Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο νέος

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος πατήρ ημών ΜΕΛΕΤΙΟΣ ο νέος, ο εν τω όρει της Μυουπόλεως ασκήσας, εν ειρήνη τελειούται.                                                                      
Μελέτιος ο θαυμάσιος και αληθής δούλος του Θεού εγεννήθη περί το έτος αλε΄ (1035) εις εν χωρίον των Καππαδοκών, Μουταλάσκη καλούμενον, όπερ και τον μέγαν Σάββαν εβλάστησεν. Οι γονείς του ήσαν κατά πολλά ενάρετοι, Ιωάννης και Σοφία ονομαζόμενοι, των οποίων τας αρετάς το παιδίον μιμούμενον επρόκοπτε καθ’ εκάστην από μικράς ηλικίας και ηύξανεν ου μόνον από την αισθητήν Σοφίαν (την σαρκικήν, λέγω, μητέρα) παιδαγωγούμενον, αλλά και από την νοητήν φωτιζόμενον άνωθεν, με το γάλα της οποίας το ζωηρόν και ακόρεστον ετρέφετο περισσότερον, παρά με το αισθητόν της μητρός και επίκηρον. Όταν ήλθεν εις ηλικίαν κατάλληλον δια να μάθη γράμματα, τον έβαλαν οι γονείς του εις το σχολείον, αλλ’ έτυχε βραδύς εις τον νουν και δεν ηδύνατο να εννοήση τα μαθήματα· η σπουδή του όμως και η πίστις του προς τον Θεόν ανεπλήρωσε το υστέρημα της φύσεως· ότι εύρε τρόπον πάνσοφον ο πεφωτισμένος νέος, ελπίζων εις τον Θεόν να του δώση φώτισιν. Ζηλώσας όθεν την πίστιν της αιμόρρου και πιστεύων αδιακρίτως, ότι εάν μόνον εγγίση και αυτός εις το άκρον των ιματίων του Ιησού λεπτύνεται ο νους του εις το να εννοή τα γράμματα, μετέβη εις την Εκκλησίαν πριν αρχίση την λειτουργίαν ο Ιερεύς· και απελθών εις το όπισθεν μέρος της αγίας Τραπέζης, έκλινε την κεφαλήν κάτωθεν του θείου πέπλου, τον οποίον ονομάζομεν κοινώς ενδύτην, και έστεκεν ούτω μετά φόβου Θεού και πίστεως, έως ου ετελειώθη η λειτουργία. Και, ω του θαύματος! έλαβε την χάριν, καθώς επίστευσεν, εξελθών δε από την λειτουργίαν έμαθεν εκ στήθους την δευτέραν ωδήν του Προφήτου Μωϋσέως με μίαν μόνον φοράν όπου την ανέγνωσεν· ομοίως και τα δύσκολα μαθήματα από την ώραν εκείνην με πολλήν ευκολίαν εννοούσεν. Ούτως ουν απογαλακτιζόμενος παιδοπρεπώς και θεοπρεπώς πολιτευόμενος, ο όντως Μελέτιος εμελέτα με μελέτην διηνεκή εις τον νόμον του Κυρίου, κατά τον Δαβίδ, τα θεία και σωτήρια μαρτύρια, και καθ’ εκάστην μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν, όχι ως παιδίον μικρόν όπου ήτο, αλλά με τόσην ευταξίαν και ευλάβειαν, ώστε επερίσσευε τους πρεσβυτέρους και σοφούς εις την σύνεσιν· και πάντες τον εθαύμαζον ότι ηκροάζετο νουνεχώς τους θείους Λόγους, με τους οποίους ετρέφετο μάλλον ή με άρτον φθειρόμενον. Και όσον ηύξανεν εις την ηλικίαν του σώματος, τόσον μάλλον επρόκοπτεν εις την σοφίαν και χάριν, προβαίνων από δόξης εις δόξαν και από δυνάμεως εις δύναμιν, τόσον ώστε επέρασε την τάξιν της φύσεως και όταν ήτο χρόνων δεκαπέντε εφαίνετο ως ανήρ τέλειος, εις μέτρον ηλικίας του θείου πληρώματος. Οι δε γονείς αυτού εμελετούσαν εις τον Μελέτιον ως άνθρωποι ανθρώπινα πράγματα και εζήτουν να τον νυμφεύσουν, μη γνωρίζοντες εκείνα τα οποία αυτός εμελέτα εις την καρδίαν του και διότι έως τότε υπετάσσετο εις αυτούς και δεν παρήκουε την προσταγήν των. Αλλ’ όταν είδεν ότι εβούλοντο να τον χωρίσουν από τον ένθεον έρωτα, έκρινε δίκαιον να γίνη εκείνων παρήκοος, του δε Ποιητού και Σωτήρος υπήκοος, του οποίου ήκουε καθ’ εκάστην τους σωτηρίους τούτους λόγους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω ημάς». Και πάλιν: «Ει τις έρχεται προς με, και ου μισεί τον πατέρα αυτού, και την μητέρα, και γυναίκα, και τέκνα, και αδελφούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναταί μου είναι μαθητής». Αυτά και άλλα πρόμοια ακούων ο πεφωτισμένος νέος, προέκρινε τον ένθεον έρωτα από όλον τον κόσμον σοφώτατα· και αφήνει τους γονείς, φεύγει τους γάμους, καταλιμπάνει συγγενείς, φίλους, κτήματα, χρήματα, και όλα τα απολαυστικά και ηδέα του σώματος ολοψύχως κατεφρόνησεν ως επίκηρα, δια ν’ απολαύση τα άφθαρτα και αιώνια. Φεύγει από την αγαπημένην πατρίδα του, σηκώνει τον Σταυρόν, και ακολουθεί τω Χριστώ, όστις τον εκάλεσε· φθάσας δε εις Κωνσταντινούπολιν, εισήλθεν εις εν Μοναστήριον, το οποίον ίδρυσε και εις το οποίον κατώκησε ποτε ο Μέγας Χρυσόστομος, ότε ήτο εκεί Πατριάρχης, και αφ’ ου έκαμεν εκεί τρεις χρόνους, έγινε Μοναχός. Όταν έμαθε καλά την τάξιν της μοναδικής πολιτείας εκεί εις το Κοινόβιον, επεθύμησε να πολιτευθή εναρετώτερα εις την έρημον. Όθεν ανεχώρησεν από το Κοινόβιον, θέλων να μιμηθή τον Προφήτην Ηλίαν και Ιωάννην τον Πρόδρομον, και μετέβη εις Θεσσαλονίκην δια να προσκυνήση πρότερον τον Μέγαν Δημήτριον. Εκεί δε παρεκάλεσε τον Θεόν και τον Άγιον να τον οδηγήσουν εις τόπον σωτήριον. Εξελθών τον υπήντησεν ένας νέος, κόσμιος εις το ήθος και εις την μορφήν ευπρεπής και χαριέστατος, όστις προσεποιήθη ότι μετέβαινεν εις την αυτήν οδόν, εις την οποίαν επήγαινε και ο Μελέτιος και τον ηρώτησε που επήγαινεν. Ο δε Όσιος του λέγει· «Έως την Ρώμην βούλομαι να φθάσω δια να προσκυνήσω των Αγίων Αποστόλων τα λείψανα». Και ο νέος του λέγει· «Δεν είναι καιρός τώρα να υπάγης εκεί, αλλά ύπαγε εις τα μέρη της Ελλάδος· εις τας Θήβας πλησίον, προς το νότιον μέρος, είναι Μοναστήριον Γεωργίου του Μάρτυρος και εκεί σου ητοίμασε την κατοικίαν ο Κύριος». Ταύτα ειπών, εγένετο αφανής ο φανείς νεανίας. Ο δε Όσιος, γνωρίσας ότι ήτο εκ Θεού η όρασις, υπήκουσε του θείου προστάγματος και ανέβαλε την μεγάλην αυτού αποδημίαν εις Ρώμην και Ιεροσόλυμα και ήλθεν εις Αθήνας, ένθα επεσκέφθη τον εν τω Παρθενώνι της Ακροπόλεως Ναόν της Θεοτόκου, εξ Αθηνών δε μετέβη εις Θήβας. Είκοσι στάδια μακράν της πόλεως των Θηβών και προς νότον εύρε τον ρηθέντα Ναόν του Αγίου Γεωργίου και έμεινεν εκεί αγωνιζόμενος· όσον δε αυτός επροσπαθούσε να κρύπτη την αρετήν του από τους άλλους, τόσον αύτη τον εμαρτύρει και εφανέρωνεν, επειδή πόλις ήτις είναι εις υψηλόν όρος δεν κρύπτεται. Έφθασεν όθεν η φήμη του εις όλα εκείνα τα όρια, και συνήχθησαν και άλλοι πολλοί προς ζήλον αυτού και μίμησιν. Ο δε Όσιος, επειδή είχε τάξιμον να προσκυνήση εις την Ρώμην και εις τα Ιεροσόλυμα, έλαβεν από τους Πατέρας συγχώρησιν και ομού με έναν Μοναχόν δια συνοδείαν του μετέβη με κίνδυνον της ζωής του εις Ιεροσόλυμα, τα οποία κατείχον τότε οι Σαλτζουκίδαι Τούρκοι, οίτινες είχον νικήσει τους επιτοπίους Άραβας και τους Έλληνας και είχον μάλιστα συλλάβει αιχμάλωτον τον αυτοκράτορα Διογένην Ρωμανόν. Ήτο δε τόση η μανία των βαρβάρων εκείνων, ώστε πολλούς, οίτινες δεν εδέχοντο να αρνηθούν τον Χριστόν, κακώς εθανάτωναν. Ο μακάριος όμως Μελέτιος, έχων την καρδίαν του πεπυρωμένην από τον πόθον του μαρτυρίου, ήλθεν εις Ιεροσόλυμα αψηφών όλους τους κινδύνους· όσους δε υπέστη καθ’ οδόν ραβδισμούς, λιθασμούς, ύβρεις, κατά κόρης ραπίσματα και άλλα τις διηγήσεται; Διότι οι βάρβαροι εζήτουν να ρίψη κατά γης τον Τίμιον Σταυρόν και να πατήση αυτόν. Ο γενναίος όμως της ευσεβείας αγωνιστής υπέμεινε προθύμως πάσαν δοκιμασίαν και παρ’ ολίγον θα εσφάζετο υπ’ αυτών, όμως ο Πανάγαθος Θεός, όστις προώριζε τον Μελέτιον ως σκεύος εκλογής εις πολλών σωτηρίαν, ελύτρωσε θαυμασίως αυτόν. Αφού δε προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους μετέβη εις Ρώμην, ένθα προσεκύνησε τον τάφον των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, εκπληρώσας δε ούτω τον πόθον του επέστρεψε πάλιν εις το αυτό Μοναστήριον. Οι δε Πατέρες, ιδόντες τον θείον Μελέτιον, εχάρησαν τόσον, όσον ελυπούντο πρότερον δια την αναχώρησιν αυτού και στέρησιν και τον ηυλαβούντο όλοι ως Άγιον. Ούτος όμως εταπεινοφρόνει πολλά, και δεν επήρετο δια τίποτε, αλλά έτρεχεν εις τας υπηρεσίας της Μονής πρότερον από όλους και ετοιμότερον. Καθώς δε ήτο ταπεινός εις το φρόνημα, ούτως ήτο και εις τα ιμάτια ευτελέστατος, φορών μόνον εν ράσον τρίχινον, το οποίον ανέρραπτε και εμπάλλωνεν· ομοίως και τα υποδήματα αυτού ήσαν παλαιά και εφθαρμένα. Εξόχως δε εφύλαξε τόσον την εγκράτειαν, ώστε ούτε νερόν εχόρτασεν, ούτε άρτον έφαγε προς αυτάρκειαν, αλλά μόνον ολίγον εγεύετο από ταύτα, δια να φύγη τον ανθρώπινον έπαινον και δια να λαμβάνη από την ολίγην τροφήν μικράν δύναμιν, να υπηρετή τους αδελφούς και να κάμνη και τον κανόνα του προθύμως. Είχον δε εις την Μονήν εκείνην συνήθειαν να τρώγουν όλοι από τα φαγητά όπου έβαλλεν ο κελλάρης εις την τράπεζαν, αλλ’ όσον προηρείτο έκαστος, ήτοι άλλος πολύ, άλλος ολιγώτερον. Όθεν έτρωγε και ο πάνσοφος Μελέτιος από όλα τα παρατιθέμενα δια να μη φαίνεται από τους άλλους ανόμοιος, ελάμβανεν όμως τόσον ολίγον, ώστε δεν του έδιδεν απόλαυσιν. Εις τας διακονίας όλας της Μονής ήτο πρόθυμος και σπουδαίος και εδούλευεν άοκνα· όταν δε έκτιζον οίκον, εσήκωνε τας βαρυτέρας πέτρας, τας οποίας οι άλλοι δεν ηδύναντο· ομοίως και εις τους κήπους, αμπελώνας και αλλαχού ήτο πρόθυμος, και εφύτευσε πολλά δένδρα· έως δε την σήμερον φαίνονται οι γεωργικοί του κόποι, την επωνυμίαν τού Μελετίου φυλάττοντες· παρ’ όλους όμως τους κόπους αυτούς του σώματος δεν έλειψε ποτέ από την κοινήν ακολουθίαν. Αυταί μεν είναι αι πράξεις, αίτινες εις το φανερόν εγένοντο, αλλά όσας έκαμνεν απόκτυφα τας νύκτας εις το κελλίον του, μετανοίας, γονυκλισίας, ευχάς, δάκρυα και άλλα τοιαύτα, τα οποία απ’ αρχής της εις το Μοναστήριον του Αγίου Γεωργίου μεταβάσεώς του έκαμνεν, τις διηγήσεται; Ποτέ δεν ανεπαύθη εις την ευτελή ψάθην, όπου είχε κατά γης αντί στρώματος, χωρίς να κλαύση και να βρέξη αυτήν, κατά τον Δαβίδ, με δάκρυα· έπειτα ολίγον κοιμώμενος, δια να λάβη το σώμα ολίγην άνεσιν, εσηκώνετο το μεσονύκτιον και προσηύχετο έως να κτυπήσουν το σήμαντρον. Μη υποφέρων όθεν ο επίβουλος και πολυμήχανος όφις να βλέπη τοιαύτα θαυμάσια κατορθώματα, εδοκίμασε πολλάκις να μαστίση εκείνον όστις τον εμάστιζε· και μάλιστα ότε ποτέ ενέβαλεν εις πειρασμόν γυναίκα τινά πλουσίαν εκ Θηβών και την ώθησεν εις το να πειράξη τον Άγιον. Αυτός όμως ο αδαμάντινος την ψυχήν εις μεν την γυναίκα, αφού ήλεγξε και επετίμησεν αυτήν δια τον πονηρόν λογισμόν τον οποίον εδέχθη, απηγόρευσε πλέον την μετ’ αυτού επικοινωνίαν, εις δε τον εαυτόν του, ως ίδιον σφάλμα τον λογισμόν της γυναικός υπολαμβάνων, επέβαλε βαρύτατον επιτίμιον· και πρώτον μεν ενεκλείσθη εις το κελλίον του και ουδένα εις επικοινωνίαν δεχόμενος παρέμεινε νήστις επί ημέρας τεσσαράκοντα αγρυπνών και προσευχόμενος, είτα δε επί ολόκληρον έτος παρέμεινεν έγκλειστος ουδεμίαν αποδεχόμενος ανθρωπίνην επικοινωνίαν ή βοήθειαν. Ο δε πονηρός διάβολος, φρίττων έτι περισσότερον, του δίδει μεγάλας οδύνας και πόνους εις ολόκληρον το σώμα, και εξόχως εις τους πόδας. Επρήσθησαν όθεν ούτοι από την πολλήν ορθοστασίαν και έτρεχεν ύλη δυσώδης και ανυπόφορος. Οι δε λοιποί Μοναχοί ελυπούντο και τον εσυμπονούσαν, αλλά δεν ηδύναντο να του κάμουν θεραπείαν τινά. Μετά δε καιρόν τυχαίως ήλθεν ιατρός τις εις το Μοναστήριον, τον οποίον ωδήγησαν οι αδελφοί εις τον Μελέτιον χαίροντες, ο δε ιατρός υπεσχέθη να τον ιατρεύση ευκόλως. Ο Όσιος όμως δεν ηθέλησε ποσώς να του δείξη τους πρησμένους πόδας του, ούτε δια την ασθένειαν ποσώς τον ηρώτησεν, αλλά γνωρίσας από θείαν χάριν τας πράξεις όλας του ιατρού, επροφήτευσεν εις αυτόν τα μέλλοντα λέγων: «Ιατρέ, θεράπευσον μάλλον σεαυτόν, οικονόμησον τα πράγματα της οικίας σου, ότι μετά τρεις ημέρας τελειώνει η παροικία σου, και τότε υπάγεις εις τον τόπον, τον οποίον σου ητοίμασαν τα έργα σου». Ταύτα είπε, και την τρίτην ημέραν απέθανεν ο ιατρός· και εθαύμασαν όλοι τον Όσιον δια την πρόρρησιν. Εκείνος δε έχων όλως τον νουν και την φροντίδα εις την ψυχήν, δεν εφρόντιζε δια την ασθένειαν του σώματος, αλλ’ είχε πολλήν υπομονήν και καρτερίαν ως μεγαλόψυχος, τόσον ώστε εφιλονίκει να περισσεύση τον μακάριον Ιώβ ο τρισόλβιος. Ότι εκείνος μεν είχεν όστρακον και έξεεν ολίγον τας πληγάς προς μικράν θεράπευσιν. Ούτος δε υπέφερε και τους σκώληκας, όπου εγεννήθησαν εις τας πληγάς τών ποδών και τον κατέτρωγον, εάν δε έπιπτέ τις εις την γην, τον έπαιρνε πάλιν ο Όσιος και τον έβαλλεν εις τον τόπον του, δια να έχη τους πόνους της σαρκός περισσοτέρους, ακολούθως δε και τας αμοιβάς εις την ψυχήν παρομοίας. Τόσον ήτο γενναίος εις την ψυχήν, υπομονητικός και καρτερόψυχος. Είχε δε τοσούτον ερριζωμένην την πίστιν εις την καρδίαν του ο μακάριος, ώστε ηδύνατο να τελέση αδύνατα και δυσκατόρθωτα πράγματα, να μετακινήση όρη και άλλα παρόμοια, καθώς εγνωρίσθη με το εξής θαυματούργημα. Είχε ποτε ένα μαθητήν Ιερομόναχον, Μάρκον ονόματι, ο οποίος του ηυλόγει την τράπεζαν, όστις εν μια των ημερών ετελεύτησε. Συναθροισθέντων δε των αδελφών να ενταφιάσουν το λείψανον, είπεν εις απ’ εκείνους ταύτα προς τον Μελέτιον· «Πρόσταξε, Πάτερ, τον μαθητήν σου να κάμη στίχον, να ψάλωμεν». Τούτο είπεν ή από θλίψιν πολλήν και παρελάλησεν ή από απιστίαν, μη πιστεύων ότι θα ηδύνατο να ομιλήση ο νεκρός. Ο δε Όσιος, δια να θεραπεύση την απιστίαν του και δια να αποδείξη αληθείς τους λόγους του Δεσπότου τους λέγοντς· «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», είπε προς τον νεκρόν· «Τέκνον μου Μάρκε, ευλόγησον». Τότε ο νεκρός, ω του θαύματος! υπήκουσε, και ανοίξας τους οφθαλμούς εσήκωσε την δεξιάν, και κάμνων Σταυρόν εις το πρόσωπόν του, εκίνησε τα χείλη του λέγων· «Ευλογητός ο Θεός» και τα επίλοιπα του στίχου· και τότε πάλιν έμεινε νεκρός ως το πρότερον. Αλλά ακούσατε και έτερον θαύμα μέγα, δια να πιστωθήτε ότι έπνεε πυρ εις το στόμα τού Μελετίου, ως και του Μωϋσέως και του Ηλιού, και Πέτρου του Κορυφαίου, όταν παρέδιδον τους παραβάτας και αδίκους δικαίως εις τιμωρητικόν θάνατον. Εν μέσω των άλλων μαθητών του ήτο και εις