Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιη΄  Καταστροφή του ναού του Διονύσου.                                                                                  

Την τετάρτην ημέραν εξήλθομεν εκ της οικίας εκείνης εις την αγοράν, ένθα συνήχθησαν πολλοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· γνωρίσας δε ούτος ότι οι ειδωλολάτραι κατ’ εκείνην την ημέραν ετέλουν μεγάλην εορτήν του θεού των Διονύσου, ελθών πλησίον του ναού αυτών εστάθη εκεί διδάσκων τον λαόν ευαγγελιζόμενος την εις τον Θεόν επιστροφήν και μετάνοιαν και την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν πίστιν, λέγων συγχρόνως προς αυτούς: «Ω άνθρωποι, αφού επλάσθητε κατ’ εικόνα Θεού και ετιμήθητε με λόγον, δεν πρέπει να φαίνεσθε και των αλόγων ζώων αλογώτεροι, ρυπαρώτερον εκείνων βίον διάγοντες, και δια της αισχράς σας πολιτείας να ατιμάζητε τον εαυτόν σας και να νοθεύητε τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως». Ταύτα δε και άλλ πολλά τοιαύτα λέγοντος του Ιωάννου προς τον λαόν, ήλθον εκεί οι ιερείς του Διονύσου, λέγοντες προς αυτόν: «Φύγε απ’ εδώ και μη κάμνης σύγχυσιν, εμποδίζων την εορτήν ημών και την τελετήν του θεού Διονύσου». Ο δε Ιωάννης ουδόλως προσείχεν εις τους λόγους αυτών, αλλά περισσότερον εδίδασκε τον λαόν να απομακρύνηται από την σατανικήν εκείνην συνήθειαν και λατρείαν· διότι επεκράτει εις τον ειδωλικόν εκείνον ναόν μία άτακτος και ακάθαρτος παράδοσις, και προσέφερον θύματα φαγητά και ποτά πολλά· εισερχόμενοι δε ΄νδρες και γυναίκες χωρίς παιδιά, αφού έτρωγον και έπινον, έκλειον είτα τας θύρας του ναού και συνεφθείροντο διαπράττοντες παν είδος αισχράς πράξεως και ακολασίας, ωσάν ίπποι θηλυμανείς και αναίσχυντοι. Ιδόντες οι ιερείς της αισχύνης τον Ιωάννην επιμένοντα εις την διδαχήν αυτού και τον λαόν ιστάμενον και ακούοντα αυτού, ελθόντες εκεί, τον μεν λαόν δια κολακειών και παρακλήσεων απεμάκρυναν εκείθεν, τον δε Ιωάννην δέσαντες έφερον μακράν του τόπου εκείνου, και δώσαντες πολλάς πληγάς, άφησαν αυτόν κατά γης δεδεμένον και ημιθανή· αυτοί δε μετέβησαν εις την εορτήν της αισχροπραξίας των, και εισήλθον εις τον ναόν αυτοί μόνοι, κατά την συνήθειαν, δια να τελέσωσι πρώτον τα δαιμονικά μυστήρια και να γευθώσιν εκ των μιαρών και ειδωλοθύτων φαγητών. Εκείτετο λοιπόν ο Ιωάννης κατά γης· εκείθεν δε ηύξατο προς τον Θεόν λέγων: «Ο Θεός και πατήρ της ελπίδος ημών Ιησού Χριστού, ο δια του γενναίου Σαμψών τους μεγίστους οίκους των αλλοφύλων καταβαλών, αυτός και νυν ευδόκησον ίνα καταστραφή ο ναός της ασωτείας». Έτι δε του Ιωάννου προσευχομένου, ιδού ο ναός όλος κατέπεσεν εκ των θεμελίων, και κατεπλακώθησαν εντός αυτού αποθανόντες οι δώδεκα ιερείς μόνον, χωρίς εκ του λαού να πάθη κανείς. 

