Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2016

Tων Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟΥ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΟΥ. 

Μάξιμος ο Άγιος Μάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Άγιοι δαρέντες παρά των απίστων, δια την εις Χριστόν ομολογίαν και τα άκρα του σώματος αυτών κοπέντες, ερρίφθησαν μέσα εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν. Και τελευταίον τας κεφαλάς αυτών απετμήθησαν, και έλαβον ομού τους στεφάνους του μαρτυρίου. 

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Η Αγία Μάρτυς Αγαθόκλεια

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΓΑΘΟΚΛΕΙΑΣ, ήτις, πυρί τον τράχηλον φλεχθείσα, τελειούται.
                                                                                                    
Αγαθόκλεια η Αγία Μάρτυς του Χριστού ήτο δούλη Νικολάου τινός Χριστιανού· επειδή δε η γυνή αυτού ήτο άπιστος και ασεβής, δια τούτο πολλάς θλίψεις προυξένει εις την ευλογημένην Αγαθόκλειαν εν διαστήματι ετών ολοκλήρων οκτώ, με σκοπόν να την φέρη εις την ασέβειαν. Διότι άλλοτε εκτύπα αυτήν εις τον λαιμόν με πέτρας σκληράς και μεγάλας, άλλοτε εβίαζεν αυτήν με γυμνούς τους πόδας να τρέχη εις τόπους τραχείς και δυσβάτους, άλλοτε συνέτριβε τα πλευρά της με σιδηρούν σφυρίον και άλλοτε έκαιε την γλώσσαν της. Επειδή δε μεθ’ όλα αυτά δεν ηδυνήθη να την καταπείση, δια τούτο έβαλε πυρ επάνω εις τον τράχηλόν της και ούτως ηνάγκασε την μακαρίαν να χωρισθή από το σώμα και να απέλθη εις τα ουράνια. 

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Tων Αγίων ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ και ΑΓΑΠΗΣ, και της μητρός αυτών ΣΟΦΙΑΣ.

Τη ΙΖ΄ (17η) του αυτού μηνός μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Καλλινίκων Παρθένων ΠΙΣΤΕΩΣ, ΕΛΠΙΔΟΣ και ΑΓΑΠΗΣ, και της μητρός αυτών ΣΟΦΙΑΣ.                            