αυθάδης και απαίδευτος, την κλήσιν Νικόδημος, τον οποίον ο θείος Μελέτιος δεν άφηνε να ιερωθή, ηξεύρων αυτόν ανάξιον· αυτός δε ο δείλαιος, καταφρονήσας τον βαθμόν της υπακοής, μετέβη εις τας Θήβας και εχειροτονήθη από τον Αρχιερέα κρυφίως· πλην δεν επέστρεψεν εις το Μοναστήριον, αλλά έμεινεν εκεί εις τας Θήβας· η δε θεία δίκη έκαμεν εκείνον τον άδικον να πέση δικαίως εις τον αδέκαστον δικαστήν Μελέτιον και να λάβη τα της αυθαδείας επίχειρα με τρόπον τοιούτον θαυμάσιόν τε και φοβερώτατον. Τας ημέρας εκείνας εγένετο εις όλην την επαρχίαν των Θηβαίων ανομβρία μεγάλη και εκινδύνευον να ξηρανθούν τα σπαρτά τελείως. Οι δε εγχώριοι ετέλουν καθ’ εκάστην λιτανείας και παρακλήσεις προς τον Κύριον, αλλά δεν επήκουεν αυτών. Όθεν έδραμον άπαντες εις τον μέγαν Μελέτιον, όστις μόνον ήτο άξιος να παρακινήση εις οίκτον τον Δεσπότην Χριστόν. Φθάνοντες όθεν με λιτανείαν εις τον μέγαν Γεώργιον, είχον εις την συνοδείαν των και τον ρηθέντα Νικόδημον ενδεδυμένον τα ιερατικά ιμάτια· καθώς δε έκαμεν ο μέγας Μελέτιος προς Κύριον δέησιν, ήλθε βροχή αναρίθμητος και πάντες εχάρησαν. Ιδών όμως ο Όσιος τον Νικόδημον, επρόσταξε και τον εξέδυσαν τα ιερά που εφόρει, και τον έβαλαν εις ένα λάκκον, δια κανόνα της παρακοής όπου έκαμεν. Τινές δε από τον κοινόν λαόν απαίδευτοι κατέκριναν τον Όσιον ως άσπλαγχνον· και σύραντες από τον λάκκον τον δείλαιον, του είπον να βάλη πάλιν τα ιερά, να στρέψωσιν εις την πόλιν με τον λοιπόν λαόν λιτανεύοντες. Αλλά, ω του φρικτού της άνωθεν δίκης κρίματος! Πριν να φθάσουν εις την πόλιν λιτανεύοντες, όταν ήσαν έξω ακόμη από τον Ναόν του Αγίου Ηλιού, εξέσπασε θύελλα φοβερωτάτη με αστραπάς και βροντάς δυνατάς, και έπεσε κεραυνός εις τον άθλιον Νικόδημον, όστις μόνος ηρπάγη από όλον εκείνο το πλήθος και έπεσεν εις τας χείρας του ζώντος Θεού δια να δώση δίκας της παρακοής ο ταλαίπωρος. Εγώ δε και τα δύο ταύτα θαυμάζω. Πως ο λαός ευηργετήθη με την πλήμμυραν του ύδατος, και ο πταίστης ομού εκολάσθη. Όμοιον και τούτο του θαυματουργήματος του Μωϋσέως, όστις με την ράβδον του, με την οποίαν επέρασεν αβρόχως τους φίλους του, εβύθισε και τους εχθρούς του θαυμασιώτατα. Ούτω και εδώ οι μεν άξιοι της ευχής απέλαβον την ευεργεσίαν του ύδατος, ο δε παραβάτης, αθετήσας το πατρικόν πρόσταγμα, έγινε του εναντίου στοιχείου ανάλωμα και έμεινε πυρίκαυστος, δια να σωφρονισθούν άλλοι παρήκοοι με το τούτου υπόδειγμα. Άνθρωπός τις Θηβαίος, πλούσιος, είχε θυγατέρα, την οποίαν έταξεν εις γυναίκα ενός άλλου πλουσίου έρχοντος, και με την κόρην έγραψε να δώση προίκα όλον το πράγμα του. Ούτος είχε πολλήν ευλάβειαν και αγάπην εις τον μέγαν Μελέτιον· και απελθών τον παρεκάλεσε με πολλήν θερμότητα λέγων· «Κάμε, τίμιε Πάτερ, δια την κόρην δέησιν να περάση ειρηνικά με τον άνδρα, όπου την εμνήστευσα». Ο δε Μελέτιος, προβλέπων ως παρόντα τα μέλλοντα, απεκρίνατο· «Εάν αγαπάς την κόρην σου και το συμφέρον σου, άφες τους γάμους, ότι εις ένα μήνα την παίρνει ο Νυμφίος της, και δεν ζημιώνεσαι την προίκα της άδικα, και κερδαίνει και αυτή την παρθενίαν της». Δέχεται την συμβουλήν ο Θηβαίος, και πριν να τελειώση ο μην απήλθεν η κόρη προς Κύριον· και ο πατήρ της επώλησεν όλην την προίκα, και την έδωκεν ελεημοσύνην, δια να την εύρη εκείνη και αυτός εις ζωήν την αιώνιον. Όταν δε είχεν οκτώ χρόνους ο Όσιος εις εκείνο το Μοναστήριον, βλέπων ότι ήρχοντο πολλοί και δεν τον άφηναν να ησυχάζη κατά τον πόθον του, ανεχώρησεν απ’ εκεί, ψηφίσας Ηγούμενον ένα, την κλήσιν Νικόλαον, εις χείρας του οποίου ενεπιστεύθη το ποίμνιον· αυτός δε επήγεν εις το όρος της Μυουπόλεως δύσβατον κατά πολλά, εις το οποίον ήτο το Μοναστήριον, του Συμβούλου καλούμενον ή Συμβόλου, τιμώμενον επ’ ονόματι των Αγίων Ασωμάτων, εις το οποίον ηγουμένευεν εις ενάρετος Κληρικός, ονόματι Θεοδόσιος, όστις εδέχθη τον Όσιον μετά πλείστης αγαλλιάσεως και του έδωσε κατ’ αρχάς το ευκτήριον του Σωτήρος Χριστού να κυβερνά ως βούλεται· με τον καιρόν δε δια την αγάπην του Μελετίου συνηθροίσθησαν και εκεί αναρίθμητοι, και έγινε Λαύρα η έρημος. Έφθασε δε η φήμη του Αγίου έως της Κωνσταντινουπόλεως, ο δε Πατριάρχης Νικόλαος ο Γραμματικός έδωκεν εντολήν εις τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Νικήταν να χειροτονήση τον Μελέτιον Ιερέα δια να εξυπηρετή και εξομολογή τους αδελφούς, το οποίον και παρά την θέλησίν του εγένετο και εκοσμήθη ο υπεράξιος με την αξίαν της ιερωσύνης. Εις ολίγον καιρόν εκοιμήθη ο Θεοδόσιος και έμεινεν όλη η προστασία και της κυρίως Μονής των σωμάτων εις τον Μελέτιον. Ήσαν δε οι αδελφοί εκατόν και περισσότεροι, και καθ΄ εκάστην ο αριθμός επλήθυνεν· ότι ο Όσιος υπεδέχετο άπαντας και έκτιζον κελλία και οικητήρια, εις τα οποία συνεκοπίαζε και εβοήθει ο Όσιος και τους ηρμήνευε και ενουθέτει τα χρειαζόμενα, διδάσκων αυτούς προ πάντων να έχουν πτωχείαν έξωθεν και έσωθεν, να μη φροντίζουν δια την σάρκα πώς να τραφώσιν, αλλά να ελπίζουν εις τον Πανάγαθον Θεόν, όστις θα τους διακυβερνά εις όσα χρειάζονται, καθώς τρέφει και τα πετεινά του ουρανού. Αυτά και άλλα όμοια ψυχωφελή τους έλεγεν ο Μελέτιος και δεν τους επέτρεπε να αγοράσουν αγρούς ή βόας ή άλλα χρειαζόμενα πράγματα, δια να μη ασχολήται ο νους των εις τας γεωργίας και αμελώσι την κυριωτέραν εργασίαν, ήτοι την προσευχήν, ότι εφοβείτο την παραβολήν εκείνου, όστις εδιώχθη από τους γάμους, διότι δεν εφόρει του γάμου το ένδυμα. Ήτο εκείνο το όρος άλλος Παράδεισος, και εξύμνουν οι τρισμακάριοι αδιαλείπτως τον Κύριον. Βλέπων δε ο Θεός την ταπείνωσιν αυτών και την αγαθήν προαίρεσιν, εφώτιζε τους πλουσίους και τους έστελλον παν ό,τι εχρειάζοντο. Ίδρυσε δε τότε και εικοσιτέσσαρα Παραλαύρια εις διάφορα μέρη της Ελλάδος, εις τα οποία εγκατέστησε Μοναχούς κοινοβιακώς ζώντας, εις δε την κυρίως Λαύραν αφήκε μάλλον τους τελειοτέρους των Μοναχών, τους επιθυμούντας να ζήσωσιν αναχωρητικόν βίον εις ιδιαίτερα δι’ έκαστον κελλία. Επειδή δε η φήμη του Μελετίου διεδόθη εις πολύν κόσμον όχι μόνον ο κοινός λαός, αλλά και αυτός ο βασιλεύς του καιρού εκείνου, ο θεοσεβέστατος Αλέξιος, ακούσας τας μεγάλας αρετάς του Οσίου, τον ηυλαβήθη θαυμασιώτατα, και του έστειλεν ελεημοσύνην μύρια (10.000) φλωρία χρυσά, παρακαλών αυτόν να τα δεχθή, και όταν έχη πάλιν και άλλην ανάγκην δια οικοδομήν και ζωοτροφίαν των αδελφών να του κάμη λόγον, και αυτός να του στέλλη όσα χρειάζεται. Ο δε Όσιος ηυχαρίστησε μεν τον βασιλέα δια την πλουσίαν του προαίρεσιν, τα δε φλωρία επέστρεψε κρατήσας μόνον τετρακόσια είκοσι δύο, λέγων, ότι τόσα μόνον εχρειάζοντο, και να τα στέλλη κάθε χρόνον, δια να μη τα φυλάττουν εκείνοι, θησαυρίζοντες εις την έρημον. Πράγμτι υπήκουσεν ο χριστιανικώτατος Αλέξιος και όχι μόνον το χρυσίον του έστελλεν ετησίως, αλλά και έτερα αναγκαία του σώματος. Όθεν και ο Όσιος παρεκάλει πολλάκις δια τον επίγειον βασιλέα τον Επουράνιον να του δίδη εις τους πολέμους τα νικητήρια· και πολλάς φοράς ελυτρώθη δια πρεσβειών του Οσίου από τον κίνδυνον ο Αλέξιος και εξόχως μίαν ημέραν, όταν εξεστράτευσαν οι Κομάνοι εις τα μέρη της Θράκης με πολύ στράτευμα, και ηχμαλώτισαν τα περίχωρα της Αγχιάλου· τότε μετέβη και ο βασιλεύς εκεί με το στράτευμά του, να αντιπολεμήση τους πολεμίους. Αν δε εξήρχετο την ημέραν εκείνην όπου εμελέτα ο βασιλεύς εις τον πόλεμον, θα τον εφόνευον οι βάρβαροι. Ο μέγας όμως Μελέτιος προεγνώρισε τον κίνδυνον εκεί εις το όρος ευχόμενος, (ω θαυμασίου χαρίσματος και εξαισίου διηγήματος!) και εφώνησε λέγων· «Φυλάττου να μη εξέλθης από την πόλιν της Αγχιάλου, θαυμαστέ Αλέξιε». Ταύτα ειπών, ήγειρεν εις τον αέρα την δεξιάν αυτού και εσφράγισε τον μακράν απέχοντα βασιλέα ως παρόντα και ακούοντα. Εις δε ευλαβής Μοναχός από την συνοδείαν του, Ιλαρίων καλούμενος, έτυχε τότε πλησίον του Οσίου, όστις ακούσας ταύτα εθαύμασε· και πίπτων εις τους πόδας του, εζήτησε να του φανερώση την όρασιν. Ο δε απεκρίνατο· «Την ώραν ταύτην βούλεται να εξέλθη ο βασιλεύς εις πόλεμον κατά των Κομάνων και εάν πολεμήση, τον φονεύουσι». Ταύτα ειπών έκαμεν ευχήν εκ καρδίας δια την σωτηρίαν τού βασιλέως. Ο δε ελεήμων Θεός επήκουσε του Οσίου την δέησιν, και μετέβαλε την γνώμην του Αλεξίου και δεν έκαμε πόλεμον. Όχι μόνον δε ταύτα, αλλά και οι Κομάνοι από θείαν πρόνοιαν θαυμάσιον έκαμον μάχην μεταξύ των και κακώς διεσκορπίσθησαν. Όθεν έμεινεν η Αγχίαλος αβλαβής, επέστρεψε δε υγιής εις τα βασίλεια ο Αλέξιος, ο δε ρηθείς Ιλαρίων έγραψε την ημέραν, κατά την οποίαν είδε την οπτασίαν ο Όσιος. Όταν δε μετά καιρόν ήλθον εκεί εις το όρος τινές υπασπισταί και υπηρέται του βασιλέως, τους ηρώτησε, και εύρεν αληθέστατα όσα του είπεν ο Όσιος. Άλλοτε πάλιν έστειλε στόλον ο βασιλεύς Αλέξιος να πολεμήση την Κρήτην, την οποίαν εξουσίαζε τυραννικώς εις άνθρωπος, Καρίκης ονομαζόμενος. Ήτο δε του στόλου Δούξ και Αρχηγός εις ευλαβής άρχων, Ιωάννης καλούμενος, όστις ωδήγησε τα πλοία εις τον Εύριπον, και απ’ εκεί απήλθε δια ξηράς εις τον μέγαν Μελέτιον, δια να λάβη την ευλογίαν του και να προκόψη το ταξίφιόν του. Ο δε Όσιος τον συνεβούλευσεν ούτω λέγων· «Μη υπάγης εις την Κρήτην με τον στόλον, ότι θα ζημιωθής, αλλά στείλε γράμματα ειρηνικά εις τον Καρίκην, να κάμετε αγάπην· και αν στέρξη, έχει καλώς, ει δε μη, ο Θεός της ειρήνης θέλει τον αφανίσει και τότε η Κρήτη σάς υποτάσσεται· συ δε παράμεινε με τον στόλον σου εις τον Εύριπον, έως να έλθη απόκρισις». Εδέχθη ο Ιωάννης την συμβουλήν του Οσίου, ως ευλαβής και φρόνιμος, και εις ολίγον καιρόν ήλθε μήνυμα, ότι απέθανεν ο Καρίκης. Μεταβάς τότε ο Ιωάννης με τον στόλον του εις την Κρήτην εκυρίευσεν αυτήν χωρίς πόλεμον. Άλλοτε πάλιν ήλθεν άρχων τις, Μιχαήλ Κασταμονίτης καλούμενος, χάριν ευλογίας προς τον Όσιον Μελέτιον· και δεν επήρεν εις την συνοδείαν του άλλους, ει μη μόνον έναν δούλον, τον οποίον ενόμιζε δια καλόν άνθρωπον. Εκείνος όμως ο δόλιος εδείχθη κακός δια τον δεσπότην αυτού και αχάριστος, και έβαλεν εις τον νουν του να τον φονεύση ο δείλαιος. Καθώς λοιπόν εβάδιζεν ο Μιχαήλ έμπροσθεν, και ο δούλος κατόπιν, ανέσπασεν ούτος το ξίφος δια να τον κτυπήση· ως όμως εσήκωσε την χείρα με θυμόν δια να τον αποκτείνη, βλέπει έμπροσθεν αυτού θυμωμένον τον μέγαν Μελέτιον, ο οποίος με σχήμα και βλέμμα άγριον τον εφόβισε και δεν ετέλεσε τον άδικον φόνον ο κατά την προαίρεσιν φονεύς. Ταύτα δεν εγνώριζεν ο Καστανομίτης, αλλά περιεπάτει αμέριμνα. Όταν δε έφθασαν εις το κελλίον του Οσίου ο μεν Μιχαήλ εισήλθε και τον εχαιρέτησεν, ο δε κάκιστος δούλος έστεκεν απ’ έξω, θαρρών ότι δεν εγνώριζε την κακουργίαν αυτού ο Μελέτιος. Ο Όσιος όμως τον ήλεγξε φανερά, και του είπε· «Πρόσπεσον εις τους πόδας του κυρίου σου, εξαγόρευσον την ανομίαν, όπου ηθέλησας να τελέσης, ταλαίπωρε, εάν θέλης να σε συγχωρήση ο Θεός και ημείς, ίνα μη κολασθής αιώνια». Ταύτα ακούων ο Μιχαήλ εθαύμαζε, μη γνωρίζων την υπόθεσιν. Τότε εφανέρωσε τον δόλον του δούλου προς τον άδολον δεσπότην, το ωμολόγησε δε και ο δούλος, ζητήσας συγχώρησιν. Όθεν ευχαριστήσας ο Μιχαήλ τον Όσιον, ανεχώρησε χαίρων ομού και θαυμάζων.                 Ο δουξ των Θηβών ηθέλησε ποτε να ίδη τον Όσιον, δια να λάβη την ευλογίαν του· ωνομάζετο δε Βρυέννιος· ως δε καλόγνωμος όπου ήτο και μεταδοτικός ως ο απόστολος Φίλιππος, ηθέλησε να λάβη κι ένα συγγενή του, Βατάζην την επωνυμίαν, εις την συνοδείαν του, και του λέγει· «Ας υπάγωμεν, φίλε, να ίδης ένα άνθρωπον, του οποίου δεν είδες ποτέ σου όμοιον και θα λάβης από την διδαχήν του πολλήν ωφέλειαν». Ο δε Βαταζής, επειδή είχε μάθει όλας τας Ιεράς Γραφάς, λέγει προς τον Βρυέννιον: «Τι άλλο περισσότερον έχει να μου είπη από όσα ανέγνωσα»; Πλην ηκολούθησε του Δουκός ακουσίως και επήγαν αμφότεροι εις τον Όσιον, όστις υπεδέχθη τον Δούκα ασπασίως ως ευλαβέστατον, και τον εδίδαξε κατά μόνας μέσα εις το κελλίον του, και ευλογήσας αυτόν τον απέλυσεν. Ο δε Βαταζης τον παρεκάλεσε να είπη και αυτού λόγον ωφέλιμον. Όθεν ο Όσιος με πραότητα τω είπε: «Συ, τέκνον, γνωρίζεις όσα ήθελα να σου είπω, και δεν χρειάζεσαι διδαχήν από εμέ». Τότε εθαύμασαν και οι δύο, ιδόντες το προορατικόν όπου είχε, και εγνώριζεν όσα αυτοί εις τας Θήβας ελάλησαν. Άλλοτε πάλιν ήλθεν εις ξένος Μοναχός από μακρινόν τόπον να τον ίδη, και καθώς εισήρχετο εις την θύραν του κελλίου (ω του θαύματος!) εγνώρισεν ο Όσιος τα απόκρυφα έργα του Μοναχού και του λέγει· «Διατί, τέκνον, αφού ηρνήθης τον κόσμον και έγινες Μοναχός, έπειτα καταφρονείς το Αγγελικόν Σχήμα, και σμίγεις πάλιν την σάρκα με την γυναίκα σου; Και γιατί πραγματεύεσαι τον πλούτον όπου σου έστειλεν ο Κύριος, και τον σκορπίζεις εις μάταια και πρόσκαιρα πράγματα; Ύπαγε ταχέως, διαμοίρασον εις τους πτωχούς τον βίον σου, να κληρονομήσης τα άφθαρτα αγαθά και αιώνια· και μη σμίξης πλέον με την γυναίκα σου, αλλά φύλαξον σωφροσύνην και καθαρότητα και ας είσαι ταπεινός και πτωχός, καθώς έταξες να κάμης, όταν σε εκούρευσαν, εάν αγαπάς την σωτηρίαν σου· και μετανόησον εξ όλης σου της ψυχής, μη τύχη και αποθάνης αίφνης και κολασθής δικαίως αιώνια». ταύτα ακούσας ο Μοναχός εξεπλάγη εις το προορατικόν του Οσίου, και έμεινε πολλήν ώραν άφωνος· έπειτα εξωμολογήθη άπαντα και έκαμεν ικανήν μετάνοιαν, κηρύττων πανταχού το θαύμα τούτο και φημίζων ως προφήτην τον Όσιον, καθώς ήτο κατά αλήθειαν, επειδή και τα απόκρυφα εγνώριζεν. Αλλά ακούσατε και έτερα παρόμοια. Άλλος τις Μοναχός από την Μονήν Δαφνίου, κειμένην πλησίον των Αθηνών, ήλθεν εις τον Όσιον και τον παρεκάλεσε να τον δεχθή δια να ησυχάζη εκεί, μετ’ αυτών οίτινες επερνούσαν περισσοτέραν  