και φιλάδελφος και των του Θεού εντολών εργάτης δοκιμώτατος Ζωτικός εξήλθεν από το παλάτιον με χαράν της καρδίας του, και τι μεταχειρίζεται; Ευρίσκων τους δημίους, οίτινες ελάμβανον τους λωβούς με την άδειαν του επάρχου της πόλεως και τους έρριπτον εις την θάλασσαν, έδιδεν εις αυτούς αρκετόν χρυσίον, και ούτω λυτρώνων τους λωβούς από τον πνιγμόν της θαλάσσης, τους παρελάμβανε και τους μετέφερε πέραν του Βυζαντίου εις εν όρος ονομαζόμενον κατά το καιρόν εκείνον Ελαιών, και εκεί κατασκευάσας σκηνάς και καλύβας ανέπαυεν εις αυτάς τους λωβούς. Αύτη η θεοκερδής πραγματεία, την οποίαν μετεχειρίζετο ο Άγιος, δεν ηδυνήθη να κρυβή από τους πολλούς, επειδή οι λωβοί ήσαν πολλοί και τα παρά του βασιλέως διδόμενα καθ’ εκάστην ημέραν χρήματα ήσαν πολλότατα. Όθεν εκ των πολλών αυτών εξόδων ενόμιζον οι πολλοί, ότι μέλλει να ακολουθήση πείνα εις την Κωνσταντινούπολιν. Αφού δε μετέστη προς τον Θεόν ο Μέγας Κωνσταντίνος, εν έτει τλζ΄ (337), έλαβεν την βασιλείαν ο υιός του Κωνστάντιος, όστις δεν επολιτεύετο ευσεβώς και ορθοδόξως, επειδή είχε την αίρεσιν του Αρείου· όθεν και πολλούς Ορθοδόξους ετιμώρησε, διότι δεν εδέχοντο την τοιαύτην κακοδοξίαν. Ούτος δε ο Κωνστάντιος απεστρέφετο και τον μακάριον Ζωτικόν, ως Ορθόδοξον όντα, αν και τον ηυλαβείτο δια την αγάπην την οποίαν εδείκνυε προς αυτόν ο πατήρ του Μέγας Κωνσταντίνος. Λαβών όμως ευλογοφανή αφορμήν εκ της ενεργείας ταύτης του Ζωτικού, εφύλαττεν οργήν και έχθραν κατ’ αυτού, νομίζων ότι δι’ αυτού θα μεταδοθή δήθεν εις όλην την πόλιν η ασθένεια της λώβης. Συνέβη δε να προσβληθή υπό της λώβης και η θυγάτηρ του βασιλέως, η οποία παρεδόθη υπό του ιδίου πατρός της εις τον έπαρχον της πόλεως δια να ρίψη αυτήν εις την θάλασσαν, αλλ’ ο Άγιος Ζωτικός, δους την συνειθισμένην πληρωμήν εις τους δημίους, εξηγόρασε την θυγατέρα του βασιλέως και την συνηρίθμησε με τους λοιπούς λωβούς. Επειδή δε ηκολούθησε κατά συγχώρησιν Θεού να γίνη εις την Κωνσταντινούπολιν η αναμενομένη πείνα και η Πόλις υστερήθη τας προς το ζην αναγκαίας τροφάς, ο βασιλεύς εζήτησε να μάθη από ποίαν αιτίαν ηκολούθησεν η τοιαύτη πείνα· οι δε συκοφάνται και της αληθείας εχθροί, ευρόντες ευκαιρίαν, διέβαλον εις τον βασιλέα τον μακάριον Ζωτικόν και εβεβαίουν ότι αυτός είναι ο αίτιος της πείνης, επειδή διαμοιράζει εις τοτουςωβούς, οίτινες ήσαν πλήθος αναρίθμητον, πλουσίας και αφθονοπαρόχους τροφάς και λοιπάς σωματικάς ανάγκας. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, εφυλάχθη μεν προς ολίγον και δεν εθυμώθη, διότι ηυλαβείτο ολίγον τον Όσιον και συνεστέλλετο, ως ανωτέρω είπομεν, και επειδή ακόμη δεν είχεν απολαύσει τους μαργαρίτας και τους πολυτίμους λίθους τους οποίους είχεν υποσχεθή να του αγοράση. Πεισθείς όμως από κακοπροαιρέτους ανθρώπους, προσέταξε να τον συλλάβωσι. Μαθών τούτο ο Άγιος επήγε κρυφίως με προθυμίαν εις το βασιλικόν παλάτιον, και εισελθών παρρησιάζεται εις τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς λέγει ειρωνικώς προς αυτόν· «Ήλθεν, ω μαγιστριανέ, το πλοίον το οποίον έφερε τους μαργαρίτας και τους πολυτίμους λίθους»; Ο Όσιος απεκρίθη· «Ναι, βασιλεύ, ήλθεν· όθεν, αν είναι ορισμός σου, ελθέ μετά του δούλου σου δια να ίδης αυτά». Ευθύς τότε ο βασιλεύς, χωρίς να αργοπορήση, ηκολούθησε τον Όσιον εις την οδόν. Ο δε μακάριος Ζωτικός επήγεν έμπροσθεν και είπεν εις τους λωβούς αδελφούς να εξέλθωσιν από τας καλύβας των ομού με την θυγατέρα του βασιλέως, βαστάζοντες λαμπάδας ανημμένας εις τας χείρας των, δια να προϋπαντήσωσι τον βασιλέα. Ο δε βασιλεύς φθάσας εις τον τόπον εκείνον του Ελαιώνος και βλέπων τους λωβούς λαμπαδηφορούντας, εθαύμασε δια το πολύ πλήθος αυτών και είπε· «Ποίοι είναι ούτοι»; Τότε ο Ζωτικός δεικνύων τους λωβούς με τον δάκτυλόν του απεκρίθη· «Ούτοι, ω βασιλεύ, είναι οι υπέρτιμοι λίθοι και οι λαμπροί μαργαρίται, τους οποίους εγώ με πολύν κόπον ηγόρασα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς και νομίσας ότι έκαμε το πράγμα τούτο δια να τον εμπαίξη, ήναψεν από τον θυμόν, και ευθύς προστάσσει να δέσωσιν ανελεημόνως τον Όσιον οπίσω αγρίων ημιόνων, έπειτα δε να διώκωσιν αυτάς ούτως ώστε να κατακοπώσι τα μέλη του σώματός του και να χωρισθή βιαίως από την παρούσαν ζωήν. Αι ημίονοι λοιπόν δερόμεναι και με κέντρα κεντούμεναι, βλέποντος και του βασιλέως, κατεκρήμνισαν, φευ! με τον βίιον και ορμητικόν δρόμον των τον Άγιον από το βουνόν εις τον κατήφορον· όθεν τα μέλη του αοιδίμου Ζωτικού διεσκορπίσθησαν εδώ και εκεί, και οι οφθαλμοί του διεφθάρησαν. Εις τον τόπον όμως όπου εγίνοντο ταύτα, ανέβλυσε βρύσις καθαρού και πολυτιμοτάτου ύδατος, η οποία θεραπεύει πάσαν νόσον (ήτοι ασθένειαν πολυχρόνιον) και πάσαν μαλακίαν (ήτοι ασθένειαν ολιγοχρόνιον), εις δόξαν του φιλοικτίρμονος Θεού, και εις έπαινον του θεράποντος αυτού Ζωτικού. Ότε δε ο Άγιος συρόμενος παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού, τότε ευθύς και οι ημίονοι εστάθησαν και έμειναν ακίνητοι, αν και