Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού και των συν αυτώ.                                                                                                                     

Κωνσταντίνος ο Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Μάρτυρες κατήγοντο από διάφορα μέρη, εις δε τον αριθμόν ήσαν τριακόσιοι. Απήλθον δε εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ δια να προσκυνήσουν, και αφ’ ου επροσκύνησαν όλα τα αγιάσματα εξήλθον από την Ιερουσαλήμ, και ανεχώρησαν εις την έρημον του Ιορδάνου, και εκεί διέτριβον. Ελθόντες δε μια των ημερών όλοι εις το επίνειον Ιόππην, εύρον πλοίον, εις το οποίον επεβιβάσθησαν και πλέοντες έφθασαν εις την περίφημον νήσον Κύπρον, εις τον λιμένα της Πάφου. Όμως το πλοίον, κλυδωνιζόμενον από δυνατόν και μεγάλον άνεμον, συνετρίβη, οι δε Άγιοι θεί χάριτι διεσώθησαν όλοι αβλαβείς, και διεμοιράσθησαν εις όλην την νήσον της Κύπρου. Ο δε Άγιος Κωνσταντίνος, μετ’ άλλων τριών, ήλθον εις μέρος τι, λεγόμενον της Τραχειάδος, και περιήρχοντο αποστολικώς την χώραν, κηρύσσοντες τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ακούσας τούτο ο ηγεμών της Κύπρου, Σαβίνος ονόματι, διέταξε να προσαχθώσιν ενώπιόν του, οι δε Άγιοι εξετασθέντες ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Επειδή δε ηρνήθησαν να υποταχθώσιν εις τα κελεύσματα του ηγεμόνος και να αρνηθώσι τον Χριστόν, δέρονται με ωμά βούνευρα, έπειτα εγκλείονται εις φυλακήν. Την άλλην ημέραν ο ηγεμών διέταξε να τους παρουσιάσουν και πάλιν προ αυτού. Επειδή δε και πάλιν δεν επείθοντο να θυσιάσουν εις θεόν αλλότριον, προστάσσει να τους κρεμάσουν κατακέφαλα, και να καταξέουν τας σάρκας αυτών μέχρις ότου εκοκκίνισεν όλη η γη από το χυθέν αίμα των. Έπειτα πάλιν απλώνονται εις πυρακτωμένας σιδηράς πλάκας, και τούτου γενομένου έμεινν με την χάριν του ζωοδότου Χριστού αβλαβείς. Μετά δε ταύτα ενεκλείσθησαν και πάλιν εν φυλακή και μετά παρέλευσιν ημερών τινων, προστάξει του ηγεμόνος, ήγαγον αυτούς επί του βήματος· ακριβώς δε εξετάσας ο ηγεμών και ευρών αυτούς αμετασαλεύτους, μάλλον δε σταθερωτέρους εις την του Χριστού πίστιν, έδωκε την απόφασιν, και απέκοψαν τας τιμίας κεφαλάς αυτών. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί δια νυκτός παρέλαβον τα σώματα των Αγίων και τα ενεταφίασαν εντίμως εις εν χωρίον λεγόμενον Ορμήδιαν. Μετά χρόνους ικανούς εφανερώθησαν τα άγια αυτών λείψανα ως πηγή βρύουσα άφθονα ιάματα, ώστε καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα ετέλουν και διαφόρους νόσους και πάθη εθεράπευον, και κωφοί παραυτίκα την ιατρείαν ελάμβανον δι’ ενεργείας των αγίων λειψάνων· προς τούτοις ο ηγεμών της Κύπρου του τότε καιρού, πάσχων εκ δυσεντερίας και κωφότητος, προήλθε με πόθον εις τα των γίων λείψανα, και ω του θαύματος! εν τω άμα έλαβε την υγείαν του και εδόξαζε τον Θεόν, τον δοξάζοντα τους αυτόν αντιδοξάζοντας, και εκχέοντας το αίμα αυτών δι’ αυτόν, ο οποίος άρχων, επειδή ιατρεύθη και από τας δύο νόσους, εξ ων έπασχεν, την δυσεντερίν, λέγω, και την κωφότητα, έκτισεν Εκκλησίαν μεγάλην εκ θεμελίων εις το όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου του θαυματουργού, καθώς το μαρτυρεί και ο τάφος του, όστις ευρίσκεται εις το δεξιόν μέρος του αγίου Βήματος της Εκκλησίας, εις δόξαν και ύμνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· γινώσκετε προσέτι, φιλευσεβείς Χριστιανοί, ότι όσοι ασθενείς προσέρχονται με πολλήν και μεγάλην ευλάβειαν ιατρεύονται από κάθε είδους ασθένειαν, δια πρεσβειών και ικεσιών του Αγίου ενδόξου και μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου. 

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Του Οσίου ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου, του γενομένου εν τοις Ευάνδρου.                                                                                             

Πέτρος ο Όσιος πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου και Ειρήνης της ευσεβεστάτης Αυγούστης εν έτει ψπ΄ (780), υιός γονέων μεγαλοπρεπών και ενδόξων. Επειδή ο πατήρ του ήτο Πατρίκιος του Βασιλέως και στρατηγός, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος. Εκ νεαράς ηλικίας φοιτών ο Άγιος εις τα σχολεία, εσύναξεν εις την ψυχήν του ως μέλισσα όλα τα κάλλιστα μαθήματα της Γραμματικής και Φιλοσοφίας. Έπειτα συζευχθείς γυναίκα νόμιμον, ετιμήθη και έγινε Δομέστικος των σχολών και Πατρίκιος, αφού ο πατήρ του απέθανεν. Όταν δε ο Νικηφόρος Πατρίκιος έγινε Βασιλεύς εν έτει ωβ΄ (802), κατέστησε τον Όσιον τούτον Δομέστικον των Κανάτων, και παρέλαβεν αυτόν μεθ’ εαυτού εις Βουλγαρίαν, όπου επολέμει κατά των Βουλγάρων. Συγκροτηθέντος λοιπόν του πολέμου, ενίκησαν μεν οι Ρωμαίοι, συνελήφθη όμως ούτος ο Όσιος υπό των Βουλγάρων μετά πεντήκοντα αρχόντων και ερρίφθη εν τη φυλακή, ίνα τιμωρηθή· εφάνη όμως ο Άγιος Ιωάννης, ο επιστήθιος και Ευαγγελιστής, και ηλευθέρωσε αυτόν από τα δεσμά και τον συνώδευσε μέχρι της γης των Ρωμαίων. Έκτοτε λοιπόν, καταφρονήσας ο μακάριος ως σκύβαλα όλα τα του κόσμου, ανέβη εις το όρος του Ολύμπου, και ενδυθείς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών μετά του Οσίου και μεγάλου Ιωαννικίου, εγυμνάσθη εις πάσαν αρετήν. Αφού δε εκεί διήλθε τριάκοντα τέσσαρα έτη, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και έπειτα απήλθεν εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα Ναόν τον καλούμενον του Ευάνδρου· επειδή δε η γυνή του και ο υιός του είχον αποθάνει, αυτός έκτισε μικράν καλύβην και διήλθεν εν αυτή οκτώ έτη. Ούτος ο Όσιος εφόρει τρίχινα φορέματα εις σκέπην του σώματος, υποδήματα δε εις τους πόδας δεν εφόρεσεν ο αοίδιμος καθ’ όλον τον χρόνον της ασκήσεώς του και εξήρανε το σώμα του με νηστείας και αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας. Καλώς λοιπόν και θεαρέστως πολιτευσάμενος ανεπαύθη εν Κυρίω· λέγουσι δε, ότι ο Όσιος ούτος, υπό το τρίχινον φόρεμα, ήτο ενδυμένος άλλο πεπλεγμένον εκ ψάθης, μετά του οποίου και ενεταφιάσθη. 

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων

Τη Α΄ (1η) του μηνός Ιουλίου μνήμη των Αγίων και θαυματουργών Αναργύρων ΚΟΣΜΑ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ των Ρωμαίων.                                                                                   

Κοσμάς και Δαμιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους Καρίνου και Νουμεριανού των αυταδέλφων Βασιλέων εν έτει σπδ΄ (284), κατήγοντο δε εκ της μεγαλουπόλεως Ρώμης. Αυτάδελφοι όντες μετήρχοντο και οι δύο την ιατρική και εθεράπευον όχι μόνον τους ανθρώπους, αλλά και τα κτήνη και άλογα ζώα· δι’ αντιμισθίαν δε της ιατρείας εζήτουν το να πιστεύωσιν εις τον Χριστόν οι ιατρευόμενοι, χωρίς να λαμβάνωσι παρ’ αυτών ουδεμίαν υλικήν αμοιβήν. Διαβληθέντες δε εις τον βασιλέα Καρίνον, ότι ενεργούσι τας ιατρείας και τα θαύματα με μαγικήν τέχνην, και μη θέλοντες να παραδοθώσιν άλλοι αντί αυτών, προσήλθον αυτόκλητοι και παρεδόθησαν εις χείρας του βασιλέως. Όχι δε μόνον αυτοί δεν επείσθησαν να αρνηθώσι τον Χριστόν, αλλά και τον βασιλέα Καρίνον κατέπεισαν να αρνηθή την ασέβειαν, διότι έτυχε και αυτός της παρά των Αγίων ιατρείας. Όταν δηλαδή ήρχισεν ο βασιλεύς να ερωτά τους Αγίους και να απειλή αυτούς, ότι θα τους θανατώση, εάν δεν αρνηθώσι τον Χριστόν, τότε, ω της θείας δίκης! Μετετοπίσθη η θέσις του προσώπου του, και εστράφη οπίσω προς την ράχιν του· ιατρεύθη δε υπό των Αγίων εκ της ασθενείας ταύτης. Όθεν δια το θαύμα τούτο επίστευσαν εις τον Χριστόν και οι εκεί παρεστώτες και ο ιατρευθείς βασιλεύς με τους οικείους του, και μετά τιμών απέστειλε τους Αγίους εις τους συγγενείς και οικείους των. Ύστερον δε ο της ιατρικής τέχνης των Αγίων διδάσκαλος, φθονήσας αυτούς δια την δόξαν και προκοπήν των, τους ανεβίβασεν εις εν όρος, ίνα συλλέξωσι δήθεν ιατρικά βότανα, εκεί δε εξαναστάς ο δόλιος κατά των Αγίων εθανάτωσεν αυτούς με πέτρας ως ο Κάϊν τον Άβελ. Τελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον αυτών Ναόν τον ευρισκόμενον εις τόπον καλούμενον του Παυλίνου. 

