Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Του Οσίου ΚΟΣΜΑ του Ζωγραφίτου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν τω Αγίω Όρει του Άθω Οσίου ΚΟΣΜΑ του Ζωγραφίτου, ασκήσαντος εν έτει ατκγ΄ (1323).                                                                         

Κοσμάς ο Όσιος πατήρ ημών ήτο Βούλγαρος το γένος, και εγεννήθη εξ επαγγελίας από γονείς ευσεβείς και ευγενείς, οι οποίοι, αφού τον ανέθρεψαν καλώς, τον έβαλαν και έμαθε τα γράμματα της ελληνικής γλώσσης και της των Βουλγάρων· έπειτα εβούλοντο και να τον νυμφεύσωσιν. Όμως αυτός, έχων πόθον να γίνη Μοναχός, έφυγε κρυφίως από την πατρίδα του και απήλθεν εις το Άγιον Όρος, ενώ δε κατευωδούτο εις τον προς ον λορον του, εις την αρχήν του Αγίου Όρους ο μισόκαλος και φθονερός διάβολος, θέλων να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, εσχημάτισε κατά φαντασίαν έμπροσθέν του ως μίαν θάλασσαν από του ενός άκρου της αληθινής θαλάσσης έως εις το άλλο άκρον, και του έδειξε το Όρος ως νήσον· ο δε μακάριος Κοσμάς διαλογιζόμενος άρα γε πως εμβαίνουν οι Μοναχοί εις το Όρος, με σκάλαν ή με λέμβον, και μη έχων τινά να ερωτήση, έκαμεν εις τον Θεόν προσευχήν ούτω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δια πρεσβειών της παναχράντου σου Μητρός, δείξον μοι την οδόν, από την οποίαν εμβαίνουν οι Μοναχοί εις το Όρος». Και παρευθύς η φαινομένη εκείνη θάλασσα έγινεν άφαντος, και αναγνωρίσας την μηχανήν του διαβόλου ηυχαρίστησε τον Θεόν και την Θεοτόκον. Αφού δε εμβήκεν ανεμποδίστως εις το Άγιον Όρος, μετέβη εις την σεβασμίαν Μονήν του Ζωγράφου, και εγένετο δεκτός από τον προεστώτα και από όλους τους αδελφούς. Μείνας δε ικανόν καιρόν, ενεδύθη το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών από τον τότε Ηγούμενον, ο οποίος τον διώρισε να υπηρετή εις την Εκκλησίαν ομού με τους άλλους διακονητάς. Ότε δε επλησίασεν η εορτή του Ευαγγελισμού, λαβών συγχώρησιν παρά του προεστώτος, επορεύθη μετ’ άλλων αδελφών εις την Ιεράν Μονήν του Βατοπαιδίου, εις προσκύνησιν της αγίας Ζώνης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και των ευρισκομένων εκεί σεβασμίων λειψάνων των Αγίων· εμβάς δε εις την Εκκλησίαν, είδε μίαν γυναίκα υπηρετούσαν και επιμελουμένην της Εκκλησίας, ομοίως και της τραπέζης του Μοναστηρίου· και μη γινώσκων ότι αύτη ήτο η Υπεραγία Θεοτόκος, ελυπήθη πολύ, διότι δήθεν οι Μοναχοί δέχονται και γυναίκας μέσα εις τα Μοναστήρια, όπερ είναι πράγμα κινδυνώδες. Αφού λοιπόν επέστρεψε πάλιν εις του Ζωγράφου, βλέπων αυτόν ο Ηγούμενος περίλυπον σφόδρα, τον ηρώτησε την αιτίαν· ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν τα άνωθι· τότε ο Ηγούμενος του λέγει: «Γίνωσκε, τέκνον, ότι εκείνη η γυνή, την οποίαν είδες, ήτο η Υπεραγία Θεοτόκος, η προστάτις του Μοναστηρίου εκείνου, και παντός του Όρους τούτου». Ταύτα ακούσας ο Κοσμάς ηυχαρίστησε την Παναγίαν, ήτις κατεδέχθη να φανή εις αυτόν. Παρελθόντος ολίγου χρόνου εχειροτονήθη Διάκονος και Ιερεύς· και από τότε ήρχισε να αγωνίζηται περισσότερον, ποιών προθυμότατα όλας τας υπηρεσίας του Μοναστηρίου αγογγύστως. Εν μια δε των ημερών, μόνως ων εις την Εκκλησίαν, είπεν εις την εικόνα της Παναγίας: «Υπεραγία Θεοτόκε, παρεκάλεσε τον Υιόν σου και Θεόν ημών, να με οδηγήση πώς να σωθώ». Και ήκουσεν ευθύς φωνήν εκ της εικόνος λέγουσαν: «Υιέ και Θεέ μου, οδήγησον τον δούλον σου, πώς να σωθή»· ο δε Χριστός είπε προς την Θεοτόκον· «Ας αναχωρήση από το Μοναστήριον και ας ησυχάση κατά μόνας». Εξελθών λοιπόν από την Εκκλησίαν ανέφερε πάντα όσα ήκουσεν εις τον Ηγούμενον. Ο δε έδωκεν εις αυτόν εν κελλίον ήσυχον πλησίον του Μοναστηρίου· και ησυχάσας εκεί ο Όσιος, εις ολίγα έτη, Θεού βοηθεία, κατώρθωσεν όλας τας αρετάς, ώστε ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος· όθεν και πολλοί ήρχοντο προς αυτόν χάριν εξομολογήσεως. Εκεί ευρισκομένου του Αγίου ήλθον προς αυτόν δύο Ιερομόναχοι εκ της Μονής του Χιλιανδαρίου προς επίσκεψίν του, οίτινες προηγουμένως έκρυψαν εις την οδόν εν κολοκύνθιον γέμον οίνου, ίνα το εύρωσιν εις την επιστροφήν· αφού δε λαβόντες την ευχήν του Αγίου ητοιμάσθησαν να αναχωρήσουν, ο Άγιος, ως προορατικός όπου ήτο, τους είπε: «Το κολοκύνθιον όπου αφήκατε εις την οδόν, να το θραύσητε, ότι εμβήκεν όφις μέσα εις αυτό, και μη πίετε εξ εκείνου του οίνου, ίνα μη φαρμακωθήτε»·  ποιήσαντες δε κατόπιν οι Ιερομόναχοι ούτω και συντρίψαντες το κολοκύνθιον, εύρον τον όφιν, και εδόξασαν τον Θεόν τον σώσαντα αυτούς από του θανάτου, ευχαριστούντες και τον Όσιον Κοσμάν. Έτερος Μοναχός ενάρετος, Δαμιανός ονόματι, ασκητεύων πλησίον της Μονής του Εσφιγμένου, εις τόπον λεγόμενον Σαμάρεια, είχεν εντολήν να μη κοιμάται εις ξένον κελλίον· και εν μια των ημερών επήγεν εις ένα γνώριμόν του δια τινα αναγκαίαν υπηρεσίαν, και επειδή εκείνος έλειπε, τον ανέμενεν έως εσπέρας μέχρι της ελεύσεώς του. Αφού δε ήλθε και απεπεράτωσε την υπηρεσίαν του, ήθελε να υπάγη εις το κελλίον του· ο δε φίλος του τον εβίασε να μείνη εκεί, ότι ενύκτωσε πολύ, και ήδη ήρχισε και να βρέχη· όμως ο Δαμιανός δεν έμεινε δια την εντολήν, αλλ’ εκίνησε να υπάγη, και τόσον πολύ εσκοτείνιασε, και τόσον ραγδαία βροχή έπιπτεν, ώστε δεν ήξευρε τελείως που ευρίσκεται και που υπάγει· όθεν μη έχων άλλο τι να κάμη, εβόησε προς τον Κύριον λέγων· «Κύριε, σώσον με, απόλλυμαι». Ταύτα ειπών, ευθέως ευρέθη εις το κελλίον του· και το πρωϊ επήγεν εις τον Όσιον, και διηγήθη εις αυτόν εκείνο όπου έπαθεν, ίνα μάθη πόθεν προήλθε τούτο, μήπως και έσφαλε τι προς τον Θεόν και δεν το γνωρίζει. Ο δε Άγιος τω είπεν· «Αδελφέ, συ εφύλαξας την εντολήν, την οποίαν είχες, και ο Θεός εφύλαξέ σε εκ του θανάτου». Θεραπευθείς λοιπόν ο Δαμιανός εκ της απορίας του επήγεν εις το κελλίον του δοξάζων τον Θεόν. Ασθενήσας ποτέ ο Όσιος, επεθύμησεν ως άνθρωπος και αυτός να φάγη οψάριον, και ευθύς, ω του θαύματος! βλέπει αετόν, όστις του έφερεν οψάριον· διότι εκεί πλησίον ησκήτευε τις πνευματικός, Χριστοφόρος ονόματι, όστις ασθενήσας εμήνυσε εις τινα να του φέρη οψάριον, ο οποίος και του το έφερε και ενώ το έπλυνε, πετάσας ο αετός το ήρπασεν από τας χείρας του Χριστοφόρου, και φέρων το έβαλεν έμπροσθεν του Κοσμά· ο δε ευχαριστήσας τον Θεόν, το έψησε και καθίσας δια να φάγη, ακούει φωνήν λέγουσαν· «Φύλαξον το μερίδιον του Χριστοφόρου, ότι αυτός το εφρόντισε». Και το πρωϊ επήγεν ο Χριστοφόρος προς τον Όσιον, και έκρουσε την