κακοπάθειαν, δια να εύρη ευρυχωρίαν (καθώς έλεγε) περισσοτέραν εις τον Παράδεισον. Ο δε Όσιος τον εκράτησεν, ότι πάντας εδέχετο κατά το δεσποτικόν λόγιον, «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω». Αφού έκαμεν ο Μοναχός ολίγον καιρόν, έσβησεν η θερμότης της προτέρας του προθυμίας, εμέμφετο την σκληραγωγίαν, επικραίνετο ότι ήλθεν εκεί, και ήτο περίλυπος, ότι ούτε το τρίχινον ένδυμα τού ήρεσεν, ούτε η τροφή των, ούτε η ψάθη όπου εκοιμώντο χαμαί, ούτε τα επίλοιπα αγωνίσματα. Όθεν έβαλε γνώμην να στρέψη πάλιν εις το πρότερον Μοναστήριον· και δεν τον έφθασε μόνον αυτό το αμάρτημα της λιποταξίας, αλλά και εν σκαπτήριον εργαλείον έκλεψε και το έκρυψεν έξωθεν του Μοναστηρίου κάτωθεν μιας πέτρας· έπειτα ήλθεν εις τον Όσιον, και βαλών κατά την τάξιν μετάνοιαν, εζήτησε συγχώρησιν να επιστρέψη πάλιν εις το πρότερον Μοναστήριον, ότι δεν υπέφερε την τόσην σκληρότητα. Ο δε Όσιος τον εκάλεσε κρυφά από τους άλλους, δια να μη τον καταισχύνη ενώπιον αυτών, και του λέγει· «Συ μεν ύπαγε όπου βούλεσαι, διότι η μεν Βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν, ημείς δε ουδένα βιάζομεν· πλην ύπαγε να φέρης το σκαπτήριον, το οποίον έκρυψες εις την πέτραν, δια να μη γίνη εις τους αδελφούς σκάνδαλον». Τότε ο κλέπτης ετρόμαξε και πεσών εις την γην ωμολόγησε την αμαρτίαν, και αποδώσας την σκαπάνην, λαμβάνει συγχώρησιν και αναχωρεί. Άλλοι πάλιν από τα όρια των Θηβών ήλθον εκεί εις το όρος να μονάσουν και έφεραν τα ιμάτιά των. Έπειτα, αφού έκαμαν ολίγον καιρόν, ωλιγώρησαν και μη δυνάμενοι να υποφέρουν την σκληρότητα, μετενόησαν, και θέλοντες να στρέψουν εις τα οπίσω, έλαβον τα ιμάτιά των πρότερον, και τα έκρυψαν εις τους θάμνους πλησίον εις τον δρόμον. Έπειτα ήλθον εις τον Όσιον ζητούντες δια την αναχώρησιν συγχώρησιν. Ο δε Όσιος, ως πράος και αγαθός, δεν τους ωνείδισεν, αλλά τους συνεβούλευσε λέγων· «Δράμετε ταχέως να μη σας πάρουν οι οδοιπόροι τα ενδύματά σας, ότι εκεί εις τον θάμνον, εις τον οποίον τα εκρύψατε, είναι δρόμος και διαβαίνουσι πολλάκις οι άνθρωποι». Οι δε ακούσαντες εθαύμασαν, και πηγαίνοντες εκεί εύρον οδοιπόρους και διεμοίραζον τα ιμάτιά των, και μετά βίας ηδυνήθησαν να τα σώσουν από τας χείρας των. Άλλην πάλιν φοράν έστειλεν ο Όσιος Μοναχούς τινας να αγοράσουν οίνον από εν χωρίον. Ο άνθρωπος, όστις έδωκεν εις  αυτούς τον οίνον, ήτο ευλαβής και καλόγνωμος, η δε γυνή του ήτο άσεμνος και κακότροπος. Και βλέπουσα τον ένα Μοναχόν, ότι ήτο νέος και εύμορφος, τον επεθύμησε, και τον εβασάνισε πολλά η αναίσχυντος να την μοιχεύση, αλλά δεν ηθέλησεν ο σωφρονέστατος εκείνος να μολύνη το Άγιον Σχήμα· όθεν την απώθησεν ως άλλος Ιωσήφ την Φαραωνίτισσαν. Η δε πάλιν, ως μεθυσμένη υπό του έρωτος, επρόλαβεν εν στενόν πέρασμα ένθα ήσαν αμπελώνες, οπόθεν έμελλε να περάση ο Μοναχός με τας φορτωμένας ημιόνους, και κρύπτεται παράμερα αναμένουσα η ανοσία τον Οσιώτατον· και καθώς διήρχετο, έδραμεν επάνω του, και τον έσυρεν ως μανιώδης η άσεμνος. Ο δε πάνσεμνος, επικαλούμενος τας ευχάς του Γέροντος εις βοήθειαν, απώθησεν αυτήν και κατά πολλά την εξύβρισεν. Όθεν εντραπείσα η αθλία έμεινεν άπρακτος, ο δε μακάριος αθλητής έφυγε νικητής, δοξάζων τον Κύριον. Όταν ο Μοναχός αυτός έφθασεν εις τον Όσιον, του είπε πως επέρασεν εις εκείνην την υπηρεσίαν· επειδή τοιαύτην τάξιν είχον, όταν έλθη τις από κανέν διακόνημα, να διηγήται ανελλιπώς όσα έπαθεν. Ειπών λοιπόν όλα τα επίλοιπα, εσιώπησε τον πειρασμόν, τον οποίον του έδωκε το μιαρόν γύναιον· ο δε Όσιος ως προορατικός, εγνώριζεν όλα τασυμβάντα, και του λέγει· «Διατί, τέκνον μου, τα μικρά μού ανήγγειλας, και τα μεγάλα απέκρυψας; Τον πόλεμον τον οποίον σου έκαμεν η γυνή εις τον οίκον της και εις τας αμπέλους, όπου σε έσυρε να την μοιχεύσης, και συ την ύβρισες άτακτα; Και καλώς μεν ποιών την ανομίαν δεν έπραξες, αλλά όμως έσφαλες ολίγον, επειδή δεν την εσωφρόνησες με πραότητα, αλλά με αγριότητα την εξύβρισες». Τότε ο Μοναχός κατανοήσας το σφάλμα του εποίησε μετάνοιαν και έλαβε την συγχώρησιν. Ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και έτερα πάμπολλα θαυμάσια ετέλεσε και πολλά προείπεν ο αοίδιμος, δια των οποίων εγνώσθη το πνεύμα της προφητείας, το οποίον τον επλούτιζε και δια του οποίου και τα μακράν υφ’ εκάστου τελούμενα εγνώριζε και τα μέλλοντα προέλεγε, τα οποία μόνος ο Θεός προγινώσκει. Δια της χάριτος όθεν του Παναγάθου Θεού και ούτος ο τρισμακάριος τα εγνώριζε και τα προέλεγεν ασφαλέστατα, τόσον ώστε όλοι τον εθαύμαζον, εξόχως δε ο Βάρδας, όστις δις χρηματίσας ανθύπατος εις την Ελλάδα έπρεπε να επιστρέψη εις τα βασίλεια. Όθεν μετέβη πρώτον εις το κελλίον του Οσίου Μελετίου δια να ζητήση την ευλογίαν του. Ο δε Όσιος προείπεν, ότι έμελλε να γίνη και το τρίτον ανθύπατος, όπερ και εγένετο, ως και πολλά άλλα γεγονότα τα οποία προείπε και άπαντα με την χάριν του Θεού ετελέσθησαν. Άλλος τις άρχων από την Πελοπόννησον, Ιωάννης ονόματι, ήλθε την εβδομάδα της Τυρινής εις τον Όσιον, δια να απολαύση μεγάλην τινά νουθεσίαν προς ψυχικήν του ωφέλειαν. Ο δε Μελέτιος είπεν εις αυτόν· «Μελέτα τον θένατον και ετοίμασε τα εφόδια, ότι εις ολίγας ημέρας είναι το τέλος σου». Ταύτα ακούσας ο άρχων ελυπήθη ως άνθρωπος· πλην γνωρίζων ότι ο Όσιος ουδέποτε εψεύδετο, ητοιμάσθη· και την πρώτην εβδομάδα της αγίας Τεσσαρακοστής απέθανε. Φθάνουσι ταύτα προς απόδειξιν του προφητικού τού Οσίου χαρίσματος, και ας είπωμεν άλλα δύο τρία θαυμάσια από τα πολλά τα οποία ετέλεσε και ούτω να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Ήτο η εβδομάς της Τυρινής, καθώς είπομεν, και δεν τους ευρίσκετο βρώσιμον είδος να αποκρεύσωσιν, οι δε Μονχοί εγόγγυζον κατά του Οσίου λυπούμενοι. Ο δε Όσιος, πρώτον μεν ωνείδισε την απιστίαν των λέγων· «Διατί, αδελφοί, είσθε ολιγόπιστοι; Καρτερήσατε έως την ώραν του γεύματος, να ίδητε του Θεού το έλεος· ότι εκείνος έχει έννοιαν και φροντίδα ημών ως πατήρ φιλόστοργος». Ταύτα ειπών προσηύξατο, όταν δε εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον, ότι τους ήλθε παρά Θεού επίσκεψις, προσέταξε Μοναχούς τινάς να εξέλθωσι της Μονής και να προϋπαντήσωσι τους φέροντας τυρούς και έτερα βρώσιμα· και εξελθόντες ευρίσκουσι φορτωμένας πολλάς ημιόνους, τας οποίας έστειλαν οι φιλόχριστοι· και φαγόντες ηυφράνθησαν, δοξάζοντες τον δοτήρα Χριστόν και θαυμάζοντες τον Όσιον δούλον του. Προσήρχοντο δε συχνάκις ξένοι πολλοί εις το Μοναστήριον, δια να τους ευλογήση ο Όσιος, τους οποίους εφίλευον από όσα είχον πλουσιοπαρόχως. Μίαν δε ημέραν ήλθε πλήθος προσκυνητών, εξ ων οι πλείστοι ήσαν από την Ρώμην, επειδή και έως εκεί έφθασεν η φήμη τού Μελετίου και ήρχοντο πολλοί να τον βλέπωσι δια την αρετήν του, και δια μίαν μεγάλην ευεργεσίαν την οποίαν τους έκαμε ποτε, όταν ήλθε πλοίον από την Ρώμην εις τας Αθήνας, ότε οι μεν Αθηναίοι νομίζοντες ότι ήσαν καταπατηταί, εβούλοντο να τους θανατώσουν, ο δε Όσιος τους παρήγγειλε ότι ήσαν καλοί άνθρωποι και να μη τους πειράξωσιν· όθεν επειδή ελυτρώθησαν από αυτόν, τον ευφήμισαν πανταχού ως Άγιον. Βλέπων δε ο κελλάρης, ότι ήσαν οι ξένοι υπέρ τους εκατόν, είπε του Οσίου, ότι τα όσπρι, τα οποία εμαγείρευαν, ήσαν ολίγα, ως επίσης και τα παξιμάδια και να αφήση τους ξένους να αναχωρήσουν άγευστοι, δια να τα φάγουν κατόπιν οι αδελφοί, να τους φθάσωσιν. Ο δε απεκρίνατο· «Ουχί, τέκνον μου, αλλά ετοίμασον την τράπεζαν, ίνα φάγωσιν όλοι λαϊκοί και μονάζοντες· και ελπίζω εις τον Κύριον, ότι καθώς επλήθυνε τους ολίγους άρτους εις την έρημον και έθρεψε τόσας χιλιάδας, θα ευλογήση και ημών τα ολίγα βρώματα, να χορτάσωμεν άπαντες και να περισσεύσωσιν». Ούτως είπε και ο λόγος του εγένετο Θεού απόφασις και πάντες εχορτάσθησαν, τα δε τρόφιμα θαυμασίως επερίσσευσαν. Ουχί δε μόνον τούτο, αλλά και την τρίτην ημέραν εκτυπούσαν τινές εις την θύραν της Μονής. Ο δε Όσιος εκάλεσε τον κελλάρην και λέγει: «Ύπαγε, ολιγόπιστε, εις την πύλην, να ίδης πόσον σίτον μας ανταπέδωκεν ο Κύριος δια τους ολίγους ξένους, τους οποίους προχθές εφιλοξενήσαμεν». Εξελθών δε ο κελλάρης εύρεν ημιόνους αναριθμήτους φορτωμένας, τας οποίας έστελλον οι φιλόχριστοι και θαυμάσας του Οσίου την μεγαλοψυχίαν και πρόρρησιν, έβαλε μετάνοιαν και εγένετο πλέον ευσπλαγχνικώτερος. Άλλην φοράν έκαμε χειμώνα σκληρότατον, άπαντες δε οι δρόμοι εκαλύφθησαν υπό χιόνων τόσον, ώστε δεν ηδύνατο τις να διέλθη εκείθεν, οι δε Μοναχοί ελυπούντο ότι έλειπεν έλαιον και δεν είχον ειμή εις εν δοχείον ολίγον τι· ο δε διακονητής, μη γνωρίζων τι να πράξη, μετέβη εις τον Όσιον, απαγγέλλων με σκυθρωπότητα την υπόθεσιν. Ο δε Όσιος απελθών εις το δοχείον εχάραξε τον Τίμιον Σταυρόν εις το στόμιόν του, και το ηυλόγησεν λέγων· «Δέσποτα Κύριε, όστις ηυλόγησας την στάμνον του αλεύρου και τον καμψάκην του ελαίου της ευσπλάγχνου και φιλοθέου Σαραφθίας δια Ηλίαν τον δούλον Σου, και δεν έλειψεν απ’ εκείνα τα αγγεία άλευρον και έλαιον, έως ου έστειλες εις τον κόσμον την ευλογίαν Σου, Αυτός και τώρα το δοχείον τούτο ευλόγησον, ίνα πηγάζη έλαιον και να μας φθάση ν τρώγωμεν άπαντες οι δούλοι Σου, όσοι δια το όνομά Σου εδώ συνήχθημεν, και να άπτωμεν τας κανδήλας της Εκκλησίας Σου, έως να ανοίξης την θύραν της ευδοκίας Σου». Ταύτα είπε, και ο Θεός επήκουσεν αυτού, και έτρεχεν απ΄ εκείνο το δοχείον έλαιον τόσον πλήθος, ώστε έφθανεν όλους και έτρωγον και έκαιον όλα του Ναού τα κανδήλια έως την άνοιξιν· και τότε τους έστειλαν οι Χριστιανοί· όθεν έπαυσε το δοχείον και πλέον δεν επήγαζεν ως το πρότερον. Άλλοτε πάλιν εμαγείρευσεν ο κελλάρης κολοκύνθην δια την τράπεζαν και την ώραν του γεύματος την εδοκίμασεν εάν έλειπεν άλας, και την εύρε πικροτέραν χολής· όθεν ηρώτησε τον Όσιον, εάν ήθελε να το χύση και να βράση άλλο τι· ο δε Όσιος δεν ηθέλησεν, αλλά το ηυλόγησεν ο ευλογημένος από τον Θεόν, και εγένετο γλυκυτέρα μέλιτος η πρώην πικροτέρα χολής και άγευστος κολοκύνθη. Μίαν ημέραν τούς έφερον εν σταμνίον οίνου εις το Μοναστήριον, το οποίον έφερον οι Μοναχοί εις τον Όσιον να το ευλογήση, να πίωσιν. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτούς· «Μη τολμήση κανείς να πίη απ’ αυτόν τον οίνον, αλλά συντρίψατε την στάμνον, να χυθή τελείως». Τότε συντρίψαντες το δοχείον, είδον μέσα ένα όφιν φαρμακερόν νεκρόν, όστις από προσβολήν του παλαιού όφεως εισήλθεν εις εκείνο το κεράμιον· και όταν έχυσε το φαρμάκι του, επνίγη εις τον οίνον και έμεινεν έσω δια να πίωσιν οι Ασκηταί και αποθάνωσιν, οίτινες ιδόντες τον φοβερόν εκείνον όφιν εφοβήθησαν και εθαύμασαν τον Όσιον πως το εγνώρισε και τους ελύτρωσεν από βέβαιον θάνατον. Είχε δε και την χάριν των ιάσεων ο Όσιος, την οποίαν υπό της πρώτης των χαρίτων αφθόνως επλούτησε, και εθεράπευε πάσαν ασθένειαν ψυχής τε και σώματος. Είχε δε τότε την πραιτωρινήν αρχήν (διοίκησιν) άρχων τις Κωνσταντίνος Χοιροσφάκτης ονομαζόμενος. Τούτου εις δούλος πιστός, τον οποίον ηγάπα ο Κωνσταντίνος ως τον εαυτόν του, είχε δεινήν και αθεράπευτον ασθένειαν και δεν ευρέθη ιατρός να του δώση σωτηρίαν, αλλά πάντες τον απεφάσισαν εις θάνατον. Ο πραίτωρ λοιπόν ελυπείτο, και λέγει εις τον ασθενή· «Θέλεις να σε υπάγω εις τον μέγαν Μελέτιον, όστις έκαμε τόσα θαυμάσια, να σε θεραπεύση, και ο οποίος είναι αγιώτατος άνθρωπος»; Ο δε ασθενής δεν ήθελεν, αλλά και τον Άγιον κατέκρινε λέγων· «Εγώ επεκαλέσθην πολλούς και μεγάλους Αγίους, και δεν μου έδωκαν καμμίαν βοήθειαν, και αυτός ο φάγος και οινοπότης θα μου κάμη ωφέλειαν»; Ούτως ησθένει εις την ψυχήν χειρότερον του σώματος, καταλαλών τον άμεμπτον, όστις εγνώριζεν απ’ εκεί από το όρος του ασθενούντος τους λόγους. Την δε επομένην ημέραν έλαβεν ο πραίτωρ τον ασθενή και έφθασαν εις τον Όσιον, οπότε έπεσεν ο άρχων εις τους πόδας του κλαίων και ζητών την ιατρείαν του πάσχοντος. Ο δε Άγιος επροφασίζετο, ότι ούτε αυτός ήτο ικανός να τελέση τοιαύτην θαυματουργίαν ούτε ο ασθενής ήτο άξιος να θεραπευθή δια την τοσαύτην του απιστίαν· τέλος όμως ελυπήθη τα δάκρυα του άρχοντος, και αφού ενουθέτησε τον ασθενή, όστις ωμολόγησε την αμαρτίαν του ζητών συγχώρησιν, τον ιάτρευσε ψυχή τε και σώματι και ευχαριστήσαντες τον Όσιον αμφότεροι απήλθον εις τα ίδια χαίροντες. Άλλοτε πάλιν ήλθον άλλοι δύο εις το κελλίον του· και καθώς εισήλθον εις την Μονήν, ήλθεν αίφνης ασθένεια εις τον ίππον τού ενός, ήτις λέγεται οπισθότονος, και πεσών εις την γην εκινδύνευεν εις θάνατον· όθεν παρεκάλεσε τον Όσιον να υπάγη έως τον στάβλον, να τον ίδη· ένθα ευρίσκων εις την γην ως νεκρόν ηπλωμένον τον ίππον, τον ήγγισε με την ράβδον του λέγων· «Εγείρου»· και τότε παρευθύς (ω του θαύματος!) ηγέρθη ο ίππος υγιέστατος. Ο δε έτερος εκ των δύο εκείνων ανθρώπων είχε λογισμούς βλασφημίας, και ησχύνετο να τους εξομολογηθή· όθεν ο Όσιος γνωρίσας ταύτα από Πνεύμα Άγιον, είπεν εις αυτόν· «Βέλε εις το στήθος την χείρα σου, έπειτα έκβαλε αυτήν»· αφού ετέλεσε το προσταττόμενον, του λέγει· «Βλέπεις πως είναι η χειρ σου κενή; Ούτως εξέρχεσαι και συ απ’ εδώ κενός και άδειος χωρίς ευλογίαν, διότι δεν ωμολόγησες τους πονηρούς λογισμούς της βλασφημίας, οίτινες σε θλίβουσι». Τότε ο άνθρωπος, κατανυχθείς την καρδίαν, εξωμολογήθη και λαβόντες συγχώρησιν αμφότεροι ανεχώρησαν, ωφεληθέντες θαυμασιώτατα. Είχε δε ο Όσιος και εξουσίαν θαυμασίαν κατά των δαιμόνων και ως τους επετίμα έφευγον ως υπό πυρός διωκόμενοι· και εις πίστωσιν των άλλων θα γράψωμεν δύο θαύματα σύντομα, δια να είπωμεν και του Οσίου την οσίαν και θαυμασίαν μετάστασιν. Μοναχός τις ονόματι Ιάκωβος είχε τοιούτον δεινόν και κακόν δαιμόνιον, ώστε έπιπτεν εις τους λίθους και εις τα ξύλα και ετραυματίζετο ο δυστυχής, οσάκις τον έρριπτε το δαιμόνιον, και επληγώνετο πολλάκις εις την κεφαλήν και εις το πρόσωπον, και έμενεν ελεεινόν θέαμα. Ούτος ήλθε ποτέ εις την Εκκλησίαν του Οσίου, εις τον νάρθηκα τον εύρε το κακόν· και τον είδεν ο Άγιος όταν έπιπτεν εις την γην, εταράσσοντο δε όλα τα μέλη του, εκτύπα την κεφαλήν, εστράβιζε το στόμα και ήφριζε, τρίζων τους οδόντας και τους οφθαλμούς διαστρέφων, και κραυγάζων μεγάλως. Ταύτα βλέπων τον ελυπήθη ο Όσιος, και αλαλήτως ελάλησεν Εκείνου όστις επακούει τους φοβουμένους αυτόν, εις τον οποίον αδιστάκτως επίστευσεν ειπόντα· «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Και βαλών την ράβδον του εις το στόμα του πάσχοντος, εδ’ιωξεν ευθύς το δαιμόνιον, τον δε Ιάκωβον ήγειρεν υγιαίνοντα. Έτερος δε τις λαϊκός, ονόματι Θεοφύλακτος, είχε την αυτήν ασθένειαν και απήλθεν εις τον Όσιον, όστις τον ελύτρωσε με την προσευχήν του από τον άγριον δαίμονα, και επέστρεψεν εις την οικίαν του ο πρώην δεινώς δαιμονιζόμενος σωφρονέστατος και υγιέστατος.                                                                               