Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Παγκράτιος Επίσκοπος Ταυρομενίας

Τη Θ΄ (9η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ Επισκόπου Ταυρομενίας.                                                                                                                                                  

Παγκράτιος ο Άγιος Ιερομάρτυς, ο Επίσκοπος Ταυρομενίας, έσχε γονείς καταγομένους από τα όρια της Αντιοχείας, οίτινες ήκμαζον κατά τον καιρόν όπου συγκατέβη ο Υιός και Λόγος του Θεού και εγένετο δια τον άνθρωπον άνθρωπος, ο φιλάνθρωπος. Ούτοι ακούσαντες τα εξαίσια θαυμάσια, τα οποία ετέλει ο Δεσπότης Χριστός εις τα Ιεροσόλυμα, μετέβησαν εκεί ομού μετά του υιού των Παγκρατίου και ακούοντες την γλυκυτάτην διδαχήν του Σωτήρος επίστευσαν εις Αυτόν και βαπτισθέντες εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, επέστρεψαν εις τον οίκον των, αινούντες τον Κύριον. Μετά δε πολύν καιρόν, ζήσαντες ευσεβώς, ετελεύτησαν, ο δε Παγκράτιος έμεινεν εις τον οίκον των, προκόπτων εις σοφίαν και σύνεσιν και εις μελέτην των θείων Γραφών και ανάγνωσιν. Μετά δε την Ανάληψιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κηρύττων ο Απόστολος Πέτρος εις τας πόλεις και χώρας τον λόγον του Θεού, ήλθε και εις τα μέρη του Πόντου, όπου ο Παγκράτιος υπεδέχθη αυτόν ασμένως ως Απόστολον του Σωτήρος Χριστού και εφιλοξένησε πλουσιοπαρόχως μεθ’ όλης αυτού της συνοδείας. Εκ της διδασκαλίας του Αγίου Αποστόλου Πέτρου επίστευσαν πολλοί, τους οποίους και εβάπτισε μεθ’ όλων των υπηρετών του Παγκρατίου, χειροτονήσας Επίσκοπον ένα σοφώτατον και ευλαβή Χριστιανόν, Μαξιμίνον ονόματι. Ο δε Παγκράτιος έδωσεν όλην του την περιουσίαν ως ελεημοσύνην εις τους πτωχούς και το υπόλοιπον εδώρησεν εις τους δούλους του, ειπών· «Ιδού χαρίζω εις σας την ελευθερίαν και όλα μου τα υπάρχοντα τα ευρισκόμενα εις τον οίκον μου, ήτοι χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ιμάτια και άπαντα τα ακίνητά μου, αμπελώνας και χωράφια. Ο Δεσπότης μας Χριστός να σας στηρίξη εις τον φόβον Αυτού, διότι εγώ αναχωρώ μετά του Αποστόλου, ίνα κηρύξωμεν το άγιον Ευαγγέλιον». Ταύτα καλώς οικονομήσας ο πάνσοφος, έπεσεν εις τους πόδας του θείου Αποστόλου Πέτρου, ειπών: «Εις χείρας Θεού και εις την ψυχήν σου, Απόστολε του Χριστού, παραδίδομαι». Ο δε Πέτρος εδίδαξε τους πιστεύσαντας να φυλάττουν την ευσέβειαν ανόθευτον και το Άγιον Βάπτισμα αμόλυντον. Να υπομένουν πάσαν κακοπάθειαν δια την πίστιν και αυτόν τον θάνατον, δια την Βασιλείαν των ουρανών. Με τούτον και άλλους σωτηρίους λόγους αφού εστήριξεν αυτούς αρκετά, κατήλθε μετά του Παγκρατίου εις την θάλασσαν και ευρόντες πλοίον ανεχώρησαν εις Αντιόχειαν. Εις ταύτην εύρον ένα των Αποστόλων απεσταλμένον από τα Ιεροσόλυμα, Μαρκιανόν ονόματι, όστις επέστρεψε πολλούς εις την ευσέβειαν. Τούτους βαπτίσας ο Πέτρος, εστερέωσε δια της διδαχής και πολλά θαυμάσια έκαμε, θεραπεύων πάσαν ασθένειαν και διώκων από τους ανθρώπους δαιμόνια. Έπειτα είπε προς τους Μαρκιανόν και Παγκράτιον· «Λάβετε, τέκνα μου, και σεις τον κλήρον της Επισκοπής και υπάγετε εις τα μέρη της Δύσεως, ίνα κηρύξετε τον Χριστόν, καθώς γνωρίζετε». Χειροτονήσας δε αυτούς Επισκόπους τους απέλυσε. Κατελθόντες όθεν εκείνοι εις τον αιγιαλόν, κατ’ οικονομίαν Θεού εύρον δύο πλοία από την Σικελίαν, άτινα ήσαν έτοιμα να αναχωρήσωσι και ανήγγειλαν τούτο εις τον Απόστολον. Όστις κατελθών εις τα πλοία συνωμίλησε μετά των ναυτών, οίτινες ιδόντες τους Αποστόλους ενδεδυμένους την άνωθεν δόξαν, ηυλαβήθησαν αυτούς. Αφού δε ήκουσαν τον λόγον του Θεού, επεφοίτησεν εις αυτούς η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και πιστεύσαντες εβαπτίσθησαν άπαντες. Αποχαιρετήσαντες λοιπόν τον Πέτρον εν αγίω φιλήματι, ο μεν Μαρκιανός εισήλθεν εις το πλοίον του Ρωμύλου, εις δε το του Λυκαονίδου ο Παγκράτιος. Μεθ’ ημέρας τινάς έφθασεν ο Παγκράτιος εις ένα τόπον της Σικελίας καλούμενον Φάλκωνα, όπου ήτο κήπος παλαιός μιας γυναικός, Φαλκωνίλας ονόματι, ήτις εγέννησεν υιόν και τον ωνόμασε Φάλκωνα. Ούτος ήτο πολύ ωραίος. Διερχόμενος δε τον κήπον, απέθανεν αιφνιδίως και ενεταφίασαν αυτόν εκεί, κτίσαντες επ’ ονόματι αυτού ναόν μέγαν και ωραιότατον. Επί δε του τάφου του Φάλκωνος έστησαν είδωλον μέγα πελεκητόν, λίθινον, όπερ ωνόμασαν θεόν Φάλκωνα και προς το οποίον εθυσίασαν τρεις νέους και εβδομήκοντα τρεις μόσχους εκλεκτούς, έκτοτε δε κατ’ έτος ετέλουν οι πεπλανημένοι ταύτην την μιαράν θυσίαν, οι μιαροί εις τους μιαρούς δαίμονας. Ως δε εξήλθεν από το πλοίον ο ιερός Παγκράτιος και εστάθη, κρατών ως ράβδον ένα Σταυρόν, εφώναξαν οι δαίμονες, οίτινες κατώκουν εντός του ειδώλου και, σείοντες τούτο ισχυρώς, έλεγον ταύτα κλαίοντες· «Ω θεέ Φάλκων, πυρ έφθασε δια να σε αποσυνθέση. Ο Υιός του Θεού, ο γεννηθείς από την Παρθένον Μαρίαν, έστειλεν εδώ ρομφαίαν, ως αστραπήν, ήτις τον μεν τόπον όλον τούτον εφώτισεν, ημάς δε εφόβησεν. Ω Λυκαονίδη, πως τον έφερες εδώ και δεν κατεκάη το πλοίον σου»; Τότε ο Παγκράτιος εσημείωσεν επ’ αυτού το σημείον του Σταυρού, ορκίζων τους δαίμονας να παύσουν τας φωνάς και τους θορύβους και οι δαίμονες ευθύς εσιώπησαν. Τότε ο Λυκαονίδης είπε προς τον Παγκράτιον· «Μη πλησιάσης εις τον ακάθαρτον αυτόν Φάλκωνα, διότι πολλούς εθανάτωσεν». Ο δε ιερός Παγκράτιος απεκρίθη· «Ημείς έχομεν την χάριν του Αγίου Πνεύματος κι δεν φοβούμεθα δαίμονας. Ελθέ όθεν μεθ’ ημών δια να ίδης την δόξαν του Θεού και την απώλειαν του Φάλκωνος». Κρατών δε εις χείρας τον Σταυρόν, το ιερόν Ευαγγέλιον και την εικόνα του Δεσπότου Χριστού, επλησίασε προς τον μιαρόν βωμόν και στραφείς κατ’ Ανατολάς εδεήθη προς τον αληθινόν Θεόν, να του δώση σοφίαν και δύναμιν, ίνα επιστρέψη τους εγχωρίους εις την ευσέβειαν, να εκδιώξη εκείθεν τους δαίμονας. Μετά δε την ευχήν, εβόησεν ειπών· «Ορκίζω σας εις την Αγίαν Τριάδα, ακάθαρτοι δαίμονες, να σηκώσετε τον αναίσθητον Φάλκωνα και τον βωμόν όλον καθώς ευρίσκεται και να ρίψετε μακράν εις το πέλαγος έως τριάκοντα στάδια, μετ’ αυτών δε να βυθισθήτε και σεις». Ευθύς δε με τον λόγον του Αγίου, ω του θαύματος!  μέγας κτύπος ηκούσθη και εφάνησαν οι δαίμονες ως πλήθος κοράκων και γυπών, οίτινες αρπάσαντες το είδωλον, έρριψαν τούτο εις την θάλασσαν. Ο Λυκαονίδης τότε εθαύμασεν. Έπειτα εζήτησεν από τον Άγιον συγχώρησιν δια να μεταφέρη τα δώρα εις τον ηγεμόνα της νήσου, Βονιφάτιον καλούμενον και εις τον πολιτάρχην Αυρηλιανόν, καθώς ήτο συνήθεια. Είπε τότε προς αυτόν ο Άγιος· «Ύπαγε εις ειρήνην και βλέπε, μη σε χωρίση τις από την αγάπην του Χριστού». Απελθών δε ο Λυκαονίδης παρέδωκεν εις τον ηγεμόνα δώρα πολύτιμα. Ο δε ηγεμών, δεχθείς ταύτα, ηρώτησεν αυτόν δια τα μέρη της Ανατολής και πως διάγουσιν οι εκεί άρχοντες. Ο Λυκαονίδης τότε απεκρίθη· «Μεγάλην ειρήνην έχουσιν όλαι αι επαρχίαι. Διότι η ειρήνη του μεγάλου και αληθινού Θεού επεσκίασεν αυτάς και σώζει τους εις Αυτόν πιστεύοντας». Διηγήθη δε εις τον ηγεμόνα το μέγα θαύμα, όπερ ετέλεσεν ο Άγιος και εκήρυξε τον Χριστόν, διηγούμενος άπαντα όσα είδε και ήκουσε λεγόμενα παρά του Παγκρατίου. Ενώ δε συνωμίλουν, ήλθον εκεί άπαντες οι μιαροί ιερείς, ολολύζοντες και εφώναζον ατάκτως λέγοντες· «Μέγα κακόν μας συνέβη, ηγεμών κράτιστε, διότι ο ποθητός μας θεός Φάλκων εξηφανίσθη μεθ’ όλου του περιφήμου ναού, εις σημείον ώστε ουδέ καν ο τόπος του θυσιαστηρίου φαίνεται πλέον». Είπε τότε ο Βονιφάτιος· «Ιερείς των μεγάλων θεών της Ταυρομενίας, υπάγετε και εξετάσατε ακριβώς μήπως οι θεοί ήθελον περισσοτέραν θυσίαν και δι’ αυτό σας κατεφρόνησαν και ανεχώρησαν εις άλλον τόπον, θέλω δε και εγώ εξετάσει πως συνέβη τούτο το γεγονός». Ταύτα δε ειπών απέλυσεν αυτούς, και ηρώτα πάλιν τον Λυκαονίδην δια τον Χριστόν, διότι πολλήν ευφροσύνην ελάμβανεν η ψυχή αυτού, ακούοντος τους λογους του σωτηρίου Ευαγγελίου. Διηγήθη τότε ο Λυκονίδης λεπτομερώς τα όσα ήκουσε δια τον Δεσπότην Χριστόν και δια τον Πέτρον και τον Παγκράτιον και πως ούτος επρόσταξε τους δαίμονας και εβύθισαν τον βωμόν και το είδωλον. Ο δε άρχων, ακούσας ταύτα, εχάρη και είπε· «Παρακαλώ σε, φίλε μου, ύπαγε να προσκυνήσης εκ μέρους μου τον Άγιον Παγκράτιον και παρακάλεσον αυτόν να έλθη εδώ, ίνα και εγώ γνωρίσω ένα τοιούτον σεβάσμιον άνδρα». Ο δε Λυκαονίδης απεκρίθη· «Άκουσον, κύριέ μου, εάν αγαπάς τον Χριστόν, πρόσταξε τους κήρυκας να διαλαλήσουν εις την πόλιν όλην και τα περίχωρα, ότι επιθυμείς να κάμης εορτήν εις τον ιππόδρομον και να καταγράψης όλους τους ιππείς, δια να συναχθούν άπαντες. Τότε, με την πρόφασιν ταύτην, έρχεται εκεί και ο μέγς Παγκράτιος». Ήρεσεν ο λόγος ούτος εις τον άρχοντα και έστειλεν ευθύς διάταγμα εις όλην την επαρχίαν του. Συνεκεντρώθησαν δε έως διακόσιαι χιλιάδες ανδρών και εφίλευσε τους χιλιάρχους και τους εκατοντάρχους εν πλουσιωτάτω δείπνω. Το πρωϊ μετέβησαν άπαντες εις το πεδίον. Ο δε Λυκαονίδης μετέβη εις τον Παγκράτιον και ανήγγειλεν εις αυτόν την πολλήν του ηγεμόνος ευλάβειαν και ότι επεθύμει να ίδη αυτόν, ίνα συνομιλήσωσιν. Αλλ’ ο Παγκράτιος δεν μετέβη προς τον ηγεμόνα δια την σύγχυσιν του λαού, ειπών εις τον Λυκονίδην να φέρη κατά το εσπέρας εκεί τον ηγεμόνα, όταν θα ετελείωνον την πανήγυριν. Ούτω και εγένετο. Όταν λοιπόν μετέβη ο ηγεμών εις συνάντησιν του Παγκρατίου, εύρεν αυτόν ενδεδυμένον την ιερατικήν στολήν επί θρόνου καθεζόμενον, έχοντα προ αυτού την εικόνα του Χριστού και τον Σταυρόν. Ιδών τότε αυτόν εν τοσαύτη δόξη, έπεσεν επί πρόσωπον και τον επροσκύνησε, διότι είδε φως θείον, όπερ περιεκύκλωνε τον Άγιον. Ο δε Άγιος ήγειρεν αυτόν και ησπάσατο. Εγερθείς δε ο ηγεμών, όλος έντρομος ανέκραξε· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών! Πιστεύω εις Σε Ιησού Χριστέ, Θεέ αληθέστατε». Τότε ο Άγιος ηυλόγησεν αυτόν σταυροειδώς και επρόσταξε να καθήση πλησίον του. Ο δε ηγεμών έλεγε· «Πώς να σε πλησιάσω, αφού βλέπω φλόγα περικυκλούσάν σε»; Εννοήσας τότε ο Άγιος, ότι το φως τούτο ήτο η χάρις του Αγίου Πνεύματος δια την ιεράν στολήν, με την οποίαν ήτο ενδεδυμένος, επρόσταξε να εξέλθουν άπαντες και να επιστρέψουν μετ’ ολίγον, όταν δε έμεινε μόνος εξεδύθη τα ιερά ιμάτια. Τότε ο Βονιφάτιος δεν έβλεπε πλέον το φως. Όθεν εκάθησε πλησίον του Αγίου Παγκρατίου και ήκουσε τους σωτηρίους λόγους αυτού. Μετά ταύτα εδείπνησαν μετρίως ό,τι ο Θεός εξαπέστειλε. Και τότε είπεν εις αυτούς ο Άγιος· «Εφιλεύθημεν σωματικώς, ας φιλευθώμεν και πνευματικώς, τέκνα μου». Εισελθών τότε εις το εσωτερικόν δωμάτιον, ενεδύθη τα ιερά άμφια. Όταν δε έφθασεν εις την δοξολογίαν του Τρισαγίου, ω του θαύματος! Ήνοιξεν η στέγη του οίκου και ήλθε φως μέγα ως αστραπή. Όθεν εκ του φόβου έπεσον όλοι κατά γης. Ο δε Άγιος τους ανήγειρε και είπε· «Μη φοβείσθε. Διότι ο Χριστός ήλθε να φωτίση τας καρδίας σας, ίνα τον γνωρίσητε». Τότε έλαβεν εν Ευαγγέλιον γεγραμμένον εις την εβραϊκήν, επί του οποίου ήσαν ιστορημένα τα πάθη και τα μυστήρια του Σωτήρος Χριστού, ήτοι η Γέννησις, η Βάπτισις, η Σταύρωσις, η Ανάστασις και τα επίλοιπα και αναγνώσας τον ιερόν Ματθαίον, εδίδαξεν ικανώς τον άρχοντα μέχρι του μεσονυκτίου. Τότε ο άρχων, ευχαριστήσας τον Άγιον, ωμολόγησεν ότι εξ όλης καρδίας επίστευεν εις τον Δεσπότην Χριστόν και ούτω προσκυνήσας αυτόν και λαβών συγχώρησιν ανεχώρησε. Μετά ταύτα ο Λυκαονίδης είπε προς τον Άγιον· «Ο άρχων είπε να μεταβώμεν εις την πόλιν, δια να ευλογήσης το παλάτιον». Ο Άγιος όμως απεκρίθη· «Ναι, τέκνον, αλλ’ οι ακάθαρτοι δαίμονες, θρηνούντες την απώλειάν των, βούλονται να μας πολεμήσουν. Λοιπόν λάβε τούτο το γράμμα και αφού το αναγνώσης πρότερον εις τους άλλους ναούς, απόθεσον αυτό εις τον βωμόν του ακαθάρτου Λύσσωνος». Έλεγε δε το γράμμα ταύτα· «Παγκράτιος δούλος Ιησού Χριστού προς Λύσσωνα τον μιαρόν θεόν των Ταυρομενιτών. Δεχόμενος το γράμμα μου, ανάγνωσον αυτό και εις τους άλλους μιαρούς θεούς και μη κάμετε σύγχυσιν, αλλά ως άλαλοι και κωφοί, ούτω γίνεσθε». Λαβών λοιπόν το γράμμα ο Λυκαονίδης μετέβη και απέθεσε τούτο επί του ειδώλου. Κατά δε την τρίτην ώραν της νυκτός ήλθε φωνή προς τον Άγιον λέγουσα· «Δούλε του Θεού, επράξαμεν ως ώρισες και ανάβηθι εις την πόλιν σου». Τότε ο Άγιος παρέλαβε μετ’ αυτού την συνοδείαν του και μετέβησαν εις τον ηγεμόνα, όστις προϋπήντησεν άπαντας με τιμήν πολλήν και έμειναν εις το πλάτιον ημέρας τεσσαράκοντα. Οι δε ιερείς των ειδώλων συνηθροίσθησαν εις το Πραιτώριον λέγοντες· «Ω ηγεμών, η πανήγυρις του μεγάλου θεού Λύσσωνος πλησιάζει και πρόσταξον άπαντα τον λαόν να προσφέρουν εις αυτόν θυσίαν πλουσίαν, δια να μη θυμωθή και αυτός και φύγη, ως ο Φάλκων». Ο δε ηγεμών είπεν· «Υπάγετε και ετοιμάσατε ως θέλετε». Έπειτα ηρώτησε μυστικώς τον Παγκράτιον, τι να πράξη. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Φυλάττου από την σήμερον και μη θυσιάσης πλέον εις τα κτίσματα, αλλά μένε στερεός εις την πίστιν, εάν ποθής να λάβης το άγιον Βάπτισμα, κτίσε μου δε μίαν Εκκλησίαν δια να τελώ και εγω την θυσίαν μου, επειδή ελπίζω εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ότι θα μας λυτρώση από τους αοράτους εχθρούς». Απεκρίθη τότε προς αυτόν ο άρχων Βονιφάτιος· «Τίμιε πάτερ, έτοιμος είμαι να πράξω ό,τι προστάξης εις εμέ, τον δούλον σου. Μόνον δος μου το σχήμα της Εκκλησίας, όρισον και τον τόπον και εγώ την κτίζω μετά χαράς». Πράγματι μετέβησαν ομού εις μίαν άκραν της πόλεως, προς Ανατολάς, και ο Άγιος εσημείωσε το σχήμα της Εκκλησίας εις τόπον ευάρμοστον. Εντός δε τριάκοντα ημερών απεπερατώθη ο ναός. Μετά δε το πέρας του ναού ο Άγιος Παγκράτιος ετέλεσεν εις αυτόν την θείαν λειτουργίαν. Και όσοι ευρίσκοντο εντός της Εκκλησίας έβλεπον πυρ φοβερόν, ως αστραπήν, φωτίζον όλον τον ναόν, με τρόπον εξαίσιον. Πριν δε εισέτι συμπληρώση ο Άγιος την ιερουργίαν έπεσαν όλοι οι θεοί της Ταυρομενίας και συνετρίβησαν. Αλλ’ οι ιερείς δεν ήσαν εκεί τότε και δεν εγνώριζον τα συμβάντα. Ο δε Άγιος, μετά το κοινωνικόν, εκοινώνησε τους βαπτισμένους δια των Αχράντων Μυστηρίων, τον δε ηγεμόνα δεν εκοινώνησεν. Ούτως ηρώτησεν κρυφίως τον Λυκαονίδην δια τίνα αιτίαν δεν εκοινώνησεν αυτόν και εκείνος είπεν, ότι επειδή ο ηγεμών δεν ήτο ακόμη Χριστιανός τέλειος, δεν ήτο άξιος της ιεράς Μεταλήψεως. Μετά δε την ιερουργίαν ο άρχων προσεκάλεσεν άπαντας εις το παλάτιον, ίνα φιλεύση αυτούς. Καθήσας δε ο Άγιος εις την τράπεζαν, έθεσεν εις το δεξιόν μέρος αυτού τον Λυκαονίδην και εις το αριστερόν τον ηγεμόνα, καθώς έπραττε και άλλοτε και ευλογήσας άρτον, εις μνήμην της Υπεραγίας Θεοτόκου, έδωκεν εις όλους και έφαγον. Όταν δε εφιλεύθησαν, απέλυσεν άπαντας. Οι δε μιαροί ιερείς των ειδώλων μετέβησαν εις τους βωμούς, ίνα θυμιάσουν τα ακάθαρτα είδωλα. Μη ευρόντες δε ταύτα, εθρήνουν την απώλειαν των θεών των. Εγένετο δε εις όλην την πόλιν σύγχυσις μεγάλη, συνηθροίσθησαν δε οι πλείστοι εις το παλάτιον, τοιαύτα κραυγάζοντες· «Τι κάμνεις, ανάξιε της ηγεμονίας Βονιφάτιε; Δεν έρχεσαι να ίδης τι έπαθον οι θεοί σου, δεινότατε; Δεν είναι αυτοί, οίτινες σε επλούτισαν τόσον και σε ετίμησαν δια τόσων μεγάλων τιμών; Διατί λοιπόν δεν τους τιμάς πενθών μεθ’ όλων ημών, αλλά κάμνεις εορτάς και χαίρεσαι εις την θλίψιν μας, υπερήφανε»; Ακούσας ο ηγεμών τας ύβρεις του λαού εφοβήθη και αναβάς εις τον υψηλότερον τόπον του Πραιτωρίου μεθ’ εξήκοντα στρατιωτών ενδεδυμένων χρυσοϋφάντους στολάς είπε προς τον λαόν ταύτα με λαλιάν ταπεινήν και ήμερον· «Άνδρες Ταυρομενίται, σοφώτατοι, μη υβρίζετε την ηγεμονίαν αδίκως, μη θυμώνετε παραλόγως με εμέ, όστις ποσώς δεν σας έπταισα. Αλλά κάμετε τούτο, το οποίον σας είπον και άλλην φοράν, όταν απωλέσθη ο Φάλκων. Εύρετε τους σοφωτέρους της βουλής και τους μάλλον εγγραμμάτους και ειπέτε να εξετάσουν εις τας βίβλους σας, έως ότου εύρωσι την αιτίαν, εξ ης έφυγον οι θεοί μας. Ήτις αιτία θα είναι εν εκ των δύο. Ή η ολίγη θυσία, την οποίαν προσεφέραμεν εις αυτούς και ως εκ τούτου μας εμίσησαν ή άλλος θεός ήλθεν εδώ ισχυρότερός των και δυνατώτερος, μη δυνάμενοι δε να εναντιωθούν εις αυτόν από τον φόβον των έπεσον. Όταν δε πληροφορηθώμεν την πραγματικήν αιτίαν, θέλομεν τελέσει το συμφερώτερον. Ήτοι, εάν έφυγον δια τας μικράς θυσίας, να αυξήσωμεν ταύτας όσον θέλουσιν. Αν δε ήλθεν εδώ άλλος Θεός ισχυρότερος, να πιστεύσωμεν εις εκείνον, δια να μη τους έχωμεν ανάγκην εις τίποτε. Μεταβήτε λοιπόν, οι πλέον ευλαβέστεροι εξ υμών, εις τον ναόν εν προσευχή και δεήσει και ερωτήσατε τους θεούς, δια να σας φανερώσουν το αίτιον». Ταύτην την συμβουλήν του άρχοντος όλοι επήνεσαν και εξέλεξάν τινας, οίτινες εγνώριζον μαντείας και οιωνοσκοπίας. Ούτοι ώρισαν τριάκοντα δύο άνδρας εις κάθε θυσιαστήριον, ίνα φωνάζουν επί ώραν πολλήν και ερωτούν. Πράγματι, δαίμων τις, τον οποίον ωνόμαζον Λύσσωνα, απήντησε· «Τι ήλθετε προς με και με εγκωμιάζετε ματαίως; Ό,τι εκάμαμεν έως τώρα, εκάμαμεν, και από σήμερον δεν σας πλανώμεν πλέον. Διότι η Τρισυπόστατος Θεότης επεσκέφθη το ίδιον πλάσμα και έστειλεν ο Θεός τον Λόγον Αυτού, ίνα φωτίση άπαντας». Οι δε περισσότερον βοώντες απεκρίθησαν· «Τι λέγεις, Λύσσων καθαρώτατε; Τις είναι από σε θεός ισχυρότερος»; Ο δαίμων πάλιν απεκρίθη· «Εκείνος όστις έκαμε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και όλον τον κόσμον και τον άνθρωπον έπλασεν, Αυτός και τώρα καθ’ ημών ρομφαίαν πυρίνην απέστειλεν, ήτις κατέστρεψε τον Φάλκωνα, τον Δία και τους λοιπούς θεούς· αλλά και εμέ κατέστησεν από της σήμερον άπρακτον, διότι ο Λυκαονίδης έφερεν εδώ τον μαθητήν του Ιησού». Ταύτα ακούσαντες οι πεπλανημένοι ωδύροντο, διότι απώλεσαν τας ελπίδας των. Εδέοντο δε πάλιν εις τον ανίσχυρον θεόν των να δώση εις αυτούς βοήθειαν. Κάμνοντες δε μαγείας έγραψαν τα ονόματα των ευγενεστέρων της πόλεως, ούτινος τύχη ο κλήρος να θυσιάσωσιν αυτόν, δια να καταπραϋνουν τον δαίμονα. Το πρώτον δε όνομα, όπερ εξήγαγον, έτυχε να είναι το του ηγεμόνος. Τότε εχάρη ο όχλος και σφάζοντες ταύρους και τράγους εγέμισαν τας φιάλας αιμάτων. Λαβόντες δε κλάδους μυρσίνης και δάφνης, έδραμον όλοι προς το παλάτιον και εκραύγαζον ταύτα· «Ω ηγεμών αξιώτατε, ο μέγας θεός Λύσσων εις θυσίαν σε εζήτησε. Διο σε μακαρίζομεν άπαντες, διότι εις τον κόσμον τούτον ήσο καθ’ όλην σου την ζωήν περιφανής και ένδοξος, αλλά και τώρα με την θυσίαν ταύτην γίνεσαι ως ο Λύσσων και ο Ζεύς αθάνατος μετά θάνατον». Ταύτα εκείνοι ειπόντες, έδραμον να ετοιμάσουν τα της θυσίας. Ο δε Βονιφάτιος έσπευσε δρομαίως εις την Εκκλησίαν και πίπτων προ των ποδών του Αγίου διηγήθη την συμφοράν με πικρότατα δάκρυα, ειπών ότι έμελλον να τον θανατώσουν εις θυσίαν του δαίμονος. Είπε τότε προς αυτόν ο Παγκράτιος· «Ύπαγε, τέκνον μου, και μη φοβηθής ουδόλως, διότι εγώ θέλω έλθει μετά σου αύριον εις την θυσίαν, τότε δε θέλετε ίδει άπαντες την δύναμιν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Την ενάτην ώραν της νυκτός ηγέρθη ο Άγιος δια να ψάλη, κατά την τάξιν, την Ακολουθίαν. Οι δε ειδωλολάτραι πάλιν ευρίσκοντο εις μέγαν βωμόν του Λύσσωνος, έχοντες και πάλιν εστημένα τα είδωλα εις τους τόπους των, δια να είπωσιν, ότι αφ’ εαυτών ταύτα ανέστησαν. Όταν όμως ήρχισεν ο Άγιος ψάλλων εις τον ναόν την ακολουθίαν του έπεσαν εις την γην όλα τα είδωλα και συνετρίβησαν . Τότε ο λαός έφευγε περίφοβος και θαυμάζων. Και καθώς οι άνθρωποι επερνούσαν από την Εκκλησίαν, ήκουσαν τον Άγιον ψάλλοντα, έμειναν δε απορούντες εις την μελωδίαν εκείνην, ομοίαν της οποίας άλλην φοράν δεν ήκουσαν, διότι η φωνή του Αγίου ήτο ηδονική και έμμουσος. Η δε Εκκλησία δεν διεκρίνετο, διότι ήτο σκότος γύρωθεν αυτής. Όταν ετελείωσε την ακολουθίαν εξήλθεν ο Άγιος και εκάθησεν εις την θύραν. Ποιήσας δε το σημείον του Σταυρού εδίωξε το σκότος και τότε ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των Ελλήνων, βλέποντες δε την Εκκλησίαν και τον Άγιον ενόμισαν αυτόν ως αληθώς Θεού Άγγελον. Φοβηθέντες λοιπόν ηρώτησαν αυτόν λέγοντες· «ορκίζομέν σε εις την δύνμιν των μεγάλων θεών, να μας είπης, εάν είσαι θεός ή άνθρωπος». Λέγει εις αυτούς ο Άγιος· «Εγώ ούτε θεός είμαι, ούτε λατρεύω όπως σεις τα είδωλα. Είμαι πλάσμα Θεού όπως και σεις και με έστειλεν ο αληθής Θεός, να σας κηρύξω λόγον ζωής και αληθείας. Εάν λοιπόν μου ακούσετε, θα εύρητε ζωήν αιώνιον· ότι εγώ θέλω σας αναγγείλει δια τον μεγάλον και ανεξιχνίαστον Θεόν, όστις εποίησεν όλον τον κόσμον, την δε ανθρωπίνην φύσιν έπλασε και ανέπλασε και χαρίζει εις τους αγαπώντας αυτόν ζωήν αιώνιον. Αυτοί δε, τους οποίους σεις λέγετε θεούς, είναι δαίμονες· όσοι δε τους πιστεύουσι, θα υπάγουν μαζί με αυτούς εις αιώνιον κόλασιν». Ακούσαντες ταύτα οι άνθρωποι κατενύγησαν λέγοντες· «Ημείς βλέπομεν εις σε αληθώς χάριν ένθεον και πιστεύομεν, ότι η αξία σου είναι ανωτέρα της δυνάμεως των θεών· αλλά μη τους καταδυναστεύσης, ότι εις τους πολέμους πολλάκις μας εβοήθησαν». Λέγει εις αυτούς ο Άγιος· «Υπάγετε ετοιμάσατε τον ηγεμόνα εις θυσίαν του Λύσσωνος, καθώς εμελετήσατε, εκεί δε θέλω σας δείξει του Θεού μου την δύναμιν». Αναχωρήσαντες λοιπόν από τον Άγιον, έλεγον μεταξύ των· «Την αλήθειαν φαίνεται να λέγη αυτός ο άνθρωπος· διότι εάν δεν ήτο ο Θεός αυτού δυνατώτερος, δεν θα εξωλόθρευε τους θεούς μας». Τότε κάποιος υεωρούμενος σοφός, ονόματι Ξάνθιππος, είπε προς τους άλλους· «Ακούσατε, άνδρες σοφώτατοι· σεις με εξελέξατε αρχηγόν εις την ιατρικήν, την οποίαν επεμελούμην το κατά δύναμιν· προ ολίγων όμως ημερών ήλθε προς με εις θαυμάσιος το είδος άνθρωπος και μου έδωκεν ένα βιβλίον λέγων· «Ξάνθιππε, λάβε το ιατρικόν αυτό βιβλίον από την άνωθεν δύναμιν». Ταύτα λέγων, έγινεν άφαντος. Εγώ δε αναγνώσας το βιβλίον, εύρον ότι το έγραψαν τέσσαρες άνθρωποι, οίτινες με μίαν φωνήν διηγούντο δια τον Ιησούν Χριστόν, τον αληθινόν Υιόν του Θεού, αυτόν δε νομίζω ότι ήλθε να κηρύξη και ούτος ο άνθρωπος. Διότι καθώς έφθασα με το βιβλίον εις την οικίαν μου, εφωτίσθη όλη από φως ουράνιον, όσοι δε ασθενείς έκειντο εκεί πάσχοντες από διαφόρους ασθενείας, την ιδίαν ώραν εθεραπεύθησαν». Ακούσας ο λαός ταύτα από τον Ξάνθιππον, ηθέλησαν να επιστρέψουν προς τον Άγιον. Αλλ’ ο διάβολος δεν τους αφήκεν, αλλά τους εβίασεν αοράτως και μετέβησαν εις το παλάτιον, παραλαβόντες δε τον ηγεμόνα τον ωδήγησαν εις τον Λύσσωνα και εκδύσαντες αυτόν, έδεσαν οπίσω τας χείρας του, ευχαριστούντες τον ακάθαρτον δαίμονα. Ο δε Βονιφάτιος έβλεπε γύρω, ίνα ίδη τον Παγκράτιον, λέγων με κλαυθμόν πικρότατον· «Ω των εμών δεινών, εις ποίον θάνατον πικρόν παρεδόθην ο άθλιος! Που είσαι, πάτερ Παγκράτιε; Είπες ότι έρχεσαι εις την θυσίαν, ίνα απολέσης τον αναίσθητον Λύσσωνα και τώρα δεν φαίνεσαι, αλλά με αφήκες μόνον τον ταλαίπωρον; Ο Κύριος Ιησούς Χριστός να με ελεήση ως εύσπλαγχνος». Ούτος δε ο Λύσσων, αδελφοί, είχεν ένα όφιν μεγάλον και φοβερώτατον, ο οποίος έπινε το αίμα των θυσιών. Ο δε μέγας Παγκράτιος, ενδυθείς την ιερατικήν στολήν, έγινεν όμοιος με φλόγα πυρός· όταν δε έφθασε με τον τίμιον Σταυρόν εις τον τόπον, όπου είχον δεδεμένον τον Βονιφάτιον, ευθύς ελύθησαν τα δεσμά μόνα των. Όλοι δε οι περιεστώτες έπεσαν εις την γην, μη υποφέροντες την λάμψιν των ιερών ενδυμάτων του. Εκείνος τότε τους ηυλόγησε και ηγέρθησαν. Πλησιάσας δε τον μιαρόν Λύσσωνα, είπε ταύτα· «Ορκίζω σε, δαίμον ακάθαρτε, εις το όνομα της Αγίας Τριάδος, να φύγης από τούτον τον τόπον και να βυθισθής με τον Φάλκωνα εις την θάλασσαν». Ευθύς τότε άκαμεν ο δαίμων μεγάλον κρότον, ώστε όλοι ετρόμαξαν. Έπειτα εξερριζήθη το φοβερόν εκείνο και ασήκωτον είδωλον με τον δαίμονα, όστις ήτο εις αυτό εγκάτοικος και έπεσεν εις το πέλαγος. Το δε ιμάτιον του Λύσσωνος, ήτοι ο μέγας όφις εκείνος, έμεινεν εις τον λάκκον. Τότε ο Άγιος τον έδεσεν από τον τράχηλον και τον έσυρεν έξω. Ο δε όφις εσύριζεν απαισίως κατ’ αρχάς, έπειτα διερράγη από άνωθεν έως κάτω και έσκασεν. Οι δε όχλοι, ιδόντες τοιαύτα παράδοξα, μεγαλοφώνως εβόησαν· «Μέγας ο Θεός του Παγκρατίου». Ευθύς τότε συνέτριψαν τας φιάλας, τους δε ταύρους και τράγους, που έσφαζον, έρριψαν να τους φάγουν οι σκύλοι· αλλά και όλην την θυσίαν κατέστρεψαν. Ο δε Άγιος επρόσταξε να δέσουν τον όφιν με σχοινία, να τον σύρουν έως εις την θάλασσαν. Καθώς δε τον έσυραν εις τους λίθους οι νεώτεροι, εξεσχίζοντο αι σάρκες του και εφ΄νησαν τα οστά του. Τότε με πολύν κόπον αφήρεσαν δια των πελέκεων ένα εξ αυτών, δια να το φυλάττουν εις ενθύμησιν του θύματος. Ο δε μακάριος Παγκράτιος έδωκεν εις όλους τον αρραβώνα του Αγίου Βαπτίσματος, σφραγίσας αυτούς με τον τίμιον Σταυρόν. Εισελθόντες τότε εκείνοι εις τους βωμούς των ειδώλων, έρριπτον εις την γην τα μιαρά ξόανα και συνέτριβον άπαντα, πτύοντες και καταπατούντες αυτά. Έπειτα ανέβη ο Άγιος εις τόπον υψηλόν, δια να ακούσουν όλοι, και εκήρυξε τον Δεσπότην Χριστόν. Τότε επίστευσαν άπαντες, όσοι εκεί ήσαν, εκατόν χιλιάδες και περισσότεροι. Αφού δε προσηυχήθη δι’ αυτούς, τους απέλυσε λέγων· «Υπάγετε τώρα εις τας οικίας σας και καθαρίσθητε ημέρας τρεις, νηστεύοντες και προσευχόμενοι τω Κυρίω, ίνα σας αξιώση να λάβητε το άγιον Βάπτισμα». Μετά την τρίτην ημέραν ήλθεν ο λαός, κρατών έκαστος κηρόν και τα ενδύματα του θείου Βαπτίσματος· εβάπτισε δε ο Άγιος την ημέραν αυτήν χιλιάδας εικοσιτέσσαρας και έγινεν εις όλην την πόλιν χαρά μεγάλη και αγαλλίασις. Ήρχοντο δε και όσοι εκατοικούσαν πλησίον εις το όρος της Αίτνης και εβαπτίζοντο, ακούοντες τας θαυματουργίας τας οποίας έκαμνεν ο Άγιος, θεραπεύων χωλούς, παραλυτικούς, υδρωπικούς, δαιμονιζομένους και πάσαν άλλην ασθένειαν. Ο δε Ξάνθιππος, περί ου είπομεν άνωθεν, ο φιλόσοφος, έφερε το άγιον Ευαγγέλιον εις τον Άγιον και του είπεν ως άνωθεν την υπόθεσιν· ανέγνωσε τότε ο Άγιος αυτό εις τον λαόν, όλοι δε μετά χαράς και ευλαβείας πολλής το εδέχθησαν. Μετά δύο ώρας προσήλθε προς τον Άγιον γυνή πάσχουσα από λέπραν, ήτις ήτο των ειδώλων ιέρεια, καθώς έλεγε της θεάς Ήρας, και έλεγε με δόλον, ότι εάν της δώση ο Χριστός την ίασιν, θα λάβη το Βάπτισμα. Ο δε Άγιος, αν και ήξευρε την δολίαν γνώμην της, με ένα λόγον την ιάτρευσε· διότι ευθύς ως εποίησεν εις αυτήν την σφραγίδα του τιμίου Σταυρού, έπεσεν ευθύς η λέπρα από το σώμα της. Αυτή δε, αντί της ευχαριστίας προς τον Θεόν και τον Άγιον, έλεγε λόγους βλάσφημους προς αυτόν η αχάριστος. Όθεν είπε προς αυτήν ο Άγιος· «επειδή ετόλμησες, ω γύναι, να ενοχλήσης τον Κύριον, όστις σου έδωσε την υγείαν, αυτός δύναται πάλιν να επιστρέψη την λέπραν επάνω σου». Ταύτα ειπών, επήρεν από την γην τα λέπια της λέπρας, που έπεσαν από την σάρκα της και τα έρριψεν εις το πρόσωπον αυτής με τα χώματα, λέγων· «Επειδή δεν ομολογείς την χάριν της ιάσεως, ευλογητός ο Θεός, να σου δώση διπλήν παίδευσιν». Με τον λόγον δε αυτόν εφλογίσθη όλον το σώμα της από την κορυφήν έως τους πόδας και έκαμε πομφόλυγας, αι οποίαι ερρηγνύοντο και έρρεεν ύδωρ ζεστόν απ’ επάνω της, ησθάνετο δε πόνους φοβερούς, ώστε εκραύγαζεν η αθλία οδυνωμένη και έλεγεν· «Ελέησόν με, δούλε του αληθινού Θεού, ότι δεν ελπίζω πλέον εις τους μιαρούς θεούς, μόνον εις σε· και δεήθητι εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, να μου δώση την ίασιν». Σπλαγχνισθείς τότε ο Άγιος και ποιήσας ευχήν εις αυτήν, εσημείωσεν αυτήν με το σημείον του Σταυρού και εθεραπεύθη, επειδή ολοψύχως επίστευσε, και κατηχήσας αυτήν, την ογδόην ημέραν την εβάπτισε και την εχειροτόνησε διάκονον, μετονομάσας αυτήν Βενεδίκταν. Τότε εκείνη συνέτριψεν όλα τα είδωλα. Έπειτα παρέλαβε τον Άγιον εις τον κήπον της και του έδειξε χρυσίον πολύ. Ούτος δε είπεν εις αυτήν να τον διαμοιράση εις τους πένητας. Η δε έλεγεν, ότι εις την χώραν εκείνην πτωχός δεν ευρίσκετο. Ο δε Άγιος της λέγει· «Εάν θέλης να σωθής, μίσησον το χρυσίον, ότι η φιλαργυρία είναι η ρίζα όλων των κακών και να την αποφεύγης, ζητούσα μόνον τον πλούτον εις τα ουράνια». Όθεν αφήκεν όλον τον πλούτον της και υπηρέτει εις τον ναόν του Κυρίου επιμελέστατα. Ιάτρευσε δε και άλλην γυναίκα ο Άγιος, ήτις είχε πάθος ανίατον εις τον τράχηλον, αλλά και άνδρας πολλούς οίτινες εβασανίζοντο από διαφόρους ασθενείας. Εβάπτισε δε την ημέραν εκείνην οκτώ χιλιάδας άνδρας, χωρίς τας γυναίκας και τα τέκνα των. Έπειτα ελειτούργησεν, ίνα τους κοινωνήση. Τότε έφθασε και ο ηγεμών Βονιφάτιος με πλήθος λαού, όταν δε ύψωνε τα Άγια ο Άγιος, ήνοιξεν η Εκκλησία άνωθεν και κατήλθε πυρ ουράνιον και τον επερικύκλωσεν. Οι δε ορώντες εφοβήθησαν, ουδείς δε ετόλμα να πλησιάση ίνα κοινωνήση, διότι έβλεπον το πρόσωπον αυτού ως φλόγα πυρός. Ο δε Άγιος τους είπε· «Προσέλθετε, τέκνα μου, και μη φοβείσθε, ότι το πυρ τούτο δεν φλογίζει, αλλά φωτίζει τους μεταλαμβάνοντας». Τότε λοιπόν εκοινώνησεν όλους τους πιστούς, όσοι ήσαν βεβαπτισμένοι, τους δε απίστους εκατήχησε, κατά δε την τρίτην ημέραν εβάπτισε πέντε χιλιαδας. Μετά ταύτα είπε προς τον Άγιον ο Βονιφάτιος, ότι επρόκειτο να πολεμήση με τους εναντίους της επαρχίας του, και να τον ευλογήση ίνα νικήση τους εχθρούς, να τον συμβουλεύση δε εις ποίαν πεδιάδα να συνάψη την μάχην. Ο δε Άγιος τον επρόσταξε να συνάξη εκεί εις την Ταυρομενίαν όλης της επαρχίας τους στρατιώτας, ίνα τους ευλογήση ο Άγιος. Έστειλε λοιπόν ταχυδρόμους εις όλην την επαρχίαν, εσυνάχθησαν δε όλοι εις ημέρας είκοσιν. Ήσαν δε χιλιάδες πεντακόσιαι τεσσαράκοντα. Και ς μη απιστήση τις εις το πλήθος του λαού, ότι από όλας τας πόλεις της Σικελίας και Καλαβρίας, η πόλις αύτη Ταύρου και Μενίας ήτο η πλουσιωτέρα και πολυπληθεστέρα. Όταν λοιπόν συνήχθη όλος ο λαός εις την πεδιάδα, όλοι επεθύμουν να ίδουν τον Άγιον. Ούτος δε ενεδύθη τα ιερά άμφια και εξήλθεν εις πεδίον υψηλόν, δια να τον βλέπουν άπαντες. Οίτινες ιδόντες το πρόσωπον αυτού ως φως εξαστράπτον, ενόμιζον ότι ήτο θεός· ηρώτα δε ο εις τον άλλον, πόθεν ευρέθη τοιούτος θεός θαυμάσιος. Οι δε πιστοί έλεγον· «Δεν είναι θεός, άνθρωποι, αλλά του αληθινού και παντοδυνάμου Θεού δούλος». Τότε οι περισσότεροι επίστευσαν εις τον Χριστόν, ζητούντες το άγιον Βάπτισμα. Ο δε Άγιος ητοιμάσθη να λειτουργήση εκεί έμπροσθεν του πλήθους, δια να τους στερεώση καλλίτερα. Και οι μεν πιστοί επλησίασαν δια να κοινωνήσουν τα θεία Μυστήρια. Οι δε αβάπτιστοι πάλιν, έχοντες πόθον ν ίδωσι τούτο το μυστήριον της λειτουργίας επλησίασαν ρίπτοντες εις την γην τα όπλα και έστεκον με πολλήν ευλάβειαν. Τότε έγινε και άλλο θαυμάσιον, ώσπερ εκείνο, που έγινεν εις τον Μωϋσήν πρότερον, όταν ενομοθέτει τον λαόν εις το Σινά. Κατέβη μία νεφέλη και εσκέπασε τον μέγαν Παγκράτιον. Οι δε όχλοι έπεσον κατά γης θαυμάζοντες. Όταν δε ύψωσε τον άγιον Άρτον, ανήλθε προς τον ουρανόν η νεφέλη. Πολλοί δε από τους Έλληνας, νομίζοντες ότι ήτο θεός ο Άγιος, έλεγον εις αυτόν· «Ελέησον ημάς ο μέγας θεός και αξίωσον της σης χάριτος». Ο δε Άγιος ανέβη εις την πέτραν, ως και πρότερον, και εκήρυξε με συντομίαν το μυστήριον της θεότητος. Όθεν επίστευσαν ολοψύχως, ζητούντες το άγιον Βάπτισμα, πριν μεταβούν εις τον πόλεμον. Κατηχήσας τότε αυτούς, τους επρόσταξε να νηστεύσουν τρεις ημέρας, τούτου δε γενομένου τους εβάπτισεν όλους και έγινεν εις όλον το στρατόπεδον μεγάλη πανήγυρις, προς χάριν των δε εχειροτόνησεν ιερέα ένα μαθητήν του, ονομαζόμενον Ευάγριον, ο οποίος έγραψε τον βίον τούτον φιλαλήθως. Τούτον δε έστειλε να τους εξομολογή και να τους κοινωνή εις τον πόλεμον. Έβαλε δε χρυσοχόον, και έκαμεν εις τας σημαίας εις μεν την πρώτην την εικόνα του Δεσπότου Χριστού, εις δε τας άλλας τον Τίμιον Σταυρόν, ίνα τας κρατούν έμπροσθεν πάντων εις τον πόλεμον. Όταν επρόκειτο να αναχωρήσουν, με επρόσταξε να λειτουργήσω (λέγει ο ρηθείς Ευάγριος), ίνα κοινωνήσωσι. Τελέσας δ’ εγώ μετά φόβου την θείαν ιερουργίαν, εκοινώνησεν ο Άγιος και οι πρεσβύτεροι της πόλεως. Έπειτα μας ηυλόγησεν όλους ο ΄Αγιος, και ποιήσας το σημείον του Σταυρού εις το μέτωπόν μου με ησπάσθη και με απέλυσε· όταν δε εφθάσαμεν