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ

 Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΡΙΨΙΜΙΑΣ, ΓΑΪΑΝΗΣ και των συν αυταίς ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΩΝ, τον αριθμόν τριάκοντα δύο.  

                                                    
Ριψιμία, Γαϊανή και αι συν αυταίς αθλήσασαι Άγιαι Παρθένοι και μονάζουσαι Γυναίκες ήσαν κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, εν έτει 292. Προεστώσα δε τούτων και Καθηγουμένη ήτο η Γαϊανή. Όταν δε έμελλεν ο Διοκλητιανός να συζευχθή, μαθών ότι η Ριψιμία ήτο ωραιοτάτη και περικαλλεστάτη, πέμψας ανθρώπους έκαμεν εις αυτήν λόγους περί γάμων. Η δε Αγία, αγαπώσα θερμώς την παρθενίαν, φεύγει κρυφίως μαζί με την Καθηγουμένην Γαϊανήν και με άλλας παρθένους, τον αριθμόν εβδομήκοντα, αίτινες φθάσασαι εις την πόλιν της Αρμενίας Αραράτ, εκεί εκρύπτοντο μέσα εις τινας ληνούς. Ο Διοκλητιανός λοιπόν, μη δυνάμενος να ησυχάση από τον έρωτα της Ριψιμίας, και μαθών περί αυτής ότι έφυγε, γράφει εις τον βασιλέα της Αρμενίας Τιριδάτην, ζητών από αυτόν να στείλη την Ριψιδίαν ή, αν θέλη, να την λάβη αυτός εις γυναίκα του. Ο δε Τιριδάτης ερευνήσας και μαθών από εκείνους, οι οποίοι είδον αυτήν, πόσον ήτο ωραία και εύμορφος, παρευθύς και αυτός ηχμαλωτίσθη από τον προς αυτήν έρωτα. Όθεν έστειλεν εις αυτήν φορέματα βασιλικά, ίνα φορέσασα ταύτα έλθη προς αυτόν. Η δε Αγία ουδέ να ακούση ήθελε το τοιούτον, αλλά μόνον κατεγίνετο εις την προς τον Θεόν προσευχήν. Όθεν εις τον τόπον εις τον οποίον ευρίσκοντο αι παρθένοι αιφνιδίως έγινε μία φοβερά βροντή. Και μετά της βροντής ηκούσθη και μία θεϊκή φωνή, η οποία ενεδυνάμωσε τας παρθένους τόσον, ώστε αυταί μεν έλαβον εκ ταύτης μεγάλον θάρρος, πολλοί δε από τους απίστους, τους απεσταλμένους δηλαδή υπό του Τριδάτου, έμειναν άφωνοι, εκπλαγέντες δια το αιφνίδιον της βροντής· άλλοι δε πεσόντες από τους ίππους, και υπ’ αυτών καταπατηθέντες, εθανατώθησαν. Ο δε Τιριδάτης, ταύτα μαθών, δεν ήλθεν εις συναίσθησιν, μεθύων από τον έρωτα. Δια τούτο και βιαστικώς έφερεν εις τα βασίλεια την παρθένον, εμβάς δε εις τον κοιτώνα, με παντοίους τρόπους εκολάκευε και παρεκίνει την Οσίαν να κλίνη εις τον σκοπόν του· η δε γία κατήσχυνεν αυτόν και άφθορος έμεινε με την του Χριστού δύναμιν. Αλλ’ ο Τιριδάτης, μη υποφέρων τον σατανικόν έρωτα, επρόσταξε να έλθη η Καθηγουμένη Γαϊανή και να συμβουλεύση την Ριψιμίαν, ίνα πεισθή εις την κακήν γνώμην του. Παρασταθείσα δε έμπροσθέν του η Γαϊανή, έκαμεν όλως το εναντίον, παρακινούσα την Ριψιμίαν και ενισχύουσα αυτήν εις το να αντισταθή ανδρείως, και να μη κλίνη εις την βίαν του βασιλέως. Τούτου ένεκα προστάττει ο βασιλεύς να κτυπήσωσι με πέτρας τους οδόντας της Γαϊανής και να τους θραύσωσιν, ούτω δε να στείλωσιν αυτήν εξόριστον εις μακρινόν τόπον. Ο βασιλεύς λοιπόν, επειδή απέτυχε του ποθουμένου, εκυλίετο κατά γης από τον ακράτητον έρωτα. Η δε αοίδιμος Ριψιμία, εξελθούσα νικήτρια από το παλάτιον, όταν εγένετο νυξ, επήγεν εις τας άλλας συμπαρθένους. Και παραλαβούσα αυτάς, μεταβαίνει εις άλλον τόπον, εκεί πλησίον ευρισκόμενον, ένθα ισταμένη προσηύχετο. Αφού δε παρήλθεν ολίγη ώρα της νυκτός, ιδού και έρχεται εις τας παρθένους ο του βασιλέως αρχιμάγειρος, ομού με πολλούς δορυφόρους, κρατούντες λαμπάδας πολλάς. Και ευθύς αρπάζουσι την Ριψιμίαν, και δέσαντες οπίσω τας χείρας της κόπτουσι την γλώσσαν της. Έπειτα απλώνουσιν αυτήν επάνω εις ξύλα όρθια και την κατακαίουσι με λαμπάδας. Είτα σχίζουσι την κοιλίαν της με ξύλον οξύτατον, και εκχύνουσι κατά γης τα σπλάγχνα της. Επειδή δε ακόμη ολίγον εσπάραττεν η Αγία, εξορύττουσι και τους οφθαλμούς της. Τέλος όλον το σώμα της κατακόπτουσιν εις λεπτά τεμάχια και ούτως η σωφρονεστάτη Ριψιμία μεταβαίνει παρθένος και άφθορος προς ον επόθησε Νυμφίον Χριστόν. Μετ’ αυτής εφονεύθησαν και άνδρες Χριστιανοί εβδομήκοντα. Επειδή δε τριακονταδύο συμπαρθένοι Μοναχαί επήγαν να συνάξωσι τα λείψανα της Αγίας, δια τούτο γνωρισθείσαι από τους ασεβείς ξίφει τας κεφαλάς απετμήθησαν. Την δε μακαρίαν Γαϊανήν, ομού και άλλας δύο παρθένους, ρίψαντες κατά γης, ετέντωσαν τας χείρας και τους πόδας των και ετρύπησαν τους αστραγάλους των. Έπειτα φουσκώσαντες αυτάς ως ασκούς δια μέσου τινών συρίγγων, εξέδαραν όλον το δέρμα του σώματός των και έκοψαν τας γλώσσας των. Μετά ταύτα έσχισαν τας κοιλίας των με πέτρας και με σιδηρά όργανα, και έδειξαν έμπροσθέν των κεχυμένα όλα των τα εντόσθια. Τελευταίον δε ξίφει τας κεφαλάς των απέκοψαν, και ούτως έλαβον αι μακάριαι της αθλήσεως τους στεφάνους. Εις τιμήν δε των πρθένων τούτων τρεις Ναούς έκτισεν ύστερον ο της μεγάλης Αρμενίας Γρηγόριος και άλλοι δε Ναοί τούτων εκτίσθησαν εφεξής εις διάφορα μέρη της Αρμενίας.   

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας

Τη Λ΄ (30η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Επισκόπου της Μεγάλης Αρμενίας.                                                                                            

