Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

κβ΄  Η θεραπεία του τυφλού.                                                                                                            

Την επομένην ημέραν είπε προς με ο Ιωάννης: «Τέκνον Πρόχορε, ελθέ ίνα εξέλθωμεν εις τα χωρία της νήσου δια να διδάξωμεν τους ανθρώπους προ του αναχωρήσωμεν απ’ εδώ». Και ούτως εξήλθομεν· ενώ δε εδίδασκεν ο Ιωάννης εις ένα τόπον, Αγροικίαν καλούμενον, υπήρχε εκεί εις ιερεύς του Διός, ονομαζόμενος Εύχαρις, ο οποίος είχεν υιόν τυφλόν υπάρχοντα και ευρισκόμενον εκεί, ακούοντα δε μετά μεγάλης προθυμίας και γλυκύτητος τους λόγους του Ιωάννου· αίφνης δε έκραξεν ούτος λέγων: «Διδάσκαλε, δια τον Θεόν τον οποίον κηρύττεις, επειδή γλυκέως ακούω τους λόγους σου, ποίησον προσευχήν δι’ εμέ όπως αναβλέψω και ίδω το πρόσωπόν σου δια να ευφρανθώ περισσότερον». Λυπηθείς όθεν αυτόν ο Ιωάννης και γνωρίζων ότι έχει πίστιν δια να σωθή, εκράτησεν αυτόν εκ της χειρός· και ποιήσας εις τους οφθαλμούς αυτού τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, ανάβλεψον»· και ευθέως ανέβλεψε. Τούτο ιδών ο Εύχαρις ο πατήρ του θεραπευθέντος τυφλού, προσέπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου προσκυνών αυτόν και παρακαλών, όπως εισέλθη εις τον οίκον του δια να ποιήση αυτόν και τους οικείους του δούλους Χριστού· όθεν εισελθόντων ημών και πολλήν διδασκαλίαν ποιήσας ο Ιωάννης και κατηχήσας ικανώς, εβάπτισεν αυτούς πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

κα΄  Περί της συγγραφής του Ιερού Ευαγγελίου.                                                                            

Δια της Χάριτος και βοηθείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια των θεοπνεύστων λόγων του Ιωάννου και των μεγίστων σημείων και τεράτων, τα οποία εποίησεν ο Θεός δι’ αυτού, επίστευσαν πάντες σχεδόν οι κάτοικοι της νήσου Πάτμου· αφού δε απέθανεν ο βασιλεύς εκείνος, ο οποίος εξώρισεν ημάς εις την νήσον ταύτην, έγινεν άλλος βασιλεύς, ο οποίος δεν ημπόδιζε την περί του Χριστού διδαχήν, ουδέ ηνώχλει τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού. Ούτος λοιπόν ο νέος βασιλεύς, έχων αγαθάς πληροφορίας περί του Ιωάννου, διέταξεν ίνα απολυθή ούτος εκ της εξορίας και να μεταβή όπου αν θέλη· *  ιδών δε ο Ιωάννης, ότι πάντες σχεδόν οι εν Πάτμω επίστευσαν εις τον Χριστόν, απεφάσισεν ίνα επιστρέψη εις την Έφεσον. Τούτο μαθόντες οι πιστεύσαντες αδελφοί, συνελθόντες πάντες ομού, παρεκάλουν μετά θερμών δακρύων αυτόν λέγοντες: «Μη εγκαταλίπης ημάς ορφανούς, Πάτερ παρακαλούμεν την αγιότητά σου, αλλά να μένης δια παντός μετά των τέκνων σου»· ο δε Ιωάννης συνεβούλευσεν αυτούς, λέγων: «Μη κάμητε ούτω, τέκνα μου, και κλαίοντες λυπείτε την ψυχήν μου, μη φροντίζοντες και δια το συμφέρον των άλλων· διότι ο Χριστός, εις τον οποίον επιστεύσατε, αυτός εμφανισθείς εις εμέ διέταξεν όπως επιστρέψω εις την Έφεσον, ίνα παρηγορήσω και τους εκεί αδελφούς». Ιδόντες οι αδελφοί ότι δεν πείθεται εις τους λόγους αυτών, προσέπεσον εις τους πόδας αυτού παρακαλούντες και λέγοντες: «Εάν , ω Πάτερ και διδάσκαλε, απεφάσισες ίνα αφήσης ημάς ορφανούς, παρακαλούμεν σε θερμώς όπως παραδώσης εις ημάς εγγράφως τα περί της ενσαρκώσεως και της λοιπής οικονομίας του Θεού, δια να μελετώμεν αυτά πάντοτε και ούτω μένωμεν σταθεροί και αμετακίνητοι εις την πίστιν, μήποτε κανείς εκ των αδελφών αμελήσας πλανηθή υπό του σατανά και ακολουθήση οπίσω αυτού». Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιωάννης: «Πολλάκις, τέκνα μου, ηκούσατε παρ’ εμού περί των σημείων τα οποία εποίησεν ο Υιός του Θεού ενώπιόν μου, και πάντας τους λόγους της οικονομίας αυτού εγνώρισα προς σας· αρκείσθε όθεν εις ταύτα φυλάττοντες αυτά, και θα δώση εις σας Κύριος ο Θεός την αιώνιον ζωήν». Ταύτα ακούσαντες οι δελφοί παρεκάλουν μετά περισσοτέρων δακρύων, λέγοντες ότι δεν ανίστανται εκ του εδάφους, εάν δεν παπαχωρήση εις αυτούς το ζήτημα τούτο· λυπηθείς δε αυτούς ο Απόστολος δια τα πολλά δάκρυά των είπεν: «Υπάγετε, τέκνα μου, εις τους οίκους σας, και δια της προσταγής του Κυρίου και τούτο το ευσεβές ζήτημα θα γίνη εις σας». Και ευλογήσας αυτούς επορεύθησαν έκαστος εις τον οίκον αυτού. Τότε παραλαβών εμέ ο Ιωάννης εξήλθομεν της πόλεως μακράν έως ενός μιλίου διάστημα εις τόπον ήσυχον λεγόμενον «Κατάπαυσις», ανήλθομεν δε εις το εκεί πλησίον ευρισκόμενον υψηλόν όρος, μείναντες επ’ αυτού τρεις ημέρας· διετέλεσε δε καθ’ όλας τας τρεις ημέρας ο Ιωάννης νήστις άνευ ουδεμιάς τροφής προσευχόμενος και παρακαλών τον Θεόν όπως δώση το Ευαγγέλιον εις τους ζητούντας αυτό πιστούς αδελφούς. Την τρίτην λοιπόν ημέραν λέγει προς με: «Τέκνον Πρόχορε, είσελθε εις την πόλιν και λάβε μελάνην και χάρτην και φέρε ταύτα προς με ενταύθα»· εισελθών δε εγώ εις την πόλιν και εκτελέσας την παραγγελίαν, επέστρεψα προς αυτόν, ο οποίος μοι είπεν: «Άφες, τέκνον, ενταύθα τον χάρτην και την μελάνην, και επίστρεψον εις την πόλιν, μετά δε δύο ημέρας ελθέ πάλιν ενταύθα», και εποίησα ούτως. Επανελθών μετά δύο ημέρας συμφώνως προς την εντολήν, εύρον τον Ιωάννην ιστάμενον όρθιον και προσευχόμενον· είπε δε προς με: «Λάβε, τέκνον, τον χάρτην και την μελάνην, και στήθι εκ δεξιών μου»· εποίησα δε καθώς διετάχθην. Και αίφνης εγένετο αστραπή μεγάλη και βροντή τοιαύτη, ώστε εσαλεύθη το όρος ολόκληρον· εγώ δε εκ του φόβου έπεσον κατά γης ωσεί νεκρός· εκτείνας όμως ο Ιωάννης την χείρα, με ήγειρε λέγων: «Κάθου εκ δεξιών μου»· και πάλιν προσηύξατο· μετά δε την ευχήν είπε: «Τέκνον Πρόχορε, εκείνα τα οποία θα ακούης εκ του στόματός μου, γράφε εις τους χάρτας». Και ανοίξας το στόμα αυτού, καθώς ίστατο όρθιος και άνω βλέπων προς τον ουρανόν, ήρχισε να λέγη: «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος…» και ούτω καθεξής, εκείνος ιστάμενος έλεγε και εγώ καθεζόμενος έγραφον· εποιήσαμεν δε δύο ημέρας και εξ ώρας, εκείνος μεν ιστάμενος και λέγων, εγώ δε καθεζόμενος και γράφων. Και αφού συνεπληρώθησαν οι θείοι λόγοι του Ευαγγελίου, εποίησεν ευχήν και ούτω κατήλθομεν εκ του όρους μεταβάντες εις την οικίαν του Σωσιπάτρου, όστις παρέθηκεν εις ημάς τράπεζαν και φαγόντες ανεπαύθημεν. Την επομένην ημέραν είπεν ο Ιωάννης προς τον Σωσίπατρον: «Τέκνον, φρόντισον να εύρης καλάς μεμβράνας δια την  καθαρογράφησιν του Αγίου Ευαγγελίου»· και ότε έφερεν ο Σωσίπατρος τας μεμβράνας, λέγει προς με ο Απόστολος: «Κάθου, τέκνον, ενταύθα και καλλιγράφησον εις αυτάς το Ευαγγέλιον»·  εγώ δε καθίσας εις τον οίκον του Σωσιπάτρου, μετά πολλής της επιμελείας εκαθαρόγραψα αυτό. Ο δε Ιωάννης κατά το διάστημα τούτο εδίδασκε και καθίστα Επισκόπους και Πρεσβυτέρους εις τας Εκκλησίας· αφού δε ετελείωσεν η καθαρογράφησις του Ευαγγελίου, έφερον αυτό εις την Εκκλησίαν και κατά διαταγήν του Ιωάννου συνήχθησαν πάντες οι αδελφοί, προς τους οποίους ανεγνώσθη και εγένετο χαρά και αγαλλίασις δια την Χάριν αυτού· είτα διέταξεν όπως το μεν εις την μεμβράνην γραφέν Ευαγγέλιον παραμείνη εις την Πάτμον, εκ του οποίου να αντιγράψωσιν ακριβώς και να εφοδιασθώσιν πάσαι αι Εκκλησίαι, το δε εις τους χάρτας γεγραμμένον να μεταφέρωμεν εις την Έφεσον, το οποίον και εγένετο· μετά δε την λειτουργίαν και την θείαν κοινωνίαν απέλυσε τον λαόν. 