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιζ΄   Η θεραπεία του πάσχοντος υιού της χήρας.                                                                       

Διαμείναντες εκεί ημέρας επτά χαίροντες και αγαλλόμενοι δια πάντα τα θαυμάσια, τα οποία εποίησεν ο Θεός δια του Ιωάννου, εξήλθομεν εκείθεν και ήλθομεν εις τόπον καλούμενον «Φλογείον», συνήχθη δε εκεί πάσα σχεδόν η πόλις δια να ακούση την διδασκαλίαν του Ιωάννου. Κατ’ εκείνην την ώραν μία γυνή χήρα, διασχίσασα το πλήθος του λαού και ελθούσα έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγουσα: «Δούλε του Θεού, ορκίζω σε εις τον Θεόν τον οποίον πιστεύεις και κηρύττεις, ελέησόν με»· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τι θέλεις ίνα ποιήσω προς σε»; Απεκρίθη η γυνή λέγουσα: «Αποθανών ο ανήρ μου μοι εγκατέλειψεν ορφανόν παιδίον τριών ετών, το οποίον μετά κόπων και μόχθων πολλών ανέθρεψα και ανέδειξα τέλειον άνδρα· τούτον δε εκτύπησε πονηρός δαίμων· και κατεξώδευσα πάντα τα υπάρχοντά μου δίδουσα εις τους ναούς και εις τα ιερά των λεγομένων θεών και εις τους κακογνώμονας ιερείς, και ουδόλως παρ’ αυτών ωφελήθη. Όθεν παρακαλώ σε, Απόστολε του μεγάλου Θεού, λυπήσου με την αθλίαν και θεράπευσον τον υιόν μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Πήγαινε και φέρε αυτόν εις εμέ δια να τον θεραπεύσω». Πιστεύσασα η γυνή εις τους λόγους του Αποστόλου έδραμεν ευθύς εις τον οίκον αυτής, και είπε προς τον πάσχοντα υιόν της· «Ελθέ ίνα υπάγωμεν προς τον Ιωάννην τον Απόστολον του Χριστού δια να σε θεραπεύση», και ευθύς με τον λόγον τούτον εξήλθεν ο δαίμων απ’ αυτού προ του να έλθη προς τον Ιωάννην. Λαβούσα όμως τούτον η μήτηρ έφερεν αυτόν σωφρονούντα προς τον Ιωάννην· ιδόντες δε οι όχλοι εξεθαμβήθησαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δια του Αποστόλου αυτού ενεργούντα τοιαύτα παράδοξα θαύματα· πολλοί δε ένεκα τούτου επίστευσαν εις τους λόγους του Ιωάννου και εβαπτίσθησαν υπ’ αυτού. Και λαβών εκ της χειρός ο Ιωάννης τον θεραπευθέντα νεανίσκον εισήλθε μετ’ αυτού και της μητρός εις τον οίκον αυτών, και κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς και πάντας τους εν τω οίκω αυτών, και εμείναμεν εκεί πλησίον αυτών ημέρας τρεις. 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιστ΄  Ανάστασις του εν λουτρώ πνιγέντος νέου.                                                                         

