Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2016

Οι Άγιοι Απόστολοι Απελλής, Λουκάς και Κλήμης

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΑΠΕΛΛΟΥ, ΛΟΥΚΑ και ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ.                                                                                                  

Απελλής ο Απόστολος ούτος είναι άλλος και άλλος ο Απελλής εκείνος, όστις έγινεν Επίσκοπος της εν Θράκη Ηρακλείας και εορτάζεται κατά την τριακοστήν πρώτην του Οκτωβρίου μετά Στάχυος, Αμπλίου, Ουρβανού, Ναρκίσσου και Αριστοβούλου. Τούτον δε τον Απελλήν αναφέρει ο Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή λέγων· «Ασπάσασθε Απελλήν τον δόκιμον εν Χριστώ» (ιστ: 10)· ούτος λοιπόν γενόμενος της Σμύρνης φωστήρ και τω Χριστώ οσίως δουλεύσας, προς Αυτόν εξεδήμησεν. Ο δε Λουκάς ούτος είναι άλλος από τον Ευαγγελιστήν· αναφέρει δε και αυτόν ο Απ. Παύλος εν τη προς Τιμόθεον επιστολή λέγων· «Λουκάς εστι μόνος μετ’ εμού» (Β΄ Τιμ. δ: 11)· ούτος λοιπόν γενόμενος πρώτος Επίσκοπος της εν Συρία Λαοδικείας και καλώς ποιμάνας το λογικόν αυτού ποίμνιον, απήλθε προς Κύριον. Και ο Κλήμης δε ούτος άλλος είναι από τον Κλήμεντα τον Ρώμης Επίσκοπον· τούτον δε αναφέρει ο ίδιος Απ. Παύλος εν τη προς Φιλιππησίους Επιστολή λέγων· «Εν τω Ευαγγελίω συνήθλησάν μοι μετά και Κλήμεντος και των λοιπών συνεργών μου» (δ: 3)· ούτος λοιπόν γενόμενος Επίσκοπος των Σάρδεων, και τα στίγματα του Χριστού εν τη σαρκί περιφέρων, προς Αυτόν εξεδήμησεν.


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Η Αγία ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ η βασίλισσα εν ειρήνη τελειούται.  
                                                                                                          
Πουλχερία η μακαρία βασίλισσα ήτο αδελφή του βασιλέως Θεοδοσίου του Μικρού, διεδέχθη δε αυτόν εις την βασιλείαν εν έτει υν΄ (450). Η Πουλχερία υπανδρεύθη τον ευσεβέστατον Μαρκιανόν, γέροντα όντα, ίνα αυτός διοική την βασιλείαν καλώς, αλλ’ όμως την παρθενίαν αυτής μέχρι τέλους άφθορον και καθαράν διεφύλαξεν· αφού λοιπόν η μακαρία αύτη έζησε με ευσεβή και θεοφιλή πολιτείαν, και έκτισε πολλούς Ναούς και Νοσοκομεία, και συνεκρότησε την εν Χαλκηδόνι Αγίαν και Οικουμενικήν Τετάρτην Σύνοδον, και απλώς ειπείν, αφού αύτη διέλαμψε με πλείστα κατορθώματα, εν ειρήνη εξεδήμησε προς τον παρ’ αυτής ποθούμενον Νυμφίον Χριστόν. 

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

O Άγιος Μάρτυς ΒΑΡΥΨΑΒΑΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΒΑΡΥΨΑΒΑΣ ξύλω συντριβείς τελειούται.                                                                                                           

Βαρυψαβάς  ο Άγιος Μάρτυς λαβών από ένα ερημίτην το Τίμιον Αίμα όπερ έρρευσεν από την πλευράν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εποίει δι’ αυτού πολλάς ιατρείας· δια τούτο και από τους απίστους φονεύεται με ξύλα κατά τον καιρόν της νυκτός· ο δε τίμιος θησαυρός του Δεσποτικού Αίματος έμεινε πάλιν σώος και ακέραιος φυλαττόμενος από τον μαθητήν του Αγίου. 

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Των Αγίων Μαρτύρων γυναικών ΜΗΝΟΔΩΡΑΣ, ΜΗΤΡΟΔΩΡΑΣ και ΝΥΜΦΟΔΩΡΑΣ.

Τη Ι΄ (10η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων γυναικών ΜΗΝΟΔΩΡΑΣ, ΜΗΤΡΟΔΩΡΑΣ και ΝΥΜΦΟΔΩΡΑΣ.                                    

