Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΙΩΑΝΝΟΥ, καταγομένου από της κώμης Κονίτσης της παλαιάς Ηπείρου και αθλήσαντος εν τω Βραχωρίω της Αιτωλίας εν έτει αωιδ΄ (1814) από Χριστού.                                                                           

Ιωάννης ο Άγιος Νεομάρτυς εγεννήθη εις την κωμόπολιν Κόνιτσαν την εις την παλαιάν Ήπειρον κειμένην, η οποία είναι θρόνος του Βελλάς Επισκόπου υπό τον Μητροπολίτην Ιωαννίνων, ανετράφη δε εν αυτή από γονείς ασεβείς Μωαμεθανούς. Ο πατήρ αυτού ήτο εις των παρ’ αυτοίς εις άκρων τιμωμένων, δερβίσης δηλαδή και σέχης το αξίωμα· ομοίως και η μήτηρ αυτού εκ των απογόνων της Άγαρ. Αφού δε ο μακάριος ούτος εγένετο σχεδόν εικοσαετής την ηλικίαν, καταλιπών την γεννήσασαν αυτόν Κόνιτσαν, μετέβη εις την Μητρόπολιν των Ιωαννίνων, απολαμβάνων το σέβας των συμπολιτών του και αυτός ουχί ολιγώτερον από τον πατέρα του (διότι συνετάγη και αυτός εις το βδελυρόν εκείνο τάγμα των δερβίσηδων παρά του πατρός του σέχη). Διατρίψας δε εκεί εν Ιωαννίνοις ικανόν καιρόν, είτα ανεχώρησεν εκείθεν, και δια της Άρτης έφθασεν εις την κωμόπολιν της Αιτωλίας, Αγρίνιον, το παρ’ ημίν κοινώς λεγόμενον Βραχώριον, όπου κατώκησεν εις το αυθεντικόν οίκημα, το λεγόμενον Μουσελίμ σεράϊ. Το έτος εκείνο εξουσίαζε πάσαν την Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν ο εν Βερατίω της Αλβανίας την ζωήν καταστρέψας ταμίας Ισούφ ο Άραψ, όστις γινώσκων τον πατέρα του νέου, μάλλον δε σεβόμενος αυτόν ως σέχην και αρχηγόν της θρησκείας των, τον εδέχθη μετ’ αγάπης πολλής και εις τιμήν τον κατέστησεν όχι ολίγην, ονομάζων αυτόν δερβίσην ιδικόν του. Όθεν και ο νέος έμεινεν παρ’ αυτώ αρκετόν καιρόν, και εις υπηρεσίας εστέλλετο ακαταπαύστως, διότι το έτος αυτό ήτο η εις την Επτάνησον Ιονικήν Πολιτείαν μεταξύ Τούρκων και Ρώσων μάχη, ότε και αντικρύ της νήσου Λευκάδος, ου μακράν της Αγίας Μαύρας, συνήφθησαν εις πόλεμον τα δύο στρατεύματα, ένθα έπεσον νεκροί υπέρ τους εκατόν πεντήκοντα Τούρκοι, τρεις δε μόνοι εκ των ημετέρων. Αρχιστράτηγος δε αυτών ήτο ο προρρηθείς Ισούφ. Ο δε τόπος εις τον οποίον συνεκροτήθη ο πόλεμος λέγεται Τεκές, όπου μετ’ ολίγον δι’ αδείας των τας νήσους κρατησάντων Βρεταννών εκτίσθη το εκεί φρούριον. Ο δε μακάριος ούτος νέος, αν και έζη εις την ασέβειαν και εις το σκότος της πλάνης, είχεν εν τούτοις το χριστιανικόν πολίτευμα έμφυτον, μεταχειριζόμενος πολλάκις τα νηστήσιμα βρώματα των Χριστανών και αγαπών την καθ’ ημάς πολιτείαν. Είχε δε εν τη καρδία και τον φόβον του έθνους, μήποτε φωραθείς υποπέση εις κίνδυνον. Συνέβη δε μετά παρέλευσιν διετίας να γίνη η αλλαγή των αρχών της Ακαρνανίας και Αιτωλίας· όθεν ο μεν Ισούφ απήλθεν εις Ιωάννινα προς τον ηγεμόνα, αντ’ αυτού δε έλαβε την εξουσίαν ο Σουλεϊμάν μπέης, Βρυώνης το επίθετον. Ο δε νέος ούτε τον διάδοχον της εξουσίας ηκολούθησεν, ούτε τον ίδιον αυθέντην Ισούφ, αλλ’ έμεινεν εις την επαρχίαν της Αιτωλίας, περιεφέρετο δε ενδεδυμένος δια χριστιανικών ιματίων το δε δερβίσικον κιουλιάφι ομού και τα λευκοπράσινα, τα οποία εφόρει πρότερον, απεκδυθείς και απορρίψας κατεπάτησε και μετά των Χριστιανών φυλάκων του γένους, των και καπεταναίων λεγομένων, εχριστιάνιζεν εν πάσι, στερούμενος μόνον το άγιον Βάπτισμα, το οποίον βουλόμενος προ πολλού να το αξιωθή εις τα μέρη αυτά, δεν έγινε δυνατόν να το απολαύση, επειδή εφοβούντο οι Χριστιανοί από το βάρβαρον της εξουσίας, ίνα μη υποπέσωσιν εις κίνδυνον, εάν γνωρισθή το πράγμα. Δια τούτο όθεν ο νέος διέβη εις την νήσον της Ιθάκης, όπου ανεγεννήθη δια του θείου τούτου Βαπτίσματος, μετονομασθείς Ιωάννης· και κατηχηθείς εκεί ικανώς παρά του Πνευματικού τον λόγον του Θεού και την Ορθόδοξον πολιτείαν, επανέστρεψεν εις το Ξηρόμερον. Ελθών δε εν τινι χωρίω, όπερ λέγεται Μαχαλάς, έμεινεν εις τάξιν δούλου παρά τω εκεί προϊσταμένω Πάνω Γαλάνη, και εν τω ιδίω χωρίω ενυμφεύθη, προφυλαττόμενος πάντοτε και προσέχων από τους Αγαρηνούς. Όθεν και το περισσότερον του καιρού παρέμεινε κρυπτόμενος, ασκών το επάγγελμα του αγροφύλακος, εξ ης αιτίας και σπανίως εφαίνετο εις το άνωθι χωρίον, μόλις δε εις σύναξιν πολλών. Κατά δε το 1813 έτος, μαθών ο πατήρ αυτού σέχης την άρνησιν της θρησκείας του Μωαμεθανισμού, θρηνήσας απαρηγόρητα επί τούτω, πέμπει δύο του τάγματός του δερβίσηδες, ίνα ελθόντες προσπαθήσωσι διαφόρως δια ταξιμάτων και υποσχέσεων ίσως απομακρύνουν αυτόν του Χριστιανισμού και τον επιστρέψωσιν εις την πλάνην των. Οίτινες ελθόντες και μαθόντες την οικίαν του κατέλυσαν εις αυτήν· αυτός δε ουδόλως βουληθείς να ίδη αυτούς ή ν’ ακούση τας μυθολογίας και φλυαρίας των, απέστρεψε το πρόσωπον αυτού