Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού της επιλεγομένης του Βαθέος Ρύακος.  

                                             
Ιγνάτιος ο Όσιος πατήρ ημών ήτο από της δευτέρας επαρχίας των Καππαδοκών, κατά τους χρόνους Νικηφόρου Β΄ του Φωκά εν έτει 963-969 και Ιωάννου Α΄ του Τσιμισκή, εν έτει 969-976. Εκ νεαράς δε ηλικίας αφιερωθείς εις τον Θεόν ως άλλος Σαμουήλ, επήγεν εις το Μοναστήριον το καλούμενον του Βαθέος Ρύακος, και έμαθεν όλην την ασκητικήν ακρίβειαν από τον Όσιον Βασίλειον τον Ηγούμενον και κτίτορα της Μονής ταύτης. Επειδή δε έφθασεν εις το άκρον της αρετής, δια τούτο χειροτονείται βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Έπειτα προβάλλεται και Ηγούμενος του Μοναστηρίου τούτου. Όθεν δια της καλής του διοικήσεως ηύξησε το Μοναστήριον και επλήθυνεν αυτό, τόσον εις τα εισοδήματα, όσον και εις τας λοιπάς βελτιώσεις. Έκτισε δε και ναούς διαφόρους, του Ταξιάρχου Μιχαήλ, του Θεόπτου Ηλιού και των Αγίων Αποστόλων εις εν μετόχιον του Μοναστηρίου. Έκτισεν επίσης και περιτείχισμα εις την εκείσε ευρισκομένην τότε Μονήν των Καλογραιών δυνατόν και ωραιότατον. Ούτος ο Όσιος ήλεγξε και κατήσχυνε με παρρησίαν και γενναιότητα τους άρχοντας, τους οποίους διώρισεν ο τότε τύραννος, ονόματι Σκληρός. Ότε δε εσηκώθη από του μέσου ο Σκληρός ούτος, τότε επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν ο Όσιος, ένθα κατασκευάσας ιερά κειμήλια, και εν σίγνον ήτοι σημείον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ομοίως και εν περιηργυρωμένον Ευαγγέλιον, έπεμψεν αυτά όλα εις το Μοναστήριον. Εκεί δε εις Κωνσταντινούπολιν ευρισκόμενος ησθένησεν από ασθένειαν δυσεντερίας, διο και εσπούδαζε να φθάση μίαν ώραν ταχύτερον εις το Μοναστήριόν του. Φθάσας δε εις το Αμόριον, ετελείωσε την παρούσαν ζωήν· όθεν και θάπτεται εκεί εις ένα σεβάσμιον οίκον. Αφού δε παρήλθεν εν έτος, ηθέλησαν οι Πατέρες του Μοναστηρίου να κάμωσιν ανακομιδήν του λειψάνου του. Και ανοίξντες τον τάφον εύρον το λείψανόν του σώον και ολόκληρον, και γεμάτον από πνευματικήν ευωδίαν. Τούτο δε φέροντες εις το Μοναστήριον απεθησαύρισαν εις τον νάρθηκα του Ιερού Ναού. 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Η Αγία Μάρτυς Επίχαρις

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΕΠΙΧΑΡΙΤΟΣ.                                                         

Επίχαρις η Αγία Μάρτυς ήτο εν τη Ρώμη κατά τους χρόνους Διοκλητιανού, εν έτει 298, συνελήφθη δε ως Χριστιανή από τον έπαρχον Καισάριον, και ομολογήσασα παρρησία το όνομα του Χριστού κρεμάται και ξέεται. Έπειτα συνέτριψαν τα μέλη της με σφαίραν μολυβδίνην τέσσαρες στρατιώται. Επειδή δε η Αγία προσηυχήθη, δια τούτο ήλθον Άγγελοι και εθανάτωσαν τους πιδεύοντας αυτήν τέσσαρας στρατιώτας. Τελευταίον καταδικάζεται η Αγία να αποκεφαλισθή. Όθεν όταν έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης και εστάθη επάνω εις μίαν πέτραν, ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Αποκεφαλισθείσα δε παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Τη ΚΖ΄  (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.  
                                                                   