Μηνοδώρα, Μητροδώρα και Νυμφοδώρα αι Άγιαι τρεις Παρθένοι και Μάρτυρες αδελφαί κατήγοντο εκ Βιθυνίας, ήθλησαν δε εν τω μαρτυρικώ σταδίω κατά τας ημέρας του ασεβεστάτου τυράννου της Ρώμης Μαξιμιανού, εν έτει τδ΄ (304). Αληθώς το μαρτυρικόν στάδιον όχι μόνον εις τους άνδρας, αλλά και εις αυτάς τας γυναίκας και τας κόρας ηνέωκται και αυτάς ακόμη τας νεάνιδας· διότι ήδη και αύται καταφρονούσι τον θάνατον, και την τελευτήν υποδέχονται, και όλα τα ηδέα και τερπνά του κόσμου τούτου, όπως δια της τοιαύτης εμπορίας κερδήσωσι την Βασιλείαν των ουρανών. Δια τούτο και η θαυμαστή των Παρθένων τούτων τριάς, τα αληθινά της παρθενίας δώρα και αφιερώματα, ήλθον προθύμως εις το μαρτυρικόν στάδιον αγωνισάμεναι γενναίως, και με γλυκύτητα εδέχθησαν το κέρδος του θανάτου, ο οποίος δεν κατεβίβασεν αυτάς εις τον άδην (το οποίον είναι  φυσική συνέπεια του θανάτου), αλλά τας ανεβίβασεν εις τους αθανάτους νυμφώνας, προς τας ιεράς παστάδας, και προς αυτόν τον Νυμφίον Χριστόν. Αύται αι Παρθένοι και Μάρτυρες εγεννήθησαν και ανετράφησαν εις την επαρχίαν της Βιθυνίας εξ ευγενών και Χριστιανών γονέων, αδελφαί ούσαι κατά σάρκα· περιεκόσμουν δε και εστόλιζον αυτάς πλείσται χάριτες και κάλλη ψυχής τε και σώματος, και μετά της παρθενίας η ωραιότης του προσώπου διέλαμπε και εκ της σωματικής καλλονής, η ωραιότης της ψυχής και ευγένεια διεκρίνετο· ολίγον δε κατ’ ολίγον, προχωρούσης της ηλικίας αυτών, και επειδή ηγάπων την παρθενίαν, δια τούτο απέφευγον τας μετά των ανδρών ομιλίας και συναναστροφάς, επόθουν δε την ερημίαν και ησυχίαν. Όθεν δια την αγάπην του Χριστού, εγκαταλείψασαι την εαυτών πτρίδα, κατώκησαν εις ένα υψηλόν τόπον όχι πολύ μακράν των Πυθίων θερμών υδάτων, και εκεί έζων με σωφροσύνην και την άσκησιν πασών των άλλων αρετών. Μετά δε παρέλευσιν καιρού λαβούσαι πάσαν την χάριν του Αγίου Πνεύματος, διέλαμπον δια των καλών έργων, των θαυμάτων και δια της αφθονίας των άλλων του Θεού χαρισμάτων· όθεν επειδή ήσαν ως «πόλις επάνω όρους κειμένη», κατά το Ευαγγέλιον, δια τούτο συντόμως εφανερώθησαν εις τους ανθρώπους, και ως εκ τούτου πολλοί έτρεχον εις αυτάς, οι οποίοι όχι μόνον εκ των ασθενειών και των πονηρών πνευμάτων (δαιμόνων) απηλλάττοντο, αλλά και φωτιζόμενοι κατά τας ψυχάς, την σωτηρίαν αυτών εκέρδιζον. Ταύτα πάντα όμως εγένοντο γνωστά και εις τον ασεβέστατον Φρόντωνα, όστις είχε τότε την ηγεμονίαν των μερών εκείνων, λαβών αυτήν παρά του βασιλέως των Ρωμαίων Μαξιμιανού· ούτος δε αποστέλλει αμέσως τον συγκάθεδρον αυτού και δευτερεύοντα μετά πολλών υπηρετών και δορυφόρων, δους εις αυτόν και πάσαν κατά των Παρθένων εξουσίαν· ο οποίος, δια των υπηρετούντων εις αυτόν δημίων, παραστήσας αυτάς έμπροσθέν του, είπε· «Πόθεν εγένετο εις σας η τόση τόλμη και αυθάδεια, ώστε (ίνα αφήσω τα άλλα) να σέβητε ένα Θεόν, τον οποίον ούτε αυτός ο μέγας βασιλεύς Μαξιμιανός, ούτε ημείς μέχρι σήμερον εφάνημεν τιμώντες»; Απεκρίθησαν δε αι Παρθένοι με το αυτό της ψυχής παράστημα και θάρρος. «Ημείς, ω άρχων, δεν εδιδάχθημεν από ανθρώπινον δόγμα δια να γνωρίζωμεν Θεόν πρόσκαιρον, αλλά πιστεύομεν και ομολογούμεν (διδαχθείσαι εκ των θείων μας Γραφών) Θεόν αιώνιον, τον τα πάντα βλέποντα και συγκρατούντα με σοφίαν και τάξιν πάσαν κτίσιν, και ο οποίος όχι κατά την ουσίαν, αλλά μόνον κατά την δύναμιν κατανοείται, και ο οποίος ευφραίνεται και επαναπαύεται εις τους έχοντας αρετήν και καρδίαν καθαράν και εις τους τοιουτοτρόπως καθαρώς και εναρέτως ζώντας αγαπά να εμφανίζηται δια την ιδικήν του χάριν και αγαθότητα· δι’ αυτού δε «Βασιλείς βασιλεύουσι και τύραννοι κρατούσι γης». Ταύτα αφόβως και με χάριν και τάξιν αι Παρθένοι αποκριθείσαι, ο άρχων βλέψας κατά πρόσωπον αυτών, εθαύμασε δια την σεμνήν παράστασίν των και το νουνεχές τών αποκρίσεων· δια τούτο και επί πολλήν ώραν ίστατο σιωπών και θαυμάζων. Μετά παρέλευσιν πολλής ώρας όμως επιφέρει προς αυτάς και δευτέραν ερώτησιν λέγων· «Ποία είναι τα ονόματα και ποία η πατρίς υμών»; Αι δε Παρθένοι απεκρίθησαν ειπούσαι· «Πρώτον μεν από του ονόματος του Χριστού, Χριστιαναί ονομαζόμεθα· εάν δε και τα από του Αγίου Βαπτίσματος ονόματα πρέπει να προσθέσωμεν, άκουσον και αυτά· η μεν πρώτη Μηνοδώρα, η ετέρα Μητροδώρα, και η Τρίτη Νυμφοδώρα λεγόμεθα, πατρίδος δε καταγόμεθα εκ της επαρχίας της Βιθυνίας· εγεννήθημεν δε εκ του αυτού πατρός και υπό της αυτής μητρός ανετράφημεν, και υπό των ιδίων γονέων ηγαπήθημεν, και τους ιδίους γονείς ωνομάσαμεν (ήτοι είμεθα κατά σάρκα αδελφαί)· την ιδίαν δε κοινώς πολιτείαν ακολουθούμεν, και το αυτό φρόνημα έχομεν μέχρι τούδε, ευχόμεναι όπως και μέχρι τέλους έχωμεν αυτό». Την ελευθεροστομίαν, τον τρόπον και τους λόγους των Αγίων καθ’ εαυτόν θαυμάσας ο άρχων, με πολλήν πονηρίαν ο δεινός εδοκίμαζε να υποσκελίση τας Παρθένους· δι’ ο και έλεγε προς αυτάς· «Μη θελήσετε, ω φίλαι κόραι, δι’ εκείνα τα οποία οι θεοί παρέσχον εις απόλαυσίν σας αγαθά να φανήτε αχάριστοι ποιούσαι αυτά άχρηστα, προτιμώσαι τα αβέβαια· μάλιστα δε τιμήσατε αυτούς (τους θεούς), οικοδομούσαι επάνω εις αυτά και άλλα αγαθά έργα· και ούτω συμφωνείτε μετ’ εμού υποτασσόμεναι και θυσιάζουσαι κοινώς εις τους θεούς ως αδελφαί· μη χωρισθήτε απ’ αλλήλων δια την προς αυτούς εύνοιαν και το σέβας, και γίνητε αφορμή δια να ίδητε την (μη συμφωνούσαν) αδελφήν σας πικροτάτας τιμωρίας υπομένουσαν επάνω εις αυτό το άνθος της ηλικίας της. Αλλά καθώς εγώ λοιπόν σας συμβουλεύω τα πρέποντα και ωφέλιμα, τοιουτοτρόπως και σεις πρέπει να δεχθήτε τους λόγους μου, ωσάν να επέχω σήμερον την θέσιν του πατρός σας. Διότι εάν ούτω πράξητε, θα απολαύσητε της συμπαθείας του βασιλέως και της δόξης αυτού, αλλά και ευτυχίαν βίου και πλησμονήν παντός αγαθού, ένεκα των οποίων θα μακαρίζεσθε δικαίως εις τον αιώνα μένον το μνημόσυνόν σας. Εάν όμως δεν θελήσητε να μου ακούσητε, αλλοίμονον! αι σκληραί τιμωρίαι και αι βάσανοι θα αφανίσωσι το τρυφερόν και ανθηρόν της ηλικίας σας». Προς τους λόγους τούτους αποκριθείσα η Μηναδώρα είπεν· «Αλλ’ εις ημάς, ω άρχων, ούτε τα παρά σού υποσχόμενα αγαθά φαίνονται μεγάλα και άξια προσοχής, ούτε πάλιν αι απειλούμεναι τιμωρίαι και κολάσεις δύνανται να μας φοβίσωσι· διότι η απόλαυσις του πλούτου, της τρυφής, της δόξης και των άλλων γλυκέων του κόσμου τούτου, όσον έχουσι πρόσκαιρον την ηδονήν ενταύθα, τοσούτον έχουσι μόνιμον και αιώνιον την τιμωρίαν εις την μέλλουσαν ζωήν· αι δε τιμωρίαι και η του φθαρτού τούτου σώματος κακοπάθεια, ίσως μεν να μας λυπήσωσιν ενταύθα ολίγον και να μας προξενήσωσιν ολίγους πόνους, όμως θα γίνωσιν εις ημάς αύται πρόξενοι χαράς και ευφροσύνης μηδέποτε εχούσης τέλος· διότι το μεν ιδικόν σου κακόν είναι πρόσκαιρον, και το αγαθόν επίσης παρερχόμενον· του δε ιδικού μας Δεσπότου Χριστού καθώς τα λυπηρά δια την τούτου αθέτησιν και άρνησιν είναι αιώνια, τοιουτοτρόπως και τα ευφρόσυνα δια την υπέρ αυτού ομολογίαν και τον θάνατον είναι αιώνια και ατελεύτητα. Και τούτο όθεν, την μίαν γνώμην και την υπέρ Χριστού του Θεού ομολογίαν δηλαδή, θα φανώμεν ότι είμεθα περισσότερον αδελφαί κατά την ψυχήν ή κατά τα σώματα».  «Καθώς λοιπόν μία μητρική κοιλία ώδινε και εγέννησεν ημάς, ούτω και εις θάνατος, ο υπέρ της ευσεβείας, θα τελειώσει ημάς, και εις και ο αυτός ουράνιος θάλαμος θέλει μάς υποδεχθή. Και κατ’ αυτόν τον τρόπον δεν θα λυθή ο θεσμός και η φιλία της αδελφότητος ημών, ουδέ θα διαχωρισθώμεν απ’ αλλήλων, αλλά παντοτινήν και αιώνιον την αδελφότητα και την ένωσιν εις τον εαυτόν μας θα φυλάξωμεν, εάν παραστήσωμεν αδελφικόν το φρόνημα και το θέλημα εις τον πλάστην μας Θεόν, όστις μας έπλασεν αδελφάς κατά σάρκα. Αλλά, μη γένοιτο! Νυμφίε Χριστέ, να σε αρνηθώμεν έμπροσθεν των ανθρώπων, μηδέ λοιπόν και Συ αυτός αρνηθής ημάς έμπροσθεν του Πατρός σου τού εν τοις ουρανοίς. Ιδού ήκουσας την γνώμην ημών, ω δικαστά· βασάνιζε λοιπόν το σώμα τούτο, το οποίον φαίνεται εις σε ωραίον, και αφάνισον αυτό με τας μάστιγας· διότι ουδείς άλλος στολισμός δι’ αυτό είναι καλλίτερος, ούτε ο χρυσός, ούτε τα πολυτελή και ποικίλα ενδύματα δύνανται να κοσμήσωσι και στολίσωσιν αυτό, καθώς θα στολίσωσι τούτο αι ιδικαί σου πληγαί και αι παρά σού μάστιγες, τας οποίας ημείς από πολλού καιρού διψώμεν να υπομείνωμεν δια τον Χριστόν, και τας οποίας και τώρα ακόμη επιθυμούμεν». Ταύτα παρ’ ελπίδα ακούσας ο δικαστής, δεν ηδυνήθη να υποφέρη μετά πραότητος, αλλ’ αφήκε όλον τον θυμόν του κατά της παρθένου Μηνοδώρας· και αμέσως διατάσσει ίνα, γυμνώσαντες και δέσαντες αυτήν, ξέωσι το σώμα της τέσσαρες δήμιοι, και ο κήρυξ φωνάζη προς αυτήν λέγων· «Τίμα τους θεούς, λέγε καλούς λόγους και εγκωμίασον τον βασιλέα, και μη υβρίζης τους υπάρχοντας νόμους αυτού». Η δε Μάρτυς Μηνοδώρα, αν και δύο ολοκλήρους ώρας εξέετο εις το σώμα, το οποίον είχε γίνει όλον ως μία πληγή, εφαίνετο όμως ως να μη ησθάνετο κανένα πόνον εκ της πολλής της γενναιότητος, ούτε ανεστέναξεν, ούτε η ωραιότης του προσώπου της ήλλαξεν ή ωχρίασεν έστω και επ’ ελάχιστον· διότι όλον τον νουν, την καρδίαν και τα όμματα αυτής είχεν εστραμμένα προς τα μέλλοντα αγαθά, εκείνα μόνα βλέπουσα, και προς τας ελπίδας εκείνων είχε την ψυχήν προσηλωμένην. Ο δε ανόητος άρχων, μη δυνάμενος ούτε καν να ίδη τα τοιαύτα, επειδή ήτο τετυφλωμένος κατά τους ψυχικούς οφθαλμούς, και νομίζων ότι ένεκα των βασάνων θα έγινε μαλακωτέρα η Μάρτυς, παρεκάλει αυτήν ως και πρότερον ίνα θυσιάση εις τους θεούς. Η Αγία όμως μετά του αυτού θάρρους και της αυτής γενναιότητος απεκρίθη προς αυτόν· «Τι νομίζεις, ω μάταιε δικαστά, ότι το έργον τούτο της μεγάλης υπομονής εις τας βασάνους είναι ιδικόν μου; Ή δεν βλέπεις ότι όλον τον εαυτόν μου αφιέρωσα δια θυσίαν εις τον ιδικόν μου αληθινόν Θεόν; διότι ποία ωφέλεια εις το αίμα και το σώμα μου εφ’ όσον μετά θάνατον φθείρονται; («Τι ωφέλεια εν τω αίματί μου εν τω καταβαίνειν με εις διαφθοράν»; Ψαλμ. κθ΄). Δεν είναι προτιμότερον ίνα προλάβω και παραδώσω τούτο, δια του μαρτυρικού θανάτου, εις τον ιδικόν μου Νυμφίον Ιησούν Χριστόν»; Οι λόγοι ούτοι της Αγίας Μάρτυρος Μηνοδώρας, ώσπερ τις σπινθήρ πυρός έπεσον επάνω εις τον θυμόν του τυράννου και συγκαθέδρου του ηγεμόνος, ηρέθισαν δε αυτόν περισσότερον καιόμενον από τον θυμόν· δια τούτο και μετά περισσοτέρας μανίας ωπλίζετο κατά της ιεράς εκείνης ψυχής της Παρθένου και Μάρτυρος. Όθεν και προσέταξεν ούτος ίνα με ράβδους συντρίψωσι τα οστά της Μάρτυρος, η οποία και συντριβομένη ίστατο ακίνητος και μη καταπίπτουσα· διότι με τον ισχυρόν πόθον προς τον Νυμφίον της Χριστόν ήτο πανταχόθεν δεδεμένη και εστηριγμένη. Και μετ’ ολίγον αποτεινομένη προς αυτόν τον Νυμφίον της Ιησούν Χριστόν, τον οποίον έβλεπε νοερώς, εφώνησε με μεγάλην φωνήν· «Κύριε Ιησού Χριστέ, το εμόν αγαλλίασμα και ο ιδικός μου έρως, επί σε την ελπίδα μου καταφεύγω· δέξαι μου την ψυχήν». Και ευθύς μετ’ ειρήνης αφήκε το πνεύμα, και προς ον ηγάπα Νυμφίον μετά δόξης ανέρχεται, εστολισμένη δια των στιγμάτων των τραυμάτων και των πληγών, και ευμορφοτέρα παντός άνθους καλοχρωματισμένου και πολυχρώμου. Μετά παρέλευσιν τεσσάρων ημερών, σκεφθείς ωριμώτερον ο τύραννος τι να πράξη δια τας άλλας δύο αδελφάς, μήπως και υπ’ εκείνων νικηθείς καταισχυνθή, και προετοιμασθείς καλώς, φέρει επί του βήματός του την Μητροδώραν και Νυμφοδώραν· παρουσιάζει δε ο άθλιος έμπροσθεν και ρίπτει προ των ποδών αυτών το μαρτυρικόν σώμα της Αγίας Μηνοδώρας ολόγυμνον, άνευ του ελαχίστου περικαλύμματος, εξωγκωμένον υπό του δαρμού, έχον φανερά τα ίχνη εκ των μαστίγων και των πληγών εις όλα τα μέλη από κεφαλής έως ποδών, παράξενον θέαμα και τοιούτον, ώστε αδύνατον να μη φρίξη ο βλέπων αυτό. Τούτο δε εποίησεν ο ανόητος τύραννος, νομίζων ότι δια του θεάματος αυτού θα εκφοβίση τας Παρθένους, μήπως και αύται πάθωσι τα όμοια, ίνα πεισθώσιν εις το θέλημά του. Αλλά το μεν σώμα της Αγίας Μηνοδώρας τοιουτοτρόπως έκειτο ερριμμένον, και πάντες οι παριστάμενοι εκινούντο εις λύπην και δάκρυα και εις συμπάθειαν, εκτός της ψυχής του δικαστού της ασπλάγχνου και απανθρώπου σκληρυνομένης περισσότερον· τούτον δε όχι έλεος και συμπάθεια, αλλ’ η οργή και αγανάκτησις εκίνει. Αι Άγιαι όμως Μάρτυρες παρεκινούντο μεν υπό των αδελφικών σπλάγχνων ίνα δακρύσωσι, δεν επέτρεπεν όμως εις αυτάς η συνείδησις ίνα πράξωσι τούτο· διότι εγνώριζον καλώς ότι η αδελφή των είναι πλέον Μάρτυς και εις τον χορόν των Μαρτύρων, και ότι το τοιούτον θα συμβή και εις αυτάς τας ιδίας μετ’ ολίγον, και ότι θα παρευρεθώσι συντόμως προς συνάντησιν αυτής δια της μαρτυρικής τελειώσεως. Και ως να ευρίσκοντο εις τον νυμφικόν θάλαμον της αδελφής των, ούτως ήσαν λαμπραί εις την όψιν και πλήρεις γλυκύτητος, επειδή προέπεμπον αυτήν εις τους αφθάρτους εκείνους ουρανίους νυμφώνας, εκ των οποίων έσπευδον και αύται ίνα μη μείνωσιν έξω. Ο δε παράνομος δικαστής, αν και έβλεπε το γενναίον φρόνημα των Παρθένων και ότι αύται ουδόλως εφοβήθησαν εκ της θεωρίας του νεκρού σώματος της αδελφής των, εν τούτοις όμως δεν απηλπίσθη, αλλ’ εδοκίμαζεν ίνα μεταπείση αυτάς, και, κατά την παροιμίαν, εκίνει προς τούτο πάντα λίθον, άλλοτε μεν με απειλάς βασάνων δοκιμάζων να μετακινήση το στερεόν φρόνημά των, άλλοτε δε με υποσχέσεις αγαθών προσπαθών ίνα παραπλανήση αυτάς, λέγων· «Εάν, ω φίλαι κόραι, θυσιάσητε εις τους θεούς, θα γράψω αμέσως προς τον βασιλέα, ο οποίος θέλει σάς χαρίσει και χρήματα και άλλον πλούτον πολύν, αλλά και με άνδρας επιφανείς κατά την ευγένειαν και τα αξιώματα θέλει σάς συνάψει εις γάμον· και ούτω συμφώνως με το κάλλος και την ευμορφίαν σας θέλετε επιτύχει και τους νυμφίους και συζύγους σας». Και ταύτα μεν έλεγεν υποσχόμενος ο παράνομος δικαστής· αι δε Παρθένοι και όντως νύμφαι του Χριστού απεκρίθησαν εις αυτόν λέγουσαι· «Έως πότε δεν παύεις, άθλιε, με τον δήθεν ήμερον τρόπον σου ομιλών και τα εις τον εαυτόν σου εναντία; Και άλλοτε μεν ονομάζων ημάς αδελφάς της μακαρίας Μηνοδώρας, άλλοτε δε ως να είμεθα ξέναι και μηδεμίαν σχέσιν έχουσαι προς εκείνην, δοκιμάζεις ευκόλως να μας καθυποτάξης εις το θέλημά σου; Εάν λοιπόν πιστεύης πράγματι, ότι είμεθα αδελφαί κατά σάρκα, γνώριζε ότι είμεθα πολύ περισσότερον αδελφαί και εις την καλήν ταύτην υπέρ της πίστεως ομολογίαν και την υπέρ της ευσεβείας αντίστασιν, και μη νομίζης ότι θα εύρης εις ημάς τίποτε το δειλόν, το οποίον να φανερώνη ότι δεν είμεθα γνήσιαι αδελφαί Εκείνης, μηδέ γνώσιοι κλάδοι και τέκνα της ευγενούς ρίζης εκείνης και μητρός εκ της οποίας και αι τρεις εγεννήθημεν. Εάν λοιπόν θέλης να μάθης περί ημών οποίαι θα είμεθα κατά την υπέρ της πίστεως αντίστασιν και ομολογίαν, μάνθανε ακριβώς από την προλαβόντως μαρτυρήσασαν μακαρίαν αδελφήν μας· διότι εάν εκείνη, και χωρίς τινος προηγουμένου παραδείγματος, τοιαύτη εφάνη κατά την ανδρείαν και αρετήν, τι πρέπει να πράξωμεν ημείς προς τοιούτον παράδειγμα, την αδελφήν μας βλέπουσαι; Ή δεν βλέπεις ότι πως, αν και νεκρά κειμένη, μάς παρακινεί εις την ευσέβειαν, και την αδελφικήν σχέσιν και συγγένειαν μάς υπενθυμίζει, και προς τον όμοιον ζήλον μάς ενθαρρύνει με το ιδικόν της παράδειγμα της αθλήσεως, κατά το οποίον, γνώριζε, ότι δεν θα φανώμεν ημείς κατώτεραι, ουδέ θέλομεν ατιμάσει την εκείνης ευγένειαν· διότι εάν εν τοιούτον (ο μη γένοιτο ποτέ!) πράξωμεν, και προδώσωμεν την ευσέβειαν, θα αποδείξωμεν ότι ψευδόμεθα λέγουσαι ότι έχομεν τους ιδίους γονείς και ότι είμεθα κατά σάρκα αδελφαί της προκειμένης νεκράς καλλινίκου Παρθένου και Μάρτυρος. Ας χαθή λοιπόν τοιούτος πλούτος, ας αφανισθή τοιαύτη δόξα, τα οποία είναι μόνον πρόσκαιρα εδώ εις την γην, και πάλιν εις την γην χάνονται· ερρέτωσαν (ας πάνε να χαθούν) οι φθαρτοί μνηστήρες, διότι ημείς έχομεν τον ιδικόν μας άφθαρτον Νυμφίον Χριστόν τον Θεόν ημών, τον οποίον σφόδρα αγαπώμεν, και προς τον οποίον ως μόνην προίκα δίδομεν τον υπέρ αυτού θάνατον, ίνα λάβωμεν παρ’ αυτού τας ιεράς παστάδας και τους αιωνίους νυμφικούς θαλάμους και παρ’ αυτώ λαμπρώς και αιωνίως συμβασιλεύσωμεν». Ταύτα ακούσας ο δικαστής και γνωρίσας ότι ματαίως κοπιάζει