θύραν του, ο δε Κοσμάς απεκρίθη έσωθεν· «Είσελθε, ότι σε προσμένω, δια να φάγης το μερίδιόν σου από το οψάριον όπου εφρόντισες». Τότε ο Χριστοφόρος θαυμάσας ηρώτησε να μάθη καταλεπτώς την υπόθεσιν· ο δε είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν· αφού λοιπόν συνηυφράνθησαν και ηγαλλιάσαντο εν Κυρίω, απήλθεν ο Χριστοφόρος εις το κελλίον του. Άλλοτε πάλιν την Μεγάλην Πέμπτην πρωϊ είδε μίαν ψυχήν εις τον αέρα, ήτις εβασανίζετο υπό των δαιμόνων, και γνωρίσας ότι ήτο του Ηγουμένου του Χιλιανδαρίου, απέστειλε τον μαθητήν του εις το Χιλιανδάριον, δια να δώση είδησιν εις τους αδελφούς, να κάμουν δέησιν εις τον Θεόν υπέρ της ψυχής αυτού· ο μεν λοιπόν μαθητής του Αγίου επήγε και ανέφερεν εις αυτούς την οπτασίαν του Οσίου· οι δε απιστήσαντες έλεγον· «Ο Ηγούμενος τώρα εξήλθε της Εκκλησίας και επήγεν εις το κελλίον του, δια να φέρη τα χρειαζόμενα εις την λειτουργίαν και να μεταδώση εις τους αδελφούς, και εκείνος ο πεπλανημένος λέγει να κάμωμεν δέησιν υπέρ αυτού»; Απελθόντες όμως εις το κελλίον του να ίδωσι, τον εύρον νεκρόν. Άλλοτε πάλιν επήγεν ο Χριστοφόρος προς αυτόν, δια να ακούση λόγον Θεού, και πλησιάσας εις την θύραν ακούει ομιλίαν και νομίσας ότι είναι τις εντός, χάριν εξομολογήσεως, περιέμενεν έξω ώραν πολλήν, έως ου έπαυσεν η ομιλία, και τότε έκρουσε την θύραν και εξήλθεν ο Όσιος και ασπασθέντες αλλήλους εισήλθον, και ποιήσαντες ευχήν εκάθισαν· και επειδή ο Χριστοφόρος δεν είδεν άλλον τινά, ηρώτησε τον Άγιον με ποίον συνωμίλει προ ολίγου. Ο δε γνωρίσας, ότι δεν ήτο δυνατόν να το κρύψη, του είπε· «Μετά του Χριστού, όστις μοι είπεν εκείνα τα οποία μέλλω να πάθω από τους δαίμονας μετ’ ολίγον, και ότι έχω να μετοικήσω εντός ολίγων ημερών και να υπάγω εις την βασιλείαν του· συ λοιπόν πορευθείς εν ειρήνη, μη αμελήσης να έλθης την δείνα ημέραν πάλιν έως εδώ». Απελθών ο Χριστοφόρος κατά την διωρισμένην ημέραν επήγε πάλιν προς τον Άγιον, και ευρών αυτόν κοιτόμενον και ημιθανή, ηρώτησε την αιτίαν. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ο άρχων των δαιμόνων ήλθε χθες ούσης οψίας μετά πολλών δαιμόνων, κλαίων και λέγων· «ω ανίσχυροι και αμελέστατοι, πως δεν ηδυνήθη ουδείς εξ υμών να φονεύση τον μέγαν  τούτον εχθρόν μου, όστις με επίκρανε τόσον πολλά, και τέλος μου ήρπασε και τον θρόνον τον οποίον είχον»; Ταύτα ειπών ο πονηρός επήρε μίαν ράβδον και με έδειρεν ισχυρότατα εις όλον το σώμα, καθώς το βλέπεις». Τότε έμεινεν ο Χριστοφόρος εκεί και τον επεμελείτο εις την ασθένειαν. Μετά δύο ημέρας εζήτησεν ο Όσιος να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων και κοινωνήσας ευλαβώς, και ευχαριστήσας τον Θεόν, παρέδωκεν εις χείρας αυτού το πνεύμα αυτού, εν μηνί Σεπτεμβρίου τη εικοστή Δευτέρα, κατά το ατκγ΄ (1323) έτος από Χριστού. Όπερ μαθόντες οι Πατέρες του Μοναστηρίου μετέβησαν οι τε Ιερείς και Μοναχοί δια να ενταφιάσουν το ιερόν λείψανον του Οσίου· ο δε Θεός, ο δοξάζων τους Αυτόν δοξάζοντας, εδόξασε και τούτον τον Άγιον και μετά θάνατον ως εξής: Όταν οι αδελφοί έψαλλον το σεβάσμιον λείψανον, συνήχθησαν εκεί όλα τα ζώα της ερήμου, χερσαία τε και εναέρια και ίσταντο ήσυχα, έως ου το έθαψαν· και τότε εφώναξαν έκαστον την φωνήν