Σοφία η Αγία Μάρτυς και αι θυγατέρες αυτής Πίστις, Ελπίς και Αγάπη έζων εις την Ρώμην κατά τας ημέρας του δυσσεβούς αυτοκράτορος Ανδριανού, όστις εβασίλευεν εκεί, παραχωρήσει Θεού, κατά τα έτη ριζ΄ -  ρλη΄ (117 – 138). Oύτος, έχων ζήλον διάπυρον εις την λατρείαν των ειδώλων των ψευδωνύμων θεών, προσεπάθει να πείση τους Χριστιανούς, άλλους με κολακείας και άλλους με απειλάς, όπως θυσιάζωσιν εις τους δαίμονας. Η δε Σοφία ήτο γυνή ευσεβής εις την πίστιν, ευγενής εις το γένος, και εις την πολιτείαν σεμνή και σωφρονεστάτη, καταγομένη από μεγάλην τινά πόλιν της Ιταλίας· παραμείνασα δε χήρα εκ νεότητος είχε μεθ’ εαυτής τας τρεις θυγατέρας της, με τας οποίας έτυχεν εξ ανάγκης να υπάγουν εις την μεγαλόπολιν Ρώμην· διαμείνασα δε εκεί διήγε ζωήν ενάρετον, διδάσκουσα και τας θυγατέρας της να μιμώνται την μητέρα αυτών, στολίζουσαι τα ήθη των με τον φόβον του Κυρίου και τον πόθον της Βασιλείας των ουρανών. Προσείχε δε η μακαρία Σοφία, κατά το όνομα αυτών να συμφωνή και η πολιτεία· δια τούτο και εις τους λόγους και εις τα έργα της εφαίνετο της σοφίας ο καρπός, με τον οποίον ανέτρεφε και τα γεννήματα αυτής, ήτοι τας θυγατέρας, αι οποίαι ηύξανον με το κάλλος της ψυχής, δια μέσου του οποίου εδόθη εις αυτάς και η ωραιότης του σώματος. Τούτου ένεκεν έφθασεν η φήμη των μακαρίων εις το περισσότερον μέρος της πόλεως, και επαινούσαν τα χαρίσματα τα οποία είχον ψυχής τε και σώματος, και δια το ορθόδοξον σέβας, και δια την κοσμιότητα των ηθών, δι’ ων και τα σωματικά χαρίσματα ωραϊζονται. Δεν ηδυνήθη όμως ο πατήρ του φθόνου να βλέπη εις γυναικείαν ασθένειαν ανδρικά φρονήματα και γενναία επιυεύγματα, επιτελούμενα δια μέσου της χάριτος της αμωμήτου ημών πίστεως· όθεν υπεκίνησεν ο μιαρός τον επιστάτην της πόλεως, Αντίοχον ονόματι, ο οποίος και εφανέρωσεν εις τον βασιλέα την ευσέβειαν τούτων των αοιδίμων, και διέβαλεν αυτάς ως καταφρονητρίας των θεών και απειθείς εις τα βασιλικά προστάγματα. Ταύτα ακούσας ο Ανδριανός, ευθύς με θηριώδη θυμόν έστειλε να φέρουν εις το δικαστήριον αυτάς· αι οποίαι, καθώς ήκουσαν το πρόσταγμα του τυράννου, ητοιμάσθησαν μετά προθυμίας εις τον κατά Χριστόν αγώνα, έχουσαι μίαν και την αυτήν γνώμην και απόφασιν, καθώς και ένα φυτόν έχει την ρίζαν και τους κλώνους της αυτής φύσεως. Το φρόνημα της μητρός ευρίσκετο εις τα τέκνα και εκείναι πάλιν ως γνήσιαι αδελφαί δεν διέφερον η μία από την άλλην, καθώς απεδείχθη όταν ήλθον εις τους αγώνας. Επειδή δε παρεστάθησαν εις το δικαστικόν βήμα, θαρρούσαι εις εκείνον όστις ορίζει εις το ιερόν Ευαγγέλιον να μη φοβούμεθα από εκείνους όπου φονεύουν μόνον το σώμα, την δε ψυχήν δεν δύνανται να βλάψουν, και αρματωθείσαι με τον τύπον του ζωοποιού Σταυρού, ίσταντο μετά γενναίου φρονήματος και φαιδροτάτου προσώπου ενώπιον του δικαστού· ο οποίος βλέπων εν σύνολον σεμνόν και ευπρεπές, διότι η ευγένεια και ο στολισμός της ψυχής εφαίνετο από τον έξωθεν σχηματισμόν, και θαυμάσας, αφήκε την αυστηράν κρίσιν και εξέτασιν, ξεχωρίσας δε μόνον την μητέρα από τας θυγατέρας της, ήρχισε να λέγη προς αυτήν μετά πολλής ημερότητος· «Ω γύναι, βλέπω εις σε χαρίσματα αξιέπαινα της φύσεως και της γνώμης· ως εκ τούτου δεν είναι μικρόν αμάρτημα το να αθετή τις με μεγάλην τόλμην και να καταφρονή πατροπαράδοτον θρησκείαν, να μη υπολογίζη βασιλέων προστάγματα, καθώς και τώρα φαίνεται εις σε. Μίαν μεγαλόπολιν Ρώμην ετάραξες, και εμβήκεν ο κόσμος εις διχόνοιαν και μάχην· διδάσκεις παρρησία, ότι οι θεοί μας δεν είναι παντάπασι θεοί, αλλά μόνον ονόματα ξηρά χωρίς πράγματα και υποκείμενα. Αλλ’ όμως, ειπέ μοι την πατρίδα, το γένος, το όνομα και το σέβας σου». Η Σοφία ενδυναμωθείσα με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος απεκρίθη· «Η ιδική μου πατρίς είναι η Ιταλία, οι γεννήτορές μου εχρημάτισαν από τους πρώτους άρχοντας της χώρας, ονομάζομαι δε Σοφία· όμως επάνω εις όλα αυτά, σεμνύνομαι να ονομάζωμαι και πράγμα και όνομα Χριστιανή, δούλη Χριστού του αληθινού Θεού, εις τον οποίον από γεννήσεώς μου αφιερώθην και εις την Χάριν αυτού προσέφερον και τον καρπόν της εμής κοιλίας· η αιτία δε όπου μας έφερεν εις την Ρώμην είναι δια να ομολογήσωμεν παρρησία τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, Θεόν αληθινόν, δια τον οποίον είμεθα έτοιμαι να υπομείνωμεν πάσαν τιμωρίαν και βάσανον μέχρι θανάτου, να υποφέρωμεν πρόσκαιρα, δια να κερδήσωμεν τα ουράνια αγαθά της αιωνίου Βασιλείας». Ταύτα κούσς ο ασεβής δικαστής εθαύμασε το ελεύθερον και παρρησιαστικόν της αποκρίσεως, την σύνεσιν και σεμνότητα, και ως νικημένος από την απόκρισιν της μητρός, εστράφη προς την εξέτασιν των θυγατέρων αυτής· ευρών όμως και εις αυτάς το ίδιον θάρρος παρέδωκε ταύτας εις μίαν αρχόντισσαν συγκλητικήν, Παλλαδίαν ονόματι, δια να τας κατηχήση εις την ασέβειαν και μετά τρεις ημέρας να τας φέρη έμπροσθέν του εις εξέτασιν. Κατά το διάστημα των τριών τούτων ημερών δεν έπαυεν η ευλογημένη εκείνη μήτηρ να διδάσκη τας θυγατέρας της, λέγουσα προς αυτάς ταύτα· «Εγώ μεν, ω τέκνα μου ποθεινότατα, αφού σας εγέννησα κατά σάρκα, σας ανέθρεψα και κατά πνεύμα, σας εστόλισα με τα ιερά γράμματα, σας ώπλισα με νουθεσίας και εκπαίδευσιν αρετών, ως και με το παράδειγμα της ιδικής μου πολιτείας, δια να δύνασθε να αντεπεξέρχεσθε εις καιρόν πολέμου σατανικού. Ιδού τώρα ότι έστησεν ο διάβολος πόλεμον καθ’ ημών· όθεν τώρα θέλει φανή ο ωφέλιμος καρπός των ιδικών μου διδαχών. Προσέχετε, τέκνα μου, μήπως η πρόσκαιρος βάσανος δαμάση την πολυχρόνιον μελέτην της εις Χριστόν ομολογίας, μήποτε ήθελε νικήσει το ανίσχυρον ψεύδος την τα πάντα δυναμένην αλήθειαν». Και πάλιν συνεχίζουσα η Αγία έλεγεν· «Με κάμνει, τέκνα μου, να υποπτεύωμαι η νεότης της ηλικίας σας· όμως έχετε όλον το θάρρος σας εις τον Ιησούν Χριστόν, και αυτός θέλει σας βοηθεί με την εξ ύψους άμαχον αυτού δύναμιν. Χαρίσατε, τέκνα μου, δύναμιν εις το γήρας το ιδικόν μου, το οποίον με τους αγώνας τους ιδικούς σας θα αναλάβη από την χαράν δύναμιν νεανικήν. Αν φυλάξητε, τέκνα μου, έως τέλους ανίκητον την εις Χριστόν ομολογίαν, θέλετε στεφανωθή παρά της δεξιάς του Υψίστου με αμαράντους στεφάνους, απολαμβάνουσαι αιωνίως δόξαν και τρυφήν ανεκδιήγητον εις την επουράνιον αυτού Βασιλείαν. Μεγάλη φρόνησις και γνώσις είναι να ανταλλάξη τις τα μικρά του κόσμου τούτου πράγματα με τα μεγάλ, να δώση πρόσκαιρα και να λάβη αιώνια. Από όλα τα αγαθά του κόσμου πλέον μεγαλύτερον και τιμιώτερον αγαθόν είναι να εξαγοράση τις αντί ολίγου αίματος, το οποίον θα χύση δια τον Χριστόν, την Βασιλείαν αυτού την ουράνιον». Εις ταύτας τας μητρικάς νουθεσίας απεκρίθησαν τα ευλογημένα κοράσια· «Συ μεν , ω σεβασμία μήτερ, καθώς μας εστήριξας με τας καλάς σου νουθεσίας, ούτως ενδυνάμωσόν μας και με τας ιεράς σου ευχάς· ο δε Δεσπότης Χριστός, όστις παρήγγειλεν, ότι οπότε παρασταθήτε εμπρός εις τα κριτήρια των βασιλέων και των τυράννων, μη φροντίζητε ούτε να προμελετάτε πως ν’ απλογηθήτε, εκείνος θέλει μας δώσει σοφίαν, δια της οποίας να νικήσωμεν την ανόητον σοφίαν των Ελλήνων και δύναμιν δια να κατατροπώσωμεν των πεπλανημένων την ασέβειαν». Ότε δε παρήλθεν η προθεσμία των τριών ημερών, εφέρθησαν αι παρθένοι μόναι εις εξέτασιν έμπροσθεν του ηγεμόνος, ο οποίος, ως πεπονηρευμένος όπου ήτο, εσυλλογίσθη, ότι αι νεάνιδες ως απαλαί και αδύνατοι ευκόλως θέλουν καταπεισθή με κολακείας και υποσχέσεις να θυσιάσουν. Ήρχισεν όθεν ο ηγεμών και έλεγε προς αυτάς ταύτα· «Εγώ, τέκνα μου, βλέπων το τοιούτον κάλλος του προσώπου σας και τας άλλας χάριτας του σώματος, αίτινες αποστάζουσι γλυκύτητα, μάλιστα δε το ήθος και την ευγένειαν της ψυχής, νομίζω ότι τα τόσα σας χαρίσματα δεν είναι δώρα μόνον της φύσεως, αλλά και χάριτός τινος θεϊκής, δια να βλέπουν οι άνθρωποι και να θαυμάζουν την δύναμιν των μεγάλων θεών· δια τούτο και εγώ, δεικνύων εις σας αγάπην πατρικήν, σας παρακαλώ, ηγαπημέναι μου νεάνιδες, να μη αθετήσετε την πατρικήν μου συμβουλήν· και πρώτον μεν να συλλογισθήτε την γεροντικήν ηλικίαν της μητρός σας, η οποία, εάν σεις δεν καταπεισθήτε, είναι ανάγκη να βασανίζεται και αυτή ομού με σας. Έπειτα βάλετε εις τον νουν σας το άνθος της ηλικίας σας, λυπηθήτε την ισόθεον ωραιότητα, την οποίαν όσον θαυμάζω τώρα και επαινώ, τόσον έχω να βασανίσω και χωρίς να θέλω· κι όσον σεις φαίνεσθε απειθείς, τοσούτον εξάπτετε τον θυμόν μου περισσότερον· και ενώ τώρα έχετε τον καιρόν να χαίρετε, να ευτυχήτε και να απολαύσητε πλούτον και δόξαν και περιποίησιν βασιλικήν, εάν μου παρακούσητε, αλλοίμονον! έχετε να τα χάσητε όλα, έτι δε και αυτήν την ζωήν, και κάλλος και άνθος της ηλικίας σας, και με πικρότατα βάσανα να υπάγητε εις την απώλειαν». Και ταύτα μεν κολακεύων και απειλών εφλυάρει ο δικαστής· αι δε νύμφαι του Χριστού, τα τίμια βλαστήματα της Σοφίας, απεκρίθησαν μετά γενναίου φρονήματος, λέγουσαι· «ημείς, ω δικαστά, γνώριζε καλώς, ότι ούτε τα ταξίματά σου καταδεχόμεθα, ούτε τας απειλάς σου υπολογίζομεν· τα αιώνια αγαθά επιθυμούμεν, και ουράνιον Νυμφίον επιποθούμεν, τα δε ανθρώπινα αγαθά μισούμεν και αποστρεφόμεθα· δι’ αυτό δε το οποίον μας απειλείς, ότι έχεις να βασανίσης την μητέρα μας, δεν ηξεύρεις, ταλαίπωρε, πως χαροποιείς και ημάς και εκείνην περισσότερον; Διότι τι γλυκύτερον πράγμα είναι δια τους Χριστιανούς παρά να βασανίζωνται δια την αγάπην του Χριστού; Εάν δε και το να πάσχη τις μόνον δια την τιμήν του πλάστου και ποιητού του είναι τούτο δόξα και καύχημα, πόσω μάλλον ανώτερον είναι να γίνη και κληρονόμος της Βασιλείας των ουρανών και των αιωνίων αγαθών, και οποίαν δόξαν και τρυφήν θέλει απολαύσει τότε. Όθεν το να επιχειρής να μας υστερήσης από τοιαύτα αγαθά βέβαια και αληθινά, δια ψευδή και πρόσκαιρα, αυτό σημαίνει ότι είσαι μωρός και ανόητος. Μη απατάσαι λοιπόν, διότι ούτε κολακεύων θέλεις μας καταπείσει, ούτε απειλών θέλεις μας εκφοβίσει· τότε δε μόνον θέλεις μας λυπήσει, εάν, δια την νεότητα όπου έχομεν, δεν θέλεις μας βασανίσει σκληρότατα». Ταύτην την στερεάν γνώμην και γενναίαν απόφασιν βλέπων ο δικαστής, εσυλλογίσθη να διαχωρίση τας Αγίας την μίαν από την άλλην, και ούτω μίαν μίαν να τας φέρη εις εξέτασιν, νομίζων ότι ούτω θα τας λυπήση με την μόνωσιν και θα δυνηθή να νικήση. Και πρώτον καλέσας την μητέρα των ηρώτησε ταύτην δια την ηλικίαν των παρθένων και τα ονόματα· η δε απεκρίθη, ότι η μεν πρώτη είναι δώδεκα ετών και ονομάζεται Πίστις· η Δευτέρα είναι δέκα ετών και ονομάζεται Ελπίς και η Τρίτη είναι εννέα ετών και ονομάζεται Αγάπη. Έφερεν όθεν ο τύραννος την πρώτην έμπροσθέν του και την παρεκίνει να θυσιάση εις την μιαράν Αρτέμιδα. Η δε παρθένος δείξασα ότι το θάρρος, όπερ έχουν, είναι άνωθεν δεδομένον, απεκρίθη λέγουσα· «Ω της απάτης! Πως σας ηπάτησεν όλως διόλου ο σατανάς, ταλαίπωροι! Δεν φθάνει ότι είσθε σεις τετυφλωμένοι με την ασέβειαν, αλλ’ αναγκάζετε και άλλους να σας ακολουθώσιν εις την οδόν της απωλείας; Ποίος έχων ολίγην γνώσιν ήθελεν αρνηθή τον αληθινόν Θεόν, του ουρανού και γης ποιητήν, και όσων ευρίσκονται εν αυτοίς φαινομένων και μη φαινομένων και να πιστεύη και να ομολογή θεούς εκείνους τους οποίους πελεκούν και σφυροκοπούν οι άνθρωποι; Μεγάλη αγνωσία βέβαια και υμών, διότι αναγκάζετε τους ανθρώπους να πιστεύουν τοιαύτα ανόητα πράγματα και εκείνων οίτινες πείθονται εις τοιαύτην ασέβειαν. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις· καλύτερον είναι να πάθη τις μυρία βάσανα, παρά να εκπέση εις τόσην αγνωσίαν». Οι λόγοι ούτοι της παρθένου έφεραν τον δικαστήν εις ακράτητον θυμόν, και επειδή με λόγους δεν ηδυνήθη να την καταπείση, ήρχισε την δοκιμήν με τα έργα· προστάσσει όθεν να γυμνώσουν την Μάρτυρα και δένοντες οπίσω τας χείρας της να την ραβδίζουν ασπλάγχνως, Τότε εφάνη με την δοκιμήν η ανδρεία τής Μάρτυρος, η οποία εφαίνετο περιχαρής, όχι ως να ερραβδίζετο, αλλ’ ως να έρριπτον επάνω της άνθη και τριαντάφυλλα. Και βλέπων ο δικαστής ότι δεν εφαίνετο παραμικρά πληγή εις το σώμα της Αγίας, περισσότερον εδαιμονίζετο· όθεν επρόσταξε και έκοψαν τους δύο μαστούς της Αγίας. Τότε δε έγινε θαύμα παράδοξον· διότι αντί να τρέξη αίμα από την τομήν, έρρευσε γάλα χωρίς οδύνην και πόνον τινά. Τότε πάλιν προστάσσει ο αλιτήριος και ήναψαν μίαν εσχάραν, επί της οποίας ήπλωσαν την Μάρτυρα· όσον δε εκείνος ο μιαρός εφιλονίκει και ηγωνίζετο να εφευρίσκη βασάνους, τόσον πάλιν ο Κύριος δεν έλειπεν από του να βοηθή την δούλην Του, καθώς συνέβη και τότε· διότι εκείτετο η Αγία επάνω εις την κεκαυμένην εκείνην εσχάραν ως να ευρίσκετο αναπαυομένη εις ένα δροσερόν παράδεισον. Ο δε τύραννος, έξω φρενών γενόμενος υπό του θυμού και της οργής, επρόσταξε και την έβαλον εις άλλο πεπυρακτωμένον τηγάνιον, χώνοντες έσωθεν βραστήν πίσσαν και έλαιον· η δε Αγία, απλωθείσα και εις αυτό το φοβερόν κατασκεύασμα, επεκαλέσατο τον πάντα δυνάμενον Χριστόν, και ευθύς έχασε το πυρ την καυστικήν του δύναμιν, η δε Μάρτυς έμεινεν ως εις δροσερόν λειμώνα, δοξάζους και υμνούσα τον Κύριον. Βλέπων δε ο υπηρέτης του Σατανά, ότι καμμία τιμωρία δεν ενεργεί κατά της Αγίας, μάλιστα κάμνει και τους Έλληνας να θαυμάζουν την δύναμιν του Χριστού, έδωκε την τελευταίαν απόφασιν, να αποκεφαλίσουν την Αγίαν· η οποία καθώς ήκουσεν την απόφασιν επλήσθη πάσης χαράς. Όθεν εις μεν την μητέρα της εμήνυσε να εύχηται και δια τας λοιπάς θυγατέρας της να τελειώσουν το στάδιον του Μαρτυρίου καλώς, εις δε τας αδελφάς της να υπομείνουν γενναίως μέχρι τέλους εις την υπέρ Χριστού ομολογίαν, αι οποίαι ακούσασαι έδραμον, μήτηρ και αδελφαί, δια να την αποχαιρετήσουν. Αφού λοιπόν ήκουσαν αι αδελφαί τας νουθεσίας της αδελφής των και Μάρτυρος, και έλαβον περισσοτέραν μεγαλοψυχίαν, την απεχαιρέτησαν με τον τελευταίον ασπασμόν, και είπον προς αυτήν· «Παρακάλεσον, αδελφή, τον Δεσπότην μας Χριστόν, όπως μας αξιώση να διέλθωμεν την ιδίαν οδόν του Μαρτυρίου και να συναντηθώμεν εις την Βασιλείαν Του». Η δε μακαρία μήτηρ της Αγίας, βλέπουσα το τέκνον της φερόμενον προς σφαγήν, έδειξε γενναίον φρόνημα και μετά χαράς μεγάλης ηυχαρίστει τον Κύριον, ότι την ηξίωσε να ίδη τον καρπόν τής κοιλίας της θυσίαν άμωμον εις τον Χριστόν προσφερόμενον. Εδέετο δε να αξιώση και τας άλλας δύο θυγατέρας της εις το να τελειώσουν με τέλος μαρτυρικόν, διότι ο πόθος της ήτο να φανή μήτηρ τριών Μαρτύρων και όχι μιάς. Την ώραν δε κατά την οποίαν έμελλε να καταβιβάση την σπάθην ο δήμιος δια να αποκεφαλίση την θυγατέρα της, εζήτησεν η μακαρία Σοφία ολίγην προθεσμίαν και είπε και ταύτα προς την θυγατέρα της. «Εγώ μεν, ω ηγαπημένη μου θύγατερ, υπέμεινα πόνους εις την γέννησίν σου, εκοπίασα πολύ δια να σε καταστήσω εις ταύτην την ηλικίαν· ιδού τώρα ότι επληρώθησαν και οι πόνοι και οι κόποι μου διπλά και τρίδιπλα. Δεν είναι δυνατόν, τέκνον μου, να αποδώση τις εις τους γεννήτορας ανταμοιβήν δια την γέννησιν και ανατροφήν του, όπως συ απέδωκάς μοι τας χάριτας με δόξαν και τιμήν υπερέχουσαν, επειδή υπέμεινας βασανισμούς δια τον Δεσπότην μας Χριστόν, προς τον οποίον ύπαγε ήδη, τέκνον μου, ύπαγε περιλελουσμένη με τα μαρτυρικά σου αίματα, με τα οποία θα παρασταθής ενώπιον του Νυμφίου σου ωραιοτέρα και ευωδεστέρα από τα κρίνα και άνθη των αρωμάτων των πόνων σου». Ταύτα ακούσασα η μακαρία Πίστις έκλινε την κεφαλήν και εδέχθη μετά χαράς τον δια ξίφους θάνατον. Ο δε ασεβέστατος δικαστής, μη υποφέρων την ήτταν, την οποίαν υπέστη από την Μάρτυρα, εσυλλογίζετο να φέρη τας άλλας εις το θέλημά του. Όθεν επρόσταξε και έφεραν έμπροσθέν του την δευτέραν κατά την ηλικίαν αδελφήν Ελπίδα, και λέγει προς αυτήν με πολλήν ημερότητα· «Καταπείσθητι, τέκνον μου, και προσκύνησον την μεγάλην θεάν Άρτεμιν». Η δε τρισόλβιος Ελπίς απεκρίθη λέγουσα. «Συ εβεβαιώθης, ότι εκείνην όπου επαίδευσας και εφόνευσας ήτο αδελφή μου γνησία· με ό,τι τρόπον λοιπόν εδοκίμασας και ηννόησας την γνώμην εκείνης, με τον ίδιον τρόπον γνώρισε και την ιδικήν μου· διότι δεν είναι δυνατόν, ούτε λυπηρόν τι, ούτε κανέν χαρμόσυνον να με μεταστρέψη από την τοιαύτην γνώμην και απόφασιν». Ταύτα ακούσας εκείνος ο μιαρός ήρχισε να τιμωρή την Αγίαν· και πρώτον επρόσταξε να την απογυμνώσουν και να την μαστιγώνωσι με ωμά βούνευρα. Επειδή όμως δεν υπελόγιζε καν η μακαρία την βάσανον ταύτην, επρόσταξε κα έκαυσαν κάμινον φοβεράν και έρριψαν εις αυτήν την παρθένον. Αλλ’ εκείνος ο Θεός, όστις εφύλαττε την αδελφήν της αβλαβή από πάσαν βάσανον, ούτος ομοίως ετήρει και αυτήν απείρακτον απ΄την ιδίαν τιμωρίαν του πυρός, το οποίον ευλαβηθέν την Αγίαν ουδόλως ήγγιζεν αυτήν· ίστατο δε η Αγία εις το μέσον της φλογός ευχαριστούσα τον Νυμφίον Χριστόν, και δεομένη να την φυλάξη ως παντοδύναμος μέχρι τέλους εις την καλήν ομολογίαν. Βλέπων ταύτα ο τύραννος εδαιμονίζετο περισσότερον από τον θυμόν του, και προστάσσει πάλιν να κρεμάσουν την Αγίαν και να ξεσχίσουν τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας. Ξεομένης δε αυτής ήστραπτε το πρόσωπόν της υπέρ τον ήλιον, και από το σώμα της εξήρχετο ευωδία θαυμάσιος και με χαριέστατον βλέμμα έλεγε προς τον τύραννον· «Συ μεν, ταλαίπωρε, νομίζεις, ότι με τας τιμωρίας σου θα ολιγοστεύσης την δύναμιν της υπομονής μου, εγώ όμως με την δύναμιν του Χριστού μου ελπίζω να σε αποδείξω αδύνατον και νενικημένον εις τον πόλεμον, τον οποίον έστησας με εν κοράσιον ως εμέ ανήλικον, και άλλην βοήθειαν δεν έχω παρά μόνον την εξ ύψους δύναμιν». Εις τους λόγους τούτους της κόρης εξεκαύθη περισσότερον ο θυμός του τυράννου, και προστάσσει να φέρουν εν δοχείον χάλκινον πλήρες πίσσης και ρητίνης κοχλαζούσης, εις το οποίον ρίψαντες την Αγίαν, εγένετο θαύμα παράδοξον· διότι το μεν χάλκωμα καιόμενον ανέλυε και εφθείρετο κατ’ ολίγον ως κηρός, η δε πίσσα και η ρητίνη εξεχύθη ως ρεύμα, και κατέκαυσε πολλούς των Ελλήνων, τους οποίους και απώλεσεν. Ιδών ο ασύνετος δικαστής ότι όχι μόνον δεν δύναται να καταπείση την Αγίαν παρθένον, αλλ’ ότι εκείνη ως αιτίας χαράς εκλαμβάνει τας βασάνους, αυτός δε μένει κατησχυμμένος, έδωκε και κατ’ αυτής την δια ξίφους απόφασιν. Φερθείσα δε αύτη εις τον τόπον της καταδίκης, και ιδούσα το λείψανον της αδελφής της, έπεσε μετά πόθου επάνω αυτού, και το ησπάζετο μεθ’ ηδονής και έχαιρεν, επειδή έμελλε και αυτή μετά την αποτομήν της κεφαλής να την απολαύση εις εκείνην την άρρητον χαράν. Αφού λοιπόν απεκεφαλίσθη και αυτή, περιέπεσεν ο άδικος δικαστής εις αδημονίαν και λύπην μεγάλην, ότι δεν ηδυνήθη να τας φέρη εις το θέλημά του, και ότι εφάνη νικημένος από τρυφερά και ανήλικα κοράσια· όμως είχεν πάλιν ελπίδα τινά να καταπείση καν την τρίτην, ως πάντη ανήλικον και αδύνατον. Έφερε λοιπόν έμπροσθέν του το χαριτωμένον κοράσιον, την Αγάπην, και ήρχισε με λόγους κολακευτικούς, όπως την καταπείση να θυσιάση εις τους δαίμονας. Η δε μακαρία παρθένος απεκρίθη με γενναίον φρόνημα, λέγουσα· «Μη σε πλανά η νεότης της ηλικίας μου και μη ελπίζης να με καταπείσης με τας κολακείας σου· διότι θέλεις γνωρίσει, με την δοκιμήν, ότι και εγώ είμαι κλώνος εξ εκείνης της ευλογημένης ρίζης, είμαι γέννημα εκείνης της κοιλίας, όπου συ εδοκίμασες, και σε έκαμαν παίγνιον και γέλωτα· δεν θέλω φανή από τας αδελφάς μου εις την ανδρείαν κατωτέρα, ούτε θέλω καταισχυνθή από την ευγένειαν και γενναιότητα του γένους μου, αλλά θέλω υπομείνει με του Χριστού μου την βοήθειαν τόσον περισσότερον όσον είμαι και μικροτέρα από τας αδελφάς μου». Την παρρησίαν ταύτην της Μάρτυρος δεν ηδυνήθη ο μιαρός τύραννος να υποφέρη και δια τούτο επρόσταξε και την εκρέμασαν ες ένα υψηλόν ξύλον, και την εμαστίγωνον με λωρία ισχυρά, ούτως ώστε από το σφίξιμον και τον δαρμόν να διαλυθούν όλαι αι αρμονίαι από την φυσικήν των σύνθεσιν, και να ανασπάσουν όλα τα μέλη της από τον τόπον των. Η θεία όμως δύναμις, ήτις ενίσχυε τας αδελφάς της Αγίας, εβοήθει και αυτήν και δεν ησθάνετο ούτε πόνον τελείως εις τα μέλη της, ούτε της έκαμε καμμίαν βλάβην το μηχάνημα. Όθεν πάλιν επρόσταξε και ήναψαν την κάμινον, την οποίαν εξέκαυσαν περισσότερον πάσης προγενεστέρας, ούτως ώστε εφαίνετο ως θάλασσα πυρός, και τότε λέγει προς την κόρην ο τύραννος· «Βλέπεις αυτήν την φοβεράν κάμινον, ήτις ητοιμάσθη δια σε; Στοχάσου λοιπόν, ότι αλλέως δεν γλυτώνεις απ’ αυτήν, παρά μόνον αν κάμης εκείνο το οποίον σε προστάζουν· εγώ όμως θέλω δείξει φιλανθρωπίαν προς σε, επειδή λυπούμαι την νεότητά σου· ένα και μόνον λόγον ειπέ, ότι μεγάλη είναι η θεά Άρτεμις, και ύπαγε ελευθέρα όπου βούλεσαι». Η δε άμωμος νύμφη του Χριστού απεκρίθη λέγουσα· «Μη γένοιτο να είπω λόγον παράνομον και να μολύνω την γλώσσαν μου, ήτις πρέπει να λαλή και να προφέρη με καθαρότητα το φοβερόν όνομα του ποιητού μου, και όχι το ακάθαρτον όνομα των δαιμόνων». Τότε ο παράνομος δικαστής επρόσταξε μετά θυμού να ρίψουν την Αγίαν εις εκείνην την κάμινον. Αλλ’ ευθύς ως ήκουσε το πρόσταγμα του τυράννου η μακαρία Αγάπη, από την υπερβάλλουσαν προς Χριστόν αγάπην επήδησε μόνη εις το μέσον του πυρός, το οποίον διεχύθη από την κάμινον και κατέκαυσε πολλούς από τους Έλληνας. Έφθασε δε το πυρ και εις αυτόν τον μιαρόν δικαστήν, και έκαυσε μέρος του σώματός του, αφ’ ενός μεν δια να ελέγξη την ασέβειάν του, και δεύτερον δια να εννοήση ούτος, ότι μάχεται εναντίον θείας δυνάμεως. Πλην όμως ο πεπωρωμένος και με όλον ότι είχε την πληγήν του πυρός, πάλιν έστειλε στρατιώτας να φέρουν έμπροσθέν του την Μάρτυρα, δια να την υποβάλη και εις ετέραν βάσανον. Οι απεσταλμένοι όμως εκείνοι είδον εκεί πέριξ της Αγίας νέους τινάς λευκοφόρους, με αστράπτουσαν ωραιότητα, οι οποίοι εφάνησαν εις την κάμινον, όταν εισήλθεν η Αγία εις αυτήν· όσοι δε ήπλωσαν τας χείρας αυτών δια να συλλάβωσι την Μάρτυρα, υπέστησαν παράλυσιν αυτών και δεν ηδύναντο ούτε καν να κινήσουν ολίγον αυτάς, αλλά μόνον δια λόγου την εκάλουν λέγοντες· «Έξελθε, δούλη του αληθινού Θεού, από την κάμινον, ο δικαστής σε καλεί». Εξήλθεν όθεν η Αγία από την κάμινον, χωρίς να βλαβή από το πυρ ούτε καν μία τρίχα της κεφαλής της.  Βλέπων ο ασύνετος τύραννος τα θαυμάσια ταύτα κατορθώματα της πίστεως, αντί να θαυμάση του Χριστού την δύναμιν, αφού και ο ίδιος ήτο ημίκαυστος, εδαιμονίσθη ο άθλιος περισσότερον και επρόσταξε να καρφώσουν όλον το σώμα της Αγίας με καρφιά οξέα. Αλλ’ ο Κύριος, όστις διεφύλαξεν αυτήν από το πυρ αβλαβή, αυτός και πάλιν την κατέστησεν υγιά άνευ τινός τραύματος και χωρίς πόνον από τα σουβλίσματα των καρφίων εκείνων. Όθεν απελπισθείς ο μιαρός, επρόταξε να την αποκεφαλίσουν καθώς και τας άλλας αδελφάς της. Ακούσασα η Αγία την απόφασιν του τυράννου, επλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως, και ηυχαρίστει τον Κύριον λέγουσα· «Δόξα σοι Αγία Τριάς, μία Θεότης, μία Δύναμις, μία δόξα αιώνιος, ότι με ηξίωσας εις τον ουράνιον νυμφώνα σου, και συνηρίθμησάς με την ταπεινήν με τας Αγίας Παρθενομάρτυρας αδελφάς μου. Παρακαλώ δε το έλεός σου, Παμβασιλεύ, αφού τελευτήσω, να ζήση η μήτηρ μου, ούτως ώστε να τελέση εις ημάς τας δούλας σου τα αρμόδια της ταφής». Τότε και η ευλογημένη μήτηρ, ιδούσα και την τρίτην θυγατέρα της φερομένην ως αρνίον επί την σφαγήν, ηυχαρίστησε τον Θεόν, όστις ενεδυνάμωσε και αυτήν εις το Μαρτύριον, και με άμετρον χαράν έλεγε προς την θυγατέρα της ταύτα· «Όντως μακαρία συ, θύγατερ, ω φυτόν ευλογημένον της εμής γαστρός, και τους γονείς σου ετίμησας και τον Θεόν εδόξασας με το Μαρτύριον· ποίος δεν θέλει σε επαινέσει δια την υπομονήν άχρι τέλους; Ύπαγε ήδη, τέκνον μου, εις τον Νυμφίον σου Χριστόν, εις την παντοτεινήν χαράν, δια να απολαύσης από της δεξιάς του Υψίστου τον αμάραντον στέφανον της σης αθλήσεως. Βλέπω και τους Αγίους Αγγέλους, οίτινες χαίρονται και αναμένουν την τελευτήν σου. Μακαρία εγώ, επειδή με τας τρεις μου θυγατέρας εδόξασα την Παναγίαν Τριάδαν, και προσέφερον αυτάς ως δώρα πολύτιμα εις την Βασιλείαν Αυτής την ουράνιον». Με τοιούτους λόγους παραινετικούς η ευλογημένη εκείνη μήτηρ ενεθάρρυνε το τρισόλβιον κοράσιον, έκλινε δε η μακαρία Αγάπη μετά χαράς τον αυχένα και εδέχθη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Λαβούσα δε το ιερόν αυτής λείψανον η όντως Σοφία το ήνωσε με τα λείψανα των άλλων δύο θυγατέρων της, και αρωματίσασα αυτά ως έπρεπε με άλλους φιλοχρίστους ευλαβώς τα εναπέθεσεν εις την Εκκλησίαν την οποίαν είχε κτίσει πρότερον· και ούτως οι εκεί Χριστιανοί απέκτησαν μέγαν θησαυρόν, τα τίμια εκείνα και σεβάσμια λείψανα, απολαμβάνοντες καθ’ εκάστην ιάματα ψυχής τε και σώματος. Μετά την τελείωσιν και της Αγίας Αγάπης και την κατάθεσιν των τριών αγίων λειψάνων, έζησεν η μακαρία Σοφία, η μήτηρ αυτών, τρεις μόνον ημέρας· είτα ελθούσα εκεί ένθα ήσαν τα ιερά λείψανα των θυγατέρων της, και πίπτουσα επάνω εις το κιβώτιον των αγίων λειψάνων, έλεγε ταύτα· «Ω θεία βλαστήματα της εμής γαστρός, δέξασθε την μητέρα σας εκεί όπου και σεις τώρα ευρίσκεσθε». Ταύτα ειπούσα, και κλείσασα τα όμματα, παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας Θεού, και επληρώθη η δέησις της Αγίας Αγάπης, ήτις εδεήθη προς τον Θεόν δια την μητέρα της· οι δε εκεί ευρεθέντες Χριστιανοί κατέθεντο το λείψανον αυτής μετά των λειψάνων των θυγατέρων της, ίνα, καθώς όταν έζων σωματικώς εις την γην, είχον εν φρόνημα ως να ήσαν μία ψυχή, ούτω και μετά θάνατον να ευρίσκωνται ομού και εις την γην και εις την ουράνιον Βασιλείαν και συναγάλλωνται αιωνίως εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ον εξ όλης ψυχής και καρδίας ηγάπησαν και υπέρ ου εθυσιάσθησαν· ων ταις αγίαις πρεσβείαις καταξιωθείημεν και ημείς οι αμαρτωλοί της μετ’ εκείνων συμπαραστάσεως εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016