εις την θάλασσαν, την εσφράγισε με τον Σταυρόν τρεις φοράς, και ούτως επλεύσαμεν. Ο δε Άγιος επέστρεψεν εις την Εκκλησίαν του. Ήσαν δε εκεί εις την πόλιν δύο κοράσια ωραία, αδελφαί κατά σάρκα και ορφαναί, διότι οι γονείς των είχον αποθάνει. Αύται, αφ’ ου εβαπτίσθησαν, ήλθον προς τον Άγιον λέγουσαι· «Πάτερ Όσιε, εις την αγιωσύνην σου καταφεύγομεν να μας συναριθμήσης με την ιερειαν Χρυσήν, να μας δώσης το διακονικόν αξίωμα, ότι ημείς δεν έχομεν εις τον νουν μας να υπανδρευθώμεν πώποτε, μολονότι μας ζητούν εις γάμον οι πρώτοι άρχοντες της πόλεως, αλλά ποθούμεν να φυλάξωμεν την παρθενίαν μας άσπιλον». Ο δε Άγιος λέγει προς αυτάς· «Όντως, τέκνα μου, την καλήν μερίδα ως η Μαρία εξελέξασθε». Προσκαλεσάμενος δε την διάκονον Βενεδίκταν, είπεν εις αυτήν· «Ιδού ότι σου έστειλε συνοδείαν ο Κύριος». Χειροτονήσας δε την πρώτην διάκονον, αφήκε την νεωτέραν αχειροτόνητον, αφού δε έκτισαν κελλίον πλησίον του Ναού, έμειναν εκεί και ήκουον όλας τας ακολουθίας. Ο δε Πολιτάρχης, τον οποίον αφήκεν επίτροπον ο ηγεμών Βονιφάτιος, ήτο κακόγνωμος άνθρωπος, έχων όλον του τον πόθον εις τα μιαρά είδωλα ο παμμίαρος· δεν ηρκείτο δε να έχη παλλακίδας από τας θυγατέρας των Ελλήνων, αλλά και την μίαν από τας άνω ειρημένας παρθένους επεθύμησεν ο ανόητος, ήτοι την νεωτέραν, ως ωραιοτέραν και πάγκαλον. Έστειλε λοιπόν και εκάλεσε την αδελφήν αυτής, την διακόνισσαν, και είπεν εις αυτήν ότι επεθύμει να λάβη γυναίκα την αδελφήν της, υπέσχετο δε εις αυτήν δώρα πλούσια. Η δε είπεν εις αυτόν, ότι ήσαν αφιερωμέναι εις τον Θεόν και δεν νυμφεύονται. Όταν είδεν ο άσεμνος, ότι με το καλόν δεν έκαμνε τίποτε, ηπείλησε να την λάβη βιαίως ο Έλιδος (ούτως εκαλείτο  ο κάκιστος και ακόλαστος). Τότε η μεν διάκονος απήλθεν εις την μονήν και ανήγγειλε ταύτα προς την Βενεδίκταν και την αδελφήν της κλαίουσα. Έπειτα παρουσιάσθησαν εις τον Άγιον και του είπον τα γενόμενα. Ο δε Άγιος τας ενουθέτησε λέγων· «Τέκνα Χριστού, του αληθινού Θεού, μη σας χωρίση από την αγάπην αυτού θλίψις ποσώς ή στενοχωρία, ούτε αυτός ο θάνατος· αλλά καν εις φυλακήν σας εγκλείσωσι, σπουδάσατε να φυλάξετε την λαμπάδα της παρθενίας σας άσβεστον». Αυτά και έτερα ακούσασαι εκείναι από τον Άγιον εστερεώθησαν καλλίτερα και απελθούσαι εις το κελλίον προσηύχοντο. Ο δε πράνομος Έλιδος προσεπάθησε να κάμη εκείνο όπερ ηβουλήθη και δεν ηδυνήθη. Όθεν συνεσκέφθη με τους Μοντανιστάς, πώς να φέρη την κόρην εις το θέλημά του, έδωκε δε εις αυτόν εις από εκείνους ένα βιβλίον μαντείς, το οποίον, ως ανέγνωσεν, επεκαλέσθη τους δαίμονς και εσυναχθησαν αναρίθμητοι, μαύροι ως αιθίοπες, κρατούντες βέλη και τόξα και τους έστειλεν εις τας αγίας παρθένους, να κάμουν  την τέχνην των. Αλλ’ η χάρις του Θεού δεν επέτρεψε να τας ενοχλήσουν ποσώς οι ακάθαρτοι δαίμονες. Όθεν επιστρέψαντες εις τον Έλιδον, ωμολόγησαν οι ψεύσται την αλήθειαν, λέγοντες· «Είδομεν μέγαν βοηθόν εις τας γυναίκας εκείνας· όθεν μη υποφέροντες την θέαν αυτού, εφύγαμεν άπρακτοι· λοιπόν κάμε ει τι θέλεις, διότι ημείς αναχωρούμεν από τούτον τον τόπον, ως ο Φάλκων, ο Λύσσων και ο Ζεύς, υπό θείας δυνάμεως διωκόμενοι». Ποιήσας δε συμπόσιον και συμβούλιον με τους φίλους του ο άσωτος Έλιδος, έστειλε στρατιώτας και έφεραν τας δύο παρθένους δεδεμένας εις το κριτήριον, εδοκίμασε δε πολλάς κολακείας ο ακόλαστος δια να φέρη την κόρην εις το θέλημά του, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν απεφυλάκισαν αυτάς, παραγγείλας της πρώτης κρυφίως να συμβουλεύση την νεάνιδα να υπακούση εις αυτόν και να της δώση πλούσια δώρα· αυτή όμως της είπεν όλως τα εναντία ήτοι τα κατά Θεόν, ούτω λέγουσα· «Ας αγωνισθώμεν, αδελφή μου, δια να ίδωμεν τον Βασιλέα Χριστόν, και να κληρονομήσωμεν αθανασίαν αιώνιον. Βλέπεις ότι η ζωή αύτη τρέχει ως σκιά και ως όνειρον. Ενθυμείσαι πόσοι μας εζήτησαν να υπανδρευθώμεν και δεν εστέρξαμεν, αν και επροσκυνούμεν είδωλα; Τώρα δε που ενεδύθημεν τον Δεσπότην Χριστόν, να μολύνωμεν την ψυχήν και το σώμα; Μη γένοιτο! Ιδού ότι σου λέγω τα μέλλοντα, δια να ετοιμασθής εις πρόσκαιρον θάνατον, να βασιλεύσης με τον νυμφίον Χριστόν αιωνίως. Εμέ θανατώνουν αύριον, αλλά εσέ θέλουν κρατήσει ολίγον καιρόν, ίνα δοκιμάσουν την γνώμην σου· πρόσεχε δε να μη δελεασθής από τας ματαίας αυτών υποσχέσεις, υπόμεινον έως τέλους, ίνα λάβης τον άφθαρτον στέφανον». Ταύτα ακούσασα η κόρη από την διάκονον, εστέναξε λέγουσα· «Πιστεύω εις τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, ότι ούτε κολακείαι, ούτε φοβερισμοί, ούτε βάσανοι θέλουν δυνηθή να με χωρίσουν απ’ Αυτόν τον ηγαπημένον Νυμφίον μου». Την άλλην ημέραν τας έφεραν πάλιν εις τον Έλιδον, λέγει δε προς αυτόν η διάκονος, ότι δεν ηδυνήθη να φέρη εις το θέλημά του την νεάνιδα. Εκείνος τότε εθυμώθη και προστάσσει να δείρουν αυτήν έμπροσθεν της κόρης σκληρώς· αφού δε την έδειραν ώραν πολλήν, και εκοκκίνισεν η γη από τα αίματα, απέκοψαν την μακαρίαν αυτής κεφαλήν. Την δε νεωτέραν ενέκλεισαν εις μίαν οικίαν, αυτοί δε εκάθισν εις την τράπεζαν. Ο δε μέγας Παγκράτιος εσύναξε τους πιστούς, και επήραν το άγιον λείψανον της διακόνου και το ενεταφίασαν ευλαβώς και εντίμως ως έπρεπεν. Όταν ηγέρθησαν από την γαστριμαργίν οι Έλληνες, έσυραν την κόρην και λέγει προς αυτήν ο Έλιδος· «Θυσίασον εις τον μέγαν θεόν Σκάμανδρον και δέξου να γίνης γυνή μου, ίνα τιμηθής, να έχης πλούτον και πάσαν άλλην απόλαυσιν· ειδέ μη θα διατάξω τον αποκεφαλισμόν σου». Λέγει προς αυτόν η πάνσεμνος · «Εγώ προσκυνώ τον Χριστόν, τον αληθινόν Θεόν και Σωτήρα μου, τον οποίον ενυμφεύθην, και ούτε εις τον Σκάμανδρον θυσιάζω, ούτε σε καταδέχομαι ως άνδρα μου, μιαρώτατε». Ταύτα ακούσας από την φιλόχριστον ο μισόχριστος επρόσταξε να δείρουν και αυτήν ως και την άλλην, έπειτα δε να την αποκεφαλίσουν. Τούτου γενομένου, ήλθεν ο Άγιος με όλους τους πιστούς, με λαμπάδας και θυμιάματα, και έλαβον το άγιον λείψανον, το οποίον ενεταφίασαν πλησίον της διακόνου. Ο δε λαός, όταν ήκουσε τας κακουργίας του Ελίδου, ώρμησαν να τον καύσουν με όλα του τα είδωλα. Αλλ’ ο Άγιος δεν τους αφήκε, δι να μη γίνουν φόνοι και σύγχυσις, έως ότου έλθη ο Βονιφάτιος, ίνα τον τιμωρήση ως βούλεται. Ούτω δε ησύχασαν, κτίζοντες Εκκλησίαν εις το όνομα των δύο παρθένων και μαρτύρων του Χριστού. Μετά ταύτα έκαμαν οι Ιουδαίοι και οι Μοντανισταί κατά του Αγίου συμβούλιον, ίνα τον αποκτείνωσιν. Αυτός δε γνωρίσας την σκευωρίαν και πανουργίαν των, εσύναξε τον λαόν και τους εφανέρωσε τα μελετώμενα· καθώς δε έλεγε την υπόθεσιν, ιδού έφθασαν κουστωδίαι δύο Ιουδαίων και Μοντανιστών, και πλησιάσαντες είπον εις τους πιστούς· «Διατί, άνθρωποι, αφήσατε το πρώτον σέβας και την θρησκείαν σας και εκολλήθητε εις αυτόν τον πλάνον και γόητα»; Ο μεν Άγιος εσιώπα. Ο δε λαός απεκρίθη· «Σεις επλανήθητε, και προσκυνείτε κωφά και άλαλα ξόανα· ημείς δε εύρομεν την αλήθειαν εις τον Δεσπότην Χριστόν πιστεύσαντες». Τότε λέγει προς αυτούς και ο Άγιος· «Εάν θέλετε να αφήσητε την πλάνην των ματαίων σεβασμάτων σας, να προσέλθετε εις τον αληθή Θεόν, θέλομεν σας αναγγείλει λόγον σωτήριον· ειδέ και ήλθετε με δόλον, φανερώσατε την πανουργίαν σας». Οι δε απεκρίθησαν· «Ημείς τους λόγους σου δεν πιστεύομεν, ούτε αφήνομεν την παλαιάν μας συνήθειαν». Λέγει ο Άγιος· «Παρακαλώ σας, αδελφοί, να φύγετε των ειδώλων τον δόλον, να γνωρίσετε τον δημιουργόν της κτίσεως· μάλιστα δε σεις οι Εβραίοι, ο λαός του Ισραήλ, που σας εξήγαγεν ο Θεός από την Αίγυπτον, τα οποία γινώσκοντες και αναγινώσκοντες αφήσατε τον Θεόν, όστις σας εγέννησε και σας τρέφει, ηνώθητε δε με τα έθνη και εμάθετε τα έργα των». Αυτά και έτερα λέγοντος του Οσίου, ήθελον οι πιστοί να φυλακίσουν τους Έλληνας, έως να έλθη ο ηγεμών να τους τιμωρήση δια τους φόνους, που έκαμαν· αυτοί δε έφυγαν έμφοβοι· κατά δε την άλλην ημέραν παρέλαβον τας γυναίκας και τα τέκνα των και εισήλθον εις τας λέμβους, ίνα υπάγουν εις τας Συρακουσας. Ο δε Άγιος τους ανήγγειλε με τον Ξάνθιππον να στρέψουν οπίσω και να μη φοβούνται από τους πιστούς κακόν· αλλά δεν έστρεψαν, ειμή μόνον ένας Μοντανιστής μάγος, εκείνος όστις έδωκε το μαγικόν βιβλίον εις τον Έλιδον δια την κόρην, ως είπομεν· εξωμολογήθη δε εις τον Άγιον και έγινε καλός Χριστιανός. Ούτος έγραψε και τους άθλους των Αγίων, αφού εβαπτίσθη. Οι δε υπόλοιποι Έλληνες εισήλθον εις τας λέμβους και εταξίδευον με καλόν άνεμον. Αλλ’ ενώ έπλεον έγινε μεγάλη τρικυμία και όλοι επνίγησαν. Διότι εσηκώθη ευθύς μέγας άνεμος, όστις κατεπόντισε τα πλοία των. Εις ολίγας ημέρας διδάσκων ο Άγιος τον λαόν, είπεν εις αυτούς· «Ο Βονιφάτιος ενίκησε τους εχθρούς του και έρχεται εις δύο ημέρας με πολύν πλούτον και με όλον του τον στρατόν αγαλλόμενοι». Είπε δε και του Ελίδου να ετοιμάση τα επίσημα της πόλεως. Εθαύμαζον δε οι πιστοί, ότι ήξευρε τα μακράν ως παρόντα και τα προέλεγε. Κατά την δευτέραν ημέραν εφάνησαν τα πλοία κατά την προφητείαν του Αγίου, τρέχων δε ο λαός εις την θάλασσαν ευφήμησαν τον ηγεμόνα, τον οποίον και ο Έλιδος προσεκύνησε. Το πρωϊ ήλθον ο λαός, ο χιλίαρχος, και ο Βονιφάτιος και προσκυνήσαντες τον Άγιον ηυχαρίστησαν δια την νίκην, την οποίαν επέτυχον με τας ευλογίας του. Ο δε Άγιος τους ηυλόγησεν όλους και εξόχως τον άρχοντα, προς τον οποίον ανέφερε δια τους φόνους, τους οποίους διέπραξεν ο μιαρός Έλιδος. Επρόσταξε τότε ο ηγεμών να δέσουν τον Έλιδον με δυνατήν άλυσον, να φυλάτουν δε αυτόν μετά προσοχής έως να διαμοιράση τον πλούτον τον οποίον έφεραν, εις το στρατόπεδον, να μείνη αμέριμνος, κατόπιν δε να εξετάση τας πράξεις του Ελίδου. Έφεραν δε και σκλάβους πολλούς Αβάρους από τον πόλεμον, οίτινες βλέποντες τον μέγαν Παγκράτιον, όστις ελειτούργησε την ημέραν εκείνην, επίστευσαν εις τον Χριστόν· διότι είδον δύο θαύματα, τα οποία και άνωθεν εγράψαμεν, ήτοι το πυρ, όπερ εξήρχετο από το στόμα του και την νεφέλην, ήτις τον έσκεπε, εζήτησαν δε δια του ερμηνέως το άγιον Βάπτισμα. Όθεν βλέπων από τα σχήματά των, τον πόθον όπου είχον, τους εβάπτισεν. Όταν δε εμοίραζεν ο άρχων το χρυσίον και το αργύριον και τον άλλον πλούτον εις τους στρατιώτας, εμοίρασε και εις τους αιχμαλώτους, παρήγγειλε δε να τους επιμεληθούν, ίνα σώσουν και αυτοί την ψυχήν των. Εχειροτόνει δε ο Άγιος εις πάσαν επαρχίαν ιερέα και διάκονον, τους σοφωτέρους και ευλαβεστέρους και παρήγγειλε να επιμελούνται τας ψυχάς των ανθρώπων, να κτίσουν Εκκλησίας και να κάμνουν όλα τα χρειαζόμενα· εις εμέ δε τον Ευάγριον και τον διάκονόν μου Επαφρόδιτον παρήγγειλε να γράψωμεν τα μυστήρια της Εκκλησίας, τας μεγάλας εορτάς και αναγνώσεις, τας εντολάς και όσα άλλα αναγκαία πρέπει οι πιστοί να ηξεύρουν. Ερχόμενοι δε οι προεστώτες του λαού ελάμβανον έκαστος παρά του Αγίου τον πρεσβύτερον και διάκονον της επαρχίας του, ούτω δε απήρχοντο έκαστος εις την πατρίδα του. Εγώ δε επήγα εις όλας τας επαρχίας, επιβλέπων τους Ναούς, όπου έκτιζαν και την εκκλησιαστικήν κατάστασιν. Ενουθέτουν δε αυτούς πώς να αναγινώσκουν την ακολουθίαν και τα άλλα αναγκαία της πίστεως, πάλιν δε υπέστρεφον εις τον διδάσκαλον. Ο δε Βονιφάτιος επρόσταξε και του έφεραν δεδεμένον τον Έλιδον και τον ηρώτησε διατί εφόνευσε τας παρθένους· απεκρίθη δε εκείνος, διότι εβλασφήμησαν τους θεούς. Ο δε Βονιφάτιος του λέγει· «Θέλεις να αρνηθής αυτούς τους ψευδείς θεούς, να γίνης Χριστιανός, να απαλλαγής και από την καταδίκην δια τα εγκλήματα, τα οποία έκαμες ή να σε θανατώσω, παγκάκιστε»; Ο δε απεκρίνατο· ¨Μη γένοιτο να αρνηθώ την πατρικήν μου θρησκείαν. Οι θεοί του πατρός μου την ζωήν μοι εχάρισαν, ας αποθάνω δια την αγάπην των. Λοιπόν θανατώσετέ με έμπροσθεν του θεού μου Σκαμάνδρου». Λαβών τότε ύδωρ ο ηγεμών ένιψε τας χείρας του και εξέδωκε την απόφασιν του θανάτου δια τας κακουργίας του λέγων· «Εις την κεφαλήν σου το αίμα σου». Προσέταξε δε ένα δούλον και τον απεκεφάλισεν εις τόπον επίσημον. Μετά δύο έτη ήλθον οι πρεσβύτεροι των επαρχιών και παρεκάλεσαν τον Άγιον να έλθη, να τας εγκαινιάση. Ο δε Άγιος τους έστειλε να ευλογήσουν τον Βονιφάτιον. Έπειτα παρέλαβε τον άρχοντα τούτον, εμέ, τον Επαφρόδιτον και τον Λυκαονίδην, με όλην την σύγκλητον και ενεκαινίασε τας Εκκλησίας, ώρισε δε και τα οροθέσια εκάστης Εκκλησίας, δια να γνωρίζη έκαστος τον τόπον του. Ο δε Βονιφάτιος και οι λοιποί πλούσιοι εμοίρασαν εις τρία μέρη όλα των τα υπάρχοντα, χρυσίον και αργύριον, ως και τα λοιπά κινητά και ακίνητα και προσέφεραν το εν τρίτον εις τας Εκκλησίας, ούτω δε εστρέψαμεν εις την πόλιν μας. Κατά δε την τρίτην ημέραν, ώραν εβδόμην, ήλθεν εις έκστασιν ο Άγιος και ήκουσε φωνήν ούτω λέγουσαν· «Παγκράτιε, χειροτόνησον ιερέα τον Επαφρόδιτον και στείλε τούτον εις τα μέρη της Ταρακωνίας». Ο δε Άγιος εδίστασεν εις το άκουσμα της φωνής, μήπως ήτο δαιμόνων φάντασμα. Ακούσας δε τον αυτόν λόγον και δεύτερον περιέμενε να τον ακούση εκ τρίτου, να βεβαιωθή την αλήθειαν. Όθεν ήκουσε και τρίτον την αυτήν φωνήν λέγουσαν· «Σοι είπον να χειροτονήσης τον Επαφρόδιτον πρεσβύτερον, να τον στείλης εις τον τόπον της Ταρακωνίας». Τότε χειροτονήσας ησπάσθη αυτόν και ευλογήσας απέστειλεν· όστις ιππεύσας εις ένα ημίονον και περιπατήσας ημέρας τρεις, έφθασεν εις ένα τόπον πετρώδη, εκεί δε εστάθη το ζώον και δεν ήθελε να προχωρήση. Όθεν ανεπαύθη εκεί ο πρεσβύτερος, το δε πρωϊ εσκέπτετο να προχωρήση. Αλλά το ζώον δεν ήθελεν· όθεν ηννόησεν ότι ήτο Θεού θέλημα να μείνη εκεί, λαβών όθεν τον Σταυρόν και το Ευαγγέλιον ανεγίνωσκεν. Τότε διέβαινεν εκείθεν γυνή τις, της οποίας ο ανήρ εθέριζεν εκεί πλησίον και έφερε προς αυτόν επ’ όνου άρτους, οίνον και τροφήν. Βλέπουσα δε εκείνη τον Επαφρόδιτον έμεινεν ως εκστατική ώραν πολλήν θαυμάζουσα, ενόμιζε δε ότι ήτο θεός ή Άγγελος. Ο δε είπεν εις αυτήν· «Τι στέκεις, γύναι, και δεν πορεύεσαι την οδόν σου»; Η δε πεκρίνατο· «δεν είδα ποτέ μου τόσην δόξαν εις άλλον άνθρωπον, όθεν νομίζω ότι είσαι θεός, δια τούτο έχεις τόσην λαμπρότητα». Λέγει προς αυτήν ο Επαφρόδιτος· «Ταύτα τα οποία βλέπεις και κρατώ είναι σημεία του παντοδυνάμου Θεού, όστις έκαμεν όλον τον κόσμον και έπλασε τον άνθρωπον». Η δε γυνή του λέγει· «Αλλά τις είσαι, εάν δεν είσαι θεός»; Ο δε είπεν· «Άνθρωπος είμαι ως και οι λοιποί άνθρωποι, και αν δεν πιστεύης, δος μοι να φάγω και να πίω». Ταύτα είπε, διότι από τριών ημερών δεν είχε φάγει· η δε έδωκεν εις αυτόν, και τρώγων εδυνάμωσε, αυτή δε επήγεν εις τον άνδρα της και του είπε την υπόθεσιν, όστις αφήκεν αυτήν να υπηρετήση τους θεριστάς. Τρέχων τότε ο άνθρωπος εκείνος έφθασεν εις τον τόπον, όπου ήτο ο Επαφρόδιτος, βλέπων δε από μακράν την δόξαν του Θεού, ήτις τον έσκεπεν, έπεσεν επί πρόσωπον. Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ελθέ πλησίον μου, άνθρωπε». Τότε πλησιάζει εκείνος με φόβον πολύν και του λέγει· «Μήπως είσαι θεός εις τοιαύτην μορφήν φαινόμενος»; Ο δε απεκρίθη· «Δεν ήκουσες τίποτε δια τον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού εις αυτόν τον τόπον»; Ο δε άνθρωπος λέγει· «Ναι, ηκούσαμεν, ότι εγεννήθη από Παρθένον εκ Πνεύματος αγίου και εβαπτίσθη. Προσέτι δε ότι εδίδαξε και πολλά θαύματα έκαμεν, έπειτα εσταυρώθη και αναστάς εκ νεκρών ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατόπιν έστειλε τους μαθητάς του εις τον κόσμον, να κηρύξουν την θεότητα αυτού. Λοιπόν εάν είσαι και συ ένας απ’ εκείνους, δίδαξόν μας· ότι έχομεν πόθον να σε ακούσωμεν». Τότε εκήρυξε προς αυτόν τον Χριστόν, ευθύς δε επίστευσεν εκείνος και εζήτησε το άγιον Βάπτισμα. Ο δε Επαφρόδιτος του λέγει· «Ύπαγε, φέρε καινουργή ιμάτια και τότε θα λάβης την χάριν του Παναγίου Πνεύματος». Όταν δε έφερε τα ιμάτια, κατέβησαν εις τον ποταμόν και τον εβάπτισεν, έχων εκεί τον Σταυρόν, τον οποίον του ιστόρησα εγώ ο Ευάγριος, είχε δε τον Χριστόν εσταυρωμένον και τον ηρώτησε τίνος ήτο η εικών εκείνη. Ο δε είπε· «Του Δεσπότου Χριστού». Ο δε νεοφώτιστος του λέγει· «Όταν ήμην εις τα ύδατα, τον είδα και ήπλωσε την αγίαν Του δεξιάν εις την κεφαλήν μου». Λαβών ουτος κατόπιν συγχώρησιν επήγεν εις τον αγρόν· βλέποντες δε αυτόν οι θερισταί από μακράν, τους εφάνη ότι ήτο όλος πυρ και έφευγον από αυτόν. Η δε γυνή τον εγνώρισεν από την ομιλίαν και τους έλεγεν· «Ο άνδρας μου είναι και μη φεύγετε, ίνα μας είπη τι του συνέβη». Εκείνοι τότε μετά βίας εστάθησαν έντρομοι ερωτώντες αυτόν. Ο δε είπεν εις αυτούς την υπόθεσιν ως άνωθεν, ότι επίστευσεν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθη, δι’ αυτό έλαβε την ωραίαν εκείνην μορφήν ως Άγγελος· οι δε ακούσαντες έρριψαν τα δρέπανα και έδραμον προς τον Επαφρόδιτον, πλησιάσαντες δε αυτόν έπεσον εις την γην από την λάμψιν του προσώπου του. Τότε αυτός τους εθάρρυνε λέγων· «Μη φοβείσθε». Εγερθέντες εκείνοι δεν ηδύναντο να τον βλέπουν, διοτι η όψις του έλαμπεν από την χάριν του αγίου Πνεύματος. Ο δε Άγιος ηυλόγησεν αυτούς, έλαβον δε θάρρος και προσκυνήσαντες αυτόν, ηρώτησαν τις και πόθεν ήτο και πως ήλθεν εις τον τόπον των. Αυτός διηγήθη εξ αρχής έως τέλους την υπόθεσιν, ότι ήτο πρότερον ειδωλολάτρης, ότι έδωκε προς αυτόν ο Άγγελος το άγιον Ευαγγέλιον, το οποίον τους έδειξε και τους εκήρυξε τον Χριστόν. Τότε όλοι επίστευσαν και εζήτουν το άγιον Βάπτισμα. Ο δε κατηχήσας αυτούς ανέγνωσε το Ευαγγέλιον, το οποίον ακούοντες οι άνδρες ηυφραίνοντο. Έμειναν δε εκεί έως την άλλην ημέραν, δια να τους βαπτίση, καθώς τους επρόσταξε. Κατά δε την δευτέραν ώραν της νυκτός ήλθεν ο διάβολος με πλήθος δαιμόνων, οίτινες εφαίνοντο ως άνθρωποι μαύροι και άσχημοι· σταθείς δε ο πρώτος απέναντι των ανδρών εφώνζεν· «Ω βία! Πόσην αδικίαν έχω από τον δούλον του Θεού Παγκράτιον και από σε, Επαφρόδιτε, αχάριστε, τον οποίον είχον χαρτοφύλακα, τώρα δε ήλθες εδώ να αφανίσης την εξουσίαν μου. Οποίον κακόν έπαθα ο αβοήθητος! Ότι εις την Ταυρομενίαν με έκαμεν αιχμάλωτον ο Παγκράτιος, ο γέρων Μαρκιανός εις τας Συρακούσας και τώρα πάλιν ήλθεν εδώ ο φίλος μου Ξάνθιππος, όστις μου έκαμνε τόσας θυσίας πρότερον. Τώρα δε αρπάζει τους δούλους μου, ίνα τους κάμη δούλους του Χριστού ο άχρηστος». Τότε ο Επαφρόδιτος εποίησε το σημείον του Σταυρού, αναθεματίζων τον δαίμονα, τους δε ανθρώπους εδίδξε λέγων· «Βλέπετε, τέκνα μου, πως ο Δεσπότης Χριστός σας εκάλεσεν εις την βασιλείαν του; δια τούτο οργίζεται ο διάβολος και αγωνίζεται να αρπάση τους ασθενεστέρους εξ υμών. Αλλά σεις, ως άνδρες τέλειοι, εμφυσήσατε εις αυτόν λέγοντες. Αποτασσόμεθά σου, Σατανά, και συντασσόμεθα Ιησού Χριστώ τω Υιώ του Θεού». Ούτω λοιπόν έκαμαν, και ευθύς εφάνη εξ ανατολών φλογίνη ρομφαία, ήτις εδίωξε τους δαίμονας. Την πρωϊαν ήλθε και ο άλλος άνθρωπος, όστις είχε τους θεριστάς, με την γυναίκα και τα τέκνα του, φέροντες τα αναγκαία ιμάτια. Και κατελθών εις τον ποταμόν τους εβάπτισε και τους έστειλεν εις διαφόρους τόπους να κηρύττουν το Ευαγγέλιον, έδωκε δε εις έκαστον Σταυρόν κέδρινον και εξουσίαν να κάμνουν θαυμάσια. Απελθόντες δε εις χώρας και πόλεις διαφόρους, εθεράπευον πάσαν ασθένειαν με την θείαν δύναμιν. Οι δε δαίμονες, μη υποφέροντες να βλέπουν το σημείον του Σταυρού, έφευγον· όθεν οι εγχώριοι θαυμάζοντες ηρώτησαν τους άνδρας, πόθεν έλαβον την εξουσίαν να ποιώσι τοιαύτα παράδοξα. Οι δε ευηγγέλισαν εις αυτούς τον Δεσπότην Χριστόν. Επίστευον δε και εβαπτίζοντο καθ’ εκάστην πολλοί και έτρεχον εις τον σοφόν Επαφρόδιτον. Έκτισαν δε και Εκκλησίαν, εις την οποίαν εκείνος ελειτούργει και εκοινώνει αυτούς τα θεία Μυστήρια. Όσον δε παρήρχετο ο καιρός, τόσον οι πιστοί επληθύνοντο. Ο δε Άγιος Μαρκιανός, ταύτα ακούσας, έγραψεν επιστολήν προς τον μέγαν Παγκράτιον, έχουσαν ούτω· «Θαυμάζω, πως η αγιωσύνη σου ελησμόνησες τόσον ταχέως την διδασκαλίαν των Αποστόλων, ήτις  λέγει, να μη εξουσιάζη άλλην ενορίαν ο Επίσκοπος και έστειλες εις την επαρχίαν μου τον Επαφρόδιτον. Πλην εάν είδες από τον Θεόν αποκάλυψιν και δι’ αυτό τον απέστειλες, γράψε μου απόκρισιν, ίνα μη σε κατακρίνω αδίκως». Ταύτην την επιστολήν λαβών ο Παγκράτιος απήντησε προς τον Άγιον Μαρκιανόν αναφέρων όλην την αλήθειαν, ότι δηλαδή είδε τρεις φοράς εν οράματι να χειροτονήση τον Επαφρόδιτον. Έδωσε δε το γράμμα τούτο εις εμέ τον Ευάγριον, ίνα το φέρω εις Συρακούσας. Όταν δε επλησίαζον εις Συρακούσας εξήλθεν ο Άγιος Μαρκιανός της πόλεως και με προϋπήντησεν, με υπεδέχθη δε ασπασίως, λέγων· «Νομίζω ότι ελύπησα τον αδελφόν Παγκράτιον και ο Θεός γινώσκει ότι επικράνθην. Διότι αφού σας έστειλα το γράμμα, μου εφανέρωσε το πράγμα ο Κύριος. Ελυπήθην δε διότι σας ελύπησα. Αλλά τώρα χαίρω ότι ήλθες προς με και ύπαγε ίνα συνευφρανθής με τον Επαφρόδιτον, κατόπιν δε να έλθης ενταύθα, ίνα υπάγωμεν μαζί εις τον Παγκράτιον». Απελθών λοιπόν έκαμα οκτώ ημέρας με τον Επαφρόδιτον, όστις μου είπεν όσα ετέλεσε με την θείαν βοήθειαν. Κατόπιν επέστρεψα εις τον Μαρκιανόν και επορεύθημεν ομού προς τον Παγκράτιον. Γνωρίσας δε εκείνος την έλευσιν του Μαρκιανού από θείν χάριν, τον προϋπήντησε και πίπτοντες εις την γην αμφότεροι, παρεκάλει ο εις τον άλλον να τον ευλογήση δια ταπείνωσιν. Μετά πολλήν ώραν είπεν ο μέγας Μαρκιανός· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόμτι Κυρίου», Ασπασάμενοι δε αλλήλους εισήλθομεν εις την Εκκλησίαν και έκαμε λιτανείαν ο Μαρκιανός. Έπειτα εκάθησαν συνομιλούντες. Ο δε Παγκράτιος του λέγει· «Πως ήλθες εις ημάς τους αμαρτωλούς, Πάτερ τίμιε»; Ο δε απεκρίνατο· «Οι άρρωστοι υπάγουσιν εις ιατρόν, δια να λάβουν την ίασιν». Λέγει προς αυτόν ο Παγκράτιος· «Είθε και ημείς να είμεθα εις τα μέτρα σου, Πάτερ Όσιε». Ήσαν δε εις την σωματικήν μορφήν και την στάσιν παρόμοιοι, βλέποντες δε αυτούς οι αδελφοί έχαιρον και ετίμων αυτούς ως Μωϋσέα και Ααρών. Ήλθον δε ο ηγεμών και όλοι οι άρχοντες και τους ηυλόγησεν ο Μαρκιανός. Κατά δε την άλλην ημέραν, ήτις ήτο Κυριακή, συνελειτούργησαν. Κατά δε την θείαν ιερουργίαν κατελθόν πυρ εκ του ουρανού εκύκλωσε το άγιον Βήμα, όταν έψαλλον τον τρισάγιον ύμνον· μετά την λειτουργίαν οι μεν Άγιοι εκοινώνησαν, οι δε λαϊκοί εφοβούντο να πλησιάσουν, ο δε Άγιος είπεν εις αυτούς· «Προσέλθετε, τέκνα μου, και μη φοβείσθε. Ότι το πυρ, το οποίον βλέπετε, είναι η επισκίασις του Αγίου Πνεύματος, όπερ ποιεί τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα». Τότε μετά φόβου πολλού εκοινώνησαν πό τον Άγιον Μαρκιανόν άπαντες. Προσμείνας εκεί ο μέγας Μαρκιανός ημέρας δέκα πέντε ηθέλησε να αναχωρήση, παρέλαβε δε τον Άγιον εις την συνοδείαν του, όστις επορεύθη μετά χαράς δια να ίδη τας Εκκλησίας· εισελθόντων δε εις το πλοίον, έπνευσε καλός άνεμος και εφθάσαμεν την αυτήν ημέραν εις Συρακούσας και επήγαμεν την νύκτα εις την Επισκοπήν. Οι δε μαθηταί του Μαρκιανού ιδόντες αυτόν έκλαυσαν λέγοντες, ότι οι δαίμονες ήρχοντο την νύκτα και τους ηπείλουν λέγοντες ότι έπνιξαν αυτόν εις την θάλασσαν. Τότε ο μακάριος ενεθάρρυνεν αυτούς, ίνα μη φοβούνται τα φαντάσματα των δαιμόνων. Έπειτα έστειλεν είδησιν προς τους άρχοντας Γόρδιον και Σέλευκον, να συνάξουν όλον τον λαόν, ίνα τους ευλογήση ο μέγας Παγκράτιος. Συναχθέντες δε άπαντες, έπεσον εις τους πόδας του ιερού Παγκρατίου, όστις ηυλόγησεν άπαντας. Έμειναν δε εκεί εξ ημέρας, συνομιλούντες πνευματικώς οι δύο φίλοι του Χριστού και συνευφραινόμενοι. Τότε είδεν οπτασίαν ο Άγιος, ότι ο βασιλεύς Ακυλίνος παρέλαβεν εξακοσίας χιλιάδας στρατού, ίνα πολεμήση την Ταυρομενίαν. Εσιώπησε δε την όρασιν· μόνον έστειλεν είδησιν και ήλθεν εκεί ο Επαφρόδιτος και συνηυφράνθησαν. Έπειτα έγραψεν ο Άγιος του Μαρκιανού συστατικά γράμματα, κατά τους Κανόνας των Αγίων Αποστόλων, να εξουσιάζη και τας επαρχίας οπόθεν επέστρεψεν ο Επαφρόδιτος. Ούτως ασπασάμενοι αλλήλους εταξιδεύσαμεν· ότε δε εφθάσαμεν εις την Ταυρομενίαν εκήρυξεν ο κήρυξ να συναχθή η πόλις όλη τη επαύριον, ίνα τους ομιλήση ο μέγας Παγκράτιος. Τότε ελειτούργησεν ο Άγιος και εκοινώνησεν άπαντας. Έπειτα είπε προς τον άρχοντα και όλην την Σύγκλητον· «Τέκνα μου, ο διάβολος εκίνησε να σας πολεμήση, αλλά αναθέσατε την ελπίδα σας εις τον Κύριον και Αυτός θέλει αφανίσει την πανουργίαν του». Ταύτα ειπών, εκάλεσε τον Βονιφάτιον ιδιαιτέρως και του είπε να φέρη εκεί ένα βιβλίον, όπου ήσν γραμμέναι αι νίκαι του Ταύρου· όστις έκαμε πολλούς πολέμους με τον Ακυλίνον τον βασιλέα Καλαβρίας, όστις προσεπάθει να φονεύση τον κύριον του Ταύρου Ρέβινθον, ίνα του αρπάση τους τόπους του αδίκως. Ο Ρέβινθος αυτός είχε γυναίκα σοφωτάτην και ωραίαν, Μενίν ονόματι. Ότε δε εφόνευσεν ο Ακυλίνος τον Ρέβινθον, ώρμησεν ο Ταύρος ως ανδρείος που ήτο με εξ χιλιάδας λαού και εφόνευσεν από τον στρατόν του Ακυλίνου χιλιάδας πεντήκοντα, δια την νίκην του δε ταύτην έλαβεν αυτόν σύζυγον η Μενία. Ήτις παρέλαβεν όλον της τον πλούτον και έφυγον από την πόλιν των, έκτισαν δε άλλην , την οποίαν ωνόμασαν Ταυρομενίαν, εις την οποίαν ήτο Αρχιερεύς ο Παγκράτιος και ηγεμών ο Βονιφάτιος. O δε Ακυλίνος εσύναξε πάλιν άλλον στρατόν εις την Καλαβρίαν και ήλθεν εις την Σικελίαν, όπου ήτο η Μενία με τον Ταύρον, τον οποίον εσκέπτετο να φονεύση και να πάρη την Μενίαν με τον πλούτον της. Ο δε Ταύρος εμονομάχησε με τον Ακυλίνον και φονεύσας αυτόν έμεινε νικητής και εξουσίαζε την Καλαβρίαν και Σικελίαν, κατοικών εις την επώνυμον αυτού πόλιν, την Τυρομενίαν. Τούτο το βιβλίον αναγνώσας ο Άγιος, είπε προς τον Βονιφάτιον· «Βλέπεις, τέκνον, τούτον τον παλαιόν πόλεμον θέλει να εκδικήση ούτος ο νέος Ακυλίνος· αλλά μη ταραχθή η καρδία σου, ότι εάν ο Ταύρος ενίκησεν εκείνους, πόσω μάλλον ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ύπαγε εις το παλάτιον και μη είπης εις τον λαόν σου δια τον πόλεμον, μόνον προσεύχου εις τον παντοδύναμον Θεόν και εις αυτόν έχε τας ελπίδας σου». Ο δε Ακυλίνος συνήθροισε τον λαόν του, λέγων· «Ας υπάγωμεν, αδελφοί, να εκδικήσωμεν το αίμα των αδελφών μας, το οποίον ο Ταύρος έχυσεν αδίκως. Τώρα όμως δεν υπάρχει πλέον ο Ταύρος να μας νικήση, αλλά μόνον ο Βονιφάτιος με ολίγον λαόν και θα τους νικήσωμεν». Συναθροίσας λοιπόν περί τας εξακοσίας χιλιάδας άνδρας περιεκύκλωσαν κατά την νύκτα αιφνιδίως την πόλιν όλην, απέκοψαν δε την ύδρευσιν κτυπώντες τας σάλπιγγας τόσον δυνατά, ώστε οι πολίται ετρόμαξαν, αν και ήσαν άνδρες του πολέμου όλοι χιλιάδες τεσσαράκοντα, τους οποίους έβαλε κατά τάξιν ο Βονιφάτιος γύρωθεν εις τα τείχη της πόλεως. Όταν εξημέρωσεν επολέμησαν, παρεχώρησε δε ο Κύριος να νικήσουν την πρώτην ημέραν οι εχθροί των, δια να μη καυχηθούν οι πολίται ύστερα, ότι με την δύναμίν των ενίκησαν. Στενοχωρούμενοι λοιπόν οι Ταυρομενίται, ύβριζον τον ηγεμόν και τον Παγκράτιον, λέγοντες· «Κακήν ώραν ήλθεν εδώ ούτος ο μάγος και ηφάνισε τους θεούς, τώρα δε θα γίνωμεν όλοι αιχμάλωτοι». Ταύτα λέγοντες εσκέπτοντο να φονεύσουν τον ηγεμόνα και τον Άγιον και να παραδώσουν εις τους εχθρούς την πόλιν οι άφρονες. Ο δε καλός Βονιφάτιος τους ενουθέτει ν μη απελπίζωνται, αλλά να επικαλεσθούν τον Δεσπότην Χριστόν εις βοήθειαν δια να τους δώση την νίκην ως παντοδύναμος. Ταύτα ειπών, καθησύχασεν αυτούς ολίγον. Πορευθείς δε ευθύς εις τον Άγιον, είπεν εις αυτόν· «Βοήθησον την ποίμνην σου, πάτερ τίμιε, και λύτρωσαι από τας χείρας των εχθρών την πόλιν σου· ότι ο λαός αγανακτεί και γογγύζει, επικαλούνται δε τους ακαθάρτους ψευδοθεούς οι άφρονες και θέλουν να με φονεύσουν αδίκως». Λέγει προς αυτόν ο μακάριος· «Ύπαγε, τέκνον, ειπέ προς αυτούς. Τάδε λέγει Παγκράτιος. Τέκνα Χριστού του Θεού, μη φοβείσθε τους εχθρούς σας, ότι σεις είσθε στρατιώται του μεγάλου Βασιλέως. Εάν δε και από τον κόπον κατεβλήθητε, υπάγετε να αναπαυθήτε εις τους οίκους σας, και ο Δεσπότης Χριστός, ο μέγας Βασιλεύς και Θεός παντοδύναμος θέλει πολεμήσει δια σας, και μη ζωσθή τις ξίφος, ούτε τόξον να λάβη ουδέ δόρυ ή μάχαιραν». Ταύτα ακούσαντες ο λαός από τον άρχοντα, εθυμώθησαν λέγοντες· «Ω κακή συμβουλή και ανόητος! Ημείς επολεμήσαμεν όλοι με όλην μας την δύναμιν και μετά βίας εφυλάξαμεν τα τείχη της πόλεως και συ μς λέγεις να υπάγωμεν εις τους οίκους μας; Τις θα ακούση ταύτα και δεν θα γελάση λέγων, ότι ο Βονιφάτιος, τον οποίον εθεωρούμεν σοφόν άνθρωπον, με τον μάγον Παγκράτιον ηβουλήθησαν να παραδώσουν εις τους εχθρούς την πόλιν μας»; Τότε ο άρχων ανήγγειλε πάλιν ταύτα προς τον Άγιον, λέγων· «Δεν ηθέλησαν Πάτερ, καν να ακούσουν τους λόγους σου, αλλά μάλλον εθυμώθησαν, βλέποντες τους εχθρούς, ότι επλησίασαν εις τα τείχη της πόλεως και ήθελαν να με θανατώσουν οι δείλαιοι». Ο δε Άγιος τους εμήνυσε δεύτερον και τρίτον και απήλθον εις τας οικίας των και τότε οι μεν πολέμιοι την πόλιν περικύκλωσαν. Ο δε Άγιος παρέλαβεν εμέ και ένα διάκονον, Τατιανόν ονόματι, λέγων· «Ας υπάγωμεν, τέκνα, να πολεμήσωμεν και ημείς τους εχθρούς με τα όπλα μς». Φορέσας δε την ιεράν στολήν, έλαβε τον τίμιον Σταυρόν εις την χείρα του, εγώ δε την εικόνα του Δεσπότου Χριστού και ο Τατιανός την εικόνα του Αποστόλου Πέτρου και επορεύθημεν εκεί, όπου ήτο η δύναμις των εχθρών.  Αναβάς τότε ο Άγιος εις τόπον υψηλόν εποίησε το σημείον του Σταυρού τετράκις βλέπων προς την πόλιν και την ετείχισεν αοράτως από τα τέσσαρα μέρη, Ανατολήν, Δύσιν, Βορράν και θάλασσαν. Έπειτα υψώσας τας χείρας προς την Ανατολήν, ούτως ηύχετο· «Εξέγειρον την δυναστείαν σου, και ελθέ εις το σώσαι ημάς, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, μη αρπάση ο εχθρός την πόλιν σου, αλλά δείξον εις αυτούς την δύνανίν σου δια του ζωοποιού Σταυρού και της αχράντου Εικόνος σου». Μετά την ευχήν ύψωσε τον Τίμιον Σταυρόν και ημείς τας Εικόνας. Τότε όλοι οι εχθροί εσκοτίσθησαν και στρέφοντες εις τα οπίσω εφόνευεν ο εις τον άλλον, νομίζοντες ότι εφόνευον τους Ταυρομενίους. Ο δε Άγιος βλέπων τους εχθρούς ότι αλληλοεσφάζοντο, έκαμε πάλιν προσευχήν, λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, δος εις τας καρδίας των ανθρώπων τούτων κατάνυξιν, δια να γνωρίσουν την δύναμίν σου και να επιστρέψουν προς την ευσέβειαν». Τότε ηννόησαν οι πολέμιοι, ότι αλλήλους εφόνευον, όθεν ευθύς έφυγον από προσώπου της πόλεως φωνάζοντες. Οι δε πολίται, ιδόντες τοιούτον φρικτόν θαυμάσιον, εδόξασαν τον Κύριον, ευχαριστούντες το μέγαν Παγκράτιον. Πό δε τους εχθρούς διέφυγον χιλιάδες τέσσαρες και επλησίασαν εις την πόλιν, ταύτα βοώντες: «Ελεήσατε ημάς, άνδρες μεγαλόθεοι». Τότε προστάσσει ο Άγιος να ανοίξουν τας πύλας της πόλεως και εισελθόντες εκείνοι μέσα, ως είδον τον Άγιον, πίπτοντες εις τους πόδας του έκραζον· «Ελέησόν μας, Μεγαλόθεε». Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ θεός δεν είμαι, αλλά δούλος του μεγάλου και παντοδυνάμου Θεού». Αφού δε εδίδαξεν αυτούς, επίστευσαν εις τον Χριστόν, εκλέξας δε ο Άγιος απ’ αυτούς τους ευλαβεστέρους, εχειροτόνησεν ιερείς και διακόνους και τους έστειλεν εις την Καλαβρίαν, ίνα κηρύξουν το Ευαγγέλιον. Από τούτους τινές μας διηγούντο, ότι έβλεπον τρεις ηλίους εις τα τείχη της πόλεως, λάμποντας περισσότερον παρά τον της ημέρας ήλιον, των οποίων την λάμψιν μη υποφέροντες εσκοτίζοντο, πίπτοντες δε εις τον κρημνόν συνετρίβοντο. Ο δε Άγιος έδειξεν εις αυτούς τον ζωοποιόν Σταυρόν και τας δύο Εικόνας λέγων· «Αυτοί είναι οι τρεις ήλιοι, τους οποίους εβλέπετε υπέρ τον ήλιον λάμποντας». Τότε κατησπάζοντο οι άνδρες εκείνοι τας αγίας Εικόνας με πολλήν ευλάβειαν· έπειτα λαβόντες από τον Άγιον την συγχώρησιν ανεχώρησαν και φθάσαντες εις την Καλαβρίαν εκήρυξαν τον λόγον της πίστεως φέροντες πολλούς εις την ευσέβειαν. Ο δε κύριός μου Παγκράτιος με έστειλεν εις τον μέγαν Μαρκιανόν, να του αναγγείλω τα ρηθέντα θαυματουργήματα και ότι δια να μη τον λυπήση δεν του εφανέρωσε την υπόθεσιν, όταν ήτο εκεί, την οποίαν εγνώρισεν από θεϊκήν αποκάλυψιν. Έπειτα, όταν έστρεψα εις την Ταυρομενίαν, μου είπεν ο Άγιος· «Τέκνον Ευάγριε, γίνωσκε, ότι εις ολίγον καιρόν πορεύομαι προς τον Δεσπότην μου, θέλω δε να μείνης εις τον θρόνον μου διάδοχος. Λοιπόν λάβε τον Βονιφάτιον και άλλους τινάς ευλαβείς, να υπάγετε εις την Ρώμην, να εύρης τον μακάριον Πέτρον, να σε χειροτονήση Επίσκοπον αυτής της πόλεως. Όταν δε έλθης εδώ, να βαπτίσης τον Βονιφάτιον». Ταύτα λέγοντος του Αγίου έτρεχον από τους οφθαλμούς μου κρουνηδόν τα δάκρυα. Τότε πάλιν μοι λέγει ο Άγιος· «Παράλαβε, τέκνον, τον Τατιανόν εις την συνοδείαν σου και ύπαγε εις την δείνα επαρχίαν, όπου εχειροτόνησα Πρεσβύτερον τον δείνα, ο οποίος απέθνεν, είναι τρεις ημέραι, και ετοιμάζονται να έλθουν εδώ οι άνθρωποι όλοι της χώρας εκείνης. Λοιπόν δια να μη κοπιάζουν έως εδώ, ύπαγε και κάμε ιερέα τον ευλαβέστερον». Αφήσαντες λοιπόν εις την υπηρεσίαν του Αγίου ένα παιδάριον, μετέβημεν ημείς με τον Διάκονον εις την διακονίαν ταύτην. Την αυτήν ημέραν εξήλθεν από την πόλιν και ο ηγεμών, δια να υπάγη εις άλλην χώραν, ίνα πολεμήση με άλλον τινά τύραννον, αφήκε δε εις το παλάτιον ως επίτροπον ένα θείον του μιαρού Ελίδου, ονομαζόμενον Αρτάγαρον, όστις εφάνη Ιούδας δεύτερος, είχε δε μίσος άμετρον ο εναγής προς τον Άγιον και εζήτει καιρόν επιτήδειον να τον φονεύση ο αλιτήριος. Όταν είδεν ημάς, ότι εξήλθομεν της πόλεως, προσεκάλεσε τους συνδούλους αυτού και τους λέγει την κακήν του γνώμην, αφ’ ου πρότερον τους επεριποιήθη και τους εμέθυσεν. Ούτοι συνεφώνησαν μετ’ αυτού, να φονεύσουν τον δίκαιον αδίκως. Εκείνος δε ο μακάριος, καθώς ηύχετο την ενάτην ώραν, ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Παγκράτιε, ελθέ ο πιστός οικονόμος και φρόνιμος να απολαύσης τα αγαθά, άτινα σου ητοίμασα». Το πονηρόν λοιπόν βουλευτήριον έστειλεν ένα άνθρωπον, να φέρη τον Άγιον εις το Πραιτώριον. Όταν ούτος έφθασεν εις τον Άγιον του λέγει· «Ο επίτροπος Αρτάγαρος σε προσκαλεί, Πάτερ Άγιε, να ευλογήσης την τράπεζαν». Τότε ο Άγιος επήγε πρώτον και εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, φορέσας δε το ωμοφόριον ανήλθεν εις το παλάτιον, όπου εκάθισεν εις την τράπεζαν, αλλ’ ουδέν έφαγεν. Εκείνοι, όταν εχορτάσθησαν, έφεραν την κιθάραν και εχόρευον κραυγάζοντες ατάκτως. Φέροντες δε εις το μέσον το είδωλον του Σκαμάνδρου, το έστησαν έμπροσθεν του Αγίου και το επροσκυνούσαν εις πείσμα του. Τότε ο Άγιος είπεν εις αυτούς· «Παύσασθε, τέκνα, πονηρευόμενοι· μη προσκυνείτε το αναίσθητον είδωλον». Εκείνοι όμως ποσώς δεν έδιδον προσοχήν εις τους λόγους του. Όθεν ο Άγιος έκαμε Σταυρόν και έπεσεν εις την γην το είδωλον. Βλέποντες λοιπόν οι παμπόνηροι τον θεόν αυτών συντριβόμενον εκτύπων την κεφαλήν  του Αγίου και το αγγελικόν αυτού πρόσωπον λέγοντες· «Μάγε και ολοθρευτά των μεγάλων θεών, όστις έκαμες την πόλιν όλην να προσκυνούν τον Χριστόν και τους καθαρούς θεούς να βδελύττωνται». Ομού δε με τον λόγον, αρπάσαντες αυτόν τον έρριψαν εις την γην και τον έτυπτον σκληρώς, άλλος δε τον εκτύπα με λίθον, άλλος τον κατέκοπτε με μάχαιραν, έως ου αφήκε την ψυχήν αυτού ο μακάριος, ταύτα λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Τότε παρέλαβον το τίμιον αυτού σώμα και το έρριψαν εις μίαν σχισμήν πέτρας, μακράν από το παλάτιον. Κατ’ εκείνην την ώραν έτυχεν εκεί πλησίον παιδίον Χριστιανού τινος, το οποίον ιδών τους αδίκους να ρίπτουν εκεί το άγιον λείψανον εφώναξε λέγον· «Διατί εφονεύσατε τον δίκαιον άδικα»; Τότε οι φονείς έτρεξαν να φονεύσουν και αυτό, δια να μη τους αποκαλύψη. Το δε παιδίον έφευγε· βλέπον δε ότι το έφθαναν, επήδησεν εις ένα κρημνόν και τότε (ω του θαύματος!) το ήρπασεν Άγγελος Κυρίου πριν πέση και το απέθεσεν αβλαβές εις άλλον τόπον μακράν από τους φονείς, ίνα μη το φονεύσουν. Ήτο δε τότε ώρα Πέμπτη της ημέρας. Κατά δε την δεκάτην  ώραν ήλθομεν ημείς με τον Τατιανόν, εις ολίγον δε διάστημα ήλθε και ο ηγεμών με το στράτευμα, όστις εμήνυσε να υπάγη εις το παλάτιον ο Άγιος· ημείς δε τον εζητήσαμεν παντού και δεν τον εύρομεν. Όταν δε ενύκτωσεν, μετέβην εγώ ζητών αυτόν εις κάθε τόπον αναχωρητικόν και παράμερον, μήπως και προσεύχεται· βλέπων δε εις την σχισμήν της πέτρας, είδα φως ως αστραπήν· όθεν πλησιάσας βλέπω (φευ!) το τίμιον σώμα του κυρίου μου συντεθλασμένον και αγνώριστον· φωνάζων δε όσον ηδυνάμην, έτυπτον το πρόσωπόν μου κλαίων και λέγων ταύτα από τον μεγάλον πόνον και την θλίψιν μου· «Οίμοι τω αθλίω! Τις εφόνευσε τον ποιμένα μας και διδάσκαλον; Ποίος άνομος ετόλμησε να εγγίση το θείον σου πρόσωπον; Ουαί μοι τω τάλανι, δεν ακούω πλέον την γλυκυτάτην σου λαλιάν, να μου είπης «τέκνον, Ευάγριε»· δια τούτο θαρρώ με απέστειλες, ίνα μη ίδω τον άδικόν σου και άμορφον θάνατον. Διατί να μη είμαι παρών, να αποθάνω μάλλον εγώ αντί σου, Πάτερ γλυκύτατε»; Αυτά και άλλα όμοια λέγοντος εμού ήκουσαν τας φωνάς και εσυνάχθησαν πολλοί· εξόχως δε ο Τατιανός, ο Λυκαονίδης και ο Βονιφάτιος, προς τον οποίον εφώναξα λέγων· «Βλέπεις, ηγεμών, τον διδάσκαλον και φωστήρα μς, πως κείται αιματωμένος και νεκρός ως ληστής και παράνομος»; Ο δε άρχων, ιδών αυτόν, έκλαυσε μεγαλοφώνως και εξέσχιζεν από τον μεγάλον πόνον τα ιμάτια αυτού. Καθώς εθρηνούμεν, ήλθε και η οσιωτάτη Παύλα με τας άλλας παρθένους και πίπτουσα εις το άγιον λείψανον εθρήνει απαρηγόρητα και έχυνεν άφθονα δάκρυα, ώστε ήτο αδύνατον να παρηγορηθή, αλλά έλεγεν· «Ας έλθουν εκείνοι, οίτινες εφόνευσαν τον δεσπότην μου, να θανατώσουν και εμέ την τάλαιναν, ίνα συνταφώ μετά του κυρίου μου». Μετά ταύτα, επειδή με τα δάκρυα ουδέν ωφελούμεν, εσηκώσαμεν το άγιον λείψανον και το μετεφέραμεν εκεί πλησίον, εθέσαμεν δε αυτό προσωρινώς, καθώς το εύρομεν φονευμένον. Το πρωϊ παρήγγειλεν ο άρχων εις χρυσοχόον να κατασκευάση θήκην χρυσήν και πολύτιμον δια να θέση εις αυτήν το άγιον λείψανον. Μετά ταύτα ανέκρινε πολλούς εις το Πραιτώριον, ίνα μάθη τις εφόνευσε τον Άγιον· καθώς δε εβασάνιζε τους δούλους του, ιδού έφθασε και το παιδάριον, όπερ εσώθη από τους φονείς με την θείαν βοήθειαν και μας είπεν όλα τα γενόμενα, τα οποία ακούσας ο Βονιφάτιος έδεσεν ευθύς τον Αρτάγαρον και τους άλλους δύο, προσέταξε δε τους στρατιώτας, οίτινες τους έδειραν τόσον σκληρώς, ώστε εφάνησαν όλα των τα μιαρά οστά. Λαβών τότε την μάχαιράν του ο καλός Βονιφάτιος ως Φινεές την αμαρτίαν εξιλάσατο, ήτοι με την χείρα του έσφαξεν εκείνους τους αδίκους, οίτινες αδίκως τον δίκαιον εφόνευσαν. Τα δε βέβηλα και μιαρώτατα σώματα έρριψαν κατά του κρημνού εις την θάλασσαν. Μετά τρεις ημέρας ετελειώθη η θήκη, εθέσαμεν δε εις αυτήν το άγιον λείψανον και το αφήκαμεν εκεί κεκρυμμένον δια να μη το μάθη ο λαός και το διαμοιράσουν μεταξύ των δια ευλάβειαν. Μόνον ηκούσθη η είδησις, ότι εφόνευσαν τον Άγιον και έκαμε την εκδίκησίν του ο Βονιφάτιος. Μετά επτά ημέρας, καθήμενος εγώ εις την Εκκλησίαν, είδον το εξής όραμα. Δώδεκα άνδρες λευκοφόροι ίσταντο εις δύο χορούς, έχοντες εις το μέσον αυτών τον κύριόν μου Παγκράτιον, όστις μοι είπε· «Τέκνον Ευάγριε, διατί δεν ενεταφίασες εις το χώμα το σώμα μου, αλλά με εκρύψατε εις την διαβολικήν θήκην του χρυσίου; Είδες με ποτέ να αγαπήσω χρυσίον ποσώς ή αργύριον; Μη, τέκνον μου, μη, αλλά εξάγαγέ με από το σκοτεινόν εκείνο κιβώτιον και παράδος την γην εις την γην, κατά την κοινήν συνήθειαν». Ταύτα ακούσας ετρόμαξα και τα ανήγγειλα προς τον ηγεμόνα, όστις είπε να κάμω καθώς ο Άγιος επρόσταξε. Συναθροίσαντες λοιπόν όλον τον λαόν, εποιήσαμεν αγρυπνίαν ολονύκτιον ψάλλοντες· το δε πρωϊ κατέβημεν εγώ, ο Τατιανός, ο Λυκαονίδης και ο Βονιφάτιος και ανοίξαντες την χρυσήν θήκην είδομεν θαύμα εξαίσιον· ήτοι το σώμα δεν ήτο καθώς το εθέσαμεν αιματωμένον, πληγωμένον και άμορφον, αλλά ωραίον και ήστραπτεν ως το φως, ήτο δε σώον και ακέραιον, καθαρόν από αίματα. Πληγή δε ή μόλυνσις ουδαμού διεκρίνετο ούτε εις την σάρκα, ούτε εις τα ενδύματά του. Ταύτα βλέπων ο άρχων έκλαυσεν ώραν πολλήν εκθαμβούμενος. Εξαγαγόντες τότε το άγιον λείψανον έξω, εγέμισεν ο τόπος όλος ευωδίας θαυμασιώτατα. Όθεν συνηθροίσθησαν άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, πλήθος πολύ, οίτινες, ασπασάμενοι το άγιον λείψανον, εδόξαζον τον Πανάγαθον Θεόν τον δοξάζοντα τους Αυτόν αντιδοξάζοντας. Ούτω λοιπόν άπαντες απηλαύσαμεν την άρρητον εκείνην ευωδίαν την τερπνήν και θαυμάσιον, θαυμάζοντες κι εξιστάμενοι, επειδή υπερέβαινε πάσαν ακοήν και διάνοιαν. Φέροντες δε λίθους πελεκητούς λακεδαιμονίους, εκτίσαμεν θήκην και μικρόν οικίσκον και απεθέσαμεν εις την λιθίνην αυτήν θήκην το άγιον λείψανον, την δε χρυσήν θήκην μετεβάλομεν εις σκεύη της Εκκλησίας ως έπρεπεν. Όταν δε παρήλθον ημέραι τεσσαράκοντα μετά την του Αγίου τελείωσιν, είπον προς τον άρχοντα όσα ως άνωθεν μοι παρήγγειλεν ο Άγιος· ήτοι να υπάγωμεν εις την Ρώμην. Τότε ο Βονιφάτιος ητοίμασεν αμέσως πλοίον, λαβόντες δε άνδρας ευλαβείς και σοφούς ανεχωρήσαμεν και εις ολίγας ημέρας, του Θεού συνεργούντος, εφθάσαμεν εις την μεγάλην πόλιν. Ο δε μακάριος Πέτρος εγνώριζεν όλα τα γενόμενα από Πνεύμα Άγιον και τα επροφήτευσε προς τους μαθητάς αυτού λέγων· «Ο Παγκράτιος ο Επίσκοπος Ταυρομενίας ετελειώθη, τώρα δε έρχεται προς ημάς ο μαθητής του Ευάγριος». Λαβών τότε μαθητάς τινας, μας προϋπήντησεν έξω της πύλης της πόλεως. Ιδών τότε εγώ τον μακάριον Απόστολον Πέτρον, έπεσα εις τους πόδας του, εκείνος δε με ήγειρε και ασπασάμενοι αλλήλους μετέβημεν εις το κατοικητήριον αυτού χαίροντες. Όταν δε ήρχισα να διηγούμαι εις αυτόν τα αθλήματα του Παγκρατίου μοι απεκρίθη λέγων· «Όσα θέλεις να μας είπης, τέκνον, τα γνωρίζομεν από θείαν πρόνοιαν. Λοιπόν λάβε την Επισκοπήν, όσας δε αρετάς είδες εις τον διδάσκαλόν σου Παγκράτιον μιμήσου». Έπειτα προσεκάλεσε τους πιστούς και όλον το πρεσβυτέριον και κάμνων την πρέπουσαν ακολουθίαν μοι έδωκε τον κλήρον της Επισκοπής λέγων· «Ύπαγε, τέκνον, και ακολούθει κατά τον κανόνα του διδασκάλου σου». Ταύτα ειπών, επήνεσε τον ηγεμόνα Βονιφάτιον, ότι επίστευσεν εις τον Χριστόν και ευχαριστήσας αυτόν δια τον κόπον του, μας ηυχήθη και απέλυσεν. Όταν δε εφθάσαμεν εις την πόλιν μας, εβάπτισα τον Βονιφάτιον, ο οποίος ως ευλαβής προς τον Χριστόν και εραστής της ουρανίου Βασιλείας θερμότατος αφήκεν ευθύς την πρόσκαιρον ηγεμονίαν, όταν έλαβε το άγιον Βάπτισμα, προσκαλέσας δε ευλαβή τινα και πιστόν άνθρωπον, έμπειρον και ισχυρόν εις τους πολέμους, τον εψήφισεν ηγεμόνα της πόλεως. Αυτός δε ο μακάριος εκάρη και ενεδύθη πενιχρά ιμάτια, έμεινε δε εις την συνοδείαν μας και υπετάσσετο προθύμως, ουδέποτε δε έλειψεν από την ακολουθίαν. Μετά τινας ημέρας είπον εις αυτόν· «Τέκνον Βονιφάτιε, ας κτίσωμεν μίαν Εκκλησίαν προς δόξαν Θεού εις το όνομα του Ιερομάρτυρος Παγκρατίου, όστις απέδωκεν εδώ πολλούς καρπούς δικαιοσύνης και τόσον κόσμον έσωσεν». Ο δε, μετά χαράς τον λόγον δεξάμενος, παρουσιάσθη εις το Πραιτώριον και μοι έφερε χρυσίον πολύ, με το οποίον έκτισα Εκκλησίαν πλουσίαν και ωραίαν, την εχρύσωσα και εζωγράφισα της παλαιάς και νέας Γραφής όλα τα θαυμάσια. Ομοίως ιστόρησα και την Εικόνα του κυρίου μου Παγκρατίου επιμελέστατα· μοι φαίνεται δε, όταν την βλέπω, ότι εκείνον θεωρώ και συνομιλώ και χαίρομαι. Πολλά δε και ανήκουστα θαύματα και τεράστια έγιναν εις τον άγιον τάφον του· πολλούς αρρώστους ιάτρευσεν από διαφόρους ασθενείας βασανιζομένους· αλλά και πολλούς δαίμονας από τους ανθρώπους εδίωξεν με την αμάχητον χάριν και δύναμιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, τα οποία δια συντομίαν δεν εγράψαμεν, διότι αρκούσιν όσα είπομεν άνωθεν, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της μιάς Θεότητος. Αμήν.  



Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Ο Άγιος νέος Ιερομάρτυς Αναστάσιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ του εξ Ιωαννίνων, του εν Κωνσταντινουπόλει μαρτυρήσαντος εν έτει αψμγ΄ (1743) και ξίφει τελειωθέντος.                

Αναστάσιος ο Άγιος νέος Ιερομάρτυς κατήγετο εκ του χωρίου Άγιος Βλάσιος των Ιωαννίνων, ήτο δε εφημέριος εις μίαν Εκκλησίαν έξω της Κωνσταντινουπόλεως. Ιδών δε και ακούσας το μαρτύριον του Μάρτυρος Ιερέως Κωνσταντίνου Ρώσσου, ήλθε και αυτός εις έφεσιν μαρτυρίου και εδέετο εις τον Άγιον Θεόν καθ’ ημέραν να τον αξιώση του ποθουμένου. Συνέβη δε, καθώς λέγουν, εις Ιερομόναχος, Κύπριος το γένος, γέρων εβδομηκοντούτης, αισχρού βίου άνθρωπος και αισχροτέρας διαθέσεως, τυφλός μεν κατά τα όμματα, τυφλότερος δε κατά τον νουν, παραχωρήσει Θεού να γίνη Τούρκος, αν και εις τοιαύτην κατάστασιν και εις τοιαύτην ηλικίαν. Εκ δε της πολλής τιμής και κυβερνήσεως, την οποίαν προσέφερον εις αυτόν, εις τοιαύτην τυφλότητα έφθασεν ο άθλιος, ώστε μετέβαινε και αυτός μετά των άλλων τυφλών, των λεγομένων Σέχηδων και ανήρχετο εις τας βαθμίδας του Γιενή- τζαμίου, εκείθεν δε εδίδασκε τους εισερχομένους Αγαρηνούς τους μύθους της θρησκείας των, με τον σκοπόν να του δίδωσι χρήματα δια να κυβερνάται. Μίαν ημέραν, ενώ κατήρχετο ο ευλογημένος ούτος Αναστάσιος δια να μεταβή εις την αγοράν, διήλθεν έξωθεν του Γιενή-τζαμίου και ιδών τούτον τον νέον Σαπρίκιον να κάθηται εις την κλίμακα του τζαμίου και να διδάσκη τους Τούρκους, επόνεσε κατά την καρδίαν και εστάθη και παρετήρει αυτόν, συλλογιζόμενος και απορών από ποίον ύψος της ουρανίου γνώσεως του Χριστού εκρημνίσθη εις τοιούτον βάθος απογνώσεως, ως άλλος Εωσφόρος. Ιδόντες δε αυτόν οι παρατυχόντες εκεί Αγαρηνοί ιστάμενον εκστατικόν και σιωπώντα, είπον προς τον Άγιον Ιερομάρτυρα με την συνηθισμένην των βαρβαρότητα: «Μπρε, παπά, βλέπεις αυτόν τον Σέχην; Και αυτός παπάς ήτο και εγνώρισε την πίστιν μας και έγινε Τούρκος· έλα να γίνης και συ Τούρκος, δια να κερδίσης τον Παράδεισον». Ταύτα και άλλα έλεγον οι Αγαρηνοί. Ο δε Άγιος Ιερομάρτυς Αναστάσιος ήνοιξε το ευλογημένον στόμα του και απήντησε προς αυτούς· «Ω τυφλοί και πεπλανημένοι, τι τον ακούετε; Αυτά τα οποία σας λέγει είναι όλα ψέματα. Σεις, οίτινες είσθε από προγόνων Τούρκοι, αυτόν τον σαπρόγερον εξελέξατε δια να σας διδάξη την πίστιν, τον οποίον εγκατέλειψεν ο Θεός δια την πολλήν του κακίαν και ηρνήθη την πίστιν του, τώρα εις τα γηρατεία; Που γνωρίζει την πίστιν σας αυτός, ο οποίος ακόμη δεν ιατρεύθη από την τύφλωσίν του; Κρίμα εις την γνώσιν σας, και λέγετε ότι έχετε και πίστιν». Ταύτα και άλλα πλείονα αφού είπεν ο Άγιος Μάρτυς εις τουρκικήν διάλεκτον με μεγάλην τόλμην και παρρησίαν, εσιώπησεν. Οι δε Αγαρηνοί ακούσαντες έτρεξαν εναντίον του με μεγάλην ορμήν, και τον ήρπασαν και τον έφερον εις τον κριτήν, εκείθεν δε εις τον βεζύρην. Ο δε Μάρτυς είπε και εκεί τους ιδίους λόγους, δι’ ο και απεφασίσθη να εξορισθή εις την Χίον. Όταν λοιπόν έμελλον να τον αναβιβάσουν εις το πλοίον δια να τον εξορίσουν, ο Άγιος με φρόνιμον τρόπον ηπάτησεν αυτούς και τον έφεραν πάλιν εις τον βεζύρην, προ του οποίου ο Άγιος είπε ταύτα· «Ενδοξότατε αυθέντα, δια ποίαν αφορμήν  με στέλλεις εις εξορίαν; Διότι σου είπα την αλήθειαν; Μάλιστα έπρεπε να με τιμήσης και όχι να με εξορίσης. Αλλά δεν θέλετε να ακούσετε την αλήθειαν, και δια τούτο έχετε αυτούς τους πεπωρωμένους και τυφλούς και σας διδάσκουν». Αλλά τι να πολυλογώ; Τόσους λόγους είπε, και τόσον εχλεύασε την θρησκείαν των και με τόσην παρρησίαν εκήρυξε την πίστιν των Χριστιανών, και ουτως ωμολόγησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν Θεόν αληθινόν, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και όλην την ένσαρκον Αυτού οικονομίαν, ώστε άπαντες οι ακούσαντες έμειναν άφωνοι. Όθεν μη δυνάμενοι να υπομείνουν τον έλεγχον, έστειλαν και τον απεκεφάλισαν εις το Γιενή-τζαμί, κατά την προσταγήν του Μουφτή. Μετά δε την αποτομήν αυτού φως ουράνιον εφαίνετο άνωθεν του λειψάνου του, εν τω καιρώ της νυκτός, κατά τον οποίον οι Τούρκοι το εφύλαττον, οίτινες και βλέποντες τούτο εθαύμαζον. Ούτως ο τρισμακάριστος με πόθον άμετρον και υπερβάλλουσαν προθυμίαν έλαβε χαίρων του μαρτυρίου τον στέφανον κατά την η΄ (8ην) Ιουλίου, εν Χριστώ Ιησού, ω δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.


Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Ο Όσιος Θεόφιλος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών ΘΕΟΦΙΛΟΥ, του αγιοπρεπώς ασκήσαντος και εν ειρήνη τελειωθέντος και μύρον αναβλύσαντος, εν τω κατά τα όρια της Μονής του Παντοκράτορος κελλίω του Αγίου Βασιλείου, εν τω όρει του Άθωνος.                                                                                                                                                 

Θεόφιλος ο Όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών, ο τη αληθεία φίλος Θεού, ο πνευματοφόρος και χριστοφόρος, κατήγετο εκ της πόλεως Ζίχνης της εν τη Μακεδονία, γεννηθείς εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων και ανατραφείς εξ αυτών εις ήθη αγαθά και ενάρετα. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν, έστειλαν αυτόν εις το σχολείον προς εκμάθησιν των ιερών γραμμάτων των λεγομένων κοινών. Αφού συνεπλήρωσε τα μαθήματα ταύτα, έστειλλον αυτόν και εις τα Ελληνικά μαθήματα. Έχων δε ο νέος νουν ευφυά και δεξιόν, έφθασεν εις ολίγον εις μέτρα ικανότητος. Έμαθε δε και την καλλιγραφίαν και έγινε καλλιγράφος άριστος. Υπήρξε δε ο Όσιος από νεότητος φρόνιμος και σύννους, αποφεύγων μεν τας συνομιλίας των ατάκτων νέων, αγαπών δε τας συναναστροφάς των φρονίμων γερόντων και καταγινόμενος πάντοτε εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, κατά την παραγγελίαν του σοφού Σειράχ του λέγοντος: «Μετά συνετών έστω ο διαλογισμός σου, και πάσα διήγησίς σου εν νόμω Υψίστου» (Σειράχ θ: 15). Εις ταύτα καταγινόμενος ο Όσιος Θεόφιλος ηύξανεν ημέραν καθ’ ημέραν και εχλοηφόρει και έπληθεν εις διαφόρους καρπούς των αρετών, ποτιζόμενος εκ της αναγνώσεως των ιερών Γραφών, ως δένδρον πεφυτευμένον παρά τας διεξόδους των υδάτων· διο και απαρνηθείς πατρίδα κι συγγένειαν και πλούτον και πάσαν κοσμικήν ματαιότητα, έγινε μοναχός· μετ’ ολίγον δε καιρόν έλαβε και το αξίωμα της ιερωσύνης· έκτοτε δε περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς δια του λόγου και του παραδείγματος της εαυτού ζωής. Μετά ταύτα ευρών τον Επίσκοπον της Ρενδίνης κύριον Ακάκιον, άνδρα ευλαβή και ενάρετον, συγκατώκησε μετ’ αυτού ο Όσιος. Τούτον δε τον Επίσκοπον Ακάκιον εχειροτόνησεν Αρχιερέα ο αγιώτατος εκείνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θείος Νήφων, Θεσσαλονίκης Μητροπολίτης πρώην έτι ων· όθεν εκ τούτου ην φίλος γνήσιος του αγίου Νήφωνος ο θείος Ακάκιος. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας ήλθον εκ της Αιγύπτου γράμματα εις τον αγιώτατον Πατριάρχην κύριον Νήφωνα, διαλαμβάνοντα δια τα μεγάλα και φοβερά εκείνα θαύματα, άτινα ενήργησεν ο παντοδύναμος Θεός δια του τότε Μακαριωτάτου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας κυρίου Ιωακείμ, εις καταισχύνην μεν και όνειδος των θεοκτόνων Ιουδαίων, εις καύχημα δε και στήριγμα της αληθινής και ορθοδόξου ημών πίστεως· η δε υπόθεσις αυτών έχει ούτως, ως εν συντόμω. Εν έτει χιλιοστώ τετρακοσιοστώ ογδοηκοστώ έκτω από Χριστού συνέβει θανατικόν μέγα εις την Αίγυπτον· διό εις ιατρός Εβραίος, έχων ο μιαρός μεγάλην έχθραν και φθόνον κατά των Χριστιανών, εκήρυττεν εις όλους τους Τούρκους και διεφήμιζεν, ότι η αιτία του θανατικού είναι οι Χριστιανοί, ως ποιούντες μαγείας και γοητείας, βάλλοντες εν ξύλον εις τα ύδατα και ραντίζοντες και τούτου ένεκα ακολουθεί το θανατικόν. Η φήμη αύτη διαδοθείσα εις όλους τους Τούρκους, έφθασε και έως τον βασιλέα της Αιγύπτου Μέλεκ Μήναζ, όστις, αν και υπήρξεν Οθωμανός, ηγάπα όμως και εσέβετο κατά πολλά τον αγιώτατον Πατριάρχην, τόσον δια την αρετήν αυτού, όσον και δια την φρόνησιν και αγιότητα. «Οίδε γαρ» (κατά τον Θεολόγον Γρηγόριον) «και πολέμιος θαυμάζειν ανδρός αρετήν». Όθεν δεν ηθέλησε να ενοχλήση περί τούτου ούτε τον Πατριάρχην ούτε τους Χριστιανούς. Ο θεοκατάρατος όμως Εβραίος, ιδών ότι ουδέν κατώρθωσεν εκ της τοιαύτης ψευδούς φήμης και συκοφαντίας, μετεχειρίσθη άλλον τρόπον και άλλην μέθοδον. Ο υπουργός του βασιλέως έτυχε να είναι εξ Εβραίων Αγαρηνός· τούτον λοιπόν τον υπουργόν, ομού και τον γραμματέα της αυλής, καταπείσας ο παγκάκιστος εκείνος Εβραίος, έφερεν αυτούς εις την γνώμην αυτού. Αυτοί δε πάλιν οι δύο, υπέρμαχοι όντες της ασεβείας και εχθροί της ευσεβείας, κατέπεισαν δια διαφόρων τρόπων τον βασιλέα και έπεισαν αυτόν, ίνα κινηθή κατά του Πατριάρχου των Χριστιανών. Όθεν δια βασιλικής προσταγής παρεστάθη ο Πατριάρχης εις την αυλήν· γενομένης δε εκτεταμένης διαλέξεως περί πίστεως, ανέφεραν οι ασεβείς το του Σωτήρος ρητόν, το: «Ο έχων πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερεί τω όρει τούτω. Μετάβηθι εντεύθεν, και μεταβήσεται». Τούτου ακούσας ο βασιλεύς, επέβαλεν ορισμόν εις τον Πατριάρχην, ίνα ποιήση το τοιούτον θαύμα, εις ένδειξιν της αυτού πίστεως. Όθεν ο Μακαριώτατος Πατριάρχης κύριος Ιωακείμ, έχων πίστιν αδίστακτον εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εδέχθη ευθύς το βασιλικόν πρόσταγμα και προετοιμασθείς τριημέρως δι νηστείας και προσευχής, αυτός τε και όλον το ποίμνιον αυτού, εποίησε το μέγα εκείνο και φοβερόν θαύμα, εν ονόματι του Κυρίου ημών, μετατοπίσας το απέναντι εκείσε όρος, όπερ και έως της σήμερον φαίνεται και ονομάζεται τουρκιστί «ντούρ ντάγ» (στήθι όρος). Τούτο το θαυμάσιον βλέποντες οι ασεβείς εκείνοι βοηθοί του Εβραίου και μη έχοντες τι να πράξουν, κατεσκεύασαν εν θανατηφόρον φάρμακον και πείθουσι τον βασιλέα, ίνα προστάξη τον Πατριάρχην να πίη αυτό, προβάλλοντες αιτίαν, ότι και τούτο υπάρχει γεγραμμένον εις το Ευαγγέλιον. Δεξάμενος και ταύτην την βασιλικήν προσταγήν ο αγιώτατος Πατριάρχης Ιωακείμ έπιεν αδιστάκτως το θανατηφόρον εκείνο φάρμακον εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και ουδέν έπαθε κακόν. Είτα πλύνας το ποτήριον, έδωκε και εις τον Εβραίον τον τούτο κατασκευάσαντα να πίη, όστις, δια προσταγής και βίας βασιλικής τούτο πιών, ευθύς κακώς ο κακός απέθανε. Ταύτα τα δύο μεγάλα θαυμαστά ιδών ο βασιλεύς και λίαν θυμωθείς, ευθύς επρόσταξε και απεκεφάλισαν τον τε Υπουργόν και τον Γραμματέα· αλλά και όλους τους Εβραίους ηθέλησε προσέτι να αφανίση, εάν μη ο Μακαριώτατος Πατριάρχης εμεσίτευεν· έδωκε δε εις αυτούς μόνην δια τούτο ποινήν, ίνα φέρωσι το ύδωρ του Νείλου ποταμού εντός της πόλεως Καϊρου δι’ ιδίων εξόδων· όπερ και εποίησαν κατασκευάσαντες μεγίστους καμαροειδείς υδραγωγούς, οίτινες έως την σήμερον φαίνονται. Εξ εναντίας δε ο βασιλεύς τον Πατριάρχην εδόξασε μεγάλως και όλους τους Χριστιανούς ετίμησε. Προσέτι και αυτός ο βασιλεύς γενόμενος Χριστιανός και αναχωρήσας κρυφίως της πόλεως, εμόνασεν εις το Σιναίον όρος. Αυτά λοιπόν τα θαύματα μαθών ο προρρηθείς Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως θείος Νήφων, ευθύς απέστειλεν εις τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας τον Επίσκοπον Ρενδίνης κύριον Ακάκιον, περί του οποίου ανωτέρω ανεφέραμεν, ομού και τον Όσιον τούτον Θεόφιλον και άλλους τινάς, ίνα μάθωσι καταλεπτώς και πληροφορηθώσι καλύτερον τα γενόμενα. Έγραψε δε και γράμματα εις τον Αλεξανδρείας Πατριάρχην ο Άγιος Νήφων, δια των οποίων πρώτον μεν ηυχαρίστει τον Θεόν, τον επακούσαντα και ενεργήσαντα δι’ αυτού τοιαύτα θαυμάσια, ώστε να μη καταισχυνθή το γένος των Χριστιανών· δεύτερον δε παρεκάλει αυτόν να δεχθή ευμενώς τους απεσταλμένους. Λαβών λοιπόν τα του Αγίου Νήφωνος γράμματα ο Μακαριώτατος Ιωακείμ, εδέχθη φιλοφρόνως τους απεσταλμένους εις το Πατριαρχείον και μεγάλως ανέπαυσε και επεριποιήθη, και μάλιστα τούτον τον Όσιον πολλά ηγάπησε και ηυλαβήθη ως σοφόν και ενάρετον. Εκείθεν λαβόντες την ευλογίαν του Πατριάρχου ανεχώρησαν δια το θεοβάδιστον όρος Σινά· και προσκυνήσαντες εκεί ευλαβώς, υπέστρεψαν δια ξηράς εις την Αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ· ποιήσαντες δε και εκεί τα όμοια διήλθον έως της Δαμασκού, εις την οποίαν, ευρόντες τον Πατριάρχην της ντιοχείας και γράμματα παρ’ αυτού λαβόντες, επέστρεψαν πάλιν εις την Ιερουσαλήμ, όπου ασθενήσας ο θείος Ακάκιος εκοιμήθη εν Κυρίω· μετά δε τον θάνατον αυτού, λαβών ο Θεόφιλος και εκ του Πατριάρχου Ιεροσολύμων γράμματα, ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν. Εύρε δε τότε εν Κωνσταντινουπόλει πατριαρχεύοντα τον από Ζίχνης Μητροπολίτην Παχώμιον (εκθρονισθέντος εκ του θρόνου του Αγίου Νήφωνος), εις τον οποίον και ενεχείρισε τα γράμματα. Ιδών δε τον Θεόφιλον ο Πατριάρχης εχάρη μεγάλως ως συμπατριώτης· και ευλογήσας αυτόν και ευχηθείς, παρεκάλεσεν, ίνα μείμη εις το Πατριαρχείον δια βοήθειαν, ως λίαν χρήσιμος δια την σοφίαν αυτού και την αρετήν. Υπακούσας δε κατά την ώραν εις την παράκλησιν του Πατριάρχου ο Όσιος έμεινεν. Όθεν και διωρίσθη Νοτάριος και Έξαρχος της Μεγάλης Εκκλησίας, και έμεινεν εκεί ικανόν καιρόν εις αυτό το διακόνημα, αγαπώμενος και τιμώμενος υπό πάντων. Καταφρονήσς μετέπειτα ο Όσιος Θεόφιλος τας του Πατριάρχου δόξας και τιμάς, και αναχωρήσας εκείθεν, ήλθεν εις το Άγιον Όρος του Άθωνος. Και πρώτον μεν μετέβη εις την Μονήν του Βατοπεδίου, και συγκατώκησε μετά του αγιωτάτου Επισκόπου Μεθύμνης, εκεί τότε ευρισκομένου, και υπετάχθη εις αυτόν μετά πάσης προθυμίας και ταπεινώσεως· αφού δε εκείνος ετελεύτησεν, απήλθεν εις την Μονήν των Ιβήρων. Εσπούδαζε δε ο αείμνηστος, ίνα συνάξη αφ’ όλων τας αρετάς, ως φιλόπονος μέλισσα εξάγων το μέλι εκ των ανθέων· διο και εις ολίγον καιρόν έγινε σκεύος της εκλογής και δοχείον των αρετών. Εκεί δε εις την των Ιβήρων ευρισκόμενος αντέγραψεν όλα τα της ιεράς Ακολουθίας βιβλία, προσταχθείς υπό των εκεί Πατέρων· διότι ήτο καλλιγράφος άριστος, αντέγραψε δε αυτά μετά μεγάλης επιμελείας και πολλού κόπου, εξ ων και πολλά έως την σήμερον σώζονται. Επειδή δε, καθώς είπε τις των Πατέρων, δεν είναι δυνατόν να κρυβή εις το σκότος εκείνος, όστις βαστάζει ανημμένην λαμπάδα, διότι φανεροί αυτόν το φως της λαμπάδος ή μάλλον ειπείν, κατά τον του Κυρίου λόγον: «Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε: 17), ούτω και ο Όσιος ούτος Θεόφιλος, λάμπων πανταχόθεν δια του φωτός των αρετών και της ενθέου πολιτείας, έγινε περίφημος και ονομαστός, όχι μόνον εις το Άγιον Όρος, αλλά και εις τα πέριξ, και εις τα μακράν μέρη. Όθεν και πολλοί, ακούοντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τα θαυμαστά αυτού κατορθώματα, επεθύμουν ίνα έχωσιν αυτόν Ποιμένα και Διδάσκαλον· μάλιστα δε και εξαιρέτως η γειτονεύουσα πόλις της Θεσσαλονίκης, εστερημένη ούσα τότε Ποιμένος, εδίψα ως η έλαφος να απολαύση τα γλυκύτατα νάματα της διδασκαλίας του. Διο και ότε έτυχε τότε διαβαίνων εκ της Θεσσαλονίκης ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κύριος Θεόκλητος, παρεκάλεσαν τούτον οι Θεσσαλονικείς και έγραψεν επιστολήν ιδιόχειρον προς τον Όσιον (διότι ήτο άκρος φίλος αυτού και συμπατριώτης), παρακλών αυτόν να έλθη εις Θεσσαλονίκην, ίνα ίδωσιν αλλήλους, ως παλαιοί φίλοι και συμπατριώται· περί δε της Αρχιερωσύνης ουδέν ανέφερεν. Αναγνώσας την επιστολήν ο Όσιος, ηννόησε τον σκοπόν· όθεν μισών δόξαν ματαίαν και πρόσκαιρα αξιώματα, έγινε πρώτον παρευθύς Μεγαλόσχημος· έπειτα γράφει προς τον Πατριάρχην, ότι ησθένησε βαρέως, και δια τούτο έλαβε το μέγα σχήμα και ότι παρητήθη της ιερωσύνης· διο και δεν δύναται να έλθη ουδέ πεζός ουδέ αναβάτης, ειμή αν τύχη εις κράββατον. Ταύτας και άλλας προφασιολογίας γράψας προς αποφυγήν της ενοχλήσεως, εζήτει την συγχώρησιν και παρεκάλει αυτόν να εύχεται υπέρ αυτού, και ότι δια της χάριτος του Θεού θέλουσιν ιδεί αλλήλους εν τη Βασιλεία των ουρανών. Ταύτην την απάντησιν λαβών ο Πατριάρχης, ελυπήθη μεν διότι δεν επέτυχε του ποθουμένου, αφ’ ετέρου όμως έχαιρε θαυμάζων την μεγίστην του Οσίου ταπείνωσιν· όθεν και ηύχετο υπέρ αυτού, ίνα τελειώση τον θεάρεστον αυτού σκοπόν, τον οποίον επόθει. Πλησίον της Μονής των Ιβήρων ησύχαζε Προηγούμενός τις Διονύσιος ονόματι. Ο δε Όσιος Θεόφιλος, αγαπών την ησυχίαν, εζήτησεν άδειαν παρά του Ηγουμένου και της Αδελφότητος και εποίησε μικράν καλύβην πλησίον του Προηγουμένου· διο και ήσαν μετ’ αυτού ούτως ηνωμένοι ως μία ψυχή εις δύο σώματα, ομιλούντες αεί περί πνευματικών ζητημάτων. Ακούσας δε μετά ταύτα την ενάρετον πολιτείαν Κυρίλλου τινός του κατοικούντος εις τας Καρυάς, ομοίως και των αδελφών αυτού, καταλιπών τας διατριβάς της των Ιβήρων Μονής ήλθε και συγκατώκησε μετ’ αυτών, ώστε να μιμηθή και εκείνων την πολιτείαν και άσκησιν. Εκεί δε ευρισκομένου του Οσίου, ήρχετο συχνάκις και ελειτούργει ο Πρώτος του Αγίου Όρους Ιερομόναχος κύριος Σεραφείμ, όστις εδέχετο και τους λογισμούς αυτών. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης έγινε φίλος και αγαπητός ο Όσιος μετα του ρηθέντος Πρώτου του Αγίου Όρους· διο και εντολήν έβαλον αλλήλοις, ίνα εύχηται ο εις υπέρ του άλλου, την οποίαν και εφύλαξαν έως τέλους. Ο δε θείος Θεόφιλος, έχων πόθον πολύν δι’ ακριβεστέραν ησυχίαν, εζήτησε και εύρεν εν κελλίον του Αγίου Βασιλείου εις τα όρια της Μονής του Παντοκράτορος, επιτήδειον δι’ ησυχίαν· λαβών δε χρήματα παρά του Πρώτου (διότι ήτο ακτήμων ο ευλογημένος), ηγόρασεν αυτό από του Μοναστηρίου. Επειδή δε υπήρχον όλα τα του κελλίου σεσαθρωμένα εκ της πολυκαιρίας, ανεκαίνισεν ο αοίδιμος αυτά όλα, ομού και την Εκκλησίαν, την οποίαν και εζωγράφισεν ένδον μετά πολλών κόπων· εις το εξής δε έμεινεν ησυχάζων μεθ’ ενός αδελφού Ισαάκ ονομαζομένου. Συζηλώσας δε τον Όσιον και ο ρηθείς Πρώτος Σεραφείμ, αφού ωκοδόμησεν εκ βάθρων τον νάρθηκα του Πρωτάτου και το κωδωνοστάσιον και την Εκκλησίαν εζωγράφισε, παρητήθη της του Πρωτάτου αξίας και απελθών εις το κελλίον αυτού ησύχαζε και αυτός μεθ’ ενός αδελφού και συχνότερον συνανεστρέφετο μετά του Οσίου, στηριζόμενοι ο εις υπό του άλλου και εντρυφώντες εις τας θείας Γραφάς και εις τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων. Αφού λοιπόν ησύχασεν εις το ρηθέν κελλίον του Αγίου Βασιλείου ο Όσιος Θεόφιλος, εδόθη εις περισσοτέρους αγώνας της ασκήσεως, μάλιστα δε εξαιρέτως εις την νοεράν προσευχήν, τόσον ώστε έγινεν όλος μετάρσιος, καταφλεγόμενος δε υπό της θείας αγάπης, δεν έζη πλέον αυτός, κατά τον Παύλον, αλλ’ έζη εν αυτώ ο Χριστός· και συντόμως ειπείν, ως ασώματος έγινεν Άγγελος, «φθάσας εις άνδρα τέλειον, και μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Γενόμενος δε πλήρης ημερών ο αοίδιμος, προεγνώρισε τον θάνατον αυτού· διο και έγραψεν ομολογίαν της πίστεως και διαθήκην ιδιόχειρον εποίησεν· έπειτα προσκαλέσας και ιερείς ετέλεσε και το Ευχέλαιον εν ημέρα Πέμπτη της εβδομάδος· λαβών δε παρά πάντων συγχώρησιν, και εις πάντας δους, κατά την Παρασκευήν ησύχασε. Τω δε Σαββάτω εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και τω Θεώ ευχαριστήσας περί πάντων, εκάλεσε τον μαθητήν του Ισαάκ (όστις ήτο πρόθυμος εις τα πνευματικά, εις την υποταγήν τέλειος και μιμητής του διδασκάλου αυτού), και δίδει εις αυτόν εντολήν τοιαύτην: «Όταν αποθάνω, μη ομολογήσης τούτο εις ουδένα, αλλ’ ουδέ τα έθιμα της ταφής εκτελέσης, μόνον δέσε σχοινίον εις τους πόδας μου, και σύρε με και ρίψε με εις το δάσος εις μέρος κρύφιον, ίνα με φάγωσι τα θηρία· πλην λειτουργίας και μνημόσυνα ποίησον όσα δυνηθής». Τούτο δε εποίησεν ο Όσιος, όπως φύγη την δόξαν και τιμήν των ανθρώπων· διότι εγίνωσκεν ότι οι Αγιορείται, δια την πολλήν ευλάβειαν, την οποίαν είχον προς αυτόν, έμελλον να τιμήσουν το λείψανον αυτού ως άγιον. Ταύτα παραγγείλας ο Όσιος εις τον μθητήν και εξαπλώσας τους ωραίους αυτού πόδας, και «Κύριε Ιησού Χριστέ», ειπών, «δέξαι το πνεύμα μου», εκοιμήθη τον εις τους Οσίους πρέποντα ύπνον, εν έτει από Χριστού αφνη΄ (1558) Ιουλίου η΄ (8η) εν ημέρα Κυριακή, προτού να ανατείλη ο ήλιος. Και τοιουτοτρόπως συνηριθμήθη ο Ιερεύς εις τους Ιερείς, ο Όσιος εις τους Οσίους, ο Δίκαιος εις τους Δικαίους και ο Ισάγγελος εις τους γγέλους, και χαίρει νυν εν ουρανοίς και αγάλλεται, βλέπων πρόσωπον προς πρόσωπον εκείνον τον οποίον εκ ψυχής ηγάπησε, τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν, δια τον οποίον και κατεφρόνησε τον κόσμον και πάντα τα εν τω κόσμω τερπνά ο μακάριος. Ο δε καλός μαθητής αυτού Ισαάκ εποίησε κατά την εντολήν του Διδασκάλου αυτού Οσίου Θεοφίλου, ρίψας το λείψανον αυτού εις εν απόκρυφον δάσος. Επειδή δε ηκούσθη η φήμη του θανάτου του Οσίου εις όλον το Άγιον Όρος και ήρχοντο πανταχόθεν οι Μοναχοί, μάλιστα δε οι γνωστοί κι φίλοι αυτού, ίνα θεωρήσωσι τον τάφον αυτού και λάβωσιν ευχήν και ευλογίαν (διότι εις τοιαύτην αγιότητα είχον τον Όσιον, ώστε και εκ μόνου του ασπασμού ή και της θεωρίας του τάφου ήλπιζον να λάβουν ευλογίαν και αγιασμόν), δια τούτο και ο μαθητής αυτού κατεσκεύασεν ένα τάφον ως δήθεν του Οσίου, εις τον οποίον προσεκύνουν οι ερχόμενοι αδελφοί. Αλλά τούτο δεν έμεινε πολύν καιρόν, διότι τα δύο Μοναστήρια, το των Ιβήρων και το του Παντοκράτορος, ή ένεκα πολλής περιεργείας και ερεύνης ή ένεκα άλλης αιτίας, έμαθον το γεγονός. Όθεν ερευνώντες και ζητούντες εις το δάσος εύρον το ποθούμενον· λαβόντες δε τούτο κρυφίως, απέθεσαν εις το Μοναστήριον του Παντοκράτορος. Μετά παρέλευσιν τεσσαράκοντα ημερών, ελθών ο μαθητής Ισαάκ προς αναζήτησιν και θεωρίαν του ιερού λειψάνου του θείου Θεοφίλου και μη ευρών τούτο, έμεινε θαυμάζων και λυπούμενος· αλλά μετ’ ολίγας ημέρας, αφού εξήτασε καλώς, έμαθεν, ότι ευρίσκεται εις την Μονήν του Παντοκράτορος. Όθεν απελθών εκεί εζήτει αυτό· αλλ’ οι Πντοκρατορινοί ουδέ να ακούσουν ήθελον τούτο· διο και εμάχοντο περί τούτου ικανόν καιρόν. Ελθόντος δε του Επισκόπου Ιερισσού και Αγίου Όρους κυρίου Μακαρίου εις το Άγιον Όρος, ανέφερε την υπόθεσιν προς αυτόν ο Ισαάκ· ο δε Θεοφιλέστατος Μακάριος, τη γνώμη και των Ηγουμένων των Μοναστηρίων, απεφάσισεν, ίνα δοθή μεν το του Οσίου λείψανον εις τον μαθητήν αυτού Ισαάκ, κρατήσωσι δε μόνον μίαν χείρα οι Παντοκρατορινοί· και τούτου γενομένου, εναπετέθη το λείψανον του Οσίου εις την Εκκλησίαν του Αγίου Βασιλείου υφ’ όλου του Κλήρου μετά παρρησίας και υμνωδιών. Έκτοτε (ω του θαύματος!) ήρχισε να αναβρύη μύρον ευωδέστατον, εις ένδειξιν της θεαρέστου αυτού πολιτείας, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.



Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Προκόπιος

Τη  Η΄ (8η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ.                      

Ότε εβασίλευεν ο ασεβέστατος Διοκλητιανός, αγριώτατα εφέρετο προς τους Χριστιανούς και δεινότατος πολέμιος αυτών εγένετο. Διότι άλλον σκοπόν δεν είχον άπαντες, ηγεμόνες και άρχοντες, ειμή μόνον να εκριζώσουν την ευσέβειαν και να αφανίσουν τους Χριστιανούς, οι άχρηστοι. Επειδή ο παράνομος αυτοκράτωρ έστειλεν εις όλην την οικουμένην προστ΄γματα, τα οποία έγραφον εις τους αρχηγούς να φροντίσουν με πάσαν επιμέλειαν την τοιαύτην υπόθεσιν. Εξόχως δε έγραψε δόγμα κατά της πόλεως Αιλιέων ταύτα λέγων· «Ο μέγας βασιλεύς και αυτοκράτωρ Διοκλητιανός προστάσσω όλους εκείνους, οίτινες εις εμέ υποτάσσονται, να σπουδάζουν επιμελώς να θεραπεύουν τους μεγάλους και ανικήτους θεούς, να κτίζουν εις αυτούς ναούς, να τους εορτάζουν και να θυσιάζουν καθ’ εκάστην ενώπιον παντός του λαού με την πρέπουσαν παρρησίαν. Και όσοι δεν υποταχθούν εις τούτο το πρόσταγμα, να λαμβάνουν κακόν και επώδυνον θάνατον. Όσοι δε πάλιν φανώσι προς ημάς και προς τους θεούς ευγνώμονες, να απολαμβάνουν πολλών δωρεών». Ταύτα αφ’ ου έγραψεν ο τύραννος, απέστειλε τον Μαξιμιανόν εις τα έθνη τα εκείθεν των Άλπεων και τον Γαλέριον εις την Περσίαν. Ούτος δε, συνάξας τους ικανωτέρους στρατιώτας, απήλθεν εις την Αίγυπτον, όπου είχε πόλεμον μετά τινος γενναίου, Αχιλλέως ονόματι, ο οποίος εζήτει να γίνη βασιλεύς τυραννικώς. Αλλ’ ο Διοκλητιανός ενίκησεν αυτόν. Έπειτα, ερχόμενος εις την Αντιόχειαν, επληροφορήθη ότι οι περισσότεροι των κατοίκων ταύτης της πόλεως επίστευσαν εις τον Χριστόν, καταφρονούντες τα είδωλα. Ούτω δε γράφει και ο θεηγόρος Λουκάς εις τας Πράξεις των Αποστόλων. Ότι, δηλαδή, πρότερον εξ όλων των χωρών ο Χριστός ωνομάσθη Θεός εις την Αντιόχειαν. Ταύτα και ο Διοκλητιανός ακούσας εθυμώθη σφόδρα, ο ανόητος. Αλλά δεν ηθέλησε τότε να ερευνήση ταύτα, διότι είχε πόθον να υπάγη πρώτον εις την Δάφνην, να προσκυνήση τον Απόλλωνα, προς τον οποίον εθυσίασε βόας χιλίους, ο μωρός και ανόητος. Έπειτα, ως επέστρεψεν εις την Αντιόχειαν, υπεδέχθησαν αυτόν άπαντες με πολλήν τιμήν, επειδή έπρεπε να τον τιμήσουν ως βασιλέα. Εις ταύτην την πόλιν της Αντιοχείας έζη μία ευγενής γυνή, Θεοδοσία ονόματι, συγκλητική το αξίωμα, εκ των πρώτων αρχοντισσών της πόλεως, ήτις είχε πλούτον πολύν και ένα υιόν, Νεανίαν καλούμενον. Αλλ’ ήτο χήρα και προσεκύνει τα είδωλα. Ο δε ανήρ αυτής εκαλείτο Χριστοφόρος κατά το όνομα και την πράξιν, όστις και απέθανεν εις την ευσέβειαν. Αλλ’ ο Νεανίας ανετράφη και εδιδάχθη παρά της μητρός, μετά την τελευτήν του πατρός. Όθεν επίστευε και αυτός εις τα είδωλα, καθώς αυτή τον εδίδαξεν. Έχουσα δε πόθον η Θεοδοσία να τιμήση ο βασιλεύς τον υιόν της, μετέβη προς αυτόν, προς τον οποίον, παραδώσασα χρυσίον πολύ, παρεκάλει να δώση εις τον υιόν της μέγα αξίωμα. Ο Διοκλητιανός τότε, εξετάσας ακριβώς τον Νεανίαν, και ιδών ότι ήτο πολύ φρόνιμος και καλώς κατηρτισμένος εις την Ελληνικήν παιδείαν και ότι δεν προσεκύνει τον Χριστόν, ως ο πατήρ του, αλλ’ είχεν εις τα άψυχα ξόανα πολλήν ευλάβειαν, έλαβε το χρυσίον από την μητέρα του και ωνόμασεν αυτόν δούκα εις όλην την Αλεξάνδρειαν. Εις την οποίαν και τον απέστειλε, παραχωρήσας συνοδείαν στρατιωτών εκ δύο ταγμάτων και προστάσσων αυτόν, όσους Χριστιανούς εύρη και δεν αρνηθούν τον Εσταυρωμένον, πρώτον να αρπάζη όλα τα πράγματα και τα υπάρχοντα αυτών και έπειτα με πολλά βασανιστήρια να δίδη εις αυτούς πικρόν και επώδυνον θάνατον. Ενώ δε ο Νεανίας απήρχετο μεθ’ όλου του πλήθους των στρατιωτών προς την Αλεξάνδρειαν, κινών την κεφαλήν κατά των Χριστιανών και πνέων κατ’ αυτών εκδίκησιν, ως ανόητος, έτυχε τον καιρόν εκείνον ο ήλιος να καίη πολύ την ημέραν. Όθεν μη δυνάμενος να περιπατή την ημέραν, διότι οι ίπποι εδίψων πολύ και εκινδύνευον να αποθάνουν, ηναγκάζετο να οδοιπορή καθ’ όλην την νύκτα δι’ ολιγώτερον κόπον. Όταν έφθασαν εις την Απάμειαν της Συρίας, εξήλθεν όλη η πόλις και με πολλήν τιμήν προϋπήντησαν αυτόν κατά την σθνήθειαν. Έπειτα το εσπέρας ανεχώρησαν εκείθεν και πορευόμενοι τον δρόμον των, όταν διήνυσαν τριάκοντα στάδια, την τρίτην ώραν της νυκτός εγένετο σεισμός και κεραυνός κατέπεσε φοβερώτατος, εκ δε της αστραπής εξήλθε φωνή μεγάλη, λέγουσα· «Νεανία, που θελεις να υπάγης και κατά τίνος μάχεσαι»; Ταύτα ακούσαντες πάντες ετρόμαξαν. Ο δε Νεανίς ωμολόγησε με γνώμην ελευθέραν, τοιαύτα ειπών· «Ο βασιλεύς με διώρισε δούκα Αλεξανδρείας και με απέστειλεν εκεί να θανατώσω άπαντας τους Χριστιανούς, όσοι πιστεύουσι τον Εσταυρωμένον και να στερήσω τούτους εξ όλων των πραγμάτων των». Τότε πάλιν απεκρίθη ο Κύριος, λέγων· «Λοιπόν ήλθες και συ να με πολεμήσης»; Ο Νεανίας τότε απήντησε· «Τις είσαι, Κύριε; Διότι δεν ημπορώ να σε εννοήσω». Τότε εφάνη εις αυτόν εις Σταυρός εκ κρυστάλλου και φωνή εξήλθεν εκ του Σταυρού, λέγουσα· «Εγώ είμαι Ιησούς ο Εσταυρωμένος, ο Υιός του Θεού».  Ο δε Νεανίας, ταύτα ακούσας, ηρώτησεν: «Εάν είσαι Υιός του Θεού, διατί σε κατεδίκασαν εις θάνατον οι αρχιερείς των Εβραίων και πως κατεδέχθης να σε ποτίσουν όξος και χολήν»; Και πάλιν η φωνή είπε: «Νεανία, επειδή μέλλεις να γίνης και συ σκεύος μου εκλελεγμένον, άκουσον το μυστήριον της οικονομίας μου. Γίνωσκε λοιπόν ότι δια την σωτηρίαν των ανθρώπων έπαθον ταύτα εκουσίως, διότι εάν εγώ δεν απέθνησκον επί του Σταυρού, ο κόσμος δεν θα εσώζετο». Δια των λόγων τούτων ο Χριστός επλήρωσε την ψυχήν του νέου ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Έπειτα είπε προς αυτόν: «Δια του τύπου τούτου του Σταυρού, τον οποίον σου έδειξα, θέλεις νικήσει τους πολεμούντας σε και ας είναι η ειρήνη και αγάπη μου μετά σου». Τότε, ο μεν Ιησούς ανήλθεν εις τα ουράνια, ο δε Νεανίας και οι λοιποί έμειναν χαίροντες. Επορεύθη λοιπόν ο Νεανίας εις την Σκυθόπολιν όπου συναθροίσας όλους τους χρυσοχόους, είπεν εις αυτούς: «Έχω πόθον να μου κατασκευάσητε με πάσαν επιμέλειαν εν σκεύος πολύτιμον. Όστις λοιπόν είναι ο καλλίτερος τεχνίτης να κατασκευάση τούτο πολύ ωραίον και θα του δώσω όσα αργύρια μου ζητήση». Οι δε χρυσοχόοι έδειξαν εις αυτόν ένα ονομαζόμενον Μάρκον, όστις εγνώριζε την τέχνην καλώς, ειπόντες: Ούτος είναι άξιος να εργασθή κατά τον πόθον σου. Τότε ο Νεανίας εκάλεσε μόνον τον Μάρκον εις το δωμάτιόν του κρυφίως και παρήγγειλεν εις αυτόν να κατασκευάση ένα Σταυρόν, καθώς είδεν αυτόν εις την θείαν οπτασίαν. Ο δε Μάρκος είπε: «Φοβούμαι να τον κατασκευάσω, διότι, εάν το μάθη ο βασιλεύς, θα με θανατώση». Ο Νεανίας τότε ώμοσεν όρκους φοβερούς να τον φυλάττη κρυφά και να μη ομολογήση τίποτα εις ουδένα. Όθεν ο Μάρκος ησφαλίσθη εις την οικίαν του Νεανίου και κατεσκεύασε κρυφίως τον Σταυρόν. Και όταν ετελείωσεν αυτόν, είδεν εν εξαίσιον θέαμα. Ανεφάνησαν εις τον Σταυρόν εκείνον τρεις εικόνες, ήτοι μορφαί με εβραϊκά γράμματα, άτινα έγραφον εις μεν το επάνω μέρος: «Του Δεσπότου η μόρφωσις». Εις το δεξιόν εφαίνετο εις Άγγελος και εγράφετο «Μιχαήλ» και εις το αριστερόν «Γαβριήλ». Τας οποίας εικόνας με επιμονήν προσεπάθησε να εξαλείψη ο χρυσοχόος και όχι μόνον δεν ηδυνήθη, αλλά μάλλον εμαράνθη η χειρ του και έμεινεν ανενέργητος. Μεταβάς δε μίαν νύκτα ο Νεανίας να ίδη εάν ετελείωσεν ο Σταυρός και ιδών τούτον εχάρη πολύ και ευθύς προσεκύνησεν αυτόν, ερωτήσας δε δια τα μορφώματα και τα γράμματα, τι εσήμαινον, έλαβε την απάντησιν ότι δεν εγνώριζεν ο Μάρκος, επειδή αυτός δεν κατεσκεύασε ταύτα, αλλά μόνα των, με τρόπον θαυμάσιον, ετυπώθησαν. Τότε ο Νεανίας, ως γνωστικός, ηννόησεν ότι ταύτα εγένοντο εκ θεϊκής ενεργείας, και πεσών επί της γης προσεκύνησεν αυτά με πολλήν ευλάβειαν. Έπειτα έδωκε του χρυσοχόου πολλά εργύρια με φιλότιμον γνώμην, ευχαριστών αυτόν και τυλίξας τον Σταυρόν με πορφύραν πολύτιμον ανεχώρησεν ομού μετά των στρατιωτών αυτού δια την πόλιν Αλεξάνδρειαν. Έτυχε δε να ευρεθή εκεί εις μίαν μεγάλην ανάγκην, λυτρώσας πολλάς γυναίκας από την αισχύνην και τον ψυχικόν θάνατον. Διότι εκείνον τον καιρόν όλοι οι Αγαρηνοί ήρπαζον δυναστικώς τας θυγατέρας των επισήμων ανδρών και έκαμνον ταύτας συζύγους των, οι μιαρώτατοι. Μη δυνάμενοι δε οι γονείς να εναντιωθούν, έκλαιον δια την τοιαύτην συμφοράν και ευρίσκοντο εις απορίαν τι να πράξουν. Καθώς δε έφθασαν οι βαρβαροι εις την συνοικίαν όπου διέμενεν ο Νεανίας, ίνα αρπάσουν και εκείθεν όσα κοράσια εύρισκον, συνηθροίσθησαν οι πολίται και εδέοντο του νέου δουκός να συμπονέση εις την συμφοράν των και να πολεμήση τους αδίκους εκείνους, ως δίκαιος. Ο δε Νεανίας, ως συμπαθής και εύσπλαγχνος, ελυπήθη τα δάκρυά των και τρέχει παρευθύς με τους στρατιώτας του, κρατών τον τίμιον Σταυρόν, εις τον οποίον είχε τας ελπίδας του περισσότερον παρ’ όσον είχεν ο Ηρακλής και ο Αχιλλεύς εις το ξίφος. Και καθώς ήθελε να κτυπήση τους βαρβάρους είπε ταύτα με θάρρος και πίστιν, ο αξιοϋμνητος: «Τώρα θέλω γνωρίσει εάν είσαι Υιός του Θεού του ζώντος Συ, όστις εφάνης καθ’ οδόν και με συνεβούλευσες τα σωτήρια». Ταύτα δε ειπών, ήκουσε φωνήν εξ ουρανού λέγουσα: «Έχε θάρρος, διότι εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, και είμαι μετά σου». Τούτο ακούσας έλαβε θάρρος και είπεν εις τους στρατιώτας του. «Ας πολεμήσωμεν τους εχθρούς επειδή, με την δύναμιν του Εσταυρωμένου τούτου, ελπίζω να τους νικήσωμεν». Και ο λόγος του έργον εγένετο. Διότι τόσος φόβος ενέσκηψεν εις τους βαρβάρους, ώστε εκόπτοντο ως τα χόρτα και δεν ηδύνατο τις να αντισταθή εις τον πόλεμον, αλλ’ έπιπτον εις την γην νενικημένοι. Ούτως εφονεύθησαν περισσότεροι από εξ χιλιάδας. Και το θαυμασιώτερον, ότι εκ των στρατιωτών του Νεανίου όχι μόνον ουδείς εφονεύθη, αλλ’ ουδέ κατ’ ελάχιστον επληγώθη. Όθεν ο Νεανίας ενίκησε χωρίς δάκρυ, με του Εσταυρωμένου την δύναμιν. Τότε ο Νεανίας διεμήνυσεν εις την μητέρα του τας καλάς ειδήσεις, ήτις ελθούσα και ακούσασα πρότερον τας ανδραγαθίας του υιού αυτής εχάρη και τον εδέχθη με πολλήν αγαλλίασιν, καταφιλούσα δε τούτον, ως μήτηρ φιλότεκνος, έλεγε: «Πρέπει να ευχαριστήσης τους θεούς τέκνον μου, τους οποίους παρεκάλεσα, όταν ήρχισες τον αγώνα, και σου έδωσαν τα νικητήρια». Είπε τότε ο Νεανίας· «Ευλογημένος να είναι ο αληθινός Θεός, ο δώσας μοι την βοήθειαν». Εκείνη δε απεκρίθη· «Μη λέγης, τέκνον μου γλυκύτατον, ότι σε εβοήθησεν ένας Θεός, δια να μη οργισθούν οι άλλοι και σε κακοποιήσωσι». Τότε ο Νεανίας, έχων πόθον να επιστρέψη την μητέρα του προς την ευσέβειαν, ίνα δώση εις ταύτην το ευ είναι, καθώς εκείνη προσέφερεν εις αυτόν το απλώς είναι, ενουθέτησε ταύτην δια λόγων σωτηρίων να μισήση την προτέραν πλάνην. Δια να βεβαιωθή δε την αλήθειαν, έφερεν αυτήν εις το δωμάτιόν της, όπου είχε τα μιαρά είδωλα, και είπε προς αυτά ο μακάριος· «Σας ερωτώ, τις μου έδωκε την νίκην; Εάν είσθε θεοί, αποκριθήτέ μοι». Εκείνα, ευλόγως, έμειναν άφωνα ως λίθοι. Τότε λέγει προς την μητέρα· «Βλέπεις, ότι δεν δύνανται ούτε να αποκριθώσιν»; Η δε είπε· «Δεν απεκρίθησαν, διότι δεν τους ηρώτησες με ευλάβειαν, αλλά τους περιγελάς». Είπε τότε ο Άγιος· «Λοιπόν ερώτησέ τους συ ευλαβώς, δια να σου δώσουν απόκρισιν». Ευθύς η γυνή προσεκύνησε τα είδωλα, ούτω λέγουσα· «Παρακαλώ σας, θεοί επουράνιοι, Ζεύ παντοκράτωρ και Ποσειδών, όστις ορίζεις την θάλασσαν, μαντικέ Ήλιε και όσοι άλλοι θεοί ευρίσκεσθε, δεν είσθε σεις οι βοηθήσαντες τον υιόν μου»; Αλλ’ εκείνοι πάλιν έμειναν βωβοί και άλαλοι. Τότε ο Νεανίας εξεδύθη την χλαμύδα και ενδυθείς ζήλον ένθεον, απωθήσας την μητέρα, εκρήμνισε τα είδωλα και έκοψεν αυτά εις μέρη λεπτά, επειδή ήσαν όλα χρυσά και αργυρά και διένειμεν εις τους πτωχούς, τα ανωφελή κάμνων ωφέλιμα και τα άχρηστα χρησιμώτατα. Στραφείς δε είπε προς την μητέρα του· «Εγώ μεν έλαβον από τον Εσταυρωμενον βοήθειαν, αυτά δε ας απολεσθούν κακώς, ως των κακών αίτια». Ταύτα ως είδεν η Θεοδοσία, ησθάνθη να μαραίνωνται σχεδόν από τον πόνον τα μέλη της, έτρεμεν όλη και ωργίζετο, αστοχήσασα δε σπλάγχνα μητρικά εκ της ματαίας και ψυχοβλαβούς ευλαβείας, την οποίαν είχεν εις τα ανόητα ξόανα, έτρεχεν ως δαιμονιζομένη να καταγγείλη προς τον βασιλέα το τέκνον της. Και ουδέ τον τοσούτον δρόμον υπελόγισεν, αλλ’ έτρεχε σπουδάζουσα. Ως έφθασεν εις τον Διοκλητιανόν, προσεκύνησεν αυτόν, ταύτα λέγουσα· «Γίνωσκε, βασιλεύ, ότι απώλεσε τας φρένς του το τέκνον μου και επίστευσεν εις τον Εσταυρωμένον, ο άγνωστος. Τα δε είδωλα, τα οποία είχον εις τον κοιτώνα μου, κατέκοψεν εις λεπτά μέρη». Ο βασιλεύς, ακούσας ταύτα, έστειλεν ευθύς προς Ουλκίωνα, τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης, γράμματα, προστάσσων ούτω· «Λάβε τους επισημοτέρους ανθρώπους αυτών των πόλεων και ύπαγε προς τον δούκα της Αλεξανδρείας Νεανίαν, τον υιόν της Θεοδοσίς, ήτις, καθώς μας είπεν, απώλεσεν ούτος τας φρένς του και προσκυνεί ως πεπλανημένος ένα θνητόν άνθρωπον κακοθάνατον. Προσπάθησον δε, όσον δυνηθής, να τον εξαγάγης από ταύτην την πλάνην. Άλλως δια πικρών βασάνων θανάτωσέ τον, δι να λάβουν οι άλλοι παράδειγμα και να μη τολμήσουν να πράξουν τα ίδια». Ούτος ο Ουλκίων κατήγετο εξ Ιταλίας, σκολιός εις την γνώμην και αγριώτατος. Παρέλβε λοιπόν τους πρώτους της Συγκλήτου και μετέβη εις το παλάτιον του δουκός, όπου, χαιρετήσας αυτόν, έδωσεν εις χείρας τα βασιλικά γράμματα. Διότι τον εσεβάσθη και δεν ηθέλησε να είπη δια στόματος τα προσταχθέντα. Ο δε Άγιος, αναγνώσας τα γράμματα, κατέσχισε ταύτα και ρίπτων κατά γης με περιφρόνησιν είπε· «Χριστινός είμαι και πράξον το προσταττόμενον». Ο Ουλκίων τότε προσέβλεψε προς τον Άγιον μετ’ ευσπλαγχνίας ειπών· «Εγώ ευλαβούμαι και την ευγένειάν σου και τον βασιλέα φοβούμαι και δεν ηξεύρω τι να κάμω. Λοιπόν σε συμβουλεύω εγώ και όλοι οι άρχοντες να κάμης ότι δήθεν θυσιάζεις, δια να φανή ότι ετέλεσες το πρόσταγμα του βασιλέως, ίνα λυτρωθώμεν και ημείς και συ από τον κίνδυνον της ζωής». Αλλ’ ο Άγιος απήντησε· «Καλά είπες να θυσιάσω, διότι έτοιμος είμαι να υπομείνω πάσαν κόλασιν και να παραδοθώ εις θάνατον, ίνα γίνω θυσία δια τον Χριστόν, τον οποίον ηγάπησα εξ όλης μου της ψυχής. Όθεν μη αμελήσης να μου δώσης τας σκληροτέρας βασάνους, δια να λάβω από τον Δεσπότην Χριστόν μισθόν περισσότερον». Είπε τότε ο δικαστής· «Μη θελήσης να καταφρονηθής, περιφανής ων, ευγενέστατος και γνήσιος φίλος του βασιλέως». Τότε ο Νεανίας, δια να παρακινήση προς θυμόν τον άρχοντα και να μη διστάση να παραδώση αυτόν, έλυσε την ζώνην του και έρριψε ταύτην κατά πρόσωπον του Ουλκίωνος, ειπών· «Σου είπα, ότι είμαι δούλος του Εσταυρωμένου, τον οποίον προσκυνώ ως Θεόν αληθέστατον». Ο άρχων τότε ευθύς επρόσταξε και τον έδεσαν, δια ν τον οδηγήσουν εις την Καισάρειαν Φιλίππου, όπου έκτιζαν ναόν των ειδώλων και ήθελε να ίδη τούτον ο έπαρχος. Αυτήν την πόλιν οι Φοίνικες καλούσιν από το πλησίον όρος του Πανέου, Πανεάδα. Αλλ’ επειδή ανεφέραμεν δια ταύτην την πόλιν, ας γράψωμεν εν ψυχοσωτήριον γεγονός, το οποίον εγένετο εις ταύτην την πόλιν. Η αιμορροούσα εκείνη γυνή, την οποίαν ο Δεσπότης Χριστός εθεράπευσεν, κατήγετο εκ ταύτης της Πανεάδος, εις την οποίαν σώζονται ακόμη αι οικοδομαί της και εις την θύραν του οίκου της επί μιας πέτρας έχουσι τοποθετήσει μίαν γυναίκα χαλκίνην γονατιστήν, απέναντι δε ταύτης ένα άνδρα, ομοίως χάλκινον, όστις είναι ενδεδυμένος με διπλοϊδα και με πολλήν ευκοσμίαν. Και ομολογούσιν όλοι κοινώς, ότι ο ανδριάς εκείνος ομοιάζει τελείως προς τον Χριστόν, τον οποίον κατεσκεύασεν η γυνή εκείνη με πολλήν δαπάνην και ευλάβειαν, δια την λατρείαν της. Εις τους πόδας της στήλης ταύτης φύεται εις χόρτος θαυμάσιος, όστις ανήρχετο μέχρι της ποδίας του ενδύματος και όστις θεραπεύει πάσαν ασθένειαν, όσοι δε άρρωστοι έφαγον εκ τούτου ιατρεύθησαν. Αλλ’ ας επανέλθωμεν εις το προκείμενον. Ελθόντες λοιπόν εις την