εδέροντο δυνατά από τους στρατιώτας. Όχι δε μόνον τούτο, αλλ’ ω του παραδόξου θαύματος! και με ανθρωπίνην φωνήν εφώναξαν αι ημίονοι εις επήκοον πάντων, θριαμβεύουσαι μεν την ασπλαγχνίν και αλογίαν του βασιλέως και ονομάζουσαι αυτόν τυφλόν και αναίσθητον, φανερώνουσαι δε ότι εις εκείνον τον ίδιον τόπον πρέπει να ενταφιάσωσι το Λείψανον του Αγίου. Ταύτα βλέπων και ακούων ο βασιλεύς εγέμισεν από θάμβος και έκτασιν· όθεν με στεναγμούς και συντετριμμένην καρδίαν και με πικρά δάκρυα παρεκάλει τον Κύριον, ίνα γίνη ίλεως εις αυτόν, φωνάζων ότι εξ αγνοίας έγιναν τα παρ’ αυτού πραχθέντα. Παρευθύς τότε προστάσσει να ενταφιασθή το σώμα του Μάρτυρος με πολλήν επιμέλειαν και με τιμήν υπερβάλλουσαν, να κτισθή δε με σπουδήν προθυμοτάτην δι’ εξόδων βασιλικών οικία και νοσοκομείον μεγαλώτατον δια την ανάπαυσιν των λωβών και να αφιερωθώσιν εις αυτό πολλά κτήματα και σιτηρέσια. Το τίμιον λοιπόν Λείψανον του Αγίου Ζωτικού από τότε και έως του παρόντος δεν παύει να θαυματουργή άπειρα θαύματα με την Χάριν του φιλανθρώπου Θεού· τελείται δε η αυτού Σύναξις εις τον ποστολικόν Ναόν του Αγίου Παύλου, όστις ευρίσκεται εις το Ορφανοτροφείον.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία

Tη  ΛΑ΄ (31η) του αυτού μηνός μνήμη της Οσίας ΜΕΛΑΝΗΣ της Ρωμαίας.                         

Μελάνη η μακαρία μήτηρ ημών η σήμερον εορταζομένη ήτο γέννημα και θρέμμα της περιφήμου μεγαλοπόλεως Ρώμης, εις την οποίαν εγεννήθη κατά το έτος τπγ΄ (383), καταγομένη από γένος περιφανέστατον. Οι γονείς της ήσαν οι πρώτοι της βουλής και από όλους τους άρχοντας πλουσιώτεροι, ευσεβείς και αυτοί και ενάρετοι. Όταν δε έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον και οι γονείς της εβούλοντο να την υπανδρεύσουν, τους παρεκάλεσε να μη της αναφέρουν πλέον υπόθεσιν γάμων. Αυτοί όμως είχον πόθον να κάμουν απόγονον, δια να κληρονομήση τον πλούτον των. Όθεν και μη θέλουσαν την υπάνδρευσαν, όταν ήτο εις το δέκατον τέταρτον έτος της ηλικίας της. Ο δε νυμφίος ήτο ετών δεκαεπτά, Απελλιανός ονομαζόμενος, καταγόμενος και αυτός από γένος των υπάτων ευγενικώτατον. Η δε θαυμασία Μελάνη και μετά τους γάμους είχεν όλον τον νουν της εις την παρθενίαν και επεθύμει πάρα πολύ να φέρη εις αυτήν την σώφρονα γνώμην και τον νυμφίον της και πολλά τον παρεκάλεσε, λέγουσα προς αυτόν τοιαύτα με θερμότατα δάκρυα· «Δέομαί σου, ηγαπημένε μου, να φυλάξωμεν σωφροσύνην απόκρυφα, χωρίς να ηξεύρη ο κόσμος τίποτε και χαρά εις την ψυχήν σου, εάν κατορθώσης τοιαύτην αρετήν θεάρεστον· εάν δε πάλιν δεν ημπορής συ να παρθενεύης δια το νέον της ηλικίας σου, πορεύου συ καθώς θέλεις και εμέ άφες εις την εξουσίαν μου και σου χαρίζω όλην την προίκα μου, δούλους, χρυσίον, ιμάτια και τα επίλοιπα άπαντα, όλα ταύτα σου δίδω, μόνον να μένω παρθένος εν ησυχία». Ο δε απεκρίντο· «Τώρα δεν ημπορούμεν να κάμωμεν καθώς λέγεις, έως να γεννήσωμεν κληρονομίαν δια τον πλούτον μας και τότε σου υπόσχομαι και εγώ επ’ αληθείας να συγκοινωνήσω εις την ευσεβή και αγαθήν γνώμην σου· διότι άπρεπον είναι να έχη η γυναίκα περισσότερον έρωτα εις τα θεία από τον άνδρα και τότε, καθώς εις τον γάμον, ούτω και εις την αγίαν διαγωγήν να συγκοινωνήσωμεν». Ούτω λοιπόν συμφωνήσαντες, έκαμαν μετά τον χρόνον παιδίον θηλυκόν· έπειτα διήγεν η Μελάνη πένθιμα ενδεδυμένη και ευτελέστατα και δεν ήθελε να βάλη λαμπρά ιμάτια, ούτε ενίφθη το πρόσωπον και ηγωνίζετο πολλά να καταπείση τον άνδρα της να εκπληρώση εκείνο το οποίον της υπεσχέθη· αλλ’ αυτός δεν ήθελεν έως να γεννήσουν και δεύτερον τέκνον· εβουλήθη λοιπόν να αναχωρήση κρυφίως από τους συγγενείς της και συμβουλευθείσα εναρέτους πνευματικούς Πατέρας, της είπον να έχη υπομονήν έως άλλον ένα χρόνον και τότε να γίνη του Κυρίου το θέλημα. Παρέμεινε λοιπόν δια να μη γίνη παρήκοος, αλλά ηγωνίζετο ως να ήτο εις Μοναστήριον· ενήστευεν, ηγρύπνει, εφόρει κατάσαρκα ράσα τρίχινα και ετέλει και άλλας αρετάς κρυφίως· μόνον δε μία θεία της εγνώριζε την υπόθεσιν και την συνεβούλευε να μη φορή τρίχινα, δι να μη της έλθη ασθένεια· αλλ’ αυτή εταλαιπωρείτο περισσότερον από την λύπην της· διότι δεν ηδύνατο να αναχωρήση, παρά την τόσην της κακοπάθειαν· όθεν εδέετο εις τον Θεόν καθ’ εκάστην να την αξιώση του ποθουμένου το γρηγορώτερον, όπως και εγένετο. Όταν λοιπόν επλησίασεν ο καιρός να γεννήση το δεύτερον τέκνον της και καθώς προσηύχετο όλην την νύκτα, τα εσπέρια του Αγίου Λαυρεντίου του Ιερομάρτυρος, της ήλθαν οι πόνοι της γέννας, αυτή όμως δεν έπαυε τας ευχάς, αλλά ίστατο γονυπετής όσον ηδύνατο, έως ου την έσφιγξαν περισσότερον και με οδύνας μεγάλας και ανείκαστον βάσανον εγέννησε παιδίον αρσενικόν, το οποίον ως εβαπτίσθη απήλθε προς Κύριον. Η δε μήτηρ έμεινε μετά τον τοκετόν εις οδύνην και εκινδύνευεν από τους πόνους εις θάνατον· ελθών δε ο άνδρας της και βλέπων αυτήν οδυνωμένην, την συνεπόνεσε και δραμών εις την Εκκλησίαν έκλαιε προς τον Δεσπότην ευχόμενος να την λυτρώση από τον χαλεπώτατον κίνδυνον· η δε