Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 19 Μαρτίου 2017

Η Αγία Νεομάρτυς ΑΚΥΛΙΝΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Νεομάρτυς ΑΚΥΛΙΝΑ ράβδοις συνθλασθείσα τελειούται εν έτει 1764.
                                                                                                                              
Ακυλίνα η Αγία Νέα Παρθενομάρτυς του Χριστού ήτο εκ Θεσσαλονίκης, από χωρίον καλούμενον Ζαγκλιβέρι, κείμενον εν τη Επισκοπή Αρδαμερίου, γεννηθείσα από γονείς ευσεβείς· το μαρτύριον αυτής συνέβη υπό τοιαύτας περιστάσεις. Ημέραν τινά ο πατήρ της Αγίας διεπληκτίσθη μεθ’ ενός Τούρκου γείτονός του (επειδή εκεί κατώκουν τότε και Χριστιανοί και Τούρκοι), κτυπήσας δε αυτόν εκ συνεργείας του μισοκάλου τον εφόνευσεν· όθεν τον συνέλαβον οι εξουσιασταί του τόπου και τον ωδήγησαν εις τον πασάν της Θεσσαλονίκης, δια να τον θανατώση· ούτος δε φοβηθείς τον θάνατον, και θέλων να απαλλαγή, φευ του πτώματος! ετούρκευσεν· όθεν δεν τον εφόνευσαν. Ήτο δε τότε η Αγία Ακυλίνα βρέφος θηλάζον το μητρικόν γάλα· αφ’ ου δε παρήλθε καιρός ικανός, οι Τούρκοι έλεγον εις τον πατέρα της να τουρκεύση και την θυγατέρα του· ο δε απεκρίθη εις αυτούς: «Μη σας μέλη δια την θυγατέρα μου· αυτή είναι υπό την εξουσίαν μου και όταν θελήσω την τουρκεύω». Η δε μήτηρ της Αγίας, μείνασα εις την πίστιν του Χριστού, δεν έπαυε καθ’ εκάστην ώραν διδάσκουσα την θυγατέρα της να ίσταται στερεά εις την πίστιν του Χριστού και να μη αρνηθή τον Ιησούν Χριστόν. Όταν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν δεκαοκτώ ετών, έλεγον πάλιν οι Τούρκοι τα αυτά εις τον πατέρα της, ούτος δε καλέσας την Ακυλίναν της λέγει· «Τέκνον μου, οι άλλοι Τούρκοι μού λέγουν καθ’ εκάστην ημέραν να τουρκεύσης· όθεν ή τώρα ή ολίγον υστερώτερα, συ θα τουρκεύσης, μόνον κάμε την απόφασιν μίαν ημέραν πρότερον, δια να μη με ενοχλούν οι Τούρκοι». Η δε Αγία, φλεγομένη από τον του Χριστού διάπυρον έρωτα, με μεγάλην γενναιότητα απεκρίθη: «Μήπως νομίζεις ότι είμαι εγώ ολιγόπιστος ως και συ, δια να αρνηθώ τον ποιητήν και πλάστην μου, τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ο οποίος υπέμεινε δι’ ημάς Σταυρόν και θάνατον; Μη μοι γένοιτο τούτο ποτέ. Εγώ είμαι έτοιμος να υπομείνω οίαν δήποτε βάσανον, ακόμη και θάνατον, δια την αγάπην του Χριστού μου». Ω λόγοι αξιοθαύμαστοι, όχι θυγατρός ενός τοιούτου τρισαθλίου πατρός, αλλά θυγατρός αληθώς του επουρανίου Βασιλέως Χριστού! Βλέπων τότε ο πατήρ της Αγίας το αμετάθετον της γνώμης αυτής επήγεν εις τους Τούρκους και τους λέγει: «Εγώ μεν δεν ηδυνήθην να καταπείσω την θυγατέρα μου εις το να τουρκεύση, σεις δε ό,τι θέλετε κάμετε εις αυτήν». Τούτο ακούσαντες εκείνοι εταράχθησαν, και παρευθύς στέλλουν ανθρώπους του κριτηρίου, δια να φέρουν την Μάρτυρα· η δε ευλογημένη μήτηρ της Αγίας, ιδούσα τους απεσταλμένους Τούρκους, παραλαβούσα την κόρην της, λέγει προς αυτήν την τελευταίαν ταύτην παραγγελίαν· «Ιδού, τέκνον μου παμφίλτατον, και γλυκυτάτη μου θύγατερ Ακυλίνα· ιδού, σπλάγχνον μου, έφθασεν η ώρα εκείνη, δια την οποίαν πάντοτε σε ενουθέτουν· ποίησον λοιπόν ως τέκνον υπακοής, και υπάκουσον εις τας νουθεσίας μου, δείξον ανδρείαν εις τας βασάνους, τας οποίας έχεις να πάθης, κι μη αρνηθής τον Χριστόν». Η δε παρομοίως μετά δακρύων απεκρίθη· «Μη φοβού, μήτερ μου, και εγώ τον αυτόν σκοπόν έχω, και ο πανάγαθος Θεός έστω βοηθός μου και εύχου υπέρ εμού»· και ούτως απεχαιρετίσθησαν μεταξύ των θρηνούσαι και δακρύουσαι. Οι δε υπηρέται του κριτού, δέσαντες την Μάρτυρα την ωδήγησαν εις το κριτήριον, παρηκολούθει δε και η φιλόστοργος μήτηρ την φιλτάτην θυγατέρα της απαγομένην εις τον τόπον της σφαγής· επειδή μητρικά σπλάγχνα δεν την άφινον να χωρισθή· αλλ’ οι υπηρέται της εξουσίας την μεν μητέρα της απέκλεισαν έξω του προαυλίου, την δε Ακυλίναν εισήγαγον εντός του κριτηρίου και παρουσίασαν αυτήν ενώπιον του κριτού, όστις με βάναυσον τρόπον της λέγει· «Αι, συ, γίνεσαι Τούρκα»; Η Αγία απεκρίθη: «Όχι, δεν γίνομαι· μη γένοιτο ποτέ να αρνηθώ την πίστιν μου και τον Δεσπότην μου Χριστόν». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη· όθεν διέταξε και εξέδυσαν την Αγίαν και την αφήκαν μόνον με το υποκάμισον· είτα δέσαντες αυτήν εις ένα στύλον την ερράβδισαν δύο υπηρέται επί ώραν πολλήν· αλλ’ η Μάρτυς υπέμεινεν ανδρειότατα ταύτην την βάσανον. Μετά ταύτα ο κριτής και άλλοι Τούρκοι φέροντες την Μάρτυρα έμπροσθέν των, ήρχισαν να την κολακεύουν και να της υπόσχωνται μεγάλας δωρεάς, εάν αρνηθή την πίστιν της· αλλ’ η του Χριστού νύμφη, εγκάρδιον έχουσα τον έρωτα προς τον νοητόν Νυμφίον της Χριστόν, εις ουδέν ταύτα ελογίζετο· και επειδή εις μεγιστάν πλούσιος, θρασύτατος πάντων, της είπε: «Τούρκεψε, Ακυλίνα, και εγώ να σε κάμω νύμφην εις τον υιόν μου», η του Χριστού Μάρτυς μετά τόλμης ανεικάστου απεκρίθη: «Ο υιός σου συν σοι εις την απώλειαν»· όπερ ακούσαντες εκείνοι ήναψαν από τον θυμόν, και δέσαντες πάλιν την Αγίαν ως πρότερον, την ερράβδισαν επί ώραν πολλήν· έπειτα λύσαντες αυτήν, πάλιν την εξετάζουσιν εκ τρίτου· και λέγει προς αυτήν ο κριτής: «Δεν εντρέπεσαι, δυστυχισμένη, να δέρεσαι γυμνή ενώπιον τόσων ανδρών»; Τούτο είπε, διότι εκ των πολλών ραβδισμών εξεσχίσθη το υποκάμισόν της και έμεινε γυμνή· της λέγει δε πάλιν: «Ή τούρκεψε ή θα συντρίψω τα κόκκαλά σου εν προς εν»· η δε αποκριθείσα του λέγει: «Και τι ωρέχθην από την πίστιν σας, δια να αρνηθώ εγώ τον Χριστόν μου, ή από ποία θαύματα της πίστεώς σας να πιστεύσω; Αφού σεις βρωμείτε ακόμη ζώντες»· ω τόλμη μρτυρική! Ω μεγαλοψυχί ουρανίων επαίνων αξία! Ω απόκρισις, ουχί ενός απαλού κορασίου, αλλ’ ενός γίγαντος ανδρειοτάτου!  Ταύτα ακούσαντες εκείνοι κατησχύνθησαν άπαντες, αναγκαζόμενοι υπό της φαεινοτάτης των λόγων αληθείας και μη έχοντες τι άλλο να κάμωσιν, οργισθέντες ερράβδισαν εκ τρίτου την Αγίαν τόσον ασπλάγχνως, ώστε την αφήκαν ως νεκράν· η δε γη εκοκκίνισεν από τα αίματα και αι σάρκες της έπιπτον χαμαί. Κατόπιν λύσαντες την Μάρτυρα, την εφόρτωσαν εις ένα Χριστιανόν παρόντα εκεί, δια να την οδηγήση εις τον οίκον της μητρός της. Αυτή δε εναγκαλισθείσα την θυγατέρα της, ευρισκομένην εις τας εσχάτας αναπνοάς, την ηρώτα: «Τι έκαμες, τέκνον μου»; Η δε Μάρτυς μόλις και μετά βίας ελθούσα εις εαυτήν, ανοίξασα τους οφθαλμούς, και την μητέρα της ιδούσα, είπε: «Και τι άλλο ήθελον να κάμω, ω μήτερ μου, εκτός εκείνου το οποίον μοι παρήγγειλας; Ιδού κατά την εντολήν σου εφύλαξα την ομολογίαν της πίστεώς μου»· η δε μήτηρ της υψώσασα τας χείρας και τους οφθαλμούς της εις τον ουρανόν εδόξασε τον Θεόν· συνομιλούσα δε η Μάρτυς μετά της μητρός της παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού την κζ΄ (27ην) Σεπτεμβρίου του έτους αψξδ΄ (1764) και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε πάντιμον και άγιον λείψανόν της, ω του θαύματος! ευωδίασε παρευθύς ευωδίαν θαυμασιωτάτην και τόσην πολλήν, ώστε όλαι αι οδοί, όθεν διέβαινον μετά του μαρτυρικού λειψάνου προς κηδείαν και ενταφιασμόν, ευωδίαζον· την δε νύκτα κατήλθε φως ουρανόθεν και έλαμπεν επάνω εις τον τάφον τής Μάρτυρος, ως άστρον λαμπρότατον· όσοι δε Χριστιανοί το είδον, εδόξασαν τον Θεόν, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΜΑΡΚΟΥ, ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ και ΖΗΝΩΝΟΣ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΜΑΡΚΟΥ, ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΥ και ΖΗΝΩΝΟΣ.    