δοκιμάζων να πλανήση τας Παρθένους, και βράζων από τον θυμόν του, παραδίδει την δευτέραν εκ των αδελφών Μητροδώραν εις τας βασάνους. Κρεμάται λοιπόν επάνω εις ξύλον η γενναία Μάρτυς του Χριστού και με ανημμένας λαμπάδας πυρός κατακαίουσιν αυτήν πανταχόθεν· δύο ολοκλήρους ώρας εις την σκληράν ταύτην βάσανον προσκαρτερήσασα και μηδόλως δείξασα σημείον δειλίας, μόνον προς τον ουράνιον εραστήν της Ιησούν Χριστόν προσηύχετο, και την παρ’ αυτού βοήθειαν εζήτει να λάβη. Αλλά και ούτω πάσχουσα, δεν έπαυεν όμως χλευάζουσα και κατηγορούσα την ειδωλικήν πλάνην, και αποδεικνύουσα αυτήν, όπως και αληθώς είναι, αξία αισχύνης και γέλωτος. Όθεν καταβιβάσας ο τύραννος από του ξύλου την γενναίαν Μάρτυρα, έθηκε βαρέα σίδηρα επάνω εις το σώμα της, το οποίον συνθλίβεται και κατασπώνται τα οστά από το βάρος. Εκείνη δε βλέπουσα ότι την εγκατέλειψαν αι σωματικαί δυνάμεις και ότι προσεγγίζει προς τον θάνατον, προσηύχετο νοερώς προς τον ηγαπημένον της Νυμφίον Ιησούν Χριστόν, επειδή και δια του θανάτου επλησίαζε προς Αυτόν, όστις και τον Νυμφώνα είχε δι’ αυτήν προπαρασκευάσει· είτα δε και την ψυχήν παραδίδει εις χείρας των Αγγέλων, και όλη μεταβαίνει προς τον ποθούμενόν της Χριστόν. Μετά την τελείωσιν και της Αγίας Μητροδώρας, ο παράνομος άρχων εκείνος, μη δυνάμενος να υποφέρη την μεγίστην εντροπήν, την οποίαν έλαβεν εκ της γενναιότητος και της υπομονής των Μαρτύρων, εθλίβετο καθ’ υπερβολήν· είχεν όμως μίαν μικράν παρηγορίαν, υπολαμβάνων ότι ίσως ήθελε παρασύρει εις την πλάνην του την τρίτην και νεωτέραν αδελφήν Νυμφοδώραν, την οποίαν και παρέστησεν επί του βήματός του, αναισχύντως τον πράον και ιλαρόν υποκρινόμενος ο θηριώδης κατά την γνώμην και λυκοκάρδιος. Όθεν και λέγει προς αυτήν· «Υπάκουσόν μου τουλάχιστον συ, ω καλή νεάνις, την οποίαν εγώ περισσότερον από τας άλλας αγαπώ, και το οποίον οι θεοί γνωρίζουσι, ότι και το κάλλος σου θαυμάζω και επαινώ, και την ηλικίαν σου λυπούμαι· υπάκουσον εις εμέ, ο οποίος ως τέκνον μου γνήσιον σε αγαπώ, και προσελθούσα (μήπως είναι τούτο βαρύ ή δύσκολον πράγμα;) προσκύνησον μόνον εις τους θεούς, και αμέσως μεγίστην χάριν θα σοι γνωρίση ο βασιλεύς, και θα σοι δώση πολλά χρήματα και τιμάς, αλλά το σπουδαιότερον και μεγαλύτερον θα σε αξιώση παρρησίας και σχέσεως προς εαυτόν. Εάν όμως δεν μου υπακούσης εις ταύτα όπου πατρικώς σε συμβουλεύω, οίμοι! Και συ κακώς θα απολεσθής, και δεν θα ωφεληθής τίποτε εκ της πικράς αυτής τελευτής, καθώς δεν ωφελήθησαν τίποτε και αι προαποθανούσαι αδελφαί σου». Ταύτα του άρχοντος ειπόντος προς την Αγίαν Νυμφοδώραν, ακόμη και φρονιμωτέραν και γνωστικωτέραν από τας άλλας ονομάσαντος αυτήν, εκείνη δια μεν τους άλλους ανοήτους λόγους και τας φλυαρίας του ουδόλως εφρόντισε· λαβούσα δε ως στόχον μόνον την λέξιν «φρόνιμον» απεκρίθη λέγουσα· «Δεν αισχύνεσαι, ταλαίπωρε, και δεν ερυθριάς από την εντροπήν να με ονομάζης φρόνιμον, και ύστερον να με συμβουλεύης να εγκαταλείψω τον αληθινόν Θεόν και να προσέλθω εις τους ιδικούς σου δαίμονας; Και δεν είναι τούτο η μεγαλυτέρα ανοησία και διαφθορά φρενών (φρενοληψία), να απομακρυνθώ από τον κοινόν Δεσπότην και Δημιουργόν των όλων Θεόν, και να ακολουθήσω προσκυνούσα είδωλα έργα χειρών ανθρώπων στερούμενα αισθήσεως και φρενών, θεωρούσα αυτά ίσα με τον αληθινόν Θεόν; Και τι να ελπίσω από αυτά; Και τι κέρδος θα έχω; Ειπέ εις εμέ και δέχομαι. Ειπέ και δείξον εις εμέ τι καλόν απήλαυσας συ από την προς αυτά (τα είδωλα) πίστιν σου, και τότε πείθομαι εις τους λόγους σου. Αλλά δεν έχεις να είπης ή να παρουσιάσης τοιούτον τι· διότι κατά αλήθειαν «τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων· όμοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες και τιμώντες αυτά», ως είπεν ο ιδικός μας Προφήτης Δαβίδ. Επομένως, ω δικαστά, μη ελπίζης να απολαύσης παρ’ εμού εκείνο το οποίον επιθυμείς. Ιδού λοιπόν εις την διάθεσίν σου είναι αι σάρκες μου έτοιμοι να πάθωσι δια τον Χριστόν με περισσοτέραν προθυμίαν, παρά όσην έχεις συ δια να κολάζης ημάς». Μη έχων λοιπόν ο μιαρός άρχων τι να πράξη πλέον, μηδέ άλλην ελπίδα, επειδή πανταχόθεν απεκρούσθη υπό της Μάρτυρος, προστάσσει ίνα και ταύτην κρεμάσωσιν επί του ξύλου και να ζέωσι με σιδηρούς όνυχας· πλην όμως αύτη η μακαρία, καίτοι δεινώς τιμωρουμένη, ουδεμίαν φωνήν, ουδένα στεναγμόν άφησε· φανερά δε ήτο συνομιλούσα με τον Θεόν δια της προσευχής· και τούτο εφανέρωνον τα χείλη αυτής κινούμενα και οι οφθαλμοί αυτής όντες προς τον ουρανόν υψωμένοι. Ο δε ανόητος εκείνος δικαστής πάλιν έλεγε λόγους προς αυτήν δια του κήρυκος, ίνα θυσιάση εις τους θεούς δια να απαλλαγή από τα βάσανα· αλλ’ η Μάρτυς απεκρίνατο· «Εθυσίασα εγώ τον εαυτόν μου εις τον Κύριον, δια τον οποίον και το να πάθω μού είναι ηδονή και γλυκύτης, και το να αποθάνω δι’ Αυτόν κέρδος μέγιστον». Ταύτα δε περισσότερον ήναψαν τον θυμόν του τυράννου· δια τούτο με σιδηρούς μοχλούς συνέσφιξε και συνέτριψε τα οστά της. Αλλ’ ο Θεός, όστις ενίσχυε και τας άλλας αδελφάς εις τας βασάνους, αυτός ομοίως, φροντίζων και δια την Αγίαν Νυμφοδώραν, ενεδυνάμωνεν αυτήν εις την σκληράν βάσανον· είτα και προς τον εαυτόν του προσκαλεί την Παρθένον, η οποία τοιουτοτρόπως με γλυκύτητα παραδίδει εις τους κόλπους τού εαυτής εραστού και Νυμφίου Ιησού Χριστού την μακαρίαν της ψυχήν συναριθμηθείσα εις τον χορόν των προαθλησασών αυταδέλφων αυτής Μηνοδώρας και Μητροδώρας. Ο άδικος λοιπόν και παράνομος εκείνος δικαστής, βράζοντα έχων ακόμη τον θυμόν, και τούτον σύμμαχον παραλαβών, εκστρατεύει και εναντίον αυτών των μαρτυρικών λειψάνων· ανάψας όθεν μεγάλην κάμινον και ταύτην κάψας αρκετά με επιτηδείαν ύλην, έρριψεν εις το μέσον αυτής τα μαρτυρικά σώματα. Όμως ο των ψυχών εραστής Θεός ουδέ τα σώματα παρέβλεψεν· αλλά βρονταί και αστραπαί εξαίφνης γενόμεναι, προσλαμβάνουσι το πυρ της καμίνου, και αυτόν τον δικαστήν και τους πολυπληθείς υπηρέτας αυτού κατέκαυσαν, κάρβουνα και στάκτην ποιήσασαι τούτους· και τούτο ήτο προοίμνιον της ατελευτήτου γεέννης και κολάσεως δια την οποίαν και μόνην εκείνοι, ένεκα της κακής των προαιρέσεως, ήσαν άξιοι· βροχή δε ραγδαία πεσούσα άνωθεν αμέσως έσβησε την κάμινον και τοιουτοτρόπως οι ευσεβείς Χριστιανοί ευρόντες ευκαιρίαν μετά πολλού πόθου έλαβον εκείθεν τα παρθενικά λείψανα, και μεγαλοπρεπώς στολίσαντες, έθαψαν αυτά ενδόξως εκεί εις τον τόπον της τελειώσεως αυτών, του Θεού και ενταύθα θαυματουργήσαντος· όπως δηλαδή εκείνας τας οποίας μία μητρική γαστήρ εκοιλοπόνησε και εγέννησε, ταύτας και εις τάφος εδέχθη προς κατοικίαν μέχρι της κοινής αναστάσεως· και εκείνων των οποίων αι ψυχαί ένα νυμφικόν θάλαμον εκληρονόμησαν εις κατοικίαν, τούτων μηδέ η αναίσθητος κόνις των σωμάτων εχωρίσθη. Αλλά καθώς ήσαν αδελφαί εις την ζωήν ταύτην, ούτω να είναι αδελφαί και εις τον ουρανόν, αδελφαί και εις την γην μετά θάνατον να φαίνωνται προς πάντας. Έκτισαν δε οι ευσεβείς Χριστιανοί επάνω εις τον τάφον τών Αγίων Μαρτύρων μεγαλοπρεπή Εκκλησίαν σωζομένην μέχρι σήμερον, ως ποταμός ανεξάντλητος προχέουσαν τα θαύματα. Ας ακούσωσι ταύτα πάντα αι αδελφαί και αι παρθένοι και όσαι είσθε εις τον του γάλου ζυγόν· και αι μεν αδελφαί και παρθένοι τοιουτοτρόπως ας αγαπώσιν αλλήλας· αι δε υπό τον ζυγόν του γάλου ας μη κατηγορώσιν εαυτάς μηδέ να απελπίζωνται, διότι ηνοίχθη και εις τας γυναίκας η θύρα του Μαρτυρίου· Όλαι λοιπόν ας καταφρονήσωσι τα πάντα και τον θάνατον ακόμη δια τον Χριστόν, ίνα απολαύσωσι παρά της αυτού φιλανθρωπίας και χρηστότητος πάντων των αγαθών· ων γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί άμα τω Αγίω Πνεύματι, δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Μνήμη της Αγίας και ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Μνήμη της Αγίας και ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ των Αγίων Διακοσίων Πατέρων, των επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού εν Εφέσω συναχθέντων και καθελόντων τον δυσσεβή Νεστόριον.         