Εισελθόντες λοιπόν πάντες εντός της πόλεως, εστάθη ο Ιωάννης εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Μικρά Στοά» και συνήχθη πέριξ αυτού λαός πολύς· λαβών δε τον λόγον ήρχισε να διδάσκη και να ευαγγελίζηται προς αυτούς τον Χριστόν· όθεν και πολλοί ακούσαντες επίστευσαν εις τους λόγους αυτού και εδόξασαν τον Θεόν δια την σωτηρίαν του παιδίου και την εξαφάνισιν του κακούργου και φονευτού των αθώων πονηρού δαίμονος. Οι ιερείς όμως της αισχύνης επικραίνοντο σφοδρώς κατά του Ιωάννου· εις δε εξ αυτών είχεν υιόν ονόματι Μονάν, ο οποίος λουόμενος κατά την ημέραν εκείνην εις το λουτρόν το ευρισκόμενον εις το μέσον της πόλεως, επνίγη υπό δαίμονος πονηρού εκείσε παραμένοντος· και τούτο μαθών ο ιερεύς, έδραμεν εις το λουτρόν· και ευρών το πτώμα του υιού του, έρχεται δρομαίος προς τον Ιωάννην, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, ιδού ήλθεν ο καιρός δια να πιστεύσω και εγώ εις τον υπό σού κηρυττόμενον Θεόν· διότι ο υιός μου επνίγη υπό πονηρού πνεύματος εντός του λουτρού, και γνωρίζω ότι, εάν θέλης, δύνασαι να αναστήσης αυτόν· διότι έχομεν ακούσει π΄ντα όσα εποίησας εις την πόλιν των Φλωρών». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πιστεύεις ότι δύναμαι να ποιήσω τούτο»; Απεκρίθη ο ιερεύς, ειπών: «Ναι, κύριε, πιστεύω», και λαβών τον Ιωάννην εκ της χειρός έφερεν αυτόν εις το λουτρόν όπου ευρίσκετο το πτώμα του πνιγέντος νέου, το οποίον έρριψαν εις τους πόδας του Αποστόλου· ο δε πατήρ αυτού εδέετο μετά δακρύων πικρών του Ιωάννου, λέγων: «Δια τον Θεόν σου, τον οποίον κηρύττεις, λυπήσου με και ανάστησον τον υιόν μου». Τότε ο Ιωάννης, προσευχηθείς, έλαβεν εκ της χειρός τον νεκρόν, και είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ανάστηθι», και ευθέως ανέστη ο νεκρός, προς τον οποίον είπεν ο Ιωάννης: «Τι συνέβη εις σε; Πως έπαθες τούτο»; Απεκρίθη ο αναστηθείς νέος: «Κύριε, καθώς ελουόμην εντός του λουτρού, ήλθεν εκ της θύρας εις αιθίοψ ανήρ και με έπνιξεν». Ηννόησε δε ο Ιωάννης ότι ήτο εκεί ο δαίμων, τον οποίον εδίωξεν εκ του λουτρού του Διοσκορίδου εν τη Εφέσω· όθεν εισελθών εντός του λουτρού, είπε: «Προς σε λέγω, πονηρόν πνεύμα να είπης προς ημάς, πόσους χρόνους έχεις ενταύθα»; Ο δε δαίμων ανέκραξε λέγων: «Έξ έτη έχω· εγώ δε είμαι όστις πριν κατώκουν εις το λουτρόν του Διοσκορίδου εν Εφέσω και τον υιόν εκείνου πνίξας, υπό σου δε εκείθεν εκδιωχθείς· αλλά παρακαλώ σε, να μη με διώξης εκ του τόπου τούτου»· είπε δε ο Ιωάννης προς το πονηρόν πνεύμα: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου παραγγέλλω σοι να εξέλθης εκ της νήσου ταύτης, και να μη κατοικήσης πλέον μεταξύ των ανθρώπων, αλλά να μεταβής εις τόπους αγρίους και ακατοικήτους», και εν τω άμα εξηφανίσθη ο δαίμων κατά τον λόγον του Αποστόλου. Ταύτα πάντα ιδών ο ιερεύς έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων: «Κύριε, ιδού εγώ, ο υιός μου και πας ο οίκος μου, ενώπιόν σου είμεθα, και ό,τι εάν είπης προς ημάς θα υπακούσωμεν και θα ποιήσωμεν». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Αληθώς εγνώρισα ότι δια την ωφέλειαν  των ψυχών σας ωκονομήθη παρά του Θεού το πάθημα τούτο του υιού σου· διότι δια του γεγονότος τούτου ωδηγήθητε προς την επίγνωσιν της αληθείας, επειδή προηγουμένως εφέρεσο σκληρώς προς τον λόγον της ευσεβείας. Τώρα λοιπόν πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον, και θα σωθής συ και ο οίκος σου». Απεκρίθη ο ιερεύς, λέγων: «Και επίστευσα και πιστεύω, Μαθητά του αληθινού Θεού»· και παραλαβών ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού ζητών ίνα βαπτισθή. Διδάξας λοιπόν και κατηχήσας αυτόν ικανώς ο Ιωάννης, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιε΄  Περί της τελουμένης θυσίας εις τον λύκον κατά την πρώτην εκάστου μηνός εις την πόλιν Μυρινούσαν.                                                                                                       

Εξελθόντες εκ της πόλεως Φλωράς και περιπατήσαντες, εισήλθομεν εις την πόλιν Μυρινούσαν κατά την πρώτην του Λώου (Αυγούστου) μηνός, και ελθόντες εις τον τόπον καλούμενον «Πιαστήριον» εύρομεν  εκεί τους πρώτους της πόλεως έχοντας ένα νέον σιδηροδέσμιον κείμενον κατά γης· ηρώτησε δε ο Ιωάννης ένα εκ των εκεί παρισταμένων, λέγων: «Δια ποίον λόγον είναι δεμένος ούτος ο νέος»; Απεκρίθη εκείνος ειπών: «Εκάστην πρώτην του μηνός προσφέρεται εις νέος καθαρός θυσία εις τον ευεργέτην λύκον».  Είπε δε ο Ιωάννης: «Και ποίος είναι ο λύκος ούτος; Επεθύμουν να μάθω». Λέγει πάλιν εκείνος: «Περί την τετάρτην ώραν της ημέρας έρχονται οι ιερείς και λαμβάνουσι τον νέον προς θυσίαν και ακολουθεί αυτούς όλος ο λαός· εάν λοιπόν θέλης να ακολουθήσης και συ, δύνασαι να ίδης τον λύκον και την θυσίαν την τελουμένην εις αυτόν». Είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Άνθρωπε, βλέπω σε άνθρωπον φρόνιμον, γνωστικόν και με πάσαν αρετήν εστολισμένον· επειδή δε εγώ είμαι ξένος και επιθυμώ να ίδω τον λύκον αυτόν, δείξον αυτόν παρακαλώ εις εμέ, και δια την χάριν ταύτην θα σοι δώσω μέγα δώρον»· τούτο δε ακούσας εκείνος, εδέχθη ίνα δείξη τον λύκον προς τον Ιωάννην. Όθεν ελθόντες εις τον τόπον εκείνον και συνομιλούντες μετά του ανθρώπου, αίφνης ο δαίμων ο καλούμενος λύκος ανέβη εκ του ποταμού εστολισμένος κατά φαντασίαν δια ποικίλου στολισμού. Ιδών ο Ιωάννης τον λύκον είπε: «Προς σε λέγω, πνεύμα πονηρόν, άκουσον»· και ευθύς εστάθη ο δαίμων· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πόσα έτη έχεις εις τον τόπον τούτον»; απεκρίθη ο δαίμων λέγων: «Εκατόν εξήκοντα πέντε». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού του ζώντος, όπως εξέλθης εκ της νήσου ταύτης και εις ερήμους κι ακατοικήτους τόπους πλέον να έχης την διαμονήν σου»· και ευθέως το πονηρόν πνεύμα εγένετο άφαντον απ’ έμπροσθεν ημών. Ιδών δε ο άνθρωπος εκείνος το σημείον το οποίον εποίησεν ο Ιωάννης, έπεσεν εις τους πόδας αυτού λέγων: «Παρακαλώ σε, κύριε, ειπέ εις εμέ ποίος είσαι; Διότι βλέπω ότι και τους θεούς διατάσσεις και μετά τρόμου σού υπακούουσι». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εγώ είμαι Ιωάννης ο Απόστολος Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού· ούτος δε, τον οποίον σεις λέγετε λύκον, είναι πνεύμα πονηρόν και διαφθείρει τας ψυχάς των ανθρώπων· δια τούτο απέστειλέ με ο Χριστός ίνα διώξω τους δαίμονας και υποδείξω εις τους ανθρώπους την οδόν της αληθείας». Ταύτα ακούσας  ο άνθρωπος λέγει προς τον Απόστολον: «Πρακαλώ σε, άνθρωπε του Θεού, όπως ποιήσης και εμέ δούλον του Χριστού». Κατηχήσας δε τούτον ο Ιωάννης, εβάπτισεν αυτόν εις τον ποταμόν. Ενώ δε ακόμη ο Ιωάννης επεστήριζε δια λόγων πνευματικών τον φωτισθέντα αδελφόν, ιδού έρχονται οι ιερείς της αισχύνης φέροντες μεθ’ εαυτών σιδηροδέσμιον τον νέον δια να θυσιάσωσιν αυτόν εις τον δαίμονα· και δέσαντες αυτού τους πόδας και ετοιμάσαντες κατά πάντα, έλαβον εις χείρας το ξίφος και ανέμενον την εμφάνισιν του δαίμονος· διότι εφαίνετο πρώτον εις αυτούς ο δαίμων δι’ εκστάσεως και φαντασίας, κατελάμβανε δε αυτούς φόβος και τρόμος, και τότε έσφαζον τον νέον. Επειδή όμως ο δαίμων δεν εφαίνετο και εκείνοι ανέμενον, πλησιάσας αυτούς ο Ιωάννης είπεν: «Ω άνδρες, οι ευρισκόμενοι εις την πλάνην των δαιμόνων, αυτόν τον οποίον σεις νομίζετε ότι είναι θεός, τον δαίμονα αυτόν λύκον, εγώ εδίωξα μακράν εκ της νήσου ταύτης εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού μου· τι λοιπόν επιμένετε εις την παράνομον ταύτην θυσίαν; Λύσατε τον νέον και άφετε να υπάγη· εγώ δε θα σας εξηγήσω περί του δαίμονος, ο οποίος σας επλάνα μέχρι τούδε και διέφθειρε τας ψυχάς σας». Ταύτα ακούσαντες οι ιερείς εξέστησαν· διότι ουδείς ποτε  ετόλμησεν εις τον τόπον εκείνον ν ομιλήση ούτως ελευθέρως, δια τον φόβον του δαίμονος. Πάλιν λοιπόν ο Ιωάννης είπε προς αυτούς· «Υπακούσατέ μου, ω άνδρες, και λύσατε τον νέον· παύσατε δε και την ανόητον και φρενοβλαβή ταύτην λατρείαν των δαιμόνων δια της σφαγής ανθρώπων κατ’ εικόνα Θεού πλασθέντων· διότι ο λεγόμενος λύκος εδιώχθη παρ’ εμού και απεστάλη εις το σκότος το εξώτερον δια της δυνάμεως του Θεού μου»· προς ταύτα δε οι ιερείς ούτε καν ετόλμησαν να αποκριθώσι. Τότε λοιπόν ο Ιωάννης πλησιάσας έλυσε τον νέον εκ των δεσμών, και είπε προς αυτόν: «Ύπαγε προς τους γονείς σου εις την πόλιν», διότι δεν επετρέπετο εις ουδένα εκ των συγγενών του θυσιαζομένου ίνα παρευρίσκεται κατά την τελετήν της θυσίας του λύκου· είτα δε πλησιάσας έλαβε τας μαχαίρας εκ των χειρών των ιερέων, και πάντες οι ευρισκόμενοι εκεί εθαύμασαν· ουδείς όμως ετόλμησε να είπη προς τον Ιωάννην λόγον σκληρόν· διότι κατέλαβε πάντας θάμβος και έκστασις μεγάλη δια την εξαφάνισιν του θεού των. 