* (Κατά τον Όσιον Νικόδημον, εις Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Ιωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν ο μακάριος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ων τότε ενενήκοντα ετών γέρων, εν η εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Απόστολον, λέγων: «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν, ηγαπημένε. Και έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Χαίρε αληθώς, ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Τι θαυμαστόν, ει Χριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Αγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες»; Προσθέτων δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Ευαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι μέλλει να λυτρωθή από την εξορίαν και θα επιστρέψη πάλιν εις τον τόπον της Μικράς Ασίας· και ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά, λέγων αυτολεξεί: «Αξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την ασιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεως εκεί του αγαθού μιμήματα και τοις μετά σε παραδώσεις». Κατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, ότε ο βασιλεύς Τραϊανός εβασίλευσε μετά τον Νερούαν εν έτει 98, εστάλησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Ιωάννην από την εξορίαν. )

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

κ΄   Περί Σωσιπάτρου του σώφρονος και της μητρός αυτού Προκλιανής.                               

Αντικατασταθέντος του υπάρχοντος ηγεμόνος της νήσου Πάτμου, ήλθεν έτερος τοιούτος διοικητής των Κυκλάδων νήσων, Μακρίνος ονόματι, Έλλην κατά την θρησκείαν, ωμότατος και άσπλαγχνος προς τους Χριστιανούς· ούτος δε περιερχόμενος χάριν επισκέψεως τας πόλεις της νήσου, ήλθεν εις την Φλωράν και εκείθεν εις την Κάρον· διότι αύτη ήτο πόλις περισσότερον εμπορική. Εις την πόλιν ταύτην κατώκει γυνή τις χήρα και πολύ πλουσία, ονομαζομένη Προκλιανή, έχουσα και υιόν έως ετών εικοσιτεσσάρων, ωραιότατον κατά το σώμα, κατά δε την ψυχικήν διάθεσιν και ευπρέπειαν όμοιον κατά πάντα του δικαίου Ιωσήφ του παγκάλου και σώφρονος· ωνομάζετο δε ο καλός ούτος νέος Σωσίπατρος. Η Προκλιανή λοιπόν, εξ επιβουλής του δαίμονος, έλαβεν επιθυμίαν αισχράν προς τον υιόν της, και εκαίετο από τον δαιμομιώδη τούτον λογισμόν. Εν μια δε των ημερών αναισχυντήσασα πλέον, λέγει προς τον υιόν της: «Τέκνον Σωσίπατρε, έχομεν χρήματα και αγαθά πολλά· ας φάγωμεν όθεν, ας πίωμεν και ας ευφρανθώμεν· άκουσον δε και τούτο: «μη λάβης άλλην γυναίκα· διότι ιδού εγώ δεν είμαι γραία, αλλά νέα και εύμορφος. Θα είμαι λοιπόν εγώ εις σε αντί γυναικός, και συ θα είσαι εις εμέ αντί ανδρός· και μήτε συ να αφήσης να εισέλθη εις τον οίκον ημών άλλος ανήρ, ούτε εγώ θα επιτρέψω να εισέλθη εις αυτόν ξένη γυνή»· ήτο δε και αύτη ωραιοτάτη σφόδρα, και εσύρετο από τον ολέθριον λογισμόν της ψυχικής απωλείας του υιού της. Διδάσκοντος λοιπόν μίαν ημέραν του Ιωάννου εις ένα δημόσιον τόπον και αντιλεγόντων των ακουόντων, ελθών ο Σωσίπατρος εστάθη πλησίον αυτού· στραφείς δε ο Ιωάννης και ιδών αυτόν, λέγει μετά γλυκύτητος: «Τέκνον Σωσίπατρε»· ούτος δε θαυμάσας είπε: «Πόθεν με γινώσκεις, διδάσκαλε»; Απεκρίθη ο Ιωάννης ειπών: «Έχω ν σοι είπω έν λόγον». Λέγει ο Σωσίπατρος: «Ειπέ, Πάτερ». Λέγει πάλιν ο Ιωάννης: «Εις μίαν πόλιν υπήρχε μία γυνή ονομαζομένη «Απάτη», έχουσα και υιόν εύμορφον, του οποίου το όνομα ήτο «Μη απτώμενος»· εις δε εχθρός κάκιστος έσπειρε λογισμούς εις την «Απάτην», δια να απατήση τον «Μη απατώμενον». Πλην η μεν «Απάτη» ηπατάτο, ο δε «Μη απατώμενος» δεν ηπατάτο. Ενοχλήσασα επί πολύν χρόνον η «Απάτη» τον «Μη απατώμενον» και μηδέν κατορθώσασα, κατηγόρησε συκοφαντήσασα αυτόν εις τον κριτήν, συγγενή αυτής υπάρχοντα· ούτος δε διέταξεν αφρόνως να τιμωρήσωσι σκληρώς τον «Μη απατηθέντα»· όμως άνωθεν θεία δίκη τον καθαρόν εκαθάρισε και τον σκοτεινόν περισσότερον εσκότισε. Ποίον λοιπόν εκ των δύο νομίζεις, ω Σωσίπατρε, ότι είναι δίκαιον να επαινέσωμεν; Την μητέρα ή τον υιόν»; Ο δε Σωσίπατρος, καθώς η διψώσα γη δέχεται την βροχήν, δεχθείς τον λόγον και εννοήσας ότι δι’ αυτόν και την μητέρα του ελέγετο, είπε: «Δίκαιον είναι να επαινέσωμεν τον υιόν και να αποστραφώμεν την μητέρα αυτού». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Ύπαγε λοιπόν μετ’ ειρήνης εις τον οίκον σου και έχε την μητέρα σου ως μητέρα και όχι ως απάτην». Πεσών δε ο Σωσίπατρος εις τους πόδας του Ιωάννου, παρεκάλει αυτόν ίνα εισέλθη εις τον οίκον του δια να τον φιλοξενήση, και ηκολουθήσαμεν αυτόν. Εισελθόντες όμως εις την οικίαν, μόλις είδεν ημάς η Προκλιανή εθυμώθη μεγάλως· και προσκαλέσασα ιδιαιτέρως τον Σωσίπατρον, είπε προς αυτόν: «Δεν σοι είπον να μη αφήσης ξένον άνδρα να εισέλθη εις τον οίκον μας, και εγώ να μη αφήσω ξένην γυναίκα; Διατί λοιπόν έφερες εδώ αυτούς τους εμπαίκτας και απατεώνας»; Λέγει προς αυτήν ο Σωσίπατρος: «Μη νομίζης, ω μήτερ μου, ότι οι άνθρωποι ούτοι ήλθον με κακόν σκοπόν εις την οικίαν μας· αλλ’ αφού παραθέσωμεν εις αυτούς τράπεζαν και φάγωσιν άρτον, θα αναχωρήσωσι μεταβαίνοντες εις τον δρόμον αυτών». Απεκρίθη η Προκλιανή λέγουσα: «Όχι, δεν θα φάγωσιν, αλλά μετά πάσης ατιμίας θα διώξω αυτούς εκ του οίκου ημών, μήπως διαστρέψωσι τον λογισμόν σου και μισήσης την ιδίαν μητέρα σου, και αποθάνω εγώ πικρώς δια σε». Ο δε Σωσίπατρος, κολακεύων την Προκλιανήν δια να ησυχάση, ώστε φιλοξενών να ευχαριστήση ημάς, έλεγε προς αυτήν: «Δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος επί της γης, ω μήτερ μου, ο οποίος θα δυνηθή να διαστρέψη τον λογισμόν μου και να με φέρη εις μίσος