Είδετε θαυμάτων υπερβολήν, αδελφοί, και διοράσεων μέγεθος, δια των οποίων ο παντοδύναμος Θεός εστόλισε τον Όσιον Μελέτιον; Αλλά θαρρείτε τάχα πως εγράψαμεν όλα του τα τεράστια; Όχι κατά ακρίβειαν, αλλά μόνον από το άπειρον της θαλάσσης πέλαγος σάς εχαρίσαμεν εν ποτήριον δια να καταλάβητε εκ του ολίγου το άμετρον, ότι καθώς είναι τα άστρα του ουρανού αναρίθμητα, ούτως είναι και τα θαύματα του Οσίου Μελετίου αμέτρητα.                          Διότι και σεισμόν μέγαν προείπεν, όστις κατά την ημέραν της εορτής του Αγίου Νικολάου πολλούς τόπους κατέστρεψε. Την Μονήν εκ μεγάλης πυρκαϊάς αρξαμένης από του δάσους του υπερκειμένου όρους και επεκταθείσης μέχρις αυτής δια θαυμασίου τρόπου διέσωσε. Τον ταχύν θάνατον του Μοναχού Νικοδήμου προείπεν. Τους ενδομύχους λογισμούς του Ηγουμένου της εν Κωνσταντινουπόλει Μονής της Ψυχοσώστιδος Θεοδοσίου απεκάλυψεν. Ύδωρ εκ της γης, ως ποτε ο Μωϋσής, κρούσας την ράβδον του παρά την Μονήν του Προφήτου Ηλιού, ήτις εστερείτο πρώην ύδατος, εξήγαγεν. Δαιμονιώντας άλλους, μεταξύ των οποίων και τον εκ Μακεδονίας Νικήταν, εθεράπευσε. Τον ανθύπατον της Ελλάδος Επιφάνιον Καματηρόν κινδυνεύσαντα εξ οστού ιχθύος εμπλακέντος εις τον φάρυγγα αυτού διέσωσε. Του Λέοντος Νικερίτου, στρατηγού και είτα διοικητού της Πελοποννήσου χρηματίσαντος, τον συγγενή νέον εθεράπευσε. Του εκ Βυζαντίου Νώε, όστις προσελθών ίνα μονάση κατεφρόνησε τους κανόνας της μοναχικής ζωής της Μονής του Οσίου Μελετίου και τας νουθεσίας αυτού, το οικτρόν τέλος προείπε, διότι θέλων ούτος να φθάση εις νομιζομένην τελειότητα απέκοψε τα αιδοία αυτού και διακεντήσας δια μαχαίρας την κοιλίαν του απέθανεν αυτόχειρ γενόμενος. Αντιθέτως δε προείπε την παράτασιν της ζωής του Αθανασίου του κατόπιν Ηγουμένου της Μονής χρηματίσαντος, τα οποία εάν περιγράψωμεν άπαντα δεν θέλει επαρκέσει εις ημάς ο χώρος, αρκούσιν όμως ταύτα ίνα το μέγεθος της προς τον Θεόν παρρησίας του Αγίου γνωρίσωμεν.                                                                    Αλλ’ επειδή άνθρωπος ήτο και αυτός, και έζησεν εις τούτον τον μάταιον κόσμον χρόνους περί τους εβδομήκοντα, από τους οποίους τους περισσοτέρους διήλθε σχεδόν μαρτυρικώς με αγρυπνίας, σκληραγωγίας και ασθενείας διαφόρους, και εξόχως με τας πληγάς των ποδών και τους σκώληκας, οίτινες τον έτρωγον, καθώς εις την αρχήν εγράψαμεν, με ταύτα, λέγω, όλα τα θλιβερά εκάστην ώραν βασανιζόμενος, ήλθε περί το έτος 1105 από Χριστού εις το ποθούμενον τέλος τη πρώτη ημέρα του Σεπτεμβρίου μηνός· και τον μεν έξω άνθρωπον αφήκεν εδώ εις την γην ως γήϊνον, την δε άϋλον ψυχήν και ουράνιον υπεδέχθησαν τα ουράνια τάγματα. Και εξαιρέτως ο μέγας Σάββας ο συμπατριώτης του. Εκεί ασπάζονται τούτον ο Ηλίας ο Θεσβίτης και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δια το νηστευτικόν και φιλέρημον και απλώς ειπείν όλοι οι Όσιοι Πατέρες τον συνασκητήν και ομόζηλον περιχαρώς υποδέχονται, τελούντες μετά των Αγίων Αγγέλων και Αρχαγγέλων εορτήν πανευφρόσυνον. Μετά την κοίμησιν του Οσίου ενεταφίασαν ευλαβώς το ιερώτατον αυτού λείψανον εις την βορείαν πλευράν του εις την τιμήν των Ασωμάτων νάρθηκος του κεντρικού Ναού της Μονής, ήτις έκτοτε εκ του ονόματος του Αγίου εκαλείτο Μονή του Οσίου Μελετίου ένθα ενεργεί και μέχρι σήμερον πλείστα θαυμάσια εις δόξαν Θεού, υπάρχον διαφόρων νόσων αλεξιτήριον, και αλιτηρίων δαιμόνων αφανιστήριον· ότι, αν και κατά τον νόμον της σαρκός ο Όσιος ετελεύτησε, και απέδωκε το χρέος της φύσεως, όμως η αείζωος χάρις του Πνεύματος διαμένει παρά τον τάφον αυτού, και δια μέσου του αγίου λειψάνου του, ενεργεί τα θαυμάσια, και καθ’ εκάστην πηγάζει ιάματα εις όσους τον επικαλούνται μετά πίστεως, εις πίστωσιν δε των άλλων θα γράψωμεν τρία τινά με συντομίαν πολλήν και βραχύτητα. Άνθρωπος τις ευλαβής, Βάρδας το επώνυμον, ήτο από την Συρίαν, τότε δε κατώκει εις τας Θήβας· ούτος είχε λέπραν, ασθένειαν χαλεπωτάτην, δυσειδή και αθεράπευτον, όθεν πολλά εστενοχωρείτο δια το ανίατον της ασθενείας του και είχε την θλίψιν ανείκαστον. Ακούσας ούτος τα άπειρα θαύματα, τα οποία ετέλεσεν ο θείος Μελέτιος, απήλθε και αυτός μετ’ ευλαβείας και πίστεως εις τον τάφον του Αγίου και έμεινεν εκεί προσευχόμενος. Το δε μεσονύκτιον είδεν όραμα, ότι ελειτούργει εις Ιερεύς, και ο Άγιος ήτο συλλειτουργός· τότε, όταν εγνώρισε τον Όσιον, έπεσεν εις τους πόδας του λέγων· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, και ιάτρευσόν με τον δείλαιον, ότι δύνασαι να με καθαρίσης, ως παρρησίαν έχων μεγίστην προς Κύριον». ταύτα λέγοντος αυτού, εξήλθε φως από το Άγιον Βήμα, κι περιέλαμψε τον Όσιον, όστις ήγγισε την χείρα του εις την σάρκα του Βάρδα λέγων· «Ιδού αι αμαρτίαι σου συνεχωρήθησαν, και εκαθαρίσθη το σώμα σου· μη λυπήσαι λοιπόν του λοιπού, αλλ’ ύπαγε εις ειρήνην, ευχαριστών τον Σωτήρα Χριστόν, όστις ως δίκαιος σε επαίδευσε, και πάλιν ως εύσπλαγχνος σε ιάτρευσε». Ταύτα βλέπων ο Βάρδας εξύπνησε και ευρέθη (ω του θαύματος!) τεθεραπευμένος· ότι το δέρμα του όλον εξεδάρη ως του όφεως, και έπεσεν εις την γην η λέπρα, η δε σάρξ του έμεινε τρυφερά και μόνον εις τα χείλη του έμεινε μόριον τι, δια να φαίνηται η μαρτυρία του θαύματος. Εκεί εις το Μοναστήριον του Οσίου ήτο και εις Μοναχός παράλυτος εκ νεότητος, όστις δεν ηδύνατο να μετακινηθή τελείως από την θέσιν του, αλλά εκείτετο ως λίθος άψυχος. Βλέποντες λοιπόν οι Μοναχοί της Μονής, ότι έκαμνεν εις όλους θαύματα το άγιον λείψανον, ήγειραν τον παράλυτον και τον έθεσαν έμπροσθεν του τάφου· και παρευθύς (ω της μεγίστης σου προς Θεόν παρρησίας, Μελέτιε!) ηγέρθη υγιής, περιπατών ανεμπόδιστα ο πρώην παράλυτος, και υμνολόγει τον Κύριον και τον τούτου θεράποντα. Εις την Μονεμβασίαν ήτο άλλος τις ασθενής, Κλήμης ονομαζόμενος, όστις είχε δύο ασθενείας· ήτοι πρώτον μεν ήτο ανοιγμένος και ήσαν πρησμένα τα δίδυμά του· δεύτερον είχε το ήπαρ του σεσαπημένον έσωθεν· και είχε δύο μεγάλους πόνους ο τάλας και οδύνην ανείκαστον. Ακούσας ούτος του Οσίου Μελετίου τα θαύματα μετέβη και αυτός και έμεινεν εις τον Ναόν του ημέρας τινάς ευχόμενος. Και μίαν νύκτα βλέπει και αυτός τον Όσιον εις τον ύπνον του, και του λέγει να του δείξη το πάθος, και του εφάνη ότι του ήγγισεν εις το ήπαρ και εις τα δίδυμα· τότε εξυπνήσας ευρέθη, ω της χάριτός σου, Χριστέ Βασιλεύ! όλος υγιής από τας δύο ασθενείας και περιεπάτει αγαλλιώμενος. Τοιαύται σου των πόνων αι αμοιβαί του καθ’ ημάς αιώνος κάλλος, Μελέτιε· τοιαύτα σου των ασκητικών αγώνων τα έπαθλα· τοιαύτην προς Θεόν παρρησίαν επλούτησας. Ικετεύομέν σε λοιπόν και ημείς οι αχρείοι υμνηταί και ικέται σου, να παρακαλής τον ελεήμονα Θεόν υπέρ ημών, να μας ενδυναμώνη δι’ ευχών σου αγίων, να φυλάξωμεν τα άγια του προστάγματα, δια να τύχωμεν και της Ουρανίου Βασιλείας του, να τον δοξάζωμεν πάντοτε. Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν. 

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Των Αγίων Μαρτύρων και αυταδέλφων ΕΥΟΔΟΥ, ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ και ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και αυταδέλφων ΕΥΟΔΟΥ, ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ και ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ.                                                                                         
Εύοδος και οι συν αυτώ Άγιοι ήσαν αδελφοί κατά σάρκα, Έλληνες όντες το γένος. Κατά δε τον καιρόν του κηρύγματος των Αποστόλων επίστευσαν εις τον Χριστόν και ανεγεννήθησαν δια του Αγίου Βαπτίσματος· όθεν και ως Χριστιανοί διεβλήθησαν εις τον επιτόπιον άρχοντα. Παρασταθέντες δε εις αυτόν, έδειξαν την ευγένειαν και το ανδρείον φρόνημα των ψυχών των, ομολογήσαντες τον Χριστόν· διο και κατεδικάσθησαν εις το να λάβωσι τον δια ξίφους θάνατον, και ούτως ετελείωσαν τον δρόμον του μαρτυρίου και απήλθον στεφανηφόροι εις τα ουράνια.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Κωνσταντινουπόλει γενομένου μεγάλου εμπρησμού. Ο εμπρησμός ούτος έλαβε χώραν κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος του μεγάλου του επονομαζομένου Μακέλλη, επυρπολήθη δε τότε το πλείστον μέρος της Κωνσταντινουπόλεως δια τας αμαρτίας ημών, επί ημέρας επτά. 

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Μνήμη του θαύματος υπό της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ εν τη Μονή των Μιασηνών.

Τη  αυτή ημέρα μνήμη του γενομένου θαύματος υπό της ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ  ΘΕΟΤΟΚΟΥ εν τη Μονή των Μιασηνών.                                                                                             
Της Θεοτόκου των Μιασηνών η μνήμη τελείται, διότι η Σεβασμία και θαυματουργός Εικών του Μοναστηρίου των Μιασηνών, ριφθείσα εις την λίμνην την καλουμένην Ζαγουρού, δια τον φόβον των Εικονομάχων, μετά πλείστους χρόνους πάλιν εκ της λίμνης δια θαυμασίου τρόπου ανεφάνη άσπιλος. 

Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Των Αγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ και ΑΣΚΗΤΡΙΩΝ και ΑΜΜΟΥΝ Διακόνου του και διδασκάλου αυτών

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ  ΠΑΡΘΕΝΩΝ και ΑΣΚΗΤΡΙΩΝ και ΑΜΜΟΥΝ Διακόνου του και διδασκάλου αυτών.                                

Αμμούν ο Διάκονος και αι τούτου μαθήτριαι ήσαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου εν έτει τε΄ (305). Αύται αι Άγιαι Γυναίκες, καταγόμεναι από την Αδριανούπολιν της Θράκης, Χριστιαναί ούσαι, ηκολούθησαν τον Χριστόν, έχουσαι διδάσκαλον και οδηγόν τον Διάκονον Αμμούν· επειδή δε συνελήφθησαν από τον άρχοντα της Αδριανουπόλεως, Βάβδον ονομαζόμενον, και ετιμωρήθηκαν πολλά, διότι δεν προσεκύνουν τα είδωλα, τούτου ένεκα προσηυχήθησαν εις τον Θεόν, και ω του θαύματος! ευθύς ηρπάγη και εκρεμάσθη εις τον αέρα ο ιερεύς των ειδώλων και εκεί μείνας τιμωρούμενος επί πολλάς ώρας, τελευταίον, πίπτων κάτω, κακώς ο κακός εξέψυχεν· ο δε μακάριος Διάκονος Αμμούν κρεμάται και ξέεται κατά τας πλευράς· έπειτα δέχεται εις την κεφαλήν περικεφαλαίαν σιδηράν πεπυρακτωμένην. Επειδή δε ουδεμίαν βλάβην εκ ταύτης έλαβεν, απεστάλη ομού με τας ανωτέρω Αγίας Παρθένους από την Βερρόην εις την Ηράκλειαν της Θράκης, προς τον τύραννον Λικίνιον· όθεν τη προσταγή αυτού αι μεν δέκα Παρθένοι ερρίφθησαν εις την πυράν και ετελειώθησαν, αι δε οκτώ απεκεφαλίσθησαν ομού με τον Διάκονον Αμμούν· αι δε άλλαι δέκα, κτυπηθείσαι με το ξίφος εις το στόμα και εις την καρδίαν, παρέδωκαν το πνεύμα. Από δε τας υπολοίπους δώδεκα, άλλαι μεν κατεκόπησαν υπό μαχαίρας, άλλαι δε, δεχθείσαι εις το στόμα σίδηρα πεπυρακτωμένα, προς Κύριον εξεδήμησαν. 

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

O δίκαιος ΙΗΣΟΥΣ του Ναυή

Τη αυτή ημέρα ο δίκαιος ΙΗΣΟΥΣ υιός Ναυή εν ειρήνη εκοιμήθη.                                           
Ιησούς ο υιός του Ναυή ήτο εκ της φυλής Εφραίμ, εγεννήθη δε εν Αιγύπτω περί τα αχνδ΄ (1654) έτη προ Χριστού και εγένετο διάδοχος του Προφήτου Μωϋσέως του νονοθέτου των Εβραίων εις ηλικίαν 85 ετών. Ούτος ανεχαίτισε το ρεύμα του Ιορδάνου και διεβίβασε τους Ισραηλίτας πεζούς, νικήσας δε την Ιεριχώ, ήτις ήτο πόλις των αλλοφύλων, είδε τον Αρχιστράτηγον Μιχαήλ κρατούντα ρομφαίαν εις την χείρα του· όθεν απορρίψας τα όπλα, έπεσεν εις τους πόδας αυτού· πολεμών δε τους Γαβαωνίτας αλλοφύλους και βλέπων, ότι ο ήλιος επλησίαζε να βασιλεύση, έχων προθυμίαν δια να πολεμήση ακόμη, παρεκάλεσε τον Θεόν και είπε· «Στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών», (Ιησούς ι: 12), και ω του θαύματος! ευθύς εστάθη ο ήλιος από τον δρόμον του, έως ου ενίκησε κατά κράτος τους αλλοφύλους. Διαπεράσας όθεν τον λαόν των Ιουδαίων από την έρημον και διαμοιράσας εις αυτόν την γην της επαγγελίας, ήτοι την Παλαιστίνην και Ιερουσαλήμ, έγινε φοβερός εις τους αλλοφύλους εχθρούς· και ούτω δείξας την ανδρείαν και αρετήν του με πολλούς και διαφόρους πολέμους, εις διάστημα εικοσιεπτά ολοκλήρων ετών και φανείς αυθέντης και ηγεμών του ισραηλιτικού λαού με οσιότητα και δικαιοσύνην, ετελεύτησε τω αφμδ΄ (1544) π.Χ. ζήσας έτη 110 και ετάφη τιμίως από τον λαόν του Ισραήλ, καθώς ταύτα πάντα διηγείται το έκτον Βιβλίον της Παλαιάς Διαθήκης, του ιδίου Ιησού του Ναυή. 

Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΣΥΜΕΩΝ του Στυλίτου.                            