Της Αγίας Μάρτυρος ΜΕΛΙΤΙΝΗΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΜΕΛΙΤΙΝΗΣ.                                                             

Μελιτινή η Αγία Μάρτυς κατήγετο από την Μαρκιανούπολιν της Θράκης, ήτο δε κατά τους χρόνους Αντωνίνου βασιλέως και Αντιόχου ηγεμόνος, εν έτει ρξ΄ (160). Αφού λοιπόν η αοίδιμος πολλάς υπέμεινε βασάνους δια προσταγής του Αντιόχου, επειδή δεν επείθετο να αρνηθή την του Χριστού πίστιν, δια τούτο παρεδόθη εις την γυναίκα του ηγεμόνος, ίνα δια των κολακειών και περιποιήσεων εκείνης μεταστραφή προς την γνώμην αυτών. Πλην όχι μόνον δεν ηπατήθη τελείως, ούτε εμαλάχθη η αρρενόφρων, αλλά και την γυναίκα του ηγεμόνος Χριστιανήν εποίησεν. Έπειτα δια προσευχής της κατεκρήμνισεν εις την γην τα είδωλα του Απόλλωνος και του Ηρακλέους, και ως κόνιν ταύτα ελέπτυνε· πολλά δε και άλλα ποιήσασα θαυμάσια, πολλούς απίστους έφερεν εις την πίστιν του Χριστού. Όθεν δια την αιτίαν ταύτην απεκεφαλίσθη και έλαβεν η μακαρία τον στέφανον της αθλήσεως. Επειδή δε το ιερόν αυτής λείψανον έμεινεν άταφον, δια τούτο Χριστιανός τις, Ακάκιος ονόματι και εκ της Μακεδονίας καταγόμενος, διερχόμενος εκείθεν δια να υπάγη εις την πατρίδα του, εζήτησε το λείψανον από τον ηγεμόνα. Ο δε ηγεμών, χωρίς να υποπτεύση τον θεοφιλή εκείνου σκοπόν, εχάρισε το λείψανον εις αυτόν. Όθεν λαβών αυτό ο Ακάκιος και εις κιβώτιον περικλείσας, εσπούδαζε να φθάση εις την πατρίδα του· εις το ταξίδιον δε της θαλάσσης αρρωστήσας, απέθανεν. Επειδή δε το πλοιάριον προσωρμίσθη εις εν ακρωτήριον της νήσου Λήμνου, εις αυτό ενεταφιάσθη το της Αγίας λείψανον· και πλησίον εις τον τάφον της Μάρτυρος ενεταφιάσθη και ο φιλομάρτυς Ακάκιος.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και πανευφήμου ΕΥΦΗΜΙΑΣ.