και αποστροφήν της ιδίας μητρός μου· μόνον ας φιλοξενήσωμεν τους ανθρώπους τούτους, και εγώ θα υπακούσω εις πάντα όσα επιθυμεί η ψυχή σου». Υπήκουσε δε η Προκλιανή εις τους λόγους του Σωσιπάτρου, ελπίζουσα ίνα έχη και αυτή υπήκοον τον νέον εις την αισχράν και παράνομον επιθυμίαν της. Παρέθεσε λοιπόν εις ημάς τράπεζαν ο Σωσίπατρος και πάσαν την υπηρεσίαν της τραπέζης αυτός μόνος εποίει, και αυτός μόνος συνέτρωγε μεθ’ ημών· η δε Προκλιανή, καθημένη πλησίον, ηκροάζετο μόνον μήπως ο Ιωάννης ομιλήση τι εις τον Σωσίπατρον και διαστρέψη τον λογισμόν αυτού. Και αφού εφάγομεν, είπεν ο Ιωάννης: «Ελθέ, τέκνον Σωσίπατρε, ίνα προπέμψης ημάς έως έξω του οίκου σου»· και ακολουθούντος ημάς τούτου, συνηκολούθει και η Προκλιανή δια να επιστρέψη συντόμως τον Σωσίπατρον· φθάσαντες δε εις τας έξω θύρας, ήθελεν ο Σωσίπατρος να εξέλθη με ημάς και ακούση τους λόγους του Ιωάννου προς ωφέλειάν του· αλλ’ η Προκλιανή ημπόδιζεν αυτόν λαβούσα εκ της χειρός και λέγουσα: «Ελθέ, τέκνον, εντός της οικίας· διότι δεν σε αφήνω να εξέλθης εξ αυτής · λέγει προς αυτήν ο Σωσίπατρος: «Άφησόν με, ω μήτερ, δια να προπέμψω ολίγον τους ανθρώπους, υποδεικνύων εις αυτούς τον δρόμον, και συντόμως θέλω επιστρέψει προς σε». Εκείνη όμως έχουσα εντός αυτής τον διαβολικόν σπόρον της απωλείας και το θανατηφόρον δηλητήριον της επιθυμίας, έλεγε προς αυτόν: «Δεν θα εξέλθης εκ της οικίας, εάν δεν πληρώσης την επιθυμίαν μου». Εστενοχωρήθη ο Σωσίπατρος μεγάλως δια τούτο, διότι εγνώριζε καλώς την δαιμονικήν γνώμην της Προκλιανής, επειδή πολλάκις είχεν ενοχλήσει αυτόν προς τον σκοπόν τούτον· όθεν και λέγει προς αυτήν: «Μη συμπεριφέρησαι ούτως απρεπώς, ω μήτερ, αλλ’ είσελθε εις τον οίκον σου, και εγώ θα επιστρέψω συντόμως προς σε»· επιμενούσης δε εκείνης και κρατούσης αυτόν εκ της χειρός, ώθησεν αυτήν προς τα οπίσω ο Σωσίπατρος και ερρύσθη εκ των χειρών της ακολουθήσας ημάς, και επί τέσσαρας ημέρας δεν ηθέλησε να επιστρέψη εις τον οίκον του, φοβούμενος τον πειρασμόν της μητρός και την απώλειαν, αλλ’ ήτο μεθ’ ημών διδασκόμενος υπό του Ιωάννου. Η δε Προκλιανή, μη δυναμένη να ησυχ΄ση εκ του δαιμονικού πολέμου και βιαζομένη υπό της αισχράς επιθυμίας, εξήλθε την τετάρτην ημέραν προς αναζήτησιν του Σωσιπάτρου· και καθ’ ην στιγμήν εδίδασκεν ο Ιωάννης εις ένα δημόσιον τόπον και ήτο παρών μεθ’ ημών ο Σωσίπατρος, ήλθεν εκεί η Προκλιανή, και ιδούσα αυτόν, ανεχώρησεν αισχυνομένη το πλήθος του λαού· επιστρέφουσα δε ήλθε κατά πρόσωπον του Σωσιπάτρου, αγνοούντος εκείνου και μη προφθάσαντος ίνα υποχωρήση, και συλλαβούσα αυτόν εκ των ενδυμάτων, εκράτει ισχυρώς· ούτος δε έλεγε προς αυτήν: «Άφες με, ω μήτερ μου, και εγώ θέλω ποιήσει το θέλημα της καρδίας σου». Επειδή όμως επέμενεν εκείνη κρατούσα αυτόν, ηγωνίζετο ο νέος δια να απαλλαγή εκ των χειρών και του μολυσμού της Προκλινής· και πολλής φιλονικίας γενομένης μεταξύ αυτών, αφού είδεν η Προκλιανή ότι δεν επείθετο ο νέος ίνα ακολουθήση αυτήν και πληρώση την ανοσίαν και παράνομον αυτής επιθυμίαν, θυμωθείσα μεγάλως και γενομένη έξω εαυτής, ενεργουμένη υπό του δαίμονος, ήρχισε να εκβάλλη αγρίας φωνάς οδυρομένη μεγάλως ως παθούσα μέγα κακόν. Ακούσαντες τας φωνάς της Προκλιανής δύο στρατιώται, άνθρωποι του ηγεμόνος, συλλαβόντες αυτήν και τον Σωσίπατρον, έφερον αμφοτέρους προς τον ηγεμόνα· εκείνη δε άνευ ουδεμιάς εντροπής εκβαλούσα το κάλυμμα της κεφαλής της, και δια των χειρών εκριζώνουσα τας τρίχας αυτής, έλεγεν ούτω προς τον ηγεμόνα: «Πρακαλώ την εξουσίαν σου, όπως δώση προσοχήν εις τους λόγους μου· αποθανών ο ανήρ μου εγκατέλειψέ μοι τούτον τον υιόν μου ορφανόν, όντα τεσσάρων ετών, τον οποίον μετά μυρίων κόπων και μόχθων ναθρέψασα έφερον εις αυτήν την ηλικίαν, υπάρχοντα ήδη εικοσιτεσσάρων ετών. Έχει όμως ούτος δέκα ημέρας σήμερον όπου με ενοχλεί και επιτίθεται σφοδρώς, ίνα κοιμηθώ μετ’ αυτού». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και πιστεύσας ως αληθή τα λεγόμενα υπό της Προκλιανής εθυμώθη μεγάλως· και χωρίς να ακούση την απολογίαν του καθαρωτάτου και αθωοτάτου νέου, διέταξεν αμέσως ίνα φέρωσι νωπά δέρματα βοών και διάφορα φαρμακερά θηρία, όφεις και λοιπά, και εντός των δερμάτων να κλείσωσι μετ’ αυτών τον Σωσίπατρον. Ενώ δε ταύτα ητοιμάζοντο, ακούσας ο Ιωάννης, έδραμε προς το κριτήριον, και δια μεγάλης φωνής είπε προς τον ηγεμόνα· «Άδικος η κρίσις την οποίαν απεφάσισας κατά σώφρονος και ανευθύνου παιδός, ω ηγεμών»· ιδούσα δε η Προκλιανή τον Ιωάννην ελθόντα εκεί, έκραξε μετά δακρύων λέγουσα προς τον ηγεμόνα: «Ούτος ο άνθρωπος είναι ο διαστρέψας τον υιόν μου και οδηγήσας αυτόν προς την αισχράν ταύτην γνώμην και πράξιν· διότι ελθών αυτός εις τον οίκον μου, δια να φάγη άρτον, εδίδαξε τον άστατον τούτον υιόν μου την βδελυκτήν αυτήν κατάστασιν». Πειθόμενος δε ο ηγεμών περισσότερον εις τους λόγους της γυναικός, ουδεμίαν προσοχήν έδιδεν εις την απολογίαν του Ιωάννου, διότι εμαρτύρουν και πάντες οι παρευρισκόμενοι, ότι απ’ αρχής η Προκλιανή ετήρει μεγάλην και άκραν σωφροσύνην· όθεν διέταξεν ίνα συλληφθή και κρατηθή ασφαλώς ο Ιωάννης, να φέρωσι δε και έτερα νωπά δέρματα βοών και δηλητηριώδη ερπετά, όπως δι’ αυτών θανατώση και τον Ιωάννην δια του ιδίου τρόπου. Αφού είδεν ο Ιωάννης ότι βαδίζει προς εκτέλεσιν η προσταγή του ηγεμόνος, και πάντα τα προς θάνατον ετοιμασθέντα, στενάξας προσηύχετο νοερώς προς τον Θεόν· πριν δε συμπληρώση την ευχήν αυτού, αίφνης γίνεται κίνησις της γης και κρότος μέγς, και εξηράνθη η χειρ του ηγεμόνος, εκτείναντος αυτήν προς τον Ιωάννην· ομοίως και της Προκλιανής, εχούσης την δεξιάν χείρα τεταμένην κατά του Ιωάννου και ψευδολογούσης, εξηράνθη