Μελάνη εύρε τον καιρόν κατά τον σκοπόν της αρμόδιον και του είπε, εάν αγαπά την ζωήν της, να κάμη όρκον προς Κύριον, να φυλάξουν σωφροσύνην εις το εξής· ο δε παρευθύς έταξε του Θεού να την φυλάξη αψευδέστατα. Τότε η Μελάνη από την χαράν της ελησμόνησε την ασθένειαν και δυναμωθείσα υπό Θεού ηγέρθη της κλίνης ταχύτερον και διήρχετο μοναχικώς την ζωήν της, χωρίς επιμέλειαν τινα του σώματος· μόνον την ψυχήν της εστόλιζε. Τότε εκοιμήθη και το μονογενές και ποθητόν της θυγάτριον· όθεν εσυμφώνησεν ο άνδρας της και εσήκωσαν τον γλυκύν ζυγόν του Κυρίου τον ελαφρότατον. Εποθούσαν λοιπόν να απαρνηθώσι τον κόσμον και να υπάγουν εις Μοναστήριον· αλλ’ οι γονείς των δεν τους άφησαν· όμως ύστερον έβγαλεν από το μέσον παν εμπόδιον η άνωθεν δύναμις μετατρέπουσα την λύπην αυτών εις πολλήν αγαλλίασιν· διότι καθώς εμελετούσαν ταύτα αμφότεροι, ήλθεν εις αυτούς ευωδία από τον ουρανόν άρρητος, την οποίαν ούτε γλώσσα να την διηγηθή ούτε νους να την εννοήση δύναται, ήτις επλήρωσε τας ψυχάς των τοσαύτης ευφροσύνης και χάριτος, ώστε εστήριξαν εις τον Θεόν πάσαν μέριμναν να οικονομήση εις αυτούς καθώς βούλεται. Μετ’ ολίγον απέθανεν ο πατήρ της Μελάνης και έμεινεν αυτή του λοιπού ανενόχλητος· όθεν εξήλθον από την πόλιν, όταν ο μεν Απελλιανός ήτο ετών εικοσιτεσσάρων, αυτή δε είκοσι και απήλθον εις τόπον ησυχαστικόν και ατάραχον, εις τοιαύτην ηλικίαν εις την οποίαν ακμάζει η νεότης και ποθεί τα σωματικά και επίγεια, αυτοί δε οι αείμνηστοι κατεπάτησαν όλας τας ηδονάς και απολαύσεις της φθειρομένης σαρκός, δια να απολαύσουν την ανεκλάλητον αγαλλίασιν. Όταν λοιπόν έβλεπεν η πάνσοφος Μελάνη τον άνδρα της και έκλινεν ως νέος παρά μικρόν από την ακρίβειαν της μοναδικής διαγωγής, τον συνεβούλευε και τον διώρθωνεν, όταν δηλαδή τον έβλεπε να επιμεληθή την τροφήν αυτού ή το ένδυμα ή άλλο όμοιον, έως ότου τον έφερεν εις την αληθή φιλοσοφίαν την ζηλωτήν και σωτήριον. Επειδή δε ήσαν πολύ πλούσιοι από χρυσίον και εισοδήματα, δεν έπαυον καθ’ εκάστην να θεραπεύωσι ξένους, να φιλεύουν πεινώντας, να λυτρώνουν φυλακισμένους, να πληρώνουν το χρέος αυτών, να τους χαρίζουν και χρήματα να πορεύωνται και απλώς ειπείν όσους είχον λύπην τινά και συμφοράν τους επαραμυθούσαν και εβοηθούσαν εκείνους μεν προς αυτάρκειαν, αυτοί δε δεν εκράτουν δι’ εαυτούς τίποτε. Τας χριστομιμήτους ταύτας πράξεις βλέπων ο φθονερός διάβολος εκάκιζε, και παρεκίνησεν ένα αδελφόν, τον οποίον είχεν ο Απελλιανός, Σεβήρον ονομαζόμενον, και άλλοτε μεν του ήρπαζεν ένα αγρόν, ή καρπούς από την εσοδείαν, ή χρήματα, άλλοτε δε του έπαιρνε τινάς από τους δούλους του, και τους επλήρωνε να ομόσουν ψεύματα, ότι ήτο ιδικόν του τούτο ή το δείνα αμπέλιον ή περιβόλιον, και άλλας διαφόρους αδικίας τους έκαμεν. Αλλ’ αυτοί τα υπέμειναν όλα δια τον Κύριον, και εχαίροντο μάλιστα, τας συμφοράς του Ιώβ ενθυμούμενοι. Μόνον ελυπούντο, διότι έπαιρνεν ο άδικος εκείνος τον πλούτον, τον οποίον εποθούσαν να δώσουν εις τους πτωχούς. Ταύτα μαθούσα η ευσεβεστάτη βασίλισσα Βερίνα είχεν πόθον πολύν να τους ίδη, και πολλάκις έστειλε προς την Μελάνην παρακλήσεις να υπάγη εις τα βασίλεια. Όθεν, δια να μη φανή υπερήφανος, ότι δεν καταδέχεται την βασίλισσαν, εκίνησαν ομού με τον Απελλιανόν δια να υπάγουν αμφότεροι. Ήτο δε νόμος να μη τολμήση καμμία γυνή να εισέλθη, έχουσα την κεφαλήν σκεπασμένην εις τα βασίλεια. Αυτή δε του μεν πολιτικού νόμου καταφρονήσασα, του δε μακαρίου Παύλου την εντολήν επακριβώς διαφυλάττουσα, ούτε την κεφαλήν εξεσκέπασεν, ούτε τα ράσα της τα πενιχρά ήλλαξεν, αλλ’ ούτως ευτελέστατα ενδεδυμένη εισήλθεν εις τα βασίλεια, χωρίς να κοιτάξη τίποτε από τα πολύτιμα πράγματα, τα οποία ήσαν εκεί. Βλέπουσα η βασίλισσα τοσαύτην ταπείνωσιν, ηγέρθη από τον θρόνον δι’ ευλάβειαν και την εκάθισε πλησίον της, θαυμάζουσα την ευτέλειαν του ενδύματος και την επήνεσε λέγουσα· «Προ πολλού ήκουσα την καλήν φήμην των θεϊκών σου πράξεων, και ευχαριστώ τον Κύριον, διότι ηξιώθην να σε απολαύσω. Μακαρία συ, όπου εμακαρίσθης δικαίως από τον Κύριον». Ταύτα και έτερα λέγουσα, ηγέρθη πάλιν από τον χρυσόν θρόνον η βασίλισσα και την ενηγκαλίσθη και την κατεφίλει με πολλήν ευλάβειαν και κατάνυξιν, της υπεσχέθη δε να κάμη εις τον Σεβήρον εκδίκησιν, δια τας αδικίας τας οποίας τους έκαμεν. Η δε Αγία απεκρίθη· «Καλλίτερον να μας αδικούσι, δέσποινα, παρά ημείς να αδικήσωμεν, παρακαλώ δε την βασιλείαν σου, όπως μη τον ενοχλήσητε εις τίποτε. Όσα επήρεν έως τώρα, ας είναι συγχωρημένος· μόνον να μη μας πειράξη πλέον, διότι καλλίτερον είναι να τα δώσωμεν εις τους πτωχούς, παρά να τα παίρνη εκείνος άδικα». Έλαβον λοιπόν την βασιλικήν εξουσίαν, να πωλήσουν όλα τα υπάρχοντά των και να κάμουν καθώς επεθύμουν. Όχι δε μόνον εκεί εις την Ρώμην είχον πλούτον άπειρον, αλλά και εις πολλούς άλλους τόπους της Ιταλίας, εις δε την Βρεττανίαν θαυμασιώτερα, τα οποία όλα επώλησεν και τα ηγόρασαν οι άρχοντες, διότι τους παρακάλεσεν ο βασιλεύς, δια να λυτρωθή η μακαρία από