απ’ αυτών, κατά τον Δαβίδ, και επί καθέδραν λοιπών ουκ εκάθισεν. Όθεν οι δερβίσηδες καταισχυνθέντες έτι μάλλον δια την καταφρόνησιν ταύτην ανεχώρησαν άπρακτοι. Τι δε μετά ταύτα ο μισόκαλος διάβολος κατά της μάνδρας του Χριστού, ως λέων ωρυόμενος, εμεθοδεύθη; Παρακινεί ένα Αγαρηνόν, όστις ήτο νεροκράτης εις το ειρημένον χωρίον Μαχαλάν, ίνα διαβάλη και κατηγορήση τον νέον εις τον εν Βραχωρίω μουσελίνην, ότι έγινε Χριστιανός, ων πρότερον Τούρκος και μάλιστα ενός περιφήμου σέχη και δερβίση υιός. Δεν αναβάλλει δε τελείως την ώραν ούτος, αλλά δι’ εγγράφου αναφοράς κάμνει γνωστόν τούτο εις τον μουσελίνην τον εκ Τεπελενίου Ελμάζαγα Μπόνον, προσθέτων και αυτός ο κατάρατος άπειρα τα εναύσματα, ίνα παρακινήση αυτόν εις περισσοτέραν οργήν. Ο δε μουσελίμης, ιδών τα περί του νέου γεγραμμένα, εταράχθη όλος από τον θυμόν, και μετακαλεσάμενος τον κριτήν και τον παρ’ αυτοίς νομοκράτορα μουφτήν, κοινολογεί την υπόθεσιν εις αυτούς. Όθεν και αυθημερόν αποστέλλει στρατιώτας δια να τον συλλάβουν, οίτινες επί προφάσει άλλη απαντήσαντες αυτόν, ευθύς χωρίς αναβολήν τον έδεσαν, και ούτω δέσμιον τον παρέστησαν εις το κριτήριον. Ηρώτησε λοιπόν αυτόν ο μουσελίμης το γένος, την πατρίδα, το όνομα και την θρησκείαν, και ο νέος εις όλα δι’ ενός λόγου απεκρίθη· «Είμαι Χριστιανός και ονομάζομαι Ιωάννης». «Δεν είσαι συ, ανταποκρίνεται ο μουσελίμης, ο δερβίσης, ο υιός του σέχη Κονίτσης»; «Ναι, εγώ, αλλά τώρα είμαι Χριστιανός και Χριστιανός μέλλω να αποθάνω». «Εγελάσθης από την γυναίκα, του λέγει ο μουσελίμης, και ήλλαξας την πίστιν σου· πλην τώρα ελθέ εις τον νουν σου, και κήρυξον παρρησία την ομολογίαν της παλαιάς πίστεώς σου της αληθινής, και τότε θα γνωρίσης καλώς πόσον θα τιμηθής από μέρους μου». «Μη πιστεύης, αγά μου, αποκρίνεται ο νέος, να ευρεθώ τόσον ανόητος και μωρός, ώστε να αφήσω την αγίαν πίστιν των Χριστιανών, και να τυφλωθώ πάλιν να έλθω εις τον βόρβορον του Μωαμεθανισμού. Μόλις έγινε δυνατόν να την γνωρίσω, και τώρα πως είναι τρόπος να την παραιτήσω; Ποτέ, ποτέ, μη γένοιτο εις εμέ τοιούτον κακόν». Ο δε μουσελίμης και οι περί αυτόν, θαυμάσαντες επί τη παρρησία του Μάρτυρος και οιονεί εντροπιασθέντες, δεν ηθέλησαν να εκταθώσιν εις πλειοτέρας ομιλίας. Όθεν ο μουσελίμης διέταξεν ευθύς να τον δέσουν και να τον ρίψουν εις την φυλακήν και εκεί να τον βασανίσουν πανδείνως και σκληρότατα, ως να εντρέπετο τάχα να τον τιμωρήση εις το φανερόν. Λαβόντες δε αυτόν οι υπηρέται ούτω δέσμιον, έθηκαν επί τον τράχηλον αυτού και την βαρυτάτην άλυσιν, περάσαντες τους πόδας αυτού εις το ξύλον. Αφήνω λοιπόν να φαντασθήτε, Χριστιανοί, τι άραγε έπαθεν ο ευλογημένος εκεί εις την φυλακήν από αυτούς τους σεσωματωμένους διαβόλους! Δεσμά δεινότατα, ραπίσματα, ραβδισμούς ανεικάστους, κολαφισμούς δια χειρών και ποδών, και όσα ακόλουθα εδίδαξεν αυτούς ο πατήρ αυτών σατανάς. Ο δε Μάρτυς ευχαριστών τον Θεόν υπέμεινε ταύτα ανδρείως, ψιθυρίζων πάντοτε· «Ο Θεός, βοήθησόν μοι». Μαθών δε ο μουσελίμης την αμετάθετον γνώμην του Μάρτυρος και φοβηθείς μη εντροπιασθή πλειότερον, αν τον παραστήση εις δευτέραν ανάκρισιν, συνεκάλεσεν εις συμβούλιον τους ουλεμάδες (σοφούς) του γένους του, ένθα απεφασίσθη ότι «ο άνθρωπος ούτος ουκ έξεστι ζην, δια την της θρησκείας του εξωμοσίαν και άρνησιν». Όθεν διέταξε την δια ξίφους αποκεφάλισίν του. Παραλαβόντες όθεν αυτόν οι δήμιοι μετά του αρχιφύλακος δέσμιον ως τον είχον, τον έφερον εις τον τόπον της καταδίκης εν τη πλατάνω, τη μέσον της λεωφόρου, όπου εζήτησε μεν ο Μάρτυς να τον λύσωσιν ολίγον δια να κάμη τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, αλλά δεν επείσθησαν οι κατάρατοι. Εκβοήσας λοιπόν τότε ως ο του Ευαγγελίου ληστής το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου», έκλινε την κεφαλήν και εδέχθη τον δια ξίφους θάνατον, κατά την κγ΄ (23ην) του Σεπτεμβρίου μηνός, ημέραν Τετάρτην, εν έτει από Χριστού γεννήσεως αωιδ΄ (1814). Το δε τίμιον σώμα πεσόν ύπτιον, δεν τολμά τις των Χριστιανών να το πλησιάση, επειδή και εδόθη προσταγή να μείνη εξ άπαντος άταφον, και να γίνη βορά κυνών· επομένως σύραντες οι δήμιοι αυτό εκείθεν το έρριψαν μαζί με την σφαδάζουσαν κεφαλήν εις ένα ρύακα, ου μακράν της Εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου. Μεσιτεία όμως τινών φιλοχρίστων έπειτα συνεχωρήθη από τον μουσελίμην να μεταφερθή ατίμως εις μέρος ουδέτερον, επί τη προφάσει ότι ούτε Τούρκος ούτε Χριστιανός ήτο ο Μάρτυς. Ευλαβεία δε τινες φερόμενοι, κρυφίως ορύξαντες λάκκον έθηκαν ευλαβώς μετά της κεφαλής το μαρτυρικόν λείψανον του Αγίου εν τινι αγρώ, ον οι Βραχωρίται έκτοτε τιμώσι και περιέπουσιν. 

