Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Το κατά πλάτος Μαρτύριον του Αγίου ΥΑΚΙΝΘΟΥ του Κουβικουλαρίου

Το κατά πλάτος Μαρτύριον του Αγίου ενδόξου Μάρτυρος ΥΑΚΙΝΘΟΥ του Κουβικουλαρίου (Θαλαμηπόλου).                                                                                                         

Ότε εβασίλευεν ο Τραϊανός, διωγμός μέγας εγένετο κατά των Χριστιανών· διότι ούτος έδωσε προσταγήν, ώστε πάντες οι υπήκοοι της βασιλείας του ή να θυσιάζωσιν εις τους θεούς ή να υποβάλλωνται εις σκληροτάτας τιμωρίας. Πολλοί δε εγένοντο δούλοι του Χριστού κατά τον καιρόν εκείνον, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Μάρτυς του Χριστού Υάκινθος, όστις καταλεγόμενος εν τω καταλόγω των υπηρετών του παλατίου και υπηρετών εις την τράπεζαν του βασιλέως, αν και διήγε το εικοστόν έτος της ηλικίας αυτού, ενετρύφα, ως αθλητής, εις τους αγώνας της ευσεβείας. Όθεν παρά το νεαρόν της ηλικίας και της εν τω στρατώ διατριβής αυτού, κατεκόσμει τον εαυτόν του δι’  ήθους αρμόζοντος εις γέροντα και έχων ως αγαθόν στήριγμα την εγκράτειαν, και διέπλασσε τον βίον αυτού εν σεμνότητι και ευπρεπεία. Ότε δε ο Τραϊανός έκαμνεν εορτήν εις τα είδωλα και πάντες συνεώρταζον μετ’ αυτού, ο Άγιος ούτος του Χριστού Μάρτυς Υάκινθος, απελθών κατά μόνας, προσηύχετο εις τον αληθινόν Θεόν. Εις δε, συνυπηρετών μετ’ αυτού εν τω στρατώ, Σουρβίκιος το όνομα, ως πράγματι θερμότατος υπηρέτης του σατανά, ιδών τον μακάριον Υάκινθον προσευχόμενον και επικαλούμενον το όνομα του Δεσπότου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ανέφερε τούτο εις τον βασιλέα, ειπών· «Αυτοκράτορ, ο υπό την σην αήττητον εξουσίαν επιστρατευμένος Υάκινθος δεν υπακούει εις τας προσταγάς σου, και ούτε εις τους θεούς θυσιάζει, ούτε εκ των σφαγίων των προσφερομένων εις τους θεούς γεύεται. Αλλά προσευχόμενος μόνος, Χριστόν τινα ως Θεόν επικαλείται». Ως δε ήκουσε ταύτα ο Τραϊανός, ευθύς επρόσταξε να εισαγάγουν τον Υάκινθον εις το γεύμα αυτού. Τούτου γενομένου ο ασεβής βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν εκ των ειδωλοθύτων και εξηνάγκαζεν αυτόν να φάγη εκ τούτων, παρουσία του. Αλλ’ ο γενναίος του Χριστού αθλητής Υάκινθος, αφού εσφράγισεν εαυτόν δια του σημείου του Σταυρού, είπεν ενώπιον του βασιλέως δια στόματος και καρδίας· «Μη γένοιτο, βασιλεύς, εγώ Χριστιανός ων, να μιαροφάγω. Αντιθέτως επεθύμουν και συ, βασιλεύς, να απομακρυνθής εκ της πλάνης και να εγκαταλείψης την εορτήν και τας θυσίας των δαιμόνων και να κατανοήσης τον μόνον αληθινόν Θεόν και Αυτόν μόνον να λατρεύης». Εξοργισθέντων δε των παρευρισκομένων ειδωλολατρών δια την παρρησίαν μεθ’ ης ωμίλει ο Άγιος Μάρτυς Υάκινθος, είπεν ο Τραϊανός· «Υάκινθε, το νεαρόν της ηλικίας σου σε παροτρύνει εις το να φέρεσαι με αλαζονείαν. Συ, ανόητε, συμβουλεύεις να μη λατρεύωμεν τους μεγίστους θεούς, και να λατρεύωμεν τον Χριστόν, τον οποίον ούτε ημείς ούτε οι πρόγονοι ημών εγνωρίσαμεν»; Απήντησε τότε ο Υάκινθος· «Πόθεν ήλθεν εις σε τον ανάξιον η τοιαύτη γνώσις, ώστε να κατονομάσης τον αληθινόν Θεόν τον ποιήσαντα τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς; Τον ποιήσαντα τον άνθρωπον κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Αυτού; Άρα ορθώς λέγεις, ότι αγνοείς τούτον, τον οποίον και οι πατέρες σου, ως τέκνα οργής, δεν κατενόησαν. Ενώ εγώ, ανατραφείς υπό φιλοχρίστων γονέων, ούτω να λατρεύω και να προσκυνώ έχω διδαχθή». Τότε ο τύραννος, εξοργισθείς σφόδρα δια τας τοιαύτας αποκρίσεις του Αγίου Μάρτυρος, επρόσταξε τους υπηρέτας να κτυπούν αυτόν εις το στόμα και να βασανίζωσιν εις όλον το σώμα του. Οι δε υπηρέται του σατανά, εξερεθισθέντες τας φρένας, ως να κατεκαίοντο αύται υπό καυστήρος, εκτύπων με βάρβαρον τρόπον το στόμα του Αγίου, εξυβρίζοντες και λέγοντες εις αυτόν· «Δεν γνωρίζεις, Υάκινθε, ότι ευρίσκεσαι προ του μεγάλου βασιλέως; Πως λοιπόν τολμάς να είπης όσα λέγεις»; Ρίψαντες δε αυτόν κατά γης κατελάκτιζον αγρίως δια των ποδών των και διανοίγοντες δια των ονύχων των το στόμα του Αγίου Μάρτυρος ενέβαλλον εντός αυτού τα ειδωλόθυτα. Ο δε Άγιος Μάρτυς, ως έχων επί του στόματος αυτού την του Χριστού σφραγίδα, ουδέν έπαθε και ούτε εμιάνθη, φαγών τα ειδωλόθυτα. Ιδών τότε ο Τραϊανός ότι η άδικος αυτού κρίσις κατενικήθη, έξαλλος εξ οργής γενόμενος, εγκατέλειψε το πολυτελές γεύμα και τους πολλούς του συνδαιτημόνας και επρόσταξε να φρουρήται ο του Θεού Μάρτυς νυχθημερόν δέσμιος εν τω δεσμωτηρίω με τους πόδας αυτού τεταμένους επί του τιμωρητικού ξύλου, την δε επομένην, της αυτής εορτής των ειδώλων τελουμένης, επρόσταξεν ο Τραϊανός να οδηγηθή ο Άγιος Μάρτυς εκ του δεσμωτηρίου εις το θέατρον και εκεί να δεχθή παν είδος βασανιστηρίων. Ως δε, κατά την προσταγήν του Τραϊανού, ωδηγήθη ο Μάρτυς εκεί, είπε προς αυτόν ο βασιλεύς· «Υάκινθε, επείσθης, ότι το ασθενές της ηλικίας σου φρόνημα και η αλαζονεία σε ωδήγησαν εις σκληροτάτας τιμωρίας; Δέχθητι λοιπόν και θυσίασον εις τους θεούς πριν ή κακήν κακώς αποθάνης». Ο δε του Χριστού Μάρτυς, καθώς ο αδάμας ισχυροποιηθείς κατά την ψυχήν και το σώμα, μάλλον δε εμπνευσθείς υπό θείας δυνάμεως, απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, επειδή είμαι Χριστιανός, περιφρονώ όλα τας τιμωρίας και τας βασάνους σου. Και δεν θέλεις με πείσει να ανταλλάξω την αιώνιον ζωήν και την ατελεύτητον βασιλείαν δια της προσκαίρου ζωής. Πράξον λοιπόν ό,τι θέλεις». Τότε ο Τραϊανός, πλησθείς υπό θυμού, επρόσταξεν όπως ο Άγιος καταπληγώνεται επί πολύ. Τοσούτον δε εμαστιγώθη, ώστε οι βασανισταί του, ραντιζόμενοι υπό του αίματός του, ημαυρώθησαν κατά τας όψεις. Ότε δε οι δήμιοι εξηντλήθησαν βασανίζοντες τον Άγιον Μάρτυρα, επρόσταξεν ο τύραννος να κρεμασθή και να κατασχίζεται εις τας πλευράς. Ενώ δε κατεξεσχίζοντο αι σάρκες αυτού μέχρι του μυελού και εδέρετο εις το πρόσωπον, έλεγε, μεγάλη τη φωνή, ο Άγιος Μάρτυς· «Χριστιανός είμαι, ω Τραϊανέ! Δούλος του Χριστού είμαι και δεν θα αρνηθώ Αυτόν. Χωρίς να θέλης με ευηργέτησας, μαθών με να υπομένω τα του Χριστού πάθη. Μεγαλυτέρας λοιπόν τιμωρίας επινόησον, ώστε εκ τούτων να πιστεύσω ακόμη περισσότερον ότι το όνομα του Χριστού βοηθεί πάντας τους επικαλουμένους τούτο». Ότε ήλθεν η εβδόμη ώρα και πάντες οι εν τω θεάτρω εξεπλήσσοντο σφόδρα δια την τοσαύτην του Αγίου Μάρτυρος ανδρείαν και αντοχήν, καθώς και δια την μη υποχώρησιν αυτού προ των τοιούτων βασάνων, επρόσταξεν ο Τραϊανός να οδηγηθή πάλιν δέσμιος εις την φυλακήν, πραγγείλας εις τους στρατιώτας να φρουρώσιν αυτόν, ώστε ούτε καμμιάς να τύχη περιποιήσεως, ούτε και άρτος ή ύδωρ να εισαχθή προς αυτόν, μόνον δε δια του ρχιφύλακος να προσφέρωνται εις αυτόν αι ειδωλόθυτοι τροφαί. Ο δε Άγιος Μάρτυς, ως εις ρυπαρότητας αποβλέπων προς τας τροφάς ταύτας και επί πολλάς ημέρας υπομένων εν νηστείαις και προσευχαίς ουδέν ήγγισεν, οι δε υπηρέται εισερχόμενοι καθ’ εκάστην εύρισκον άθικτα τα εδέσματα. Του δε Τραϊανού επιθυμούντος να πληροφορηθή παρά των εισερχομένων εις το δεσμωτήριον και φερόντων προς τον Μάρτυρα τας τροφάς αν τρώγη ταύτας, εκείνοι ανέφερον λέγοντες· «Καθ’ εκάστην προσφέρομεν εις τον Υάκινθον τας τροφάς, ως προσέταξες. Την δε επομένην, μεταβαίνοντες πάλιν προς αυτόν, τας μεν τροφάς ευρίσκομεν ως τας αφήσαμεν την προτεραίαν, αυτόν δε χαίροντα και προσευχόμενον». Ο δε βασιλεύς μη δυνάμενος να πεισθή, ότι δια της δυνάμεως του Θεού ενδυναμούται ο Μάρτυς, ωργίζετο κατά των στρατιωτών λέγων, ότι τρώγει άλλας τροφάς, εισαγομένας προς αυτόν έξωθεν και απειλών να υποβάλη τους στρατιώτας εις κεφαλικήν ποινήν, αν ούτω πράγματι συμβαίνη. Ούτως ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς υπέμενεν εις την φυλακήν νήστις και διψών επί πολλάς ημέρας. Την δε τριακοστήν ογδόην ημέραν από της φυλακίσεώς του, εισελθών, κατά την συνήθειάν του, ο αρχιφύλαξ και φέρων αυτώ τας ειδωλοθύτους τροφάς, βλέπει φως λαμπρότατον εντός της φυλακής και τον Άγιον του Χριστού Μάρτυρα καθήμενον, με το πρόσωπον φαιδρόν, δύο δε Αγγέλους παρισταμένους, εξ ων ο μεν εις εσκέπαζε το σώμα του Αγίου, ο δε έτερος απέθετε στέφανον επί της κεφαλής αυτού. Έντρομος τότε γενόμενος και απορρίψας τας τροφάς, τας οποίας εκράτει, επέστρεψε ταχέως προς τον βασιλέα και ανέφερεν εις αυτόν εκείνα τα οποία είδεν. Ο δε βασιλεύς δυσπιστών εις τα λεγόμενα και νομίσας, ότι ταύτα είναι φαντασίαι, απειλών δε να υποβάλη τον Μάρτυρα εις φρικτοτέρας τιμωρίας, παρήγγειλεν εις τους στρατιώτας να προκαλώσιν εις τον Μάρτυρα θλίψεις σφοδροτάτας και ουδεμιάς παρηγορίας να αξιούται. Μετά δύο ημέρας επρόσταξε να προσαχθή εκ της φυλακής ενώπιόν του, λέγων· «Θα ίδω, πάντως, εάν βοηθή αυτόν ο ον επικαλείται Χριστός και εάν σώζη αυτόν εκ των χειρών μου κκώς θανατούμενον». Εισελθόντες δε οι στρατιώται εις την φυλακήν εύρον τον μεν Άγιον του Χριστού Μάρτυρα ήδη τελειωθέντα, Αγγέλους δε ισταμένους πέριξ αυτού εν μορφή ανθρώπων, κρατούντας λαμπάδας. Ταύτα ιδόντες οι υπηρέται εξεπλάγησαν σφόδρα, και πλήρεις φόβου, σπεύσαντες προς τον βασιλέα, ανέφερον εις αυτόν τα γενόμενα, λέγοντες· «Κατά την προσταγήν της εξουσίας σου, βασιλεύ, μεταβάντες εις την φυλακήν, εύρομεν τον Υάκινθον τεθνεώτα, πλήθος δε ανθρώπων, ενδεδυμένων λευκά ενδύματα, ίσταντο πέριξ αυτού και εκράτουν λαμπάδας». Τότε ο ασεβέστατος τύραννος προσέταξε το μεν σώμα του μακαρίου Μάρτυρος να ρίψωσιν εις τι όρος, όπου ευρίσκοντο πλήθος σαρκοβόρων θηρίων, οι δε στρατιώται να φρουρούσιν εκεί, μήπως, ως έλεγεν, ελθόντες οι οικείοι αυτού και οι όμοιοι προς αυτόν μάγοι παραλάβωσι το σώμα αυτού και ως θεόν τούτο προσκυνήσωσιν. Ιερεύς δε τις, ονόματι Τιμόθεος, ανήρ ευλαβής και δια πάσης αρετής κεκοσμημένος, συγγενής ων του Αγίου Υακίνθου, έσπευσε μετ’ εμού, ίνα εγώ μεν ως Αιγύπτιος εξαπατήσω τους στρατιώτας, εκείνος δε κλέψη το σώμα του Αγίου και εντίμως ενταφιάση τούτο εις επίσημον τόπον, εις θεραπείαν πολλών ασθενούντων. Όμως δεν ηδυνήθη να πραγματοποιήση την επιθυμίαν του, τόσον διότι εφύλαττον οι στρατιώται, όσον και εκ του φοβερού κινδύνου των θηρίων. Μετά περισσοτέρου δε πόθου ανεμένομεν ημείς, διότι το σώμα του Αγίου διεφυλάττετο υπό αγίων Αγγέλων και ουδέν εκ των αγρίων θηρίων ετόλμα να πλησιάση τούτο. Νύκτα δε τινα Άγγελος Κυρίου, κρατών φωτεινήν λαμπάδα, εμφανισθείς εν σχήματι ανθρώπου, ωδήγησε τον ευλαβέστατον ιερέα του Θεού Τιμόθεον, έως ότου ήλθεν εις τον τόπον όπου έκειτο το τίμιον του Αγίου λείψανον, το οποίον παραλαβών ευθύς, κατά την αυτήν νύκτα, εκήδευσε μετά ψαλμωδιών, αρωμάτων και πολλών θυμιαμάτων. Μέλλων δε να τελευτήση ο του Θεού θεράπων και φιλομάρτυς Τιμόθεος, ενεπιστεύθη τούτο εις γυναίκα τινά, χήραν, ευσεβεστάτην και αξίαν του να παραλάβη τον του Χριστού Άγιον Μάρτυρα. Ήτις  και αποδεχθείσα μετά πολλής ευλαβείας το τίμιον λείψανον του ενδοξοτάτου Μάρτυρος Υακίνθου, δεν παρέλειπε και ανα πάσαν ημέραν και νύκτα παρεκάθητο πλησίον αυτού αγρυπνούσα μετά φόβου και θερμών δακρύων και δια λαμπάδων ανημμένων τιμώσα αυτό, αδιαλείπτως θυμιώσα και προς το άγιον λείψανον πάσαν τιμήν και επιμέλειαν προσφέρουσα. Αλλά και το του Αγίου Μάρτυρος Υακίνθου λείψανον πολλήν ευωδίαν ανέπεμπεν, εμφαίνουσαν την χάριν ης ηξιώθη δια την υπέρ Χριστού άθλησιν αυτού. Η μεν λοιπόν πιστοτάτη εκείνη γραία εις ουδένα ουδέ το ελάχιστον ενεπιστεύθη να είπη περί του τιμίου τούτου λειψάνου, και είχε τούτο κεκρυμμένον, διότι η πόλις εις την οποίαν κατώκει είχεν ακόμη πλήθος ειδωλολατρών. Αφού δε παρήλθε πολύς καιρός, συνέβη εις συγκλητικόν τινα των εκ της πόλεως εκείνης, να φλογισθούν εκ πάθους αμφότεροι οι οφθαλμοί του, καθ’ όλον δε το έτος υποφέρων εκ φοβερών οδυνών έμενεν εν τελεία τυφλώσει και ουδεμίαν ηδύνατο να ίδη θεραπείαν παρά των εκεί ιατρών, αν και ούτοι πάσν ιατρείν έκαμνον εις αυτόν. Ο δε μακαριώτατος αθλητής του Χριστού Υάκινθος, ότε ήθλει, ητήσατο παρά Θεού να ευδοκήση, ίνα, μετά την τελείωσιν αυτού, το τίμιον αυτού λείψανον αποδοθή εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα Καισάρειαν. Όθεν μίαν νύκτα, εμφανισθείς ο Άγιος Μάρτυς εις τον τυφλωθέντα συγκλητικόν, είπεν εις αυτόν· «Άνθρωπε, θέλεις να ιατρευθής»; Ο συγκλητικός τότε εξυπνήσας απήντησε· «Ναι, σε ικετεύω». Ηρώτα δε τον Άγιον, συ τις είσαι; Ο δε αθλητής του Χριστού απεκρίθη· ο Υάκινθος είμαι, ο ιατρός, ο δούλος του Θεού. Παρεκάλει τότε αυτόν ο τυφλός συγκλητικός λέγων· «Λάβε όσα χρήματα θέλεις, αρκεί μόνον να ίδω το φως των οφθαλμών μου. Διότι ζω εν τω σκότει, εν φρικταίς οδύναις και πόνω ψυχής». Αλλ’ ο Άγιος Υάκινθος απήντησεν· «Ο Θεός μου σε ιατρεύει δωρεάν. Μόνον τούτο, το οποίον σου λέγω, πράξον. Αφού παραλάβης το σώμα μου, το φυλαττόμενον υπό της τάδε γραίας, απόστειλον αυτό εις την πρώτην των Καππαδόκων χώραν, ήτις είναι η Μητρόπολις Καισάρεια». Πιστεύσας τότε εις τους λόγους τούτους ο συγκλητικός ηγέρθη εκ της κλίνης κατά τον όρθρον και χειραγωγούμενος μετέβη εις τον οίκον της χήρας. Εισελθών δε εύρε κανδήλαν ανημμένην άνωθεν του λειψάνου του Αγίου. Όθεν λαβών μετά πίστεως έλαιον εκ της κανδήλας περιέχρισε τους οφθαλμούς αυτού και ευθύς, ω του θαύματος! παραχρήμα νέβλεψε. Παρελθόντος του χρόνου και του ανδρός λησμομήσαντος και μη εκπληρώσαντος την υπόσχεσιν, ήρχισε πάλιν ούτος να καταλαμβάνεται ωσάν υπό σκοτεινού νέφους και να τυφλούται. Πορευθείς  όθεν εκ νέου προς το λείψανον του Αγίου εδέετο να θεραπευθή. Ήκουσε τότε φωνήν λέγουσαν. «Εχλεύασας και εχλευάσθης». Ενθυμηθείς τότε την προς τον Άγιον υπόσχεσιν έλεγε· «Δος μοι την χάριν και θέλω εκπληρώσει το υποσχεθέν». Ο δε Άγιος του Θεού Μάρτυς, έχων θερμόν πόθον να δωρήση εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα το άγιόν του λείψανον, ιάτρευσε και πάλιν αυτόν, δια της ευλογίας του εκαίου της κανδήλας, δι’ ου χρίσας ο ανήρ ούτος τους οφθαλμούς του ευθύς ανέβλεψεν ως και πρότερον. Τότε παραλαβών το τίμιον λείψανον του Αγίου Μάρτυρος, αφού απέθεσε τούτο εφ΄αμάξης, απέστειλε δια πιστών ανθρώπων, εις ους παρήγγειλε να μεταφέρουν εις την Καισάρειαν και καταθέσουν αυτό εν τη πύλη τη λεγομένη Σεβαστιανή, οπόθεν θα εξορμήσουν τα ζώα, τα σύραντα την άμαξαν εφ’ ης εφέρετο το άγιον λείψανον. Διότι και τούτο είχε παραγγείλει ο Μάρτυς. Τα δε ζώα, οδηγηθέντα δια της χάριτος του Μάρτυρος, ώρμησαν προς το λεγόμενον Στενάδιον, ένθα ήτο και η οικία του ενδοξοτάτου τούτου Μάρτυρος Υακίνθου. Τούτο εννοήσαντες οι συνοδεύοντες το άγιον λείψανον απέθεσαν τούτο εκεί, εντός καταλλήλου μαρμαρίνης λάρνακος, ήτις ευρέθη εν τω κήπω της οικίας του Αγίου Μάρτυρος. Ημείς λοιπόν οι ιδόντες ιδίοις όμμασιν και υπηρέται του Μάρτυρος συνεγράψαμεν τα της αθλήσεως αυτού, ίνα αποκαλύψωμεν ταύτην προς υμάς, τους επιδείξαντας ζήλον προς τον ένδοξον τούτον Μάρτυρα του Χριστού, ίνα, μετά πολλής σπουδής και πίστεως προσερχόμενοι, από κοινού πάντες εορτάζητε την μνήμην αυτού, εις δόξαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ετελειώθη δε ο του Χριστού Άγιος Μάρτυς Υάκινθος ο Κουβικουλάριος εν Ρώμη, την 3ην του μηνός Ιουλίου, μη γευθείς ουδεμίαν τροφήν ουδέ πόσιν επί τεσσαράκοντα ημέρας, τρεφόμενος μόνον υπό του Αγίου Πνεύματος δια της πίστεως και της προσευχής, βασιλεύοντος του ασεβεστάτου Τραϊανού, καθ’ ημάς δε βασιλεύοντος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Υάκινθος ο Κουβικουλάριος