πολλάς φροντίδας και μερίμνας και να δυνηθή να απολαύση κατά τον πόθον της. Είχον δε τοσαύτα πράγματα οι μακάριοι, ώστε δεν τους έφθανεν άλλος εις τον πλούτον, ειμή μόνον ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ· τόσον δε εισόδημα τους ήρχετο, ώστε εάν το είπω, θέλουσιν είπει τινές ότι λέγω πράγμα απίστευτον, αλλ’ εγώ το γράφω, καθώς πολλοί εμαρτύρησαν, λέγοντες, ότι δώδεκα μυριάδες λίτρα χρυσίου ήτο η κατ’ έτος εσοδεία των, τα οποία όλα σιεμοίρασαν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς οι τρισμακάριοι· αι δε οικίαι των ήσαν τόσον μεγάλαι, ώστε δεν ηδυνήθη κανείς Ρωμαίος να τας αγοράση· ύστερον δε, ότε έκαυσαν την Ρώμην οι βάρβαροι, τας επώλησαν με μικράν τιμήν και τα έδωκαν και αυτά εις τους πένητας. Εξεδήλωσε δε ακόμη την επιθυμίαν της η μακαρία Μελάνη να χαρίση εις την αδελφήν του βασιλέως μερικά από τα χρυσά κοσμήματά της, αλλ’ αυτή δεν ηθέλησε να κρατήση τίποτε λέγουσα· «Όστις λάβη από σας τίποτε, είναι πράγματι ιερόσυλος, επειδή όλα αυτά τα αφιερώσατε εις τον Θεόν». Έδιδον λοιπόν οι μακάριοι καθ’ ώραν εις τους έχοντας ανάγκην από όλα τα χρειώδη αφθόνως, τόσον ώστε δεν έμεινε σχεδόν χώρα και έθνος, που να μη έλαβεν ευεργεσίαν απ’ αυτούς και δια να είπωμεν με ένα λόγον, η ελεημοσύνη των έτρεχεν ως ποταμός εις όλην την γην και την θάλασσαν· η Φοινίκη, η Συρία, η Αίγυπτος, και παρ’ ολίγον όλη η οικουμένη ευηργετήθη απ’ αυτούς, αλλά και νήσους ακεραίας ηγόρασαν από τον βασιλέα και τας εχάρισαν εις Αγίους ανθρώπους και έδωκαν χρήματα εις Μοναχούς και Μοναχάς και έκτισαν Μοναστήρια· όλα δε τα πολύτιμα ιμάτιά των και τα ασημικά άπαντα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας και τα άκαμαν κοσμήματα· έπειτα, αφού έδωσαν όσα είχον εις την Ιταλίαν, επήγαν και εις την Σικελίαν· αφ’ ενός μεν δια να δώσουν εκείνα, τα οποία εξουσίαζον, αφ’ ετέρου δε δια να ίδωσι τον αγιώτατον Παυλίνον, τον πνευματικόν των Πατέρα και άξιον Αρχιερέα. Αφού δε ανεχώρησαν από την Ρώμην, ο έπαρχος ως φιλάργυρος ήρπασε τας οικίας των και όσα πράγματα τους έμειναν αλλά παρευθύς τον εύρεν ο θυμός του Θεού· διότι συνέβη να γίνη πείνα κατ’ εκείνας τας ημέρας και δεν ευρίσκετο άρτος εις την αγοράν· όθεν εθυμώθησαν οι άνθρωποι και δραμόντες κατ’ αυτού όλον το πλήθος, εφόνευσαν βιαίως τον άθλιον· και πάλιν εις ολίγας ημέρας έδραμον βάρβαροι και ηρήμωσαν όσα ήσαν έξω της πόλεως, ούτως ώστε εφάνη ότι θέλημα Θεού ήτο και διεμοίρασαν τον πλούτον των πρότερον οι μακάριοι και τον εθησαύρισαν εις τον ουρανόν, από τον οποίον δεν κλέπτεται. Αφού δε ανεχώρησαν από την Μεσσήνην της Σικελίας, δια να υπάγουν εις την Λιβύην και την Καρχηδόνα, ηγέρθη μέγας και άγριος άνεμος και τους επείραζεν ημέρας τινάς, εκινδύνευον δε τόσον, ώστε εγνώρισεν η μακαρία Μελάνη, ότι δεν ήτο θέλημα Θεού να υπάγουν εκεί όπου εβούλοντο. Όθεν προστάσσει τους ναύτας να στρέψωσι το πηδάλιον και να υπάγουν εκεί όπου επέτρεπεν ο άνεμος, ταξιδεύοντες δε με ούριον άνεμον, έφθασαν εις μίαν νήσον, την οποίαν είχον λεηλατήσει βάρβαροι και πολλούς ανθρώπους άνδρας τε και γυναίκας και παίδας ηχμαλώτισαν· δια να δώσουν δε οπίσω τους αιχμαλώτους εζήτουν τόσον χρυσόν, ώστε ήτο αδύνατον να ευρεθή εις την νήσον, ηπείλουν μάλιστα ότι αν δεν τους τον δώσουν ταχέως, αυτούς μεν θα κατακόψουν, την δε νήσον θα καύσωσι. Οι δε νησιώται ήσαν πτωχοί και δεν είχον να δώσουν τόσα αργύρια, αλλ’ ο παντοδύναμος Θεός τούς έστειλε θαυμασίως βοήθειαν, δια να μη απολεσθώσιν αδίκως· διότι η Αγία τους έδωσε περισσότερα από όσα εζήτησαν και όχι μόνον το χρυσίον, το οποίον επήραν οι βάρβαροι έδωσεν, αλλά αφού ελύτρωσε τους αιχμαλώτους, τους εχάρισε και φλωρία χρυσά πεντακόσια, έτι δε και άρτους και έτερα βρώματα, δια να ευφρανθώσιν, ώστε να λησμονήσουν τας θλίψεις και συμφοράς τάς οποίας έπαθον. Ταύτην την αναγκαίαν ελεημοσύνην ποιήσαντες οι μακάριοι, έπλευσαν χωρίς λύπην πλέον, αλλά με αέρα γλυκύτατον και έφθασαν εις την Καρχηδόνα, δώσαντες και εκεί ελεημοσύνην αγρούς και χρήματα πάμπολλα· άλλα μεν αφιερούντες εις Εκκλησίας και Μοναστήρια και έτερα εις πτωχούς διανέμοντες, έμειναν δε εις μίαν χώραν θαυμάσιον, εις την οποίαν ήτο εις Πνευματικός ενάρετος και εγγράμματος, την κλήσιν Αλύπιος, εις το Μοναστήριον του οποίου έμειναν μελετώντες τα ιερά λόγια και χαρίζοντες εις αυτήν την Μονήν πολύ χρυσίον και εισοδήματα· έκτισαν δε εκεί εις τα όρια της Μονής εκείνης άλλα δύο Μοναστήρια, τα οποία επροίκισαν με εσοδείας και χρήματα προς αυτάρκειαν και εις μεν τον εν κατώκησαν άνδρες ογδοήκοντα, εις δε το άλλο γυναίκες εκατόν και τριάκοντα. Εις την γυναικείαν ταύτην Μονήν έμεινε και η μακαρία Μελάνη, αλλά δεν ηθέλησε να γίνη Ηγουμένη, καθώς έπρεπεν, ως ευγενεστέρα πασών, πλουσιωτέρα, εγγράμματος και πάνσοφος όπου ήτο, λέγουσα εις τας αδελφάς, αίτινες την παρεκάλουν μετά δακρύων ως ευεργέτην και δέσποιναν να τας ποιμάνη, ότι δεν ήθελε να έχη φροντίδα και μέριμναν. Ούτω λοιπόν το ευλογημένον