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Νεομάρτυς ΝΙΚΟΛΑΟΣ ο παντοπώλης, ο εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσας εν έτει αχοβ΄ (1672), ημέρα Δευτέρα, ξίφει τελειούται.                                                                                                                               

Νικόλαος ο ένδοξος του Χριστού Νεομάρτυς εγεννήθη από γονείς ευσεβείς και φιλοθέους, πατρίδα έχων την περίφημον πόλιν, την ονομαζομένην Καρπενήσιον, ήτις είναι θρόνος της επαρχίας Λιτζάς και Αγράφων, καλώς δε ανατρεφόμενος υπό των γονέων του εστάλη εις το σχολείον και έμαθε τα ιερά γράμματα· αφού δε έγινεν ετών δέκα πέντε, τον επήρεν ο πατήρ του εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ήτο παντοπώλης και τον είχεν εις το εργαστήριόν του, εις τόπον λεγόμενον Ταχτά Καλέ· είχε δε ο πατήρ του απέναντι εις το εργαστήριόν του ένα φίλον Αγαρηνόν κουρέα έμπειρον και κατέχοντα την των Αγαρηνών διάλεκτον· εις αυτόν λοιπόν ηθέλησεν ο πατήρ του να βάλη τον θαυμάσιον τούτον νέον δια να μάθη και τουρκικά γράμματα· τούτο δε ήτο τέχνη του διαβόλου, ίνα παρασύρη τον νέον ή εις κακά ήθη ή και τελείως εις την ασέβειαν (επειδή τοιαύτα είναι πάντοτε του πονηρού διαβόλου τα τεχνάσματα, να παρακινή τους ταλαιπώρους Χριστιανούς τάχα δια κάποιον σωματικόν κέρδος να βάλλωσιν εις τας παγίδας του εχθρού τα τέκνα των, και ούτω να τα χωρίζωσιν ολίγον κατ’ ολίγον από την πίστιν του Χριστού). Εις τον Άγιον όμως τούτον νέον Νικόλαον συνέβη όλως το εναντίον· διότι πίπτων αυτός μέσα εις τας παγίδας του διαβόλου, συνέτριψεν εκείνον όστις τας έστησε και ανήλθε στεφανηφόρος εις τα ουράνια. Διδασκόμενος λοιπόν ο Μάρτυς τα τουρκικά γράμματα, και ευφυής ων εις τον νουν, τα εμάνθανε τόσον ευκόλως, ώστε τον εθαύμαζεν ο Αγαρηνός και τον εφθόνει δια την ταχείαν πρόοδόν του, και έβαλα βουλήν ο επάρατος, αν εύρη τρόπον, να τουρκεύση τον νέον· όθεν τεχνεύεται το εξής κακούργημα. Μίαν ημέραν έκραξε και άλλους τινάς Τούρκους, τους λεγομένους υπ’ αυτών Γενιτσάρους, και τους λέγει· «Ούτος ο παντοπώλης έχει υιόν κατά πολλά φρόνιμον και εις τα γράμματα τόσον επιτήδειον, ώστε καθώς του παραδώσω το μάθημα, ευθύς το μανθάνει·  όθεν σας παρακαλώ, αδελφοί, να συνεργήσετε και σεις δια να τουρκεύσωμεν ένα τοιούτον προκομμένον παιδίον». Εύρε δε αυτός και τον τρόπον και τους τον ηρμήνευσεν, οίτινες υπεσχέθησαν ότι θα τον βοηθήσωσιν εις τούτο όσον δύνανται. Μετ’ ολίγας ημέρας έγραψεν ο κουρεύς το σαλαβάτι, ήτοι την ομολογίαν της πίστεώς των, και το είχεν έτοιμον· ότε δε ήλθεν ο Νικόλαος δια το μάθημα, κατά την συνήθειαν, και αφού του παρέδωσε τούτο ο διδάσκαλος, εγχειρίζει το σαλαβάτι εκείνο εις τον Νικόλαον λέγων εις αυτόν· «Ανάγνωσε αυτόν τον τεσκερέν».  Ήσαν δε και οι Γενίτσαροι εκείνοι παρόντες· επήρεν ο Νικόλαος το γράμμα εκείνο και το ανέγνωσε, μη γινώσκων, ότι είναι το σαλαβάτι των· και πάραυτα οι Τούρκοι εκείνοι, κατά την εντολήν του κουρέως, φωνάζουν και λέγουν· «Τούρκος έγινες, Νικόλαε, επειδή το σαλαβάτι ανέγνωσες». Ο δε Νικόλαος εκπλαγείς δια το τέχνασμα έλεγε· «Χριστιανός είμαι, και όχι καθώς σεις λέγετε· εγώ ό,τι μάθημα μου δώση ο διδάσκαλός μου χρεωστώ να το αναγνώσω». Τότε εκείνοι και άλλοι πολλοί συνηγμένοι εκείσε ήρπασαν τον νέον, και τον ωδήγησαν βιαίως εις τον καϊμακάμην, ήτοι εις τον επίτροπον του βεζύρη. Απάγοντες λοιπόν τον μακάριον Νικόλαον εις τον καϊμακάμην, άλλοι μεν εφώναζον, άλλοι δε εψευδομαρτύρουν, και άλλοι αγωγήν ποιούντες έλεγον· «Ο άνθρωπος ούτος, εφέντη, έκαμε σαλαβάτι έμπροσθέν μας, και αν θέλης να πιστωθής την αλήθειαν, ιδέ και τον τεσκερέν, εις τον οποίον το έχει γεγραμμένον και το αναγινώσκει καθ’ εκάστην ώραν· και τώρα τον προτρέπομεν να γίνη Τούρκος, και αυτός περιγελά την πίστιν μας». Ο δε καϊμακάμης του λέγει· «Νικόλαε, διατί, αφού έγραψας το σαλαβάτι και το αναγινώσκεις, έπειτα Τούρκος δεν γίνεσαι»; Αποκρίνεται ο Νικόλαος εντόνως, χωρίς καμμίαν δειλίαν, και λέγει προς τον κριτήν· «Σήμερον, μετά το μάθημα, ο διδάσκαλός μου μού έδωσε και αυτό το γράμμα, και μου είπε να το αναγνώσω, αλλ’ εγώ δεν ήξευρα, ότι είναι το σαλαβάτι σας· εγώ ενόμιζα, ότι επειδή είναι διδάσκαλός μου, ό,τι γράμμα μου δώση, ανάγκη είναι να το αναγνώσω». Ο δε καϊμακάμης του λέγει· «Επειδή, Νικόλαε, ανέγνωσες το σαλαβάτι, πρέπει να γίνης Τούρκος· εγώ δε θα σου δώσω οφφίκιον μεγάλον, όποιον θέλεις· θα σε πλουτίσω, θα σε τιμήσω, και θα σε δοξάσω μέσα εις τα βασίλεια». Και ο Άγιος λέγει· «Εγώ Χριστιανός είμαι, και τον Χριστόν μου πιστεύω Θεόν αληθινόν· αι δε τιμαί και τα οφφίκια, τα οποία μοι υπόσχεσαι, δεν μοι χρειάζονται· εγώ τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι· εις τον Χριστόν μου πιστεύω· δια το όνομά Του αποθνήσκω· Τούρκος δεν γίνομαι». Όντως εις τούτον τον Άγιον ηλήθευσεν ο λόγος του Δεσπότου Χριστού όστις λέγει· «Προ δε τούτων πάντων επιβαλούσιν εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου· αποβήσεται