Καλλίστρατος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από της χώρας των Καρχηδονίων, της εν τη Αφρική ευρισκομένης, συναριθμούμενος εις το στρατιωτικόν τάγμα, το καλούμενον των Καλανδών, εν έτει σπη΄ (288). Πορευόμενος δε εις την Ρώμην μεθ’ όλου του στρατιωτικού τάγματος, μόνος αυτός έλαμπε μεταξύ των άλλων απίστων στρατιωτών, δια την πίστιν του Χριστού, καθώς και ο αστήρ λάμπει εν μέσω της σκοτεινής και ασελήνου νυκτός. Ήτο δε εκ προγόνων πεφωτισμένος εις την πίστιν του Χριστού ο μακάριος. Διότι εις εκ πατρός προπάππος του, πορευθείς εις Ιεροσόλυμα, ότε ήτο επί γης ο Κύριος, και θεωρήσας με τους ιδίους του οφθαλμούς τα θαυμάσια, άπερ εποίει, επίστευσεν. Όθεν επιστρέψας εις τον οίκον του, έδωκεν εις όλους τους συγγενείς και απογόνους του την καλήν ταύτην πραγματείαν και τον φωτισμόν της θεογνωσίας. Επειιδή δε ο του Χριστού Μάρτυς Καλλίστρατος εφανερώθη εις τους συστρατιώτας του ότι ήτο Χριστιανός, διαβάλλεται προς Περσεντίνον τον στρατηλάτην, ότε Διοκλητιανός και Μαξιμιανός οι βασιλείς εφέροντο μανικώς κατά των Χριστιανών. Παρασταθείς λοιπόν έμπροσθεν του Περσεντίνου και ερωτηθείς, ομολογεί παρρησία την εις Χριστόν ευσέβειαν. Όθεν εξαπλωθείς κατά γης, τόσον άσπλαγχνα εδάρη ο τρισόλβιος, ώστε έτρεχε το αίμα του ποταμηδόν. Έπειτα σύρεται ύπτιος επάνω εις λεπτά τεμάχια τούβλων και καταξεσχίζεται τας πρότερον πληγωθείσας σάρκας του. Είτα ποτίζεται δια χωνίου το ύδωρ μιας ολοκλήρου λεκάνης και φουσκώνεται ως ασκός. Μετά ταύτα τίθεται ο μακάριος μέσα εις ένα σάκκον και ρίπτεται εις το μέσον της θαλάσσης, θεωρούντος και του στρατηλάτου. Επειδή δε ο σάκκος εσχίσθη κατά θείαν δύναμιν, δια τούτο ο Άγιος εφέρθη υπό δύο δελφίνων υγιής έξω εις την παραλίαν. Τότε οι μετ’ αυτού όντες στρατιώται, τεσσαράκοντα εννέα τον αριθμόν, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, επίστευσαν και προσφέρονται εις τον Χριστόν δια μέσου του Αγίου. Όθεν όλοι αυτοί δέρονται και συντρίβονται τα μέλη των. Έπειτα ρίπτονται εις την φυλακήν, και εκεί διδάσκονται από τον Άγιον Καλλίστρατον τα δόγματα της θείας του Χριστού οικονομίας και τα περί κρίσεως και ανταποδόσεως, και περί άλλων αξίων μαθήσεως. Και προς τούτοις παρακινούνται από αυτόν εις το να υπομείνωσιν ανδρείως το μαρτύριον. Μετά δε μίαν ημέραν παρασταθέντες προς τον στρατηλάτην, και αποδειχθέντες πλέον άφοβοι ή πρότερον, δέρονται πάλιν. Είτα δεθέντες τας χείρας και τους πόδας, ρίπτονται μέσα εις την εκεί ευρισκομένην κολυμβήθραν, ήτις ωνομάζετο Ωκεανός. Ο δε Άγιος Καλλίστρατος προσηυχήθη να γίνη βάπτισμα εις αυτούς η κολυμβήθρα εκείνη. Και, ω του θαύματος! ευθύς ελύθησαν τα δεσμά, και εξήλθον οι Άγιοι από του αγιάσματος της κολυμβήθρας ενδεδυμένοι στολάς λαμπράς. Ο δε Μάρτυς Καλλίστρατος εφάνη φορών επί της κεφαλής του ευπρεπέστατον στέφανον. Ήκουσε δε και θείαν φωνήν, ήτις παρεθάρρυνεν αυτόν. Εκ δε της φωνής το εκεί πλησίον ευρισκόμενον είδωλον έπεσε κατά γης και διελύθη εις κονιορτόν. Δια τούτου δε του θαύματος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν άλλοι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται. Φυλακισθέντων δε πάλιν των τεσσαράκοντα εννέα στρατιωτών ομού με τον Άγιον Καλλίστρατον, εφοβήθη ο στρατηλάτης μήπως κάμωσι και άλλα θαυμάσια, και πιστεύσωσι εις τον Χριστόν και άλλοι πολλοί· δια τούτο έπεμψε την νύκτα και κατέκοψεν εις λεπτά τεμάχια τα σώματα των Αγίων. Τούτων δε τα ιερά λείψανα κηδεύσαντες οι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται, έκτισαν εις αυτούς και Ναόν ωραιότατον. 