του δυνατώτατα, και ούτω διεσκορπίσθησαν πάλιν εις την έρημον. Μετά δε τεσσαράκοντα ημέρας ήλθον οι αδελφοί του Μοναστηρίου εις το κελλίον εκείνο, και έκαμαν αγρυπνίαν· έπειτα ήνοιξαν τον τάφον του Οσίου, ίνα άρωσι το τίμιόν του λείψανον εις την Ιεράν Μονήν και, ω των αρρήτων θαυμάτων σου, Χριστέ Βασιλεύ! δεν το εύρον εν τω τάφω. Τι έγινεν; Ουδείς γινώσκει μέχρι της σήμερον, αλλά μόνος ο Θεός· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΦΩΚΑΣ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΦΩΚΑ του κηπουρού, ξίφει τελειωθέντος.                                                                                                                                      

Φωκάς ο τρισμακάριος και πανένδοξος ούτος Μάρτυς εγεννήθη και ανετράφη εν τη κατά την Μαύρην θάλασσαν μεγαλουπόλει Σινώπη, η οποία πόλις είναι επαινετή και δια πολλά άλλα προτερήματα, όμως περισσότερον μεγαλύνεται λμπρώς με τούτον τον μέγαν και αήττητον αριστέα Φωκάν, δια τα άπειρα θαύματα όπου τελεί καθ’ εκάστην. Ούτος ο μακάριος από νεότητός του ειργάζετο κήπον και απ’ αυτόν επορίζετο την ζωοτροφίαν του· είχε δε τον κήπον και δι’ εαυτόν και δια τους άλλους ξένους και πτωχούς. Το οικίδιόν του ήτο εμπρός εις την πύλην του κάστρου προς τον λιμένα· δια τούτο δεν έλειπον ποτέ ξένοι και πτωχοί, τους οποίους εφίλευε και εδέχετο πτωχικά, καθώς ηδύνατο, από την εργασίαν του κήπου. Και με όλον όπου εδέχετο καθ’ ένα πτωχικά, η προαίρεσις όμως της φιλοξενίας του εσύναζε πλουσίους θησαυρούς εις τα ταμεία της ουρανών βασιλείας· η φιλοξενία λοιπόν τον εχειραγώγησε και τον απέδειξεν εις το ύστερον Μάρτυρα και θαυματουργόν εν γη και εν θαλάσση διαπρύσιον. Τον καιρόν εκείνον εφρύαξαν άρχοντες και λαοί ειδωλολάτραι κατά του Κυρίου και κατά των Χριστιανών· όθεν πανταχού όπου ήθελον ακούσει όνομα Χριστιανού, ώσπερ οι λύκοι τα πρόβατα, ούτω και αυτοί εφόνευον τους Χριστιανούς χωρίς εξέτασιν και χωρίς κρίσιν. Ηκούσθη δε και ο πτωχός ούτος κηπουρός, ο ιερός, λέγω, Φωκάς, ως Χριστιανός· και ευθύς απεστάλησαν στρατιώται παρά των αρχόντων και κριτών της αδικίας, να φέρουν την κεφαλήν του τρισολβίου Φωκά. Ελθόντες λοιπόν εκείνοι οι φονείς, τους εδέχθη ως ξένους ο μακάριος Φωκάς, χωρίς να γνωρίση αυτός εκείνους και αυτοί εκείνον. Είχον οι λύκοι το πρόβατον εις το χέρι, αλλά δεν το εγνώριζον· η πάρδαλις με τον έριφον και οι λέοντες με τον μόσχον συνεβόσκοντο· οι φονείς με τον κατάδικον φιλεύονται εις μίαν τράπεζαν. Αφού παρήλθον ημέραι τινές και εφιλιώθησαν προς αλλήλους, ηρώτησεν ο ιερός Φωκάς τους στρατιώτας, δια ποίαν αφορμήν επήραν τον κόπον και ήλθον εις τούτον τον τόπον. Εκείνοι δε, δια την φιλίαν την οποίαν έδειξεν εις αυτούς και πεποίθησιν, ως φίλον μυστικόν του εφανέρωσαν την υπόθεσιν· ότι δηλαδή είναι απεσταλμένοι υπό της εξουσίας να εύρουν τον Φωκάν να τον αποκεφαλίσουν ως Χριστιανόν και τον παρεκάλεσαν να μη είπη τινός, και μάλιστα του είπον, ότι «μεγάλην χάριν θα μας έκαμνες, αδελφέ, ανίσως τον γνωρίζης και μας τον φανερώσης». Ήκουσε ταύτα ο όντως δούλος του Χριστού και αντί να φοβηθή, έλαβε προθυμίαν, εχάρη και ηγαλλιάσατο, και εμελέτα καθ’ εαυτόν λέγων· «Ήλθεν ο ποθούμενος καιρός, εφάνη