δε υμίν εις μαρτύριον. Θέσθε ουν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι· εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν , η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκά, κα: 12-15). Βλέπων λοιπόν ο καϊμακάμης, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, τι κάμνει; Προστάζει να δέσουν τας χείρας του οπίσω και να τον κρεμάσουν εις ένα στύλον του μεγάρου του, και τον ερωτά: «Νικόλαε, βλέπε τι θέλομεν να σε κάμωμεν, μόνον γενού με το καλόν Τούρκος». Ο Άγιος του αποκρίνετα: «Εξουσιαστής είσαι, και ό,τι θέλεις κάμε· εγώ Χριστιανός είμαι· δεν λέγει το κιτάπι σας (το Κοράνιον) ότι δυναστικώς να μη κάμνητε τινά Τούρκον»; Τότε διέταξε και τον περιέτεμον, νομίζοντες ότι θα καταπεισθή ούτω να ομολογήση την θρησκείαν των ως αληθινήν· αλλ’ αυτός ο μακάριος εφώναζε πλέον εντονώτερον· «Τι με κόπτετε; Εγώ Χριστιανός είμαι· εις τον Χριστόν μου πιστεύω ως Θεόν αληθινόν· εάν και το σώμα μου όλον κατακόψητε εις λεπτά τεμάχια, τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι· εις Αυτόν πιστεύω, Αυτόν λατρεύω, Αυτόν έχω βοηθόν, όστις στέκεται αοράτως και με ενδυναμώνει». Οι δε Τούρκοι του έλεγον: «Συ, Νικόλαε, σαλαβάτι έκαμες, και ημείς περιτομήν σου εκάμαμεν, είσαι Τούρκος». Και ο Άγιος έλεγε: «Ψεύματα λέγετε· εγώ Χριστιανός είμαι, και τον Χριστόν μου πιστεύω». Ω μακαρίας φωνής μακαριώτερον στόμα, όπερ έλαμψε λαμπρότερον του ηλίου. Ιδών ο καϊμακάμης, ότι και δια της περιτομής τίποτε δεν κατώρθωσε, διέταξε να τον βάλουν εις την φυλακήν των κακούργων και φονέων, παραγγείλας εις τους φύλακας να μη του δώσουν ούτε άρτον, ούτε ύδωρ· διέμεινε δε εις αυτήν επί όλας ημέρας εξήκοντα πέντε· έπειτα τον απεφυλάκισαν και τον επήγαν πάλιν εις τον καϊμακάμην· ήτο δε όλος φαιδρός και χαριέστατος, ως να ήτο εις συμπόσιον γάμου, εφώναζον δε οι κατήγοροι: «Ή Τούρκος να γίνη ή να θανατωθή». Τον ηρώτησε πάλιν ο καϊμακάμης, αν τυχόν μετενόησε και στέργη την πίστιν του Μωάμεθ· αλλ’ αυτός ο γενναίος έτι μάλλον αναθαρρήσας μετά πλειοτέρας τόλμης και καρδίας εβόησε· «Χριστιανός είμαι και εις τον Χριστόν μου πιστεύω· τον Χριστόν μου δεν αρνούμαι, αν και μυρίας βασάνους μου δώσητε». Όθεν πάλιν τον εφυλάκισαν και τον ερράβδιζον συχνά. Ευρισκομένου του Αγίου εις την φυλακήν και δεινώς μαστιγουμένου υπό των ασπλάγχνων εκείνων και θηριογνωμόνων δημίων, επήγεν ο Αγαρηνός, ο ιδιοκτήτης του εργαστηρίου, και καθό υπέρπλουτος υπέσχετο να του δώση την θυγατέρα του ομού και προίκα μυριάριθμον και εργαστήρια πολλών χρημάτων αξίας, εάν γίνη  Τούρκος· αλλά ταύτα πάντα ο γενναίος Νικόλαος ως όνειρα και ως κονιορτόν και σκιάν τα ελογίσθη. «Εγώ, έλεγεν, έχω πλούτον άσυλον εντός της καρδίας μου την πίστιν του Χριστού μου, όστις μου έχει ετοιμασμένα εις τους ουρανούς καθαρόν θάλαμον, δόξαν αμάραντον, τρυφήν αδαπάνητον, τιμήν ανυπέρβλητον, χαράν ανεκλάλητον, και βασιλείαν αδιάδοχον, και δια το πολλοστημόριον της οποίας δεν είναι όλος ο κόσμος αντάξιος· ταύτην την βασιλείαν επηγγείλατο ο Άγιος Θεός να δώση εις τους αγαπώντας και μη αρνουμένους αυτόν, προς κατοικίαν εν αυτή και συμβασιλείαν μετ’ αυτού αιωνίως».  Ταύτα ακούσας εκείνος εκ μέρους του Μάρτυρος απήλθεν άπρακτος· μετέπειτα πάλιν δια προσταγής του καϊμακάμη απεφυλάκισαν τον Μάρτυρα και τον επήγαν εις τον κριτήν· ο δε κριτής βλέπων τον μακάριον πολύ νέον, και το πρόσωπόν του απαστράπτον, ήρχισε να τον κολακεύη με πολλήν ημερότητα· «Άκουσέ μου, ω νέε, και μη θέλης να χάσης την ζωήν σου άωρα· έλα εις την ιδικήν μας πίστιν, και τότε θα μάθης την ωφέλειαν και το καλόν της, επειδή τώρα ως ανήλικος δεν δύνασαι να κατανοήσης την αλήθειαν». Ο δε μακάριος του Χριστού Μάρτυς τα αυτά πάλιν επανελάμβανε παρρησία λέγων: «Χριστιανός είμαι και Χριστιανός επιθυμώ να αποθάνω· τι βραδύνετε; Τι χασομεράτε; Ταύτην την χάριν μόνον σας ζητώ, να μου δώσετε όσον τάχιστα τον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο κριτής και βλέπων και το αμετάθετον της γνώμης του, ότι δεν ήτο δυνατόν να παρασαλεύση από την πίστιν του Χριστού, ούτε καν με λόγον, δια να μη καταισχύνηται περισσότερον, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, παραδώσας αυτόν εις τον έπαρχον, όστις τον έδεσε και τον έφερεν εις το εργαστήριόν του, κατά τον Ταχτά Καλέ, κείμενον έμπροσθεν  της λεωφόρου. Εκείσε δε ερχόμενος ο Μάρτυς ήτο όλος χαρά, χωρίς ποσώς να δειλιάση τον θάνατον, και θαύμα μέγα έδιδεν εις τους παρόντας και βλέποντας την αυτού προθυμίαν, επειδή ήστραπτε το πρόσωπόν του από την ένδοθεν φαιδρότητα της ψυχής του, ως ποτε και του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου· αληθώς δε εφαίνετο ότι εις γάμον μετέβαινε και όχι εις θάνατον· τόσον ήτο όλος ηλλοιωμένος· τόσον επόθει και εδίψα τον υπέρ Χριστού θάνατον, ως η Δαβιτική εκείνη έλαφος τρέχει διψώσα εις τας πηγάς των υδάτων· διότι είχε το πυρ της αγάπης του Χριστού εις την καρδίαν, από το