Τη  Γ΄ (3η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΥΑΚΙΝΘΟΥ του Κουβικουλαρίου.                                                                                                                                 

Υάκινθος ο Κουβικουλάριος, ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς, ήτο εκ Καισαρείας της πρώτης των Καππαδοκών επαρχίας, κατά τους χρόνους Τραϊανού εν έτει 98. Κουβικουλάριος δε ων, υπηρέτει εις την τράπεζαν του βασιλέως Τραϊανού. Διαβληθείς λοιπόν εις τον βασιλέα, διότι επεκαλείτο το όνομα του Χριστού, εβιάζετο υπ’ αυτού να φάγη εκ των μιαρών θυσιών των ειδώλων, κι επειδή δεν κατεπείσθη εις τούτο, αλλά μάλλον ωμολόγησε τον Χριστόν, έδειραν αυτόν εις όλον το σώμα, και τον έρριψαν εν τη φυλακή, όπου παρέθεσαν μεν ενώπιόν του θυσίας των ειδώλων, προσέταξε δε ο βασιλεύς τους δεσμοφύλακας να μη δώσωσιν εις αυτόν άρτον καθαρόν, ίνα εκ τούτου αναγκασθή να φάγη από τα ειδωλόθυτα· αλλ’ ο γενναίος του Χριστού αθλητής ουδέ να γευθή ηθέλησεν εκείνων παντάπασιν, αλλ’ υπέμεινε νήστις τεσσαράκοντα ημέρας. Όθεν αποκαμών εκ της πείνης παρέδωκε την ψυχήν του εις τον Χριστόν, και έλαβε παρ’ Αυτού του μαρτυρίου τον στέφανον. Τελείται  δε η αυτού Σύναξις και εορτή εις τον άγιον αυτού Ναόν τον ευρισκόμενον εις το έμβασμα του λεγομένου Τρωαδησίου.

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Κόϊντος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΟΪΝΤΟΥ.                                                                       

Κόϊντος ο Μάρτυς εγεννήθη και εδιδάχθη την ευσέβειαν εν τη Φρυγία. Ελθών δε εις χωρίον καλούμενον Αιολίς, έδιδεν ελεημοσύνην εις τους πτωχούς και ιάτρευε τους ενοχλουμένους υπό ακαθάρτων πνευμάτων. Επειδή δε ο ηγεμών Ρούφος ηνάγκαζε τούτον να θυσιάση εις τα είδωλα, εδαιμονίσθη, αλλ’ ο Άγιος εθεράπευσεν αυτόν· όθεν ανταμείψας τον Άγιον ο ηγεμών με τιμάς και δώρα τον αφήκεν ελεύθερον. Μεταβάς δε εις Πέργαμον συνελήφθη υπό των Ελλήνων, των ονομαζομένων Κυμαίων, οι οποίοι ήρχισαν να τον βασανίζωσιν· αιφνιδίως δε έγινε σεισμός, και ευθύς εκρημνίσθη ο ναός των Ελλήνων και τα εν αυτώ είδωλα συνετρίβησαν, εκείνοι δε φοβηθέντες αφήκαν ελεύθερον τον Άγιον. Ύστερον ελθών εις την Πέργαμον ο άρχων Κλέαρχος συνέλαβε τον Άγιον και συνέτριψε τα σκέλη του· γενόμενος όμως υγιής υπό της χάριτος του Θεού, έζησεν έκτοτε δέκα έτη, και μετά ταύτα απήλθε προς Κύριον. 

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Του Αγίου πατρός ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΥ Πατριάρχου Ιεροσολύμων.