αύτη και επάγωσεν ωσεί λίθος γενομένη, και πάντες οι παριστάμενοι έμειναν ως νεκροί· μόνον δε ο Ιωάννης και ο Σωσίπατρος ίσταντο πλησίον των νωπών δερμάτων και των φαρμακερών εκείνων θηρίων. Βλέπων ταύτα ο ηγεμών και την γην εξακολουθούσαν να σείηται, εβόησε προς τον Ιωάννην λέγων: «Άνθρωπε του Θεού, ποίησον ευχήν ίνα αποκατασταθή η χείρ μου υγιής και παύση ο κλόνος της γης, όπως πιστεύσω και εγώ εις τον υπό σου κηρυττόμενον Θεόν». Ο δε Ιωάννης υψώσας τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και στενάξας είπεν: «Υιέ και Λόγε του Θεού και Πατρός, ο την παντοδύναμόν σου χείρα εξαποστείλας ενθάδε προς σωφρονισμόν των αφρόνων και ακολάστων, αυτός κατάπεμψον και το πλήθος των αφάτων σου οικτιρμών και πάντα εις την αρχαίαν τάξιν αποκατάστησον· συ γαρ ει ο Βασιλεύς των αιώνων και πάσης δυναστείας και ισχύος επικρατών, Ιησού Χριστέ». Πάραυτα δε μετά την ευχήν, της μεν γης εσταμάτησεν η κίνησις, του δε ηγεμόνος και της Προκλιανής ευεραπεύθησαν αι χείρες, και πάντες οι κατά γης κείμενοι ως νεκροί εξανέστησαν σώοι. Τότε ο ηγεμών, ιδών τα παράδοξα ταύτα, είπε προς τον Ιωάννην· «Απόστολε του Χριστού, είσελθε εις τον οίκον μου, όπως φάγης άρτον μετ’ εμού»· και λαβών ημάς και τον Σωσίπατρον έφερεν εις την οικίαν του, και αφού εφάγομεν, εμείναμεν εκεί την νύκτα εκείνην· διότι δεν έπαυσεν ο Ιωάννης διδάσκων τον ηγεμόνα περί του λόγου της ζωής· την δε ακόλουθον ημέραν προσέπεσεν ο ηγεμών εις τον Ιωάννην παρακαλών όπως βαπτίση αυτόν μετά της γυναικός και του υιού αυτού. Κατηχήσς όθεν αυτούς, εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Την επομένην ημέραν εξελθόντες μετά πολλής τιμής εκ της οικίας του ηγεμόνος, είπεν ο Ιωάννης προς τον Σωσίπατρον: «Τέκνον, ύπαγε εις τον οίκον σου και την μητέρα σου»· εκείνος δε δεν ήθελεν, αλλ’ έλεγε: «Θα σε ακολουθήσω, Πάτερ, όπου και αν υπάγης, και δεν θέλω πλέον να εισέλθω εις τον οίκον μου, ουδέ να ίδω την αθλίαν μητέρα μου· θα εγκαταλείψω όθεν τα πάντα και είμαι ευχαριστημένος να ακούω μόνον τους λόγους του Χριστού, οι οποίοι εξέρχονται εκ του αγίου σου στόματος». Λέγει προς αυτόν ο Απόστολος: «Μη έχης πλέον εις τον νουν σου τους πονηρούς λόγους, τους οποίους ήκουσας πριν παρά της μητρός σου· διότι εγκατέλειψε πλέον αύτη τας πονηράς και διαβολικάς υποθέσεις και φροντίζει μόνον δια την σωτηρίαν της. Δεν θα ακούσης εις το εξής λόγον κακόν εκ του στόματος αυτής, ουδέ θα ίδης σχήμα δαιμονικόν. Ευρίσκεται πλέον μετανοούσα και απεχομένη των ακαθάρτων λόγων και σχημάτων, τα οποία εποίει δια την καταστροφήν σου». Μετά τους λόγους τούτους, λαβών ο Ιωάννης τον Σωσίπατρον εκ της χειρός, ανήλθομεν εις τον οίκον αυτού· εύρομεν δε την Προκλιανήν κειμένην επί του εδάφους κλαίουσαν και μετανοούσαν ειλικρινώς δια τα κακά, τα οποί είχε διαπράξει. Καθώς δε ήκουσεν αύτη ότι ήλθεν ο Ιωάννης εις την οικίαν αυτής, εγερθείσα έδραμεν εις προϋπάντησιν αυτού· και προσπεσούσα εις τους πόδας αυτού μετά δακρύων πολλών, εβόα λέγουσα: «Ήμαρτον εις τον Θεόν και εις σε, άνθρωπε του Θεού, και εις τον υιόν μου, και δεν είμαι αξία να ζω πλέον· αλλά παρακαλώ σε να με συγχωρήσης την τελείως απηλπισμένην· διότι πως θα τολμήσω να υψώσω το πάσης αισχύνης πεπληρωμένον πρόσωπόν μου και να ίδω σε και το τέκνον μου, το οποίον προσεπάθησα εγώ η αθλία να θανατώσω κατά την ψυχήν και το σώμα»; Και ταύτα λέγουσα, έβρεχε δια των δακρύων τους πόδας του Ιωάννου· ούτος δε ήπλωσε την χείρα αυτού, ίνα εγείρη αυτήν, αλλ’ αύτη δεν εδέχετο κατ’ ουδένα λόγον, κλαίουσα πικρώς και με ελεεινάς φωνάς εξωμολογείτο την γενομένην εις αυτήν διαβολικήν πλάνην και επιβουλήν κατά του υιού της· και τόσον πολύ έκλαιεν, ώστε ελυπήθημεν και εδακρύσαμεν και ημείς· ικανώς δε και ο Σωσίπατρος έκλαυσε. Τότε λοιπόν ο Απόστολος λέγει προς την Προκλιανήν: «Εγέρθητι, τέκνον, διότι εύρες συγχώρησιν των πταισμάτων σου παρά Κυρίου δια της απολυτρώσεως της εις Χριστόν πίστεως»· και εγερθείσα δεν ετόλμα ίνα ατενίση προς τον Ιωάννην· αρχίσας δε εκ των θείων Γραφών και ποιήσας αρκετήν διδασκαλίαν ο Ιωάννης, κατήχησεν αυτήν και εβάπτισε μετά του υιού της Σωσιπάτρου και πάντων των ανθρώπων του οίκου αυτής. Και μετ’ ολίγας ημέρας λαβούσα η Προκλιανή αρκετά χρήματα, έφερε και έρριψεν αυτά εις τους πόδας του Αποστόλου λέγουσα: «Λάβε ταύτα, κύριε, ίνα διμοιράσης εις τους χρείαν έχοντας». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Έχεις, τέκνον, και άλλα χρήματα εις τον οίκον σου»; Η δε Προκλιανή είπε: «Ναι, κύριε, έχω και άλλα πολλά». Απεκρίθη ο Απόστολος: «Αφού ταύτα αφιέρωσας εις τον Θεόν, τοποθέτησον αυτά εις χωριστόν μέρος της οικίας σου και δια των ιδίων χειρών σου διαμοίρασον εις τους πτωχούς δια να λάβης θησαυρόν εις τους ουρανούς». Όθεν κατά την εντολήν του Ιωάννου, ισταμένη αύτη καθ’ εκάστην ημέραν έξωθεν της οικίας της, δια των ιδίων χειρών της διεμοίραζεν εις πάντας τους ερχομένους πτωχούς τα προς την χρείαν αρμόδια. Διετρίψαμεν λοιπόν αρκετόν καιρόν εις τον οίκον της Προκλιανής, και είδομεν εις αυτήν καρπούς μεγάλους της μετανοίας· διότι δια νηστειών και προσευχών πολλών εταπείνωσε τον εαυτόν της δεομένη του Θεού περί των προηγουμένων αμαρτημάτων της, και ίνα μέχρι τέλους καθαρά, αναμάρτητος και εν αγιωσύνη τελειώση τον βίον και αξιωθή της αιωνίου σωτηρίας μετά του υιού της Σωσιπάτρου. Μέγιστον λοιπόν δώρον, αγαπητοί, η μετάνοια και φάρμακον ζωής παρά Θεού εις τους ανθρώπους εδόθη, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιθ΄   Περί Νοητιανού του μάγου.                                                                                                    