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιδ΄   Απελευθέρωσις της επιτόκου γυναικός του ηγεμόνος.                                                          

Συνέβη κατ’ εκείνας τας ημέρας, ώστε η γυνή του ηγεμόνος, η οποία ήτο έγκυος, να μη δύναται να γεννήση, ταλαιπωρουμένη δεινώς τρεις ημέρας, εκινδύνευε δε εις θάνατον. Πέστειλε λοιπόν ο ηγεμών προς τον Ιωάννην ανθρώπους παρακαλών αυτόν και λέγων: «Άνθρωπε του Θεού, ελθέ συντόμως δια να βοηθήσης ημάς». Επορεύθη δε ο Ιωάννης, και μόνον ως επλησίασεν εις τον οίκον του ηγεμόνος, ευθέως εγέννησεν η γυνή αυτού· είπε δε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Δια ποίον λόγον προσεκάλεσας ημάς»; Απεκρίθη ο ηγεμών: «Όπως ευλογηθή ο οίκος μου δια σού». Λέγει προς αυτόν ο Απόστολος: «Εάν πιστεύσης εις τον Σωτήρα Χριστόν, θα γίνη εις τον οίκον σου σωτηρία»· είπε πάλιν ο ηγεμών: «Και επίστευσα και πιστεύω εις τον αποστείλαντά σε Χριστόν δια την σωτηρίαν πάντων των ανθρώπων». Διδάξας λοιπόν αυτόν ο του Χριστού Απόστολος και κατηχήσας, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· επειδή δε παρεκάλει αυτόν και η γυνή του ηγεμόνος, ίνα και ταύτην βαπτίση, απεκρίθη εις αυτήν ο Ιωάννης λέγων: «Δεν δύνασαι τώρα να βαπτισθής πριν παρέλθωσιν ημέραι τεσσαράκοντα». Ο δε ηγεμών έδιδεν αρκετά χρήματα προς τον Ιωάννην, λέγων: «Δέχου ταύτα, Πάτερ, εκ του τέκνου σου και ευλόγησον τον οίκον μου»· απεκρίθη δε προς αυτόν ο Απόστολος του Χριστού: «Δεν δύναται ο οίκος σου να ευλογηθή δια χρημάτων· αλλ’ ύπαγε συ μόνος και διαμοίρασον αυτά εις τους πτωχούς, και τοιουτοτρόπως θα είναι ο οίκος σου ευλογημένος». Εμείναμεν δε εκεί εις την οικίαν του ηγεμόνος τρεις ημέρας, και εξελθόντες εκείθεν επανήλθομεν εις την οικίαν του Μύρωνος, ένθα υπήρχον πολλοί συνηγμένοι, τους οποίους πάντας εδίδαξεν ο Ιωάννης· αφού δε εδίδαξεν αυτούς ικανώς και εχειροτόνησεν εις αυτούς πρεσβυτέρους, είτα επιτελέσας την θείαν Λειτουργίαν και μεταδώσας εις πάντας τα θεία Μυστήρια, παρέδωκεν αυτούς εις την Χάριν του Κυρίου· ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν. 