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΙΟΥΒΕΝΑΛΙΟΥ Πατριάρχου Ιεροσολύμων.                                                                                                                                      
Ιουβενάλιος ο εν Αγίοις πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υη΄ (408), αρχιερατεύσας εις τα Ιεροσόλυμα τρίτος μετά τον Άγιον Κύριλλον, και φθάσας μέχρι της βασιλείας Μρκιανού του εν έτει υν΄ (450) βασιλεύσαντος, και Λέοντος του Μεγάλου, του βασιλεύσαντος εν έτει υνη΄ (458). Παρευρέθη δε ούτος και εις την εν Εφέσω τρίτην Οικουμενικήν Σύνοδον, την εν έτει υλα΄ (431) συγκροτηθείσαν, εις ων των εν αυτή διακοσίων Πατέρων, και διέλαμψεν εις τα δόγματα της πίστεως μετά του θεσπεσίου Κυρίλλου του Αλεξανδρείας· έφθασε δε και έως εις την τετάρτην Σύνοδον των εξακοσίων τριάκοντα θεοφόρων Πατέρων, την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν εν έτει υνα΄ (451), κατά την οποίαν ετιμήθη υπό του βασιλέως Μαρκιανού δια την σοφίαν και αρετήν του. Όταν δε έκτισε τας Βλαχέρνας ο βασιλεύς Μαρκιανός μετά της Πουλχερίας, ηρώτησε τότε παρόντα τον Άγιον τούτον Ιουβενάλιον, μήπως γνωρίζει που ετέθη το σώμα της Θεοτόκου. Ο δε απεκρίθη ότι από εγγράφου μεν ιστορίας δεν ηξεύρει, λέγεται όμως ανέκαθεν, το οποίον άλλως τε είναι βέβαιον, ότι αφ’ ου το σώμα της Θεοτόκου ενεταφιάσθη υπό των Αποστόλων, ηκούετο εντός του τάφου Της αγγελική υμνωδία μέχρι της τρίτης ημέρας, μετά την οποίαν, επειδή εις των Αποστόλων (ο Θωμάς) δεν ήτο παρών εις τον ενταφιασμόν της Θεοτόκου, ηνοίχθη ο τάφος και δεν ευρέθη το σώμα Της, ει μη μόνον τα εντάφια. Όθεν παρεκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον να σφραγίση και να στείλη τουλάχιστον εις την Κωνσταντινούπολιν το κιβώτιον, όπου ετέθη το σώμα της Θεοτόκου, ομού με τα εντάφιά της, τούθ’ όπερ και εγένετο. Ο δε Άγιος Ιουβενάλιος πατριαρχεύσας τριάκοντα οκτώ έτη, εν ειρήνη εκοιμήθη.

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Η κατάθεσις της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου

Τη Β΄ (2α) του αυτού μηνός η ανάμνησις της εν τη αγία σορώ καταθέσεως της τιμίας ΕΣΘΗΤΟΣ της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ εν ταις Βλαχέρναις.                                                                                                   