Γρηγόριος ο της Μεγάλης Αρμενίας λαμπρότατος φωστήρ ήτο από γένος βασιλικόν υιός ων Ανάκ, Πάρθου το γένος, γεννηθείς περί το έτος σμ΄ (240). Ούτος ήτο συγγενής του βασιλέως της Αρμενίας Κουσαρώ, τον οποίον εθανάτωσε δια δόλου ο ίδιος ο Ανάκ, αποσταλείς και παρακινηθείς εις τούτο από τον Αρτασύραν βασιλέα των Περσών. Όθεν δια τον βασιλικόν τούτον φόνον εθανατώθη όλη η γενεά του Ανάκ, μόνος δε ο θείος Γρηγόριος ούτος και εις έτερος αδελφός του ελυτρώθη από του θανάτου, πεμφθείς παις μικρός εις την επικράτειαν των Ρωμαίων, δια μέσου συγγενούς των τινός. Ευρισκόμενος λοιπόν ο θείος ούτος πατήρ εν Καισαρεία της Καππαδοκίας, εμάνθανε και την άλλην παιδείαν των γραμμάτων και τα των Χριστιανών δόγματα και διδάγματα, και βαπτισθείς έγινε Χριστιανός. Επειδή δε εις των υιών τού φονευθέντος Κουσαρώ, Τιριδάτης ονομαζόμενος, διωχθείς εκ της Αρμενίας υπό του βασιλέως των Περσών, διέτριβεν εκεί συναριθμούμενος εις τους πρώτους άρχοντας των Ρωμαίων, δια τούτο ο θείος Γρηγόριος επήγε μετ’ αυτού προκρίνων θεληματικώς να τον υπηρετή. Όθεν κατά μεν τα άλλα πάντα εθεράπευε τον Τιριδάτην και τον ανέπαυεν, επειδή δε ήτο Χριστιανός, κατά τούτο μόνον πολλά τον ελύπει και τον παρώξυνεν. Επειδή δε ο Τιριδάτης έκαμε μίαν μεγάλην ανδραγαθίαν εις βοήθειαν των Ρωμαίων, δια τούτο εις ανταπόδοσιν της χάριτος εκείνης αποκατεστάθη υπ’ αυτών εις την αρχήν και εξουσίαν του πατρός του βασιλέως της Αρμενίας. Ανελθών ο Τιριδάτης εις τον θρόνον της Μεγάλης Αρμενίας, επέδειξε μεγάλον ζήλον προς τα είδωλα και επεθύμει να εύρη τρόπον, ώστε να πιστεύσωσιν εις αυτά όλοι οι υποκείμενοι εις αυτόν και μάλιστα οι επιφανέστεροι και χρησιμώτεροι των αρχόντων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο θείος Γρηγόριος· όθεν καλέσας αυτόν μετεχειρίζετο πάντα τρόπον να τον καταστήση κοινωνόν της θρησκείας του, αλλ’ ο Άγιος, κρατών στερεώς την ευσεβή πίστιν, ωμολόγει παρρησία ότι ποτέ δεν θα την απαρνηθή. Βλέπων δε ο Τιριδάτης, ότι δεν υπετάσσετο, θυμωθείς του λέγει· «Εγώ σε ετίμησα, Γρηγόριε, και σε έχω συγκοινωνόν εις την τιμήν και τον πλούτον μου, και συ γίνεσαι προς τον ευεργέτην αχάριστος»; Ο δε Άγιος του λέγει· «Ο Δεσπότης Χριστός ο Βασιλεύς πάσης κτίσεως μας προστάσσει να υποτασσώμεθα εις τους επιγείους βασιλείς και άρχοντας (τα του Καίσαρος τω Καίσαρι) ως προς τας σωματικάς υπηρεσίας, αι οποίαι την ψυχήν δεν βλάπτουσι, καθώς είδες ότι σου υπήκουσα έως τώρα προθύμως εις τους πολέμους και τας άλλας χρείας της πόλεως και δεν ημέλησα πώποτε· αλλά τώρα, όπου με προστάσσεις και παρακινείς εις την ασέβειαν, δεν πρέπει να σου υποταχθώ, διότι αν πράξω ούτω, θέλει κατακριθή η ψυχή μου εις την αιώνιον κόλασιν». Ταύτα και έτερα λέγοντος προς αυτόν του Αγίου, εθυμώθη ο Τιριδάτης υπέρ το μέτρον· όθεν έβαλε και έδεσαν οπίσω τους αγκώνας του Αγίου και τεντώσαντες άνω και κάτω το στόμα του δια ξύλου, εφόρτωσαν εις τους ώμους του βώλους μεγαλωτάτους άλατος μεταλλικού, το οποίον εξάγεται εις την Αρμενίαν· έπειτα κρεμάσαντες τον Άγιον υψηλά δια σχοινίου τον ετιμώρουν πικρώς έως ημέρας επτά. Την δε εβδόμην τον κατεβίβασαν, και τον ηρώτησαν εάν έστεργε να θυσιάση εις τα είδωλα· και επειδή ποσώς δεν έστεργε, του έδωσαν δεινότερα κολαστήρια, τα οποία υπέμεινεν ανδρειότατα ο γενναίος της ευσεβείας αγωνιστής. Είτα εκρέμασαν τον Άγιον αντιστρόφως από του ενός ποδός, και τον έδειραν ασπλάγχνως με ραβδία χονδρά ροζάρικα· κάτωθεν δε εκάπνιζον αυτόν με κόπρον βρωμερωτάτην,  ώστε ουδέ να αναπνεύση ηδύνατο, αλλ’ ο τρισμακάριος υπέμενε ταύτα μεγαλοψύχως, ευχαριστών και δοξάζων τον Κύριον, και διδάσκων τους παρόντες την του Δεσπότου Χριστού ενανθρώπησιν και την δόξαν του Παραδείσου, η οποία αναμένει τους Χριστιανούς, και την αιώνιον κόλασιν της οποίας γίνονται κληρονόμοι όσοι αποθνήσκουσιν αμετανόητοι. Αφού λοιπόν άλλας επτά ημέρας εβασανίσθη ούτω, τον κατεβίβασαν, ελπίζοντες να τον φέρωσιν εις την μιαράν των γνώμην οι μάταιοι· και επειδή δεν έστεργε, πάλιν συνέσφιγξαν τας κνήμας του δια σανίδων και σχοινίων τόσον ισχυρώς, ώστε ένεκα της πολλής συνθλίσεως έσταζε το αίμα από τα άκρα των δακτύλων των ποδών του. Ύστερον εκάρφωσαν εις τα πέλματα των ποδών του σιδηρά καρφία, και τον ηνάγκασαν ούτω να τρέχη όσον ηδύνατο. Εις ταύτην την τιμωρίαν ησθάνετο οδύνην πολλήν ο τρισόλβιος, και εκοκκίνιζεν εκ της ροής των αιμάτων όλον το έδαφος· ο δε Τιριδάτης έβαλε πάλιν και τον έδειραν ωμότερον, απλώσαντες αυτόν υπτίως κατά γης. Έπειτα έθλιψαν την κεφαλήν του δια μηχανικού οργάνου και έβαλον εις τους ρώθωνας αυτού δια μιάς σύριγγος σαπωνόχωμα (σόδαν ή ποτάσσαν) και όξος δριμύ ηνωμένα μεθ’ άλατος και νίτρου, των οποίων εισήλθεν η δριμύτης έως εις αυτά τα βαθύτατα μέρη της κεφαλής και έως εις αυτόν τον εγκέφαλόν του. Είτα κατέκαιον την κεφαλήν του επί εξ ημέρας δια θυλάκου δερματίνου πλήρους θερμοτάτης στάκτης της καμίνου, εντός της οποίας έβαλον τον Άγιον· την δε εβδόμην, αφού τον εξήγαγον, είπεν ο Τιριδάτης προς καταφρόνησιν· «Τάχα επήγες εις τα βασίλεια του Χριστού σου, και απήλαυσας ολίγην από την θαυμασίαν εκείνην μακαριότητα»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ακόμη δεν υπάγομεν εις εκείνην την δόξαν και άρρητον αγαλλίασιν, παρά όταν έλθη ο Δεσπότης Χριστός εν τη Δευτέρα υτού Παρουσία, ίνα κρίνη άπαντας, και τότε οι μεν ευγνώμονες δούλοι του θα λάβωσι πλουσίαν την ανταπόδοσιν, συ δε, άθλιε, θα λάβης την τιμωρίαν, η οποία σου πρέπει κατά τας πράξεις σου». Θυμωθείς όθεν ο Τιριδάτης τα μέγιστα προσέταξε και εκρέμασαν τον Άγιον κατακέφαλα, και δια του αφεδρώνος έρριπτον άφθονον ύδωρ εντός της κοιλίας του προς καταισχύνην οι αλιτήριοι· μετά ταύτα τον εκολάκευσε πάλιν ο Τιριδάτης, είτα δε τον εφοβέρισε να τον θανατώση με δεινά κολαστήρια· επειδή δε ο Άγιος δεν επείθετο εις το να υπακούση, τον εκρέμασαν πάλιν και με σιδηρούς όνυχας εξέσχιζον τας πλευράς του ασπλάγχνως και έτρεχαν κρουνηδόν τα αίματα· κατόπιν έστρωσαν εις την γην σιδηρούς τριβόλους, επάνω εις τους οποίους σύροντες αυτόν υπτίως ολόγυμνον του έλεγον· «Που είναι τώρα ο Θεός σου, και δεν σε λυτρώνει από τας χείρας μας»; Πάλιν δε τον εφυλάκισαν και την επιούσαν ιδών ο Τιριδάτης αυτόν υγιά εις όλας του τας πληγάς, εθαύμασε και