εκείνο ανδρόγυνον εμοίρασαν όλον τον πλούτον των εις χείρας πενήτων δια τον Κύριον και έμειναν ακτήμονες, δια να απολαύσουν άλλον πλούτον, τον οποίον να μη δύναται τις να τον κλέψη ουδέποτε. Ενήστευε δε η Αγία από όλα τα ηδονικά βρώματα και μόνον όταν έκλινε προς την δύσιν ο ήλιος έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν τροφήν ολίγην σκληράν και άχρηστον· σπανίως δε έβαλλεν ολίγον έλαιον εις το φαγητόν, οίνον όμως δεν έπινεν ουδόλως ειμή μόνον ύδωρ μετά μέλιτος. Και εις μεν την αρχήν έτρωγε μίαν φοράν την ημέραν, έπειτα κάθε δύο ή τρεις ημέρας και ύστερον μόνον μίαν φοράν την εβδομάδα και πάλιν δεν εσχόλαζεν από το εργόχειρον, αλλά την περισσοτέραν ημέραν έγραφε πάντοτε, επειδή ήτο άριστος καλλιγράφος και ταχυγράφος θαυμασία, τόσον ώστε δεν έγραφεν άλλος τις λαμπρότερα και γρηγορώτερα, και ποτέ δεν ησθένησεν από το εργόχειρον, αλλά με πολλήν προθυμίαν έγραφε το περισσότερον της ημέρας. Έπειτα, αφού εκουράζετο η χειρ της, ανεγίνωσκεν όσον ηδύνατο και πάλιν όταν εβαρύνοντο οι οφθαλμοί της από την ανάγνωσιν ηκροάζετο αγίων ανδρών ομιλίας ή προσηύχετο, την δε νύκτα μόνον δύο ώρας εκοιμάτο κατά γης εις ένα σάκκον τρίχινον, την δε επίλοιπον νύκτα ηγρύπνει και έλεγεν ότι πρέπει να αγρυπνώμεν πάντοτε, επειδή δεν ηξεύρομεν, κατά τον δεσποτικόν λόγον, ποίαν ώραν ο κλέπτης έρχεται. Εδίδασκε δε τας παρθένους η Οσία να μάχωνται κατά του ύπνου όσον ηδύναντο, λόγος αργός ποτέ να μη εξέλθη από το στόμα των, ούτε καν να γελάσωσιν ή να εισέλθη εις την ψυχήν των λογισμός άτοπος. Πολλάκις δε ενήστευε και την Κυριακήν, και μόνον εκάστην ογδόην ημέραν έτρωγεν, αλλά η Ηγουμένη την επέπληξε, λέγουσα ότι δεν έπρεπε να κάμνη την δεσποτικήν ημέραν ίσην με τας επιλοίπους, αλλά να μεταλαμβάνη τροφής και ελαίου ολίγου, εις δόξαν Θεού. Όθεν η Αγία έκοψε και εις τούτο το θέλημά της, δια να πληρώση τον λόγον του Απ. Παύλου, όστις λέγει· «Πείθεσθε τοις Ηγουμένοις» (Εβρ. ιγ: 17) και τα λοιπά. Αλλά τις δύναται να διηγηθή ικανώς τας αρετάς της μακαρίας εκείνης; Την κακοπάθειαν, τους κόπους και τους πόνους, το της αναγνώσεως σύντομον, των αναγνωσμάτων την έρευναν, και τας λοιπάς φιλοθέους πράξεις και εργασίας της; Έγραφε δε καθ’ εκάστην, ως είπομεν, και όσα εκέρδιζεν από το γράψιμον τα έδιδεν εις τους πτωχούς· πολλάκις δε ειργάζετο και κανέν ένδυμα, και το εχάριζεν εις ιερωμένους ανθρώπους δια να αφιερώνεται το ιερόν εις τόπον ιερόν τε και άγιον· εκοπίαζε πολύ εις την θείαν ανάγνωσιν, και εξόχως ανεγίνωσκε την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην τρις του έτους, όλας δε τας ακριβείς και ωφελίμους αυτών μαρτυρίας εφύλαττεν εις ενθύμησιν, και τας έστελλε και γραπτώς εις διαφόρους τόπους δια πολλών ωφέλειαν. Εγνώριζε δε η Οσία και την ελληνικήν γλώσσαν τόσον καλά, ώστε την ωμίλει ως και την ιταλικήν της πατρίδος της και δεν την εγνώριζον οι ακούοντες, όταν ωμίλει την γλώσσαν μας, ότι ήτο Ρωμαία, αλλά την ενόμιζον Ελληνίδα. Είχε δε ζήλον προς τον Χριστόν ανείκαστον, και εσπούδαζεν όσον ηδύνατο με έργα και δώρα και λόγους να προσελκύη τους νέους και τα κοράσια προς σωφροσύνην και άσκησιν· τους δε Σαμαρείτας και Έλληνας εδίδασκε πανσόφως, και τους ωδήγει εις την ευσέβειαν. Ούτω λοιπόν η μακαρία ως σοφός αλιεύς τας ψυχάς των ανθρώπων ηλίευεν, έκτισε δε και μίαν κιβωτόν ξυλίνην μικράν, στενήν μεν τόσον, ώστε δεν ηδύνατο να γυρίση δεξιά ή αριστερά και χαμηλήν όσον δεν ηδύνατο να σταθή ορθία· εις ταύτην εσφαλίσθη, ως εις τον τάφον, αφήσασα μίαν μικράν θυρίδα, από την οποίαν ωμίλει ολίγους λόγους· η δε μήτηρ της ήτο ομού μετά της Αγίας συνοδοιπόρος, ποντοπόρος και συνεργάτις αυτής, και πολλήν ωφέλειαν έλαβεν απ’ αυτήν· απεκάλει δε εαυτήν μακαρίαν και τον Θεόν εδόξαζεν, ότι την ηξίωσε να γεννήση τοιούτον θυγάτριον, ήτις είχεν όλας τας αρετάς θησαυρισμένας εις εαυτήν· εξαιρέτως δε είχε την ταπείνωσιν, και με όλον ότι ήτο καθαρά και άμωμος, δεν ενόμιζε τον εαυτόν της δια τίποτε, αλλά είχε συντετριμμένην και ταπεινήν την διάνοιαν, από όλους τους αμαρτωλούς περισσότερον. Έκαμε λοιπόν η Οσία επτά έτη εις το ρηθέν Μοναστήριον και τότε της ήλθε λογισμός να ίδη τα Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως. Εισελθόντες λοιπόν εις το πλοίον έπλευσαν με τον Απελλιανόν και την μητέρα της χωρίς να λάβουν μεθ’ εαυτών τίποτε δι’ έξοδα ει μη μόνον από τα χρειαζόμενα ολίγα πράγματα, και αφού έφθασαν εις την αγίαν Γην, η μακαρία ησθένησεν, αλλά πάλιν ηγέρθη με την θείαν βοήθειαν, και απελθούσα εις τους Αγίους Τόπους προσεκύνησεν άπαντας, και συνομιλήσασα με πολλούς εναρέτους ανθρώπους έδωσε και επήρεν πολλήν ωφέλειαν. Εκαλλιγράφει δε και εκεί και εκέρδιζε την ζωοτροφίαν των, το δε εσπέρας εκλείετο εις τον Πανάγιον Τάφον, όπου έως την ώραν  του όρθρου προσηύχετο, και τότε αφού ήρχοντο οι αδελφοί και ανεγίνωσκον την Ακολουθίαν, μετά την δοξολογίαν ανεπαύετο. Επειδή δε είχεν εισέτι ολίγην περιουσίαν εις την Ρώμην, έστειλε πιστόν άνθρωπον