Η Βασιλίς των πόλεων, η περικαλλεστάτη Κωνσταντινούπολις, ευθύς απ’ αρχής της κτίσεώς της υπό του ευσεβεστάτου και αγιωτάτου βασιλέως Κωνσταντίνου αφιερώθη πρεπόντως με πολλήν ευλάβειαν εις το όνομα της Δεσποίνης και Βασιλίσσης πάντων των βασιλέων, ως πασών των πόλεων βασιλεύουσα. Ένεκα τούτου υπερβαίνει και εις την ευλάβειαν πάσας τας άλλας πόλεις της οικουμένης· ευρίσκονται δε εις αυτήν Ναοί περισσότεροι ή εις οίον δήποτε άλλον τόπον, καλλωπισμένοι, κεκοσμημένοι από τους ευσεβείς οικήτορας, και σχεδόν ουδείς ευρίσκεται τόπος βασιλικός και δημόσιος ή οίκος άρχοντος, όστις να μη έχη Ναόν ή ευκτήριον της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ότι πανταχού εις την οικουμένην άπασαν, όπου και αν εκηρύχθη το μυστήριον της του Θεού Λόγου σαρκώσεως, υμνείται δια παντός η υπερύμνητος Θεοτόκος και κατά χρέος δοξάζεται, επειδή κατώκησεν εις αυτήν άπαν το πλήρωμα της Θεότητος. Εξαιρέτως δε εις ταύτην την Πόλιν ευρίσκονται Ναοί αναρίθμητοι, αφιερωμένοι εις το πανάγιον αυτής Όνομα. Αλλά από όλας τας Εκκλησίας της τα πρωτεία κατέχει η των Βλαχερνών, ήτις υπερβαίνει τους υπολοίπους Ναούς εις την ωραιότητα, ως τους αστέρας ο ήλιος. Ούτος ο Ναός των Βλαχερνών πιστεύεται ότι είναι ώσπερ τι βασίλειον ιερώτατον της Παναγίας και θειότατον καταγώγιον· δια τούτο και εις άλλας θέσεις ή πόλεις κτίζοντες οι ευσεβείς Εκκλησίς, Βλαχέρνας ταύτας ωνόμασαν, πιστεύοντες ότι η πανάμωμος Δέσποινα ευδοκεί εις ταύτας και χαίρεται και φαιδρύνει και λαμπρύνει αυτάς με την ένθεον παρουσίαν Της. Και πάντες οι αρχιερείς και άρχοντες και ο ευσεβής λαός εις τας Βλαχέρνας συντρέχουσι, προσφέροντες εις τον Θεόν και την Θεοτόκον χαριστήρια και λαμβάνουσι πάντων των λυπηρών λυτήρια, οι εν θλίψεσιν ευρίσκουσι παραμυθίαν και οι ασθενείς την ίασιν, και απλώς ειπείν ο εν Βλαχέρναις θείος Ναός της Πανυμνήτου Θεομήτορος είναι εις όλους μας πάσης ελπίδος σωτηριώδους αποθήκη και θησαυροφυλάκιον, εις το οποίον και από το οποίον παν αγαθόν απολαμβάνομεν. Ηγιάσθη και η Βηθλεέμ, και εδοξάσθη θεοπρεπέστατα, επειδή εκεί εγέννησε σαρκικώς τον Θεόν η Θεοτόκος, Παρθένος μείνασα· εν Κωνσταντινουπόλει δε καθ’ εκάστην ώραν εις τούτον τον ιερόν οίκον παρέχει εις τους δεομένους την του Θεού φιλανθρωπίαν και βοήθειαν. Και φαίνεται τούτο το οικητήριον αγιώτερον από την σκηνήν του μαρτυρίου, εις την οποίαν ήτο η Κιβωτός και αι πλάκες της Διαθήκης, η Στάμνα του μάννα και η ράβδος του Ααρών, ήτις ανεβλάστησεν. Επειδή εκείνη είχε τας πλάκας, τας οποίας ο Μωϋσής κατεσκεύασε, και ενταύθα, εις τας Βλαχέρνας, ευρίσκεται το σεβάσμιον ιμάτιον της Θεοτόκου, το θεοδόχον και άχραντον, το οποίον όχι μόνον αυτή η βασίλισσα των Αγγέλων εφόρεσε και εζώσθη, αλλά και τον Υιόν και Λόγον του Θεού ετύλιξε νήπιον και Τον εθήλασεν· εις το οποίον ιμάτιον έσταξαν και πολλαί ρανίδες από το θείον εκείνο γάλα, με το οποίον έθρεψε Τον τροφέα πάσης της κτίσεως. Εκεί ήτο η καρίνη ράβδος του Ααρών· εδώ έχομεν τον Τίμιον Σταυρόν, το αήττητον τρόπαιον. Εκεί ήτο το Μάννα εις έλεγχον του λαού, όστις ετράφη εις την έρημον, και εδώ είναι ο θείος Άρτος ο ουράνιος, όστις τρέφει τους πιστούς άπαντας. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και πάσα νόσος και πάσα λύπη και κατήφεια εδώ λαμβάνει την ίασιν· και όσοι εισέρχονται μετά λύπης τινός και θλίψεως, εξέρχονται χαρούμενοι και επιστρέφουν εις τον ίδιον οίκον αγαλλόμενοι. Αλλά ας είπωμεν εν λεπτομερεία από την αρχήν πως συνέβη και έφεραν εις τας Βλαχέρνας από τα Ιεροσόλυμα τοιούτον θησαυρόν πολυτίμητον, ήτοι την Αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος, ίνα λάβητε ψυχικήν ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Εις τους χρόνους του ευσεβεστάτου βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου, όστις ήτο και εν τοις λόγοις και τοις έργοις επίσημος, στολίζων με την αγαθήν αυτού πολιτείαν την αλουργίδα και το διάδημα, ήσαν δύο πατρίκιοι στρατοπεδάρχαι αυτάδελφοι, Γάλβιος και Κάνδιδος καλούμενοι, οίτινες εις μεν την αξίαν του σώματος και ευγένειαν ήσαν ευγενείς, περιφανείς τε και αξιόλογοι, εις δε την ψυχήν, ήτις είναι το τιμιώτερον και πολυτιμότερον εν τω ανθρώπω, είχον μώμον και καταφρόνησιν ως κακόφρονες, επειδή ευρίσκοντο βεβυθισμένοι εις την αίρεσιν Αρείου του ματαιόφρονος, ως συγγενείς και απόγονοι του Αρδαβουρίου και Ασπάρεως, οι οποίοι ετυράννησαν εκείνον τον καιρόν τα βασίλεια και τους οποίους ως Αρειανούς ήλεγξεν η αλήθεια. Τον δε Γάλβιον και Κάνδιδον δεν αφήκεν η θεία χάρις να παραμένουν εις το σκότος της αιρέσεως ταύτης, αλλά τους εφώτισε (διότι είχον πολλάς καλωσύνας και αρετάς) και τους ωδήγησε προς την αλήθειαν. Όθεν και αυτοί δεν εφάνησαν προς τοιαύτην ευεργεσίαν αχάριστοι, αλλ’ εδείχθησαν μετ΄την επιστροφήν εν πολλοίς ζηλωταί της αμωμήτου πίστεως. Και όχι μόνον αυτοί ωμολόγουν την ορθοδοξίαν, αλλά και άλλους όσον ηδύναντο ενουθέτουν εις το αυτό, διδάσκοντες, ότι η Αγία Τριάς είναι ομοούσιος και συνάναρχος, και ότι η Παναγία Παρθένος εγέννησε κατά σάρκα τον Θεόν Λόγον, τω Πατρί και Θεώ ομοούσιον, και ούτω καθωδήγησαν και άλλους πολλούς εις την αλήθειαν. Διένεμον δε και ελεημοσύνας πολλάς καθ’ εκάστην εις πένητας, δια να εξαλείψουν την αμαρτίαν της προτέρας αιρέσεως. Η δε πνύμνητος Μήτηρ του Χριστού, βλέπουσα τας πολλάς αγαθοεργίας αυτών, ένευσεν εις την καρδίαν των, και τους παρεκίνησε να προσκυνήσουν τα Ιεροσόλυμα, δια να εύρουν την τιμίαν αυτής Εσθήτα και να την φέρουν εις την Βασιλεύουσαν Πόλιν, όπου υπήρχον και άλλα πολλά και αξιέραστα πράγματα. Έλαβον λοιπόν από τον βασιλέα Λέοντα και από την βασίλισσαν Βερίναν συγχώρησιν και συνοδείαν πολλήν, κατά την αξίαν των, και εκίνησαν εις την οδοιπορίαν προθύμως. Φθάσαντες εις τα μέρη της Παλαιστίνης, επέρασαν από την Γλιλαίαν, δια να ίδουν και την Ναζαρέτ και την Καπερναούμ. Αλλά τούτο ήτο οικονομία άνωθεν, δια να μείνουν εις τι χωρίον εκεί πλησίον, εις το οποίον ο θησαυρός εκρύπτετο. Λοιπόν, όταν ενύκτωσεν, έμειναν εις το μικρόν εκείνο χωρίον και διέμειναν εις τον οίκον μιας γυναικός, έως την επαύριον. Η τιμία εκείνη γερόντισσα, Άννα ονόματι, ήτο Εβραία το γένος, αλλά Χριστιανή εις την πίστιν, ευλαβής και ενάρετος, ως άλλη Άννα θυγάτηρ του Φανουήλ, προσδεχομένη την παράκλησιν του Ισραήλ και προσευχομένη νύκτα και ημέραν προς Κύριον, όχι εις το του Σολομώντος ιερόν, αλλ’ εις το ιερόν εργαστήριον της καρδίας αυτής. Καθώς λοιπόν ητοίμασαν οι υπηρέται οι άλλοι το δείπνον, είδον οι λαρχοντες οίκον τινά κεκλεισμένον, εις τον οποίον ήτο πολλή φωτοχυσία, και εκείτοντο εκεί άνδρες και γυναίκες ασθενείς. Ταύτα βλέπων ο Κάνδιδος από μίαν θυρίδα, ηννόησεν ότι ήτο άγιος τόπος, εις τον οποίον οι ασθενείς ιατρεύοντο, επειδή εξήρχετο από τον οίκον εκείνον και ευωδία θαυμάσιος. Καθήσαντες λοιπόν εις τον δείπνον προσεκάλεσαν και την γερόντισσαν, ίνα την περιποιηθούν καλώς, δια να τους ομολογήση μετά ταύτα πάσαν την αλήθειαν. Αυτή δε μετά βίας πολλής έστερξε να συνδειπνήση με τους άρχοντας, επειδή την παρεκάλεσαν και σχεδόν την εβίασαν δια να τους ομολογήση φιλαλήθως την υπόθεσιν. Αφ’ ου λοιπόν εδείπνησαν, την ηρώτησαν δια τον εσώτερον οίκον, παρακαλούντες να τους είπη την αλήθειαν. Αύτη δε απεκρίνατο λέγουσα· «Βλέπετε το πλήθος των ασθενών; Ο Θεός επρόσταξε και γίνονται εις τούτον τον οίκον μεγάλα θαυμάσια· δαίμονες από τους ανθρώπους διώκονται, τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι και πάσα άλλη ανίατος ασθένεια θεραπεύεται». Οι δε είπον αυτή· «και