διέταξε να βάλωσι σιδηράς κνημίδας εις τα γόνατά του, σιδηρά υποδήματα εις τους πόδας του και να τον κρεμάσωσιν, Ούτω δε κρεμάμενος διέμενεν ο Άγιος τρεις ολοκλήρους ημέρας. Εν ω δε πάλιν περιεπαίζετο υπό του Τιριδάτου, διότι δεν του έδιδεν ο Χριστός βοήθειαν, είπεν εις αυτόν· «Εγώ έχω εις χαράν μου τα κολαστήρια ταύτα, διότι είναι ψυχοσωτήρια· αλλά συ επισωρεύεις εις την κεφαλήν σου πυρ καταφλέγον αιωνίως». Διο θυμωθείς σφόδρα ο Τιριδάτης λέγει· «Επειδή απειλείς να με καύσης δια πυρός ασβέστου, εγώ θα σε καύσω τώρα εις το πυρ το σβεννύμενον, ίνα σε διδάξω να μη είσαι τόσον αυθάδης και αναίσχυντος προς εμέ». Ανέλυσαν λοιπόν εντός χαλκώματος μόλυβδον και τον έχυσαν όλον βραστόν εις τον Άγιον, όστις υπέμεινε γενναίως και ταύτην την βάσανον, δοξάζων τον Κύριον. Ιδών ο Τιριδάτης, ότι με κολαστήρια δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, εδοκίμασε πάλιν δια κολακειών να τον διαστρέψη εις την ασέβειαν· αλλά εις από τους σατράπας και άρχοντας αυτού τον συνεβούλευσε λέγων· «Δεν είναι δίκαιον ούτε πρέπον, ω βασιλεύ, να ζήση πλέον ούτος ο άνθρωπος, ούτε να βλέπη τον ήλιον, επειδή είναι υιός του Πάρθου Ανάκ, όστις με δόλον εφόνευσε τον πατέρα σου, και κατέστησε την Αρμενίαν όλην αιχμάλωτον των Περσών». Ταύτα ακούσας ο Τιριδάτης εμίσησεν εξ όλης ψυχής τον Γρηγόριον, και διατάσσει να δέσουν τας χείρας, τους πόδας και τον τράχηλόν του, και να τον ρίψουν εις τον βαθύν βορβορώδη λάκκον (ήτοι εις ξεροπήγαδον) της πόλεως Αρταξά. Ούτος δε ο λάκκος, αδελφοί κι πατέρες, ήτο εν φοβερόν και ελεεινόν θέαμα, ότι τον είχον οι Αρμένιοι επί ταυτού κατεσκευασμένον, δια να ρίπτουν εκεί τους καταδίκους, κι ήτο γεμάτος όφεις θανατηφόρους και σκώληκας, και δυσωδίαν είχε πολλήν από την λάσπην των θηρίων, όπου δεν ήτο δυνατόν να υποφέρη τις εκεί καν μίαν ημέραν από την άμετρον δυσωδίαν. Εις τούτον τον φοβερόν και απαράκλητον λάκκον έκλεισαν τον θαυμάσιον και θείον Γρηγόριον, και έμεινεν εκεί εις τον δυσωδέστατον και σκοτεινόν εκείνον τόπον χρόνους ολοκλήρους δεκαπέντε, τρεφόμενος κρυφίως από μίαν γυναίκα χήραν, την οποίαν προσέταξεν  Άγιος Άγγελος να καταβιβάζη καθ’ εκάστην ημέραν τεμάχιον άρτου, ίνα τρώγη ο Άγιος, δια να μη αποθάνη από την πείναν ούτε από άλλην τινά κάκωσιν, και ούτως ετρέφετο καθ’ όλον εκείνο το διάστημα. Επειδή δε ο βασιλεύς Τιριδάτης έχασε τας φρένας του και δαιμονισθείς έτρωγε τας σάρκας του, μεταβαλών δε την νθρωπίνην μορφήν εις μορφήν χοίρου, εβόσκετο μαζί με τους χοίρους εις τα βουνά (ω του παραδόξου τερατουργήματος! ), δια να μαρτυρήται με το έξω σχήμα η έσω της ψυχής σκληρότης και ο βόρβορος αυτής. (Μη δε απιστήση τις εις τούτο, ότι όπου Θεός ενεργεί, το αδύνατον αργεί, ότι ως Παντοδύναμος έκαμε και τούτο το θαυματούργημα καθώς το του Ναβουχοδονόσορος, και άλλα θαυμασιώτερα εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν). Ήτο λοιπόν εις την πόλιν της Αρμενίας θλίψις πολλή και στενοχωρία δια την χοιρείαν μορφήν του βασιλέως, και την άλλην των αρχόντων από την των δαιμόνων μάστιγα (διότι και οι άρχοντές του εδαιμονίσθησαν). Είχε δε ο Τιριδάτης αδελφήν Κουσαροδούκταν ονόματι, ήτις είδεν ενύπνιον και ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Εάν δεν εξέλθη ο Γρηγόριος από τον λάκκον, ούτε ο αδελφός σου ούτε οι άρχοντες θεραπεύονται». Την δε πρωϊαν επήγεν ευθύς εις την αγοράν και ανήγγειλε την οπτασίαν εις τους άρχοντας· οι δε νομίζοντες φαντασίαν το ενύπνιον, την εχλεύαζον λέγοντες, ότι ούτε καν οστούν του Γρηγορίου ευρίσκετο. Αλλά πάλιν και άλλας νύκτας ακούσασα εν οράματι τα όμοια, κατέπεισε τον λαόν, και έστειλαν ένα σατράπην, Αυτάϊαν καλούμενον, ελθών δε ούτος εις τον λάκκον, εφώνησε τον Γρηγόριον, όστις ευθύς απεκρίνατο· όθεν κρεμάσας σχοινία, τον παρεκάλεσεν ο άρχων να δεθή με ταύτα δια να τον σύρωσιν έξω, επειδή ο Θεός του ούτως επρόσταξεν. Εξελθών ο Άγιος του λάκκου και λουσάμενος ενεδύθη και τον έφεραν εις την πόλιν των· ο δε Τιριδάτης και οι άλλοι άρχοντες έπεσαν όλοι εις τους πόδας του δεόμενοι να τους λυτρώση της δαιμονικής μάστιγος. Αυτός δε ηρώτησεν αυτούς και του έδειξαν τον τόπον εις τον οποίον είχον ρίψει τα λείψανα των Αγίων Μαρτύρων, τα οποία εύρον σώα και ακέραια και απείρακτα από τα πετεινά και θηρία και ευωδίαζον, και τα ενεταφίασαν εντίμως, ως έπρεπε, μετά πολυτίμων ιματίων, τα οποία τους έδωκεν ο βασιλεύς· και την άλλην ημέραν έκαμεν ευχήν υπέρ αυτών, ίνα τους συνετίση ο Κύριος (και μάλιστα τον βασιλέα) και εννοήσωσι το τηε θείας αυτού οικονομίας μυστήριον, έπειτα τους εδίδαξε και ικανώς ενουθέτησε να μισήσωσι τα πονηρά είδωλα, και να γνωρίσωσι τον μόνον Θεόν, όστις ως ελεήμων και παντοδύναμος τον εφύλαξε τόσα έτη εις τον λάκκον αβλαβή και απήμαντον, και να πιστεύσωσιν εις Αυτόν, ίνα μη κολασθώσιν αιωνίως· και τους υπεσχέθη ότι, εάν βαπτισθώσι, θα λάβωσι της ψυχής και του σώματος ίασιν· διηγήθη δε προς αυτούς και οπτασίαν θαυμάσιον, την οποίαν είδεν εις τον λάκκον, και δια της οποίας του εφανερώθη, πως έμελλον να πιστεύσωσιν εις τον Δεσπότην Χριστόν όλοι οι Αρμένιοι, προς λύτρωσιν από της αιωνίου κολάσεως, την οποίαν χάριν συντομίας παραλείπομεν. Αυτά και έτερα λέγων ο μέγας Γρηγόριος περί της Ορθοδόξου πίστεως, τους έπεισε και επίστευσαν άπαντες. Έκτισαν δε Εκκλησίαν πλουσίαν εις τιμήν της Οσίας Ριψιμίας και των λοιπών Οσιομαρτύρων, και έθεσαν εκεί τα τίμια λείψανα. Ο δε Τιριδάτης παρεκάλει τον Άγιον να τον μεταστρέψη από της φρικτής εκείνης χοιρείας μορφής εις το πρότερον  είδος του· ει δε μη, καν τας χείρας μόνον και τους πόδας του, ίνα υπηρετή και αυτός κατά δύναμιν εις την οικοδομήν της Εκκλησίας, την οποίαν έκτιζον. Ελυπήθη λοιπόν ο Άγιος, και ποιήσας ευχήν υπέρ αυτού προς Κύριον, μετέστρεψεν εις την προτέραν μορφήν τας χείρας και τους πόδας του· όστις, ίνα μη φανή προς την ευεργεσίαν αχάριστος, έτι δε ίνα τύχη της συγχωρήσεως παρά των Αγίων Μαρτύρων, τας οποίας δεινότατα εκόλασεν άλλοτε, έσκαπτε μόνος του τον τόπον βαθύτατα όπου έμελλον να βάλωσι τας σορούς τας εμπεριεχούσας τα άγια των λείψανα και εσήκωνεν εις τον ώμον του τους βαρείς και μεγάλους λίθους, επειδή ήτο ανήρ ισχυρός. Η δε αδελφή του Κουσαροδούκτα και η βασίλισσα, Ασιχήνη ονόματι, ειργάζοντο και αυταί και