 Υπήρχεν εις την πόλιν εκείνην άνθρωπος τις, Νοητιανός ονόματι, έχων και γυναίκα ονομαζομένην Φοράν και δύο υιούς, εκ των οποίων ο πρώτος ωνομάζετο Ράξ, και ο νεώτερος Πολύκαρπος· είχε δε ούτος μεγάλην πείραν μαγικής κακοτεχνίας και πολλά μαγικά βιβλία υπό δαιμόνων συντεθειμένα. Ούτος λοιπόν, ως είδε τον ναόν του Διονύσου πεσόντα δια της προσευχής του Ιωάννου και τους ιερείς καταπλακωθέντας και αποθανόντας, ελυπήθη σφόδρα και εθυμώθη κατ’ αυτού, αναλαβών ζήλον δαιμονιώδη· ο δε λαός δραμών έλυσε τον Ιωάννην και προσπεσών παρεκάλει αυτόν να μη οργισθή και πάθωσι και αυτοί το πάθημα των ιερέων. Ελθών λοιπόν εκεί και ο Νοητιανός είπε προς τον Ιωάννην: «Ιδού πάντες αγαπώμεν σε πειθόμενοι εις τα λεγόμενά σου και δεν ζητούμεν παρά σου λόγον δια την καταστροφήν του ναού· όμως δια να πληροφορηθώμεν τελείως περί της ευθύτητος της καρδίας σου και ότι Θεόν ζώντα κηρύττεις εις ημάς, ανάστησον τους δώδεκα ιερείς τους καταπλακωθέντας εις τον ναόν και αποθανόντας εντός αυτού». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Εάν ήσαν άξιοι να αναστηθώσι, δεν θα απέθνησκον μόνον αυτοί οι δώδεκα εκ του τοσούτου πλήθους του λαού». Απεκρίθη ο Νοητιανός, λέγων: «Εγώ προς δόξαν ιδικήν σου και δια το καλόν και συμφέρον σου φροντίζων, είπον ταύτα προς σε και επαναλαμβάνω· ή ανάστησον τους αποθανόντας δια να πιστεύσω και εγώ εις τον Εσταυρωμένον ή πρέπει να γνωρίζης, ότι θα αναστήσω εγώ τούτους, και συ θα υποβληθής εις την εσχάτην των ποινών θανατούμενος κακώς ως καταστροφεύς του μεγίστου ναού». Λέγει πάλιν προς αυτόν ο Ιωάννης: «Μη πλανάσαι, ω Νοητιανέ, στηριζόμενος εις μαγείας και ψευδείς ελπίδας». Διδάσκοντος λοιπόν του Ιωάννου τον λαόν, ανεχώρησεν εκείθεν ο Νοητιανός εν μεγάλη στενοχωρία και μετέβη να ίδη ποίαν καταστροφήν είχεν υποστή ο ναός· εκεί δε, δια της επικλήσεως των δαιμόνων, εποίησε να παρουσιασθώσιν εις αυτόν δώδεκα δαίμονες εις σχήμα και μορφήν των δώδεκα θανατωθέντων ιερέων, προς τους οποίους είπεν: «Έλθετε οπίσω μου δια να ενεργήσωμεν όπως θανατωθή ο Ιωάννης», είπον δε προς αυτόν οι δαίμονες: «Δεν δυνάμεθα να πλησιάσωμεν προς τον Ιωάννην· αλλ’ ημείς ιδού ιστάμεθα ενταύθα· συ δε μεταβάς φέρε εδώ τον λαόν δια να ίδη ημάς και πιστεύση, και απελθών λιθοβολήση τον Ιωάννην και αποθάνη». Εγνώρισεν ο Ιωάννης πάντα ταύτα δια της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος· όθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, όταν έλθη εδώ ο Νοητιανός, συ ύπαγε δι’ άλλης οδού όπισθεν του κατεστραμμένου ναού, και θα ίδης εκεί δώδεκα άτομα ισταμένους εις σχήμα των θανατωθέντων ιερέων, και ειπέ προς αυτούς: «Λέγει ο Απόστολος του Χριστού Ιωάννης, να αφανισθήτε εκ της νήσου ταύτης μεταβαίνοντες εις ανύδρους τόπους». Ενώ δε ακόμη ωμίλει προς με ο Ιωάννης, έρχεται ο Νοητιανός κράζων και λέγων: «Άνδρες αδελφοί, έως πότε ακούετε τους διεστραμμένους λόγους του απατεώνος τούτου; ιδού εγώ, καθώς υπεσχέθην, ανέστησα τους ιερείς περί των οποίων είπεν ούτος ότι ήσαν ανάξιοι να ζώσιν· εντός ολίγου δε θέλω ανεγείρει και τον ναόν εάν αυτόν τον πλάνον θανατώσητε. Έλθετε λοιπόν πάντες, εκτός μόνον αυτού του απατεώνος, δια να ίδητε τους αναστηθέντας ιερείς». Ακούσαντες δε οι όχλοι περί της αναστάσεως των ιερέων, ηκολούθησαν τον Νοητιανόν παραιτήσαντες τον Ιωάννην· απερχόμενοι δε εδιδάσκοντο υπό του Νοητιανού πώς να θανατώσωσι τον Ιωάννην. Ελθόντες λοιπόν εις τον τόπον εκείνον και μη ευρόντες τους νομιζομένους ιερείς, εξέστησαν μη γνωρίζοντες τι έγιναν ούτοι· διότι μεταβάς εγώ κατά την εντολήν του ποστόλου, ηφάνισα αυτούς. Ο δε Νοητιανός, μη γνωρίζων τι να πράξη, κατεδαπάνα τον εαυτόν του