πόθεν έλαβεν εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα; Παρακαλούμεν σε, σεβαστή γερόντισσα, να μας είπης δια την αγάπην του Θεού την αλήθειαν· ότι και ημείς, δια να δοξάσωμεν τα θεία Μυστήρια ήλθομεν από τόπον μακρινόν να προσκυνήσωμεν τα Ιεροσόλυμα». Η δε γυνή δεν ήθελε να φανερώση την υπόθεσιν, αλλά επροφασίζετο λέγουσα· «άλλο δεν ηξεύρω να σας είπω, ει μη μόνον, ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της θείας χάριτος». Τότε οι άρχοντες εγνώρισαν από το σχήμα της αλλά και τους λόγους, ότι μέγα τι μυστήριον ενυπήρχε και το έκρυπτεν. Έχοντες όθεν πόθον να μάθωσι την αλήθειαν (επειδή η καρδία των ανεφλέγετο, ως του Λουκά και του Κλεώπα, εις τον ένθεον έρωτα), την επήραν οι δύο ιδιαιτέρως από τους άλλους ανθρώπους εις θέσιν απόμερον, και λέγουσι ταύτα προς αυτήν δακρύοντες· «Ορκίζομέν σε ω θεοφιλεστάτη γυνή κι πάντιμος, εις αυτήν την θείαν δύναμιν, ήτις εις τούτον τον οίκον ευρίσκεται, την οποίαν επιστεύθης ως ευλαβής και ενάρετος, να μας είπης όλην την αλήθειαν· και μη φοβηθής, διότι ουδεμίαν βλάβην ή ζημίαν θα υποστής εκ μέρους ημών· μάλιστα θα σε ανταμείψωμεν ως αρμόζει πλουσιοπάροχα». Τότε η γραία, εκ βάθους καρδίας στενάξασα, είπε ταύτα προς αυτούς δακρύουσα· «Από την ώραν όπου επιστεύθην τούτο το θείον Μυστήριον δεν το εφανέρωσα τινός ουδέποτε, καθώς και αι πρόγονοί μας δεν το ωμολόγησαν τινός ανδρός, κατά τον όρκον όπου αλληλοδιαδόχως ελάβομεν· αλλά επειδή βλέπω από τους λόγους και τας πράξεις σας, ότι είσθε άνθρωποι ευλαβείς και αιδέσιμοι, θέλω να σας είπω εξ αρχής την υπόθεσιν· αλλά σας ορκίζω και εγώ εις τον Θεόν, να μη ομολογήσετε το πράγμα εις άλλον τινά ενταύθα ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, αλλά φυλάξατε πιστώς κεκρυμμένον το μυστήριον. Γινώσκετε ότι εις τούτον τον ταπεινόν οικίσκον είναι πεφυλαγμένον ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιον, του οποίου η Χάρις και θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια». Έφριξαν οι Γάλβιος και Κάνδιδος ακούσαντες ταύτα, και από τον τρόμον και την έκστασιν τους περιέχυσε ψυχρότατος ιδρώς. Η δε γυνή πάλιν ήρχισε να διηγήται καταλεπτώς εξ αρχής την υπόθεσιν, ούτο λέγουσα· «Αύτη η θεία και Παναγία Παρθένος και Θεοτόκος, τον καιρόν της Αγίας αυτής Μεταστάσεως, είχε δύο γυναίκς παρθένους, αίτινες πολλάκις την υπηρέτησαν εις τας ανάγκας του σώματος με πολλήν ευλάβειαν και επιμέλειαν, εις τας οποίας εχάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους εφόρει η Δέσποινα, να έχουν αντί αυτής χάριν ευλογίας εκείνα τα θεία ιμάτια. Μία λοιπόν από ταύτας τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου, και εις τον θάνατόν της αφήκεν άλλης παρθένου συγγενούς αυτής αυτό το θείον ιμάτιον, κι αυτή άλλης κατά διαδοχήν, παραγγέλλουσα να μη το ομολογήσουν ανδρός τινος, αλλά να το φυλάττουν ακριβώς, με τιμήν μεγάλην, θεοπρεπέστατα· και ούτω κατήντησεν εις εμέ την ναξίαν την σήμερον, και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμον». Τότε  οι δύο αδελφοί την επροσκύνησαν λέγοντες· «Δέσποινα και κυρία μας, ήξευρε, ότι καθώς ώρισες δεν ομολογούμεν άλλου τινός εδώ εις τα όριά σας αυτό το μυστήριον· μόνον αυτήν την χάριν ποίησον εις ημάς σε παρακαλούμεν· να κατακλιθώμεν εκεί μέσα εις το ιερόν οικητήριον, δια να προσευχηθώμεν με ησυχίαν και κατάνυξιν κατά την νύκτα». Η δε γυνή έστερξε και έστρωσαν εκεί την κλίνην οι δούλοι των, και έμειναν όλην την νύκτα οι άρχοντες, ουχί κοιμώμενοι, αλλά αγρυπνούντες μετά δακρύων και προσευχόμενοι, ευχαριστούσαν δε κατά χρέος την Αειπάρθενον Θεοτόκον, ότι τους ηξίωσε να προσκυνήσωσι τοιούτον Μυστήριον. Όταν δε είδον, ότι εκοιμώντο όλοι οι ασθενείς, επήραν όλα τα μέτρα του κιβωτίου εκείνου, ήτοι μάκρος, πλάτος και ύψος και ει τι άλλο ήτο αναγκαίον επιμελέστατα και ακριβώς περιεργαζόμενοι εσημείωσαν. Το πρωϊ ευχαριστούντες την γυναίκα την απεχαιρέτησαν λέγοντες, ότι είχον κατά νουν να επιστρέψωσι πάλιν απ’ εκεί, δια να λάβωσι χάριν και ευλογίαν από την Θεομήτορα, ίνα επιστρέψουν εις την χώραν των κατευόδιον. Αφ’ ου λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ευρήκαν ξυλουργόν και ξύλον παλαιόν, το οποίον ωμοίαζε με το ξύλον του κιβωτίου, και τον παρεκάλεσαν να το κάμη κρυφίως κατά τα μέτρα, όπου του έδωσαν. Έγινε δε τούτο απολύτως όμοιον ως το πρωτότυπον, και λαβόντες αυτό επέστρεψαν εις το χωρίον χαρούμενοι, με δώρα προς την γυναίκα πολύτιμα, εξόχως δε θυμιάματα και αρώματα ευωδέστατα, δια την θείαν ιερουργίαν αρμόδια. Τούτους υπεδέχθη η γραία χαίρουσα, και εδείπνησαν από κοινού πάλιν και συνηυφράνθησαν. Έπειτα τους έβαλε να κοιμηθούν εις το ιερόν οικητήριον, χωρίς να έχη υποψίαν τινά ποσώς προς αυτούς. Ούτοι  δε έχοντες, ως επόθουν, ευκαιρίαν, έκλαιον όλην την νύκτα σχεδόν ευχόμενοι και βρέχοντες την γην με τα δάκρυά των, έκειντο δε πρηνείς εις την γην και εδέοντο της Παναγίας Θεοτόκου, ταύτα λέγοντες ταπεινώς και ησύχως· «Ηξεύρομεν, ω θειοτάτη και υπερένδοξε Δέσποινα, ότι επειδή ετόλμησεν ο Ζαν εκείνος να εγγίση της Κιβωτού, εστερήθη της παρούσης ζωής με εξαφνικόν και ελεεινόν θάνατον· πως λοιπόν να τολμήσωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, να λάβωμεν εις τας μεμολυσμένας χείρας ημών την άχραντον και αγίαν Εσθήτα σου, χωρίς να μας δώσης συγχώρησιν; Πλην επειδή πιστεύομεν βέβαια, ότι είναι ορισμός σου και θέλημα, να έλθη και ούτος ο πολύτιμος θησαυρός εις την τιμώσαν σε Πόλιν, την σην επώνυμον, εις ασφάλειαν και περιποίησιν των πιστών βασιλέων και πάντων των ορθοδόξων δούλων σου, και σωτηρίαν διαιωνίζουσαν, δια τούτο τολμώμεν να εγγίσωμεν οι ανάξιοι εις το άγιον τούτο Κιβώτιον, και η χάρις σου να μας συγχωρήση την τόλμην μας». Αυτά και άλλα όμοια ολονυκτίς λέγοντες, και το έδαφος όλον της γης με δάκρυα βρέχοντες, επληρώθησαν εξαίφνης θάρσους συγκερασμένου με ευλάβειαν· όθεν τρέμοντες άμα και χαίροντες, επλησίασαν με δάκρυα, και λαμβάνοντες εκείνο το ιερόν κιβώτιον, όταν όλοι οι ασθενείς εκοιμώντο, αφήκαν εκεί το άλλο, όπερ κατεσκεύασαν όμοιον, το οποίον εσκέπασαν με χρυσούν δέρμα ωραίον, το οποίον είχον φέρει μεθ’ εαυτών. Η δε γυνή νομίζουσα ότι δια ευλάβειαν το έκαμαν, δεν υπωπτεύθη τίποτε. Και με τον τρόπον τούτον ηδυνηθησαν να τελέσουν το έργον, χωρίς να εννοήση την κλοπήν η απονήρευτος γερόντησσα. Πλην ήτο και Θεού θέλημα να έλθη ο πολυτίμητος αυτός θησαυρός εις την βασιλεύουσαν. Το πρωϊ  λοιπόν, αποχαιρετήσαντες την γυναίκα, εκίνησαν εις οδοιπορίαν προς το Βυζάντιον, οδεύοντες με χαράν ανεκλάλητον. Και όταν έφθασαν εις την Πόλιν, συναπεφάσισαν αυτοί οι δύο αυτάδελφοι να μη ομολογήσουν τον άσυλον αυτόν θησαυρόν, έως ότου γίνη άλλος βασιλεύς και Αρχιεπίσκοπος, δια ν μη τον πάρουν αυτοί εις τα βασίλεια, και τους στερήσουν από τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Έχοντες λοιπόν τόπον ίδιον επιτήδειον, πλησίον του θαλασσίου κόλπου του Κέρατος, ο οποίος τόπος Βλαχέρναι επωνομάζετο, έκτισαν εκεί Εκκλησίαν, την οποίαν επωνόμασαν των Αγίων Πέτρου και Μάρκου των Αποστόλων, και όχι της Θεοτόκου, ως έπρεπε, δια να μη καταλάβουν οι άνθρωποι την υπόθεσιν. Εκεί δε εις τον ναόν αυτόν έκρυψαν αυτό το θείον μυστήριον, φροντίζοντες με πολλήν επιμέλειαν να μη λείψη από την Εκκλησίαν εκείνην η ιερά υμνωδία και φωτοχυσία ουδέποτε. Ούτω λοιπόν τελέσαντες, έκρυψαν ολίγον καιρόν το θείον τούτο μυστήριον. Αλλ’ ο κρατήρ της χάριτος υπερεξεχείλισε και εξεχύνετο, και δεν άφησεν η πληθύς των θαυμάτων, τα οποία καθ’ εκάστην