Τη ΙΣΤ΄ (16η) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος και πανευφήμου ΕΥΦΗΜΙΑΣ.   
                                                                                                                
Ευφημία η πανεύφημος του Χριστού Μεγαλομάρτυς ήκμαζε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος των Ρωμαίων Διοκλητιανού βασιλεύσαντος κατά τα έτησπδ΄ - τε΄ (284 – 305), είναι δε αύτη, ήτις θαυμασίως εκράτυνε τον όρον της εν Χαλκηδόνι συνελθούσης Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου, ρμη΄ (148) έτη περίπου από του μαρτυρίου αυτής ήτοι εν έτει υνα΄ (451). Αύτη ήτο από την Χαλκηδόνα και ο μεν πατήρ της ωνομάζετο Φιλόφρων και ήτο περιφανής και πλούσιος, συγκλητικός το αξίωμα, η δε μήτηρ της εκαλείτο Θεοδοσιανή, ήτο δε γυνή ευσεβής και συμπαθεστάτη εις τους πτωχούς. Από τοιαύτην όθεν ρίζαν αγαθήν εκβλαστήσασα η καλλίνικος Ευφημία δεν ήργησε να καταστή ονομαστή και πανεύφημος δια την προς Χριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Κατά την εποχήν εκείνην, ως είπομεν, εβασίλευε των Ρωμαίων ο Διοκλητιανός, όστις εκίνησε μέγαν διωγμόν εναντίον των Χριστιανών, ηγεμόνευε δε εις τα μέρη της Ανατολής ο Πρίσκος, έχων συγκάθεδρόν του φιλόσοφόν τινα Απελλιανόν, ο οποίος ήτο και ιερεύς του ψευδωνύμου θεού Άρεως. Όταν λοιπόν έφθασεν η εορτή του θεού των, εστάλησαν πανταχού γράμματα, προσταγαί και κήρυκες εις όλην την επαρχίαν Χαλκηδόνος, προσκαλούντες όλους τους ανθρώπους εις την εορτήν του Άρεως· όσοι δε εναντιωθούν και δεν έλθουν εις την Χαλκηδόνα, όπου ήτο η εορτή και ο ναός του Άρεως, να φονεύωνται με πικράς βασάνους. Τότε λοιπόν όσοι ήσαν Χριστιανοί και ευσεβείς συνηθροίζοντο επί το αυτό και απετέλουν ομάδας και συντροφίας, εκ των οποίων άλλοι μεν εκλείοντο εις οικίας, άλλοι δε κατέφευγον εις τας ερημίας, εις προσευχάς και δεήσεις σχολάζοντες και τον αληθινόν Θεόν λατρεύοντες. Ενός τοιούτου τάγματος Χριστιανών και μιας τοιαύτης ομάδος και συντροφίας ήτο πρώτη και οδηγός η ένδοξος Ευφημία· αφού δε συνηθροίσθη η εορτή, ο Απελλιανός παρεκίνησε τον ηγεμόνα να συλλάβη πολλά πλήθη των Χριστιανών, μεταξύ των οποίων και την καλλιπάρθενον Ευφημίαν με τους συντρόφους της, η οποία και κατά το κάλλος του σώματος και της αρετής, και δια το άνθος της ηλικίας και του γένους την ευγένειαν έλαμπεν εν μέσω των άλλων ως λαμπρός και περιφανής αστήρ· ήτο δε η συντροφία της όλη τεσσαράκοντα εννέα. Αχθέντων όθεν τούτων έμπροσθεν του ηγεμόνος, ήρχισεν ο ηγεμών να τους ομιλή πραέως λέγων εις αυτούς· «Εγώ βλέπων την πολλήν σας σύνεσιν, ελπίζω ότι θέλετε θυσιάσει εις τον μεγάλον Άρην, και δεν θέλετε προτιμήσει αντί δόξης και τιμής και ζωής, πικρόν και πολυώδυνον θάνατον». Προς ταύτα οι Άγιοι είπον με θάρρος μεγάλον και ανδρείαν· «Μη χάνης τα λόγια σου, ω ηγεμών· διότι ημείς το έχομεν δια μεγάλην εντροπήν, όντες λογικοί, να προσκυνούμεν αναισθήτους και ανοήτους θεούς, και να αφήσωμεν τον αληθή Θεόν, με του οποίου μόνον τον λόγον έγινεν ο ουρανός και η γη και πάντα τα εν αυτοίς· δι δε τας βασάνους, με τας οποίας μας φοβερίζεις, γίνωσκε πως φοβούμεθα μήπως και είναι ελαφραί, και δεν είναι αρκεταί δια τέλειον μαρτύριον· λοιπόν δοκίμασον, και τότε θέλεις ίδει την δύναμιν του Θεού μας». Ταύτα ακούσας ο τύραννος ήναψεν από τον θυμόν, και επρόσταξε να δέρουν κάθε ημέραν τους Μάρτυρας, έως είκοσιν ημέρας, και να τους φυλακίσουν· οι δε Άγιοι έχαιρον διότι ελάμβανον πληγάς επάνω εις άλλας πληγάς, και πόνους επάνω εις άλλους πόνους. Ότε λοιπόν έφθασεν η εικοστή ημέρα, τους έφερε πάλιν ο τύραννος έμπροσθέν του· η δε καλλίνικος Ευφημία έλαμπεν αναμέσον των άλλων, ωσάν λαμπρά σελήνη εν μέσω λαμπρών αστέρων· είπε δε εις αυτούς ο τύραννος· «Ω άνθρωποι, τώρα οπού είδατε και με το έργον τα προοίμια της δυστυχίας σας, πεισθήτε και θυσιάσατε». Τότε ο γενναίος χορός εκείνος, ομού με την Ευφημίαν, είπον· «Μη πλανάσαι, ω δικαστά, διότι ημείς αδύνατον είναι να σε ακούσωμεν και να θυσιάσωμεν εις τα αναίσθητα είδωλα». Όθεν θυμωθείς πάλιν ο ηγεμών επρόσταξε και τους έδειραν τόσον, ώστε οι υπηρέται από τον πολύν κόπον έπεσον εις την γην ως ημιθανείς. Ο δε Θεός εδόξασε τους δούλους του και έλαμπον τα πρόσωπά των θαυμασίως· αλλά τους μεν άλλους Αγίους επρόσταξεν ο κριτής και τους εφυλάκισαν, δια να τους αποστείλη εις τον Διοκλητιανόν, διότι ούτω τον εσυμβούλευσεν ο Απελλιανός· την δε Αγίαν εκάλεσε πλησίον του, και πολλά υποσχόμενος την παρεκίνει, θαρρών να την πλανήση· η δε Αγία του είπεν· «Η δύναμις του Χριστού μου είναι άμαχος, και μη θαρρής, διότι με βλέπεις γυναίκα, να με νικήσης». Τότε ο τύραννος παροργισθείς επρόσταξε και την εγύριζον εις τους τροχούς με πολλήν βίαν. Συνετρίβοντο όθεν τα μέλη της Μάρτυρος και εχωρίζοντο από τας αρμονίας των, αλλ’ ο νους και η αγάπη αυτής δεν απεμακρύνοντο από τον Χριστόν· υψώσασα δε το όμμα εις τους ουρανούς έλεγε· «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, η πηγή της ζωής, ο σώζων τους εις Σε ελπίζοντας· βοήθησόν μοι και τώρα, και ας γνωρισθή εις όλους ότι συ είσαι Θεός μόνος, και ότι δεν θέλει πλησιάσει κανένα κακόν, ουδέ μάστιξ εν τω σκηνώματι των προστρεχόντων εις Σε». Ούτως η Μάρτυς προσηύξατο, ο δε Θεός ετελείωσε την προσευχήν της· διότι ευθύς, ελθούσα ουρανία δύναμις, εις μίαν στιγμήν, την έλυσεν από την τροχόν, και ιάτρευσε το σώμα της τόσον, ώστε δεν εφαίνετο μήτε μικρόν σημείον των πληγών· φοβηθέντες όθεν οι υπηρέται της ανομίας απέμειναν ανενέργητοι. Η δε Μάρτυς, εξελθούσα από τους τροχούς, περιεπάτει υγιής και αβλαβής και λαμπροτέρα κατά την όψιν. Αλλά καθώς ο αράπης δεν ασπρίζει, ουδέ ο καρκίνος μανθάνει να περιπατή ευθέως, ούτω λοιπόν και ο μιαρός Πρίσκος, και τοιούτον παράδοξον θαύμα βλέπων, ων τυφλότερος από τους θεούς του, όχι μόνον δεν ηννόησε την αλήθειαν, αλλά και εφοβέριζε να κατακαύση ζωντανήν την Αγίαν. Η δε καλλίνικος του Χριστού Μάρτυς μηδαμώς φοβηθείσα απεκρίνατο· «Εγώ, ω τύραννε, τούτο το πρόσκαιρον και ολιγοχρόνιον πυρ δεν φοβούμαι, αλλά τρέμω εκείνο το αιώνιον οπού μέλλει να καίη ακαταπαύστως εκείνους, οίτινες αρνούνται τον Χριστόν». Όθεν ο τύραννος επρόσταξε και ήναψαν κάμινον, ανέβαινε δε η φλοξ αυτής τεσσαράκοντα πέντε πήχεις υπεράνω της καμίνου· μέλλοντες δε να ρίψουν εντός ταύτης την γίαν, οι προεστώτες των υπηρετών Σωσθένης και Βίκτωρ ήλθον εις τον Πρίσκον λέγοντες· «Ημείς μεν, καθώς μόνος σου βλέπεις, είμεθα πρόθυμοι εις τας διαταγάς σου· ήδη όμως δεν δυνάμεθα να εγγίσωμεν εις το σώμα της παρθένου· διότι βλέπομεν άνδρας φοβερούς κατά την όψιν, οίτινες ιστάμενοι παρά το πλευρόν της μας απειλούν, είναι δε έτοιμοι να σκορπίσουν το πυρ και να φυλάξουν αυτήν»· ως δε ήκουσε ταύτα ο Πρίσκος διέταξε και τους εφυλάκισαν, επειδή έγιναν Χριστιανοί. Ενόσω δε ταύτα εγίνοντο, προσηύξατο ταύτα η Αγία λέγουσα· «Ο Θεός ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών, ο τους εν Βαβυλώνι τρεις Παίδας δια τον σον νόμον εκδοθέντας πυρί, δια Αγίου Αγγέλου σου κακών απαθείς συντηρήσας και δρόσον αυτοίς άνωθεν επιπέμψας, αυτός και νυν τη ση δούλη παράστηθί μοι βοηθός, αγωνιζομένη υπέρ της Σης δόξης, Χριστέ». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης έπεμψεν ο ηγεμών δύο κακούς του υπηρέτας, Καίσαρα και Βάριον καλουμένους, δια να ρίψουν την Αγίαν εις την κάμινον· ούτοι δε ελθόντες, δεν είδον την όψιν των θείων Αγγέλων, επειδή ήσαν κακοπροαίρετοι, και δεν έμελλε να πιστεύσουν εις τον Χριστόν. Ερρίφθη όθεν εις την κάμινον η Αγία· η δε φλοξ αναβράσασα περιεχύθη πέριξ της καμίνου, καθώς και εις την Βαβυλώνα το πρότερον εγένετο, και ετιμώρησεν εκείνους οίτινες έρριψαν την Αγίαν· η δε καλλίνικος και αθληφόρος, ως εις δροσερούς και απαλούς τόπους ευρισκομένη, προσηύχετο· αφού δε εμαράνθη η φλοξ και οι υπηρέται διεσκορπίσθησαν από την θεϊκήν τιμωρίαν, εξήλθε η Αγία της καμίνου αβλαβής και ούτε τα ενδύματά της δεν ήγγισε το πυρ. Αλλά την μεν Αγίαν και αύθις εφυλάκισεν ο ηγεμών, την δε ερχομένην ημέραν έφερε τον Βίκτωρα και τον Σωσθένην και τους επρόσταξε να θυσιάσουν εις τα είδωλα. Εκείνοι δε οι μακάριοι είπον· «Ημείς, ω ανθύπατε, όντες δεδουλωμένοι πρότερον από μεγάλην πλάνην, καθώς είσαι και συ ακόμη, ηξιώθημεν τώρα από θείαν νεύσιν και αγαθότητα και εκαταλάβαμεν την αλήθειαν δια μέσου ταύτης της παρθένου· γίνωσκε λοιπόν, ότι δεν θύομεν εις αψύχους θεούς· μη γένοιτο να γίνωμεν τόσον ανόητοι, να υπακούσωμεν εις τα προστάγματά σου». Ταύτα των Μαρτύρων ειπόντων διέταξεν ευθύς ο τύραννος να τους παραδώσουν εις τα θηρία· οι δε Μάρτυρες μεγάλως εχάρησαν και προσηυχήθησαν εις τον Θεόν λέγοντες· «Δος, Κύριε, δια μέσου των οδόντων των θηρίων τούτων να συντρίψωμεν τας σιαγόνας του νοητού και ασάρκου θηρίου». Ήκουσαν δε φωνήν ουρανόθεν λέγουσαν, ότι εισηκούσθη η δέησίς των. Ευθύς δε ως αφέθησαν τα θηρία κατεπάνω αυτών, δαγκάνοντα αυτούς, έπιον μόνον το αίμα, τα δε σώματα αυτών εσεβάσθησαν και δεν τα έφαγον, ουδέ τα ήγγισαν παντελώς, διότι ημπόδιζε και αυτά η δεινή εκείνη χάρις, ήτις εχαλίνωσε τα στόματα των λεόντων εις τον καιρόν του Προφήτου Δανιήλ· και ούτω λοιπόν ούτοι οι αθλοφόροι σύντομον έλαβον το υπέρ Χριστού Μαρτύριον, τα δε ιερά αυτών σώματα, λαβόντες τινές πιστοί, τα ενεταφίασαν με ψαλμούς και ύμνους. Την ερχομένην ημέραν έφερε πάλιν την Αγίαν ο ηγεμών από την φυλακήν· ερχομένη δε η Μάρτυς εις τον δρόμον έλεγεν· «Εν τη οδώ των Μαρτυρίων σου ετέρφθην ως επί παντί πλούτω· εν τοις δικαιώμασί σου αδολεσχήσω, ουκ επιλήσομαι του νόμου σου» και όσα ακόλουθα· ο δε τύραννος της είπεν· «Έως πότε θα ταλαιπωρής τον εαυτόν σου, θα λυπής τους θεούς και θα οργίζης και τον βασιλέα; Καλόν είναι να θυσιάσης εις τους θεούς». Η δε Αγία είπε· «Και ποίον άλλο είναι φρονιμώτερον, ω ηγεμών, από του να μη πείθεταί τις εις λίθους αψύχους, και να μη πιστεύη θεούς κωφούς και αναισθήτους; Καθώς τουναντίον ποίον άλλο ανοητότερον είναι από του να πείθεται εις αυτά»; Οργισθείς όθεν προς ταύτα ο τύραννος επρόσταξε και εγύριζον οξείς λίθους και σίδηρα αιχμηρ΄άνω και κάτω συχνά και ούτω κατεκόπτετο και κατεξεσχίζετο το σώμα της Μάρτυρος· αλλ’ οι μεν δήμιοι απέκαμον, οι λθοι από την βίαν συνετρίβησαν, η δε Μάρτυς και πάλιν εφαίνετο απαθής και αβλαβής. Ο δε Πρίσκος πάλιν οργιζόμενος επρόσταξε και κατεσκεύασαν εις την μέσην του σταδίου δεξαμενήν μεγάλην, την οποίαν επλήρωσαν ύδατος και έβαλον εντός αυτής από όλα τα σαρκοβόλα θηρία της θαλάσσης, κατόπιν επρόσταξε να ρίψουν εντός την Αγίαν· η δε Αγία, ως το ήκουσεν, ήλθε μόνη της και ωνείδιζε τον τύραννον λέγουσα· «Διατί κοπιάζεις ανωφελώς εναντίον των δούλων του Χριστού, και φαίνεσαι κακός και ανόητος»; Είτα υψώσασα τας χείρας προς τον ουρανόν συν δάκρυσιν έλεγεν· «Ιησού, το φως μου, το εμόν καύχημα, η εμή ζωή, ο της εμής ασθενείας βοηθός, Συ όστις έκαμες την κοιλίαν του θηρίου καλόν θάλαμον εις τον Ιωνάν και έφραξας στόματα λεόντων δια τον Δανιήλ, Αυτός και νυν με διάσωσον, Δέσποτα, δια να δοξασθούν οι προσκυνούντες Σε και να αισχυνθούν οι εναντίοι Σου». Ούτω προσευξαμένη η Αγία και ποιούσα τον σταυρόν της, εισήλθεν ανδρείως εις το ύδωρ· τα δε θηρία ώρμησαν μεν, αλλ’ ευθύς ως επλησίασαν εις το μαρτυρικόν σώμα, ελησμόνησαν την τροφήν, και εβαστούσαν την Αγίαν επάνω αυτών ως να εφοβούντο μήπως πάθη κακόν τι εις τα ύδατα η Αγία. Βλέπων ταύτα τα παράδοξα ο Πρίσκος ηπόρει μεν και εθαύμαζεν, αλλά να καταλάβη το φως της αληθείας δεν ηδύνατο· έλεγε δε προς τον Απελλιανόν· «Πως από μίαν γυναίκα ενικήθησαν και πυρ και πληγαί και τροχοί και θηρία»; Ο δε μιαρός και τυφλός προς το φως Απελλιανός είπε· «Όλα αυτά τα κάμνει η Μάρτυς δια μαγείας». Ο δε ανθύπατος πάλιν είπε με περισσοτέραν στόχασιν· «Αλλά διατί οι θεοί, οίτινες μισούν τα πονηρά έργα, δεν την παιδεύουν»; Έπειτα ητοίμασαν άλλον λάκκον εστρωμένον με μικρά σουβλία και επάνωθεν σκεπασμένον με ολίγον χώμα. Αλλ’ η Αγία διήλθεν αβλαβής· έτεροι δε επιχειρήσαντες να διέλθωσιν, παρεμέρισεν το ολίγον χώμα, το οποίον ήτο ερριμμένον άνωθεν, και πίπτοντες εκείνοι εις τα κοπτερά και αιχμηρά αυτά όργανα παρευθύς εθανατώθησαν. Η δε Αγία ευχαριστούσα τον Σωτήρα της Θεόν, έλεγε· «Τις λαλήσει τας δυναστείας σου, και ακουστάς ποιήσει τας αινέσεις σου, Κύριε; Διότι εφύλαξας αβλαβή την δούλην σου από πληγάς και μάστιγας, από πυρ και θηρία, από ύδωρ και τροχούς και λάκκον. Και ήδη, Δέσποτα πολυέλεε, ρύσαι την ψυχήν μου εκ χειρός τού εξ αρχής πολεμίου της ανθρωπίνης φύσεως· αμαρτίας νεότητός μου και αγνωσίας μου μη ενθυμηθής, αλλά κάθαρον πάντα μολυσμόν σαρκός και πνεύματος με σταγόνας των αιμάτων μου, αίτινες δια Σε εχύθησαν· διότι Συ είσαι η κάθαρσις, ο αγιασμός και φωτισμός των δούλων Σου». Και η μεν Αγία ταύτα ηύξατο και της ευχής δεν απέτυχεν· ο δε Πρίσκος επενόησεν άλλον λάκκον και απώλειαν ψυχικήν, και όχι σωματικήν, διότι εκάλεσε την Αγίαν και της είπε με προσποιητήν ημερότητα· «Συ μεν ως γυνή επλανήθης, αλλ’ ούτε ημείς δεν έπρεπε να δείξωμεν τόσον θυμόν εναντίον σου, δια τον οποίον συμπάθησόν μας, και θυσίασον εις τον μεγάλον θεόν Άρην· και τόσον άμετρον πλούτον και δόξαν θα λάβης, ώστε θα λησμονήσης όλας σου τας προτέρας θλίψεις, και θα ζήσης ευτυχέστατα, καθώς και σου πρέπει, επειδή και είσαι ωραιοτάτη παρθένος και από ευγενέστατον γένος». Αλλ’ η πανεύφημος Ευφημία είπε προς αυτόν· «Ω ψυχή κακότεχνε, δόλου γέμουσα και πικρίας, ω δαιμονία γνώμη, δεν παύεις από τας φλυαρίας σου και κακουργίας σου; Εγώ να θυσιάσω εις δαίμονας και είδωλα, έπειτα από τας τόσας βοηθείας και ευεργεσίας τας οποίας κατηξιώθην από τον Δεσπότην μου και αφού πλέον εφανερώθη η αλήθεια με τόσα έργα, με τα οποία κατήσχυνα την υπερηφάνειάν σας, και απέδειξα την αδυναμίαν των θεών σας; Δια τούτο άφες, ταλαίπωρε, την υπόκρισιν, και κάμε όσα σε ερμηνεύει ο διδάσκαλός σου ο διάβολος». Τότε ο Πρίσκος εθυμώθη πάλιν· όθεν επρόσταξε και την έδερον με ραβδία ασπλάγχνως, έφερε δε και πρίονας κοπτερούς, κάτωθεν δε έθεσαν πυρ και έβαλαν τηγάνια σιδηρά, δια να λυώνουν τας σάρκας τας οποίας ήθελον πριονίσει, και ούτω να γίνουν στάκτη. Ευθύς όμως ως ήγγισν οι πρίονες το σώμα της Μάρτυρος, εστράβωσαν οι οδόντες αυτών, και έμειναν ανενέργητοι, το δε πυρ εσβέσθη, και η Μάρτυς αβλαβής εφυλάχθη, ο Πρίσκος όμως και πάλιν τυφλός έμεινεν, επειδή και το φως είναι εις όλους επιθυμητόν, αλλά εις τους ασθενείς οφθαλμούς είναι μισητόν και πολέμιον· ούτως είναι και εις τας κακοπροαιρέτους ψυχάς το θεϊκόν φως και η αρετή. Όθεν έφερε πάλιν εις το στάδιον την Αγίαν, και επρόσταξεν αυτήν να πολεμήση με τα θηρία· η δε ελυπείτο πως δεν ανεχώρει το συντομώτερον προς τον ποθούμενόν της Νυμφίον Χριστόν, εις την αληθινήν ζωήν και ευφροσύνην· διο και προσηύξατο λέγουσα· «Δέσποτα και Κύριε πάσης αρχής, έδειξας εις εμέ την ανίκητόν σου δύναμιν, ήλεγξας την ασθένειαν των δαιμόνων, την αγνωσίαν των τυράννων, με έκαμες δυνατωτέραν των πληγών και βασάνων· λοιπόν, καθώς εδέχθης τας σφαγάς και τα αίματα των προ εμού Μαρτύρων, πρόσδεξαι και την εμήν θυσίαν και σφαγήν εν ψυχή συντετριμμένη και πνεύματι ταπεινώσεως προσφερομένην σοι, και προσλαβών την εμήν ψυχήν, ανάπαυσον εν σκηναίς Αγίων και Μαρτύρων χοροίς, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ούτω προσευχομένης της Αγίας, άφησαν κατεπάνω αυτής τέσσαρας λέοντας και τρεις άρκτους, όλα δε αυτά πλησιάσαντα εφιλούσαν με πολλήν ευλάβειαν ανθρωπίνως τους πόδας της Αγίας· μία δε από τας άρκτους εκείνας, δαγκάνουσα εν μέρος από το σώμα της Αγίας, πληγήν μεν ή σημείον κανένα δεν έκαμεν, έγινεν όμως αφορμή να απέλθη η Μάρτυς προς τον ποθούμενόν της Θεόν, έχοντος τότε του Σεπτεμβρίου μηνός δέκα και εξ, έτος δε κατά την επικρατεστέραν γνώμην ήτο το τγ΄ (303)· φωνή δε ηκούσθη ουρανόθεν καλούσα την Αγίαν Ευφημίαν εις τας θείας αυλάς, λέγουσα· «Άνελθε προς τον στεφανοδότην η τον καλόν αγώνα αγωνισαμένη, και τον δρόμον ήδη τελέσασα, δια να λάβης τους μισθούς και τα χαρίσματα των πόνων σου». Ομού δε με την φωνήν σεισμός μέγας εγένετο, και εσάλευσε την πόλιν ως φύλλα των δένδρων· όλοι δε οι κατοικούντες φοβηθέντες έφευγον όπου ηδύνατο έκαστος. Ευρόντες όθεν οι γεννήτορες της Αγίας ευκαιρίαν κατάλληλον έλαβον το μαρτυρικόν και πολύτιμον εκείνο σώμα, και το έθαψαν με τας ιδίας των χείρας εις ένα τόπον πλησίον της Χαλκηδόνος, εντίμως και ευλαβώς, όχι κλαίοντες, αλλά χαίροντες και ευφραινόμενοι, επειδή ηξιώθησαν να ονομασθούν γονείς τοιαύτης παιδός, και να προσφέρουν εις τον Θεόν καρπόν ευλογίας ιερώτερον και αγιώτερον από πάσαν άλλην προσφοράν και δώρον. Ότι αυτώ πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Tου Αγίου Νεομάρτυρος ΙΩΑΝΝΟΥ του Κρητός