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Μέρος Δ΄ -- Η εις Έφεσον επιστροφή και Μετάστασις του Ιωάννου.

β΄ Η Μετάστασις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.


Αφού επεστρέψαμεν εις την Έφεσον από την εξορίαν, διεμείναμεν εις αυτήν έτη είκοσιν εξ· εμείναμεν δε και εις την νήσον Πάτμον έτη δέκα πέντε· και προ της εξορίας ημών διετρίψαμεν εις την Έφεσον έτη εννέα· ήτο δε ο Ιωάννης ότε ανεχωρήσαμεν εξ Ιεροσολύμων ετών πεντήκοντα. Και αφού συνεπληρώθησαν είκοσιν εξ έτη από της επιστροφής ημών εκ της εξορίας εις την Έφεσον, μίαν ημέραν παραλαβών ο Ιωάννης εμέ και ετέρους εξ μαθητάς αυτού, είπε: «Λάβετε σκαπτήρια εις τας χείρας σας και ακολουθήσατέ με»· ελάβομεν δε δύο σκαπτήρια και ακολουθήσαντες αυτόν εξήλθομεν της πόλεως· φθάσαντες δε εις ένα τόπον, είπε προς ημάς ο Ιωάννης: «Καθήσατε ενταύθα»· και εκαθήσαμεν, αυτός δε επροχώρησεν ολίγον δια να έχη ησυχίαν, και εκεί προσηύχετο· ήτο δε ώρα του όρθρου, νυξ δηλαδή αρκετή προ της ανατολής του ηλίου. Και μετά την ευχήν ελθών προς ημάς λέγει: «Σκάψατε εις την γην εις μέτρον του αναστήματός μου σταυροειδώς». Αφού λοιπόν ημείς εσκάψαμεν, προσηύξατο ο Ιωάννης· και μετά την ευχήν εισήλθεν εις τον τάφον τον οποίον εσκάψαμεν, και εκείθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, να υπάγης εις τα Ιεροσόλυμα· διότι εκεί πρέπει να τελειώσης τον βίον»· διδάξας δε ημάς και ασπασάμενος, είπε: «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· ημείς δε ασπασάμενοι αυτόν, και σύραντες χώμα εσκεπάσαμεν μέχρι των γονάτων. Πάλιν εκείνος ασπασάμενος ημάς, είπε: «Σύραντες χώμα σκεπάσατέ με έως του τραχήλου» «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· και ασπασάμενοι αυτόν εποιήσαμεν ούτω· είτα δε πάλιν είπε προς ημάς: «Φέρετε λεπτόν πανίον και σκεπάσατε δι’ αυτού το πρόσωπόν μου, και ασπάσασθέ με δια τελευταίαν φοράν· διότι δεν θα με ίδητε πλέον εις την ζωήν ταύτην». Και ποιήσαντες ούτως, ησπασάμεθα αυτόν πάλιν κλαίοντες· αυτός δε δους εις ημάς την ειρήνην απέλυσεν ημάς. Και ούτω κλαίοντες πικρώς εσκεπάσαμεν όλον το σώμα του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του. Επιστρέψαντες ημείς εις την πόλιν ηρωτήθημεν παρά των αδελφών: «Που ευρίσκεται ο Διδάσκαλος ημών»; Ημείς δε διηγήθημεν προς αυτούς λεπτομερώς πάντα τα γεγονότα· και εκείνοι παρεκάλεσαν ημάς ίνα δείξωμεν εις αυτούς τον τόπον. Απελθόντες όθεν μετά των αδελφών εις τον τόπον εκείνον, τον μεν Ιωάννην δεν εύρομεν, εύρομεν δε μόνον τα υποδήματα αυτού. Και τότε ενεθυμήθημεν τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον είπε προς τον Πέτρον περί του Αποστόλου τούτου, ότι: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Και εδοξάσαμεν δια ταύτα πάντα τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα τον ένα Θεόν· ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Μέρος Δ΄ -- Η εις Έφεσον επιστροφή και Μετάστασις του Ιωάννου.