Εις τον Μάρκον                                                                                                                          Μάρκος ο Απόστολος, όστις και Ιωάννης ονομαζάζεται, και τον οποίον αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων λέγων: «Συνιδών τε (ο Πέτρος) ήλθεν εις την οικίαν Μαρίας της μητρός Ιωάννου του επικαλουμένου Μάρκου» (ιβ΄ : 12). Ούτος, λέγω, χειροτονηθείς από τους Αποστόλους  Επίσκοπος της Βύβλου, εφάνη δόκιμος εν τη εργασία του Ευαγγελίου. Τόσον δε ήτο φίλος και οικείος του Θεού ο μακάριος, ώστε η σκιά μόνον του ιερού σώματός του εθεράπευε τας αρρωστείας των ασθενών. 

Εις τον Αρίσταρχον                                                                                                                         Αρίσταρχος δε ο Απόστολος ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα, τον οποίον ενθυμείται ο πόστολος Παύλος τόσον εν τη προς Κολασσαείς Επιστολή λέγων: «Ασπάζεται υμάς Αρίσταρχος ο συναιχμάλωτός μου» (δ : 10 ), όσον και εν τη προς Φιλήμονα, λέγων: «Ασπάζεταί σε… Μάρκος, Αρίσταρχος… οι συνεργοί μου» (24 ). Ούτος λοιπόν εφάνη άλλος δεύτερος Ιωάννης Βαπτιστής κατά την τροφήν. Καθότι και αυτός έτρωγεν, ως εκείνος, μόνον ακρίδας, ήτοι άκρας των δένδρων και ακρόδρυα και μέλι, χόρτον δηλαδή το καλούμενον μελέαγρον, ή κατ’ άλλους μέλι άγριον· και καθότι και αυτός ήτο ενδεδυμένος ένδυμα δερμάτινον. Έγινε δε ούτος Επίσκοπος Απαμείας της εν Συρία, και όλους τους εκεί ευρισκομένους απίστους επέστρεψεν εις την της αληθείας και ευσεβείς επίγνωσιν.