εξήγον το χώμα δια των κρασπέδων των ιματίων των μετά πολλής ταπεινώσεως. Ο δε Άγιος, βλέπων την πολλήν αυτών ευλάβειαν, συνήγαγεν όλον το πλήθος της πόλεως, και έκαμαν κοινήν λιτανείαν προς Κύριον μετά δακρύων δεόμενοι, ίνα θεραπεύση τον βασιλέα, μεταστρέφων αυτόν εις την προτέραν μορφήν, και απολυτρών των δαιμόνων αυτόν τε και τους άλλους. Επακούσας δε αυτών ο Θεός, ο παντελεήμων και πανάγαθος, εξήγαγεν από του Τιριδάτου τον έξωθεν επικείμενον χοίρον και απεδίωξε τον ένδοθεν δαίμονα· και όχι μόνον έως εδώ έδειξε την φιλανθρωπίαν Αυτού ο πανοικτίρμων Θεός και πανάγαθος, αλλά και όλους τους άρχοντας και σατράπας ιάτρευσε και ηλευθέρωσεν από τους πονηρούς δαίμονας· και όσοι άλλοι ήσαν λεπροί, λωβοί και παράλυτοι ή άλλην ασθένειαν είχον, εθεραπεύθησαν άπαντες, όχι μόνον σωματικώς, αλλά και ψυχικώς, όπερ το συμφερώτατον· διότι ιδόντες τοιαύτα θαυμάσια, έδραμεν όλον το πλήθος του λαού, μυριάδες αναρίθμητοι, ζητούσαι το άγιον Βάπτισμα· οίτινες όλοι (και μάλιστα ο βασιλεύς και οι πρόκριτοι) ίνα φανερώσωσιν, ότι επίστευσαν ολοψύχως εις τον Χριστόν, εχάλασαν από τα θεμέλια όλους τους ναούς των ειδώλων, και λαβόντες από τα σκευοφυλάκια όλους τους θησαυρούς, ήτοι χρυσίον, αργύριον, σκεύη αργυρά και χρυσοϋφαντα ιμάτια, τα αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας, τας οποίας εις δόξαν Χριστού ωκοδόμησαν· και όχι μόνον τα κινητά, αλλά και τα ακίνητα, ήτοι χωράφια και άλλα όμοια, και έκαμαν την άτιμον ύλην και ανωφελή, ύλην ψυχωφελή και πολύτιμον. Ούτω λοιπόν του Δεσπότου Χριστού και Παντοδυνάμου Θεού συνεργούντος εδιώχθησαν εκείθεν οι ανίσχυροι δαίμονες, φοβούμενοι την αξουσίαν Αυτού, και τρέμοντες έφυγον απ’ εκείνα τα όρια. Και όχι μόνον η Αρμενία όλη επίστευσεν, αλλά και πολλά άλλα έθνη γειτνιάζοντα εγνώρισαν την αλήθειαν και εμίσησαν την προτέραν πλάνην και εβαπτίσθησαν, χάριτι όχι μόνον του μεγάλου Γρηγορίου, αλλά και του βασιλέως Τιριδάτου, όστις έγινεν εις τους άλλους καλόν παράδειγμα· διότι ενθυμούμενος πόσας αμαρτίας και πόσους φόνους έκαμεν εις τους Αγίους δούλους του Χριστού, ηγωνίζετο πάση δυνάμει να υπερβάλη δια των τελευταίων αγαθοεργιών του τας πρώτας κακοεργίας του, τας οποίας εν αγνοία έπραξε. Βλέποντες δε οι επίλοιποι άπαντες εζήλωσαν το καλόν, κατά το αρχαίον λόγιον, «φιλεί το αρχόμενον συνεξομοιούσθαι τοις άρχουσιν»· όθεν προϊόντος του χρόνου ηύξανε και η ευσέβειά των. Επειδή δε δεν είχον Αρχιερέα, έλαβον βουλήν αγαθήν να ψηφίσωσιν Αρχιερέα τον μέγαν Γρηγόριον, ίνα γίνη κυβερνήτης των ψυχών αυτών, να τους βαπτίση, να τους χειροτονήση Ιερείς και να οδηγήση αυτούς προς σωτηρίαν, διότι αυτός ήτο αίτιος και εγνώρισαν την αλήθειαν· αλλ’ ο Άγιος απεποιείτο δειλιών υπό ταπεινοφροσύνης και μετριοπαθείας να λάβη τοσούτων ψυχών φροντίδα και μέριμναν, γινώσκων ότι το φυτόν της πίστεως ήτο απαλόν, και εχρειάζετο πότισμα και επιμέλειαν μεγίστην. Πλην ο Κύριος έστειλεν ουρανόθεν Άγγελον προς τον βασιλέα Τιριδάτην και τον μέγαν Γρηγόριον, προστάσσων τον δεύτερον να λάβη την αξίαν ως άξιος, διο και έστερξεν ίνα μη γίνη του Θεού παρήκοος. Έστειλεν όθεν ο βασιλεύς τον θείον Γρηγόριον μετά δεκαέξ μεγιστάνων εις τον Μητροπολίτην Καισαρείας της Καππαδοκίας Λεόντιον, γράψας προς αυτόν και επιστολήν ταύτα λέγουσαν· «Σκότος πολύ της ασεβείας ετύφλωνεν ημάς πρότερον, και επομένως δεν ηδυνάμεθα να γνωρίσωμεν τον Δημιουργόν και κοινόν Δεσπότην της κτίσεως, έως ου Αυτός μάς εξαπέστειλεν ως άλλον ήλιον τον μέγαν Γρηγόριον και Παρθένους Αγίας, ίνα γνωρίσωμεν δια μέσου τούτων την Εκείνου φιλανθρωπίαν και χρηστότητα, ημείς δ’ εβασανίσαμεν αγριώτατα και τας τιμίας εκείνας Παρθένους και τον ιερόν τούτον Γρηγόριον, φονεύσαντες μάλιστα ελεεινώς (φευ!) αυτάς· επί τέλους δε ο θείος Γρηγόριος ενίκησε την ασπλαγχνίαν και ωμότητα ημών δια της αμάχου δυνάμεως του Θεού, του οποίου η άπειρος ευσπλαγχνία και των οικτιρμών η άβυσσος δεν μας αφήκε να απολεσθώμεν, και δια των διδασκαλιών και προσευχών αυτού τε και των Παρθένων εκείνων εδίωξε το σκότος των ψυχών ημών, και προς το φως της αληθείας μάς εχειραγώγησε. Τούτον λοιπόν τον της σωτηρίας ημών αίτιον, όστις τόσα αγαθά προυξένησεν εις ημάς, εψηφίσαμεν διδάσκαλον και ποιμένα μας, και ουχί μόνον ημείς, αλλά και ο Κύριος άνωθεν ταύτην την ψήφον επεσφράγισεν· όθεν στέλλομεν αυτόν εις την σην πανιερότητα, να μας τον χειροτονήσης Αρχιερέα και να μας τον στείλης ταχέως». Ταύτην την επιστολήν λαβών ο Λεόντιος υπεδέχθη φιλοτίμως τους πρέσβεις και τον μέγαν Γρηγόριον και παρευθύς τον εχειροτόνησεν εν πολλή δόξη και τον έστειλεν εις τον Τιριδάτην. Επιστρέφων ο θείος Γρηγόριος εις την Μεγάλην Αρμενίαν συμπαρελάμβανεν άνδρας εναρέτους από τας πόλεις και χώρας, όθεν διήρχετο, και τους εδίδασκεν όσα εγνώριζεν ότι ήσαν χρήσιμα, ίνα τους χειροτονήση Ιερείς και ιεροδιδασκάλους. Ότε δ’ έφθασεν εις τα όρια της Αρμενίας του ανήγγειλαν οι εγχώριοι, ότι ήτο εκεί παρά τον ποταμόν Ευφράτην λαός ειδωλολατρικός έχων βωμόν των ειδώλων εις το όνομα του Ηρακλέους, εις τον οποίον εθυσίαζον εις τους δαίμονας και ότι οι Χριστιανοί δεν ηδύναντο να κρημνίσωσι τον βωμόν τούτον κωλυόμενοι υπό των διαφόρων φαντασιών και μηχανορραφιών του σατανά. Τότε ο Άγιος, ζήλω θείω κινούμενος, παρευθύς επήγεν εκείσε και έκαμε προς τον παντοδύναμον Θεόν δέησιν, και έπεσεν εκ θεμελίων ο ναός ο ειδωλολατρικός χωρίς να εγγίση χειρ ανθρώπου τελείως· και κτίσας Εκκλησίαν εις τον Κύριον την εθρονίασε και ενεκαινίασε δια των αγίων λειψάνων του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αθηνογένους, εις την οποίαν ελειτούργησε και εβάπτισε τους σατράπας, τους οποίους είχεν εις την συνοδείαν του· μείνας δε εκεί ημέρας είκοσιν, εβάπτισεν ένδεκα μυριάδας ανθρώπων και εχειροτόνησεν Ιερείς τε και Διακόνους εις όλην την περίχωρον. Ο δε βασιλεύς Τιριδάτης, ακούσας ότι ήρχετο ο Άγιος, εξήλθε της πόλεως μεθ’ όλης της συγκλήτου και της αδελφής του και της βασιλίσσης, και φθάσαντες έως τας όχθας του Ευφράτου μετά πολλής ταπεινώσεως και ευλαβείας τον προσεκύνησαν και ηυφράνθησαν· αφού δε τους εδίδαξε και κατήχησε και τους έβαλε και ενήστευσαν τριάκοντα ημέρας προσευχόμενοι, έπειτα εβάπτισεν άπαντας, εν αρχή μεν τον βασιλέα, την αδελφήν του και την