α΄  Η επιστροφή εις την Έφεσον.

Την επομένην ημέραν ασπασάμενοι και αποχαιρετήσαντες πάντας τους αδελφούς, ανεχωρήσαμεν εκ της Πάτμου· και ευρόντες πλοίον ταξιδεύον προς τα μέρη της Ασίας, ανήλθομεν εις αυτό και εις διάστημα δεκατεσσάρων ημερών εφθάσαμεν εις απόστασιν τριών μιλίων από της πόλεως Εφέσου, ένθα εξήλθομεν εις την γην και περιπατούντες εισήλθομεν εις την πόλιν· μαθόντες δε πάντες οι αδελφοί την άφιξιν ημών, εξήλθον εις προϋπάντησίν μας εις ένα τόπον, ένθα εκαθήσαμεν δια να αναπαυθώμεν ολίγον. Και επειδή ο Διοσκορίδης είχεν αποθάνει, παρέλαβεν ημάς εις την οικίαν ο υιός αυτού Δόμνος, ο οποίος παρέθηκεν εις ημάς τράπεζαν φιλοξενήσας και αναπαύσας ημάς, και εμείναμεν εις την οικίαν αυτού, ένθα ήρχοντο πάντες οι αδελφοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· και ολίγον κατ’ ολίγον επίστευσαν πάντες εις τους λόγους του Ιωάννου. 

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

κβ΄  Η θεραπεία του τυφλού.                                                                                                            

Την επομένην ημέραν είπε προς με ο Ιωάννης: «Τέκνον Πρόχορε, ελθέ ίνα εξέλθωμεν εις τα χωρία της νήσου δια να διδάξωμεν τους ανθρώπους προ του αναχωρήσωμεν απ’ εδώ». Και ούτως εξήλθομεν· ενώ δε εδίδασκεν ο Ιωάννης εις ένα τόπον, Αγροικίαν καλούμενον, υπήρχε εκεί εις ιερεύς του Διός, ονομαζόμενος Εύχαρις, ο οποίος είχεν υιόν τυφλόν υπάρχοντα και ευρισκόμενον εκεί, ακούοντα δε μετά μεγάλης προθυμίας και γλυκύτητος τους λόγους του Ιωάννου· αίφνης δε έκραξεν ούτος λέγων: «Διδάσκαλε, δια τον Θεόν τον οποίον κηρύττεις, επειδή γλυκέως ακούω τους λόγους σου, ποίησον προσευχήν δι’ εμέ όπως αναβλέψω και ίδω το πρόσωπόν σου δια να ευφρανθώ περισσότερον». Λυπηθείς όθεν αυτόν ο Ιωάννης και γνωρίζων ότι έχει πίστιν δια να σωθή, εκράτησεν αυτόν εκ της χειρός· και ποιήσας εις τους οφθαλμούς αυτού τον τύπον του Τιμίου Σταυρού, είπεν: «Εν τω ονόματι Ιησού Χριστού, ανάβλεψον»· και ευθέως ανέβλεψε. Τούτο ιδών ο Εύχαρις ο πατήρ του θεραπευθέντος τυφλού, προσέπεσεν εις τους πόδας του Ιωάννου προσκυνών αυτόν και παρακαλών, όπως εισέλθη εις τον οίκον του δια να ποιήση αυτόν και τους οικείους του δούλους Χριστού· όθεν εισελθόντων ημών και πολλήν διδασκαλίαν ποιήσας ο Ιωάννης και κατηχήσας ικανώς, εβάπτισεν αυτούς πάντας εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. 