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΙΩΑΝΝΟΥ του Κρητός του μαρτυρήσαντος εν τη Νέα Εφέσω εν έτει αωια΄ (1811).                                                                             
Ιωάννης ο νέος Μάρτυς του Χριστού ήτο από την περίφημον νήσον Κρήτην, ευρίσκετο δε εις την Νέαν Έφεσον, την τουρκιστί λαλουμένην Κουσαντάσι· ήτο γεωργός το επάγγελμα, νέος την ηλικίαν, άγαμος έτι, και μόνον αρραβωμισμένος με μίαν κόρην, επηνείτο δε ως κόσμιος και σώφρων και δια πολλών αρετών εστολισμένος· το δε μαρτυρικόν τέλος του εβεβαίωσε και τα άλλα του προτερήματα. Ούτος λοιπόν εκάλεσέ ποτε δύο συμπατριώτας του Κρητικούς από τα Σφακιά, και επήγαν να συνευθυμήσουν έξω από την πόλιν ταύτην μακράν, ένθα εγίνετο εορτή και πανήγυρις της Αποτομής του Τιμίου Προδρόμου, κατά την εικοστήν ενάτην του Αυγούστου μηνός· και συνήγοντο εκεί κατά παλαιάν συνήθειαν πολλοί, και επανηγύριζον, περισσότερον με φαγοπότια και μέθας, παρά με χριστιανικήν ευλάβειαν και τιμήν εις τον Τίμιον Ιωάννην τον Πρόδρομον. Ενώ λοιπόν έτρωγον και έπινον ούτοι, ο Ιωάννης και οι δύο Σφακιανοί, συνέβη να περάσουν εκείθεν οι άνθρωποι του αγά, και βλέποντες εκεί ξένους, εγύρισαν προς αυτούς, ζητούντες απ’ αυτούς φόρον, ήτοι το σύνηθες κεφαλιάτικον, το οποίον κοινώς λέγεται χαράτζι· οι Σφακιανοί όμως ουδαμώς ήθελον να δώσουν, ούτε πολύ ούτε ολίγον· και λοιπόν οι του αγά μετ’ εξουσίας ήπλωσαν και επήραν εξ αυτών εν τυφέκιον· και εκ του εναντίου απλώσαντες οι Σφακιανοί, λαμβάνουν αυτό, και σύροντες αυτό με περισσοτέραν δύναμιν και βίαν, απέσπασαν αυτό από τας χείρας του αγά· τέλος με εκείνο το ίδιον όπλον ή και άλλως πως απέκτειναν ένα εξ αυτών, ετραυμάτισαν δε και τους άλλους δια μαχαιρών και ευθύς απέδρασαν δια τον φόβον της συλλήψεως. Ο δε Ιωάννης, θαρρών εις την αθωότητά του, επήγεν εις τον αγρόν του, και εκάθησεν εις το οίκημά του, μη συλλογισθείς όλως των Τούρκων την φιλέκδικον διάθεσιν, και ότι παραμικρόν μόνον αφορμήν θέλουν και ευθύς είναι έτοιμοι να κακοποιήσωσιν, είτε έπταισέ τις είτε και δεν έπταισε· κα μάλιστα εδώ, όπου ο φονευθείς και του αγά ήτο άνθρωπος και αδελφόν είχε, ζητούντα το αίμα τού αδελφού του. Μετά μίαν ημέραν δραμόντες οι Τούρκοι εκεί όπου εκάθητο ο Ιωάννης, τον ήρπασαν μετ’ οργής και αγριότητος μεγάλης, ως καθαυτό φονέα, λέγοντες, ότι δεν διαφέρει ή εκείνον ή τούτον συνέλαβον, ότι συνωμόται και σύντροφοι ήσαν· και ούτω σύροντες αυτόν ως  θηρία, και δι’ όλης της μακράς οδού τύπτοντες και πληγώνοντες αυτόν βαρβαρικώτατα ως κακούργοι, τον έφεραν εις την χώραν, και ευθύς τον έβαλον εις την φυλακήν, απαγορεύσαντες αυστηρότατα να μη τολμήση να τον πλησιάση τις, ούτε προς παρηγορίαν, ούτε προς ολίγην τροφήν, εκτός αν του έρριπτον οι δούλοι ολίγα ψιχία, ως εις σκύλον. Διήρκεσε δε αύτη η σκληρά προσταγή ημέρας δεκαέξ, και το αίτιον, δια το οποίον ευθύς δεν τον εκρέμασαν ως φονέα, ήτο πρώτος ο αδελφός του φονευθέντος, ότι αυτός ηβουλήθη και εκαυχήθη, ότι δύναται να τον καταπείση να αρνηθή την πίστιν του, και αφού τουρκεύση να του συγχωρήση το σφάλμα του και να τον καταστήση εις τον τόπον του φονευθέντος αδελφού του· ύστερα από τούτον, ουδέ ο κριτής δεν εύρισκεν εύλογον να τον κρεμάση, επειδή αυτός δεν εφόνευσεν, αλλά άλλος ξένος και έφυγε. Πλην οι άλλοι αγάδες έλεγον· «Όχι, δεν πρέπει να μείνη, αλλά να κρεμασθή, ως σύντροφος εκείνων». Τέλος πάντων έστερξαν όλοι και ο κριτής εις την πρότασιν του αδελφού του φονευθέντος, ότι, εάν μεν δεχθή να τουρκεύση, τότε να σωθή και από την φυλακήν να τον εξαγάγωσι με δόξαν και τιμήν· ειδεμή τότε να τον κρεμάσουν εξ αποφάσεως· όπερ και εγένετο. Εβάλθησαν λοιπόν με όλα των, μετεχειρίσθησαν τρόπους πολλούς και δεινούς και κολακευτικούς, υποσχόμενοι εις αυτόν πολλά και μεγάλα του κόσμου αγαθά δια να τον καταπείσουν, καθώς τα συνειθίζουν πάντοτε και τέλος τον εφοβέρισαν, κάμνοντες εις αυτόν απειλάς διαφόρους, δια να τον τρομοκρατήσουν, αλλ’ όμως εματαιώθησαν οι σκοποί αυτών και οι κόποι, επειδή ο καλός Ιωάννης εθεμελίωσε καλώς την οικίαν της ψυχής του επάνω εις την νοητήν πέτραν, και ήλθον οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και η οικία εκεί έμεινε, στερεά ιδρυμένη εις την πίστιν την αληθινήν και αγίαν και αμώμητον, ένα και μόνον λόγον λέγων· «Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός θέλω να αποθάνω, Ιωάννης ονομάζομαι, δεν αλλάζω ούτε την πίστν μου ούτε το όνομά μου». Ως φαίνεται, ωραίος θα ήτο ούτος ο νεανίας· όθεν και λέγεται, ότι και η κόρη του κριτού, ευρούσα τρόπον, προσήλθεν ως δήθεν φιλανθρωπία και συμπαθεία κινηθείσα ή μάλλον ειπείν υπό του διαβόλου καθοπλισθείσα με του έρωτος τα βέλη, και τον παρεκίνει να λυπηθή την νεότητά του και να τουρκεύση δια να σώση την ζωήν του· αλλ’ ουδέ το δέλεαρ τούτο εχρησίμευσεν εις αυτούς και κατησχύνθησαν και εκ τούτου ομού με τον διάβολον τον πατέρα των. Τέλος πάντων απελπισθέντες δια την εξώμοσιν, τη 15η Σεπτεμβρίου 1811, γενομένης της αποφάσεως δια να κρεμασθή, συρόμενος ο Μάρτυς εις τον τόπον της καταδίκης εφαίνετο φαιδρός και αγαλλόμενος, ως πορευόμενος εις καμμίαν διασκέδασιν, και δι’ όλης της οδού την Κυρίαν Θεοτόκον επεκαλείτο εις βοήθειάν του ο μακάριος λέγων· «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». Παρά πάντων δε των Χριστιανών, όπου υπήντα, εζήτει συγχώρησιν· και τέλος, με τοιαύτα καλά εφόδια έλαβε δια της αγχόνης το μακάριον τέλος του μαρτυρίου, και τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς, προτιμήσας τον δι’ αγχόνης θάνατον υπέρ πάντα τα τίμια και λαμπρά της γης. Συνέβη δε εκ τινος περιστάσεως κατ’ εκείνην την εσπέραν να διαμείνη έξω της πόλεως η συνοδεία η φέρουσα εις ταύτην τον σίτον, δια το πλήθος των καμήλων· όθεν και οι οδηγούντες αυτάς ηναγκάσθησαν να διανυκτερεύσωσιν εις το ύπαιθρον. Τούτο δε φαίνεται ο Θεός ωκονόμησε δια να φανερώση εις τα έθνη και την αθωότητα του ανδρός, και την θειότητα της χριστιανικής Πίστεως. Διότι καταλύσαντες ούτοι με τας καμήλους των προς το μέρος εκείνο της καταδίκης, εγένοντο ακούσιοι μάρτυρες εκείνων τα οποία είδον. Βλέπουν λοιπόν κατά την νύκτα εκείνην φως μέγα κατελθόν ουρανόθεν, όπερ εκάθισεν επάνω εις το μαρτυρικόν εκείνο σώμα· και τούτο όλην την νύκτα βλέποντες, εξίσταντο και συνείχοντο υπό φόβου. Ημέρας δε γενομένης, έσπευσαν εις τον κριτήν και διηγήθησαν το όραμα μετά πολλής εκπλήξεως. Ο δε κριτής ταύτα ακούσας και πιστεύσας εις αυτούς, εκστατικός γενόμενος, εβόα· «Κρίμα, κρίμα», αποδίδων το θαύμα εις την αθωότητα του Μάρτυρος, ουχί δε και εις την αγιότητα της χριστιανικής Πίστεως· αλλά και ούτως ανεγνώριζον την αθωότητα του καλού Ιωάννου. Άλλοι δε αγνοούντες και τα δύο έλεγον· «Επειδή ο άπιστος Γκιαούρης εφόνευσεν εμίρην Τούρκον, ο Θεός έρριψε πυρ δια να τον κατακαύση». Μετά τρεις ημέρας εδόθη άδεια εις τους Χριστιανούς, οίτινες λαβόντες το άγιον λείψανον έθαψαν αυτό εντίμως ες την αυλήν του Αγίου Γεωργίου, τη 18η του αυτού μηνός. ΕΕγένετο δε τότε και το εξής θαύμα. Γυνή τις ενός εκ των πλέον ευγενών Χριστιανών έπασχε πάθος πολυχρόνιον, ημικρανίαν καλούμενον, ουδαμού δε ηδύνατο επί πολλά έτη να εύρη θεραπείαν. Όθεν εζήτησε και της έφεραν μέρος τι του ενδύματός του και του μαρτυρικού σχοινίου του, και δι’ αυτών καπνισθείσα έλαβε τελείαν την θεραπείαν του πάθους της και εδόξασε τον Θεόν και τον καλλίνικον αυτού Αθλητήν Ιωάννην. Αυτού αγίαις πρεσβείαις ελεήσαι και σώσαι και ημάς ο Θεός. Αμήν.                                                          