Η Αγία αύτη Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος συνεκροτήθη κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει από Χριστού υλα΄ (431) εναντίον του Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, όστις ήτο ανθρωπολάτρης και ασεβής, διαιρών εις δύο τον ένα Χριστόν. Ούτος έλεγεν ότι ο Χριστός είναι ψιλός άνθρωπος και όχι Θεός σεσαρκωμένος. 

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

O Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ του Ομολογητού, του προ του Διοκλητιανού ασκήσαντος.                                   

Θεοφάνης ο Όσιος πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους Κάρου και Καρίνου των βασιλέων εν έτει σπγ΄ (283) και εγεννήθη από γονείς Έλληνας, επίστευσε δε εις τον Χριστόν με τον ακόλουθον παράδοξον τρόπον. Ότε ήτο πολύ νέος κτά την ηλικίαν, ιδών παιδίον τι, το οποίον εκινδύνευε να αποθάνη από το ψύχος, εξεδύθη τα ιδικά του ενδύματα και ενέδυσε με αυτά το παιδίον. Επειδή δε ο πατήρ του ηρώτησεν αυτόν ειπών, «Που είναι, τέκνον μου, τα ιμάτιά σου»; Σοφώς ο Άγιος απεκρίθη· «Ενέδυσα με αυτά τον Χριστόν». Ο δε πατήρ του πάλιν ηρώτησεν αυτόν· «Και ποίος είναι ο Χριστός; ημείς οι Έλληνες τον Ερμήν και τον Απόλλωνα σεβόμεθα». Τότε ο Άγιος ηρνήθη τον πατέρα του ως ασεβή και Έλληνα· όθεν Άγγελος Κυρίου φανείς έλαβεν αυτόν και τον ανεβίβασεν επάνω εις το όρος το καλούμενον Διαβηνόν και παρέδωκεν αυτόν εις ένα Ασκητήν, όστις είχεν έτη εβδομήκοντα πέντε εν τη ασκήσει. Όθεν τούτον παραλαβών ο Ασκητής, τον εμαθήτευσεν ομού με την ασκητικήν πολιτείαν και τα ιερά γράμματα· ετρέφοντο δε και οι δύο, ό τε διδάσκαλος και ο μαθητής, υπό θείου Αγγέλου. Επειδή δε ο Ασκητής εκείνος μετά πέντε έτη απήλθε προς Κύριον, έμεινεν ο μαθητής Θεοφάνης, μεταχειριζόμενος την αυτήν του διδασκάλου του άσκησιν, και ούτω διεπέρασεν εν τη ασκήσει έτη πεντήκοντα οκτώ. Έπειτα οδηγηθείς υπό θείου Αγγέλου εξήλθε του σπηλαίου του, καθεζόμενος επάνω εις λέοντα, και περιπατήσας με αυτόν έως διάστημα εξήκοντα σταδίων, ήτοι επτά και ήμισυ μίλια, περιερχόμενος δε εκήρυττε πανταχού την εις Χριστόν πίστιν. Όθεν συνέλαβον αυτόν Κάρος και Καρίνος οι βασιλείς και έδωκαν εις το πρόσωπον αυτού ραπίσματα εκατόν· έπειτα βασανίσαντες αυτόν με διαφόρους τιμωρίας, είδον ότι με τα θαύματα, τα οποία έκαμνεν, επίστευον εις τον Χριστόν πολύ πλήθος Ελλήνων και εβαπτίζοντο υπ’ αυτού· δια τούτο καταισχυθέντες, τον αφήκαν να πολιτεύηται καθώς θέλει· ο δε Άγιος πάλιν ανέβη εις το σπήλαιον εκείνο, εις το οποίον ήτο πρότερον· και ζήσας ακόμη έτη δεκαεπτά, απήλθε προς Κύριον· όλα δε τα έτη της ασκήσεως αυτού ήσαν εβδομήκοντα πέντε. 