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Μέρος Γ΄ . Η εξορία του Ιωάννου και η εν Πάτμω δράσις αυτού.

κα΄  Περί της συγγραφής του Ιερού Ευαγγελίου.                                                                            

Δια της Χάριτος και βοηθείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια των θεοπνεύστων λόγων του Ιωάννου και των μεγίστων σημείων και τεράτων, τα οποία εποίησεν ο Θεός δι’ αυτού, επίστευσαν πάντες σχεδόν οι κάτοικοι της νήσου Πάτμου· αφού δε απέθανεν ο βασιλεύς εκείνος, ο οποίος εξώρισεν ημάς εις την νήσον ταύτην, έγινεν άλλος βασιλεύς, ο οποίος δεν ημπόδιζε την περί του Χριστού διδαχήν, ουδέ ηνώχλει τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού. Ούτος λοιπόν ο νέος βασιλεύς, έχων αγαθάς πληροφορίας περί του Ιωάννου, διέταξεν ίνα απολυθή ούτος εκ της εξορίας και να μεταβή όπου αν θέλη· *  ιδών δε ο Ιωάννης, ότι πάντες σχεδόν οι εν Πάτμω επίστευσαν εις τον Χριστόν, απεφάσισεν ίνα επιστρέψη εις την Έφεσον. Τούτο μαθόντες οι πιστεύσαντες αδελφοί, συνελθόντες πάντες ομού, παρεκάλουν μετά θερμών δακρύων αυτόν λέγοντες: «Μη εγκαταλίπης ημάς ορφανούς, Πάτερ παρακαλούμεν την αγιότητά σου, αλλά να μένης δια παντός μετά των τέκνων σου»· ο δε Ιωάννης συνεβούλευσεν αυτούς, λέγων: «Μη κάμητε ούτω, τέκνα μου, και κλαίοντες λυπείτε την ψυχήν μου, μη φροντίζοντες και δια το συμφέρον των άλλων· διότι ο Χριστός, εις τον οποίον επιστεύσατε, αυτός εμφανισθείς εις εμέ διέταξεν όπως επιστρέψω εις την Έφεσον, ίνα παρηγορήσω και τους εκεί αδελφούς». Ιδόντες οι αδελφοί ότι δεν πείθεται εις τους λόγους αυτών, προσέπεσον εις τους πόδας αυτού παρακαλούντες και λέγοντες: «Εάν , ω Πάτερ και διδάσκαλε, απεφάσισες ίνα αφήσης ημάς ορφανούς, παρακαλούμεν σε θερμώς όπως παραδώσης εις ημάς εγγράφως τα περί της ενσαρκώσεως και της λοιπής οικονομίας του Θεού, δια να μελετώμεν αυτά πάντοτε και ούτω μένωμεν σταθεροί και αμετακίνητοι εις την πίστιν, μήποτε κανείς εκ των αδελφών αμελήσας πλανηθή υπό του σατανά και ακολουθήση οπίσω αυτού». Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιωάννης: «Πολλάκις, τέκνα μου, ηκούσατε παρ’ εμού περί των σημείων τα οποία εποίησεν ο Υιός του Θεού ενώπιόν μου, και πάντας τους λόγους της οικονομίας αυτού εγνώρισα προς σας· αρκείσθε όθεν εις ταύτα φυλάττοντες αυτά, και θα δώση εις σας Κύριος ο Θεός την αιώνιον ζωήν». Ταύτα ακούσαντες οι δελφοί παρεκάλουν μετά περισσοτέρων δακρύων, λέγοντες ότι δεν ανίστανται εκ του εδάφους, εάν δεν παπαχωρήση εις αυτούς το ζήτημα τούτο· λυπηθείς δε αυτούς ο Απόστολος δια τα πολλά δάκρυά των είπεν: «Υπάγετε, τέκνα μου, εις τους οίκους σας, και δια της προσταγής του Κυρίου και τούτο το ευσεβές ζήτημα θα γίνη εις σας». Και ευλογήσας αυτούς επορεύθησαν έκαστος εις τον οίκον αυτού. Τότε παραλαβών εμέ ο Ιωάννης εξήλθομεν της πόλεως μακράν έως ενός μιλίου διάστημα εις τόπον ήσυχον