Εις τον Ζήνωνα                                                                                                                          
Ζήνων δε είναι ο ίδιος νομικός εκείνος Ζηνάς, περί του οποίου γράφει ο μακάριος Παύλος εν τη προς Τίτον Επιστολή, λέγων: «Ζηνάν τον νομικόν και Απολλώ σπουδαίως πρόπεμψον» (γ: 13). Επίσκοπος δε γενόμενος ούτος υπό του Αποστόλου Πέτρου της Διοσπόλεως (ήτις είναι η αυτή προς την Λαοδίκειαν, κατά τον γεωγράφον Μελέτιον) έγινεν οικητήριον του Αγίου Πνεύματος, και πολλούς ηλευθέρωσεν από την πλάνην της ειδωλολατρίας. Ούτοι λοιπόν και οι τρεις Απόστολοι καλώς και θεαρέστως ποιμάναντες τα ιδικά των ποίμνια, και πολλαπλασιάσαντες το παρά Θεού δοθέν εις αυτούς τάλαντον, προς Κύριον εξεδήμησαν, ίνα απολαύσωσι την Αυτού χαράν και μακαριότητα. 

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΓΝΑΤΙΟΥ Ηγουμένου της Μονής του Σωτήρος Χριστού της επιλεγομένης του Βαθέος Ρύακος.  

                                             
Ιγνάτιος ο Όσιος πατήρ ημών ήτο από της δευτέρας επαρχίας των Καππαδοκών, κατά τους χρόνους Νικηφόρου Β΄ του Φωκά εν έτει 963-969 και Ιωάννου Α΄ του Τσιμισκή, εν έτει 969-976. Εκ νεαράς δε ηλικίας αφιερωθείς εις τον Θεόν ως άλλος Σαμουήλ, επήγεν εις το Μοναστήριον το καλούμενον του Βαθέος Ρύακος, και έμαθεν όλην την ασκητικήν ακρίβειαν από τον Όσιον Βασίλειον τον Ηγούμενον και κτίτορα της Μονής ταύτης. Επειδή δε έφθασεν εις το άκρον της αρετής, δια τούτο χειροτονείται βαθμηδόν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Έπειτα προβάλλεται και Ηγούμενος του Μοναστηρίου τούτου. Όθεν δια της καλής του διοικήσεως ηύξησε το Μοναστήριον και επλήθυνεν αυτό, τόσον εις τα εισοδήματα, όσον και εις τας λοιπάς βελτιώσεις. Έκτισε δε και ναούς διαφόρους, του Ταξιάρχου Μιχαήλ, του Θεόπτου Ηλιού και των Αγίων Αποστόλων εις εν μετόχιον του Μοναστηρίου. Έκτισεν επίσης και περιτείχισμα εις την εκείσε ευρισκομένην τότε Μονήν των Καλογραιών δυνατόν και ωραιότατον. Ούτος ο Όσιος ήλεγξε και κατήσχυνε με παρρησίαν και γενναιότητα τους άρχοντας, τους οποίους διώρισεν ο τότε τύραννος, ονόματι Σκληρός. Ότε δε εσηκώθη από του μέσου ο Σκληρός ούτος, τότε επήγεν εις Κωνσταντινούπολιν ο Όσιος, ένθα κατασκευάσας ιερά κειμήλια, και εν σίγνον ήτοι σημείον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ομοίως και εν περιηργυρωμένον Ευαγγέλιον, έπεμψεν αυτά όλα εις το Μοναστήριον. Εκεί δε εις Κωνσταντινούπολιν ευρισκόμενος ησθένησεν από ασθένειαν δυσεντερίας, διο και εσπούδαζε να φθάση μίαν ώραν ταχύτερον εις το Μοναστήριόν του. Φθάσας δε εις το Αμόριον, ετελείωσε την παρούσαν ζωήν· όθεν και θάπτεται εκεί εις ένα σεβάσμιον οίκον. Αφού δε παρήλθεν εν έτος, ηθέλησαν οι Πατέρες του Μοναστηρίου να κάμωσιν ανακομιδήν του λειψάνου του. Και ανοίξντες τον τάφον εύρον το λείψανόν του σώον και ολόκληρον, και γεμάτον από πνευματικήν ευωδίαν. Τούτο δε φέροντες εις το Μοναστήριον απεθησαύρισαν εις τον νάρθηκα του Ιερού Ναού. 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Η Αγία Μάρτυς Επίχαρις