η λαμπρά ημέρα να δείξω με το έργον ότι είμαι αληθινός Χριστιανός και γνήσιος δούλος Κυρίου». Ω μακαρία ψυχή! Ευθύς ότε ήκουσε το πικρόν μήνυμα του θανάτου, είχε και τον τρόπον και τον καιρόν να αναχωρήση· δεν έδειξεν όμως τοιαύτην δειλίαν ο όντως υιός της βασιλείας, αλλά και υπεσχέθη εις τους φονείς του, μετά προθυμίας, λέγων προς αυτούς ταύτα· «Εγώ φίλοι μου, να σας συμβοηθήσω εις ταύτην την υπόθεσιν δια την εύρεσιν του Φωκά, τον οποίον ηξεύρω πολύ καλά και είναι ευκολώτατον να τον εύρω, και όχι με πολυκαιρίαν, αλλά αύριον θέλετε τον έχει εις τας χείρας σας· μόνον σεις μείνατε εις τον πτωχικόν μου οικίσκον και εγώ θέλω σας ελευθερώσει από ταύτην την φροντίδα». Ταύτα ειπών μετέβη και ητοίμασε να φιλεύση τους φίλους και φονείς, και έσκαψε με τας χείρας του και ητοίμασε τον τάφον του· το δε πρωϊ λέγει εις τους στρατιώτας· «Γνωρίσατε, ω φίλοι μου, ότι με πολλήν επιμέλειαν εξήτασα τον Φωκάν και τον εύρον· λοιπόν το κυνήγιον είναι έτοιμον εις την παγίδα σας». Εκείνοι δε καθώς ήκουσαν, εχάρησαν κατά πολύ και τον ηρώτησαν που ευρίσκεται. Λέγει εις αυτούς ο Φωκάς· «Δεν είναι μακράν, αλλά συνομιλεί με σας, διότι εγώ είμαι ο ίδιος, και κάμετε το έργον δια το οποίον εκάμετε τόσην οδοιπορίαν με κόπον έως εδώ». Εκείνοι δε, καθώς ήκουσαν τον λόγον, επληγώθησαν την καρδίαν και έμειναν ως εκστατικοί, ευλαβηθέντες την περιποίησιν και φιλοξενίαν του Μάρτυρος, και εντρέποντο καν να τον ίδωσιν εις το πρόσωπον. Ο Άγιος όμως τους παρεκίνει, παρακλών αυτούς και λέγων· «Εις τούτο, φίλοι μου, μη έχετε κανένα δισταγμόν δια τον φόνον, εις τον οποίον δεν είσθε σεις αιτία, αλλ’ εκείνοι όπου σας έστειλαν». Με τοιούτους παρακινητικούς λόγους κατέπεισε τους στρατιώτας και τον απεκεφάλισαν· και η μεν μακαρία του ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια, δια να λάβη παρά της δεξιάς του Υψίστου τον στέφανον του Μαρτυρίου· το δε υπέρτιμον αυτού σώμα έμεινεν εις την γην, μέγα και άσυλον ιατρείον εις όσους εις αυτό προστρέχουσι μετ’ ευλαβείας και πίστεως. Οι δε φιλομάρτυρες Χριστιανοί έκτισαν εις τον τόπον εκείνον Εκκλησίαν μεγαλοπρεπή, και κατέθεσαν το πάνσεπτον λείψανον, το οποίον έγινε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος των θλιβομένων παρηγορία, των ασθενούντων ιατρείον και των πεινώντων τροφή. Ούτος ο Άγιος επρόφθασε και έφερε δωρεάν σίτον εις την πατρίδα του, όταν εκινδύνευον εκεί να αποθάνουν από πείναν, αλλά και εις όλους τους χρείαν έχοντας δωρεάν χαρίζεται. Αυτός ο Άγιος Φωκάς εφάνη και εις ναύτας, οίτινες εκινδύνευον να καταποντισθώσιν εις το πέλαγος, κι τους ελύτρωσεν από τον πνιγμόν. Άλλοτε πάλιν εφάνη την νύκτα και παρεκίνησε πηδαλιούχον κοιμηθέντα να είναι έτοιμος εις το πηδάλιον, επειδή έμελλε να γίνη τρικυμία εξαφνική. Και άλλας φοράς τον έβλεπον οι ναύται φανερά εις τας μεγάλας ταραχάς, ότι εβοήθει, πότε εις τα σχοινία των σιδήρων και πότε εις τα ιστία, και άλλοτε εφύλαττε το πλοίον να μη πέση εις αβαθή ή εις βράχους. Όθεν έγινε συνήθεια και νόμος εις τους ναύτας να έχουν τον Άγιον Φωκάν ομοτράπεζον. Όθεν, όταν εκάθιζον εις την τράπεζαν, ηγόραζεν εις εκ των ναυτών το μερίδιον του Αγίου, την άλλην ημέραν το ηγόραζεν άλλος, την