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Ο Άγιος Μάρτυς Σεβηριανός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΣΕΒΗΡΙΑΝΟΥ.                 
Σεβηριανός ο Άγιος Μάρτυς ήτο εις την Σεβάστειαν κατά το έτος τκ΄ (320) από Χριστού, ότε εβασίλευεν εις την Ανατολήν ο τελευταίος διώκτης των Χριστιανών Λικίνιος ο επ’ αδελφή γαμβρός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ο ομότροπος αυτού Λυσίας, ο πολύ γνωστός εκ των Μαρτυρικών ιστοριών δουξ, όστις υπήρχεν υπό την εξουσίαν αυτού. Ούτος ο Λυσίας πορευθείς εις την πόλιν της Μικράς Αρμενίας Σεβάστειαν δια τους Αγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρας, εβασάνισεν αυτούς και εθανάτωσε δια την εις τον Χριστόν πίστιν των. Είτα δε, ως έλαβε τέλος το Μαρτύριον εκείνων, τότε και τας περί του Αγίου τούτου Σεβηριανού πληροφορίας έλαβε ο Λυσίας, διότι ο Σεβηριανός ήτο περιβόητος εις την αρετήν, ανήκε δε εις το τάγμα των λεγομένων σενατόρων, δηλαδή των βασιλικών συμβούλων. Έμαθε λοιπόν ο Λυσίας δια τον Σεβηριανόν ότι ούτος όχι μόνον πρεσβεύει τα των Χριστιανών δόγματα, εξυβρίζων τους ψευδωνύμους θεούς του, αλλ’ ότι και πολλούς των Ελλήνων εξαπατά δήθεν, φέρων αυτούς εις την Χριστιανικήν πίστιν· ακόμη δε ότι και τους προ ολίγου θανατωθέντας Τεσσαράκοντα Μάρτυρας τους εις την του Χριστού πίστιν και ομολογίαν εγκαρτερήσαντας μέχρι θανάτου και αυτούς ούτος τόσον εστερέωσε και προς το μαρτύριον εφωδίασεν, ώστε αυτός ήτο αιτία του μαρτυρίου αυτών. Και προσέτι έμαθεν ο δουξ ότι αυτός ο Σεβηριανός, πλούσιος πολύ υπάρχων, ουδένα των ομοπίστων αυτού παραβλέπει δυστυχούντα, αλλά και εις τας φυλακάς πορευόμενος βοηθεί τους εκεί κεκλεισμένους εις όλα τα αναγκαία, και διδάσκει αυτούς ίνα ίστανται στερεοί εις την του Χριστού πίστιν, καταφρονούντες και υβρίζοντες τα βασιλικά προστάγματα. Ταύτα μαθών ο Λυσίας απέστειλε τους στρατιώτας μετά φοβερού προστάγματος, όπως μετά βίας μεγίστης φέρωσιν έμπροσθέν του τον Σεβηριανόν. Τι δε ο του Χριστού στρατιώτης εποίησε τούτο μαθών; Δραμών αυτόκλητος και φθάσας ερχομένους τους στρατιώτας, παρέστη εις τον ηγεμόνα και εννοήσας, ότι ήτο καιρός να παρουσιασθή ως Χριστιανός, λέγει προς αυτόν· «Δεν σε αρκεί η ιδική σου απώλεια, ταλαίπωρε, με το ξίφος το οποίον ακονίζεις κατά σου, αλλά και τας ψυχάς ημών των Χριστιανών θέλεις να απολέσης μετά σου και να παραδώσης ταύτας εις τους δαίμονας; Γνώρισον ότι δεν συνομιλείς μετά αγενών ουδέ μετά ολιγοψύχων, διότι εις εμέ, κατά τον εμόν διδάσκαλον Παύλον, ο Χριστός είναι η ζωή μου, και το να αποθάνω δι’ εκείνον κέρδος είναι μέγιστον δι’ εμέ». Δια τούτων των λόγων ο Αθλητής του Χριστού Σεβηριανός ευθύς τον πύργον του ασεβεστάτου Λυσίου έσεισεν· αφ’ ενός μεν διότι παρ’ ελπίδα παρέστη προς αυτόν μόνος, αφ’ ετέρου δε διότι επαρρησιάσθη μετά μεγάλης και γενναίας τόλμης· δια τούτο και εσιώπησεν εφ’ ικανήν ώραν. Είτα μετ’ οργής εμβλέψας εις τους παρεστώτας δημίους, και δια της χειρός του δείξας εις αυτούς τον Μάρτυρα, είπεν οργιζόμενος· «Τούτον τον αλιτήριον μαστιγώσατε ευθύς δι’ ωμών βουνεύρων, ίνα δια του τοιούτου τρόπου γνωρίση πόσον κακόν γίνεται εις αυτόν η άκαιρος και αναιδής αυτού παρρησία». Κατόπιν της προσταγής ταύτης μαστιγούμενος ο Μάρτυς, έχαιρεν ότι υπέρ Χριστού εβασανίζετο, και έψαλλεν ωςωδήν το ψαλμικόν εκείνο λόγιον, προς παρηγορίαν του επί τη θεωρία των πληγών αυτού λέγων· «Επί τον νώτον μου ετέκταινον οι αμαρτωλοί, εμάκρυναν την ανομίαν αυτών»· τον δε εκ των πληγών πόνον αυτού ο Άγιος μετέβαλεν εις ζήλον της προς Θεόν αγάπης. Βλέπων ο τύραννος τους δημίους τους δέροντας τον Μάρτυρα αποκαμόντας και απαυδήσαντας, αυτόν δε μαστιγούμενον χαίροντα, και πάσχοντα και βασανιζόμενον φαιδρότερον εις το πρόσωπον φαινόμενον, διέταξε να παύσωσι το μαστίγωμα· και προς το πραότερον μεταβαλών την γνώμην και τον λόγον, λέγει εις τον Μάρτυρα· «Εγώ ενόμιζον, ότι υπάρχεις ως στρατιώτης δειλός και άνανδρος, και ότι δια της πείρας των βασάνων θα φοβηθής και θα αλλάξης την γνώμην σου· αλλά συ υπάρχεις ανδρείος και γενναίος και προς τας τιμωρίας άφοβος. Όμως γνώρισον καλώς εκ των τοιούτων μαστίγων, ότι ο Χριστός σου, εις τον οποίον τόσον αδιστάκτως πιστεύεις, ουδενός καλού εις σε αίτιος εγένετο, αλλά μάλλον τιμωρίας πρόξενος». Προς ταύτα ο Άγιος Σεβηριανός, έτι ζήλον μεγαλύτερον λαβών, και τρόπον τινά ως ηκονισμένην δια της των βασάνων πείρας την γλώσσαν αυτού ποιησάμενος, λέγει εις τον άρχοντα· «Εάν δεν ήσαν της ψυχής σου τα όμματα εζοφωμένα υπό του σκότους της ασεβείας, βεβαίως ήθελον σού παραστήσει πόσων αγαθών πρόξενος εγένετο εις εμέ η παρά σού βάσανος αύτη. Αλλ’ επειδή υπάρχεις εσκοτισμένος υπό της ασεβείας, είναι περιττόν εις εμέ και ανωφελές ίνα δείξω το φως εις τυφλόν, και ομιλήσω εις κωφόν· διότι, ω δικαστά, εάν δεν ήσο τυφλός, θα έβλεπες και θα εγνώριζες την δύναμιν του Χριστού και την χάριν την ισχύουσαν και ενδυναμούσάν με. Δύναται άραγε ο άνθρωπος να υπομείνη τοιαύτα και τοσαύτα βάσανα χωρίς της του Χριστού χάριτος και δυνάμεως; Εάν δε και ούτω φρονής, ώστε και τα αναφανδόν γενόμενα ενώπιόν σου να μη δύνασαι να γνωρίσης ή να ιδής, είναι φανερόν ότι πάντα σου κωφά και τυφλά είναι και όμοια με τους θεούς σου». Ως έπαυσεν ο Άγιος λέγων ταύτα, μεγάλως γελάσας ο τύραννος, λέγει προς τον Μάρτυρα· «Πολύ μακράν απέχω εγώ από του να ακούσω τους λόγους σου και να καταπεισθώ· εγώ μάλιστα προσπαθώ, ίνα σε φέρω εις το καλλίτερον δια των τοιούτων βασάνων και να μεταβάλω την γνώμην σου». Και ο Μάρτυς πάλιν λέγει· «Εκ των λόγων σου τούτων αποδεικνύεται εις πόσην μεγάλην ανοησίαν ευρίσκεσαι· πλην επειδή εις τας βασάνους έχεις το θάρρος σου, και δι’ αυτών νομίζεις ότι θα μεταβάλης την γνώμην μου, ιδού έμπροσθέν σου είμαι, ιδού και οι δήμιοι παρόντες, και εγώ αυτοθελήτως επαρρησιάσθην· και κατά τον δίκαιον Ιώβ «δια την νάγκην του πνεύματός μου ου φείσομαι τω στόματί μου, λαλήσω εν ανάγκη αν ανοίξω πικρίαν ψυχής μου συνεχόμενος» και τότε θέλεις με ίδει στερεώτερον παντός ανδριάντος, και ανώτερον των παθών της ανθρωπίνης φύσεως· και αύτη η χάρις δεν είναι ιδική μου, αλλά του Θεού μου, όστις με ενεδυνάμωσε και θέλει με ενδυναμώσει· ότι προς Αυτόν την ελπίδα ανέθηκα, παρά του οποίου και η βοήθεια ταχέως μού δίδεται». Τούτους τους λόγους ο Λυσίας ακούσας, λέγει προς τον Μάρτυρα· «Τραχύς και αυθάδης διδάσκαλος εφάνης προς ημάς, ώστε ουχί μόνον καθ’ ημών πολλά φλυαρείς, αλλά και κατά των θεών πολλά λέγεις υπερηφανευόμενος· διότι τοιαύτα πράττων, δεν έχεις βέβαια εις τον νουν σου ότι μετά εξουσιαστού ομιλείς του κατεξουσιάζοντός σου της κεφαλής, και ότι ανήρ υπάρχει ούτος επί κεφαλής των πολλών συναριθμούμενος εις τα στρατιωτικά τάγματα». Απεκρίθη ο Άγιος προς ταύτα λέγων· «Ουχί ότι αγνοών ταύτα