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΕΠΙΧΑΡΙΤΟΣ.                                                         

Επίχαρις η Αγία Μάρτυς ήτο εν τη Ρώμη κατά τους χρόνους Διοκλητιανού, εν έτει 298, συνελήφθη δε ως Χριστιανή από τον έπαρχον Καισάριον, και ομολογήσασα παρρησία το όνομα του Χριστού κρεμάται και ξέεται. Έπειτα συνέτριψαν τα μέλη της με σφαίραν μολυβδίνην τέσσαρες στρατιώται. Επειδή δε η Αγία προσηυχήθη, δια τούτο ήλθον Άγγελοι και εθανάτωσαν τους πιδεύοντας αυτήν τέσσαρας στρατιώτας. Τελευταίον καταδικάζεται η Αγία να αποκεφαλισθή. Όθεν όταν έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης και εστάθη επάνω εις μίαν πέτραν, ω του θαύματος! ευθύς η πέτρα ανέβλυσεν ύδωρ. Αποκεφαλισθείσα δε παρέδωκε την αγίαν ψυχήν της εις χείρας Θεού, και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. 

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.

Τη ΚΖ΄  (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΥ και των συν αυτώ τεσσαράκοντα εννέα ΜΑΡΤΥΡΩΝ.  
                                                                   