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιγ΄  Θεραπεία του υδρωπικού.                                                                                                       

Άλλην πάλιν ημέραν ήλθομεν εις μίαν στοάν καλουμένην Δομεστίαν, και ήλθον εκεί πολλοί τους οποίους εδίδασκεν ο Ιωάννης· ήτο δε εκεί πλησίον άνθρωπος υδρωπικός, έχων έξ έτη εν τη ασθενεία ταύτη, και τόσον ήτο ούτος καταβεβλημένος υπό της ασθενείας, ώστε δεν ηδύνατο ούτε καν να ομιλήση, αλλά μόνον δια νεύματος ζητήσας χάρτην και μελάνην έγραψε δύο στίχους προς τον Ιωάννην ούτω: «Τω Αποστόλω και Μαθητή του Χριστού, ο ταλαίπωρος εγώ, ελέησόν με και ανάστησόν με από της ασθενείας μου». Λαβών δε ο Ιωάννης τον χάρτην και αναγνούς, ηυσπλαγχνίσθη αυτόν και αντέγραψε λέγων: «Τω ανθρώπω τω έχοντι το πάθος του ύδρωπος, Ιωάννης ο Απόστολος του Χριστού· εν ονόματι του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος να γίνης υγιής». Λαβών ο υδρωπικός τον χάρτην και αναγνώσας ευθέως ηγέρθη ως εάν μη είχεν ουδέποτε ασθενήσει. Και τούτο ιδών ο λαός, έκραξε λέγων: «Μέγας είναι ο Θεός του Ιωάννου, ο οποίος ενεργεί τοιαύτα μεγάλα θαυμάσια», πολλοί δε εξ αυτών και εβαπτίσθησαν. Επίσης και ο θεραπευθείς υδρωπικός, ελθών και πεσών εις τους πόδας του Αποστόλου, εζήτει και αυτός ίνα βαπτισθή, τον οποίον και κατηχήσας εβάπτισε κατ’ αυτήν την ιδίαν ημέραν. 

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιβ΄  Θεραπεία του χωλού και του πατρός αυτού ιερέως των ειδώλων.                                              
Εξελθόντες εκ της οικίας του Φίλωνος ήλθομεν πλησίον της θαλάσσης, και συνήχθησαν εκεί πολλοί, τους οποίους εδίδασκεν ο Ιωάννης· ήλθον δε εκεί και οι ιερείς του Απόλλωνος, εκείνοι οι οποίοι είχον μεταβή προς τον Κύνωπα εναντίον του Ιωάννου, και τους εδίδασκεν· εις δε εξ αυτών, θέλων να πειράξη τον Ιωάννην, είπεν εις αυτόν· «Διδάσκαλε, έχω υιόν χωλόν και από τους δύο πόδας· θεράπευσον λοιπόν αυτόν δια να πιστεύσω καγώ εις τον Εσταυρωμένον». Είπε προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν, θα θεραπευθή ο υιός σου». Απεκρίθη εκείνος: «Όχι, αλλά πρώτον ποίησον τον υιόν μου υγιά και ύστερον να πιστεύσω». Τότε λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης εντονώτερον: «Μη πειράζης τον απείραστον, και μη βλασφημής απιστών· εν δε τω ονόματι του Ιησού Χριστού να γίνης και συ χωλός και από τους δύο πόδας». Και ευθέως παρελύθησαν τα νεύρα και αι αρμονίαι των ποδών του, και πεσών εις την γην έμεινεν ακίνητος. Είπε δε ο Ιωάννης προς τον άλλον ιερέα: «Ύπαγε εις τον οίκον τούτου του ασθενούς και δείξον τον πάσχοντα υιόν του εις τον μαθητήν μου». Απελθών λοιπόν εγώ εις τον οίκον του ιερέως, είπον προς τον πάσχοντα τους πόδας παίδα: «Είπεν ο Απόστολος του Χριστού Ιωάννης, ίνα έλθης ταχέως προς αυτόν εν τω ονόματι του Εσταυρωμένου». Ευθύς δε ο παις εγερθείς ηκολούθησεν εμέ, και ελθών προς τον Ιωάννην έπεσε και προσεκύνησεν αυτόν· και τούτο ιδών ο πατήρ αυτού, έκραξε μετά δακρύων και μεγάλης φωνής λέγων: «Ελέησόν με, μαθητά του ευσπλάγχνου Θεού». Σπλαγχνισθείς δε αυτόν ο Ιωάννης και σφραγίσας δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού τρεις φοράς ανέστησεν αυτόν εις τους πόδας· πάντες δε οι ιδόντες τούτο εθαύμαζον επί τη του Χριστού μεγαλειότητι και επίστευσαν. Εβαπτίσθη λοιπόν ο ποτέ ιερεύς του Απόλλωνος μετά του υιού και παντός του οίκου αυτού.