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο Όσιος ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος της επονομαζομένης Σουρβίας

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος της επονομαζομένης Σουρβίας, εν ειρήνη τελειούται.                                                   

Γεράσιμος ο μέγας πατήρ ημών ο κτίτωρ της Ιεράς Μονής της Αγίας Τριάδος Σουρβίας, πατρίδα είχε την Πελοπόννησον καταγόμενος από χωρίον Λεοντάρι καλούμενον. Ούτος, αφού απεγαλακτίσθη και έγινεν οκτώ ετών, τον έβαλον οι γονείς του εις διδάσκαλον, δια να μάθη τα ιερά γράμματα, τα οποία με δεξιότητα φύσεως και με επιμέλειαν, εις ολίγου καιρού διάστημα, τα έμαθε και τα μετεχειρίσθη ως ένα διδάσκαλον άριστον, εις το να απολαύση εκείνα τα οποία διδάσκουν τα ιερά αυτά γράμματα, ήτοι την ουράνιον βασιλείαν. Επειδή και έδωκεν όλον τον εαυτόν του εις την ανάγνωσιν των Βίων των Αγίων, και μάλιστα των Οσίων Πατέρων, τους οποίους ζηλώσας και θέλων να τους μιμηθή, απέρριψε την ματαίαν φροντίδα του κόσμου και εμίσησε σάρκα, κόσμον και κοσμοκράτορα, υποκλίνας τον αυχένα εις τον ελαφρόν ζυγόν της ευαγγελικής ζωής, σταυρώσας την σάρκα συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις· διο και ηδύνατο κατά αλήθειαν να λέγη το του Αποστόλου Παύλου· «Εμοί δε κόσμος εσταύρωται, καγώ τω κόσμω». Όταν έφθασεν εις άνδρα τέλειον και μέτρον ηλικίας, κατά το δη λεγόμενον, επειδή και ως έξω κόσμου ζων και όλως του Πνεύματος γεγονώς, κατά την εντολήν του θείου Αποστόλου την λέγουσαν· «Ει ζώμεν πνεύματι, πνεύματι και στοιχώμεν», έλαβε την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, χειροτονηθείς βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος, έπειτα ως άλλος Πατριάρχης Αβραάμ ήκουσε με τα νοητά ώτα της ψυχής: «Έξελθε εκ της γης σου, και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις την γην ην αν σοι δείξω», το οποίον όχι μόνον ήκουσε καθώς και άλλοι τινές το ήκουσαν μόνον, αλλ΄και το ετελείωσε· και φεύγων δεν εστράφη να ιδή όπισθεν, φοβούμενος το υπόδειγμα της του Λωτ γυναικός, αλλ’ ως διψώσα έλαφος έτρεχε την οδόν την ευθείαν, την φέρουσαν εις την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ· και φθάσας εις αυτήν με πολλήν ευλάβειαν επροσκύνησε τους Αγίους Τόπους και λαβών την παρ’ αυτών αγιότητα και δύναμιν, εξήλθεν εκ της Ιερουσαλήμ, καθώς τον παλαιόν καιρόν οι θείοι Απόστολοι, καθωπλισμένος την πύρινον γλώσσαν, την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Διερχόμενος δε πόλεις και χώρας, εκήρυττε λέγων: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών». Από τότε δε έδωκεν όλον τον εαυτόν του εις νηστείας, εις αγρυπνίας και εις προσευχάς, ώστε ηδυνήθη να λέγη· «Ζω δε ουκ έτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Περιερχόμενος δε τας ρηθείσας πόλεις, ως νέος Απόστολος, έφθασε και έως τα μέρη της Δημητριάδος. Η Δημητριάς ήτο πόλις πλησίον του σημερινού Βόλου· επειδή δε εκτίσθη από τον βασιλέα Δημήτριον, ωνομάσθη Δημητριάς. Έχει δε νυν χωρία πολυάνθρωπα και χριστιανικώτατα. Άνωθεν αυτής της Δημητριάδος κείται χωρίον ή, καλλίτερον να είπω, πόλις επ’ όρους κειμένη ευαγγελικώς ονομαζομένη Μακρυνίτσα. Έλαβε δε την ονομασίαν αυτήν από την εξής αιτίαν: Προ του να κτισθή η πόλις αύτη εις το ρηθέν όρος, ήτο εκεί Μοναστήριον, και ωνομάζετο της Παναγίας της Μακαριωτίσσης. Όταν δ’ εκυριεύθη ο τόπος αυτός από την αντίχριστον βασιλείαν των Τούρκων, από τας πολλάς καταδρομάς κατεστράφη το Μοναστήριον, και έμεινε μόνος ο Ναός, ο οποίος και μέχρι του νυν διαμένει, επ’ ονόματι της Κυρίας Θεοτόκου τιμώμενος, στερεός κατά πολλά. Συνήχθησαν όθεν και έκτισαν οικίας οι άνθρωποι πέριξ της Εκκλησίας και κατ’ ολίγον συνεκροτήθη αρκετή πόλις πολυάνθρωπός τε και φιλόχριστος. Η νέα αύτη πόλις ωνομάσθη Μακαριώτισσα, λαβούσα την ονομασίαν εκ της Εκκλησίας της Κυρίας Θεοτόκου. Παραφθαρείσα δε η λέξις, αντί Μακαριώτισσα, εκλήθη Μακρυνίτσα, ως αληθώς αφιερωμένη εις την Κυρίαν Θεοτόκον, την οποίαν διαφυλάττει η Κυρία Θεοτόκος και συντηρεί ως ιδικήν της κληρονομίαν, με τον προπάτορά της Δαβίδ λέγουσα· «Αύτη η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος, ώδε κατοικήσει η χάρις μου, ότι ηρετισάμην αυτήν· την θύραν αυτής ευλογήσω, τους πτωχούς αυτής χορτάσω άρτον, και οι κατοικούντες εν αυτή αγαλλιάσει αγαλλιάσονται». Εις τα όρια της πόλεως αυτής, έως δύο ωρών διάστημα, ήτο τότε και είναι μέχρι του νυν εν Μοναστήριον κατά πολλά ήσυχον και ειρηνικόν, τιμώμενον εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, το οποίον έκτισεν εκ βάθρων ο Όσιος Διονύσιος, ο κτίτωρ της εν Ολύμπω Μονής ονομάζεται δε το Μοναστήριον Σουρβία. Εις το οποίον Μοναστήριον ελθών ο Όσιος Πατήρ ημών Γεράσιμος απεφάσισε να μείνη εκεί, επειδή του ήρεσε κατά πολλά το ήσυχον του τόπου και το ευκραές, και έμεινεν αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα της εναρέτου ζωής. Όσας δε προσευχάς, νηστείας και χαμευνίας έκαμνεν, μόνος ο καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει. Δια τας πολλάς τού Οσίου Γερασίμου αρετάς, τον ηξίωσεν ο Θεός να κάμνη και θαύματα έτι ζων, και τον έκαμεν ονομαστόν εις όλα εκείνα τα χωρία. ΚΚαι καθώς δεν είναι δυνατόν να κρυφθή πόλις επάνω όρους κειμένη, κατά τον ευαγγελικόν λόγον, ούτω και ο Πατήρ ημών Γεράσιμος εφάνη εις όλους, ότι ήτο ενάρετος και άνθρωπος φοβούμενος τον Θεόν. Του οποίου την φήμην ακούσασα και μία γυνή στείρα, από χωρίον ονομαζόμενον Κερασέα, ήλθε προς αυτόν τον Άγιον χαίρουσα και παρακαλούσα να εισακούση την δέησίν της, και πεσούσα εις τους πόδας του Αγίου έλεγε· «Βοήθει μοι, Άγιε του Θεού, και ευλόγησόν με να κάμω παιδίον»· ο δε Άγιος πρώτον μεν, ως ταπεινός όπου ήτο, δεν ηθέλησε να εισακούση την δέησίν της, αλλά με σχήμα ταπεινόν και ευλαβητικήν φωνήν της είπεν· «Ύπαγε, τέκνον μου, εις τον οίκον σου και ο Θεός ας σε ευλογήση· διότι εγώ δεν είμαι άξιος να σε ευλογήσω, ως άνθρωπος αμαρτωλός». Πλην εκείνη δεν ηθέλησε να εισακούση και να φύγη, αλλά περισσότερον παρεκάλει. Ευσπλαγχνισθείς τέλος ο Άγιος της γυναικός τα δάκρυα, της είπεν· «Ύπαγε, ο Θεός σε ηυλόγησε και θα κάμης τρία παιδιά». Τότε η γυνή επήρε συγχώρησιν και ανεχώρησεν από τον Άγιον με πίστιν και ευλάβειαν. Όταν δε ανεχώρησεν η γυνή, έπεσεν ο Άγιος εις προσευχήν προς τον Θεόν περί της γυναικός. Εισήκουσε δε ο Θεός την δέησιν του δικαίου και εχάρισε της γυναικός εκείνο όπου εζητούσεν, αποκτήσασα εν καιρώ τρία παιδία, και τα τρία αρσενικά. Και το μεν πρώτον το ωνόμασαν Διαμαντήν, το δε άλλον Ιωάννην και το τρίτον Τριαντάφυλλον. Μοι φαίνεται ότι και αυτή η ονομασία των παίδων δεν έγινε χωρίς πρόνοιαν Θεού, αλλά φαίνεται να έχη κάτι τι απόκρυφον μυστήριον της του Θεού προνοίας. Το Ιωάννης ερμηνεύεται χάρις, η αίτησις του Οσίου όπου ήτο περί παίδων, εδόθη προς τον Άγιον ως μία χάρις εστεφανωμένη, ως μία χάρις αδαμαντοκόλλητος και ροδοστεφής, ως αληθώς στέφανος θείος και άξιος να δίδηται εις όσους έλαβον την Χάριν του Θεού, καθώς ο θείος Γεράσιμος. Άλλην φοράν ηθέλησεν ο Άγιος να υπάγη εις πόλιν καλουμένην Αγυιάν, και διαβαίνων την εκείθεν του Μοναστηρίου λίμνην, την ονομαζομένην Κάρλαν, η οποία εξάγει πολλούς ιχθύς, έτυχε και ήτο ημέρα Παρασκευή, εύρε δε τους αλιείς αλιεύοντας δια να φάγωσι. Τούτους ενουθέτησε λέγων εις αυτούς, ότι δεν είναι πρέπον και νόμιμον οι Χριστιανοί να τρώγουν ιχθύς την Τετάρτην και την Παρασκευήν, επειδή είναι εμποδισμένον από τους Αγίους Αποστόλους και από τους Αγίους Πατέρας μας. Προσέτι τους είπε και τον Κανόνα του μεγάλου Αθανασίου· «Συσταυροί τον Κύριον τοις Ιουδαίοις ο εσθίων ιχθύας Τετάρτην και Παρασκευήν». Οι δε, ως βάρβαροι και απαίδευτοι, δεν ήκουσαν την συμβουλήν του Αγίου, αλλά με μεγάλην αναισχυντίαν είπον προς αυτόν τον ίδιον λόγον, τον οποίον και έως την σήμερον πολλοί κοσμικοί προς τους Πατέρας λέγουσιν, όταν τους νουθετώσιν· «Αυτά εγράφησαν δια τους Μοναχούς και όχι δια ημάς τους κοσμικούς». Όθεν ζήλω θείω κινηθείς και ο ζηλωτής Γεράσιμος, είπε προς αυτούς· «Επειδή και την δωρεάν του Θεού, τους ιχθύς τους οποίους έδωκε δια κυβέρνησίν σας, μεταχειρίζεσθε σεις εις καταφρόνησιν του θείου νόμου, παρακαλώ τον Θεόν να τους αφανίση και πλέον να μη εξάγητε, να ξηρανθή δε και η λίμνη». Το οποίον και έγινε, ξηρανθείσης της λίμνης επί τινα καιρόν. Άλλοτε πάλιν διέβαινεν ο Άγιος από χωρίον Λιβάδιον καλούμενον· επειδή δε επλησίαζε προς το εσπέρας, κατέλυσεν εις φίλον του Ιερέα, Γεώργιον ονόματι· αφού δε εδείπνησεν, ηγέρθη ν’ αναγνώση με μεγάλην προσοχήν και ευλάβειαν το Απόδειπνόν του. Επειδή όμως το χωρίον είναι πλησίον του βάλτου, είχε και πολλούς βατράχους, οι οποίοι κατά την εποχήν εκείνην με μεγάλας φωνάς εφώναζον κατά την συνήθειάν των. Όθεν ο Άγιος, μη υποφέρων την σύγχυσιν όπου επροξενούσεν η θορυβώδης των βατράχων βοή, τους κατηράσθη και έμειναν σιωπώντες, έως ότου πάλιν άλλοτε έτυχε και διέβαινεν ο Άγιος από εκεί, και έμεινε πάλιν εις του αυτού Ιερέως Γεωργίου του ρηθέντος φίλου του, και αστεϊζόμενος του είπε· «Πάτερ Γεώργιε, διατί δεν λαλούσι τα αηδόνια του τόπου σας πλέον»; Ο δε είπε προς αυτόν· «Άγιε του Θεού, είναι τώρα τρία έτη, από τότε όπου τα κατηράσθης, και πλέον δεν ελάλησαν». Είπε δε ο Άγιος· «Ας λαλήσουν τώρα να τα ακούσωμεν», και ευθύς ελάλησαν ως το πρότερον. Συνήθειαν είχεν ο Άγιος και εσύχναζεν εις χώραν καλουμένην Βελεστίνον, είχε δε εν κελλίον μικρόν πλησίον εις την Εκκλησίαν, ένθα ήτο και η συνοικία των Χριστιανών, υπάρχον και έως την σήμερον και ονομαζόμενον του Αγίου Γερασίμου. Όθεν ησύχαζεν εκεί μερικάς ημέρας και εξωμολόγει τους εκείσε Χριστιανούς, και τους ενουθέτει τα προς σωτηρίαν. Μίαν δε των ημερών κατηγόρησε πολύ τους Κληρικούς δια τα εκκλησιαστικά, επειδή ήσαν άτακτοι εις αυτά. Οι δε αυθάδεις τον ασχημολόγησαν και πολύ τον κατηγόρησαν. Ο δε νέος Ελισσαίος κατά την χάριν, τους κατηράσθη λέγων· «Να έλθη μέγας λυσσών λύκος εις την οικίαν σας να σας δαγκάση, να αποθάνητε», το οποίον και έγινε, καθώς το γνωρίζουν και μέχρι σήμερον πολλοί. Θαύμα παρόμοιον προς το του Προφήτου Ελισσαίου, ο οποίος μη υποφέρων την κατηγορίαν των παιδίων, τα οποία τον περιέπαιζον, κατηράσθη αυτά, και εξήλθον δύο άρκτοι και κατεξέσχισαν εξ αυτών τεσσαράκοντα δύο, δια σωφρονισμόν των λοιπών πατέρων, οίτινες δεν διδάσκουν τα τέκνα των, να μη κατηγορούν τους Προφήτας και τους λοιπούς Αγίους. Τον όμοιον τρόπον μετεχειρίσθη και ο θαυμαστός Γεράσιμος δια σωφρονισμόν των λοιπών ατάκτων Κληρικών. Ευρισκόμενος εκεί εις το Βελεστίνον ο Όσιος και αγωνιζόμενος εις το κελλίον του κατά την συνήθειάν του, εγνώρισε τον θάνατόν του, και θέλων να υπάγη εις το Μοναστήριόν του δια να δώση το κοινόν χρέος και να ταφή το σώμα του εις την Ιεράν Μονήν της Ομοουσίου και ζωοποιού Τριάδος, έστειλεν εν γράμμα εις τον Ηγούμενον του Μοναστηρίου. Ο δε Ηγούμενος ευθύς ως έλαβε το γράμμα του έστειλε τον ημίονον, ανέβη δε ο Άγιος και ανεχώρησε κρυφίως· διότι οι Βελεστινιώται δεν τον άφηναν να φύγη, θέλοντες να τον έχουν εις την χώραν των, δια να συγχωρηθή το σφάλμα όπερ έκαμον εις αυτόν οι άτακτοι Κληρικοί και τον εκακολόγησαν· όμως έφυγε κρυφίως ο Άγιος. Όταν δε έφθασεν εις το χωρίον ονομαζόμενον Ριζόμυλον, αντελήφθησαν την αναχώρησίν του και έσπευσαν προς αυτόν, ο δε Όσιος Πατήρ ημών Γεράσιμος με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος εγνώρισε τον ερχομόν των, και κατέβη του ημιόνου ευθύς, και έπεσεν εις προσευχήν. Έγινεν όθεν μεγάλη τρικυμία, αστραπαί και βρονταί πολλαί, βροχή και χάλαζα τόσον πολλή, ώστε εγύρισαν οπίσω άπρακτοι· ο δε Άγιος έφθασεν εις το Μοναστήριον και μετ’ ολίγας ημέρας ήλθον από το Βελεστίνον και εζήτησαν συγχώρησιν, δια την ατιμίαν όπου έκαμον εις αυτόν οι Κληρικοί