εγίνοντο, να κρύπτεται πλέον τοιούτος θησαυρός πολυτίμητος. Όθεν οι δύο αδελφοί εξ ανάγκης ανήγγειλαν προς τον βασιλέα καταλεπτώς την υπόθεσιν άπασαν, όστις ακούσας τοιούτον χαρμόσυνον και πανευφρόσυνον μήνυμα εχάρη υπερβαλλόντως, και με πολλάς τιμάς ετίμησε τον Γάλβιον και Κάνδιδον, μακαρίζων αυτούς, διότι τους ηξίωσεν ο Θεός να υπηρετήσουν τοιούτο μυστήριον. Πορευθείς όθεν ευθύς επροσκύνησαν μαζί με την βασίλισσαν Βερίναν την Αγίαν Εσθήτα με θερμότατα δάκρυα, και έκτισαν εις εκείνον τον τόπον Ναόν ωραίον στολίσαντες αυτόν πλουσιοπαρόχως, εις το όνομα και προς δόξαν της Θεομήτορος, και κατασκευάσαντες κουβούκλιον με χρυσίον άδολον, εφύλαξαν εις αυτό την θείαν εκείνην Εσθήτα με φόβον πολύν και δάκρυα, τον οποίον Ναόν ετίμησαν με πλούσια δώρα και βασιλικά εισοδήματα. Εις αυτόν τον Ναόν ευρίσκετο η αγία σορός, ήτοι το κιβώτιον εντός του οποίου ήτο αποτεθησαυρισμένη η τιμία Εσθής και  το άγιον Παλλίον, ήτοι το επανωφόριον της Θεομήτορος. Περιτυλίξας δε την Εσθήτα ο βασιλεύς με πορφυρίδα βασιλικήν, έβαλεν αυτήν εντός άλλου μικρού κιβωτίου εξ ηλέκτρου (κεχριμπαρίου), και εσφράγισεν αυτό με βασιλικάς σφραγίδας. Το μικρόν δε αυτό κιβώτιον είναι μέχρι της σήμερον φυλακτήριον της βασιλίδος των πόλεων, και διωκτήριον πάσης ασθενείας και πολεμίων εχθρών. Όσους δε χρόνους έζησαν οι ευσεβείς εκείνοι βασιλείς, ο Λέων και η Βερίνα οι αξιοϋμνητοι, έτι δε και οι δύο αυτοί αδελφοί, οι τοσαύτης κοινής μακαριότητος πρόξενοι, δεν έλειψαν από τον θαυμάσιον εκείνον Ναόν δοξολογούντες και ευχαριστούντες τον Κύριον και την Δέσποιναν, ήτις τους ηξίωσε και απήλαυσαν τοιούτον πλούτον πολύτιμον. Ωσαύτως και οι μεταγενέστεροι βασιλείς τε και άρχοντες, και ο κοινός λαός διαπαντός άπαντες συνέτρεχον εις τον Ναόν αυτόν με πολλήν ευλάβειαν προσευχόμενοι δια τας θαυματουργίας, τας οποίας πολλάκις ετέλεσε και τελεί καθ’ εκάστην η παντοδύναμος Δέσποινα, περισκέπουσα και διαφυλάττουσα την Πόλιν ταύτην από διαφόρους κινδύνους και πολέμους, λιμούς και λοιμούς, και από άλλα πολλά εναντία και λυπηρά συναντήματα. Αλλά αφήνοντες τα παλαιά και πρότερα θαυμασιουργήματα, όσα έκαμεν η Παντάνασσα, καθώς εις διαφόρους βίβλους αναγινώσκονται, ας γράψωμεν μόνον τούτο το ύστερον, το οποίον με τους οφθαλμούς μας είδομεν, και ούτω να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως. Όταν επολιόρκησαν κατά την τελευταίαν φοράν την Κωνσταντινούπολιν οι πολέμιοι και περιεκύκλωσαν τα τείχη, αφού συνεσκέφθησαν, απεφάσισαν τινές Χριστιανοί να αφαιρέσουν από τον Ναόν αυτόν των Βλαχερνών το χρυσίον και το αργύριον, με τα οποία ήτο ο Ναός εστολισμένος, δια να μη το αρπάσουν οι φιλοχρήματοι βάρβαροι. Αφ’ ου λοιπόν αφήρεσαν όλον τον στολισμόν της Εκκλησίας, ετόλμησαν δια την ανάγκην να εγγίσουν και εις την Αγίαν Σορόν. Την οποίαν ανοίξαντες, ήτοι την χρυσήν, εύρον μέσα εις αυτήν και την μικράν σορόν, ήτοι το εξ ηλέκτρου κιβώτιον, όπερ ήτο εις την χάριν και ωραιότητα θαυμάσιον και λαμπρότατον. Και ανοίξαντες αυτό ανεδόθη τόση ευωδία μύρων, ώστε εγέμισεν όλη η Εκκλησία. Εύρον δε εντός αυτού και το τεμάχιον εκ της βασιλικής αλουργίδος με το οποίον είχον περιτυλίξει την αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος. Με το σημείον αυτό εφάνη, ω του θαύματος! το αψευδές του μυστηρίου και της Θεοτόκου η δύναμις. Ότι η μεν βασιλική αλουργίς, ήτις ήτο και μεταξωτή, ευρέθη από την πολυκαιρίαν εφθαρμένη και άχρηστος· η δε θεία Εσθής, ήτοι της Θεοτόκου το ένδυμα, όπερ ήτο μάλλινον (το δε έριον γίνεται από την βρώσιν εις εξ μήνας σητόβρωτον), ήτο όλον και το στημόνιον και το υφ΄διον άφθαρτον και ομόχροον, μαρτυρούν το απαθές της Θεοτόκου και αδιάφθορον. Ούτω κατά αλήθειαν έπρεπε να διαφυλαχθή το ιμάτιον της Παναγίας αδιάφθορον, καθώς Αυτή έχει την ψυχήν και το σώμα, και τον λογισμόν, και το ήθος, και τον λόγον και τον τρόπον, και τα λοιπά κθαρά τε και αδιάφθορα. Ότι εάν η σκιά του Απ. Πέτρου και του Παύλου, το αίμα και τα σουδάρια έλαβον τόσον αγιασμόν, και ιάτρευον τους αρρώστους, πόσην χάριν έπρεπε να έχη της Θεοτόκου το πανάγιον φόρεμα, με το οποίον όχι μόνον αυτή η Δέσποινα εσκεπάσθη, αλλά και τον Δεσπότην ενίοτε ή και πολλάκις, όταν ήτο νήπιον, ετύλιξε μητροπρεπώς και τον εγαλούχησε. Πρεπόντως λοιπόν έμεινεν αυτό το θείον ιμάτιον απαθές τε και αδιάφθορον, δια να κηρύττεται με την θαυματουργίαν ταύτην της αφθορίας και με τα άλλα τερατουργήματα, όσα τελεί καθ’ εκάστην, ιατρεύον πάσαν ασθένειαν, και να φαίνεται με τα σημεία ταύτα η αφθαρσία της Θεοτόκου και η απάθεια σαφέστατα. Ταύτα βλέπων ο Πατριάρχης, από την χαράν του ένθους γενόμενος, δεν έκρυψε το μυστήριον, δεν αφήκεν αμάρτυρον τον πλούτον της χάριτος, αλλά εμήνυσεν εις τον βασιλέα και ήλθεν εκεί με όλην την Σύγκλητον και τότε τρέμοντες όλοι και κλαίοντες, οι τε Αρχιερείς, ο αυτοκράτωρ και οι επίλοιποι, επροσκύνησαν ως έπρεπε με πολλήν ευλάβειαν το ιερόν Κιβώτιον. Επειδή δε δια τον φόβον των πολεμίων δεν είχον τότε την δυνατότητα να προσκυνήση και ο κοινός λαός, καθώς εδέοντο προς τον βασιλέα με δάκρυα, τους υπεσχέθη εις ολίγας ημέρας, όταν λυτρωθώσιν από τον κίνδυνον, ν την εξαγάγη ο Πατριάρχης από το κιβώτιον και να την ασπασθούν όλοι εις αγιασμόν της ψυχής και ίασιν· ούτω δε ησύχασαν. Κλείσαντες όθεν πάλιν το κιβώτιον το απέθεσαν εις το Άγιον Βήμα της Μεγάλης Εκκλησίας. Μετ’ ολίγον καιρόν, όταν έκαμε μεγάλην θαυματουργίαν η παντοδύναμος Δέσποινα και εσκόρπισαν οι βάρβαροι, επρόσταξεν ο βασιλεύς κήρυκα και έδωκεν εντολήν να συναχθή ο λαός την ορισθείσαν ημέραν, ίνα ασπασθούν την αγίαν Εσθήτα της Θεοτόκου, καθώς τους υπεσχέθη· τόσος δε λαός συνήχθη την ορισθείσαν ημέραν, άνδρες τε και γυναίκες, ώστε δεν έμεινε καν μία αρχόντισσα εις τον οίκον της, δια την αγάπην και τον πόθον, τον οποίον είχεν όλη η Πόλις προς την Παρθένον και Θεομήτορα, ήτις εβοήθησε και ουδείς άνθρωπος εφονεύθη. Διότι εις άλλας περιπτώσεις, όταν συνήγοντο οι άνθρωποι δια τινα υπόθεσιν, εφονεύοντο τινές από τον συνωστισμόν, ενώ τότε δεν απέθανε καν ένα παιδίον με την θείαν βοήθειαν. Όταν λοιπόν συνήχθησαν άπαντες Αρχιερείς, Ιερείς και Μονάζοντες και οι λαϊκοί μικροί και μεγάλοι, άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, εποίησαν πρότερον αγρυπνίαν εις τον Ναόν του Αγίου Λαυρεντίου όλην την νύκτα ψάλλοντες, εκεί δε είχον την αγίαν εκείνην σορόν, εντός της οποίας ήτο η Εσθής της Παναγίας, και την ησπάζοντο ο λαός όλος, καταφιλούντες το κιβώτιον έξωθεν. Κατά δε την πρωϊαν την εσήκωσεν ο Πατριάρχης ασκεπής, και ο πιστότατος βασιλεύς εκράτει την ουρανίαν (Ombrella) ασκεπής και αυτός, περιπατών χωρίς στέμμα με πολλήν ταπείνωσιν, με κόπον των πολύν και ιδρώτα από το πλήθος του λαού, όστις ηκολούθει, και κράζοντες όλοι το «Κύριε, ελέησον», έφθασαν εις τον Ναόν των Βλαχερνών. Τότε αποθέσας ο Πατριάρχης τον θησαυρόν όπου εσήκωνεν, έπεσεν εις την γην πρηνής και έκειτο ώραν πολλήν με δάκρυα θερμά προσευχόμενος. Έπειτα εσηκώθη, και ανοίξας την αγίαν θήκην, τρέμων από τον φόβον του, εξήγαγε το άγιον εκείνο φόρεμα, και το εσήκωσεν εις τόπον υψηλόν ιστάμενος, δια να τον ίδουν άπαντες, οίτινες έκραζον όλοι το «Κύριε, ελέησον». Τόσα δε δάκρυα έχυσαν, ώστε υγράνθη όλον το έδαφος· είτα πάλιν εφύλαξεν αυτό εις την θήκην· και λειτουργήσας ο Πατριάρχης, εκοινώνησεν ο βασιλεύς, και όσοι άλλοι ήσαν άξιοι· ούτω δε απήλθον εις τας οικίας αυτών, ευχαριστούντες τον Κύριον. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις αιώνα τον ατελεύτητον. Αμήν. 