εις ματαίας επικλήσεις των δαιμόνων· ο δε λαός επί πολλάς ώρας παραμείνας ανωφελώς εις τον τόπον εκείνον, ήρξαντο πλέον να φέρωνται σκληρώς προς τον Νοητιανόν και να λέγωσι προς αυτόν, ότι «πλάνος υπάρχων εξηπάτησας ημάς και μας απεμάκρυνας από της ζωτικής διδασκαλίας του διδασκάλου ημών Ιωάννου· και τώρα με ποίους οφθαλμούς να επιστρέψωμεν και να ίδωμεν αυτόν, ύστερον από τόσην διδασκαλίαν εγκαταλείψαντες αυτόν και ακολουθήσαντες σε τον απατεώνα»; Μερικοί δε εξ αυτών εζήτουν να αποκτείνωσιν αυτόν λέγοντες: «Καθώς ηθέλησας συ να ποιήσης εις τον διδάσκαλον ημών, τοιουτοτρόπως θα ποιήσωμεν ημείς προς σε»· άλλοι δε έλεγον, ότι «άνευ της γνώμης του Διδασκάλου ημών δεν πρέπει να πράξωμεν τι το προπετές». Ελθόντες λοιπόν προς τον Ιωάννην, είπον προς αυτόν: «Διδάσκαλε, παρακαλούμεν την αγαθότητά σου όπως μακροθυμήσης επί τα τέκνα σου δια την ανοησίαν ημών· διότι εγκαταλείψαντες σε την πηγήν της γλυκύτητος, επορεύθημεν οπίσω χολής και πικρίας. Ιδού και ο πλάνος ούτος ο απατήσας ημάς και ετοιμάσας δια σε τον θάνατον· τον έχομεν εδώ και εκείνο, το οποίον θα μας προστάξης, αυτό και θα πράξωμεν εις αυτόν, διότι είναι ένοχος θανάτου». Τότε ο Ιωάννης είπε προς αυτούς: «Τέκνα μου· άφετε την σκοτίαν να υπάγη εις το σκότος· σεις δε, επειδή είσθε υιοί φωτός, πορεύεσθε εις το φως, και η σκοτία δεν θέλει σας καταλάβει, διότι η αλήθεια του Χριστού εντός υμών εστιν». Ούτω δεν αφήκεν αυτούς ίνα θανατώσωσι τον Νοητιανόν. Παρεκάλουν δε οι περισσότεροι εκ του λαού, όπως αξιωθώσι του φωτισμού του Χριστού, ο δε Απόστολος απέλυσεν αυτούς, ίνα μεταβώσιν εις τας οικίας αυτών, διότι ήτο πλέον εσπέρα της ημέρας εκείνης. Την επομένην λοιπόν ημέραν συνήχθησαν πάντες σχεδόν προς τον Ιωάννην, και εζήτουν παρ’ αυτού ίνα βαπτισθώσιν· ούτος δε κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς εις τον ποταμόν, οίτινες ήσαν άνδρες διακόσιοι είκοσιν. Όμως ο Νοητιανός, παρ’ όλα τα θαύματα άτινα έβλεπε, δεν έπαυεν από της κακουργίας του, αλλ’ επεχείρει δια πολλών τρόπων να εκκόψη την προθυμίαν των βαπτιζομένων· και τούτο ιδών ο Ιωάννης είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο επί Ελισσαίου του Προφήτου τους επ’ αυτόν παραγενομένους αορασία πατάξας, αυτός πάταξον και τον Νοητιανόν πηρώσει των του σώματος οφθαλμών, όπως αποβλέψη προς σε δια των οφθαλμών της ψυχής». Ευθέως δε ετυφλώθη ο Νοητιανός, και χειραγωγούμενος ήλθε προς τον Ιωάννην παρακαλών να τύχη ελέους και να αξιωθή της εις Χριστόν πίστεως. Κρατήσας λοιπόν ο Ιωάννης εκ της χειρός τον Νοητιανόν αμνησικάκως είπε προς αυτόν: «Ευχαριστώ τον Θεόν μου, τον πληθύνοντα την χρηστότητα αυτού εις σε, και μη συγχωρήσαντα να κερδηθής υπό του διαβόλου»· και πολλά κτηχήσας εβάπτισεν αυτόν, και ευθέως ανέβλεψε· πεσών δε εις τους πόδας του Ιωάννου, παρεκάλει αυτόν ίνα εισέλθη εις τον οίκον αυτού, το οποίον και εγένετο. Μόλις λοιπόν εισήλθεν ο Ιωάννης εις την οικίαν του Νοητιανού, ευθύς έπεσον εις την γην όλα τα εκεί ευρισκόμενα είδωλα και συνετρίβησαν κονιορτοποιηθέντα· τούτο δε ιδών ο Νοητιανός περισσότερον εστερεώθη εις την πίστιν του Χριστού, καθώς και η τούτου γυνή, επίσης δε και οι δύο υιοί αυτού πιστεύσαντες εβαπτίσθησαν. Εμείναμεν λοιπόν εις τον οίκον αυτών δέκ ημέρας αγαλλιώμενοι επί τη Χάριτι του Κυρίου· και ευλογήσας αυτούς ο Απόστολος του Χριστού παρέθετο εις τον Κύριον, και εξήλθομεν εκ της πόλεως Μυρινούσης μεταβάντες εις την πόλιν Κάρον, τρία μίλια απέχουσαν εξ αυτής· υπεδέχθη δε ημάς εκεί ανήρ τις Ιουδαίος ονόματι Φαύστος, ο οποίος επίστευσε και εβαπτίσθη μεθ’ όλου του οίκου αυτού και εις τον οίκον του οποίου εμείναμεν αρκετόν καιρόν. 