λεγόμενον «Κατάπαυσις», ανήλθομεν δε εις το εκεί πλησίον ευρισκόμενον υψηλόν όρος, μείναντες επ’ αυτού τρεις ημέρας· διετέλεσε δε καθ’ όλας τας τρεις ημέρας ο Ιωάννης νήστις άνευ ουδεμιάς τροφής προσευχόμενος και παρακαλών τον Θεόν όπως δώση το Ευαγγέλιον εις τους ζητούντας αυτό πιστούς αδελφούς. Την τρίτην λοιπόν ημέραν λέγει προς με: «Τέκνον Πρόχορε, είσελθε εις την πόλιν και λάβε μελάνην και χάρτην και φέρε ταύτα προς με ενταύθα»· εισελθών δε εγώ εις την πόλιν και εκτελέσας την παραγγελίαν, επέστρεψα προς αυτόν, ο οποίος μοι είπεν: «Άφες, τέκνον, ενταύθα τον χάρτην και την μελάνην, και επίστρεψον εις την πόλιν, μετά δε δύο ημέρας ελθέ πάλιν ενταύθα», και εποίησα ούτως. Επανελθών μετά δύο ημέρας συμφώνως προς την εντολήν, εύρον τον Ιωάννην ιστάμενον όρθιον και προσευχόμενον· είπε δε προς με: «Λάβε, τέκνον, τον χάρτην και την μελάνην, και στήθι εκ δεξιών μου»· εποίησα δε καθώς διετάχθην. Και αίφνης εγένετο αστραπή μεγάλη και βροντή τοιαύτη, ώστε εσαλεύθη το όρος ολόκληρον· εγώ δε εκ του φόβου έπεσον κατά γης ωσεί νεκρός· εκτείνας όμως ο Ιωάννης την χείρα, με ήγειρε λέγων: «Κάθου εκ δεξιών μου»· και πάλιν προσηύξατο· μετά δε την ευχήν είπε: «Τέκνον Πρόχορε, εκείνα τα οποία θα ακούης εκ του στόματός μου, γράφε εις τους χάρτας». Και ανοίξας το στόμα αυτού, καθώς ίστατο όρθιος και άνω βλέπων προς τον ουρανόν, ήρχισε να λέγη: «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος…» και ούτω καθεξής, εκείνος ιστάμενος έλεγε και εγώ καθεζόμενος έγραφον· εποιήσαμεν δε δύο ημέρας και εξ ώρας, εκείνος μεν ιστάμενος και λέγων, εγώ δε καθεζόμενος και γράφων. Και αφού συνεπληρώθησαν οι θείοι λόγοι του Ευαγγελίου, εποίησεν ευχήν και ούτω κατήλθομεν εκ του όρους μεταβάντες εις την οικίαν του Σωσιπάτρου, όστις παρέθηκεν εις ημάς τράπεζαν και φαγόντες ανεπαύθημεν. Την επομένην ημέραν είπεν ο Ιωάννης προς τον Σωσίπατρον: «Τέκνον, φρόντισον να εύρης καλάς μεμβράνας δια την  καθαρογράφησιν του Αγίου Ευαγγελίου»· και ότε έφερεν ο Σωσίπατρος τας μεμβράνας, λέγει προς με ο Απόστολος: «Κάθου, τέκνον, ενταύθα και καλλιγράφησον εις αυτάς το Ευαγγέλιον»·  εγώ δε καθίσας εις τον οίκον του Σωσιπάτρου, μετά πολλής της επιμελείας εκαθαρόγραψα αυτό. Ο δε Ιωάννης κατά το διάστημα τούτο εδίδασκε και καθίστα Επισκόπους και Πρεσβυτέρους εις τας Εκκλησίας· αφού δε ετελείωσεν η καθαρογράφησις του Ευαγγελίου, έφερον αυτό εις την Εκκλησίαν και κατά διαταγήν του Ιωάννου συνήχθησαν πάντες οι αδελφοί, προς τους οποίους ανεγνώσθη και εγένετο χαρά και αγαλλίασις δια την Χάριν αυτού· είτα διέταξεν όπως το μεν εις την μεμβράνην γραφέν Ευαγγέλιον παραμείνη εις την Πάτμον, εκ του οποίου να αντιγράψωσιν ακριβώς και να εφοδιασθώσιν πάσαι αι Εκκλησίαι, το δε εις τους χάρτας γεγραμμένον να μεταφέρωμεν εις την Έφεσον, το οποίον και εγένετο· μετά δε την λειτουργίαν και την θείαν κοινωνίαν απέλυσε τον λαόν. 