οποίον αναφλεγόμενος έκραζε και αυτός κατά τον Παύλον: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού, θλίψις; Ή στενοχωρία; Ή λιμός; Ή διωγμός; Ή γυμνότης; Ή μάχαιρα;». Ότε λοιπόν έφθασαν εις τον ωρισμένον τόπον έκλινεν ο μακάριος Νικόλαος τα γόνατα και όσον ηδύνατο εξήπλωσε τον λαιμόν του, δια να τον αποκεφαλίση ο δήμιος ευκόλως και ταχέως· προσευχόμενος δε απετμήθη την μακαρίαν αυτού κεφαλήν εις τας κγ΄ (23) Σεπτεμβρίου, ημέραν Δευτέραν, εν έτει αχοβ΄ (1672) και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Και η μεν αγία και καθαρά και άμωμος αυτού ψυχή ανέβη εις τα ουράνια ευπαρρησίαστος, όλη φως ουράνιον απαστράπτουσα, όλη ακτίνας αστραποηλιοχρυσομαργαροφαιδροειδείς εκπέμπουσα, όλη στεφανηφόρος και συνοδευομένη υπό ταγμάτων των Αγίων Αγγέλων και των Μαρτύρων, ένθα και απολαμβάνει τρανότατα το φως της Αγίας Τριάδος· η δε θεία Χάρις έμεινεν εις το άγιον αυτού και σεβάσμιον λείψανον· δι’ ο και έβλεπον άπαντες ολοφάνερα φως θείον, όπερ κατέβαινεν επάνω εις αυτό ουρανόθεν επί τρεις ολοκλήρους νύκτας, υπό του οποίου καταυγαζόμενον εφαίνετο το μαρτυρικόν εκείνο λείψανον όλον φως. Και οι μεν Χριστιανοί βλέποντες αυτό έχαιρον και ηγαλλιώντο· οι δε Αγαρηνοί διεπρίοντο τας καρδίας, και βουλόμενοι να συσκιάσωσι το θαύμα έλεγον· «Ημείς τον εκόψαμεν, και ο Θεός έρριψε πυρ και τον καίει». Βλέποντες οι Χριστιανοί το άγιον εκείνο φως, ηυλαβήθησαν και επήγαν τινές εξ αυτών εις τον κριτήν και έδωκαν εις αυτόν ικανά αργύρια, επήραν δε το άγιον λείψανον και μετά μεγάλης παρουσίας μετακομίσαντες έθαψαν εις το Μοναστήριον της Παναγίας, το οποίον ονομάζεται Χάλκη· μετά ταύτα δε όστις ήθελεν, έδιδεν εν φλωρίον και έβαφε μετά πίστεως το μανδήλιόν του εις το αίμα του Μάρτυρος, εκεί όπου τον απέτεμον, και ό,τι δήποτε νόσημα και αν είχεν, ω του θαύματος! ελάμβανε την υγείαν του· ευλαβής δε τις λαβών το μανδήλιον δι’ ου είχον δεδεμένους τους οφθαλμούς του Μάρτυρος, κατά την αποκεφάλισίν του, ως είναι συνήθεια, και βαλών αυτό επάνω εις άνθρωπον έχοντα θέρμην πολυκαιρινήν, ιάτρευσε παρευθύς τον νοσούντα δια της χάριτός του. Μετ’ ολίγον έκαμον την ανακομιδήν του αγίου λειψάνου του Μάρτυρος, και επήραν την αγίαν αυτού κάραν εις την Εκκλησίαν της Παναγίας, ήτις ονομάζεται Κοντοσκάλι· έτυχε δε και ήτο εκεί εις την Εκκλησίαν ο Σύγκελλος της Μεγάλης Εκκλησίας, ονόματι Γρηγόριος, εκ της του Αγιωνύμου Όρους Μονής του Ξηροποτάμου, άνθρωπος σοφώτατος και ενάρετος, τον οποίον υπερηγάπα ο Πατριάρχης. Ούτος εζήτησε την κάραν του Μάρτυρος από τους Χριστιανούς, δια να την φέρη εις το Μοναστήριόν του, και του την έδωσαν· πλην πάλιν την είχεν εκεί εις την Εκκλησίαν δια αγιασμόν και ευλάβειαν των προσερχομένων Χριστιανών· μετά δε τον θάνατον του Συγκέλλου, την επήραν οι επίτροποι της Εκκλησίας, ομού και άλλα δύο μέρη άγια λείψανα έλαβεν ο Οικουμενικός Πατριάρχης· οι δε Πατέρες της Μονής του Ξηροποτάμου επήγαν δια την κληρονομίαν του Συγκέλλου, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Επί τέλους μετά πολλού κόπου ύστερον άλλοι Πατέρες έλαβον τα άγια λείψανα παρά του Πατριάρχου. Την δε αγίαν κάραν του Μάρτυρος απεφάσισεν όλη η συνοικία να την παραδώση, αλλ’ άρχων τις, επίτροπος της Εκκλησίας πρώτος, δεν την άφηνε, λέγων ότι έχουσιν εις το Μοναστήριον οι Πατέρες και άλλα πολλά άγια λείψανα, ημείς δε έχομεν περισσοτέραν από εκείνους ανάγκην να την έχωμεν ενταύθα. Επικραίνοντο λοιπόν οι πτωχοί Πατέρες, πλην είχον την ελπίδα εις τον Θεόν και εις τον Άγιον· το δε πρωϊ, ω του θαύματος! εκτύπησεν η πανώλη τον άρχοντα εκείνον, και στείλας κράζει τους Πατέρας, και ευθύς έγινεν υγιής μετά τον ψαλέντα αγιασμόν, οι δε του εζήτησαν την αγίαν κάραν, αλλά ματαίως· όθεν τον εκτύπησε και δεύτερον η πανώλης, και πάλιν δεν απέδωκε την αγίαν κάραν· εσπέρας δε γενομένης φαίνεται ο Άγιος εις τον ύπνον τού προηγουμένου παπά Μακαρίου ως εν παιδίον νέον, ολίγον ξανθόν, και του λέγει· «Αύριον λαμβάνεις εκείνο το οποίον ποθείς, Πάτερ»· το πρωϊ εκτύπησε τρίτον η πανώλης και τον άρχοντα και την γυναίκα του· όθεν έστειλε πάλιν και έκραξε τους Πατέρας και εσταύρωσαν αυτόν τε και την γυναίκα του, και παρευθύς έγιναν υγιείς. Τότε λοιπόν τους παρέδωσε την αγίαν κάραν, και άλλα πολλά αφιερώματα εχάρισεν εις το Μοναστήριον, τα οποία συμπαραλαβόντες ομού οι Πατέρες ήλθον εν μεγάλη χαρά εις το Μοναστήριόν των, και εκεί απέθεσαν την αγίαν κάραν μετά των διαλειφθέντων λειψάνων, όπου ευρίσκονται έως την σήμερον και επιτελούσι διάφορα θαύματα εις τους πιστώς αυτοίς προστρέχοντας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν. 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Tων Οσίων γυναικών ΞΑΝΘΙΠΠΗΣ και ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Οσίων και αυταδέλφων γυναικών ΞΑΝΘΙΠΠΗΣ και ΠΟΛΥΞΕΝΗΣ.                                                                                                                                         