Καλλίστρατος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο από της χώρας των Καρχηδονίων, της εν τη Αφρική ευρισκομένης, συναριθμούμενος εις το στρατιωτικόν τάγμα, το καλούμενον των Καλανδών, εν έτει σπη΄ (288). Πορευόμενος δε εις την Ρώμην μεθ’ όλου του στρατιωτικού τάγματος, μόνος αυτός έλαμπε μεταξύ των άλλων απίστων στρατιωτών, δια την πίστιν του Χριστού, καθώς και ο αστήρ λάμπει εν μέσω της σκοτεινής και ασελήνου νυκτός. Ήτο δε εκ προγόνων πεφωτισμένος εις την πίστιν του Χριστού ο μακάριος. Διότι εις εκ πατρός προπάππος του, πορευθείς εις Ιεροσόλυμα, ότε ήτο επί γης ο Κύριος, και θεωρήσας με τους ιδίους του οφθαλμούς τα θαυμάσια, άπερ εποίει, επίστευσεν. Όθεν επιστρέψας εις τον οίκον του, έδωκεν εις όλους τους συγγενείς και απογόνους του την καλήν ταύτην πραγματείαν και τον φωτισμόν της θεογνωσίας. Επειιδή δε ο του Χριστού Μάρτυς Καλλίστρατος εφανερώθη εις τους συστρατιώτας του ότι ήτο Χριστιανός, διαβάλλεται προς Περσεντίνον τον στρατηλάτην, ότε Διοκλητιανός και Μαξιμιανός οι βασιλείς εφέροντο μανικώς κατά των Χριστιανών. Παρασταθείς λοιπόν έμπροσθεν του Περσεντίνου και ερωτηθείς, ομολογεί παρρησία την εις Χριστόν ευσέβειαν. Όθεν εξαπλωθείς κατά γης, τόσον άσπλαγχνα εδάρη ο τρισόλβιος, ώστε έτρεχε το αίμα του ποταμηδόν. Έπειτα σύρεται ύπτιος επάνω εις λεπτά τεμάχια τούβλων και καταξεσχίζεται τας πρότερον πληγωθείσας σάρκας του. Είτα ποτίζεται δια χωνίου το ύδωρ μιας ολοκλήρου λεκάνης και φουσκώνεται ως ασκός. Μετά ταύτα τίθεται ο μακάριος μέσα εις ένα σάκκον και ρίπτεται εις το μέσον της θαλάσσης, θεωρούντος και του στρατηλάτου. Επειδή δε ο σάκκος εσχίσθη κατά θείαν δύναμιν, δια τούτο ο Άγιος εφέρθη υπό δύο δελφίνων υγιής έξω εις την παραλίαν. Τότε οι μετ’ αυτού όντες στρατιώται, τεσσαράκοντα εννέα τον αριθμόν, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, επίστευσαν και προσφέρονται εις τον Χριστόν δια μέσου του Αγίου. Όθεν όλοι αυτοί δέρονται και συντρίβονται τα μέλη των. Έπειτα ρίπτονται εις την φυλακήν, και εκεί διδάσκονται από τον Άγιον Καλλίστρατον τα δόγματα της θείας του Χριστού οικονομίας και τα περί κρίσεως και ανταποδόσεως, και περί άλλων αξίων μαθήσεως. Και προς τούτοις παρακινούνται από αυτόν εις το να υπομείνωσιν ανδρείως το μαρτύριον. Μετά δε μίαν ημέραν παρασταθέντες προς τον στρατηλάτην, και αποδειχθέντες πλέον άφοβοι ή πρότερον, δέρονται πάλιν. Είτα δεθέντες τας χείρας και τους πόδας, ρίπτονται μέσα εις την εκεί ευρισκομένην κολυμβήθραν, ήτις ωνομάζετο Ωκεανός. Ο δε Άγιος Καλλίστρατος προσηυχήθη να γίνη βάπτισμα εις αυτούς η κολυμβήθρα εκείνη. Και, ω του θαύματος! ευθύς ελύθησαν τα δεσμά, και εξήλθον οι Άγιοι από του αγιάσματος της κολυμβήθρας ενδεδυμένοι στολάς λαμπράς. Ο δε Μάρτυς Καλλίστρατος εφάνη φορών επί της κεφαλής του ευπρεπέστατον στέφανον. Ήκουσε δε και θείαν φωνήν, ήτις παρεθάρρυνεν αυτόν. Εκ δε της φωνής το εκεί πλησίον ευρισκόμενον είδωλον έπεσε κατά γης και διελύθη εις κονιορτόν. Δια τούτου δε του θαύματος πιστεύουσιν εις τον Χριστόν άλλοι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται. Φυλακισθέντων δε πάλιν των τεσσαράκοντα εννέα στρατιωτών ομού με τον Άγιον Καλλίστρατον, εφοβήθη ο στρατηλάτης μήπως κάμωσι και άλλα θαυμάσια, και πιστεύσωσι εις τον Χριστόν και άλλοι πολλοί· δια τούτο έπεμψε την νύκτα και κατέκοψεν εις λεπτά τεμάχια τα σώματα των Αγίων. Τούτων δε τα ιερά λείψανα κηδεύσαντες οι εκατόν τριάκοντα πέντε στρατιώται, έκτισαν εις αυτούς και Ναόν ωραιότατον. 

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Μέρος Δ΄ -- Η εις Έφεσον επιστροφή και Μετάστασις του Ιωάννου.

β΄ Η Μετάστασις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.