* (Κατά τον Όσιον Νικόδημον, εις Πάτμον ευρισκομένου του μεγάλου Ιωάννου, στέλλει προς αυτόν επιστολήν ο μακάριος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ων τότε ενενήκοντα ετών γέρων, εν η εγκωμιάζει τον μέγαν τούτον Απόστολον, λέγων: «Προσαγορεύω σε την ιεράν ψυχήν, ηγαπημένε. Και έστι μοι τούτο προς σε παρά τους πολλούς ιδιαίτερον. Χαίρε αληθώς, ηγαπημένε, τω όντως εραστώ και εφετώ και αγαπητώ λίαν ηγαπημένε. Τι θαυμαστόν, ει Χριστός αληθεύει, και τους μαθητάς οι άδικοι των πόλεων εξελαύνουσιν, αυτοί τα κατ’ αξίαν εαυτοίς απονέμοντες, και των Αγίων οι εναγείς αποδιαστελλόμενοι και αποφοιτώντες»; Προσθέτων δε και άλλα πολλά εγκώμια, και ήλιον ονομάζων του Ευαγγελίου τον μέγαν Θεολόγον, προφητεύει εις το τέλος της επιστολής, ότι μέλλει να λυτρωθή από την εξορίαν και θα επιστρέψη πάλιν εις τον τόπον της Μικράς Ασίας· και ότι εκεί μέλλει να παραδώση πολλά αγαθά, λέγων αυτολεξεί: «Αξιόπιστος δε πάντως ειμί τα προεγνωσμένα σοι, και μαθών εκ Θεού και λέγων, ότι και της εν Πάτμω φυλακής αφεθήση, και εις την ασιάτιδα γην επανήξεις, και δράσεως εκεί του αγαθού μιμήματα και τοις μετά σε παραδώσεις». Κατά την πρόρρησιν λοιπόν ταύτην του θείου Διονυσίου, ότε ο βασιλεύς Τραϊανός εβασίλευσε μετά τον Νερούαν εν έτει 98, εστάλησαν γράμματα βασιλικά εις την Πάτμον, τα οποία ανεκάλουν τον μέγαν Ιωάννην από την εξορίαν. )