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιη΄  Καταστροφή του ναού του Διονύσου.                                                                                  

Την τετάρτην ημέραν εξήλθομεν εκ της οικίας εκείνης εις την αγοράν, ένθα συνήχθησαν πολλοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· γνωρίσας δε ούτος ότι οι ειδωλολάτραι κατ’ εκείνην την ημέραν ετέλουν μεγάλην εορτήν του θεού των Διονύσου, ελθών πλησίον του ναού αυτών εστάθη εκεί διδάσκων τον λαόν ευαγγελιζόμενος την εις τον Θεόν επιστροφήν και μετάνοιαν και την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν πίστιν, λέγων συγχρόνως προς αυτούς: «Ω άνθρωποι, αφού επλάσθητε κατ’ εικόνα Θεού και ετιμήθητε με λόγον, δεν πρέπει να φαίνεσθε και των αλόγων ζώων αλογώτεροι, ρυπαρώτερον εκείνων βίον διάγοντες, και δια της αισχράς σας πολιτείας να ατιμάζητε τον εαυτόν σας και να νοθεύητε τους όρους της ανθρωπίνης φύσεως». Ταύτα δε και άλλ πολλά τοιαύτα λέγοντος του Ιωάννου προς τον λαόν, ήλθον εκεί οι ιερείς του Διονύσου, λέγοντες προς αυτόν: «Φύγε απ’ εδώ και μη κάμνης σύγχυσιν, εμποδίζων την εορτήν ημών και την τελετήν του θεού Διονύσου». Ο δε Ιωάννης ουδόλως προσείχεν εις τους λόγους αυτών, αλλά περισσότερον εδίδασκε τον λαόν να απομακρύνηται από την σατανικήν εκείνην συνήθειαν και λατρείαν· διότι επεκράτει εις τον ειδωλικόν εκείνον ναόν μία άτακτος και ακάθαρτος παράδοσις, και προσέφερον θύματα φαγητά και ποτά πολλά· εισερχόμενοι δε ΄νδρες και γυναίκες χωρίς παιδιά, αφού έτρωγον και έπινον, έκλειον είτα τας θύρας του ναού και συνεφθείροντο διαπράττοντες παν είδος αισχράς πράξεως και ακολασίας, ωσάν ίπποι θηλυμανείς και αναίσχυντοι. Ιδόντες οι ιερείς της αισχύνης τον Ιωάννην επιμένοντα εις την διδαχήν αυτού και τον λαόν ιστάμενον και ακούοντα αυτού, ελθόντες εκεί, τον μεν λαόν δια κολακειών και παρακλήσεων απεμάκρυναν εκείθεν, τον δε Ιωάννην δέσαντες έφερον μακράν του τόπου εκείνου, και δώσαντες πολλάς πληγάς, άφησαν αυτόν κατά γης δεδεμένον και ημιθανή· αυτοί δε μετέβησαν εις την εορτήν της αισχροπραξίας των, και εισήλθον εις τον ναόν αυτοί μόνοι, κατά την συνήθειαν, δια να τελέσωσι πρώτον τα δαιμονικά μυστήρια και να γευθώσιν εκ των μιαρών και ειδωλοθύτων φαγητών. Εκείτετο λοιπόν ο Ιωάννης κατά γης· εκείθεν δε ηύξατο προς τον Θεόν λέγων: «Ο Θεός και πατήρ της ελπίδος ημών Ιησού Χριστού, ο δια του γενναίου Σαμψών τους μεγίστους οίκους των αλλοφύλων καταβαλών, αυτός και νυν ευδόκησον ίνα καταστραφή ο ναός της ασωτείας». Έτι δε του Ιωάννου προσευχομένου, ιδού ο ναός όλος κατέπεσεν εκ των θεμελίων, και κατεπλακώθησαν εντός αυτού αποθανόντες οι δώδεκα ιερείς μόνον, χωρίς εκ του λαού να πάθη κανείς. 