ομόζυγον, τας σατράπας και άρχοντας, έπειτα δε τον κοινόν λαόν άπαντα· και αφού έκτισεν εκεί παρά τον Ευφράτην ετέραν Εκκλησίαν, και ελειτούργησε, τους εκοινώνησε και έγιναν υιοί φωτός και ημέρας οι πριν εσκοτισμένοι και άφρονες. Ο δε παντοδύναμος Κύριος, ίνα στερεωθώσιν εις την πίστιν οι νεοφώτιστοι, έδειξε και εκεί, ότε εβαπτίζοντο, δύο μεγάλα και φρικτά θαύματα, ήτοι εστάθη ο ποταμός, και δεν έτρεχον τα ύδατα ως εις τον Ιορδάνην ποταμόν και εις την Ερυθράν θάλασσαν, εφαίνετο δε και μέγας στύλος φωτός εις τα ύδατα, εις τα οποία το πλήθος του λαού εβαπτίζετο, εις δε την κεφαλήν του στύλου ήτο Σταυρός λαμπρότατος και εξαστράπτων υπέρ τον ήλιον, τον οποίον έβλεπον όλην την ημέραν οι βαπτιζόμενοι, όντες τον αριθμόν μυριάδες δεκαπέντε και πλέον· έμεινε δε εκεί ο Άγιος ημέρας επτά βαπτίσας πλήθος αμέτρητον. Αφού ετακτοποίησεν όλους αυτούς ο θείος Γρηγόριος επήγεν εις τας άλλας πόλεις και χώρας της Αρμενίας εις τας οποίας έκτιζεν Εκκλησίας, και ελειτούργει απανταχού και εβάπτιζε και εχειροτόνει Ιερείς καθ’ εκάστην, και ωκοδόμει Μοναστήρια, Ησυχαστήρια και άλλα ψυχοσωτήρια οικήματα, εις τα οποία όλα είχε τον βασιλέα Τιριδάτην επιμελητήν και αντιλήπτορα βοηθόν, διότι εχάριζεν εισοδήματα πλούσια προς αυτάρκτη διατήρησιν Ιερέων τε και Μοναζόντων. Προς τούτοις δε και διδασκαλεία και παιδευτήρια ανήγειρεν, ίνα μανθάνωσιν οι παίδες τα ιερά γράμματα. Όθεν όχι μόνον η Αρμενία επίστευσεν εις τον Παντελεήμονα Θεόν, αλλά και Πέρσαι και Μήδοι και Ασσύριοι και άλλα έθνη υπέκλινον τους αυχένας αυτών υπό τον ζυγόν του Χριστού τον χρηστόν και γλυκύτατον· διότι η ευγνωμοσύνη του βασιλέως και η πλουσία μετάδοσις των χρημάτων προς τους ενδεείς και πένητας, και του Αρχιερέως η ευσπλαγχνία και συμπάθεια προς τους ασθενείς έσυρεν αυτούς προς την ευσέβειαν. Ότι ο μεν Αρχιερεύς ιάτρευε τους ασθενείς από πάσης ασθενείας, ο δε βασιλεύς έδιδεν ελεημοσύνας πλουσιοπαρόχους εις τους αναξιοπαθούντας, και απεφυλάκιζε τους χρεοφειλέτας, ξεσχίζων τα χρεόγραφα τα εις χείρας δανειστών και εξοφλών αυτά εκ του βασιλικού θησαυρού. Εκ της χρηστής όθεν διοικήσεως του Αγίου και του βασιλέως απέλαβε βαθείαν ειρήνην άπασα η Αρμενία και επολιτεύοντο οι άνθρωποι ως αρνία ήμερα, απταίστως, ευσεβώς και θεαρέστως· πολλοί δε εξ αυτών έγιναν και Μοναχοί, και κτίζοντες Μοναστήρια και Ησυχαστήρια απέδιδον εις τον ευεργέτην Θεόν τα ευχαριστήρια, και πολλά παιδία των πρώην απίστων συναγαγών ο μέγας Γρηγόριος επιμελώς τα εξεπαίδευσε και έγιναν τοσούτον ενάρετοι άνθρωποι, ώστε κατόπιν προεχειρίσθησαν και Επίσκοποι. Και εις μεν τον Ευφράτην εχειροτόνησεν Αρχιερέα τον Αλβίνον, εις δε την περίχωρον των Βασηνών τον Ευστάθιον και Βάσσον, και ίνα μη μακρηγορώ ένα προς ένα, εις ολίγα έτη εχειροτινήθησαν Αρχιερείς τετρακόσιοι. Τότε ο μέγας Γρηγόριος, έχων πόθον πολύν να υπάγη να ησυχάση εις τα υψηλότερα όρη της Αρμενίας, αφήκε τον Αλβίνον εις τα βασίλεια επίτροπόν του, ως απάντων εναρετώτατον, παραγγείλας εις αυτόν να επιμελήται το ποίμνιον ως να ήτο ο ίδιος. Ο δε βασιλεύς ελυπείτο δια την αναχώρησιν του Αγίου και τον παρεκάλει δακρύων να μη αποχωρισθώσιν αλλήλων, αλλ’ ο πόθος της ησυχίας ενίκα την δέησιν, και δεν έκαμε τον λόγον του· όθεν και μη θέλων επέτρεψε την αναχώρησιν. Λαβών λοιπόν ο Άγιος ολίγους μαθητάς απήλθε και κτίσας δι’ αυτών μικρόν οικητήριον εις εν σπήλαιον ησύχαζεν εκεί τρώγων μόνον άρτον μίαν φοράν ανά τεσσαράκοντα ημέρας. Προς παρηγορίαν δε της υπερβολικής λύπης του ο Τιριδάτης δια την του Αγίου στέρησιν, μαθόν ότι όταν ήτο νέος ο Γρηγόριος εγέννησε δύο παίδας εκ γυναικός νομίμου, ων ο μεν Ορθάνης ονόματι ήτο Ιερεύς, ο δε την κλήσιν Αριστάνης αγαπήσας την ερημικήν εκ νεότητος εμόναζε τρώγων μόνον χόρτα και φορών εν μόνον ιμάτιον, έστειλε τρεις άρχοντας εις την Καισάρειαν προς αναζήτησίν των απανταχού και ανεύρεσιν. Οι δε, απελθόντες ταχέως και ευρόντες τον μεν ένα διδάσκοντα τον λαόν, τον δε άλλον αγωνιζόμενον εις την έρημον, μετά μεγάλων παραινέσεων και παρακλήσεων συμπαρέλαβον και τους δύο και τους προσήγαγον εις τον βασιλέα, όστις τους υπεδέχθη χαίρων και παρεκάλεσε τον ιερόν Γρηγόριον να χειροτονήση τον υιόν του Αριστάνην Μητροπολίτην Αρμενίας, ως εικόνα εαυτού και αρχέτυπον. Ο δε Άγιος, γνωρίσας ότι ήτο ο Αριστάνης πολύ ενάρετος, τον εχειροτόνησε παρευθύς· και πορευθείς μετ’ αυτού εις όλην την περίχωρον, εστήριξε καλλίτερα εις την ευσέβειαν· έπειτα απεχαιρέτησεν άπαντας, και ανελθών πάλιν εις το ασκητήριόν του, μετ’ ολίγον απεδήμησε προς Κύριον τη λ΄ (30) Σεπτεμβρίου ολίγον μετά το έτος τκε΄ (325) και απέλαβε παρ’ Αυτού πλουσίας τας αμοιβάς των αγώνων του. Τον καιρόν εκείνον και ο Μέγας Κωνσταντίνος, όστις έγινε βασιλεύς των Χριστιανών δια της θείας δυνάμεως και βοηθείας και κρημνίσας όλα τα ειδωλεία εκ θεμελίων, ωκοδόμησεν Εκκλησίας εις δόξαν Θεού, συνήγαγεν εις Οικουμενικήν Σύνοδον τους τιη΄ (318) Θεοφόρους Πατέρας προς στερέωσιν της ευσεβείας και εκρίζωσιν των ζιζανίων της ετεροδοξίας. Έλαμπον δε τότε οι δύο βασιλείς ως αστέρες λαμπρότατοι, ο μεν Τιριδάτης εις τους τόπους της Ανατολής, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος εις τα εσπέρια· διότι και ο Τιριδάτης κατά αλήθειαν εφύλαττεν όλας τας αρετάς και τας εντολάς του Κυρίου απαρασαλεύτους, μάλιστα και αποκρύφως ηγωνίζετο, ενήστευε και ηγρύπνει ως τους Ασκητάς, μετά δακρύων του Κυρίου δεόμενος, ίνα συγχωρήση την προτέραν ασέβειάν του. Ήλθε λοιπόν εις την Αγίαν ταύτην Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον και αυτός ο Μητροπολίτης Αριστάνης και ο Τιριδάτης άμα λαβόντες τας επιστολάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνηυφράνθησαν μετ’ αλλήλων. Αφού δε η Σύνοδος εκείνη έληξεν, έλαβον τα θρησκευτικά δόγματα γεγραμμένα και τα εκόμισαν προς τους Αρμενίους, οίτινες τους υπεδέχθησαν χαίροντες, και τοιουτοτρόπως εστερεώθησαν περισσότερον εις την Ορθοδοξίαν και διέμεινεν εις την Αρμενίαν επί χρόνους πολλούς η ευσέβεια εις δόξαν της υπερουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος, Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός και μόνου Θεού· ω πρέπει κράτος, τιμή και προσκύνησις πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 26 Μαρτίου 2017