Συμεών ο μέγας και Όσιος πατήρ ημών εγεννήθη κατά το 392 έτος εις χωρίον τι ονομαζόμενον Σισάν, ευρισκόμενον μεταξύ των επαρχιών των Σύρων και των Κιλίκων, ήκμασε δε κατά τους χρόνους Λέοντος του μεγάλου του επονομαζομένου Μακέλλη (457 – 474) και του Πατριάρχου ντιοχείας Μαρτυρίου (461 – 465). Επειδή δε μέγας κατά την αρετήν εγένετο και πολύς κατά την φήμην, πολλοί και τα της πολιτείας αυτού συνέγραψαν, όμως ουδείς εξ αυτών διηγήθη κατά μέρος τα εκείνου κατορθώματα ουδέ ακριβώς και ανελλιπώς ανέγραψαν πως ένα έκαστον εξ αυτών έλαβε χώραν, αλλά τα των μεν πρώτων χρόνων της πολιτείας αυτού παρέδραμον, συντόμως και κεφαλαιωδώς ειπόντες περί αυτών, αφήκν δε και τινα των εν μέσω, ουδέ και αυτάς δε τας κατά το τέλος πράξεις και τα έργα αυτού τελείως και ακριβώς διηγήθησαν. Ημείς όμως αρχόμενοι απ’ αρχής την διήγησιν θα περιγράψωμεν αυτήν μέχρι τέλους μετά πάσης δυνατής λεπτομερείας. Επειδή όμως ο θαυμάσιος ούτος Συμεών δεν υπετάγη εις τους νόμους της φύσεως, αλλ’ εν θνητώ σώματι ασωμάτων διαγωγήν επέδειξε και πολιτείαν και υπομονήν έφθαστον και επειδή οι αμαθείς περί τα θεία φυσικώς μόνον μετρούσι τα πράγματα, όταν δε ακούσωσιν υπερφυές τις κατόρθωμα ως ψεύδος λογίζονται και δεν πιστεύουσι τούτο, δια ταύτα φοβούμεθα μήπως ο λόγος ημών φανή ως μύθος· πλην όμως ημείς θα διηγηθώμεν την αλήθειαν και αι φιλευσεβείς ψυχαί ας προσέξωσι δια να ακούσωσι τα φοβερά και εξαίσια του Οσίου κατορθώματα. Ούτος ο μακάριος Συμεών ηκολούθει από μικρός τους γονείς του, οίτινες ήσαν ποιμένες και εδιδάσκετο απ’ αυτούς εις το να ποιμαίνη και να βόσκη τα πρόβατα, επειδή έπρεπε και εις τούτο να συμμετράται και να προσομοιάζη προς τους παλαιούς και μεγάλους εκείνους κατά την αρετήν άνδρας· δηλαδή με τον Πατριάρχην Ιακώβ, με τον Ιωσήφ τον Σώφρονα, με τον νομοθέτην Μωϋσήν, με τον Δαβίδ τον Βασιλέα και Προφήτην, με τον Μιχαίαν, και με τους ομοίους με εκείνους θείους Πατέρας. Επειδή δε εγένετο ποτε μεγάλη βροχή και δεν ηδύναντο να εξέλθουν τα πρόβατα εις βοσκήν, ευρών άδειαν μετέβη με τους γονείς του εις τον θείον Ναόν. Ακούσας δε εκεί την ευαγγελικήν φωνήν την μακαρίζουσαν τους κλαίοντας και λυπουμένους, τους δε γελώντας αθλίους και ταλαιπώρους ονομάζουσαν και τα τοιαύτα, ηρώτησε τινα εκ των παρευρισκομένων εις την ακολουθίαν τι πρέπει να κάμη τις δια να αποκτήση καθ’ ένα από ταύτα; Εκείνος δε, διότι ήτο και ούτος ως φαίνεται εργάτης της αρετής και του καλού αγωνιστής προθυμότατος, του υπέδειξε και εδίδαξε την μοναδικήν ζωήν, την άκραν και τελειοτάτην εκείνην φιλοσοφίαν της ασκήσεως. Δεξάμενος όθεν του θεϊκού λόγου τα σπέρματα, και κατακρύψας και φυλάξας ταύτα καλώς και επιμελώς εις τας βαθείας αύλακας της ψυχής του, έτρεξεν εις τον Ναόν των ιερών Μαρτύρων, όστις ήτο πλησίον· εκεί δε βαλών το μέτωπον και τα γόνατα εις την γην, παρεκάλει τον θέλοντα σωθήναι πάντας Θεόν να τον οδηγήση προς την τελείαν οδόν της ευσεβείας και αρετής. Ούτως ώραν πολλήν διατρίψας εις ταύτην την δέησιν, έρχεται εις ύπνον και βλέπει ότι έσκαπτε θεμέλια, κατόπιν δε σταθείς, ενόμιζεν ότι ήκουε φωνήν, προστάζουσαν αυτόν ναβαθύνη ακόμη τον τόπον εκείνον, τον οποίον έσκαπτε· προσθέτων λοιπόν, καθώς προσετάχθη, βάθος, πάλιν εδοκίμασε να αναπαυθή· λλά πάλιν ο φανείς τον διέτασσε να σκάπτη και να μη παύη από τον κόπον· τρεις δε και τέσσαρας φοράς τούτο προσταχθείς, συνέχιζεν· αλλ’ επειδή τέλος και από το πολύ βάθος δεν ηδύνατο άλλο να σκάπτη, ήκουσεν ότι αρκετόν ήτο πλέον το βάθος εις το οποίον έφθασε και έπρεπε να αρχίση την οικοδομήν, ώστε ομού με το τέλος των κόπων του να έχη αύτη ευκόλως πραγματοποιηθή. Την πρόρρησιν ταύτην και προφητείαν εβεβαίωσαν και τα πράγματα, τούτο δε εφανέρωνε και το όραμα, ότι δηλαδή θα ήσαν υπέρ φύσιν οι αγώνες εις τους οποίους επεδόθη όλη ψυχή τε και διανοία ο Άγιος και ότι κατόπιν της πρώτης επιτυχίας θα ηκολούθουν και άλλαι και τέλος ευκόλως και επιτυχώς θέλει τελειώσει την ασκητικήν διαγωγήν και πολιτείαν. Αναχωρήσας εκείθεν ο Συμεών μετέβη προς συνάντησιν Ασκητών τινων γειτόνων του, μετά των οποίων συνηγωνίσθη επί δύο χρόνους· τελειοτέρας δε επιθυμήσας αρετής μετέβη εις κώμην λεγομένην Τελεδάν, εις την οποίαν ήτο προστάτης και καθηγητής αδελφών τινων ο θαυμαστός Ηλιόδωρος, όστις έζησε χρόνους εξήκοντα πέντε, εξ ωντους εξήκοντα δύο εις οικίσκον μικρόν εγκεκλεισμένος· διότι ευθύς ως εγένετο τριών ετών αφιερώθη υπό των γονέων του εις τον Θεόν. Εις τοιαύτην θαυμαστήν αγέλην και ποίμνην εισήλθεν ο θαυμάσιος ούτος άνθρωπος, άπλαστος και απόνηρος ως ο μέγας εκείνος και θαυμάσιος Ιακώβ· είχε δε τοιαύτην καθαρότητα και εις τοσαύτην πραότητα έφθασεν, ώστε υπερέβη τους ασκητικούς νόμους, υπερβάς εις έκαστον είδος και τρόπον αρετής τους ανθρωπίνους νόμους και πλησιάσας τους ασάρκους Αγγέλους. Εις το Ησυχαστήριον τούτο διέμεινεν ο πένταθλος της ευσεβείας αγωνιστής και τελειότατος Συμεών επί δέκα έτη, αγωνιζόμενος μετ’ ογδοήκοντα άλλων συνασκητών, τους οποίους άπαντας υπερέβη, ενώ δε εκείνοι ανά δύο ημέρας ετρέφοντο, ούτος όλην την εβδομάδα άγευστος διήγεν. Εδυσανασχέτουν όθεν πολλάκις και εστενοχωρούντο άπαντες μη δυνάμενοι να μιμηθώσι τον Συμεών· ωνόμαζον δε την τοιαύτην αυτού εγκράτειαν, σύγχυσιν και αταξίαν της ασκητικής πολιτείας. Εκείνος όμως δεν ανεπαύετο ούτε εχαλίνωνε την προθυμίαν· αλλά και έτερον κρύφιον αγώνισμα προσέφερε τω εξεταστή των κρυφίων Θεώ· διότι το σχοινίον, όπερ είναι πεπλεγμένον εκ φοινίκων, είναι τόσον τραχύ, ώστε και δια των χειρών μόνον κρατούμενον προκαλεί ισχυρότατον πόνον· ο δε μακάριος Συμεών περιέζωσε δι’ αυτού την μέσην του ουχί έξωθεν, αλλά συγκολλήσας αυτό εις το δέρμα και τοιουτοτρόπως περιέσφιγξεν, ώστε κατεπλήγωσε το σώμα του πέριξ του σχοινίου. Επειδή δε παρήλθον δέκα περίπου ημέραι ούτως, εγένετο και η πληγή χειροτέρα και εξήρχετο εκείθεν ύλη αιματώδης, ήτις εφανέρωνε την κεκρυμμένην πληγήν· όθεν ιδών τις ηρώτησε την αιτίαν, ο δε Όσιος έλεγεν ότι ουδέν κακόν έχει, αλλ’ ο ερωτήσας, βλέπων το αίμα να εξέρχεται περισσότερον, δεν επείσθη και ψηλαφήσας ηννόησε την αιτίαν και ανήγγειλε τούτο εια τον προεστώτα, εκείνος δε παρευθύς επιτιμών και παρακαλών και κατηγορών την σκληρότητα του πράγματος, μετά βίας τον έλυσεν από εκείνα τα δεσμά. Ο δε γενναίος αγωνιστής εις μεν το να λύση το σχοινίον υπήκουσεν, αλλ’ εις το να θεραπεύση την πληγήν ήτο ενάντιος κατά πολλά και αμετάπειστος. Όθεν οι συνασκηταί του βλέποντες ταύτα και μη δυνάμενοι ούτε εις τα μικρά να τον φθάσουν, τούτο μη υποφέροντες, τον προσέταξαν να αναχωρήση εκείθεν δια να μη γίνεται και αίτιος βλάβης εις τους ασθενεστέρους κατά το σώμα, οίτινες δοκιμάζοντες να τον μιμηθούν και μη επιτυγχάνοντες τούτο απελπίζονται. Αναχωρήσας όθεν επορεύθη εις τα ερημικώτερα του όρους, ένθα ευρών όρυγμά τι εισήλθεν εις αυτό και έμεινεν εκεί μετερχόμενος την συνήθη του προσευχήν και φιλοσοφίαν και ζωήν. Ότε δε παρήλθον πέντε ημέραι, μεταμεληθέντες οι αίτιοι της αναχωρήσεώς του εξαπέστειλαν δύο εξ αυτών των ιδίων δια να ανεύρωσι και επναφέρωσι τον Συμεών εις το Ησυχαστήριον. Περιερχόμενοι όθεν το όρος, συνήντησαν βοσκούς τινας, τους οποίους ηρώτησαν αν είδον τοιούτον τινά Μοναχόν, εκείνοι δε, επειδή εκεί πλησίον ήτο κεκρυμμένος, τους υπέδειξαν τον τόπον δια του δακτύλου· ελθόντες δε ούτοι ευθύς εις το μέρος εκείνο, εκάλεσαν εξ ονόματος τον Συμεών· και φέροντες σχοινίον, ανεβίβασαν αυτόν με πολύν κόπον, διότι δεν ήτο εύκολος η ανάβασις, όπως ήτο και η κατάβασις και τον επανέφερον εις την αδελφότητα. Ολίγον έκτοτε χρόνον διατρίψας μετ’ αυτών ο Συμεών ανεχώρησεν εκείθεν, μεταβάς εις χώραν κλουμένην Τελάνισον· αύτη δε ευρίσκεται εις τους πρόποδας του όρους. Ευρών δε εκεί μικρόν οίκημα ενεκλείσθη εις αυτό επί τρία έτη, αγωνιζόμενος πάντοτε εις το να αυξάνη τον πλούτον της αρετής. Ήτο δε τότε άνθρωπος τις θεοσεβής καλούμενος Βλάσιος, όστις ηγάπα και επεμελείτο κατά πολλά τους Μοναχούς, ενισχύων αυτούς εις την ασκητικήν ζωήν και πολιτείαν. Ούτος ήλθε ποτε και εις τον Άγιον, ο δε Συμεών βλέπων την αρετήν του ανδρός του εξεμυστηρεύθη τους σκοπούς του και εζήτησε την συμβουλήν του, ο δε Βλάσιος, αναλογιζόμενος το δύσκολον και βίαιον των αγώνων του Οσίου, συνεβούλευσεν αυτόν να μη νομίζη αρετήν τον βίαιον θάνατον, αλλά μάλιστα το εναντίον, κακίαν μεγάλην και χωρισμόν Θεού. Όμως ο θαυμάσιος Συμεών εις την μέχρι τότε ατροφίαν και ετέραν τοιαύτην προσέθεσε, διήρχετο δε τριάκοντα εννέα ημέρας σχεδόν ειπείν άσιτος, την δε τεσσαρακοστήν έδιδε τέλος της μιας ολιγοσιτίας, δια να αναλαμβάνη ολίγον το καταπεπονημένον σώμα του και να δύναται να τον υπηρετή εις την ολονύκτιον στάσιν, από δε της επομένης ήρχιζε την νέαν ιστάμενος ορθός και προσευχόμενος, ότε δε έφθανεν εις το μέσον της οδού των τεσσαράκοντα ημερών, εκαθέζετο από τον κόπον ακουσίως, επειδή ηφανίζετο από την ατροφίαν ολίγον κατ’ ολίγον η σωματική του δύναμις.                                                
Συμπληρουμένου δε του κύκλου των τεσσαράκοντα ημερών εξηντλείτο τελείως και η ζωτική του δύναμις και ενέργεια· όθεν έπιπτεν επί του εδάφους. Εκείνος όμως ο ανδρείος ούτε τότε εγκατέλειπε τους ιερούς ύμνους και δοξολογίας, αλλά ως ανάπαυσιν εκ των κόπων και τροφήν και ύπνον ελογίζετο την ιεράν προσευχήν. Ταύτην δε την διαγωγήν και πολιτείαν μετήρχετο ο Όσιος εφ’ όσον ευρίσκετο εισέτι εις το ισόγειον κελλίον του ο των ουρανών άξιος, αλλ’ αφ’ ότου ανήλθεν επί του στύλου, ελησμόνησε τελείως την κοινήν φύσιν και τας συνηθείας των άλλων ανθρώπων, και δεν εκάθητο πλέον ούτε εκοιμάτο. Τοποθετών δε μίαν δοκόν ορθίαν εις τον στύλον και προσδένων τον εαυτόν του εις αυτήν δια να μη δύναται ούτε και αν θελήση να καθήση ή να κοιτασθή, διήρχετο ούτω όρθιος κι άγρυπνος ολόκληρον το τεσσαρακονθήμερον στάδιον της νηστείας του. Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου πλουσιωτέρας αξιωθείς χάριτος, ουδέ ταύτην εχρειάζετο την βοήθειαν της δοκού· αλλά και τας τεσσαράκοντα ημέρας ασκεπής και ώσπερ τις άσαρκος ίστατο, στήλη ζώσα και έμψυχος. Ας μη προφθάνη όμως ο λόγος την ακολουθίαν και τάξιν των πραγμάτων, αλλ’ ας ακολουθώμεν ταύτα με την εμπρέπουσαν σειράν. Εις το προρρηθέν οίκημα υπέμεινε τρία έτη, κατόπιν δε ανήλθεν εις την περίφημον εκείνην κορυφήν του όρους και περιμανδρώσας μέρος τι έμενεν εντός αυτού άνευ σκέπης, παλαίων με το καύμα του θέρους και το ψύχος του χειμώνος· κατασκευάσας δε άλυσιν σιδηράν προσέδεσε το μεν εν μέρος αυτής εις πέτραν τινά μεγάλην, το δε έτερον δια κρίκου τινός εις τον πόδα του, δια να μη δύναται, έστω και θέλων, να εξέρχεται ή και να μετατοπίζη καν εντός εκείνων των ορίων, ούτω δε ευρίσκετο πάντοτε, εις τον ουρανόν μόνον ενατενίζων και εις τα θεάματα αυτού καταγινόμενος, τοιουτοτρόπως δε με περισσότερον και θερμότερον πόθον ανεφέρετο εις τον Δημιουργόν του. Ο δε τότε Πατριάρχης της Αντιοχείας Μελέτιος, ευσεβέστατος ων, ακούων την μεγάλην φήμην του Οσίου, μετέβη προς επίσκεψιν αυτού και ιδών αυτόν άοικον, ασκεπή και δεδεμένον με σίδηρον από του ποδός, τα μεν άλλα εθαύμαζε και επήνει, τον δε σίδηρον εμέμφετο, λέγων ότι είναι πράξις περιττή, επειδή αρκετή είναι η αγαθή αυτού προαίρεσις, να θέση δε εις το σώμα λογικά δεσμά. Πείθεται όθεν εις αυτά ο θαυμαστός Συμεών, και καλέσαντες ένα χαλκέα έλυσαν τον πόδα αυτού από τον σίδηρον· εκείνος όμως ο αδαμάντινος και λυθείς ουδέ ούτως υπερέβαινε τα όρια της αλύσεως· διότι περισσότερον εδέσμει αυτόν ο πόθος του Χριστού από τα δεσμά του σιδήρου. Διέδραμεν όθεν η φήμη του Συμεών πανταχού και προσέτρεχον προς αυτόν όχι μόνον οι πλησιόχωροι, αλλά και οι μακράν ευρισκόμενοι, πολλοί δε και από μηνών ολοκλήρων οδοιπορίαν, ζητούντες έκαστος την ιατρείαν της ασθενείας του. Δεν επέστρεφον όμως κθώς ήρχοντο στυγνοί και κατηφείς, αλλά φαιδροί και περιχαρείς, απελευθερούμενοι πάσης ασθενείας και βλάβης, δι’ ο και ευχαριστίας με εύφημον φωνήν και πρόθυμον γλώσσαν εις τον Θεόν και τον Όσιον Συμεών ανέπεμπον. Εκάστη όθεν οδός φέρουσα προς τον άμισθον και ασφαλή τούτον ιατρόν ήτο παρομοία με αγοράν πεπληρωμένην ανθρώπων· ο δε τόπος εις τον οποίον συνηθροίζετο το συντρέχον πλήθος εφαίνετο ώσπερ πόλις πολυάνθρωπος. Εκ δε του προσερχομένου πλήθους άλλοι μεν ωδύροντο ελεεινώς δια την ασθένειαν αυτών, άλλοι δε επανηγύριζον δια την ιατρείαν· τούτο δε όχι μόνον μίαν φοράν εγένετο, αλλά πολλάκις. Απηρτίζετο δε το πλήθος τούτο ουχί μόνον εκ Σύρων, Φοινίκων, Κιλίκων και εκ πάσης γωνίας της Αυτοκρατορίας προσερχομένων ασθενών, αλλ’ έτι και εξ Αράβων, Ισμαηλιτών, Περσών, Αρμενίων, Ιβήρων, Ομηριτών και εκ των τούτων ενδοτέρων και πλέον μεμακρυσμένων. Έτι δε προσήρχοντο και ασθενείς εκ των δυτικών, ήτοι Άγγλων, Γάλλων, Ισπανών και εκ διαφόρων άλλων δυτικών εθνών, συγκροτούντων απάντων εν πολύγλωσσον συνάθροισμα, διότι τοις πάσι διέδραμεν η φήμη της αρετής του ανδρός. Είναι δε αδύνατον να διηγηθή τις πόσον και αυτή η παλαιά Ρώμη κατεπλάγη από τον θαυμάσιον τούτον άνδρα, τον οποίον κατά πολλά ετίμα, ηυλαβείτο δε τόσον, ώστε εχάραξαν και εζωγράφησαν την αγίαν του εικόνα εις θύρας, προπύλαια, τοίχους ανακτόρων και αλλαχού, λαμβάνοντες ούτω πλουσίαν την ευλογίαν και αγαθά αναρίθμητα. Εξήρχετο δε από του προσώπου του Οσίου τοιαύτη χάρις, ώστε εάν έβλεπε τις αυτόν έχων έχθραν μετά τινος ευθύς θα ειρήνευε και θα συνεφιλιούτο. Πολλοί δε εκ των προσερχομένων, οίτινες ήσαν πρότερον εκδεδομένοι εις αιματοχυσίας και φόνους, ερχόμενοι ενώπιον του Αγίου και βλέποντες το άγιόν του πρόσωπον ειρήνευον και εγίνοντο πραείς και ησύχιοι, εφιλονίκουν δε μόνον τις να αξιωθή να λάβη πρώτος τας ευχάς και ευλογίας τού Οσίου. Αλλά και το να εγγίσουν μόνον τους αγίους πόδας του με τα χείλη ή με τας χείρας μεγάλως εχαίροντο· αν ήγγιζαν δε και την δοράν με την οποίαν ήτο ενδεδυμένος ο Άγιος, ενόμιζον ότι απολαμβάνουν άπασαν την ευλογίαν και χάριν. Το δε να ασπάζωνται τας χείρας ή το στόμα του Αγίου δεν ετόλμων οι πολλοί, αλλ’ όσοι εκ του πλούτου της αρετής των είχον περισσοτέραν την παρρησίαν. Επειδή όμως οι ερχόμενοι ήσαν αναρίθμητοι, αποφεύγων