να την πωλήση και να της αποστείλη τα αργύρια, και ούτως εκείνος εποίησεν. Αφού δε έλαβε και ταύτα, άλλα μεν διεμοίρασεν εις πένητας, άλλα δε έδωσεν εις την μητέρα της, την οποίαν αφήκεν εκεί, διότι ήτο Γερόντισσα και της έκτισε κελλίον εις το όρος των Ελαιών, τα δε επίλοιπα έλαβον με τον Απελλιανόν και επήγαν εις Αίγυπτον, δια να ίδωσι και τους εκείσε γίους, να τους δώσουν βοήθειαν. Αφού δε εφύρισαν πολλά Ασκητήρια, εύρον άνδρα τινά μέγαν εις την φιλοσοφίαν και όντως θαυμάσιον, καλούμενον Ηφαιστίωνα. Τούτον παρεκάλουν να δεχθή ελεημοσύνην, αλλά δεν ηθέλησεν, η δε Αγία εκοίταξεν όλον το κελλίον και δεν εύρεν άλλο τίποτε, παρά μίαν ψάθην εις την οποίαν εκοιμάτο και μίαν σπυρίδα, εις την οποίαν είχεν ολίγον άλας· εις αυτό λοιπόν έβαλεν ολίγον χρυσίον και το εσκέπασε με το άλας δια να μη το εύρη επί ολίγας ημέρας· και ούτω λαβόντες συγχώρησιν, ανεχώρησαν. Ο δε Όσιος από θείαν Χάριν ή και από την γνώσιν του ηννόησε την υπόθεσιν, και λαβών τα χρήματα έδραμε σπουδαίως και τους έφθασε, εφώναξε δε προς αυτούς από μακρόθεν· «Λάβετε τα χρήματα, διότι δεν τα χρειάζομαι». Οι δε απεκρίθησαν· «Δος τα εις άλλον τινά όποιος τύχη». Τους λέγει ο Όσιος· «Εδώ είναι έρημος, και δεν έρχεται κανείς, μόνον λάβετέ τα δι’ αγάπην Θεού, να μη με συγχύζουσιν». Όταν δε είδεν ο Ασκητής, ότι δεν ήθελαν να τα λάβωσι, τα έρριψεν εις τον ποταμόν και επέστρεψεν. Όχι δε μόνον τούτον τον θαυμάσιον Ηφαιστίωνα, αλλά και άλλους πολλούς εύρον, οι οποίοι δεν εδέχοντο χάρισμα, αλλά έφευγον από τον χρυσόν, ως από όφεις οι τρισμακάριοι. Αναχωρήσαντες δε και απ’ εκεί απήλθον εις Αλεξάνδρειαν και εις το όρος της Νιτρίας, να επισκεφθώσι και τους εκεί θαυμαστούς Αγίους Πατέρας, ήτοι τους Αββάδες Παμβώ, Σεραπίωνα, Παφνούτιον, Ισίδωρον τον Επίσκοπον Ερμουπόλεως και Διόσκορον, και εις ταύτην την έρημον εστάθη μετ’ αυτών μήνας εξ, δια να ίδη όλους τους Ασκητάς της ερήμου. Έπειτα αφού τους εξώρισεν ο έπαρχος της Αλεξανδρείας και Παλαιστίνης, όχι μόνον αυτούς, αλλά και άλλους, τον αριθμόν ρ΄ (100) μεταξύ των οποίων ήσαν Αρχιερείς δώδεκα (12), ηκολούθησεν αυτούς η Οσία Μελάνη με τους ανθρώπους της και τους υπηρέτει εις όλας τας ανάγκας, εξοδεύουσα από τον πλούτον αυτής, ο δε υπηρέτης του επάρχου την ημπόδιζεν. Όθεν μη δυναμένη να τους υπηρετή φανερά ενεδύθη ανδρικά ιμάτια και τους επεριποιείτο. Τούτο μαθών ο έπαρχος της Παλαιστίνης προσέταξε να την δείρουν και να την φυλακίσουν, διότι δεν εγνώριζε ποία ήτο, η δε Αγία διεμήνυσεν εις αυτόν τίνος ήτο γυνή και τίνος θυγάτηρ, αλλά δια την αγάπην του Χριστού ήτο ενδεδυμένη τόσον πενιχρά δια ταπείνωσιν. Ο δε έπαρχος ταύτα ακούσας και φοβηθείς, απέλυσεν αυτήν ζητών συγχώρησιν· της έδωσε δε και άδειαν να βοηθή τους Αγίους ως ήθελε και ούτω τους υπηρέτησεν έως ου ελυτρώθησαν από την εξορίαν οι Αγιοι με βασιλικόν πρόσταγμα και επέστρεψεν έκαστος εις το κελλίον του. Αφού λοιπόν η Αγία επεσκέφθη όλους τους Ασκητάς της Νιτρίας και εσύναξεν εξ εκάστου το άνθος της αρετής αυτού ως επιμελής μέλισσα, επέστρεψε με την συνοδείαν αυτής εις Ιεροσόλυμα και ευρούσα το κελλίον εκτισμένον, κατώκησεν εις αυτό η αοίδιμος. Ήρχισε δε από τα Φώτα την αναχώρησιν και ώρισε καθ’ εαυτής νόμον, να μη ίδη πλέον τινά, ούτε άλλος να την ίδη εκείνην, ειμή μόνον άπαξ της εβδομάδος οι τρεις ούτοι· η μήτηρ της, ο πρώην μεν άνδρας της τότε δε συνασκητής και εις τους αγώνας κοινωνός της και σύμπονος, και η αδελφή της, την οποίαν εδίδαξε και ενουθέτησε τόσον, ώστε την κατέπεισε και κατεφρόνησεν όλα τα βιοτικά και τας ηδονάς του σώματος και εμιμείτο αυτήν ως ηδύνατο. Τούτον τον επίπονον βίον διήλθεν η Μελάνη έτη δεκατέσσαρα και τότε η μήτηρ αυτής ετελεύτησεν· όθεν εξελθούσα ενεταφίασεν αυτήν ως έπρεπε και έκαμεν εκείνο το έτος εις άλλο κελλίον σκοτεινόν κλαίουσα καθ’ εκάστην, νηστεύουσα και αγωνιζομένη ανδρείως κατά του δαίμονος. Εξήλθεν λοιπόν η φήμη της εις όλον τον κόσμον, και συνήχθησαν όχι μόνον κοράσια, αλλά και γυναίκες αμαρτωλαί πρότερον και έγιναν Μοναχαί τον αριθμόν ενενήκοντα, αι οποίαι ηλλοιώθησαν την καλήν όντως και θαυμασίαν αλλοίωσιν. Έκτισε δε κελλία και έγινε Κοινόβιον τέλειον. Έγραψε δε νόμον να μη ομιλήσουν με άνδρα πώποτε, ούτε να εξέλθουν από το Μοναστήριον, ούτε να δεχθώσι δωρεάν τινα, αλλά μόνον από τον κόπον των και από ό,τι έχει το Μοναστήριον να πορεύωνται· έκαμε δε εις αυτάς και Προεστώσαν άλλην να τας ποιμαίνη, αυτή δε υπηρέτει ως δούλη, δια να δώση εις αυτάς καλόν παράδειγμα ταπεινώσεως. Όταν δε ήθελε κανονίσει η Ηγουμένη καμμίαν με κανόνα βαρύν και υπέρμετρον, λόγου χάριν να νηστεύη τόσας ημέρας, όταν εγνώριζεν η Αγία ότι δεν ηδύνατο η αδελφή να τον φυλάξη, της έβαλλε φαγητόν εις το κελλίον κρυφίως και ευρίσκουσα αυτό έτρωγεν ευχαριστούσα τον Κύριον και ούτω και εις άλλας υποθέσεις τας εβοήθει, ως πρακτική και πάνσοφος όπου ήτο, αλλά περισσότερον εσπούδαζε να τας βοηθή εις τα ψυχικά και τας εδίδασκε πολλάκις με ψυχωφελείς λόγους