προς σε λέγω, αλλά το προς Χριστόν σέβας με θαρρύνει και την παρρησίαν μού δίδει· πολύ δε λυπούμαι, ότι δεν κρίνεις συνετώς και απαθώς τα περί ημών. Διότι εάν, ω Λυσία, εγνώριζες την δύναμιν του Παντοδυνάμου Θεού, ταχέως ήθελες καταφρονήσει τους ψευδωνύμους θεούς. Δια ποίον δε πράγμα μεγαλοφρονείς; Διότι είσαι εξουσιαστής; Βεβαίως τούτο και εγώ δεν αρνούμαι· αλλ’ επειδή και άνθρωπος θνητός υπάρχεις και εις φθοράν υποκείμενος, εξουσιάζεις ημών μόνον κατά το σώμα, καθώς με διδάσκουσι τα θεία του ιερού Ευαγγελίου λόγια· «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχή μη δυναμένων αποκτείναι· φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη», ήτις γέεννα θα δεχθή και σε τον αμέτρως υπερηφανευόμενον, ένθα θα κολάζεσαι αιωνίως ομού με τους θεούς σου και τους δαίμονας». Εις τούτους τους λόγους του Αγίου ο Λυσίας περισσότερον οργισθείς, διέταξε να τανύσωσι τον Άγιον εις το τιμωρητικόν ξύλον και να καταξεσχίζωσι το σώμα αυτού με σιδηρούς όνυχας. Ως δε ο Άγιος ησθάνθη δριμυτέραν την βάσανον (διότι η Χάρις του Θεού οικονομικώς αφήκεν αυτόν να πονέση ολίγον δια περισσότερον μισθόν) ανεβόησε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο μόνος ποιών εξ αιώνος θαυμάσια, ο επί Σταυρού κρεμασθείς και τον υπερήφανον εχθρόν καταβαλών, ο μέχρι και νυν δια τα παράδοξα έργα σου μεγαλυνόμενος, ελθέ και σώσόν με, και σύντριψον τον βραχίον του αμαρτωλού και πονηρού· τα δε λελυμένα μου άρθρα σύσφιγξον, Αγαθέ, και δος μοι δύναμιν να διανύσω τον αγώνα τούτον του μαρτυρίου· λύσον δε και την επικειμένην επί παντός του ποιμνίου σου σκοτόμαιναν». Και ταύτα μεν ο Μάρτυς κρεμάμενος ηύχετο· ο δε τύραννος, δριμυτέρας κατ’ αυτού ετεχνεύετο τας οδύνας δια των δημίων. Αλλά βλέπων τον Μάρτυρα χαίροντα εις τας βασάνους περισσότερον ή εις τας τρυφάς, αφήσας τας τιμωρίας, προσέταξε να φυλακίσωσιν αυτόν. Πορευόμενος εις την φυλακήν ο Άγιος, διέβαινε δια μέσου της πόλεως· και σεμνυνόμενος εις τας πληγάς του εβόα προς τους ορώντας· «Όσοι βλέπετε τας πληγάς των Αθλητών του Χριστού, εννοείτε και τας δι’ αυτούς προητοιμασμένας αμοιβάς και βραβεία· καθότι ούτε νους δύναται να χωρήση ούτε λόγος να είπη όσα αγαθά ανταποδίδει ο αθάνατος Βασιλεύς εις τους υπέρ αυτού πάσχοντας και εις την παρούσαν ζωήν και μετά θάνατον εις τους ουρανούς· και αυτό δε το να πάσχη τις υπέρ αυτού είναι γλυκύ· το δε και υπέρ αυτού να αποθάνη είναι ό,τι και Αυτός υπέρ ημών έπαθε και απέθανε κατά το ανθρώπινον». Ούτως όθεν ο Μάρτυς εδίδασκε τον λαόν πορευόμενος, έως ου ήλθεν εις την φυλακήν. Μετά δε πέντε ημέρας πάλιν παρέστησε τον Μάρτυρα έμπροσθέν του ο Λυσίας, όστις προσποιούμενος πραότητα, εμηχανάτο να μεταβάλη τον της ευσεβείας Αθλητήν· δι’ ο και λέγει· «Μάρτυρές μου είναι άπαντες οι θεοί, Σεβηριανέ, ότι πολύ εκπλήττομαι και θαυμάζω, λέγων κατ’ εμαυτόν, δια ποίον άραγε λόγον ούτος ο άνθρωπος, αγαθός ων μεν τη θεωρία και ανδρείος, μαθηματικός δε και δια της δοκιμής των πραγμάτων έμπειρος, διατί, λέγω, προτιμά τον θάνατον μάλλον υπέρ τα ηδέα της παρούσης ζωής; Αληθώς επαινώ σου, ω Σεβηριανέ, την σταθερότητα, αλλά ταύτην σου την γενναιότητα κατά των εχθρών σου δείξον· το δε να παλαίης με τον σίδηρον, το πυρ και τους λίθους είναι ανοησίας βλαστός, ίνα μη είπω ότι και αυτής της μανίας χειρότερον. Ή δεν βλέπεις ότι ελύθη το σώμα σου και εφθάρη»; Δια τούτων των λόγων ο Λυσίας επεχείρει να παγιδεύση τον νουν του Μάρτυρος, όστις απεκρίθη προς τον τύραννον λέγων· «Μη προς τας κακοπαθούσας μου σάρκας απόβλεπε μόνον, τας οποίας εάν και συ δεν αναλώσης, θέλει αναλώσει πάντως ο θάνατος ερχόμενος ενωρίτερον ή βραδύτερον· η δε ιδική μου προαίρεσις και ελπίς υπάρχει βεβαία, την οποίαν ούτε αι απειλαί σου φοβίζουσιν, ούτε αι τιμωρίαι σου θα δυνηθούν ποτέ να μεταβάλουν· απεναντίας μάλιστα ενδυναμούσιν αυτήν υπέρ Χριστού πάσχουσαν και προθυμοτέραν ποιούσιν. Όθεν μη μάστιζε μόνον, αλλά και λίθαζέ με και καίε, και παν ό,τι βούλεσαι ποίησον εις εμέ· ιδού γαρ εχθρός συ υπάρχεις εις εμέ πάντων των εχθρών χαλεπώτερος, ότι αυτήν την ψυχήν μου επιχειρείς να αρπάσης και να με γυμνώσης εκ των της ευσεβείας όπλων, και να ποιήσης την ψυχήν μου δούλην και αιχμάλωτον εις τον διάβολον». Ταύτα ακούσας ο δουξ, το της επιεικείας προσωπείον ευθύς απορρίπτει και Λυσίας πάλιν μετά της συνήθους αυτώ λύσσης γνωρίζεται. Όθεν προστάσσει ίνα συντρίψωσι το στόμα του Αγίου δια λίθων· και τούτου γινομένου, οι δήμιοι έλεγον εις αυτόν κατά προσταγήν του άρχοντος· «Μάθε να μη αναφέρης εις το στόμα σου τον Εσταυρωμένον Ιησούν, μηδέ να λυπής δια της εκείνου μνήμης τας του δουκός ακοάς και πληροίς αυτάς πάσης αηδίας». Ο γενναίος όμως Μάρτυς του Χριστού Σεβηριανός, αν και ευρίσκετο εις τοιαύτας βασάνους, δεν έμενεν αναπολόγητος, αλλ’ έλεγεν εις τον άρχοντα· «Τω όντι, άθλιε, συ όστις την μιαράν σου ψυχήν κατοικητήριον των δαιμόνων εποίησας, δικαίως ουδέ δια μόνης της ακοής δύνασαι να υπομένης το του εμού Χριστού και Θεού όνομα». Προς ταύτα πάλιν απεκρίθη ο τύραννος· «Εγώ, Σεβηριανέ, επιθυμώ όπως σε σωφρονίσω, δια τούτο και μόνον σού έδωκα τας προλαβούσας βασάνους και τον της απολογίας καιρόν, και τα λοιπά άλλα πρέποντα σε συνεβούλευσα· αλλ’ επειδή συ περισσότερον προσπαθείς ίνα με νικήσης, εγώ θα σου αποδείξω δια των υστέρων βασάνων ότι, ουδέ δι’ αυτών, ουδέ δια των προτέρων μέλλεις να απολαύσης τιμής τινος και επαίνου παρά των ομοπίστων σου Χριστιανών, και δια της δοκιμής θα μάθης ότι ουδέ το παραμικρόν θέλει σε ωφελήσει ο Χριστός σου». Ο δε Μάρτυς, θείου Πνεύματος πλησθείς, κατά τον Απόστολον Παύλον, λέγει εις τον παράνομον δικαστήν· «Ημείς, ω δικαστά, δεν αποβλέπομεν εις τα βλεπόμενα πρόσκαιρα ταύτα αγαθά, αλλ’ εις τα μη βλεπόμενα αιώνια· μέλλει δε να έλθη συντόμως ο δυνάμενος να σώζη τους δια το όνομά Του το άγιον αγωνιζομένους, αποδεικνύων τας προς εμέ βασάνους σου κενάς και ματαίας, καθώς και τη αληθεία είναι». Τούτους τους λόγους του Μάρτυρος ακούσας ο τύραννος, στραφείς προς τους περιεστώτας είπεν· «Επειδή ο Σεβηριανός επιθυμεί ευχαρίστως τας αντιδόσεις των παρόντων κακών, κρεμάσατε αυτόν πάλιν επί του ξύλου και αφανίσατε τας πλευράς αυτού ξέοντες· δράμετε δε αρκετοί ίνα μη παύη η βάσανος, και ίνα χάριτος έχω απ’ αυτού, καθώς ούτος ούτω φρονεί». Ταύτα είπεν ο τύραννος χλευάζων τον Μάρτυρα· δήμιοι δε αρκετοί ακούσαντες το πρόσταγμα του άρχοντος, δραμόντες μετά προθυμίας εποίουν το προστασσόμενον. Ο δε Μάρτυς έλεγε· «Μίαν μόνην γνωρίζω επώδυνον πληγήν, τον από Χριστού χωρισμόν· αυτάς δε τας πληγάς, ηδονήν μάλλον λογίζομαι διότι ο διατεμνόμενος υπέρ Χριστού, με τον Χριστόν τον μόνον Θεόν συνάπτεται». Προς ταύτα ο μεν δουξ πάλιν έλεγε· «Θύσον εις τους θεούς, Σεβηριανέ, ίνα φύγης τα βάσανα»· ο δε Μάρτυς