Ξανθίππη και Πολυξένη αι Άγιαι αδελφαί ήσαν από μίαν πόλιν της Ισπανίας, έζων δε κατά τους χρόνους του Κλαυδίου Καίσαρος, εν έτει ξη΄ (68), και η μεν Ξανθίππη ήτο γυνή του άρχοντος της χώρας εκείνης, Πρόβου ονομαζομένου, μετά του οποίου εδιδάχθη την εις Χριστόν ευσέβειαν από τον Απόστολον Παύλον, όταν εκείνος επήγεν εις την Ισπανίαν. Η δε Πολυξένη, παρθένος ούσα και αρπαγείσα από ένα κακότροπον άνθρωπον και μιαρόν, χάριτι Θεού έμεινεν άφθορος απ’ αυτού. Επειδή δε έτυχε να εύρη τον πρωτόκλητον Ανδρέαν τον Απόστολον, εβαπτίσθη από αυτόν· όθεν πολλά ποιούσα θαύματα, πολλούς επέστρεψεν εις την του Χριστού πίστιν. Έπειτα ακολουθήσασα τον Απόστολον Ονήσιμον, ήλθεν ομού με αυτόν εις την πατρίδα της Ισπανίαν, είχε δε μεθ’ εαυτής και ετέραν τινά γυναίκα ονόματι Ρεβέκκαν, μετά της οποίας ομού εβαπτίσθη. Ύστερον δε από τας πολλάς δυσκολίας και πειρασμούς, τους οποίους εδοκίμασαν εις την θάλασσαν, συνήντησεν επί τέλους την αδελφήν της Ξανθίππην. Όθεν ομοίως και αι δύο διεπέρασαν το επίλοιπον της ζωής των κηρύττουσαι πανταχού το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πολλούς οδηγήσασαι εις το φως της θεογνωσίας και πολλά ποιήσασαι θαύματα, τελευταίως εν ειρήνη προς Κύριον εξεδήμησαν.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