την πολλήν τιμήν και τας περιποιήσεις τας οποίας του έδιδον, αλλά και το κοπιαστικόν και θορυβώδες του πράγματος βαρυνόμενος, εσκέφθη όπως κατ’ άλλον τρόπον πλησιάση εις τον ουρανόν, όχι μόνον με λογισμούς και θεωρίας, αλλά και με αυτό το σώμα. Όθεν ετεχνεύθη να αναβή εις τον στύλον. Ο δε στυλίτης βίος, άγνωστος μέχρι τότε, προσέδωκεν εις τον Άγιον μεγαλυτέραν αίγλην, εγένετο δε και παράδειγμα δι’ άλλους. Ήτο δε τούτο θείας επισκέψεως αποτέλεσμα, διότι οι Ισμαηλίται, οίτινες ήσαν πολλαί μυριάδες και εις το σκότος της απιστίας συγκεκλεισμένοι, βλέποντες την νεοφανή ταύτην και παράδοξον επί του στύλου ζωήν και τα πολλά εκείνου κατορθώματα, έτι δε ακούοντες και την θείαν αυτού διδασκαλίαν εφωτίζοντο την διάνοιαν και εγίνοντο υιοί φωτός οι πριν εσκοτισμένοι, εγκαταλείποντες ομού με το σκότος της ασεβείας, εις το οποίον ήσαν βεβυθισμένοι, και τα μιαρά έργα της πατρίου θεάς αυτών Αφροδίτης, εις τα οποία ήσαν εκδεδομένοι. Έτι δε και Ίβηρες και Πέρσαι, ως είπον, και Αρμένιοι, καταγελάσαντες την πλάνην των, επίστευσαν και ούτοι εις την Ευαγγελικήν διδασκαλίαν και εγένοντο Χριστιανοί. Ότε δε την νέαν ταύτην επί του στύλου πολιτείαν ο θαυμάσιος Συμεών επενόησε, πανταχού περιτρέξασα οξέως η φήμη, ήτις έχει συνήθειαν εις τοιαύτα καινά και παράδοξα πράγματα να μεταχειρίζηται ταχύτερα και οξυκινητότερα τα πτερά, έφθασε κι εις τους θείους Πατέρας, οίτινες δια των ασκητικών των αγώνων και κόπων κατέστησαν την έρημον ουράνιον πόλιν. Καταπλαγέντες όθεν ούτοι εις το νεοφανές και ξένον τούτο τέχνευμα, εξαπέστειλαν εις τον υψηλόν και μετάρσιον εκείνον άνθρωπον τινάς εξ αυτών, με την εντολήν να τον ελέγξουν και επιτιμήσουν δια την πράξιν του ταύτην και να του επιβάλουν, όπως ακολουθή την παλαιάν και συνήθη οδόν των Αγίων και να μη καταφρονή εκείνων την πολιτείαν, την οποίαν ζωήν και οδόν τοσούτος χορός και πλήθος μακαρίων βαδίσαν ανήλθεν εις ουρανούς και εις τας αϊδίους εκείνας εισήλθε σκηνάς και κατοικίας. Φοβούμενοι όμως μήπως και το νέον τούτο εγώνισμα του Οσίου ήτο θεάρεστον, εκείνοι δε κρίνουν την υπόθεσιν ανθρωπίνως, παρήγγειλαν και τούτο εις τους απεσταλμένους, ότι ανίσως και ήθελον ίδει τον άνδρα, πως αφήνει το θέλημά του και υποτάσσεται θεληματικώς κατερχόμενος από του στύλου,  τότε να τον εμποδίσουν ευθύς και να τον προστάξουν να παραμείνη εις την πολιτείαν αυτήν και να μη αμελή, διότι ούτω θα επίστευον, ότι ήτο θεία οικονομία και πλέον δεν θα είχον αμφιβολίαν, ότι θέλει καταλήξει η αρχή αύτη εις τέλος αγαθόν. Εάν δε του βαρυφανή και δεν δεχθή την συμβουλήν των, αλλ’ ήθελεν ακολουθεί ούτως απλώς και ασυλλογίστως εις το θέλημά του, φανερόν θα ήτο ότι ευρίσκεται μακράν από την ταπεινοφροσύνην, και εξ αυτού βεβαίως και ο λογισμός του θα ήτο εκ του πονηρού· όθεν τότε να τον καταβιβάσουν και χωρίς να θέλη από τον στύλον. Ταύτα παρήγγειλαν οι Πατέρες εις τους απεσταλμένους· ότε δε ούτοι έφθασαν προς τον πατέρα της υπακοής και της ταπεινοφροσύνης Συμεών, έτι και από αυτήν την θέαν του προσώπου του και από τον χαιρετισμόν του τον ηυλαβήθησαν μεγάλως και ούτε να τον βλέπου κατά πρόσωπον ηδύναντο· όμως δια την εντολήν εκείνων, οίτινες τους απέστειλαν, και δια το καλόν της διακονίας και υπηρεσίας, του είπον την προσταγήν των Πατέρων. Εκείνος δε, ο κατά αλήθειαν πράος και ταπεινός τη καρδία, πράως και ηρέμως την επιτίμησιν αποδεχόμενος, δεν αντελόγησε ποσώς, δεν εθυμώθη, δεν κατηγόρησε την προσταγήν, ούτε ολίγον ούτε πολύ ωμίλησεν, αλλ’ ευθύς με ιλαρόν όμμα κύπτων την κεφαλήν και αποδούς την ευχαριστίαν εις τον Θεόν, ευχαριστήσας δε και τους Πατέρας δια την φροντίδα την οποίαν έχουν δι’ αυτόν, μη αργοπορήσας ουδόλως ήρχισε να καταβαίνη από του στύλου, εκείνοι δε ευθύς τον ημπόδισαν και του απεκάλυψαν την εντολήν των Πατέρων· είτα ευχηθέντες εις αυτόν στερεάν και βεβαίαν στάσιν έως τέλους εις τον στύλον και πλουσίαν την παρά Κυρίου αντιμισθίαν των πυκνών και πολλών αγώνων και κόπων του, ανεχώρησαν. Αλλά περί μεν του ύψους της ταπεινοφροσύνης αυτού και της υπακοής το μέγεθος εκτός της του στύλου καταβάσεως και εις άλλα έργα του θέλομεν ίδει· ας επανέλθωμεν δε εις την τάξιν της διηγήσεως, την οποίαν προλαβόντως διεκόψαμεν. Κατά φυλάς όθεν και γενεάς οι Ισμαηλίται προσερχόμενοι εις τον οδηγόν της σωτηρίας Συμεών και την πατρώαν ασέβειαν αρνούμενοι, ελάμβανον το Θείον Βάπτισμα. Παρευρίσκετο δε ποτε παρών και ο Επίσκοπος της Εκκλησίας Κύρου Θεοδώρητος, εις τον οποίον παρέδωκεν ο Συμεών πλήθος εξ αυτών δια να τους βαπτίση. Ενώ δε ούτος επεχείρει να εκτελέση την εντολήν, εκείνοι φιλονικούντες τις εξ αυτών πρώτος θα αποπλύνη τον ρύπον των παθών και της ασεβείας, και ποίος θα προφθάση να απολαύση πρώτος την χάριν, έσυρον βαρβαρικώτατα άλλοι από το ένα μέρος και άλλοι από το άλλο τον Θεοδώρητον, άλλοι δε μακρύτερα ευρισκόμενοι ήπλωναν τας χείρας και εκράτουν αυτόν, οι μεν από το γένειον, οι δε από τα ενδύματα, τόσον ώστε ολίγον δειν να τον καταξεσχίσουν. Βλέπων ταύτα ο θαυμάσιος Συμεών τους εκάλεσεν από του στύλου να ηρεμήσουν και παρευθύς μετήλλαξαν άπαντας, έλαβον δε την χάριν με ευταξίαν και ετελειώθησαν εις το Θείον Βάπτισμα. Τοιουτοτρόπως η λαμπάς της γλώσσης του ηδύνατο άλλους μεν να φοβή, άλλους δε να φωτίζη συγχρόνως δια την σωτηρίαν αυτών. Μελέτην όμως και έργον ακατάπαυστον είχεν ο Όσιος την τήρησιν των δεσποτικών εντολών και δεν ηγωνίζετο μόνον εις το να φυλάττη αυτάς, αλλά ενόμιζε μεγάλην ζημίαν δι΄ εαυτόν εάν δεν προσέθετέ τι περισσότερον και εξ ιδίας του προαιρέσεως· τοιουτοτρόπως εβιάζετο ακαταπαύστως και δια τούτο, καθώς προείπομεν, αφήκε πατέρα και μητέρα και ηκολούθησε τον ποθούμενον Χριστόν και όλως αυτόν ηγάπησεν, όπερ είναι το ακρότατον και τελειότατον της δεσποτικής εντολής, προσέθηκε δε αφ’ εαυτού και τούτο. Μετά την πάροδον είκοσι και επτά ετών αφ’ εποχής ο υπερκόσμιος ούτος ανήρ απηρνήθη τους νόμους της ανθρωπίνης φύσεως και τα εν τω κόσμω πάντα, η μήτηρ αυτού, το φυσικόν πυρ και την αγάπην της φιλοστοργίας φέρουσα εισέτι εις τα σπλάγχνα αυτής και μη δυναμένη κατ’ άλλον τρόπον να σβέση την φλόγα, ήλθεν εις τον εν σαρκί άσαρκον τούτον υιόν της (καθώς ο λόγος βιαζόμενος ονομάζει) επιθυμούσα και το πρόσωπον του υιού αυτής να ίδη και την ομιλίαν του να ακούση, την οποίαν επί τοσούτον χρόνον είχε στερηθή. Μαθών δε τούτο ο Όσιος, ιδού πως μερίζει και δίδει και την τιμήν εις την μητέρα, και την φύλαξιν της σωτηρίου εντολής, τιμιωτέρας ούσης, ποιεί. Δεν εδέχθη την συνομιλίαν της μητρός, αλλά δια να παρηγορήση αυτήν της παραγγέλλει με γλυκύτητα λέγων· «Ανίσως και σου φαίνεται, ω μήτερ, εύλογον, ας φυλάξωμεν να ίδωμεν ο εις τον άλλον εις την άλλην ζωήν, και όχι εδώ· εάν δε βεβαίως η πολιτεία μας είναι ευάρεστος εις τον Θεόν, μετά την εντεύθεν αναχώρησιν θέλομεν ίδει ο εις τον έτερον κατά πολλά συγγενέστερα και φανερώτερα». Και ο μεν Άγιος ταύτα εμήνυσε· επειδή όμως δεν άφηνε την μητέρα η φλογίζουσα την ψυχήν της φλοξ ήσυχον να ακούη τα λεγόμενα, αλλ’ επέμενεν εις την επιθυμίαν της να τον ίδη, μηνύει δεύτερον προς αυτήν λέγων· «Εγώ, ω μήτερ, ενόμιζον ότι και συ θα στέρξης περισσότερον το συμφέρον και των δύο μας· αλλ’ επειδή καθώς βλέπω η επιθυμία σου να με ίδης είναι μεγαλυτέρα, σε παρακαλώ να κάμης προς το παρόν μικράν υπομονήν και θέλω σε ίδει μετ’ ολίγον· διότι τούτο εφάνη αρεστόν εις τον Άγιον Θεόν». Δεξαμένη όθεν η μήτηρ με μεγίστην χαράν την υπόσχεσιν εκρέματο από αυτήν η ψυχή της, και με αυτάς τας ελπίδας έχαιρε και ηγαλλιάτο, και όλη εδόθη εις το μέλλον, της εφαίνετο δε ότι έβλεπε τον υιόν της παρόντα και ενηγκαλίζετο και κατεφίλει αυτόν, και ότι ήκουε την φωνήν του. Εις ταύτην την χαράν ευρισκομένη ανεπαύθη αίφνης η μακαρία, παραθέσασα εις τον Θεόν την ψυχήν της, μακαρία κατά την ζωήν ως αληθώς, μακαριωτέρα όμως κατά πολλά δια το τέλος και διότι τοιούτου παιδός ήτο μήτηρ και εις τοσαύτην αρετήν φθάσαντα αυτόν καταλέλοιπεν. Ο δε θείος Συμεών προσέταξε να εμβάσουν το λείψανον αυτής εντός της μάνδρας, όπως εκαλείτο το περιτείχισμα του πέριξ του στύλου χώρου. Ήτο δε εκτισμένος ο χώρος ούτος δια να μη δύνανται να εισέλθουν γυναίκες. Τούτου δε γενομένου είδεν ο Όσιος την μητέρα αυτού νεκράν και τα συνήθη τελέσας και επευξάμενος, έθαψεν αυτήν πλησίον του στύλου. Τοιουτοτρόπως και εις την μητέρα την τιμήν απέδωσε και την δεσποτικήν εντολήν όχι μόνον εξεπλήρωσε, αλλά και με ιδικάς του προκοπάς την ηύξησε και επερίσσευσε. Δια τοιούτων αρετών και ενθέων πράξεων ως πυρσός διαλάμπων τους ευρισκομένους εις την χαλεπωτάτην και σκληράν τρικυμίαν της νυκτός της απιστίας καθωδήγει, ο μακάριος Συμεών, ως εις λιμένα γαληνόν και πανεύδιον εις την ευσέβειαν και την Ορθοδοξίαν. Ούτως όθεν αγωνιζόμενος ήλθον ποτε προς αυτόν δύο φυλαί των προειρημένων Ισμαηλιτών και παρεκάλουν εκάστη εξ αυτών τον Άγιον να την ευλογήση και να ευλογήση αοράτως τον αρχηγόν της, την οποίαν ευλογίαν θα μεταφέρουν ως δώρον πολύτιμον εις αυτόν. Δια δε το πρωτείον της ευλογίας ήλθον εις φιλονικίαν μεγάλην και γίνεται μάχη μεταξύ των· διότι έκαστον μέρος υπεστήριζεν, ότι ο ιδικός των αρχηγός έπρεπε πρώτος να λάβη την ευλογίαν. Εκ ταύτης όθεν της αιτίας αντιμαχόμενοι ήθελον έλθει και εις βαρβαρικήν σκληρότητα και ωμότητα, εάν δε ήθελε τους φοβερίσει ο της ειρήνης και της ομονοίας άνθρωπος· και ούτω τους ειρήνευσε· και δίδων εις αυτούς την ευχήν και ευλογίαν, απέλυσεν εν ειρήνη. Στοχασθήτε νυν τους πριν απίστους, οίτινες εκίνουν την γλώσσαν ως όπλον εναντίον της ευσεβείας, ήδη δια την ευλογίαν του Αγίου δέχονται να υποστούν όλα τα δεινά· διότι βεβαίως δεν ήθελον θυμωθή και συγκρουσθή μεταξύ των, εάν δεν επίστευον εις την μεγάλην δύναμιν της ευχής και της ευλογίας του Οσίου.                                          
Έτερος αρχηγός των Σαρακηνών ελθών, την θείαν εκείνην παρεκάλει κεφαλήν, ίνα βοηθήση άνθρωπον τινα παραλελυμένον τα μέλη και οδυνώμενον από πόνους σφοδρούς, διαμένοντα εις τι πλησίον χωρίον. Ταύτα παρακαλέσας ο Σαρακηνός επρόσταξε να φέρουν τον παραλελυμένον και να τον αποθέσουν έμπροσθεν του Αγίου, ίνα βλέπων ούτος την μεγάλην του δυστυχίαν, ίσως τον ελεήση. Τούτου γενομένου έκειτο εκείνος ο δυστυχής παρά τον στύλον, έμπροσθεν του Αγίου, και εθρήνει την μεγάλην του συμφοράν. Ο δε ταχύς και πρόθυμος εις έλεος και πολύς την συμπάθειαν Όσιος, φροντίζων περισσότερον από την σωματικήν δια την ψυχικήν θεραπείαν, είπεν εις τον ασθενή να απαρνηθή την πατρικήν ασέβειαν και απιστίαν, επειδή εγνώριζεν αυτόν επιμελούμενον εισέτι αυτήν. Εκείνος δε ευχαρίστως εδέχθη και ήκουσε και το προσταχθέν ετελείωσεν. Είτα το μέγα θαύμα της οικουμένης, ο Συμεών, ηρώτησεν αυτόν εάν πιστεύη τω Πατρί και τω μονογενεί Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι· και εκείνου την πίστιν ομολογήσαντος είπεν ο Άγιος· «Πιστεύων, ανάστηθι» και ευθύς, ω της αφάτου σου περί τον άνδρα, Χριστέ, χάριτος! Ο λόγος ιατρεία εις τον παραλελυμένον εγένετο. Ο δε Όσιος τον Δεσπότην αυτού μιμούμενος, επρόσταξε τον ασθενή να εγείρη την κλίνην του εις τους ώμους του, όπερ παρεκίνησεν εις μεγαλυτέραν ευχαριστίαν και θαυμασμόν τους παρόντας. Έτερος εκ των πιστευσάντων εις Χριστόν Ισμαηλιτών, ο επισημότερος, υπεσχέθη ενώπιον του Θεού, θέτων μάρτυρα τον σεβάσμιον τούτον Συμεών, να μη γευθή έως τέλους της ζωής του εκ ζωϊκής τροφής· μετά δε τινα χρόνον, δεν γνωρίζω πως, ή διότι ελησμόνησε την υπόσχεσιν ή από λαιμαργίαν, έσφαξε μίαν όρνιθα, την εμαγείρευσε και ήρχισε να τρώγη. Εκείνη όμως την στιγμήν, ω πράγματος απορρήτου! Η όρνις εγένετο λίθος· δοκιμάσας δε ούτος να φάγη, δεν ηδυνήθη. Καταπλαγείς όθεν ο βάρβαρος δια το γενόμενον έσπευσεν ευθύς εις τον της μετανοίας διδάσκαλον, εξομολογείται με συντριβήν καρδίας το αμάρτημα και τον παρακαλεί να εξευμενίση τον Θεόν δια την παράβασιν της υποσχέσεως· βλέπων δε ο Άγιος την μετάνοιαν, παρέσχε προθύμως την συγχώρησιν. Όμως το θαύμα της όρνιθος, αν και τότε παρευθύς εβεβαιώθη, όμως και μετέπειτα πολλούς εύρισκε μάρτυρας, διότι έβλεπον ούτοι το στήθος αυτής έχον το σχήμα στήθους όρνιθος, όμως προς πίστωσιν του θαύματος αποτελούμενον από πέτραν και οστά· τα μεν οστά διαπιστούντα την πρώτην τού στήθους φύσιν, η δε πετρώδης συνάρμοσις την μεταβολήν του κρέατος εις λίθον. Από δε την παντοτεινήν επί του στύλου στάσιν επληγώθησαν οι πόδες του Οσίου, αυτός δε ο καρτερόψυχος τους πόνους αγογγύστως υπομένων ουδεμίαν θεραπείαν εδέχετο. Επληρώθησαν όθεν αι πληγαί σκωλήκων, οίτινες, ω της αδαμαντίνης σου ψυχής, αθλητά γενναιότατε! Κατέτρωγον τας σάρκας αυτού! Συνέβη δε ποτε να έλθη εις άρχων των Σαρακηνών, όστις πιστεύσας και αυτός εις τον Χριστόν και επιτυχών του ποθουμένου, ήτοι του να λάβη την ευχήν και ευλογίαν του Αγίου, εκάθητο πλησίον του στύλου ακροώμενος και εντρυφών εις την ιεράν αυτού διδασκαλίαν. Ενώ δε εκάθητο εκεί, σκώληξ εκ των πληγών του Οσίου εκκυλισθείς από του στύλου έπεσεν έμπροσθεν των ποδών αυτού· εκείνος δε παρευθύς λαβών παμποθήτως τον σκώληκα έβαλεν αυτόν ευλαβώς εις το στήθος του, είτα τον ήγγισεν εις τους οφθαλμούς του, κατόπιν τον έφερεν εις το στόμα και εις τα ώτα του, και ακολούθως εις όλα τα άλλα μέρη του σώματός του ως αφανιστικόν και ιατρείαν όλων των παθών και αρρωστημάτων του. Από δε τον πολύν πόθον δεν του εφαίνετο σκώληξ το τιμώμενον, αλλά πολύτιμον τι και σεβάσμιον απόκτημα, διότι ενίκα η πίστις αυτού την όψιν και ο πόθος εκάλυπτε την μορφήν του ταπεινού σκώληκος. Άνωθεν όμως ο μέγας Συμεών ωνείδιζε τον άρχοντα δια την πολλήν τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν εδείκνυεν εις τον σκώληκα· εκείνος δε ανοίξας την χείρα του, ω του θαύματος! βλέπει τον σκώληκα μετατραπέντα εις μαργαρίτην λαμπρόν και ωραιότατον. Γυνή τις περιφανής και πλουσία, σύμβιος του άρχοντος των Σαρακηνών, ούσα στείρα, ελυπείτο πολλά και ονειδισμούς παρά του ανδρός πολλούς καθ’ ημέραν υπέμενε· μη ευρίσκουσα δε ιατρείαν της ατεκνίας, προστρέχει εις τον Άγιον παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση δια των ευχών του ως συμπαθέστατος. Ευχηθείς όθεν ταύτην