τοιαύτα λέγουσα· «Προ πάντων φυλάττετε, αδελφαί μου, την ψυχήν καθαράν και παρθένον από ρυπαρούς λογισμούς και φιλοδονίας διανοήματα· έπειτα εγείρεσθε εις προσευχήν το μεσονύκτιον και όταν προσεύχεσθε, έχετε τον νουν σας εις τα λεγόμενα και μη προσπαθήτε να τελειώνετε γρήγορα, αλλά αργώς με φόβον και τρόμον ιστάμεναι· διότι εάν όταν ομιλή τα με επίγειον βασιλέα ίσταται μετά μεγάλης προσοχής και ταπεινώσεως, πόσην προσοχήν και ταπείνωσιν πρέπει να έχωμεν εις την προσευχήν, όπου ομιλούμεν με τον φοβερόν Κριτήν και αθάνατον Βασιλέα; Επιμελείσθε, αδελφαί μου, τας ψυχικάς αρετάς υπέρ τας σωματικάς σπουδαιότερον και μάλιστα την αγάπην και την ταπείνωσιν· διότι όστις δεν έχει τας δύο αυτάς αρετάς δεν σώζεται, εάν αποκτείνη από την ασιτίαν την σάρκα του· διότι και οι δαίμονες αγρυπνούσι και νηστεύουσι πάντοτε, αλλά δια την μισανθρωπίαν αυτών και την υπερηφάνειαν έγιναν σκότος εκ φωτός οι τρισάθλιοι». Έλεγε δε και τούτο η Οσία· «Η ψυχή είναι ως νύμφη, αι δε αρεταί στολαί νυμφικαί, καλλωπίζουσαι τα μέλη του σώματος· η νηστεία δηλαδή είναι ο στολισμός των ποδών. Όμως είναι ανάγκη να μη έχη μόνον τους πόδας εστολισμένους η νεόνυμφος, αλλά πολύ περισσότερον τας χείρας, το πρόσωπον και τα επίλοιπα άπαντα. Ταύτα λέγω δια τινας αδελφάς τας οποίας βλέπω και νηστεύουσι μόνον σωματικώς, αλλά ψυχικώς δεν επιμελούνται αι άφρονες. Προσέχετε, αδελφαί μου, επιμελέστατα, να μη αποκλεισθώμεν έξω του νυμφώνος, ως μωραί και ασύνετοι· έχετε την υπακοήν η μία προς την άλλην και μη επαίρεσθε όταν σας επαινώσιν ούτε να κακίζετε, όταν σας υβρίζουν δικαίως ή αδίκως». Έλεγε δε προς αυτάς και τούτο το αληθινόν παράδειγμα· «Αδελφός τις επήγε να υποταχθή εις φρόνιμόν τινα Γέροντα, όστις τον προσέταξε να δείρη εν είδωλον, το οποίον έτυχε και ήτο εκεί πλησίον των, να το λακτίση και να το υβρίση, ως να του έπταισεν· ο δε νέος υπήκουσε. Τότε του λέγει ο Γέρων· «Εάν δύνασαι και συ να υπομείνης αταράχως, ως τον αδριάντα αυτόν, τας ύβρεις και τας μάστιγας χωρίς αντιλογίας, θέλεις σωθή, ει δ’ άλλως ύπαγε όπου βούλεσαι»· με τοιαύτα και έτερα πλείστα σοφώτατα λόγια εδίδασκε τας αδελφάς η αείμνηστος. Μετά ταύτα έκτισεν η Οσία Εκκλησίαν, δια να ακούωσι την θείαν λειτουργίαν· κατά δε τον καιρόν εκείνον ο κατά σάρκα μεν ομόζυγος και νυμφίος αυτής ηγαπημένος, κατά πνεύμα δε αδελφός της γενόμενος, ο Απελλιανός, ο αοίδιμος και όντως μακάριος, αφήκε τα πρόσκαιρα και απήλθεν εις τα ουράνια· η δε Οσία ηγωνίζετο έτι περισσότερον, έμεινε δε εις το ιερόν έτη τέσσαρα, αγωνιζομένη με νηστείας και προσευχάς όσον ηδύνατο. Είχε δε πόθον να κτίση και Μοναστήριον ανδρών αλλά δεν είχε χρήματα, επειδή όλα τα έδωσεν εις ελεημοσύνας, ο Θεός όμως εφώτισεν άρχοντα τινα και της εχάρισε χρήματα άμετρα και ούτως έκτισε το Μοναστήριον, το οποίον επλήρωσε Μοναχών κατά τον πόθον αυτής· έδωκε δε εις αυτούς νόμους πώς να πορεύωνται. Ενώ δε εμελέτα να ησυχάση, δια να λυτρωθή από τας φροντίδας, της ήλθον γράμματα να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου την εκάλει εις θείος της, Βουλοσιανός καλούμενος, όστις έγινεν έπαρχος της Ρώμης και επήγαινε τότε εις την βασίλισσαν Ευδοκίαν δι’ αναγκαίαν υπόθεσιν, της έγραφε δε ότι είχε μέγαν πόθον να την ίδη να συνομιλήσωσιν. Η δε Αγία επόθει μεν και αυτή να υπάγη δια να τον επιστρέψη εις την ευσέβειαν, διότι ήτο Έλλην και μόνον δια τας ανδραγαθίας και τον πλούτον του τον έκαμαν έπαρχον, αλλά πάλιν εδειλία, μήπως και δεν ήτο Θεού θέλημα να καταφρονήση την ησυχίαν τότε εις το τέλος της, να υπάγη εις τα βασίλεια. Ηρώτησε λοιπόν περί τούτου Μοναχούς εναρέτους και την συνεβούλευσαν να μη αργοπορήση, διότι θα έκαμνε πολλήν ωφέλειαν· ανεχώρησε λοιπόν από την Ιερουσαλήμ και επορεύετο δια ξηράς, από όσας δε πόλεις και χώρας διήλθεν, εξήρχετο ο ευσεβής λαός μετά των Ιερέων και των Αρχιερέων καθώς και Μοναχοί και Μοναχαί με τιμήν πολλήν και την προσεκύνουν με τόσην ευλάβειαν, ως να ήτο ουράνιος. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, εδειλία να υπάγη εις το Βυζάντιον, νομίζουσα άπρεπον πράγμα να εισέλθη εις τοιαύτην πόλιν πολυάνθρωπον και περίφημον μία Ασκήτρια· έμεινεν λοιπόν εις τον Ναόν της πανευφήμου Ευφημίας και προσηύχετο έως το μεσονύκτιον, να την φωτίση ο Κύριος να πράξη το συμφερώτερον, και τότε εξήλθεν ευωδία θαυμάσιος από τον τάφον της Μεγαλομάρτυρος και επλήρωσε την ψυχήν της Οσίας με ευφροσύνην και ηδονήν ανεκλάλητον· όθεν θάρρος λαβούσα, αφ’ ου εξημέρωσε, διήλθεν εις το Βυζάντιον και εύρε τον Βουλοσιανόν ασθενή βαρέως, όστις βλέπων το σχήμα και την μορφήν της εθαύμασε τοιαύτην μεταβολήν παράδοξον· διότι από την πολλήν άσκησιν και κακοπάθειαν ήτο η όψις της εξαίσιον θέαμα· όθεν από την πολλήν του κατάπληξιν εβόησε λέγων· «Ω Μελάνη ηγαπημένη μου! Πως σε ήξευρα και πως κατεστάθης, άσχημος και άμορφος η πρώην ωραία και πάγκαλος»! Τότε η πάνσοφος Μελάνη ευρίσκουσα εκ του λόγου του θείου της πρόφασιν, απεκρίνατο· «Λάβε λοιπόν