H Αγία Μάρτυς Ραϊς

 Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΡΑΪΔΟΣ της παρθένου.                                                          

Ραϊς  η Αγία Μάρτυς και παρθένος κατήγετο από μίαν πόλιν της Αιγύπτου ονομαζομένην Βάταν (ή Τάμαν), θυγάτηρ Πέτρου τινός. Εφόρεσε δε το των Μοναζουσών σχήμα, ότε ήτο ετών δώδεκα. Μίαν φοράν δε, μεταβαίνουσα με άλλας παρθένους εις την πηγήν δια να φέρη νερόν, είδε πλήθος παρθένων γυναικών και ανδρών Πρεσβυτέρων και Διακόνων Μοναχών, τους οποίους είχε δεδεμένους Λουκιανός ο ηγεμών. Ερωτήσασα δε και μαθούσα, ότι δια τον Χριστόν είναι δεδεμένοι, έλαβεν εις την ψυχήν της ανδρείαν και έσμιξε και τον εαυτόν της με τας δεδεμένας παρθένους. Ο δε δεσμοφύλαξ συνεβούλευσεν αυτήν να φροντίση δια την ζωήν της, και να μη θελήση να αποθάνη ακαίρως με τας άλλας παρθένους. Η δε μακαρία Ραϊς, όχι μόνον δεν κατεπείσθη εις την συμβουλήν του, αλλά και παρασταθείσα έμπροσθεν του ηγεμόνος περιεγέλασε τους θεούς του. Επειδή δε εκείνος περιέπαιξε την των Χριστιανών πίστιν, δια τούτο η αοίδιμος Ραϊς, χωρίς να φοβηθή τελείως, έπτυσεν εις το πρόσωπον εκείνου. Όθεν πρώτον βασανίζεται με βασάνους πολλάς, και τελευταίον δια ξίφους την κεφαλήν αποτέμνεται και ούτω λαμβάνει παρά Κυρίου τον στέφανον της αθλήσεως. 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

O Άγιος Μάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ μετά των δύο αυτού τέκνων ΠΕΤΡΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΙΩΑΝΝΗΣ μετά των δύο αυτού τέκνων ΠΕΤΡΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΟΥ ο μεν πατήρ ξίφει, οι δε υιοί τα μέλη εκκοπέντες τελειούνται.                            