και εις τον οίκον της επανελθούσα, συνέλαβε και εγέννησεν εν καιρώ θυγάτριον· είχον όθεν εορτήν καθ’ εκάστην και αγαλλίασιν δια την γέννησιν του παιδίου, το δε τρίτον έτος της ηλικίας του εγένετο παράλυτον και άλαλον· θρηνούντες όθεν καθημερινώς οι γονείς του προστρέχουσι κι πάλιν εις τον Άγιον διηγούμενοι την συμφοράν των και παρακαλούντες να τους ελεήση, ως εύσπλαγχνος, και να τους ελευθερώση από την λύπην των. Ο δε Άγιος, αφού τους παρηγόρησε με τους γλυκυτάτους λόγους του, τούς είπε να ελπίζουν εις το έλεος του Θεού. παραμείναντες δε εκεί επί επτά ημέρας, επειδή ιατρεία τις δεν εγένετο, ανεχώρησαν οδυρόμενοι δια την δυστυχίαν των. Ελθόντες όμως εις απόστασιν τινα, από της οποίας δεν εφαίνετο πλέον ο στύλος, αίφνης στρέψαν το παιδίον το πρόσωπόν του προς το μέρος του στύλου, είπε με φωνήν ισχυράν ταύτα· «Δόξα σοι, Άγιε Συμεών». Οι δε γονείς του νομίσαντες φαντασίαν το γενόμενον έστησαν περιδεείς. Βλέποντες όμως ότι αληθώς ελάλει και εβάδιζε, χαίροντες και αγαλλώμενοι επορεύθησαν εις τον οίκον των, κηρύττοντες την αγαθότητα του Θεού και την δόξαν του Αγίου. Ετέρα γυνή θεοφιλής φλογιζομένη από τον ευλαβητικόν πόθον τον οποίον είχε δια να ίδη τον Άγιον και επειδή αι γυναίκες ημποδίζοντο, ως είπομεν, να εισέλθουν εντός της μάνδρας, ενδυθείσα στρατιωτικά ενδύματα και άρματα, επορεύθη αγνώριστος μετ’ άλλων στρατιωτών. Φθάσαντες δε εις το πλησίον του στύλου χωρίον είπον οι άλλοι στρατιώται προς τον νομιζόμενον συστρατιώτην· «Φύλαττε, συ, τα πράγματά μας και τα άλογα μέχρι της επιστροφής μας εκ του Αγίου». Εκείνη δε είπε· «Καλώς· μόνον επιστρέφοντες να φυλάξητε και τα ιδικά μου, δια να υπάγω και εγώ να προσκυνήσω τον Άγιον». Ελθόντες οι στρατιώται εις τον στύλον ηυλογήθησαν παρά του Αγίου κατά τον πόθον των, ο δε Άγιος είπεν εις αυτούς· «Να είπητε εις τον συστρατιώτην σας, ότι ο Θεός επλήρωσε τον κόπον του και είναι ευλογημένος· διότι Αυτός γνωρίζειτα κρύφια εκάστου και αποδίδει εις αυτόν κατά τα έργα του. Δια τούτο ας μη λάβη τον κόπον να έλθη έως εδώ». Εθαύμασαν όθεν οι στρατιώται δια το προορατικόν του Οσίου, επανελθόντες δε είπον την παραγγελίαν αυτού εις τον σύντροφόν των, και τον εβίασαν να είπη τις είναι και ποία τα έργα του· επειδή αν δεν ήσαν θαυμαστά τινα, δεν θα ηξιώνετο από τον Άγιον τοιαύτης ευχής και ευλογίας. Εκείνη δε και μη θέλουσα απεκάλυψε κλαίουσα την αλήθειαν και ούτως επέστρεψαν έκαστος εις τον οίκον του, δοξάζοντες τον Θεόν και θαυμάζοντες τον Άγιον. Αλλά και ληστής τις μέγας και φοβερός, ονομαζόμενος Αντίοχος και αποκαλούμενος Αγώνατος δια την ανδρείαν του σώματος και την τόλμην της ψυχής, όστις πολλούς φόνους και αρπαγάς έκαμνεν έως και εις αυτά τα περίχωρα της Αντιοχείας, παρατυχών εις ξενοδοχείον διασκέδαζεν. Αίφνης περιεκύκλωσαν τον οίκον εκατόν πεντήκοντα στρατιώται, εκείνος δε τολμηρός ων εξήλθε του οίκου και ιππεύσας εκράτησε την μάχαιράν του γυμνήν και έτρεχεν εν μέσω αυτών απειλών θάνατον εις όποιον τολμήση να τον πλησιάση. Η φήμη δε της ανδρείας του και αι πολλαί σφαγαί, τας οποίας είχε κάμει, εδειλίαζον τους στρατιώτας να τον πλησιάσουν· εκείνος δε τρέχων έφθασεν εις τον στύλον του Αγίου, και πίπτει κατά πρόσωπον εις τους πόδας αυτού, δεόμενος με θερμά και άμετρα δάκρυα να παρακαλέση τον ελεήμονα Θεόν να τον λυτρώση από τον ψυχικόν θάνατον, καθώς και τον ληστήν επί του σταυρού ελύτρωσεν. Εξωμολογείτο δε ούτος θερμώς λέγων· «Εγώ τον σωματικόν θάνατον δεν τον φοβούμαι, διότι ακόμη στάζουν αι χείρες μου από τα πολλά αίματα των συγγενών μου και ξένων και τι θέλει είναι ο θάνατος ενός προς τους πολλούς, φρίττω όμως και τρέμω τον αιώνιον θάνατον». Ο δε Άγιος, ως συμπαθέστατος, τον παρηγόρησε και ηγγυήθη την σωτηρίαν του· ενώ δε έλεγε ταύτα, έφθασαν και οι στρατιώται και παρεβίαζον τον Άγιον να τους δώση τον φονέα και εχθρόν των νόμων. Ο δε έλεγεν· «Εγώ δεν τον έφερον εδώ, αλλ’ ο Θεός όστις θέλει την σωτηρίαν των αμαρτωλών». Εκείνοι δε ακούσαντες ηυλαβήθησαν τον Άγιον, διότι η αρετή τον έκαμνεν αιδέσιμον εις όλους. Ο δε ληστής πάλιν θερμώς εδέετο του Αγίου δια να τύχη συγχωρήσεως. Λέγει όθεν ο Άγιος· «Λάβε σημείον της μετανοίας σου τούτο, ότι ιδού ο Πανάγαθος Θεός σε λαμβάνει αμέσως εις τας αιωνίους μονάς». Ο δε ληστής ευξάμενος και ειπών· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του Ανάρχου Πατρός, ο μη δικαίους ελθών κακέσαι αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, δέξαι το πνεύμα μου», παρευθύς, μετά την προσευχήν, ανεπαύθη. Εθαύμασαν δε οι παρευρεθέντες και εδόξασαν τον Θεόν τον δεχόμενον την μετάνοιαν των αμαρτωλών. Την άλλην ημέραν, θυμωθέντες πάλιν οι στρατιώται, διότι εφύλαττον έξωθεν της μάνδρας, εισήλθον εντός αυτής και εβίαζον τον Άγιον να τους παραδώση τον κακούργον, εκείνος δε πάλιν κατά την συνήθειάν του ηρέμως και ειρηνικώς απεκρίνατο· «Τέκνα μου αγαπητά, σας προείπον, ότι όχι εγώ, αλλ’ ο αγαθός Θεός τον ωδήγησεν εδώ· σεις δε μη οργίζεσθε, διότι τον προσεκάλεσεν από τα πρόσκαιρα εις τα αιώνια και πανευφρόσυνα δεξάμενος την καθαράν αυτού και θερμήν μετάνοιαν». Τους εδείκνυε δε και τον τάφον του· οι δε ιδόντες και βεβαιωθέντες, κατετρόμαξαν και εθαύμασαν μεγάλως· ζητήσαντες όθεν ταπεινώς συγχώρησιν από τον Άγιον και λαβόντες την ευλογίαν του, επέστρεψαν κήρυκες και μηνυταί του παραδόξου τούτου γεγονότος. Αλλά και πλοίον εκ μεγάλης τρικυμίας κινδυνεύον ποτε διέσωσεν ο Άγιος, διότι επικαλεσθέντες αυτόν οι ναύται εφάνη εις το πλοίον, ενώ ευρίσκετο εις την ξηράν και εις τον στύλον, και ελύτρωσεν αυτούς αβλαβείς ανελπίστως. Και ράβδον τινά ποτέ εξ ουρανού φλογεράν είδε κατερχομένην εις την γην και ως προφητικώτατος και καθαρός την ψυχήν προείπε το μέλλον, ότι δηλαδή τούτο δηλοί οργήν και αγανάκτησιν θείαν και θέλει γίνει θανατικόν και πείνα μεγάλη το επόμενον έτος· και ο λόγος αυτού δεν διεψεύσθη. Αλλά και επιδρομήν κάμπης προεμήνυσε· και δεν παρήλθον τριάκοντα ημέραι, και ιδού άπειρον πλήθος κάμπης ως νέφος εφώρμησεν εις τους καρπούς. Ο δε Όσιος ουχί μόνον προεμήνυε τας επερχομένας συμφοράς, αλλά και την ιατρείαν τούτων και την απ’ αυτών ελευθερίαν υπέσχετο λέγων· «ας μετανοήσωμεν, αδελφοί, και ας δεηθώμεν του αγαθού Θεού να μας ελευθερώση». Έπραττε δε τούτο δια να μη λέγουν οι άνθρωποι ότι χάριν των ιδικών του αγώνων δίδεται παρά Θεού η θεραπεία κι η ελευθερία των κακών. Τοιούτος όθεν προφήτης αληθέστατος ήτο, αλλά και βοηθός οξύτατος και ταχύτατος ιατρός. Άξιον δε μνείας είναι και τούτο· εφάνησαν ποτέ δύο ράβδοι φλογοειδείς φερόμεναι από τον ουρανόν, η μεν εξ ανατολών, η δε εκ του βορρά, κατευθυνόμεναι προς δυσμάς. Ο δε Άγιος εγνώρισεν ότι άλλο δεν εσήμαινε το γεγονός τούτο, παρά στρατεύματα Περσών και Σκυθών ερχόμενα εναντίον των Ρωμαίων· λυπηθείς όθεν κατέπαυσε δια προσευχής την ορμήν των Περσών στασιασάντων και συμπλακέντων μεταξύ των· τα όμοια συνέβησαν και εις τους Σκύθας. Ο Κύρου Θεοδώρητος, περί του οποίου προείπομεν, ότι ήτο φίλος στενός του Οσίου, επεβουλεύετο κατά πολλά υπό τινος· μη ευρίσκων δε παρηγορίαν και απαλλαγήν από του κακού, ήλθεν εις τον Όσιον· ούτος δε τον παρηγόρησε, υπενθυμίζων εις αυτόν τον μισθόν τον οποίον μέλλει να λάβη ο άνθρωπος δια την υπομονήν των πειρασμών, λέγων εις αυτόν επί πλέον να μη λυπήται, διότι μετά δέκα πέντε ημέρας θέλει εξαφανισθή ο πολέμιος. Και πράγματι ευρέθη αψευδής η πρόρρησις του Οσίου, ελευθερωθέντος ούτω του Θεοδωρήτου. Αλλά και ο μέγας Θεοδόσιος πολλά παρεκινήθη από τον Όσιον εις αρετήν, του προείπε δε ότι θέλει γίνει οδηγός και σωτηρία πολλών, δια τούτο όθεν να σπουδάζη προθύμως τας αρετάς, όπερ και επραγματοποιήθη. Ομοίως και Δανιήλ ο Στυλίτης, ευρισκόμενος εισέτι εις υπακοήν Γέροντος, απήλθε ποτε εις τον Όσιον και αναβάς εις τον στύλον να προσκυνήση, του είπεν ο Άγιος· «Ανδρίζου, τέκνον, και ενδυναμού εις τους κόπους της αρετής». Πολλά δε ωφεληθείς ανεχώρησεν, ενθυμούμενος πάντοτε τας νουθεσίας του Άγίου και προκόπτων καθ’ εκάστην μεγάλως. Ότε δε ποτε ηθέλησεν ο Δανιήλ να μεταβή εις Ιεροσόλυμα χάριν προσκυνήσεως, εμφανισθείς ο Άγιος εν τη οδώ τον απέτρεψεν από την οδοιπορίαν, λέγων εις αυτόν ότι υπάρχουν κίνδυνοι ψυχικοί και σωματικοί εκ των αιρετικών, των βαρβάρων και των ληστών. Ο δε Δανιήλ υπαλούσας επέστρεψεν αγωνιζόμενος ως και πρότερον. Άλλοτε πάλιν εφάνη εις τον ίδιον Δανιήλ, καθ’ ύπνον, ο Άγιος παροτρύνων αυτόν να ανέλθη επί στύλου. Ο δε εξυπνήσας, εβιάζετο εις το να εκτελέση το προσταχθέν, αναβάς δε εμιμήθη ως ο Ελισσαίος τον Ηλίαν εις την αρετήν. Ο βασιλεύς των Περσών, ακούων τα πολλά και παράδοξα έργα του Αγίου, εσυλλογίζετο ημέραν και νύκτα τον Όσιον, εγκαταλείπων ως εκ τούτου τας βασιλικάς φροντίδας και δι’ αυτόν μόνον ερωτών. Ωσαύτως και η γυνή του εθαύμαζε κατά πολύ δια την φήμην του Αγίου και εζήτησεν έλαιον ευλογηθέν υπό του Οσίου, το οποίον λαβούσα εθεράπευσε με αυτό όχι μόνον τον εαυτόν της, αλλά και πάσαν ασθένειαν και πάθος των συγγενών της, των αυλικών και άλλων πολλών. Όσοι δε ήσαν πλησίον του βασιλέως, ακούοντες την μεγάλην φήμην του Αγίου και βεβαιούμενοι από τα έργα αυτού, θείον άνδρα τούτον ωνόμαζον. Ημείς όμως έως πότε θα φιλονικούμεν διηγούμενοι τους υπέρ φύσιν κόπους και τα κατορθώματα αυτού, τας στάσεις του νυκτός και ημέρας και τας αμετρήτους σχεδόν ειπείν μετανοίας; Διότι εις εκ των συντρόφων τού φιλαρέτου Επισκόπου Θεοδωρήτου, μετρήσας ποτέ μέχρι των χιλίων διακοσίων τεσσαράκοντα τεσσάρων και κουρασθείς αφήκε την μέτρησιν. Τοσούτον ήτο προθυμότατος εις τους αγώνας της αρετής, ώστε πάντοτε προσέθετε κόπους επάνω εις άλλους κόπους, και εις το τέλος του ενός αγωνίσματος εφεύρισκεν άλλο μεγαλύτερον, τόσον ώστε και ως άσαρκος υπό πολλών να νομίζεται. Όθεν και Διάκονός τις Φιλάρετος, ελθών από Βρυέννης, είπεν εις τον Όσιον· «Ειπέ ημίν, Άγιε του Θεού, άνθρωπος είσαι ή άλλη τις φύσις ασώματος»; Ο δε Άγιος αναβιβάσας αυτόν επί του στύλου έσυρε την χείρα του δια να τον εγγίση και να γνωρίση ούτος ότι έχει σώμα, δεικνύων άμα εις αυτόν και την φοβεράν πληγήν την οποίαν είχεν εις τον πόδα από την πολλήν ορθοστασίαν, περί ης προείπομεν. Πιστωθείς τότε ο Διάκονος εκήρυττε πανταχού τα υπέρ φύσιν αγωνίσματα του Αγίου. Εις τοιαύτα λοιπόν υπέρ άνθρωπον μέτρα φθάσας ο Άγιος, όμως πάλιν είχε περισσοτέραν την ταπείνωσιν και εις πάντας, σοφούς τε και αμαθείς και πλουσίους και ιδιώτας ήτο χαρίεις και γλυκύτατος, διδάσκων με θείους και αγγελικούς λόγους δύο φοράς την ημέραν και λέγων, ότι πρέπει να καταφρονώμεν τα παρόντα, ως πρόσκαιρα, να επιθυμώμεν δε και να μιμώμεθα τας αρετάς του Σωτήρος μας Χριστού και Δεσπότου, δια να συμβασιλεύωμεν αιωνίως μετ’ Αυτού εις την Βασιλείαν των ουρανών, κληρονομούντες τα εκείσε ακατανόητα αγαθά. Αλλά και εις την επίλυσιν των διαφορών ήτο ο Όσιος επιτηδειότατος και εκείνον τον οποίον κατεδίκαζεν, εχαίρετο περισσότερον από εκείνον που εδικαίωνε· τοσούτον ήτο κατά πάντα δεκτικός και γλυκύτατος. Ουχί δε μόνον εις τα έργα ήτο μέγας, αλλά και εις την πίστιν ζηλωτής θερμότατος και του λόγου χειριστής δεξιώτατος αποστομών Ιουδαίους, Έλληνας και αιρετικούς. Εις τούτο δε πολλά παρεκίνει και τους επιστάτας των Εκκλησιών και προεστώτας. Ταύτα δε πάντα εγένοντο από της ενάτης έως της δωδεκάτης ώρας της ημέρας, διότι από της δωδεκάτης ήτοι της δύσεως του ηλίου έως της ενάτης ώρας της επομένης ημέρας εγένετο προσευχή εκτενής προς τον Θεόν. Δεν πρέπει όμως να παραλείψωμεν και τούτο. Θεοδόσιος ο νέος βασιλεύς, παρακινηθείς από τινα έπαρχον της Αντιοχείας, νικηθέντα από χρήματα και δώρα, έδωκεν άδειαν εις τους Εβραίους να έχουν τας συναγωγάς των· μαθών δε τούτο ο θείος Συμεών ήλεγξε τον βασιλέα αυστηρός, διότι έκαμε πράγμα ασεβές και παράνομον. Ευθύς όθεν ο βασιλεύς μεταμεληθείς ηκύρωσε την άδειαν και κατήργησε τας συναγωγάς, απειλήσας μάλιστα δια θανάτου εκείνους οίτινες ήθελον εναντιωθή εις την βασιλικήν προσταγήν. Άλλην πάλιν φοράν άνθρωποί τινες είδον μακρόθεν μίαν μεγάλην έλαφον εις την πεδιάδα και μη δυνάμενοι να την φθάσουν, επεκαλέσθησαν τον Άγιον και έμεινεν η έλαφος ακίνητος· εκείνοι δε συλλαβόντες αυτήν την έσφαξαν, ευθύς όμως έμειναν άπαντες άλαλοι· μετά πολλήν δε ώραν ηννόησαν, ότι δια την προς την έλαφον ασπλαγχνίαν των ετιμωρήθησαν· δι’ ο και δραμόντες προς τον Άγιον, διηγήθησαν μετά δακρύων την υπόθεσιν· ο δε Όσιος ευσπλαγχνισθείς αυτούς τους ηυλόγησε και επανέκτησαν την φωνήν. Κατά την εποχήν εκείνην εγένετο σεισμός μέγας εις την ντιόχειαν και εις τα περίχωρα αυτής, μεγάλαι δε οικίαι και πολλά κτίρια εκρημνίζοντο, οι δε άνθρωποι εθάπτοντο υπό τα ερείπια· απηλπισμένοι όθεν οι Αντιοχείς καταφεύγουν εις τον Άγιον, δακρύοντες και θρηνούντες απαρηγόρητα. Ο δε Άγιος ήλεγξε μεν πρώτον αυτούς δια την αμέλειαν των καλών έργων, είτα δε τους είπε να δεηθούν άπαντες κράζοντες το, Κύριε ελέησον· μετά ώραν δε ικανήν προσευξάμενος και ο Άγιος είπεν εις επήκοον πάντων· «Να γνωρίζετε, αδελφοί, ότι ενός μόνον από όλους υμάς εισηκούσθη η δέησίς του». Καλέσας δε τον άνθρωπον τον εβίαζε να είπη τας αρετάς του, εκείνος δε ωμολόγει τον εαυτόν του αμαρτωλότερον πάντων· βιάζων όμως αυτόν επί πολύ είπεν: «Εγώ άλλο τίποτε δεν γνωρίζω, ειμή μόνον ότι είμαι γεωργός, εργαζόμενος δε πρώτον εις τα ολίγα μου κτήματα, τον επίλοιπον καιρόν εργάζομαι επί πληρωμή, εξ όσων δε συνάζω εκ της εργασίας μου το εν μέρος δίδω εις τους πτωχούς, το άλλο εις τους φόρους της πολιτείας, και το τρίτον κρατώ δια τα έξοδα του οίκου μου· τίποτε άλλο καλόν εις εμέ δεν γνωρίζω». Ακούσαντες δε εκείνοι έκλαυσαν άπντες δια την ιδικήν των αμέλειαν προς τας αρετάς και μεγάλως κατενύχθησαν. Ο δε Άγιος, απολύσας αυτούς εν ειρήνη, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες μεν αυτόν, τον δε ενάρετον γεωργόν επαινούντες και εγκωμιάζοντες. Έκτοτε ο μεν σεισμός κατέπαυσεν, αυτοί δε εμιμούντο την αρετήν του γεωργού, κατηγορούντες εαυτούς δια την αμέλειαν, την οποίαν είχον εις το καλόν· πολλοί δε εξ αυτών προέκοπτον εις το εξής, έχοντες υπόψη των το καλόν παράδειγμα του ελεήμονος γεωργού.                             