μηδέν των εκείνου λόγων φροντίζων, δεν έδωκεν απόκρισιν εις αυτόν, προς εαυτόν δε μόνον έλεγε· «Ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού, προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι ημίν». Την σιωπήν ταύτην του Αγίου Σεβηριανού ως περιφρόνησιν δι’ εαυτόν νομίσας ο τύραννος, καθώς και τη αληθεία ήτο, βαρύτερα κατ’ αυτού επενόησε βάσανα. Όθεν καταβιβάσας αυτόν από του ξύλου, ανεβίβασεν εις εν τείχος μέγα και υψηλόν· και δέσας εις αυτόν δύο μεγάλας πέτρας, την μεν μίαν εκ του τραχήλου, την δε ετέραν εκ των ποδών, είτα δε ζώσας δια σχοινίου από την μέσην, αφήκεν αυτόν ούτω κρεμάμενον από του τείχους, όπως εκ του βάρους των πετρών διασπασθώσι τα μέλη του σώματος αυτού, και ούτως αποθάνη βιαίως. Αλλ’ όντως· «Επί σοι, Κύριε, ήλπισεν ο δούλος σου και ου κατησχύνθη». Διότι η μεν διάπλασις των μελών αυτού εξήρχετο της ιδίας αρμονίας, και τα οστά εφαίνοντο γυμνωθέντα, η δε τούτου προαίρεσις ήτο όλως απαθής. Και ο μεν τύραννος εχλεύαζε τον Άγιον, λέγων· «Υπόμεινον, Σεβηριανέ, ότι παρά του Χριστού σου μεγαλύτερον μισθόν θέλεις λάβει»· ο δε Μάρτυς, καίτοι λιποθυμών και εις τας τελευταίας υπάρχων αναπνοάς, λέγει εις τον τύραννον· «Εάν εγνώριζες, άθλιε, ποία αγαθά μού προξενείς δια των τοιούτων βασάνων, ήθελες επιθυμήσει και συ τα τοιαύτα βάσανα». Θαυμάζων ο Λυσίας επί τη τοιαύτη του ανδρός υπομονή απεκρίνατο εις αυτόν ταύτα· «Εγώ ενόμιζον, ω Σεβηριανέ, ότι ιδιώτης υπήρχες και αγράμματος· και ότι καθό στρατιωτικός, τα περί του πολέμου μόνον πράγματα γυμναζόμενος γνωρίζεις· αλλ’ ως βλέπω, πολύς υπάρχεις κατά το λέγειν και κατά το ομιλείν ως ρητορικώτατος». Διακόψας δε ο Άγιος τον λόγον του δουκός, λέγει προς αυτόν· «Ο Θεός, τον οποίον εγώ πιστεύω, είναι παντοδύναμος· και εάν εις αυτόν προσδράμη ιδιώτης, ευθύς σοφός γίνεται· εάν δειλός, γίνεται ανδρείος, εάν μογυλάλος και βραδύγλωσσος, γίνεται καλλίφωνος και γλυκύλαλος». Ταύτα είπεν ο Μάρτυς και ολίγον διασείσας τας χείρας, ηυχήθη ούτως· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, ότι ενίσχυσάς με και έθου τόξον χαλκούν τους βραχίονάς μου και ερρύσω την ψυχήν μου από ασεβούς ρομφαίας, από εχθρών της χειρός σου, και από των επανισταμένων επ’ εμέ ύψωσάς με· και νυν εις τας αυλάς σου, Δέσποτα, και εις τα αγαθά του οίκου σου κατασκήνωσόν με, ένθα ευφραινομένων πάντων η κατοικία εν σοι». Ταύτην όθεν την ευχήν αναπέμψας ο μακάριος Σεβηριανός, ευθύς προς τον ποθούμενον Χριστόν απεδήμησε το πνεύμα του κατά την ενάτην του Σεπτεμβρίου μηνός εν έτει τκβ΄ (322). Τη επαύριον τινές των ευσεβών, εις τους οποίους ο Άγιος Μάρτυς Σεβηριανός είχε παραγγείλει τα περί της ταφής προ του μαρτυρικού του τέλους, επί το αυτό συνελθόντες, και το μαρτυρικόν εκείνο σώμα νεκροπρεπώς περιστείλαντες, και όσα εις αυτό χριστιανικός διατάττει νόμος επιτελέσαντες, παρέλαβον αυτό δια μέσης της νυκτός, και προς την πατρίδα αυτού μετεκόμιζον· φθάσαντες δε ούτοι εις εν χωρίον πλησίον της πόλεως, απέστειλαν εκείθεν είδησιν εις την πατρίδα αυτού, ότι έρχεται το λείψανον του Αγίου και ετοιμασθέντες να εξέλθωσιν εις προϋπάντησιν. Τούτου γενομένου, έκαστος εξήρχετο εις προϋπάντησιν, εξελθόντες όλοι ομού συν γυναιξί και τέκνοις, και ουδείς έμεινεν εις την οικίαν καν ασθενής, καν φύσει ακίνητος ήτο, αλλ’ έκαστος επροθυμοποιείτο ίνα προφθάση και λάβη πρώτος την ευλογίαν. Κατ’ αυτήν όθεν την ώραν, ότε εξήρχετο ο λαός εις προϋπάντησιν του αγίου λειψάνου, ενήργησεν ο Θεός εις τιμήν και δόξαν του Αγίου Μάρτυρος Σεβηριανού τοιούτον παράδοξον και γλυκύτατον θαύμα. Έτυχε τότε ίνα αποθάνη εις δούλος του Αγίου έχων γυναίκα, ήτις μη δυναμένη ένεκα του νεκρού, ίνα εξέλθη μετά των άλλων εις προϋπάντησιν του Αγίου, έκλαιε πικρώς και ελυπείτο δια τρία τινά: ότι τον σύζυγόν της νεκρόν είχε και έβλεπεν· ότι δεν είχε τον βοηθούντα, και ότι μόνη αυτή δεν εξήλθεν εις προϋπάντησιν του αγίου λειψάνου. Και επειδή δεν είχε τι να ποιήση, καθήσασα πλησίον του νεκρού, εκόπτετο, ανεστέναζεν, έκλαιε και ώσπερ ζώντα έλεγεν εις αυτόν· «Έγειραι, ω καλέ μου σύζυγε, έγειραι, ω άνθρωπε, ίνα υπαντήσωμεν και ημείς τον ημέτερον αυθέντην και κύριον, όστις έρχεται δια του αγίου αυτού λειψάνου· έγειραι, ίνα μη μόνον ημείς φανώμεν αμελείς μηδέ ράθυμοι και αχάριστοι». Αλλά και του χιτώνος αυτού βασταζομένη, και άλλα τινά τοιαύτα προσθέτουσα θλιβερά και παρακινητικά λόγια, συνωμίλει μετά του ανδρός αυτής ώσπερ ζώντος. Επειδή δε το μαρτυρικόν σώμα επλησίαζεν ενώ έλεγε ταύτα η γυνή, αίφνης, ω του θαύματος! ανέζησεν ο νεκρός, και ρίψας τα νεκροσάβανα αυτού, ενεδύθη τα πρώτα συνήθη ιμάτιά του, και περιζωσάμενος την οσφύν, εξήλθε δρομαίος και αυτός μετά της συζύγου του εις προϋπάντησιν του ιερού λειψάνου του δεσπότου αυτών και κυρίου. Όθεν δια το υπερβάλλον του τοιούτου παραδόξου θαύματος, ηννόησαν άπαντες την προς τον Θεόν μεγάλην παρρησίαν του Αγίου, και εις πάντων τας καρδίας ήναψεν ο προς αυτόν πόθος. Και δεν είναι δυσπαράδεκτον ή αμφίβολον το γεγονός· διότι εκείνοι οίτινες είδον αυτόν προ ολίγου αποθανόντα και περιέστειλαν αυτόν ως νεκρόν και τον τάφον ητοίμαζον, αυτοί οι ίδιοι είδον πάλιν αυτόν εν μέσω αυτών ζώντα. Ζήσας όθεν ο νεκραναστάς ούτος μετά ταύτα χρόνους πλέον των δεκαπέντε, μένων εν τω τάφω του Αγίου και εναρέτως πολιτευόμενος, απεβίωσε τελείως μετέπειτα. Μετά ταύτα εσκέπτοντο άπαντες οι συναθροισθέντες το που άρα να θάψωσι το μαρτυρικόν εκείνο σώμα· και επειδή η λύσις της απορίας ταύτης δεν ήτο εύκολος, δια τούτο εις την κρείττονα θείαν πρόνοιαν την ψήφον ανέθηκαν. Όθεν στέφανον εξ ανθέων πλέξαντες, έβαλον αυτόν επάνω του αγίου λειψάνου· παρευθύς δε αετός τις, ώσπερ υπό τινος πεμφθείς, εφάνη πετών επάνω του λειψάνου, όστις αετός, λαβών εκείνον τον στέφανον και κινών ησύχως τα πτερά, επέτετο αργώς φεύγων. Τούτο το θαύμα ιδόντες οι περί το λείψανον και νοήσαντες την αιτίαν, άραντες το άγιον λείψανον ηκολούθουν τον αετόν, ο δε αετός ως οδηγός αυτών έμπροσθεν πετόμενος επορεύετο, και προς το εκεί πλησίον δάσος γενόμενος, αφήκεν εις ένα τόπον του όρους τον στέφανον· είτα ταχύτερον πετών, έφυγεν εις τα ίδια. Τούτο το θαύμα βλέποντες εκείνοι, εγνώρισαν ότι ήτο εκ Θεού το σημείον τούτο και ελθόντες εις εκείνο το μέρος, ένθα τον στέφανον ο αετός αφήκεν, έθαψαν εκεί ευλαβώς το ιερόν του Αγίου λείψανον. Εις αυτόν δε τον τόπον πολύς είναι και μέχρι του νυν ο μέγας εν Μάρτυσι Σεβηριανός και μεγάλως ευφημείται δια τα θαυμάσια και τας ιάσεις όσας ενεργεί ο Θεός δι’ αυτού εις τους προσερχομένους μετά πίστεως. Διότι εις πάντα επικαλούμενον αυτόν προφθάνει ταχέως και προστάτης δείκνυται, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω η δόξα και το κράτος, συν Πατρί και Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.