και συ, μακάριε και προσφιλέστατε θείε μου, ψυχωφελές παράδειγμα από εμέ· διότι δεν θα κατεφρόνουν εγώ τόσην δόξαν, την οποίαν είχα και τόσον πλούτον αμέτρητον, και δεν θα εβασάνιζα την σάρκα μου άσπλαγχνα, εάν δεν ήλπιζα να απολαύσω τα μέλλοντα αγαθά, τα αληθινά και αιώνια, δια τα οποία όχι μόνον εγώ, αλλά και άλλαι πολλαί θυγατέρες βασιλέων κι πλούσιοι άρχοντες, ηγεμόνες και αυτοκράτορες, αφήκαν το βασίλειον ως ευμάραντον και απηρνήθησαν αυτά τα ρευστά και μάταια, δια να κληρονομήσουν τα άφθαρτα και αιώνια». Τοσούτον δε ενουθέτησε και εδίδαξε τον Βουλοσιανόν η Οσία, ώστε τον κατέπεισε με τα πάνσοφα και γλυκύτατα λόγια της να αρνηθή την ασέβειαν και ηδυνήθη μία γυναίκα αδύνατος, υπέρ τόσους μεγάλους άρχοντας και σοφούς διδασκάλους, οίτινες τον εδίδαξαν πρότερον και εξόχως ο μέγας Αυγουστίνος· αλλά και η μήτηρ αυτού του άρχοντος και αυτός ακόμη ο βασιλεύς της Ρώμης πολλά τον εδίδαξαν με νουθεσίας και παραδείγματα διάφορα, αλλά όλοι αυτοί δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσωσι τίποτε· μόνον η μακαρία Μελάνη, συνεργούσης της θείας Χάριτος, τον έφερεν εις τοσαύτην μετάνοιαν, ώστε έκλαιε πικρώς την προτέραν του αγνωσίαν συλλογιζόμενος. Όθεν αφού τον κατήχησεν ικανώς και τον εστερέωσεν εις την Ορθόδοξον πίστιν, απήλθον εις τον Άγιον Πρόκλον, όστις ήτο τότε Αρχιεπίσκοπος και τον εβάπτισε, και μετανοήσας εξ όλης καρδίας δια τας αμαρτίας του παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού ολίγας ημέρας ύστερον, ο δε Δεσπότης Χριστός τον συνηρίθμησε με τους εργάτας της ενδεκάτης ώρας ως πολυέλεος. Πρώτον λοιπόν καλόν το οποίον έκαμεν η Αγία εκεί εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο τούτο· να επιστρέψη προς θεογνωσίαν με ευκολίαν τον θείον της. Δεύτερον καλόν ήτο η κατά των αιρετικών νίκη της, διότι τότε ήτο φυτρωμένη εις τον καλόν σίτον και η του κατηραμένου και δυσσεβούς Νεστορίου αίρεσις, εις την οποίαν ήσαν βυθισμένοι πλήθος αμέτρητον. Η δε Αγία έκαμε τοιαύτην διάλεξιν με τους αιρετικούς, ώστε τους ενίκησε με την σοφίαν των λόγων της και διέλυσεν ως ιστόν αράχνης τα σοφίσματα ή μάλλον ειπείν τα φλυαρήματα εκείνων. Όθεν ο πονηρός διάβολος, τοιαύτην αισχύνην μη υποφέρων, μετεμορφώθη ως άνθρωπος, και εμφανισθείς εις αυτήν την εφοβέρισεν, ότι θα της κάμη όσα κακά δυνηθή. Απελθών λοιπόν εις τον βασιλέα και εις τους άλλους του παλατίου έλεγε πλείστα όσα ψεύματα δια την Αγίαν, ώστε να μη την έχουν ουδόλως εις ευλάβειαν. Έπειτα της προεκάλεσεν δεινήν ασθένειαν· η δε Αγία επικαλουμένη το όνομα του Χριστού ηφάνιζε τον πειράζοντα και έδιδεν εις τους ορώντας πολλήν ωφέλειαν με την αγγελικήν πολιτείαν της. Τρίτον δε καλόν ήτο ότι συνεβούλευσε την βασίλισσαν Ευδοκίαν να υπάγη να προσκυνήση τα Ιεροσόλυμα και άλλας ψυχωφελείς πράξεις να κάμη, εις όλα δε την ήκουσεν η βασίλισσα, διότι την ετίμα ως πνευματικήν της μητέρα. Ταύτα επιτυχούσα η μακαρία Μελάνη επέστρεψεν εις το Μοναστήριόν της, μετά δε ταύτα δια την αγάπην της επήγεν εκεί η βασίλισσα και παρευρέθη εις τον εγκαινιασμόν της Εκκλησίας· έπειτα η μεν Ευδοκία προσκυνήσασα τους Αγίους Τόπους διεμοίρασεν ελεημοσύνην ανείκαστον και επέστρεψεν εις τα βασίλεια, η δε Αγία προεγνώρισεν εξ Αγίου Πνεύματος, ότι ήλθε το τέλος τής παροικίας της. Επήγε λοιπόν και απεχαιρέτησεν όλους τους σεβασμίους Τόπους, όταν δε ήλθεν η εορτή των Χριστουγέννων εισήλθεν η Οσία εις το άγιον Σπήλαιον και λέγει εις την αδελφήν της, ήτις την ηκολούθει, ότι ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον Ποθούμενον. Ταύτα ειπούσα εδεήθη προς τον Δεσπότην με πολλήν ευλάβειαν και ταπείνωσιν, να λάβη την ψυχήν της ως εύσπλαγχνος. Τότε της ήλθεν ολίγη θέρμη, αι δε αδελφαί όλαι συνήχθησαν, τον αποχωρισμόν αυτής οδυρόμεναι, αυτή δε τας παρηγόρησε και τας εδίδαξε πώς να πορεύωνται· έπειτα έκαμεν ευχήν δι’ αυτάς και αυταί δι’ αυτήν και αποχαιρετήσασα όλας παρέδωκεν εις χείρας Χριστού το πνεύμα της, την τελευταίαν ημέραν του Δεκεμβρίου μηνός. Τότε ο Πατριάρχης και όλος ο Κλήρος κι ο λαός, συναχθέντες ενεταφίασαν εντίμως και ευλαβώς το πάνσεπτον αυτής Λείψανον. Ο δε πανάγαθος Θεός εθαυμάστωσε την δούλην αυτού προ του τέλους και μετά θάνατον και ετέλεσε θαυμάσια· εθεράπευσε μίαν κόρην, ήτις είχε δεινόν δαιμόνιον και ήτο κλεισμένον το στόμα της τοιουτοτρόπως, ώστε ούτε να ομιλήση λόγον ούτε να φάγη ουδόλως ηδύνατο. Άλλη γυνή πάλιν ήτο έγκυος και απέθανε το βρέφος εις την κοιλίαν της, η δε Αγία έβαλεν επάνω εις την ασθενή την ζώνην της και ευθύς εγέννησε το νεκρόν παιδίον και η γυνή υγιής εγένετο. Αυτά και έτερα έκαμεν όταν έζη η Οσία, τα δε μετά θάνατον είναι αμέτρητα, τα οποία αφήκαμεν δια συντομίαν και από ταύτα ημπορεί να εννοήση έκαστος την προς τον Θεόν παρρησίαν της Οσίας και πόσον εισηκούετο η προσευχή της από τον Δεσπότην Χριστόν τον Νυμφίον της. Ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, π΄ντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.