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ του θαυματουργού και των συν αυτώ.                                                                                                                     

Κωνσταντίνος ο Μάρτυς και οι συν αυτώ αθλήσαντες Μάρτυρες κατήγοντο από διάφορα μέρη, εις δε τον αριθμόν ήσαν τριακόσιοι. Απήλθον δε εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ δια να προσκυνήσουν, και αφ’ ου επροσκύνησαν όλα τα αγιάσματα εξήλθον από την Ιερουσαλήμ, και ανεχώρησαν εις την έρημον του Ιορδάνου, και εκεί διέτριβον. Ελθόντες δε μια των ημερών όλοι εις το επίνειον Ιόππην, εύρον πλοίον, εις το οποίον επεβιβάσθησαν και πλέοντες έφθασαν εις την περίφημον νήσον Κύπρον, εις τον λιμένα της Πάφου. Όμως το πλοίον, κλυδωνιζόμενον από δυνατόν και μεγάλον άνεμον, συνετρίβη, οι δε Άγιοι θεί χάριτι διεσώθησαν όλοι αβλαβείς, και διεμοιράσθησαν εις όλην την νήσον της Κύπρου. Ο δε Άγιος Κωνσταντίνος, μετ’ άλλων τριών, ήλθον εις μέρος τι, λεγόμενον της Τραχειάδος, και περιήρχοντο αποστολικώς την χώραν, κηρύσσοντες τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Ακούσας τούτο ο ηγεμών της Κύπρου, Σαβίνος ονόματι, διέταξε να προσαχθώσιν ενώπιόν του, οι δε Άγιοι εξετασθέντες ωμολόγησαν τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Επειδή δε ηρνήθησαν να υποταχθώσιν εις τα κελεύσματα του ηγεμόνος και να αρνηθώσι τον Χριστόν, δέρονται με ωμά βούνευρα, έπειτα εγκλείονται εις φυλακήν. Την άλλην ημέραν ο ηγεμών διέταξε να τους παρουσιάσουν και πάλιν προ αυτού. Επειδή δε και πάλιν δεν επείθοντο να θυσιάσουν εις θεόν αλλότριον, προστάσσει να τους κρεμάσουν κατακέφαλα, και να καταξέουν τας σάρκας αυτών μέχρις ότου εκοκκίνισεν όλη η γη από το χυθέν αίμα των. Έπειτα πάλιν απλώνονται εις πυρακτωμένας σιδηράς πλάκας, και τούτου γενομένου έμεινν με την χάριν του ζωοδότου Χριστού αβλαβείς. Μετά δε ταύτα ενεκλείσθησαν και πάλιν εν φυλακή και μετά παρέλευσιν ημερών τινων, προστάξει του ηγεμόνος, ήγαγον αυτούς επί του βήματος· ακριβώς δε εξετάσας ο ηγεμών και ευρών αυτούς αμετασαλεύτους, μάλλον δε σταθερωτέρους εις την του Χριστού πίστιν, έδωκε την απόφασιν, και απέκοψαν τας τιμίας κεφαλάς αυτών. Τινές δε ευλαβείς Χριστιανοί δια νυκτός παρέλαβον τα σώματα των Αγίων και τα ενεταφίασαν εντίμως εις εν χωρίον λεγόμενον Ορμήδιαν. Μετά χρόνους ικανούς εφανερώθησαν τα άγια αυτών λείψανα ως πηγή βρύουσα άφθονα ιάματα, ώστε καθ’ εκάστην άπειρα θαύματα ετέλουν και διαφόρους νόσους και πάθη εθεράπευον, και κωφοί παραυτίκα την ιατρείαν ελάμβανον δι’ ενεργείας των αγίων λειψάνων· προς τούτοις ο ηγεμών της Κύπρου του τότε καιρού, πάσχων εκ δυσεντερίας και κωφότητος, προήλθε με πόθον εις τα των γίων λείψανα, και ω του θαύματος! εν τω άμα έλαβε την υγείαν του και εδόξαζε τον Θεόν, τον δοξάζοντα τους αυτόν αντιδοξάζοντας, και εκχέοντας το αίμα αυτών δι’ αυτόν, ο οποίος άρχων, επειδή ιατρεύθη και από τας δύο νόσους, εξ ων έπασχεν, την δυσεντερίν, λέγω, και την κωφότητα, έκτισεν Εκκλησίαν μεγάλην εκ θεμελίων εις το όνομα του Αγίου Κωνσταντίνου του θαυματουργού, καθώς το μαρτυρεί και ο τάφος του, όστις ευρίσκεται εις το δεξιόν μέρος του αγίου Βήματος της Εκκλησίας, εις δόξαν και ύμνον του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού· γινώσκετε προσέτι, φιλευσεβείς Χριστιανοί, ότι όσοι ασθενείς προσέρχονται με πολλήν και μεγάλην ευλάβειαν ιατρεύονται από κάθε είδους ασθένειαν, δια πρεσβειών και ικεσιών του Αγίου ενδόξου και μεγαλομάρτυρος Κωνσταντίνου. 