Δια τοιούτων όθεν πολλών και μεγάλων κατορθωμάτων διαλάμψας ο Όσιος, τελειώνει την ζωήν κατά το έτος υξα΄ (461), ζήσας έτη εξήκοντα εννέα, και από την εδώ παροικίαν διαβαίνει προς τον ποθούμενον Χριστόν δια να συναγάλλεται μετά πάντων των Αγίων, εξαιρέτως δε των Αγίων Ασκητών, των οποίων τον βίον εζήλωσεν, εμιμήθη και εν πολλοίς υπερέβη με την ξενήκουστον επί του στύλου στάσιν, να καθορά πρόσωπον προς πρόσωπον τον γλυκύτατόν μας Δεσπότην και να συνομιλή μετ’ αυτού εις τους απεράντους αιώνας εις την Βασιλείαν των ουρανών. Ότε δε εκοιμήθη εγνωρίσθη εις πάντας η ανθρώπινος φύσις του Αγίου, διότι πολλοί μέχρι τότε αμφέβαλλον, ήδη δε έβλεπον διαλάμπουσαν έτι λαμπροτέραν την υπέρ άνθρωπον αρετήν του Οσίου. Εξήλθεν όθεν από το σώμα εκείνος όστις και προ της εξόδου απηρνήθη αυτό και μόνον δια την ψυχήν ηγωνίζετο και μετ’ αυτής έτι ζων περιεπάτει εις τους ουρανούς ομού με τας αγγελικάς στρατιάς, μετά των οποίων και συνηριθμήθη. Το δε τίμιον αυτού σώμα σεβασμίως ετάφη, βρύον θαύματα πολλά τε και μεγάλα. Ο δε βασιλεύς Λέων ο μέγας μετέφερε μετ’ ολίγον εις την Αντιόχειαν το σεβάσμιον εκείνο λείψανον μετά μεγάλης τιμής και λαμπαδηφορίας, δια την οποίαν έλεγον οι άνθρωποι της εποχής εκείνης ότι ήτο τόσον μεγάλη, ώστε συνεσκότιζε το φως του ηλίου, το δε πλήθος των ανθρώπων κατελάμβανε το πλησίον κείμενον όρος και τας πεδιάδας. Κατά την εις Αντιόχειαν ανακομιδήν του ιερού λειψάνου παρίστατο και ο στρατηγός της Ανατολής Αρδαβούριος, μεθ’ ολοκλήρου της δορυφορίας του. Ότε δε η ιερά αύτη λιτανεία έφθασεν εις τι χωρίον πλησίον της Αντιοχείας, έστη αιφνιδίως ακίνητος η φέρουσα το ιερόν λείψανον άμαξα προς γενικήν των ακολουθούντων έκπληξιν και φόβον μέγαν, άνθρωπος δε τις ερχόμενος τρέχων εκ των μνημείων, άτινα ήσαν εκεί πλησίον, εθρήνει γοερώς παρακαλών τον Άγιον να τον ελευθερώση από την βάσανον, ήτις τον κατετυράννει, διότι ούτος ασχημονήσας εις νεκρόν σώμα γυναικός, εδαιμονίσθη και ευρίσκετο ως δεδεμένος υπό του δαίμονος εις τον τάφον της γυναικός δια την μιαράν του πράξιν, διεστρέφοντο δε οι οφθαλμοί του και αφροί εξήρχοντο εκ του στόματος αυτού. Ευθύς όμως ως ήγγισεν εις το τίμιον λείψανον εγένετο υγιής, η δε άμαξα παρευθύς εκινήθη. Εις Αντιόχειαν εγένετο λαμπρά του ποθουμένου υποδοχή και κατά πρώτον μεν ετέθη τούτο εις τον περιφανή Ναόν του Οσίου Βασιανού· είτα δε εις τον πλησίον τούτου κτισθέντα. Ο δε ιατρευθείς εγένετο υπηρέτης του Ναού, ζήσας εναρέτως και ανταποδώσας την ευεργεσίαν εις τον Άγιον. Επειδή δε η φήμη των πολλών κι μεγάλων θαυμάτων αυτού πανταχού περιέτρεχεν, ο βασιλεύς Λέων, περί του οποίου προείπομεν, διέταξε να μετακομισθή το λείψανον του Αγίου εις Κωνσταντινούπολιν· οι Αντιοχείς όμως παρεκάλεσαν θερμώς και μετά δακρύων, όπως μη στερηθή η πόλις αυτών από τον μέγαν βοηθόν και φύλακα αυτής, όστις δια της μεγάλης αυτού αρετής κατεπράϋνε την οργήν του δικαιοκρίτου Θεού κατά την φοβεράν απειλήν του σεισμού. Πεισθείς εις ταύτα ο Αυτοκράτωρ αφήκεν εις τους Αντιοχείς τον κοινόν θησαυρόν. Πλην όμως, αν και εις Αντιόχειαν το ιερόν αυτού παρέμεινε λείψανον, όμως πανταχού εις τους αυτόν επικαλουμένους μετά πίστεως η χάρις των θαυμάτων αυτού προστρέχει. Εις δε την κορυφήν του όρους, εις το οποίον τους υπέρ φύσιν αγώνας ετέλεσεν, έκτισαν ιερόν εις σχήμα σταυρού, το οποίον εστερεούτο επάνω εις τέσσαρας θόλους εξ εκάστης πλευράς· έκαστος δε θόλος εστηρίζετο εις κίονας εκ πελεκητού λίθου και αρκετού ύψους. Το δε μέσον του Ιερού ήτο άνευ σκέπης, ούτως ώστε να περιλάμπηται πανταχόθεν δια του φωτός του ηλίου η αυλή, εις το μέσον της οποίας ήτο ο στύλος, επί του οποίου διήλθε την αγγελικήν πολιτείαν ο ισάγγελος Συμεών. Εις δε την κορυφήν των θόλων αφήκαν θυρίδας δια να εισέρχηται το φως της ημέρας· εντεύθεν δε διενοούντο την του Οσίου Συμεών λαμπρότητα, την οποίαν ούτος απολαμβάνει ιστάμενος πάντοτε πλησίον του μεγάλου φωτός της Μακαρίας και Παναγίας Τριάδος καθαρώτερον εκείθεν ελλαμπόμενος εκ της μιας Θεότητος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

ΛΟΓΟΣ Β΄ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗΝ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Του Μακαριωτάτου και σοφωτάτου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Τυρομενίας του  Κεραμέως.                                                                                                         

Ευλογητός ο Θεός ο καταξιώσας ημάς διαδραμείν την κυκλικήν του χρόνου περίοδον και προς την κορωνίδα του έτους ελθείν, εξ ης ώσπερ αφ’ ύσπληγγος (φετηρίας) αύθις του δρόμον του βιοτικού κατερχόμεθα τον αυτόν κύκλον δια πάσης της ζωής ημών ανελίττοντες, έως αν ο άπειρος ημάς εκείνος αιών διαδέξηται, ο διαστήματι χρόνου και ηλίου φορά μη μετρούμενος. Η μεν παρούσα ημέρα, (προκείσθω γαρ τω λόγω οίον ήδυσμα τοις φιλοκάλοις υμίν), κατά μεν το ιστορικώς γενόμενον και τελούμενον, αρχή της χρονικής υπάρχει ανακυκλήσεως, Ίνδικτα λεγομένη τη Ρωμαίων φωνή· ούτω γαρ εκείνοι τον ορισμόν ονομάζουσιν. Εβραίοις μεν γαρ αρχή του χρόνου νενόμισται ο Νισάν (Μάρτιος), παρ’ αυτοίς ούτως ονομαζόμενος, αρχή τυγχάνων της εαρινής ισημερίας και της κοσμογενέσεως, ως δηλοί των βοτάνων και θάμνων και δένδρων η βλάστησις. Ρωμαίοις δε πάλαι μεν ο Ιανουάριος ην του έτους αρχή· αφού δε ο Αύγουστος Καίσαρ τον Αντώνιον ετροπώσατο κατά τον Σεπτέμβριον μήνα, περιφανή ποιήσαι την νίκην βουλόμενος, μεταμείβει το Ρωμαϊκόν έθος και χαρίζεται τω μηνί τούτω τα πρεσβεία καθάπερ πρωτόλεια. O τοίνυν αγαθός Δεσπότης ημών δια σαρκός επιφανείς ημίν, και προς μίαν αυλήν συναγείρων Ιουδαίους και Ρωμαίους και Έλληνας, αγιάσαι την ημέραν ταύτην βουλόμενος, κατ’ αυτήν εις Ναζαρέτ παραγίνεται και είσεισιν εν τη συναγωγή, ως ο γλαφυρός Λουκάς ιστορεί, και βιβλίον ανά χείρας λαβών, τα περί αυτού τω Προφήτη τεθεσπισμένα υπανεγίνωσκεν· εντεύθεν ως ευλογηθείσαν την ημέραν υπό Θεού εορτάζειν αυτήν η Εκκλησία παρέλαβεν. Αλλά ταύτα μεν οίον σώμα έστω τω λόγω της εορτής, κατά τον ιερόν φάναι Μάξιμον· φέρε ουν και ταις ένδοθεν θεωρίαις τούτον ψυχώσωμεν. Ο μεν ούτος, ο κατά μεν τους Έλληνας Γορπιαίος, κατά δε τους Αιγυπτίους Θωθ, κατά δε τους Εβραίους Ευάλ, καθ’ ημάς δε Ρωμαϊκή γλώττη Σεπτέμβριος, εικόνα φέρει παλαιάς τε και νέας, και της εβδοματικής ταύτης ζωής, και της εν τω μέλλοντι καταστάσεως· και τούτο δι’ αινίγματος δεικνύς ο Θεός, τας τρεις εορτάς των Σαλπίγγων, και του Ιλασμού, και των Σκηνοπηγιών εν τούτω τω μηνί γενέσθαι προσέταξεν, ούτω φάμενος τω Μωϋσή: «Τη πεντεκαιδεκάτη του μηνός του εβδόμου τούτου εορτή σκηνών επτά ημέρας τω Κυρίω»· και «προσάξατε ολοκαυτώματα τω Κυρίω επτά ημέρας». Έβδομος δε μην από του Νισάν, ούτος εστιν ο Ευάλ· και μη σαλπίζειν τούτοις προσέταξε, και την πρώτην και την εβδόμην ημέραν έχειν κλητήν και ανάπαυσιν. Κελεύει δε η νομοθεσία, και κάλλυνθα φοινίκων λαβείν, και κλάδους ξύλου δασείς και ιτέας και άγνου· και ούτω τη εορτή επευφραίνεσθαι. (Βλ. Λευιτ. κγ: 34-44). Η μεν ουν των Σαλπίγγων εορτή, Νόμου και Προφητών και της εξ αυτών κηρυττομένης τύπος εστίν· ο δε Ιλασμός, σύμβολον της του Θεού καταλλαγής προς τον άνθρωπον· το γαρ υποδύντα την κατακριθείσαν φύσιν ιλασμόν έθετο ο Πατήρ ως ο Παύλος φησίν· η δε της Σκηνοπηγίας, τον τριπόθητον ημίν της αναστάσεως σημαίνει καιρόν, καλώς κατά τον έβδομον μήνα εκτελούμενον· μετά γαρ την εβδοματικήν του χρόνου περαίωσιν, ελπίζεται η ανάστασις εν η σκηνοποιηθήσεται δια της αφθαρσίας ο άνθρωπος, της αθανάτου ψυχής ενωθείσης τω διαρρεύσαντι σώματι, ως τα φυλλορροούντα των φυτών μετά των αειθαλών οι εορτάζοντες ανεμίγνυον. Οίμαι γαρ έγωγε προς τούτο βλέπειν και του «σαλπίσει, φησί, και οι νεκροί εγερθήσονται» (Α΄ Κορ. ιε: 52). Φαίη δ’ αν τις ίσως επαπορών, και ότου χάριν ούτος ο μην προεκρίθη τοσαύτας φέρειν εικόνας του της ζωής ταύτης τέλους και του μυστηρίου της αναστάσεως; Ότι τοι και μάλα πρεπωδέστατος ούτος προς το εικόνισμα, ου μόνον ότι έβδομος εστιν από του Νισάν ως ο λόγος απέδειξεν, αλλ’ ότι και φθίσις εστί των κατά το έαρ βλαστησάντων κατά την της κτίσεως γένεσιν. Προς τούτοις δε, ότι και την ζωδιακήν σφαίραν διϊππεύων ο ήλιος κατά τον μήνα τούτον, εις το δωδέκατον μόριον γίνεται, ο ζυγόν ονομάζουσι, σημαίνοντος τάχα του πράγματος το κατά την ισόρροπον εκείνην του Θεού κρίσιν της ανταποδόσεως δίκαιον. Ώσπερ δε ο αυτός ούτος μην καθ’ Εβραίους μεν εστιν έβδομος, πρώτος δε καθ’ ημάς, ο αυτός ων αμφότερα, ούτω δη και φθίσις εστί των καρπών, και αρχή τρυγητού· τούτο νοούντων ημών, ως και ο έβδομος ούτος αιών, τέλος μεν εστι και κατάστασις γενέσεως και φθοράς, αρχή δε του νοητού τρυγητού. Και ώσπερ ενταύθα, ει μεν ευγενής και ωραίος ο βότρυς εντεθή τοις ληνοίς, ηδύς και ανθοσμίας των βοτρύων ο οίνος απορρυήσεται, τη παριππεύσει του χρόνου συνεπιδιδούς εις κάλλος και εύπνοιαν· ει δε εκ σεσηπότων βοτρύων ή ομφακιζόντων ο οίνος αποθλιβή, εκτροπίας ευθύς και άποτος γίνεται, μεταβαλών εις δυσωδίαν τινά ή οξώδη ποιότητα, ή δια τινος ετέρας φθοράς εις σκωλήκων γένεσιν αλλοιούμενος. Ούτως εν τη παλιγγενεσία, των έργων ημών δίκην βοτρύων τω δοκιμαστικώ πυρί τεθέντων ως εν ληνώ, κατάδηλος η γεωργία εκάστου γίνεται. Οράτε όσα η δοκούσα μικρά εορτή αύτη περιέχει μυστήρια; Και όπως ο μην ουκ αθεεί (άνευ της θελήσεως του Θεού) παρά Ρωμαίοις ωνομάσθη Σεπτέμβριος; Μόνον ότι έβδομος εστι (σέπτεμ γαρ παρά Ρωμαίοις δηλοί έβδομος),  αλλ’ ότι και σεπτός εστι και σεβάσμιος. Άθρει (πρόσεχε) δε όπως και κατά την ημέραν ταύτην, ήτις εστίν αρχή και στέφανος του ενιαυτού, πολλών Αγίων συνέστη πανήγυρις συναρωγούντων ημίν εις την κατ’ αρετήν του χρόνου περαίωσιν. Εν ταύτη γαρ μνήμην άγομεν της του Σωτήρος εν τη Συναγωγή αναγνώσεως, και της ιεράς Εικόνος της Θεομήτορος, και Ιησού του Ναυή, και των εν Εφέσω αναιμωτί Μαρτύρων επτά, και των Παρθένων Τεσσαράκοντα γυναικών· Καλλίστης τε και Ευόδου και Ερμογένους των εκ φύσεως και πίστεως αδελφών· αλλά και Συμεών ο κιονίτης δαδουχεί την πανήγυριν. Άπαντες ούτοι του χρόνου την αρχήν αγιάζουσιν. Ο μεν Σωτήρ ημών Ιησούς ευλογεί τον στέφανον του ενιαυτού· η δια της σεπτής Εικόνος Αυτής τιμωμένη πάναγνος Δέσποινα, μεσίτις προς Θεόν ημών γίνεται· ο του Ναυή Ιησούς, κατ΄ ίχνος ακολουθείν διδάσκει τω αληθινώ Ιησού, ει τα τείχη της αμαρτίας, ως αυτός τα Ιεριχούντεια, μετ’ επείξεως (ταχύτητος) καταβάλοιμεν· οι Επτά Παίδες, τον δι’ εβδομάδος αριθμούμενον χρόνον καθαγιάζουσι δεικνύντες της αναστάσεως το μυστήριον, ης αυτοί μακρόν υπνώσαντες χρόνον, ανέστησαν· ο πάμμεγας Συμεών, τον εαυτού στύλον υποδεικνύς, από των γηϊνων ημάς δι’ αρετής κελεύει κουφίζεσθαι και τα άνω φρονείν. Καλλίστην, Εύοδον και Ερμογένην ήκιστα διαιρήσωμεν· ου γαρ διείλεν αυτούς φύσις και γνώμη και σύμπνοια και ταυτό της αθλήσεως· και ούτοι δη κάλλιστα ημάς ευοδούσι, την προς Θεόν αρμονίαν θηρούντες, ου γένος εσμέν κατά τον ειπόντα σοφόν. Ήκουσας του Ευαγγελιστού Λουκά λέγοντος σήμερον, ως ήκε Χριστός κατά την ημέραν ταύτην εις την εαυτού πατρίδα Ναζαρέτ, και ανέγνω «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ»; Ελθέ και αυτός προς την σην πατρίδα την νοητήν Ναζαρέτ, όπερ καθαρότης ερμηνεύεται τη Ελλάδι φωνή· ελθέ προς την του βίου καθαρότητα· αύτη και πατρίς και κόσμος ως αληθώς της ψυχής. Αν εις ταύτην έλθης, Πνεύμα Κυρίου επί σε γενέσθω σοι του χρόνου αρχή, καθαρωτέρου βίου αρχή. Εδούλευες μέχρι νυν αμαρτία τινί; Τω του ενιαυτού τέλει λαβέτω και αύτη τέλος, αρχή σοι πολιτείας εναρέτου γενέσθω τα Ίνδικτα. Ζηλώσωμεν των Αγίων τας πράξεις, των τε άλλων και αυτού του θείου και ιερού Συμεών, ου τον βίον πάντες ακούοντες θαυμάζομεν. Αλλ’ ου χάριν του θαυμάζεσθαι μόνον οι βίοι των Αγίων εγράφησαν, αλλ’ ώστε θαυμάζοντας και μιμητάς αυτών γενέσθαι. Πως ουν ερεί τις δυνατόν εκείνον τον υπέρ φύσιν ασκήσαντα; Εγώ σοι δια βραχέων ενδείξομαι, την ιστορίαν πρότερον επιτροχάδην διαδραμών. Ούτος ο μέγας, εκ παίδων έτι ποιμήν προβάτων γενόμενος, ου τοις χοίροις συνδιαιτώμενος κατά τον άτακτον εκείνον νέον τον αποστάντα της πατρικής εστίας και συβώτην γενόμενον, ουδέ βουκολών ημιόνους κατά τον Ιδουμαίον εκείνον Δωήκ, ούτε μην πωλοδαμνείν παιδευόμενος, αλλ’ αγέλη προβάτων επιστατών, κατά Μωσέα και Ιακώβ και Δαβίδ και Αμμών, επειδή ποτέ της Εκκλησίας είσω εγένετο και των Ευαγγελικών ήκουσε φωνών, γέροντός τινος αυτώ παραινέσαντος, πάντων αλογήσας βιοτικών, αντί θρεμμάτων ηγεμονεύειν, λογική ποίμνη συναγελάζεται. Και πρότερον μεν σχοινίω τραχεί την οσφύν περισφίγγεται· είτα γνωσθείς, εις φρέαρ εαυτόν καθείς, υπόγειος γίνεται· κακείθεν ανελκυσθείς, τον κιονίτην βίον πρώτος πάντων εκλέγεται, ταις κατά μικρόν επιδόσεσιν επαύξων του στύλου την άνοδον, πρώτον μεν εις εξ πήχεις υψώσας αυτόν, είτα δε μεγαλύνας αυτόν άχρι πηχών τριάκοντα εξ. Ούτω μετέωρος αρθείς, και πολλών σημείων γενόμενος αυτουργός, δαίμονάς τε φυγαδεύσας και βαρβάρων ημερώσας ήθος ατίθασον, και πολλούς προς Θεόν επιστρέψας, προς τας αϊδίους μετέστη μονάς, της αυτού πολιτείας οία στήλην τον στύλον καταλιπών. Παιδεύει τοίνυν ημάς ο ιερός Συμεών τω καθ’ εαυτόν υποδείγματι, έως αν παίδες εσμέν και ατελείς την πνευματικήν ηλικίαν, μη καταμιγνύειν εαυτούς ανθρώποις χοιρώδεσιν, οι τω βορβόρω χαίρουσι της ακολασίας ή την αμαρτίαν καθάπερ τας αγόνους ημιόνους ποιμαίνουσιν· η γαρ κακία ουκ εκ Θεού τον πληθυσμόν έσχεν, ως ουδέ εξ αλλήλων εστίν η του γένους των ημιόνων διαδοχή, ουδέ συναναφύρεσθαι ημάς τοις θηλυμανέσιν ως ίπποις. Αλλά τούτων απάντων αποφοιτώντες, εν ομοφρονούσι τε και ομογνωμονούσι, τοις παρ’ ημών ποιμαινομένοις συζήσωμεν, πάντων των εν ημίν λογισμών, προβάτων δίκην τω βουλήματι του επιστατούντος λόγου ποιμαινομένων. Και ούτως εν πραότητι ζώσιν ημίν, επιλάμψει εν ταις ψυχαίς του Ευαγγελίου το κήρυγμα δια των προσηκόντων τη αρετή διδασκόμενον, και προς τον τελειότερον της αρετής βίον διεγείρον ημάς, ώστε μακράν γενέσθαι των κοσμικών παθών, και την στενήν και τεθλιμμένην βαδίζειν οδόν, περιεζωσμένους εν τω τραχεί και κατεσκληκότι βίω της εγκρατείας, τας εκ των νεφρών αλόγους πυρώσεις, τω σώφρονι λογισμώ, ως εν σχοινίω συσφίγγοντας. Όταν ουν τούτο κατορθωθείη ημίν, καν υπό πάντων γνωσθείημεν, καν ως ενάρετοι θαυμαζόμεθα, τω λάκκω της ταπεινώσεως εμβάλωμεν εαυτούς τον μέγαν τούτον μιμούμενοι. Φύγωμεν τοίνυν το κενόν τούτο και κούφον δοξάριον· «όστις ταπεινώσει εαυτόν υψωθήσεται» (Ματθ. κγ: 12), ως η θεία λέγει πυκτίς. Εκείνος ουκ αν εις τα του στύλου ήρθη μετέωρα, ει μη πρότερον εν τω ξηρώ λάκκω καθήκεν εαυτόν τω πολλής δυσωδίας ανάπλεω· και ημείς δε ουκ αν προς ύψος αρετής αναχθείημεν, ει μη την ταπείνωσιν ασπασώμεθα· ει δε και κρυπτόμενοι, την ταπεινοφροσύνην μη λάθοιμεν (αληθές γαρ, ως αρετή όσον κρύπτεσθαι σπουδάζει, κηρύττεται), και ανιμήσονται ημάς εκ του λάκκου, τουτέστι φανερώσουσιν ημάς οι την αρετήν θαυμάζοντες, επιπονώτερον ασπασώμεθα βίον, ταις κατά μικρόν προσθήκαις εις τον στύλον των αρετών αναγόμενοι· πρότερον μεν εν εξαπήχει της αναβάσεως φθάσαντες ύψει, τας εξ εντολάς δηλαδή ως κρηπίδα θέντες της αναβάσεως, δι’ ων κληρονομούσι την των ουρανών Βασιλείαν οι δίκαιοι· ο γαρ επί θρόνου δόξης κεκαθικώς Βασιλεύς, τοις εκ δεξιών αυτού, των τηρηθεισών αυτοίς εξ εντολών ως αμοιβήν την των ουρανών Βασιλείαν χαρίζεται. Όταν ουν σωματικώς θρέψωμεν δια των πενήτων τον Κύριον πεινώντα, και διψώντα ποτίσωμεν, και ξενοδοχήσωμεν, και ενδύσωμεν, και επισκεψώμεθα ασθενεία ή δεσμοίς συνεχόμενον, τότε τω εξαπήχει στύλω βεβήκαμεν. Ει δε καθάπερ μναν ή τάλαντον πολυπλασιάσοιμεν τας αρετάς δια της εργασίας πληθύνοντες, τότε ο των αρετών ημίν κύκλος αποτελείται, εις εαυτήν πολυπλασιασθείσης της εξάδος των εντολών, ως γενέσθαι τα εξ, τριάκοντα εξ· κακείσε γαρ οίμαι στήναι, ει και κατά την ιστορίαν ο του μεγάλου Συμεών στύλος τοσούτον ανύψωτο. Αλλ’ επειδή ο αριθμός ούτος και κύκλος εστί και τρίγωνος και τετράγωνος, το της αρετής του ανδρός εσήμανε τέλειον, όπως τε πάγιος ην προς την εις την Τριάδα ευσέβειαν, και όπως τω κύκλω των αρετών εστεφάνωτο. Αν ουν τοιαύταις χρησάμενοι αναβάσεσιν εις το ύψος τουτί δράμωμεν, και τους επιβούλους της ημών σωτηρίας φυγαδεύσωμεν δαίμονας, και ως βαρβάρους τα ενοχλούντα ημίν πάθη πραϋνωμεν, και σφίσιν (ημίν) αυτοίς και πολλοίς άλλοις πρόξενοι σωτηρίας εσόμεθα, και των ακηράτων και αιωνίων αγαθών απολαύσωμεν, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Aμήν.