άλλην άλλος και ούτω συνεκέντρωνον αργύρια, τα οποία, όταν έφθανε το πλοίον εις τον προορισμόν του, τα εμοίραζον εις τους εκεί υπάρχοντας πένητας. Ποίος ακόμη ημπορεί ν διηγηθή τας ιατρείας των εν ανάγκαις, εις άλλους φαινόμενος καθ’ ύπνον, και εις άλλους ενεργών αοράτως τας ιάσεις εις τους με ευλάβειαν αυτόν επικαλουμένους; Στοχασθήτε, αδελφοί, την δύναμιν και την αξίαν της αρετής, εις πόσην δόξαν και τιμήν φέρει εκείνον, όστις την εργάζεται με προαίρεσιν άδολον και καθαράν, είτε μέγας τύχοι να είναι ούτος, είτε μικρός, καθώς ο μακάριος Φωκάς, όστις ήτο εις άνθρωπος πτωχός και αφανής και ευτελέστατος κηπουρός, και η απλή και άκακος προαίρεσις τον ηξίωσε να τον προσκυνώσι βασιλείς, αξιωματικοί και ιδιώται, ευγενείς τε και βάρβαροι. Και ημείς προβαλλόμεθα αυτόν πρέσβυν προς Κύριον, όπως γένηται ίλεως ημίν εν τε τω παρόντι βίω, και εν τω μέλλοντι και ατελευτήτω αιώνι. Αμήν.

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Φωκάς

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΦΩΚΑ του θαυματουργού, του εν λουτρώ σφοδρώς πυρωθέντι τελειωθέντος.                                          

Φωκάς ο Άγιος Ιερομάρτυς ήτο υιός Παμφίλου και Μαρίας, καταγόμενος εκ πόλεως Σινώπης, αρχαίας και περιφανούς ούσης κατά την Μαύρην θάλασσαν. Ευθύς δε εξ απαλών ονύχων ηξιώθη να λάβη τη Χάριν του Αγίου Πνεύματος και να ενεργή παράδιξα θαύματα. Έπειτα δε έγινε και Επίσκοπος και πολλούς απίστους επέστρεψεν εις το φως της θεογνωσίας, τόσον με τα θεία του λόγια, όσον και με τα υπερφυσικά του τεράστια· πάντοτε δε εδίδασκε και εθαυματούργει έως εσχάτης του αναπνοής. Απεκαλύφθη δε εις αυτόν το μαρτυρικόν τέλος, όπερ έμελλε να λάβη, με τοιούτον σημείον παράδοξον· μία περιστερά ελθούσα εκάθισεν επί της κεφαλής του, και θέσασα επ’ αυτής στέφανον, ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν και είπε· «Ποτήριον εκεράσθη εις σε και πρέπει να το πίης». Και τη αληθεία το τοιούτον ποτήριον του Μαρτυρίου ηξιώθη να πίη ο αοίδιμος επί της βασιλείας του Τραϊανού, εν έτει ρα΄ (101). Ούτος διαλάμπων με πολιτείαν καθαράν και με αρετάς διαφόρους ωδηγήθη εις τον έπαρχον Αφρικανόν και ερωτηθείς παρ’ αυτού, εθεολόγησρ και παρρησία εδίδαξε την εις Χριστόν τον Θεόν ημών πίστην. Επειδή δε ο Αφρικανός ετόλμησε να βλασφημήση τον Χριστόν και να τιμωρήση τον Άγιον, δια τούτο ευθύς έγινε σεισμός μέγας, από τον οποίον έπεσαν κάτω νεκροί ο τε έπαρχος και οι στρατιώται αυτού. Αλλ’ ο Άγιος τον ανέστησε, καθότι παρεκάλεσεν αυτόν η γυνή του επάρχου. Μετά τούτου προσήχθη ο Άγιος εις τον βασιλέα Τραϊανόν, και επειδή εκήρυξε τον Χριστόν, δια τούτο εκρέμασαν αυτόν και εξέσχιζον· ύστερον έβαλον αυτόν μέσα εις ασβέστην, επειδή επέμενεν ανδρείως ομολογών τον Χριστόν. Τελευταίον δε έβαλον αυτόν μέσα εις λουτρόν, το οποίον εκάη πολύ δυνατά. Όθεν εκεί μέσα παρέδωκεν εις χείρας Θεού την ψυχήν του ο γενναίος αγωνιστής. Πολλά δε θαύματα και μετά τον θάνατόν του έκαμεν ο τρισόλβιος τόσον εις τους εν θαλάσση κινδυνεύοντας, συμπλέων με αυτούς και διασώζων εις τους λιμένας τα πλοία των, όσον και εις τους επικαλουμένους αυτόν καθ’ οίον δη τινά τρόπον, ταχύς και θερμός βοηθός εις τούτους γινόμενος. 