Ιωάννης ο Άγιος Μάρτυς και τα δύο αυτού τέκνα, Πέτρος και Αντώνιος, ήσαν από τας Συρακούσας, πρωτεύουσαν τότε της νήσου Σικελίας, έζων δε εις αυτήν κατά τας ημέρας του αυτοκράτορος Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ (867). Τότε εις όλην την Αφρικήν εξουσίζον οι Αγαρηνοί, των οποίων άρχων ήτο ο θηριώδης εκείνος και ωμότατος Αβραχίμ. Ούτος λοιπόν, αφού επολέμησε τας Συρακούσας, έλαβεν από εκεί αιχμάλωτον τον άνω ειρημένον Ιωάννην ομού με τους υιούς του Πέτρον και Αντώνιον, νεαράν έχοντας τότε ηλικίαν, Όθεν τους παρέδωκεν εις διδάσκαλον Αγαρηνόν, δια να μανθάνουν τα ιδικά των γράμματα. Όταν δε οι νέοι έφθασαν εις ανδρικήν ηλικίαν και υπερέβαλον τους άλλους κατά την φρόνησιν και τας άλλας αρετάς, τότε ο τύραννος, θαυμάζων δια τα τοιαύτα προτερήματά των, τον μεν Αντώνιον κατέστησε Γενικόν, τον δε Πέτρον, Σακελλάριον. Ούτοι λοιπόν κρυφίως μεν ήσαν Χριστιανοί, εις δε το φανερόν υπεκρίνοντο την των Αγαρηνών θρησκείαν. Πλην δεν ηδυνήθησαν να μένωσι κεκρυμμένοι έως τέλους. Δια τούτο, αφού έμαθε τούτο ο Αβραχίμ, ωργίσθη και παρευθύς έκλεισε τους πόδας των Αγίων εις το τιμωρητικόν ξύλον και έδειρεν αυτούς με ακανθωτά ραβδία. Και ο μεν μακάριος Αντώνιος, λαβών τετρακοσίας πληγάς εις τους πόδας και καταπληγωθείς από αυτάς, ηυχαρίστει τον Θεόν· έπειτα τίθεται επάνω εις ένα όνον, και δεθείς εις το σαμάριον με σχοινία, πομπεύεται δια μέσου όλης της πόλεως. Ο δε Πέτρος εκγυμνωθείς δέρεται με ραβδία εις την κοιλίαν και εις την ράχιν. Έπειτα ρίπτεται ομού με τον αδελφόν του Αντώνιον εις την φυλακήν. Μετά ταύτα εκβάλλει αυτούς ο τύραννος από την φυλακήν και κατασυντρίβει με ξύλα σκληρά τους βραχίονάς των έως εις τους ώμους· ομοίως συντρίβει και τους δακτύλους και τας παλάμας των· έπειτα συνθλά και τους μηρούς και τους πόδας, ώστε τα μεν οστά των έγιναν απαλά ως σάρκες, αι δε σάρκες αυτών έγιναν πάλιν ως πηλός· και τόσον πολύ εζυμώθησαν με το αίμα, ώστε έγιναν εν μίγμα. Έπειτα προσκαλέσας ένα χαλκέα ο τύραννος, επρόσταξεν αυτόν να κατασκευάση μίαν λαβίδα και πυρακτώσας καλώς αυτήν (ω σκληροτάτης ψυχής, της και αυτά τα θηρία υπερβαινούσης!) να κόψη τους όρχεις αυτών και να τους βάλη μέσα εις τα στόματά των. Και ούτως οι γενναιότατοι του Κυρίου αθληταί ετελειώθησαν με ταύτην την πολυώδυνον βάσανον και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου. Ύστερον δε έσυρε παρ’ εαυτώ ο απάνθρωπος τύραννος τον πατέρα αυτών Ιωάννην, και στρέψας οπίσω τον τράχηλον του αοιδίμου με την αριστεράν του χείρα, ενέπηξεν εις τον φάρυγγα του Αγίου την μάχαιράν του· και ούτως ο τρισόλβιος ως ιχθύς ασπαίρων, επάνω εις τα σώματα των ιδίων του τέκνων παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Μετά ταύτα ανάψας ο δυσσεβέστατος πυράς, κατέκαυσε τα των Μαρτύρων σώματα. 

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς ΑΝΔΡΕΑΣ

Τη αυτή ημέρα ο Άγιος Μάρτυς ΑΝΔΡΕΑΣ λόγχη τελειούται.                                                

Ανδρέας ο μακάριος Μάρτυς, γέρων ων κατά την ηλικίαν, έζη κατά τας ημέρας του αυτοκράτορος του Βυζαντίου Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ΄ (867), συλληφθείς δε υπό των Αγαρηνών, οίτινες κατά την εποχήν εκείνην εξουσίαζον όλην την Αφρικήν και είχον φθάσει μέχρι της Σικελίας, παρεστάθη ενώπιον του άρχοντος αυτών, του θηριώδους και ωμοτάτου Αβραχίμ. Επειδή δε ωμολόγησε παρρησία την εις Χριστόν πίστιν, ερρίφθη εις την φυλακήν και εκεί έμεινεν πολλά έτη, έως ου κατεξηράνθη όλος από την πείνν και δίψαν, και από τας άλλας ταλαιπωρίας της φυλακής. Μετά ταύτα, επειδή δεν επείθετο να αρνηθή την ευσέβειαν, το άσπλαγχνον εκείνο θηρίον, ο Αβραχίμ, ανέβη επάνω εις ίππον, και λαβών εν ακόντιον, έστησε τον Άγιον κατ’ ευθείαν έμπροσθεν εις τον δρόμον. Έπειτα τρέχων με τον ίππον, κτυπά εις το στήθος τον Μάρτυρα με το ακόντιον. Επειδή δε ήκουσεν ότι εφώναζεν από καρδίας ο Άγιος μίαν φωνήν ευχαριστήριον εις τον Θεόν, δια τούτο στρέφει ο αιμοβόρος από το όπισθεν μέρος του Μάρτυρος, και κτυπά δεύτερον αυτόν εις την ράχιν με άλλο ακόντιον. Όθεν επειδή και τα δύο ακόντια διήλθον τα σπλάγχνα του έσωθεν έως έξω, έπεσε κατά γης ο γενναίος αγωνιστής· είτα αποτμηθείς την κεφαλήν, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού και ανέβη νικηφόρος εις τα ουράνια. 

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

Η Σύλληψις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός η Σύλληψις του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.                                                                                                              

Ο Κύριος ημών και Θεός, ο του Πατρός Μονογενής Υιός και Λόγος, όταν έμελλε να καταβή από τους ουρανούς και να συλληφθή ασπόρως και παραδόξως εις την παρθενικήν κοιλίαν της Παναμώμου Αυτού Μητρός, ηθέλησε να προβεβαιώση την εν τη Παρθένω ιδικήν του άσπορον σύλληψιν με άλλο θαύμα παράδοξον. Τούτου ένεκα εξ μήνας προς της ιδικής του συλλήψεως απέστειλε τον Αρχάγγελον Γαβριήλ εις τον Προφήτην και Αρχιερέα Ζαχαρίαν, όστις ευρίσκετο τότε εις τον Ναόν και εθυμία και προσηύχετο υπέρ του λαού, και διεμήνυσεν εις αυτόν την παράδοξον σύλληψιν του ιδικού του Προδρόμου, η οποία έμελλε να γίνη εν τη κοιλία της στείρας και γηραιάς γυναικός του, της Ελισάβετ, και την οποίαν σύλληψιν εορτάζομεν  σήμερον. Ο δε Ζαχαρίας, επειδή δεν επίστευσεν εις την παρ’ ελπίδα ταύτην αγγελίαν του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, δια τούτο κατεδικάσθη εις αφωνίαν και σιωπήν, έως ου ίδη δια των έργων γενόμενον το αρχαγγελικόν μήνυμα.