των. Ο δε Άγιος χριστομιμήτως τους έδωσε την συγχώρησιν, και τους είπε, ότι δεν πρέπει να αυθαδιάζουν εις τους εκκλησιαστικούς ανθρώπους, διότι επαγγέλλονται ότι είναι του Κλήρου, αλλά πρέπει να δέχωνται τον έλεγχον των πνευματικών και να μη κάμνουν αταξίαν εις τα εκκλησιαστικά· επειδή αυτή η ατιμία αναφέρεται εις την κεφαλήν της Εκκλησίας, ήτις εστίν ο Χριστός, και αυτός ο Χριστός κάμνει και την εκδίκησιν, καθώς το είδετε προ ολίγου, και δια σωφρονισμόν σας επαίδευσε με θάνατον εκείνους οίτινες όχι προς εμέ, αλλ’ εις αυτόν τον Θεόν έπταισαν. Λοιπόν προσέχετε και έχετε μεγάλην ευλάβειαν εις τους ιερωμένους και μεταξύ σας την αδελφικήν αγάπην, διότι χωρίς την αγάπην δεν δύναταί τις να αξιωθή της Βασιλείας του Θεού. Αυτά και άλλα περισσότερα τους είπεν ο Όσιος, οι οποίοι πληροφορηθέντες ότι έλαβον την ευχήν του Αγίου και ασπασάμενοι την αγίαν του δεξιάν, ανεχώρησαν εις την χώραν των. Προσκαλεσάμενος τότε ο Άγιος πάσαν την αδελφότητα ήρξατο λέγων προς αυτούς ταύτα· «Αδελφοί και Πατέρες, ευλογητός ο Θεός, όστις δια την άφατον αυτού ευσπλαγχνίαν έχει να ελευθερώση σήμερον την αμαρτωλήν μου ψυχήν από την φυλακήν (από τούτον, λέγω, τον κόσμον)· και δια τούτο παρακαλώ υμάς να ενθυμηθήτε την εντολήν του Δεσπότου μας Χριστού, όστις λέγει· «Άφετε και αφεθήσεται υμίν», και να δώσετε εις εμέ την συγχώρησιν, εάν ποτε σας έπταισα. Και είμαι βέβαιος ότι έπταισα ως άνθρωπος, όχι άπαξ, αλλά πολλάκις και λέγω και εγώ εις την αγιωσύνην σας το «Ο Θεός συγχωρήσαι υμίν τα όσα εις εμέ ως άνθρωποι επταίσατε». Προσέχεται, αδελφοί, να μη παραβαίνετε τας εντολάς του Θεού, να αγαπάτε την προσευχήν, διότι είναι ομιλία ανθρώπου με τον Θεόν, να μη αμελήτε του κανόνος σας, να έχετε την αγάπην μεταξύ σας, να συντρέχητε εις την εξομολόγησιν, διότι είναι το κλειδί του Παραδείσου, και καθώς χωρίς του κλειδίου είναι αδύνατον να ανοιχθή η θύρα, ούτω και ο άνθρωπος, χωρίς εξομολόγησιν είναι αδύνατον να εισέλθη εις την Βασιλείαν των ουρανών. Προσέχετε και τούτο καλώς, όσοι έχετε ιερωσύνην, διότι ο λαμβάνων χρήματα και συγχωρών αμαρτίας είναι διάβολος. Ομοίως και όσοι δίδουν χρήματα δια να αγοράσωσι την συγχώρησιν των αμαρτιών των, διότι η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος δεν αγοράζεται με χρήματα, αλλά δίδεται δωρεάν εις τους ευλαβείς και φοβουμένους τον Κύριον, και εις εκείνους όπου έρχονται μετά πίστεως και φόβου Θεού εις το λουτρόν της εξομολογήσεως. Όσοι δε νομίζουσιν ότι η άφεσις των αμαρτιών αγοράζεται με χρήματα, άλλην χάριν δεν θα λάβωσι, παρά εκείνην την οποίαν έλαβεν ο Σίμων ο μάγος, προς τον οποίον ο μέγας Απόστολος Πέτρος με θυμόν είπε· «Το αργύριόν σιυ είη συν σοι εις απώλειαν, ότι ενόμισας την δωρεάν του Θεού δια χρημάτων κτάσθαι». Ακόμη σας παρακαλώ να μη ανακατώνεσθε εις κοσμικάς φροντίδας, αλλά να είσθε όλως διόλου προσηλωμένοι εις τον φόβον του Θεού, και να ενθυμήσθε την μνήμην του θανάτου· διότι είπεν εις των παλαιών Αγίων Πατέρων μας· «Όστις συχνάκις διαλογίζεται τον θάνατον ουδέποτε αποθνήσκει, και όστις ουκ ενθυμείται τον θάνατον, και ζων έτι απέθανε». Πιστεύσατέ μοι, αδελφοί Άγιοι, ότι νυχθημερόν μελετών τον θάνατον, πολλήν ωφέλειαν έλαβον εν εμοί». Ταύτα και έτερα ειπών προς τους Πατέρας ο Όσιος και νουθετήσας αυτούς πατρικώς, παρέδωκεν εις χείρας του Θεού την αγίαν του ψυχήν τη 14η Σεπτεμβρίου. Όπερ δεν έγινεν άνευ λόγου, αλλά κατά θείαν οικονομίαν. Επειδή αυτός εσταύρωσε την σάρκα συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις, και όλος ο Βίος του ήτο μία εκούσιος σταύρωσις, νέκρωσις δηλαδή των παθών, πρέπον και δίκαιον ήτο, και κατ’ αυτήν την σεβασμίαν ημέραν της παγκοσμίου εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού να υψωθή προς τας αιωνίους Μονάς, ο υψηλός την αρετήν και μετάρσιος και ουρανόφρων Γεράσιμος, να προστεθή εις τον χορόν των Αποστόλων ο νέος Απόστολος και κήρυξ της εναρέτου ζωής και διδάσκαλος. Εις τον χορόν των Προφητών και ηξιωμένος του προορατικού. Εις τον χορόν των Οσίων, ως Όσιος κεκοσκημένος και πράξει και θεωρία. Εις τον χορόν των Μαρτύρων, διότι όλος ο Βίος του υπήρξεν εκούσιον Μαρτύριον, έχων την πάλην ουχί προς «αίμα και σάρκα, κατά τον θείον Απόστολον, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας»· εις τον χορόν των Δικαίων, διότι ως φοίνιξ ήνθησεν εις τον παρόντα αιώνα, και απλώς ειπείν ισοστάσιος εγένετο των Αγίων Αγγέλων ο συνυμνών και συνδοξάζων μετ’ αυτών την ομοούσιον Τριάδα. Οι δε Πατέρες της Μονής τα νενομοθετημένα άπαντα ποιήσαντες εις το άγιον λείψανον, ενεταφίασαν αυτό εντίμως. Μετά δε καιρόν ποιήσαντες ανακομιδήν, εύρον τα τίμια λείψανα του Όσίου πάσης ευωδίας και θείας Χάριτος ανάπλεα, τα οποία ήσαν και είναι ποταμός ιαμάτων, εξ ων να διηγηθώμεν μερικά εν συντομία. Πολλοί δαιμονιζόμενοι δια πρεσβειών του Αγίου έλαβον την υγείαν των. Εις τα πέριξ χωρία του Μοναστηρίου μίαν φοράν έπεσεν ακρίς, και κατέφθειρε τα γεννήματα όλα· μη λεχοντες δε τι να κάμωσιν οι άνθρωποι των χωρίων, και που να εύρουν την θεραπείαν, έτρεξαν εις τον Άγιον, και λαβόντες την αγίαν αυτού κάραν έψαλαν αγιασμόν, και ευθύς εχάθησαν αι ακρίδες και έγιναν άφαντοι. Άλλοτε δε πάλιν εις την Σκόπελον συνέβη θανατικόν εις τους ανθρώπους, εις δε τας αμπέλους επέπεσον βλαβερά έντομα, και ακούοντες τα θαύματα του Αγίου οι Σκοπελίται, έστειλαν και έφεραν την αγίαν κάραν του Αγίου· και ευθύς ως ήλθεν η αγία κάρα εις το νησί επάνω, έπαυσε το θανατικόν, και ουδείς απέθανε πλέον, και τα έντομα εχάθησαν, ως τε πάντες έλεγον μετ’ εκπλήξεως· «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού»· Με μεγάλην δε τιμήν και ευλάβειαν δεξιωθέντες οι Σκοπελίται τον Άγιον, και με αργυράν θήκην κοσμήσαντες την αγίαν του κάραν, την εξαπέστειλαν εις την σεβασμίαν αυτού Μονήν. Μετά δε ικανόν καιρόν εις εν χωρίον πλησίον του Αγίου Γεωργίου, υπαγόμενον εις την Κοινότητα Αγίου Γεωργίου, ονομαζόμενον Πινακάταις, συνέβη ασθένεια θανατηφόρος, την οποίαν κάκιστα η δεισιδαιμονία των ανθρώπων απέδιδεν εις βρυκόλακας· τούτο όχι μόνον να το λέγη τις, αλλά και να το φαντάζηται είναι κακόν. Διότι ο διάβολος δεν έχη εξουσίαν να έμβη μέσα εις το σώμα το ανθρώπινον και να πλανά το πλάσμα του Θεού, τον άνθρωπον· γίνεται δε φανερόν τούτο και από το ιερόν Ευαγγέλιον, όπερ λέγει, ότι οι δαίμονες δεν έχουν εξουσίαν να έμβουν μέσα εις τους χοίρους. Λοιπόν εάν και εις τον χοίρον, όστις είναι εικών της αμαρτίας, δεν έχη άδειαν να έμβη ο διάβολος, πόσω μ΄λλον δεν έχει εξουσίαν να έμβη μέσα εις τον νεκρόν άνθρωπον, όστις είναι κατ’ εικόνα Θεού. Πλην η απιστία των ανθρώπων απομακρύνει τον Θεόν από τους ανθρώπους, και η απομάκρυνσις από του Θεού προξενεί τα τοιαύτα· ο δε διάβολος παρατηρεί τον καιρόν κατά τον οποίον επιπίπτει τοιαύτη ασθένεια προερχομένη από την πίεσιν του αίματος, και εις αυτόν τον καιρόν της τοιαύτης ασθενείας παρουσιάζει φλόγας εις τον αέρα και άλλα παρόμοια σημεία δια να πλανά τον κόσμον, από τα οποία επλανήθησαν και οι άνθρωποι εκείνοι, οίτινες ήσαν εις τους Πινακάταις, και έλεγον ότι βρυκόλακες πνίγουν τους ανθρώπους. Πλην απέθανον από την φοβεράν εκείνην ασθένειαν του αίματος, άνθρωποι είκοσι πέντε, των οποίων η ασθένεια ήτο τοιαύτη· αίμα έτρεχεν από την ρίνα και από το στόμα των και απέθανον. Μη έχοντες δε τι ν κάμουν οι Πινακατιώται, έστειλαν με ευλάβειαν μεγάλην και έφεραν την κάραν του γίου και με μεγάλην ευλάβειαν ψάλλοντες μεγάλην αγρυπνίαν, ύστερα έκαμαν εκτενή λιτανείαν και έπαυσεν ευθύς η ασθένεια, από δε τους ασθενείς κανείς δεν εβλάβη πλέον, και ουδέ έως την σήμερον η τοιαύτη ασθένεια ηκούσθη πλέον εις Πινακάταις. Δοξάζεται δε παρ’ αυτών ο θαυματουργός Γεράσιμος, και προ τούτου ο ενδοξαζόμενος εν τοις Αγίοις αυτού και φοβουμένοις αυτόν Κύριος. Έπρεπε δε κατά το γεγραμμένον και αι γλώσσαι και τα στόματα όλων να γίνωσιν όργανα δια να διηγηθούν τα εν τη Μακρυνίτση τελεσθέντα παρά του Οσίου πατρός ημών Γερασίμου θαύματα. Αλλ’ επειδή είναι αδύνατον, τα αφήνω και διηγούμαι εκ των πολλών ολίγα, φανερώνων, κατά την παροιμίαν, εξ όνυχος τον λέοντα και το ύφασμα εκ του κρασπέδου. Ήτο μία γυνή εις την Μακρυνίτσαν, ήτις εκεί όπου εκάθητο μίαν ημέραν εργαζομένη εις το εργόχειρόν της, της εφάνη αίφνης, ότι ήλθον έμπροσθέν της τινές μαύροι άνδρες, και ως τους είδεν από τον φόβον της έπεσε χαμαί, έμεινεν άφωνος, ήφριζε και έτριζε τους οδόντας· οι δε γονείς της στοχαζόμενοι ότι είναι εκ δαίμονος, έτρεξαν μετ’ ευλαβείας και έφεραν την κάραν του Αγίου, και ευθύς ως έψαλαν αγιασμόν και ερράντισαν την δαιμονιζομένην και ατακτούσαν εκείνην γυναίκα, ω του θαύματος! ευθύς έλαβε την υγείαν της, αναχωρήσαντος του δαίμονος. Άλλοτε πάλιν εις την αυτήν χώραν παιδίον έως δεκαπέντε ετών επειράζετο και αυτό από πολύν καιρόν από δαιμόνιον, και οι γονείς του μη έχοντες τι να κάμουν, κατέφυγον και αυτοί εις τον έτοιμον ιατρόν, τον μέγαν, λέγω, Γεράσιμον, και ευθύς ως ήλθεν η αγία του κάρα εις την οικίαν του δαιμονιζομένου παιδός και έψαλαν αγιασμόν, ηλευθερώθη παραχρήμα το παιδίον και έγινεν υγιές, δοξάζον τον Θεόν και τον Άγιον. Άλλην πάλιν φοράν οι Μακρυνιτσιώται έστειλαν και έφεραν την κάραν του Οσίου δια να ψάλουν αγιασμόν εις τους αγρούς των· αφού δε έψαλαν τον αγιασμόν, ο Ιερομόναχος κατά την τάξιν περιεφέρετο εις τους αγρούς, ραντίζων με τον αγιασμόν, και ιδού εφάνη εις μεγάλος όφις έμπροσθέν του, τον οποίον ο Ιερομόναχος ερράντισε με τον αγιασμόν, και ευθύς έμεινε νεκρός και ασάλευτος· με αυτό το ίδιον αγίασμα ραντισθείς εις Χριστιανός, όστις είχεν ασθένειαν, ήτοι πανάδαν εις τους οφθαλμούς, ω του θαύματος! παραχρήμα ανέβλεψεν. Ακόμη και εις τα χωρία όπου ονομάζονται Συρτάδες και Χατζήμησι, ήσαν ποτέ ποντικοί τόσον πολλοί, ώστε όλως ηφάνισαν τα σπαρτά των· οι δε χωρικοί μετά πάσης προθυμίας προσεκάλεσαν το άγιον λείψανον, και έκαμαν αγρυπνίαν, και μετά την θείαν Λειτουργίαν έψαλαν αγιασμόν, έπειτα εξήλθον εις τους αγρούς και ερράντισαν τα σπαρτά δια του αγιάσματος, όσοι δε αρουραίοι ποντικοί εφάνησαν εκείνην την ώραν και έπεσεν επάνω των αγίασμα, ευθύς εψόφησαν, λαβών δε εις γεωργός Γεροαλέξιος ονόματι μερικούς ψόφιους ποντικούς, τους επεδείκνυεν εις τους Τούρκους, οίτινες εθαύμαζον δια το μέγιστον τούτο θαύμα του Αγίου. Εις τον Άγιον Γεώργιον του Βελεστίνου εις άνθρωπος είχε πρόβατα, και έπεσεν εις αυτά ασθένεια και απέθνησκον· όθεν απελθών εις το Μοναστήριον, έβαλε τους Πατέρας και έψαλαν αγιασμόν με το άγιον λείψανον του γίου, και αφού δε επότισεν αγίασμα τα πρόβατά του, πλέον δεν εβλάβη κανέν. Οι Καναλιώται είχον συνήθειαν και ελάμβανον την κάραν του Αγίου κατ’ έτος, και έψαλλον αγιασμόν εις τους αγρούς των, και έκαστος από αυτούς έδιδεν εν κοιλόν σίτου χάριν ευλαβείας. Εις δε από αυτούς κατά μεν το όνομα Δήμος, κατά δε το επώνυμον Γουρουνάρης, δεν ηθέλησε να δώση τον διατεταγμένον σίτον, αλλά είπε και άσχημα λόγια προς τους Πατέρας. Ο δε Θεός τας ατιμίας των δούλων του ιδίας νομίζων, και ταχύς ων προς την παιδείαν, όταν στοχασθή ότι η παιδεία έχει να βλαστήση την μετάνοιαν, ω τι οικονομεί! Μετά εν έτος έπεσεν ακρίδα περισσή εις μόνους τους αγρούς τού ρηθέντος Δήμου, και ουδείς άλλος αγρός άλλου τινός εβλάβη, ειμή μόνον του σκληρού εκείνου Δήμου, ώστε και αυτός ο ίδιος εννοήσας δεν εσκληρύνθη, καθώς ποτέ ο Φαραώ, με τας δέκα πληγάς, αλλ’ ευθύς μετενόησε και προσέδραμεν εις τον Όσιον, αποδώσας και τον διατεταγμένον σίτον. Αυτός είναι ο Βίος του Οσίου Πατρός ημών Γερασίμου, ω ευλογημένοι Χριστιανοί, και τινα εκ των πολλών αυτού θαυμάτων. Τούτον όστις μιμηθή κατά την ισάγγελον αυτού ζωήν, έστω βέβαιος, ότι θα αξιωθή και αυτός της δόξης της οποίας ηξιώθη ο μέγας Γεράσιμος, Χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.