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Ο Μάρτυς ΙΣΑΚΙΟΣ Επίσκοπος Κύπρου

Τη αυτή ημέρα ο Όσιος Πατήρ ημών και Μάρτυς ΙΣΑΚΙΟΣ Επίσκοπος Κύπρου ξίφει τελειούται.                                                                                                                        

Ισάκιος ο Άγιος και μακάριος Πατήρ ημών εγένετο Επίσκοπος της εν Κύπρω Εκκλησίας, ευλαβής ων και φοβούμενος τον Θεόν, είχε δε έργον ακατάπαυστον το να διδάσκη τον λαόν τα θεία λόγια του Χριστού και προσέτι το να διαμοιράζη τα υπάρχοντά του εις τους πτωχούς. Ούτω δε πράττων εις όλην του την ζωήν, τελευταίον υπό των απίστων θανατώνεται με το ξίφος και προς ον επόθησε Κύριον εκδημεί. 

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΝΕΣΤΑΒΟΣ και ΖΗΝΩΝ οι αυτάδελφοι

Τη αυτή ημέρα οι Άγιοι Μάρτυρες ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΝΕΣΤΑΒΟΣ και ΖΗΝΩΝ οι αυτάδελφοι λίθοις τελειούνται.                                                                                                

Ευσέβιος, Νέσταβος και Ζήνων οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμαζον κατά τους χρόνους Ιουλιανού του Παραβάτου, εν έτει τξα΄ (361) μ. Χ. όντες αδελφοί κατά σάρκα, καταγόμενοι εκ της πόλεως Γάζης· επειδή δε εξ όλων των πολιτών της πόλεως εκείνης αυτοί μόνον ελάτρευον τον Χριστόν, δια τούτο εμισούντο υπό των ειδωλολατρών, οίτινες και ορμήσαντες συνέλαβον αυτούς εις τινα οίκον κεκρυμμένους υπάρχοντας, και μαστιγώσαντες ενέκλεισαν εις την φυλακήν· συνελθόντες δε είτα εις το μέσον της πόλεως, πλείστα εναντίον των Μαρτύρων κατεμαρτύρουν ψευδώς, ότι δήθεν ούτοι εξύβρισαν τους θεούς των και ειργάσθησαν κτά το παρελθόν μετά ζήλου δια την πτώσιν και τον αφανισμόν της Ελληνικής θρησκείας· και ούτω κράζοντες, παρεκίνουν αλλήλους εις θυμόν και εις τον φόνον των Αγίων Μαρτύρων. Ούτω κράζοντες και ερεθίζοντες ο εις τον άλλον, ως συμβαίνει εις λαόν και όχλον αγόμενον υπό μωρού ζήλου, ώρμησαν πάντες εις την φυλακήν· και εξαγαγόντες εκείθεν τους Αγίους Μάρτυρας, ήρχισαν σύροντες αυτούς ωμότατα εις την γην άλλοτε υπτίους και άλλοτε πρηνείς, και ούτω κατεξέσχιζον τας σάρκας αυτών· έτεροι δε εκτύπων αυτούς δια λίθων και ξύλων, και έτεροι δι’ άλλων παρατυχόντων αντικειμένων. Και τοσαύτη ήτο η κατά των Μαρτύρων μανία του όχλου τούτου, κινουμένου υπό του δαίμονος, ώστε και αι γυναίκες, εξελθούσαι των οικιών, εκτύπων και κατεκέντων αυτούς δια των εργαλείων, δι’ ων ύφαινον τα πανία και έκλωθον τα νήματα· οι δε εν τη αγορά μάγειροι έρριπτον επ’ αυτών ύδωρ βραστόν εκ των χυτρών και των μαγειρικών λαβήτων και δι’ αιχμηρών σουβλίων ετρύπων τα σώματα των μακαρίων Μαρτύρων. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον μεταχειριζόμενοι τους Μάρτυρας του Χριστού οι παγκάκιστοι εκείνοι, έθραυσαν τας κεφαλάς αυτών, και ο εγκέφαλος χυθείς εμίγη μετά των αιμάτων· και είτα σύροντες τα σώματα έφερον αυτά έξω της πόλεως εις μέρος, εις το οποίον είχον συνήθειαν να ρίπτωσι τα θνησιμαία των αλόγων ζώων, και εκεί ανάψαντες πυράν κατέκαυσαν αυτά· τα δε εκ του πυρός διασωθέντα οστά ανέμιξαν μετά των εκεί ερριμμένων οστέων καμήλων, όνων και λοιπών ζώων, ώστε να καθίσταται αδύνατος η εύρεσις, αναγνώρισις και ο διαχωρισμός αυτών. Πλην όμως δεν εκρύβησαν επί πολύ· διότι γυνή τις Χριστιανή, μη καταγομένη μεν από της Γάζης, εν αυτή δε κατοικούσα τότε, κατά θείαν προσταγήν και αποκάλυψιν, συνέλεξε κτά την νύκτα τα ιερά των Μαρτύρων λείψανα, και κρύψασα εντός στάμνου, παρέδωκεν αυτά εις τον ανεψιόν των Αγίων, Ζήνωνα και αυτόν ονομαζόμενον, και τον οποίον δι’ ονείρου εφανέρωσεν ο Θεός εις την γυναίκα ως και το μέρος εις το οποίον ούτος ευρίσκετο κεκρυμμένος δια τον φόβον των ειδωλολατρών· διότι προ ολίγου είχε συλληφθή και ούτος υπό των Γαζαίων και επρόκειτο να θανατωθή ως Χριστιανός, πλην ασχολουμένων των ασεβών εκείνων περί τον φόνον των Μαρτύρων, ευρών αυτός ευκαιρίαν έφυγε και εκρύβη. Παραλαβών όθεν ο καλός εκείνος Ζήνων τα μαρτυρικά των Αγίων λείψανα, τότε μεν κατέκρυψεν εις τον οίκον εις τον οποίον διέμενεν· ότε δε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του Μεγάλου, βασιλεύσαντος εν Κωνσταντινουπόλει από του έτους τοθ΄ (379) μέχρι του έτους 395, επαρρησιάσθη η ευσέβεια, εγένετο ο Ζήνων Επίσκοπος Γάζης, έκτισε δε Εκκλησίαν προ της πόλεως και κατέθεσεν εν αυτή τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων πλησίον των λειψάνων Νέστορος του Ομολογητού, θανατωθέντος και τούτου υπό των ειδωλολατρών κατοίκων της Γάζης κατά τον αυτόν καιρόν του μαρτυρίου των Αγίων ενδόξων Μαρτύρων Ευσεβίου, Νεστάβου και Ζήνωνος, των οποίων ήτο φίλος και γνώριμος· και ούτως εδοξάσθη ο Δεσπότης και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ο ενδοξαζόμενος εν τοις Αγίοις αυτού· ω πρέπει η δόξα και το κράτος, η τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΕΥΣΕΒΙΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος  Μάρτυς ΕΥΣΕΒΙΟΣ ξίφει τελειούται.                                                     

Ευσέβιος ο Άγιος Μάρτυς παρρησιασθείς αυτόκλητος εις τον άρχοντα της Φοινίκης, είπε προς αυτόν· «Τι ανόητον έργον κάμνεις και διώκεις, ω άρχων, την ποίμνην του Χριστού»; Ο δε άρχων, θυμωθείς, επρόσταξε να κρεμασθή ο του Χριστού Αθλητής και να ξεσχίζηται· είτα με τρίχινα πανία, ηνωμένα ομού με άλας, να τρίβωνται τα πληγωμένα μέλη του. Ο δε Μάρτυς έχαιρε και ηγαλλιάτο, ως αν ήτο άλλος όστις έπασχε και όχι αυτός ο ίδιος. Ο δε άρχων απορών και μη ηξεύρων τι να κάμη, επρόσταξε να αποκεφαλίσουν αυτόν. Και ούτως ο μακάριος ανέβη εις τους ουρανούς, δια να λάβη τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Του Αγίου ΙΩΝΑ του Σαββαϊτου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΙΩΝΑ του Σαββαϊτου, πατρός Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών.                                                 

Ιωνάς ο Όσιος ήτο Πρεσβύτερος, εν έτει πκθ΄ (829) μ. Χ. πατήρ γνήσιος χρηματίσας των Οσιωτάτων Ομολογητών Πατέρων Θεοδώρου και Θεοφάνους των Γραπτών, ων τα πρόσωπα επέγραψε Θεόφιλος ο εικονομάχος. Ούτος λοιπόν μεταβάς εις την Λαύραν του Αγίου Σάββα, και γενόμενος Μοναχός, απέκτησεν άκραν προς τον Θεόν ευλάβειαν· και αφού κατώρθωσεν όλας τας αρετάς, με καλόν γήρας απήλθε προς Κύριον.