Αφού επεστρέψαμεν εις την Έφεσον από την εξορίαν, διεμείναμεν εις αυτήν έτη είκοσιν εξ· εμείναμεν δε και εις την νήσον Πάτμον έτη δέκα πέντε· και προ της εξορίας ημών διετρίψαμεν εις την Έφεσον έτη εννέα· ήτο δε ο Ιωάννης ότε ανεχωρήσαμεν εξ Ιεροσολύμων ετών πεντήκοντα. Και αφού συνεπληρώθησαν είκοσιν εξ έτη από της επιστροφής ημών εκ της εξορίας εις την Έφεσον, μίαν ημέραν παραλαβών ο Ιωάννης εμέ και ετέρους εξ μαθητάς αυτού, είπε: «Λάβετε σκαπτήρια εις τας χείρας σας και ακολουθήσατέ με»· ελάβομεν δε δύο σκαπτήρια και ακολουθήσαντες αυτόν εξήλθομεν της πόλεως· φθάσαντες δε εις ένα τόπον, είπε προς ημάς ο Ιωάννης: «Καθήσατε ενταύθα»· και εκαθήσαμεν, αυτός δε επροχώρησεν ολίγον δια να έχη ησυχίαν, και εκεί προσηύχετο· ήτο δε ώρα του όρθρου, νυξ δηλαδή αρκετή προ της ανατολής του ηλίου. Και μετά την ευχήν ελθών προς ημάς λέγει: «Σκάψατε εις την γην εις μέτρον του αναστήματός μου σταυροειδώς». Αφού λοιπόν ημείς εσκάψαμεν, προσηύξατο ο Ιωάννης· και μετά την ευχήν εισήλθεν εις τον τάφον τον οποίον εσκάψαμεν, και εκείθεν είπε προς με: «Τέκνον Πρόχορε, να υπάγης εις τα Ιεροσόλυμα· διότι εκεί πρέπει να τελειώσης τον βίον»· διδάξας δε ημάς και ασπασάμενος, είπε: «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· ημείς δε ασπασάμενοι αυτόν, και σύραντες χώμα εσκεπάσαμεν μέχρι των γονάτων. Πάλιν εκείνος ασπασάμενος ημάς, είπε: «Σύραντες χώμα σκεπάσατέ με έως του τραχήλου» «Σύρατε το χώμα της μητρός μου γης και σκεπάσατέ με»· και ασπασάμενοι αυτόν εποιήσαμεν ούτω· είτα δε πάλιν είπε προς ημάς: «Φέρετε λεπτόν πανίον και σκεπάσατε δι’ αυτού το πρόσωπόν μου, και ασπάσασθέ με δια τελευταίαν φοράν· διότι δεν θα με ίδητε πλέον εις την ζωήν ταύτην». Και ποιήσαντες ούτως, ησπασάμεθα αυτόν πάλιν κλαίοντες· αυτός δε δους εις ημάς την ειρήνην απέλυσεν ημάς. Και ούτω κλαίοντες πικρώς εσκεπάσαμεν όλον το σώμα του. Τότε και ο ήλιος ανέτειλε, και αυτός παρέδωκε το πνεύμα του. Επιστρέψαντες ημείς εις την πόλιν ηρωτήθημεν παρά των αδελφών: «Που ευρίσκεται ο Διδάσκαλος ημών»; Ημείς δε διηγήθημεν προς αυτούς λεπτομερώς πάντα τα γεγονότα· και εκείνοι παρεκάλεσαν ημάς ίνα δείξωμεν εις αυτούς τον τόπον. Απελθόντες όθεν μετά των αδελφών εις τον τόπον εκείνον, τον μεν Ιωάννην δεν εύρομεν, εύρομεν δε μόνον τα υποδήματα αυτού. Και τότε ενεθυμήθημεν τον λόγον του Κυρίου, τον οποίον είπε προς τον Πέτρον περί του Αποστόλου τούτου, ότι: «Εάν αυτόν θέλω μένειν έως έρχομαι, τι προς σε»; Και εδοξάσαμεν δια ταύτα πάντα τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα τον ένα Θεόν· ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

Μέρος Δ΄ -- Η εις Έφεσον επιστροφή και Μετάστασις του Ιωάννου.

α΄  Η επιστροφή εις την Έφεσον.

Την επομένην ημέραν ασπασάμενοι και αποχαιρετήσαντες πάντας τους αδελφούς, ανεχωρήσαμεν εκ της Πάτμου· και ευρόντες πλοίον ταξιδεύον προς τα μέρη της Ασίας, ανήλθομεν εις αυτό και εις διάστημα δεκατεσσάρων ημερών εφθάσαμεν εις απόστασιν τριών μιλίων από της πόλεως Εφέσου, ένθα εξήλθομεν εις την γην και περιπατούντες εισήλθομεν εις την πόλιν· μαθόντες δε πάντες οι αδελφοί την άφιξιν ημών, εξήλθον εις προϋπάντησίν μας εις ένα τόπον, ένθα εκαθήσαμεν δια να αναπαυθώμεν ολίγον. Και επειδή ο Διοσκορίδης είχεν αποθάνει, παρέλαβεν ημάς εις την οικίαν ο υιός αυτού Δόμνος, ο οποίος παρέθηκεν εις ημάς τράπεζαν φιλοξενήσας και αναπαύσας ημάς, και εμείναμεν εις την οικίαν αυτού, ένθα ήρχοντο πάντες οι αδελφοί και εδιδάσκοντο υπό του Ιωάννου· και ολίγον κατ’ ολίγον επίστευσαν πάντες εις τους λόγους του Ιωάννου.