Των συν τω Αγίω ΓΟΒΔΕΛΑΑ αθλησάντων ΔΑΔΑ, ΚΑΣΔΟΟΥ και ΚΑΣΔΟΑΣ

 Τη αυτή ημέρα μνήμη των συν τω Αγίω ΓΟΒΔΕΛΑΑ αθλησάντων ΔΑΔΑ, ΚΑΣΔΟΟΥ και ΚΑΣΔΟΑΣ, της θυγατρός του αυτού Σαβωρίου βασιλέως Περσών.                                                                                                                                           

Γοβδελαάς ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς ήτο υιός του βασιλέως των Περσών Σαβωρίου του βασιλεύοντος εις Περσίαν κατά το έτος τλ΄ (330), προσήλθε δε εις την πίστιν του Χριστού κατά τον εξής τρόπον. Κατά την εποχήν εκείνην έζη εις ονόματι Δάδας, όστις κατά μεν το γένος ήτο Πέρσης, κατά δε την πίστιν Χριστιανός. Ούτος ήτο πρώτος εις το βασιλικόν παλάτιον και συγγενής προσφιλέστατος του βασιλέως. Επειδή δε απεστάλη παρ’ αυτού εις το να εξουσιάζη πόλεις τινάς των Περσών, δεν έκρινεν εύλογον να κρύπτη πλέον την ευσέβειαν, αλλ’ εσέβετο τον Χριστόν φανερά. Όθεν, καίτι διεβλήθη εις τον βασιλέα, ότι ήτο Χριστιανός, δεν του αφηρέθη όμως η εξουσία. Εστάλη δε από τον βασιλέα ο πρώτος των μεγιστάνων Αδραμέλεχ, δια να μάθη την ακρίβειαν. Ευρών δε ούτος τον Δάδαν εν αληθεία σεβόμενον τον Χριστόν, έγραψε περί τούτου εις τον βασιλέα· ο δε βασιλεύς έδωκε τότε εις τον Αδραμέλεχ εξουσίαν να τιμωρήση οίον δήποτε Χριστιανόν εύρη· ταύτην την έγραφον άδειαν έστειλεν εις τον Αδραμέλεχ δια μέσου Γοβδελαά του υιού του. Όθεν ο Αδραμέλεχ, λαβών την εξουσίαν αυτήν, ήρχισε να εξετάζη τον Δάδαν, συγκαθημένου επί του κριτηρίου και Γοβδελαά του υιού του βασιλέως. Αφ’ ου λοιπόν έκριναν τον Άγιον, και φοβερισμούς και κολακείας μεταχειρισθέντες εύρον αυτόν ολοψύχως πιστεύοντα εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, και υπέρ της αγάπης τούτου προτιμώντα να αποθάνη, τότε ήναψαν μεγάλην και δυνατήν κάμινον, και προστάττουσι να ριφθή εντός αυτής ο Άγιος. Όταν λοιπόν έμελλεν ο Μάρτυς να ριφθή εντός της καμίνου εκείνης, ήτις εσήκωνε την φλόγα εις μέγα ύψος, και εφόβιζε και μακρόθεν τους βλέποντας, τότε πλησιάσας ο του Χριστού Αθλητής εποίησεν επάνω εις αυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού. Και, ω του θαύματος! ευθύς εσβέσθη η κάμινος, και αντί φλογός ανέβλυσεν ύδωρ. Τούτο το θαύμα βλέποντες οι εκεί παρόντες εξέστησαν. Ο δε υιός του βασιλέως Γοβδελαάς είπε· «Προσφιλέστατε Δάδα, ποίος σε εδίδαξε τας μαγείας ταύτας»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Είθε και συ να εμάνθανες τοιαύτα θαύματα παρά του Διδασκάλου μου Χριστού». Ο Γοβδελαάς είπεν· «Εάν πιστεύσω εις τον Χριστόν σου, θα δυνηθώ και εγώ να ποιώ ομοίως»; Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Όχι μόνον αυτά θα δύνασαι να κάμης, αλλά προς τούτοις θα συμβασιλεύσης και μετά του ιδίου Χριστού». Τότε προστάξας ο Γοβδελαάς να αναφθή μία άλλη κάμινος, και επικαλεσθείς το όνομα του Χριστού, ω του θαύματος! ευθύς έσβεσεν αυτήν. Όθεν προσπεσών εις τους πόδας του Αγίου επίστευσεν εις τον Χριστόν. Ιδών ταύτα ο Αδραμέλεχ επήγεν και τα εφανέρωσεν εις τον βασιλέα. Παραστήσας δε αυτός έμπροσθέν του τον υιόν του Γοβδελαάν, και πληροφορηθείς παρ’ αυτού του ιδίου ότι είναι Χριστιανός, προστάττει να δέρηται υπό τεσσάρων στρατιωτών με ακανθώδη ραβδία· επειδή δε οι στρατιώται εκείνοι απέκαμον δέροντες, δια τούτο τους αντικατέστησαν τέσσαρες άλλοι. Ο δε Μάρτυς του Χριστού, τυπτόμενος εις όλον το σώμα, παρεκάλει σιωπηλώς τον Θεόν να δοθή υπομονή εις αυτόν. Και, ω του θαύματος! ευθύς Άγγελος Κυρίου φανείς ενεδυνάμωσε και παρεθάρρυνεν αυτόν λέγων· «Θάρσει και μη φοβού, διότι μετά σου εγώ είμαι». Έπειτα ρίπτεται εις την φυλακήν, και μένει εις αυτήν πέντε ημέρας. Μετά ταύτα έδωκεν ο βασιλεύς εξουσίαν εις τινα άλλον, Γάργαλον ονόματι, να τιμωρήση τόσον τον υιόν του Γοβδελαάν, όσον και τους άλλους Χριστιανούς. Και λοιπόν ευθύς προστάττει ο Γάργαλος να δαρή ο Γοβδελαάς με βούνευρα· όθεν ο του Κυρίου Αθλητής δερόμενος προσηύχετο εις τον Θεόν, αναθεματίζων την θρησκείαν του πατρός του. Τότε ο Γάργαλος προσέταξε να εκβάλωσι δύο λωρίδας από τους πόδας έως την κεφαλήν του Αγίου, λέγων και τούτο χλευαστικώς· «Τώρα βεβαίως θα έλθη ο Χριστός σου, δια να σε καταστήση υγιά». Τούτου δε γενομένου, έδεσαν αυτόν δυνατά και τον έρριψαν εις την φυλακήν. Επειδή δε αφ’ εαυτών ελύθησαν τα δεσμά και ο Άγιος πάραυτα έγινεν υγιής, καθώς ήτο και πρότερον, δια τούτο ο Γάργαλος, βλέπων το θαύμα, εξήστη, και πορευθείς εις τον βασιλέα εφανέρωσε ταύτα. Ο δε βασιλεύς είπε· «Θανάτωσον τον δυσσεβή, επειδή αυτός δεν είναι υιός μου, αλλ’ επίβουλός μου, διότι επίστευσεν εις τον Χριστόν». Τότε ο θηριώδης Γάργαλος προσέταξε να πυρώσουν μίαν σούβλαν, και να διαπεράσουν αυτήν δια των ωτίων του μακαρίου Γοβδελαά· και τούτου γενομένου, έβλεν αυτόν εις την φυλακήν. Εκεί λοιπόν προσευχομένου του Μάρτυρος, ιδού ήλθεν Άγγελος Κυρίου, όστις εξέβαλε την σούβλαν από τα ώτα του και ιάτρευσεν αυτόν. Βλέπων δε ο Γάργαλος τον Μάρτυρα υγιά, ουκ ηβουλήθη ο ασύνετος συνιέναι, αλλά καταξεσχίσας με βούνευρα το σώμα του Αγίου, έρριψεν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν. Την δε άλλην ημέραν δέρει τον Μάρτυρα με ραβδία ροδέας ακανθωτά· είτα καταξεσχίζει ασπλάγχνως τας πλευράς του με σιδηράς αγκίδας, ήτοι τσιγκέλια, επιλέγων περιγελαστικώς· «Ας ίδωμεν, ν έλθη και τώρα ο Χριστός σου να σε ιατρεύση». Έπειτα δε εφυλάκισεν εκ νέου αυτόν. Άμα δε πάλιν προσηυχήθη ο Μάρτυς, έλαβε την ιατρείαν· όθεν ηυχαρίστει και εδόξαζε τον Θεόν. Βλέποντες δε οι άνθρωποι, οίτινες ευρίσκοντο εις την φυλακήν, τα θαυμάσια ταύτα, θαυμάζοντες έλεγον· «Μέγας τω όντι είναι ο Θεός των Χριστινών». Ο δε Γάργαλος τούτο ακούσας ωργίσθη. Όθεν προσέταξε να εμπήξωσιν εις τους ώμους του Μάρτυρος αγκίδας σιδηράς και από αυτάς να κρεμασθή, ούτω δε να μένη κρεμάμενος από την τρίτην ώραν έως την ενάτην. Ο δε Μάρτυς κρεμάμενος προσηύχετο. Καταβιβασθείς δε από εκεί, ερρίφθη πάλιν εις την φυλακήν. Η δε μήτηρ τού Μάρτυρος και η αδελφή αυτού Κασδόα επεθύμουν να ίδωσιν αυτόν, αλλ’ εφοβούντο τον βασιλέα. Μαθών δε την είδησιν ταύτην ο βασιλεύς, είπεν εις τον Γάργαλον· «Ακόμη ζη ο Γοβδελαάς»; Ο δε Γάργαλος απεκρίθη· «Ναι, βασιλεύ, ζη». Τότε προστάττει ο βασιλεύς να εκδάρωσι το δέρμα της κεφαλής του Μάρτυρος, αρχίζοντες από τον λαιμόν, και με το δέρμα αυτό να σκεπάσουν το πρόσωπόν του. Τούτου δε γενομένου, ερρίφθη πάλιν ο Μάρτυς εις την φυλακήν, δοξάζων και ευχαριστών τον Θεόν. Την δε άλλην ημέραν, μαθών ο βασιλεύς, ότι ακόμη ζη ο Άγιος, προστάττει να εκριζώσωσι όλους τους όνυχας των χειρών και των ποδών του και να εκβάλωσι τους τέσσαρας τραπεζίτας των οδόντων του και ούτω να ρίψωσιν αυτόν πάλιν εις την φυλακήν, ως θνησιμαίον κύνα. Έδωσε δε και προσταγήν ο θηριόγνωμος, ότι κανείς να μη προσφέρη εις αυτόν καμμίαν παρηγορίαν έως και απλού ύδατος, αλλά μήτε όλως να έμβη εις την φυλακήν. Η αδελφή όμως του Μάρτυρος Κασδόα ετόλμησε και επήγε κρυφίως εις την φυλακήν, και έδωκε νερόν εις τον αγαπητόν της αδελφόν. Είπε δε εις τον δεσμοφύλακα· «Εάν συ φανερώσης το πράγμα εις τινα, ήξευρε ότι μέλλεις βέβαια να αποκεφαλισθής». Και ο μεν του Χριστού Αθλητής έως τότε εζήτει παρηγορίας και ιατρείας από τον Θεόν, επειδή ακόμη δεν ήτο η ψυχή του πεπαγιωμένη και στερεά εις την πίστιν του Χριστού. Αφού δε αύτη επαγιώθη, δεν εζήτει πλέον ιατρείας, αλλ’ εζήτει να δοθή εις αυτόν θεόθεν υπομονή και προθυμία εις τας βασάνους. Όθεν ταύτην λαβών με την έλλαμψιν του Αγίου Πνεύματος, αυτός μεν ήτο πληγωμένος, και τον εαυτόν του δεν ιάτρευεν, άλλους δε μάλλον έχαιρε να ιατρεύη. Διο και όλοι επί τούτω εθαύμαζον. Όθεν και εις άκρος μάγος, ονομαζόμενος και αυτός Γάργαλος, ευρισκόμενος δε τότε εις την φυλακήν δια τα πολλά κακά τα οποία έπραξεν, ούτος, λέγω, βλέπων την τόσην υπομονήν του Αγίου και τα παρ’ αυτού γινόμενα εν τη φυλακή ένδοξα και εξαίσια θαύματα, έπεσεν εις τους πόδας του και έλεγε· «Δέομαί σου, δούλε του Θεού, μνήσθητί μου ενώπιον του Χριστού σου». Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Πίστευσον εις τον Χριστόν, και αυτός θα σε λυτρώση από όλας τας αμαρτίας σου». Τότε ο Γάργαλος είπε· «Πιστεύω εις σε, Κύριε Ιησού Χριστέ». Και από τότε προσεκολλήθη εις τον Άγιον Γοβδελαάν. Μετά δε μίαν ημέραν εκάθισεν ο άρχων εις το κριτήριον. Και παραστήσας έμπροσθέν του και τους δύο, τον Άγιον, λέγω, Γοβδελαάν και τον πρώην μ΄γον Φάργαλον, προσέταξε να εκδύσωσι τον Γάργαλον και να δέρωσιν αυτόν με ραβδία. Δερόμενος λοιπόν ούτος ενητένιζεν εις τον ουρανόν και έλεγεν· «Κύριε Ιησού Χριστέ, δια το όνομά σου πάσχω, και ενδυνάμωσόν με». Όθεν ταύτα ειπών, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Ο δε Άγιος Γοβδελαάς, βληθείς εις ένα ξύλινον κοχλίαν, κατασυντρίβεται τους πόδας. Έπειτα καίεται ασπλάγχνως εις τας μασχάλας με πεπυρωμένας σιδηράς σφαίρας, και ούτω ρίπτεται εις την φυλακήν. Όσοι δε ευρίσκοντο εις την φυλακήν δεδεμένοι και πεπληγωμένοι εχρίοντο με τα αίματα, άπερ έτρεχον εκ των πληγών του Μάρτυρος, και ιατρεύοντο. Αλλά και ασθενείς εκεί τρέχοντες ελάμβανον την υγείαν των, και εδόξαζον τον Θεόν. Ταύτα ακούων ο άρχων Γάργαλος, δεν τα επίστευεν. Όθεν μετά δεκαπέντε ημέρας, εκβαλών τον Άγιον από την φυλακήν, εύρεν αυτόν ολόκληρον και υγιά. Βλέπων δε τούτο, έγινεν εξεστηκώς· και αντί να πιστεύση και ν μαλακωθή, περισσότερον εσκληρύνθη ο θηριόγνωμος. Και δια τούτο προστάττει να καύσουν πολύ ένα λέβητα, ο οποίος ήτο γεμάτος από πίσσαν και θείον, και εις αυτόν να ρίψωσι τον Άγιον. Ο δε Άγιος, αναβλέψας εις τον ουρανόν, προσηυχήθη και προθύμως εμβήκεν εις τον λέβητα. Και, ω του θαύματος! ευθύς εσχίσθη ο λέβης και εξήλθεν ο Μάρτυς αβλαβής. Τούτο βλέπων ο απάνθρωπος Γάργαλος συνεσκέφθη και διέταξε με τους άρχοντας να σταυρώσωσι μεν επί ξύλου γυμνόν τον Άγιον, πλήθος δε πολύ μακρόθεν να τον τοξεύωσι. Πλην ήτο εις τα όμματα εκάστου εν πράγμα παράδοξον. Διότι όχι μόνον ο Άγιος έμενεν απλήγωτος από τα ριπτόμενα βέλη, αλλά και ριπτόμενα ταύτα εναντίον του εκρεμώντο εις τον αέρα. Τούτο δε το θαύμα όλους εξέπκηξεν. Επειδή δε εκείνος, όστις έδωκε την συμβουλήν ταύτην εις τον Γάργαλον, ετέντωσε το τόξον του δια να κτυπήση τον Άγιον, ω του θαύματος! το ριφθέν βέλος ευθύς εστράφη, και εκτύπησε τον ιδικόν του δεξιόν οφθαλμόν. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς απέστειλε την θυγατέρα του Κασδόαν, ελπίζων μήπως αυτή με τους γλυκείς λόγους της δυνηθή να καταπείση τον αδελφόν της Γοβδελαάν να υπακούση εις τον πατέρα των, και να αρνηθή τον Χριστόν· η δε Κασδόα, προσελθούσα εις τον αδελφόν και κατηχηθείσα υπ’ αυτού, έγινε Χριστιανή. Τούτο δε μαθών ο πατήρ αυτών, ο και βασιλεύς, εθυμώθη. Όθεν προσέταξε να δείρωσι την θυγατέρα του σκληρώς με ραβδία· τούτου δε γενομένου, έβαλεν αυτήν εις την φυλακήν. Η δε Κασδόα, ευρισκομένη εις την φυλακήν και πονούσα από τους ραβδισμούς και τας μαστιγώσεις, τας οποίας έλαβε, λέγει προς τον Άγιον αδελφόν της· «Παρακάλεσον δι’ εμέ τον Θεόν, αδελφέ, επειδή δεν δύναμαι να υποφέρω τα βάσανα». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ας μη ολιγοστεύση η προς τον Θεόν πίστις σου και ελπίζω εις τον Χριστόν, εις ον επίστευσας, ότι Αυτός δεν θα αφήση να σου εγγίση βάσανος, αλλ’ ουδέ άλλην βάσανον μέλλεις να δοκιμάσης εις το εξής». Και λοιπόν ο βασιλεύς, εξαγαγών από την φυλακήν τον Γοβδελαάν, προσέταξε να δεθή χείρας και πόδας και να ριφθή εις τους πόδας των σφριγώντων ίππων, τους οποίους είχεν, ίνα καταπατηθή από αυτούς όλην την νύκτα και βιαίως αποθάνη. Ερρίφθη λοιπόν ο Άγιος, και επειδή ευρέθη το πρωϊ αβλαβής και λελυμένος από τα δεσμά, δια τούτο εξέστησαν άπαντες. Τότε πολλάς σούβλας πυρώσας ο απάνθρωπος τύραννος κατέκαυσε τα μέλη του Μάρτυρος. Έπειτα προστάττει να βάλουν μέσα εις τας δύο του χείρας δύο άγκιστρα, και δι’ αυτών να τον κρεμάσουν επάνω εις δύο ξύλα, τα οποία να είναι τρεις πήχεις μακράν το εν από το άλλο. Ο δε γενναίος Αθλητής και εκεί κρεμάμενος δεν έπαυεν από του να προσεύχηται και να δοξολογή τον Θεόν. Δύο δε Χριστιανοί Πρεσβύτεροι, ήτοι Ιερείς κατά την αξίαν, Δαδιής και Αυδιής ονομαζόμενοι, παρίσταντο κρυφίως δια τον φόβον του βασιλέως και έγραφον έκαστον μαρτύριον του Αγίου. Εις τούτους λοιπόν είπεν ο Άγιος· «Εάν είναι δυνατόν εις σας, φέρετέ μοι ύδωρ και έλαιον δια να βαπτισθώ. Ει δε και δεν είναι δυνατόν, παρακαλέσατε τον Θεόν δια να γίνη τούτο». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, ιδού επισκιάζει αυτόν μικρόν νέφος ως ομίχλη, το οποίον έβρεξε κρουνηδόν επί της κεφαλής του Μάρτυρος ύδωρ και έλαιον. Μετά του νέφους δε ηκούσθη φωνή λέγουσα· «Δούλε του Θεού Γοβδελαά, ιδού εδέχθης το άγιον Βάπτισμα». Και ευθύς έλαμψε το πρόσωπον του Αγίου ως φως, και ευωδία εξήλθεν από αυτόν όχι ολίγη. Όθεν ανέπεμψεν ο Αθλητής δόξαν και αίνον εις τον Σωτήρα Χριστόν. Ο δε ωμός Γάργαλος, καταβιβάσας τον Μάρτυρα από το ξύλον, έξυσε καλάμους και τους επλάτυνεν. Έπειτα κατεκέντησε με αυτούς όλον το σώμα του Μάρτυρος, από ποδών έως κεφαλής. Ο δε του Χριστού Αθλητής επί πολλάς ώρας κατακεντούμενος και τον νουν του όλον προσηλώσας εις τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την αγίαν ψυχήν του. Τότε ο Γάργαλος έδεσε τους πόδας τού Αγίου με σχοινίον, το οποίον πάλιν έδεσε εις αγρίους ίππους, προστάξας είτα τους στρατιώτας να κτυπούν και να διώκουν τα ζώα εις τραχείς και πετρώδεις τόπους, με σκοπόν, ίνα το νεκρόν και γυμνόν σώμα του Μάρτυρος διασπαραχθή εις τεμάχια και παντελώς εξαφανισθή. Αφού δε τούτο εποίησεν ο απάνθρωπος, ει τι μέρος έμεινε του αθλητικωτάτου εκείνου σώματος, το διεμοίρασεν εις τρία και έρριψε ταύτα (ω ψυχής ωμοτάτης, της και τα θηρία υπερβαινούσης!) δια να τα καταφάγωσι τα πτηνά και οι κύνες. Αλλ’ οι ανωτέρω ρηθέντες δύο Ιερείς, Δαδιής και Αυδιής, αγοράσαντες τα τεμάχια εκείνα του ιερού λειψάνου αντί πολλών χρημάτων, έφερον αυτά μαζί με τον Διάκονον Αρμαδαζάκ εις τους οίκους των. Και τυλίξαντες με αρώματα και σινδόνας ενεταφίασαν αυτά ευλαβώς. Ο δε Άγιος Δάδας, ο ενδοξότατος και συγγενής του βασιλέως, ως ανωτέρω είπομεν, με διαφόρους βασάνους τιμωρηθείς, τελευταίον κατεκόπη μεληδόν και ούτω και αυτός ετελειώθει εν Κυρίω. Φιλόχριστοι δε τινες, λαβόντες τα κατακοπέντα αυτού μέλη και τιμήσαντες κατά το πρέπον, ενεταφίασαν αυτά εις ιερόν και τίμιον τόπον. Εν ω δε οι ανωτέρω Ιερείς και οι λοιποί έψαλλον όλην εκείνην την νύκτα, δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, ιδού κατά το μεσονύκτιον φαίνεται εν τω μέσω αυτών ο Άγιος Γοβδελαάς, και λέγει εις αυτούς· «Ενδυναμούσθε εν Κυρίω, αδελφοί, και στήτε εδραίοι και αμετακίνητοι»· «Και μη φοβείσθε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28). Οι δε ψαλμωδούντες Ιερείς, βλέποντες τον Άγιον, εχάρησαν. Είπε δε πάλιν προς αυτούς ο Μάρτυς· «Ο Κύριος να σας αποδώση τον μισθόν, δια τον κόπον τον οποίον εποιήσατε». Και κλίνας την κεφαλήν, λέγει προς τον Δαδιήν· «Λάβε το κέρας του ελαίου, ήτοι το άγιον Μύρον· ομοίως λάβε και το Τίμιον Σώμα του Χριστού, και πορεύθητι εις τον βασιλικόν κήπον, εις τον οποίον θέλεις εύρει την αδελφήν μου Κασδόαν, και μύρωσον και κοινώνησον αυτήν το άγιον Σώμα του Κυρίου». Ο δε Δαδιής, λαβών αυτά, επήγεν. Και ω του θαύματος! άμα έφθασεν εις την θύραν του κήπου, ιδού εφάνη Άγγελος Κυρίου, και εισήγαγεν αυτόν εις τον κήπον, ευρών δε ούτος εκεί την Κασδόαν οδηγηθείσαν υπό θείου Αγγέλου εβάπτισε και εμύρωσεν αυτήν, κοινωνήσας δε αυτήν και των Αχράντων Μυστηρίων είπεν· «Ύπαγε και κοιμώ έως της παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Και ευθέως επαναφερθείσης αοράτως εις την φυλακήν έλαβεν ο Άγγελος την αγίαν της ψυχήν, και ανέβη εις τα ουράνια. Άλλος δε τις συγγενής του βασιλέως, Κασδόος ονομαζόμενος, εδάρη με σπάθην ξυλίνην δια το όνομα του Χριστού, και ετελειώθη εν Κυρίω. Την δε πρωϊαν εμβήκεν η βασίλισσα εις την φυλακήν, και ευρούσα την θυγατέρα αυτής Κασδόαν τετελειωμένην, επανήλθε λυπουμένη εις τα βασίλεια, και λέγει εις τον άνδρα της· «Εις το εξής, βασιλεύ, χαίρε συ και η βασιλεία σου. Διότι ο μεν υιός μου Γοβδελαάς εθανατώθη, αφού πρότερον ετιμωρήθη μυριοπλασίως υπό σου, ως ει είχεν εγκλήματα μυρίων φονέων, η δε θυγάτηρ μου Κασδόα, ιδού και αυτή απέθανεν, αφού κατεσχίσθη με ακανθώδη ραβδία, ως να εφόνευσε τον ίδιόν της πατέρα». Ταύτα ακούσας ο άσπλαγχνος εκείνος και αιμοβόρος ανήρ ομού και πατήρ, τελείως δεν έκλινεν εις έλεος και συμπάθειαν. Η δε μήτηρ βασίλισσα, λαβούσα αρώματα πολυειδή και ευωδέστατα, εμύρισε το λείψανον Κασδόας της αγίας ταύτης θυγατρός· και τυλίξασα με πορφύραν βασιλικήν, έβαλεν αυτό με το λείψανον Γοβδελαά του Αγίου υιού της εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Σάββατο 25 Μαρτίου 2017

Η Αγία Μάρτυς ΓΟΥΔΕΛΙΑ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΓΟΥΔΕΛΙΑ ξίφει τελειούται.                                                           
Γουδελία η Αγία Μάρτυς ήτο κατά τους χρόνους Σαβωρίου βασιλέως Περσών, εν έτει τλ΄ (330), και επειδή πολλούς απίστους Πέρσας επέστρεψεν εις την πίστιν του Χριστού, δια τούτο συνελήφθη από τον βασιλέα, και με πολλάς τιμωρίας εδασανίσθη η μακαρία· μη πεισθείσα δε να θυσιάση εις το πυρ, ερρίφθη εις την φυλακήν. Και εκεί διέμεινεν έτη πολλά, λιμοκτονούσα και μη έχουσα τι να φάγη. Μετά ταύτα εξήλθεν από την φυλακήν. Και επειδή δεν επείσθη να αρνηθή τον Χριστόν, πρώτον μεν εξεδάρη το δέρμα της κεφαλής της, έπειτα δε καρφωθείσα δυνατά επί ξύλου, ούτω παρέδωκε τω Κυρίω το πνεύμα της και έλαβε παρ’ αυτού τον της αθλήσεως στέφανον.