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιζ΄   Η θεραπεία του πάσχοντος υιού της χήρας.                                                                       

Διαμείναντες εκεί ημέρας επτά χαίροντες και αγαλλόμενοι δια πάντα τα θαυμάσια, τα οποία εποίησεν ο Θεός δια του Ιωάννου, εξήλθομεν εκείθεν και ήλθομεν εις τόπον καλούμενον «Φλογείον», συνήχθη δε εκεί πάσα σχεδόν η πόλις δια να ακούση την διδασκαλίαν του Ιωάννου. Κατ’ εκείνην την ώραν μία γυνή χήρα, διασχίσασα το πλήθος του λαού και ελθούσα έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγουσα: «Δούλε του Θεού, ορκίζω σε εις τον Θεόν τον οποίον πιστεύεις και κηρύττεις, ελέησόν με»· είπε δε προς αυτήν ο Ιωάννης: «Τι θέλεις ίνα ποιήσω προς σε»; Απεκρίθη η γυνή λέγουσα: «Αποθανών ο ανήρ μου μοι εγκατέλειψεν ορφανόν παιδίον τριών ετών, το οποίον μετά κόπων και μόχθων πολλών ανέθρεψα και ανέδειξα τέλειον άνδρα· τούτον δε εκτύπησε πονηρός δαίμων· και κατεξώδευσα πάντα τα υπάρχοντά μου δίδουσα εις τους ναούς και εις τα ιερά των λεγομένων θεών και εις τους κακογνώμονας ιερείς, και ουδόλως παρ’ αυτών ωφελήθη. Όθεν παρακαλώ σε, Απόστολε του μεγάλου Θεού, λυπήσου με την αθλίαν και θεράπευσον τον υιόν μου». Λέγει προς αυτήν ο Ιωάννης: «Πήγαινε και φέρε αυτόν εις εμέ δια να τον θεραπεύσω». Πιστεύσασα η γυνή εις τους λόγους του Αποστόλου έδραμεν ευθύς εις τον οίκον αυτής, και είπε προς τον πάσχοντα υιόν της· «Ελθέ ίνα υπάγωμεν προς τον Ιωάννην τον Απόστολον του Χριστού δια να σε θεραπεύση», και ευθύς με τον λόγον τούτον εξήλθεν ο δαίμων απ’ αυτού προ του να έλθη προς τον Ιωάννην. Λαβούσα όμως τούτον η μήτηρ έφερεν αυτόν σωφρονούντα προς τον Ιωάννην· ιδόντες δε οι όχλοι εξεθαμβήθησαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δια του Αποστόλου αυτού ενεργούντα τοιαύτα παράδοξα θαύματα· πολλοί δε ένεκα τούτου επίστευσαν εις τους λόγους του Ιωάννου και εβαπτίσθησαν υπ’ αυτού. Και λαβών εκ της χειρός ο Ιωάννης τον θεραπευθέντα νεανίσκον εισήλθε μετ’ αυτού και της μητρός εις τον οίκον αυτών, και κατηχήσας εβάπτισεν αυτούς και πάντας τους εν τω οίκω αυτών, και εμείναμεν εκεί πλησίον αυτών ημέρας τρεις. 

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

ιστ΄  Ανάστασις του εν λουτρώ πνιγέντος νέου.                                                                         

Εισελθόντες λοιπόν πάντες εντός της πόλεως, εστάθη ο Ιωάννης εις ένα τόπον ονομαζόμενον «Μικρά Στοά» και συνήχθη πέριξ αυτού λαός πολύς· λαβών δε τον λόγον ήρχισε να διδάσκη και να ευαγγελίζηται προς αυτούς τον Χριστόν· όθεν και πολλοί ακούσαντες επίστευσαν εις τους λόγους αυτού και εδόξασαν τον Θεόν δια την σωτηρίαν του παιδίου και την εξαφάνισιν του κακούργου και φονευτού των αθώων πονηρού δαίμονος. Οι ιερείς όμως της αισχύνης επικραίνοντο σφοδρώς κατά του Ιωάννου· εις δε εξ αυτών είχεν υιόν ονόματι Μονάν, ο οποίος λουόμενος κατά την ημέραν εκείνην εις το λουτρόν το ευρισκόμενον εις το μέσον της πόλεως, επνίγη υπό δαίμονος πονηρού εκείσε παραμένοντος· και τούτο μαθών ο ιερεύς, έδραμεν εις το λουτρόν· και ευρών το πτώμα του υιού του, έρχεται δρομαίος προς τον Ιωάννην, λέγων προς αυτόν: «Διδάσκαλε των Χριστιανών, ιδού ήλθεν ο καιρός δια να πιστεύσω και εγώ εις τον υπό σού κηρυττόμενον Θεόν· διότι ο υιός μου επνίγη υπό πονηρού πνεύματος εντός του λουτρού, και γνωρίζω ότι, εάν θέλης, δύνασαι να αναστήσης αυτόν· διότι έχομεν ακούσει π΄ντα όσα εποίησας εις την πόλιν των Φλωρών». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Πιστεύεις ότι δύναμαι να ποιήσω τούτο»; Απεκρίθη ο ιερεύς, ειπών: «Ναι, κύριε, πιστεύω», και λαβών τον Ιωάννην εκ της χειρός έφερεν αυτόν εις το λουτρόν όπου ευρίσκετο το πτώμα του πνιγέντος νέου, το οποίον έρριψαν εις τους πόδας του Αποστόλου· ο δε πατήρ αυτού εδέετο μετά δακρύων πικρών του Ιωάννου, λέγων: «Δια τον Θεόν σου, τον οποίον κηρύττεις, λυπήσου με και ανάστησον τον υιόν μου». Τότε ο Ιωάννης, προσευχηθείς, έλαβεν εκ της χειρός τον νεκρόν, και είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ανάστηθι», και ευθέως ανέστη ο νεκρός, προς τον οποίον είπεν ο Ιωάννης: «Τι συνέβη εις σε; Πως έπαθες τούτο»; Απεκρίθη ο αναστηθείς νέος: «Κύριε, καθώς ελουόμην εντός του λουτρού, ήλθεν εκ της θύρας εις αιθίοψ ανήρ και με έπνιξεν». Ηννόησε δε ο Ιωάννης ότι ήτο εκεί ο δαίμων, τον οποίον εδίωξεν εκ του λουτρού του Διοσκορίδου εν τη Εφέσω· όθεν εισελθών εντός του λουτρού, είπε: «Προς σε λέγω, πονηρόν πνεύμα να είπης προς ημάς, πόσους χρόνους έχεις ενταύθα»; Ο δε δαίμων ανέκραξε λέγων: «Έξ έτη έχω· εγώ δε είμαι όστις πριν κατώκουν εις το λουτρόν του Διοσκορίδου εν Εφέσω και τον υιόν εκείνου πνίξας, υπό σου δε εκείθεν εκδιωχθείς· αλλά παρακαλώ σε, να μη με διώξης εκ του τόπου τούτου»· είπε δε ο Ιωάννης προς το πονηρόν πνεύμα: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου παραγγέλλω σοι να εξέλθης εκ της νήσου ταύτης, και να μη κατοικήσης πλέον μεταξύ των ανθρώπων, αλλά να μεταβής εις τόπους αγρίους και ακατοικήτους», και εν τω άμα εξηφανίσθη ο δαίμων κατά τον λόγον του Αποστόλου. Ταύτα πάντα ιδών ο ιερεύς έπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου, λέγων: «Κύριε, ιδού εγώ, ο υιός μου και πας ο οίκος μου, ενώπιόν σου είμεθα, και ό,τι εάν είπης προς ημάς θα υπακούσωμεν και θα ποιήσωμεν». Λέγει προς αυτόν ο Ιωάννης: «Αληθώς εγνώρισα ότι δια την ωφέλειαν  των ψυχών σας ωκονομήθη παρά του Θεού το πάθημα τούτο του υιού σου· διότι δια του γεγονότος τούτου ωδηγήθητε προς την επίγνωσιν της αληθείας, επειδή προηγουμένως εφέρεσο σκληρώς προς τον λόγον της ευσεβείας. Τώρα λοιπόν πίστευσον εις τον Εσταυρωμένον, και θα σωθής συ και ο οίκος σου». Απεκρίθη ο ιερεύς, λέγων: «Και επίστευσα και πιστεύω, Μαθητά του αληθινού Θεού»· και παραλαβών ημάς εισήγαγεν εις τον οίκον αυτού ζητών ίνα βαπτισθή. Διδάξας λοιπόν και κατηχήσας αυτόν ικανώς ο Ιωάννης, εβάπτισε πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.