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017

Του Οσίου ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΕΤΡΟΥ του Πατρικίου, του γενομένου εν τοις Ευάνδρου.                                                                                             

Πέτρος ο Όσιος πατήρ ημών έζησε κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου και Ειρήνης της ευσεβεστάτης Αυγούστης εν έτει ψπ΄ (780), υιός γονέων μεγαλοπρεπών και ενδόξων. Επειδή ο πατήρ του ήτο Πατρίκιος του Βασιλέως και στρατηγός, Κωνσταντίνος ονομαζόμενος. Εκ νεαράς ηλικίας φοιτών ο Άγιος εις τα σχολεία, εσύναξεν εις την ψυχήν του ως μέλισσα όλα τα κάλλιστα μαθήματα της Γραμματικής και Φιλοσοφίας. Έπειτα συζευχθείς γυναίκα νόμιμον, ετιμήθη και έγινε Δομέστικος των σχολών και Πατρίκιος, αφού ο πατήρ του απέθανεν. Όταν δε ο Νικηφόρος Πατρίκιος έγινε Βασιλεύς εν έτει ωβ΄ (802), κατέστησε τον Όσιον τούτον Δομέστικον των Κανάτων, και παρέλαβεν αυτόν μεθ’ εαυτού εις Βουλγαρίαν, όπου επολέμει κατά των Βουλγάρων. Συγκροτηθέντος λοιπόν του πολέμου, ενίκησαν μεν οι Ρωμαίοι, συνελήφθη όμως ούτος ο Όσιος υπό των Βουλγάρων μετά πεντήκοντα αρχόντων και ερρίφθη εν τη φυλακή, ίνα τιμωρηθή· εφάνη όμως ο Άγιος Ιωάννης, ο επιστήθιος και Ευαγγελιστής, και ηλευθέρωσε αυτόν από τα δεσμά και τον συνώδευσε μέχρι της γης των Ρωμαίων. Έκτοτε λοιπόν, καταφρονήσας ο μακάριος ως σκύβαλα όλα τα του κόσμου, ανέβη εις το όρος του Ολύμπου, και ενδυθείς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών μετά του Οσίου και μεγάλου Ιωαννικίου, εγυμνάσθη εις πάσαν αρετήν. Αφού δε εκεί διήλθε τριάκοντα τέσσαρα έτη, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν και έπειτα απήλθεν εις τον παρ’ αυτού κτισθέντα Ναόν τον καλούμενον του Ευάνδρου· επειδή δε η γυνή του και ο υιός του είχον αποθάνει, αυτός έκτισε μικράν καλύβην και διήλθεν εν αυτή οκτώ έτη. Ούτος ο Όσιος εφόρει τρίχινα φορέματα εις σκέπην του σώματος, υποδήματα δε εις τους πόδας δεν εφόρεσεν ο αοίδιμος καθ’ όλον τον χρόνον της ασκήσεώς του και εξήρανε το σώμα του με νηστείας και αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας. Καλώς λοιπόν και θεαρέστως πολιτευσάμενος ανεπαύθη εν Κυρίω· λέγουσι δε, ότι ο Όσιος ούτος, υπό το τρίχινον φόρεμα, ήτο ενδυμένος άλλο πεπλεγμένον εκ ψάθης, μετά του οποίου και ενεταφιάσθη.