Καισάρειαν, ανήλθεν ο Ουλκίων επί του βήματος, επρόσταξε δε και έφερον ενώπιον όλου του λαού τον Άγιον και κρεμάσαντες αυτόν εξέσχιζον το σώμα αυτού σπλάγχνως. Τινές δε των περιεστώτων συνεπόνουν και έκλαιον. Αλλ΄τούτο ήτο τέχνασμα του διαβόλου, δια να κάμη τον Άγιον να δειλιάση. Εκείνος όμως ίστατο γενναίος και εδίδασκε πάντας, ταύτα λέγων· «Μη κλαίετε δι’ εμέ, αλλά μάλλον την απώλειαν των ψυχών σας να κλαίετε. Εγώ πρέπει να χαίρωμαι ευφραινόμενος. Διότι καθώς ο γεωργός, όταν σπείρη τον σπόρον αυτού, δια την ελπίδα του θέρους χαίρεται, ούτω και αύται αι πρόσκαιροι βάσανοι προξενούν εις εμέ αιώνιον αγαλλίασιν». Ταύτα ειπών προσηύχετο προς τον Χριστόν να αποστείλη εξ ύψους βοήθειαν. Διότι έως το εσπέρας κατεξέσχιζον τον Άγιον οι αχόρταγοι, τόσον ώστε εφαίνοντο τα οστά αυτού. Αι δε σάρκες έκειντο κατά γης, τήδε κακείσε, ελεεινόν, φευ! και φρικτόν θέαμα. Αισθανόμενοι δε ότι δεν έβλεπον πλέον εκ του σκότους να τον βασανίσωσι, κατεβίβασαν μετα βίας τον Άγιον από του ξύλου και έρριψαν αυτόν εις την φυλακήν. Ο δε δεσμοφύλαξ, ονόματι Τερέντιος, ήτο φίλος του Αγίου, ευεργετηθείς παρ’ αυτού. Όθεν, ενθυμούμενος την καλωσύνην του, ητοίμασεν εις την φυλακήν, κρυφίως, απαλόν στρώμα και σινδόνας, και επεμελείτο τον Άγιον εις ό,τι ηδύνατο. Κατά δε το μεσονύκτιον κατήλθεν ο Βασιλεύς των ουρανίων δυνάμεων εν μέσω των Αγγέλων ίνα επισκεφθή τον δούλον Αυτού, πάσχοντα δια την αγάπην Του. Ευθύς τότε ηνοίχθη η φυλακή αφ’ εαυτής και ελύθησαν τα δεσμά όχι μόνον του Αγίου, αλλά και των άλλων καταδίκων. Τότε προσεκάλεσαν αυτόν οι Άγγελοι, λέγοντες· «Νεανία, ανάβλεψον προς ημάς». Ιδών δε αυτούς ο Άγιος, ηρώτησε τίνες ήσαν. Οι δε είπον· «Άγγελοι του Θεού είμεθα και απέστειλεν ημάς ίνα σε χαιρετήσωμεν». Ο δε Άγιος είπεν· «Εάν είσθε Άγγελοι του Χριστού, κάμετε τον σταυρόν σας και προσκυνήσατε». Εκείνοι τότε υπήκουσαν. Έπειτα είπον εις αυτόν· «Διατί εδίστασες και δεν μας επίστευσες»; Τότε ο Άγιος, ως να είχε λησμονήσει τα χθεσινά κολαστήρια, εκ του πόθου τον οποίον είχε να λάβη και άλλα δια τον Κύριον, απεκρίθη· «Εις τους τρεις Παίδας ο Κύριος απέστειλε τους Αγγέλους και εδρόσισαν αυτούς, διότι εμάχοντο με το πυρ εις την κάμινον. Αλλ’ εγώ, όστις δεν επολέμησα με το πυρ, πως ηξιώθην τόσης παρακλήσεως»; Ταύτα είπεν, ως ταπεινόφρων και μέτριος. Ο δε Κύριος ημών Ιησούς Χριστός εφάνη εις αυτόν με μορφήν ανθρωπίνην και φωτίσας αυτόν δια λαμπροτάτου φωτός, ερράντισε δι’ ύδατος εις το πρόσωπον και ανέστησεν αυτόν. Λαμβάνων δε εκ της χειρός, είπε προς τον Άγιον· «Όχι πλέον Νεανίας, αλλά Προκόπιος θέλω να ονομάζεσαι. Λοιπόν ανδρίζου και έχε δύναμιν. Διότι κατά την επωνυμίαν ταύτην θα προκόψης, προσφέρων εις τον Πατέρα μου ποίμνιον». Ο Άγιος τότε τρέμων εκ χαράς έπεσεν έμπροσθεν του Δεσπότου γονατιστός, λέγων· «Δέομαι, Δέσποτα, εις την ανείκαστόν Σου φιλανθρωπίαν να δυναμώσης της ψυχής μου την ασθένειαν, διότι φοβούμαι μήπως δειλιάσω προ των βασάνων και κινδυνεύσω εις την ομολογίαν Σου». Είπε τότε προς αυτόν ο Κύριος· «Μη φοβού, διότι εγώ είμαι πλησίον σου». Ταύτα ο Κύριος ειπών και εμπλήσας την ψυχήν του Αγίου θάρρους και αγαλλιάσεως, ανήλθεν εις τους ουρανούς. Ο δε Άγιος ευρέθη όλως υγιής και όχι μόνον πληγήν δεν είχε πλέον εις το σώμα αυτού, αλλ’ ούτε καν σημείον εφαίνετο. Και έμεινεν ισχυρός εις την προτέραν του δύναμιν, διότι ήλπισεν επί τον Θεόν και εβοηθήθη και ανέθαλεν η σαρξ αυτού, κατά τον Προφήτην. Την επαύριον ο Ουλκίων έστειλεν εις την φυλακήν να ίδη εάν ο Νεανίας απέθανεν. Ο δε Τερέντιος είπεν εις τον απεσταλμένον όσα εγράψαμεν και εισελθών είδε τον Άγιον όλως υγιά και χαίροντα. Όθεν έδραμεν εις το παλάτιον και διηγείτο εις πάντας τουτο το θαυμάσιον. Τότε προστάσσει ο ηγεμών να φέρωσι τον Άγιον εκεί, ότε ιδόντες αυτόν υγιά και λάμποντα εις το πρόσωπον ως ο ήλιος, εξεπλάγησαν. Και έλεγον πολλοί στρατιώται· «Ο Θεός του Αγίου τούτου βοήθει ημάς». Ο δε τύραννος, εγερθείς εκ του θρόνου, είπε προς το πλήθος, ως αφρονέστατος· «Αδελφοί μου, τι παράξενον βλέπετε και θαυμάζετε; Το ότι οι φιλάνθρωποι θεοί ελυπήθησαν τούτον τον αλιτήριον και τον εθεράπευσαν»; Αλλ’ ο Άγιος είπε προς αυτόν· «Φανερόν είναι ότι εξεπλάγης. Δεν γνωρίζω όμως τις εποίησε το τοιούτον θαυμάσιον. Πλην, ας υπάγωμεν εις τον ναόν, δια να γνωρίσωμεν την αλήθειαν». Ο ανόητος ηγεμών εχάρη τότε, πιστεύσας ότι ο Άγιος ήθελε να θυσιάση. Και προστάσσει να στολίσουν όλον τον δρόμον, από του παλατίου έως του ναού να στρώσουν την γην με λευκά υφάσματα και οι κήρυκες να κραυγάζουν ταύτα· «Ο Νεανίας μεταβαίνει εις τον ναόν δια να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς». Συνηθροίσθη λοιπόν όλη η πόλις, χαίροντες δια τούτο. Και ως έφθασαν προ του ναού, εισήλθε μόνος ο Άγιος, ειπών προς τους άρχοντας· «Μείνατε έξω δια να κάμω προσευχήν μόνος μου μετά δακρύων, ίνα με συγχωρήσωσιν οι θεοί δια την ύβριν μου προς αυτούς και τότε να έλθετε και σεις». Όθεν εκείνοι έμειναν έξω. Κλείσας δε τας θύρας του ναού ο Άγιος, εστάθη κατ’ Ανατολάς και υψώσας προς τους ουρανούς τα αισθητά και νοητά όμματα ηύχετο ούτως· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ μονογενές του αοράτου Πατρός, ο κτίσας όλον τον κόσμον δι’ ενός λόγου ως Παντοδύναμος, Αυτός και τώρα άπλωσον την παντουργόν χείρα Σου και σύντριψον τα μιαρά ταύτα των ψευδωνύμων θεών αγάλματα, δια να μη πλανώσι το πλάσμα Σου και δια να καταισχυνθή ο βασιλεύς μετά του ηγεμόνος και να γνωρίσουν όλοι, ότι Συ μόνος είσαι Θεός αληθής και Βασιλεύς αιώνιος και αθάνατος». Ταύτα δε ειπών, ετύπωσε τον Σταυρόν εις τον αέρα και αρπάσας από την δεξιάν τον Απόλλωνα κατεθρυμμάτισεν αυτόν, ειπών και ταύτα· «Εις το όνομα του Θεού μου, διαλυθήτε πάντα και γίνετε ύδωρ δια να φύγετε από τον ναόν τούτον, ανίσχυρα». Ευθύς τότε, ω του θαύματος! Κατέπεσαν πάντα τα ξόανα, τριάκοντα τον αριθμόν, και εγένοντο ύδωρ όπερ εχύνετο από την θύραν εις τα έξω. Ιδόντες οι παρεστώτες τούτο το θαυμάσιον εξέστησαν και εκραύγαζον· «Ο Θεός των Χριστιανών, βοήθει μας». Εξόχως δε οι στρατιώται, οι συνοδεύοντες τον Άγιον, μετά των δύο δικαστών, επίστευσαν εις τον Χριστόν. Τούτους ήθελε να θανατώση ο τύραννος, αλλά αφήκεν αυτούς έως την άλλην ημέραν, δια να καλέση προς ασφάλειάν του πολλούς στρατιώτας, επειδή εφοβήθη μήπως αυτοί τον φονεύσουν ως άδικον. Επρόσταξε δε και εφυλάκισαν πάλιν τον Άγιον. Κατά δε την νύκτα οι δικασταί μετά των στρατιωτών μετέβησαν κρυφίως προς τον Άγιον και είπον εις αυτόν να τους βαπτίση, διότι επίστευσαν εις τον Χριστόν εξ όλης καρδίας. Ο Άγιος τότε εχάρη, και παρεκάλεσε τον φύλακα, όστις και εξήγαγεν αυτόν εκ της φυλακής, υποσχεθέντα να επιστρέψη πριν εξημερώση. Και μεταβάς μετ’ αυτών εις τον Επίσκοπον, όστις εκαλείτο Λεόντιος, είπεν εις αυτόν να τους βαπτίση καθώς εβάπτισε και αυτόν πρότερον. Ο δε Αρχιερεύς εκατήχησεν αυτούς και εβάπτισεν άπαντας, κοινωνήσας και δια των Θείων Μυστηρίων. Αφού εβαπτίσθησαν ωδήγησε πάντας αυτούς ο θείος Προκόπιος εις την φυλακήν και εδίδασκεν όλην την νύκτα όσα το Πνεύμα το Άγιον εφώτιζεν αυτόν, ταύτα λέγων· «Αδελφοί, γινώσκετε καλά τίνος βασιλέως εγένεσθε στρατιώται και ποίας συνθήκας ωμολογήσατε. Φροντίσατε λοιπόν να φυλάξετε αληθινήν την ομολογίαν σας και να μη νικηθήτε από όσα δύνανται να ευφράνουν ή να λυπήσουν. Αλλά να προτιμάτε την φιλίαν του Θεού υπέρ άπαντα, συλλογιζόμενοι ότι πάντα ταύτα τα πρόσκαιρα βασανιστήρια, συγκρινόμενα με τα μέλλοντα αγαθά, λογίζονται ως μύθοι. Τούτο το πυρ κρτεί μίαν ώραν, αλλά το της γεέννης είναι άσβεστον και αιώνιον. Ομοίως και τα χαρμόσυνα του κόσμου τούτου, συγκρινόμενα προς τα αιώνια του Παραδείσου, είναι ως όνειρα. Διότι άλλο τίποτε δεν είναι αρκετόν να ευφράνη την ψυχήν, ειμή μόνος ο Θεός, του οποίου το κάλλος είναι άρρητον και η δόξα ανεκδιήγητος. Και ως Πανάγαθος δωρίζει εις εκείνους, οίτινες αγαπούν Αυτόν, μεγάλην μακαριότητα και τόσην απόλαυσιν, όσην να εννοήση δεν δύναται ανθρώπινος νους». Ταύτα και έτερα λέγων ο Άγιος, έθελγε τας καρδίας των ακουόντων. Διότι ήτο χαρίεις κατά την όψιν, έμπειρος εις την διδαχήν και γλυκύτατος εις τον λόγον. Όταν δε εξημέρωσεν, ο τύραννος έστειλεν ανθρώπους δια να φέρουν τον Άγιον και τους στρατιώτας εις το κριτήριον. Ως δε τούτο εγένετο, είπε προς αυτούς με βλέμμα άγριον· «Μετενοήσατε δια την χθεσινήν πλάνην, εις την οποίαν σας έρριψεν ούτος ο κατάρατος»; Οι δε στρατιώται, θέλοντες να δείξουν ότι ο Άγιος δεν έρριψε τον λόγον εις τους λίθους ούτε εις τας ακάνθας, αλλ’ εις  γην καλήν, απεκρίθησαν· «Ποίαν ωφέλειαν να λάβωμεν από τοιούτους θεούς, οίτινες ουδέ τους εαυτούς των δεν ηδυνήθησαν να σώσουν, αλλά κατεκρήμνισεν αυτούς ένας δεσμώτης και ηφανίσθησαν; Τις λοιπόν εξ όσων έχουσι γνώσιν θέλει δεχθή ποτέ να αρνηθή τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον όλον και να προσκυνήση κωφούς και αδυνάτους θεούς»; Ταύτα ακούσας, πολύ εθυμώθη ο τύραννος και προστάσσει ευθύς τους δημίους να αποκεφαλίσουν πάντας προ των ομμάτων του Μάρτυρος, τον οποίον είχον δεδεμένον με βαρύτατα σίδηρα. Όστις, βλέπων τους Αγίους να τρέχωσι προς την σφαγήν πρόθυμοι, προσηυχήθη υπέρ αυτών ίνα ο Κύριος συναριθμήση τούτους μετά των άλλων Αυτού Μαρτύρων. Και τότε ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα· «Επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς Σου, Προκόπιε». Απέκοψαν λοιπόν τας κεφαλάς πάντων των μακαρίων εκείνων στρατιωτών και των δύο δικαστών, Νικοστράτου και Αντιόχου, εις τας κβ΄ (22) του μηνός Μαϊου. Τον δε Προκόπιον πάλιν εφυλάκισαν έως δευτέραν εξέτασιν. Έκλεισαν δε μετά του Αγίου εις την φυλακήν και γυναίκας συγκλητικάς δώδεκα, διότι ωμολόγησαν και αύται εις το θέατρον τον Χριστόν Θεόν αληθινόν. Τας οποίας, ιδών σκυθρωπάς ο Άγιος, εδίδασκε καθ’ όλην την νύκτα να μη δειλιάσουν εις τα πρόσκαιρα κολαστήρια, δια να λυτρωθούν από τα αιώνια τοιαύτα. Και τόσα είπεν, ώστε έκαμεν αυτάς και εχαίροντο, αποδεχόμεναι τον θάνατον δια να γίνουν αθάνατοι. Το πρωϊ επρόσταξεν ο τύραννος και ωδήγησαν τας γυναίκας εις το θέατρον προς εξέτασιν. Ήλθε δε η μήτηρ του Αγίου Μάρτυρος Θεοδοσία, δια να ίδη τι θέλει γίνει έως τελους. Ο τύραννος τότε ηρώτησεν αυτάς εάν ήθελον να θυσιάσουν εις τους θεούς, δια να προσφέρη εις ταύτας τιμάς, ο άτιμος. Αι δε συγκλητικαί απεκρίθησαν· «Έχε την τιμήν ταύτην δια σε. Ημείς έχομεν τον Εσταυρωμένον ως τιμήν και καύχημά μας». Τότε προστάσσει ο τύραννος να τας κρεμάσουν εις ξύλα και να κατακαίουν τας πλευράς και τας μασχάλας των. Καταφλεγόμεναι λοιπόν υπό του πυρός και δεινώς οδυνώμεναι, ελάφρυνον δια της προσευχής τους πόνους και τας οδύνας των. Αλλ’ ο αχόρταγος δεν εχόρτασεν εις ταύτα. Δι’ ο επρόσταξε να κόψουν και τους μαστούς των, λέγων· «Τάχα δεν έρχεται ο Εσταυρωμένος να δώση εις αυτάς βοήθειαν»; Αι Άγιαι τότε ανέκραξαν· «Και εβοήθησε και θέλει βοηθήσει, καθώς γνωρίζουν τούτο οι φρόνιμοι. Διότι εάν έλειπεν η θεία βοήθεια, πως θα ημπορούσαμεν ημείς αι αδύνατοι γυναίκες να υπομείνωμεν τόσα δεινά κολαστήρια»; Εις ταύτα πάλιν ο άδικος δικαστής εθυμώθη και επρόσταξε να πυρώσουν σφαίρας σιδηράς και να θέσουν ταύτας υπό τας μασχάλας των. Τούτου δε γενομένου περιέπαιζε ταύτας ο αφρονέστατος, λέγων· «Σας έκαυσε το πυρ ή ακόμη δεν το αισθάνεσθε»; Αι δε απεκρίθησαν· «Σε, ταλαίπωρε, θέλει καύσει το άϋλον πυρ της κολάσεως, το οποίον δεν σβύνει ποτέ. Ημείς δε ολίγον φροντίζομεν δια ταύτα τα πρόσκαιρα παιδευτήρια, διότι ο αληθής και Πανάγαθος Θεός παρίσταται άνωθεν και δίδει εις ημάς βοήθειαν, τον Οποίον συ δεν ημπορείς να ίδης, καθώς ο τυφλός δεν δύναται να ίδη τον ήλιον». Πάντα ταύτα παρηκολούθει εκ του πλησίον η μήτηρ του Αγίου, Θεοδοσία, ως είπομεν. Ήτις, βλέπουσα τόσην καρτερίαν εις εκείνας τας μακαρίας, του να υπομένουν με τόσην ανδρείαν τοιαύτας οδύνας, ησθάνθη την καρδίαν της πληρουμένην υπό θείου έρωτος και φωτισθείσα υπό της θείας Χάριτος ηννόησε την δύναμιν του Θεού, μεταστραφείσα προς την ευσέβειαν. Όθεν ευθύς αφήκε την προτέραν δόξαν, τιμήν και ευγένειαν, καταφρονήσασα πάσαν πρόσκαιρον της σαρκός ηδυπάθειαν και απόλαυσιν, δια να φυτεύση εις την καρδίαν της τον Χριστόν. Ον ωμολόγησεν εις το θέατρον Θεόν αληθή, ούτω λέγουσα · «Δούλη και εγώ είμαι του Εσταυρωμένου». Ταύτα βλέπων ο ηγεμών εθαύμασε δια την αιφνίδιον αυτής επιστροφήν, ειπών προς ταύτην· «Κυρία Θεοδοσία, πως επλανήθης και αφήκες τους πατρώους θεούς, και ήλλαξες την προτέραν ευσέβειαν»; Η δε ευσεβής Θεοδοσία απεκρίθη· «Δεν επλανήθην, αλλά μάλιστα ήμην πεπλανημένη πρότερον, επειδή δεν εγνώριζα τον αληθή Θεόν, τον ποιήσαντα τον κόσμον, αλλ’ επροσκύνουν αναίσθητα είδωλα». Ιδών όθεν ο άρχων το στερρόν της ομολογίας της, εφυλάκισε ταύτην ομού με τας άλλας γυναίκας. Ήτις και εφίλει τας πληγάς αυτών με πολλήν ευλάβειαν και εμακάριζεν, επεμελείτο δε τας τροφάς και ενδύματα και με ιατρικά διάφορα, επειδή εγνώριζε κάλλιστα την ιατρικήν τέχνην. Ταύτην ως είδεν ο Προκόπιος ηγαλλίασεν η ψυχή του και την ηρώτησε τις ήτο αιτία και ηλλοιώθη προς ταύτην την θείαν αλλοίωσιν. Η δε μακαρία Θεοδοσία απεκρίθη· «Η θαυμασία καρτερία και η μεγάλη υπομονή των μακαρίων τούτων γυναικών με ωδήγησαν να εννοήσω την αλήθειαν και εσκέφθην ότι η αδύνατος φύσις του θήλεος δεν ηδύνατο αφ’ εαυτής να υπομείνη τόσα δεινά κολαστήρια, εάν δεν εβοήθει ταύτην, αοράτως, δύναμις άρρητος. Τούτο με έκαμε να πιστεύσω και εγώ εις τον Χριστόν, γλυκύτατον τέκνον μου». Ο Άγιος τότε επήνεσε ταύτην πολύ και την ηυχαρίστει. Έπειτα την ωδήγησεν εις τον Επίσκοπον, όστις και την ετελείωσε Χριστιανήν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Και ότε επέστρεψαν εις την φυλακήν, εδίδασκεν αυτήν και τας άλλας γυναίκας να υπομείνουν ανδρείως τα κολαστήρι δια την Βασιλείαν των ουρανών. Μετά ταύτα έφεραν ταύτας προ του ηγεμόνος, όστις είπε προς την Θεοδοσίαν· «Βλέπεις ότι σε ευσπλαγχνίζομαι και δεν σε παιδεύω. Μετανόησον λοιπόν και συ και παρακάλεσον τους θεούς να σε συγχωρήσουν». Η δε απεκρίθη μετά θάρρους· «Δεν εντρέπεσαι να ονομάζης θεούς τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, με τα οποία και συ θα γίνης όμοιος»; Τότε προστάσσει ο άδικος δικαστής να δείρουν την μακαρίαν εις το στόμα, να την τανύσουν γυμνήν, να την ραβδίζωσι τέσσαρες άνδρες και να καταξεσχίζωσι τας πλευράς της δια σιδηρών ονύχων. Τούτων γενομένων, αι άλλαι γυναίκες εδάκρυον από συμπάθειαν, περισσότερον δε όταν είδον τα αίματα, τα οποία ως ρύακες έτρεχον εκ των πλευρών της. Εδεήθησαν δε προς τον Κύριον να της προσφέρη βοήθειαν και αναψυχήν. Ο δε τύραννος επρόσταξε να δέρουν με μολυβδίνας σφαίρας τας σιαγόνας των αγίων γυναικών δια να μη προσεύχωνται. Έπειτα, βλέπων ότι ενικάτο αυτός υπ’ αυτών και ότι ήτο κίνδυνος με την επιμονήν των γυναικών να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν, έκαμε δι’ αυτάς, αν και παρά την θέλησίν του, φιλανθρωπίαν ο μισάνθρωπος και εξέδωσε κατ’ αυτών την τελευταίαν απόφασιν, να δέσουν απάσας δια μιάς αλύσου και να κόψουν τας κεφαλάς αυτών. Αίτινες, τούτο ακούσασαι, έχαιρον και έτρεχον εις τον θάνατον με φαιδρόν και αγαλλόμενον πρόσωπον. Διότι εγνώριζον ότι απεμακρύνοντο από τας λύπας της παρούσης ζωής και μετέβαινον εις τα χαρμόσυνα και ευφρόσυνα, ίνα συμβασιλεύσουν μετά του ουρανίου νυμφίου Χριστού αιωνίως. Όταν λοιπόν έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, έκλιναν τας κεφαλάς χαίρουσαι και εδέχθησαν το μακάριον τέλος εις τας κθ΄ (29) του Μαϊου μηνός. Μετ’ ολίγας ημέρας επρόσταξεν ο άρχων να οδηγήσωσι προς αυτόν τον Προκόπιον και τότε είπεν εις αυτόν· «Δεν εχόρτασες με το να απολέσης τόσας ψυχάς»; Ο Άγιος απήντησε· «Δεν ωδήγησα αυτάς εις την απώλειαν, αλλ’ από την απώλειαν ελύτρωσα ταύτας». Τότε ο άρχων επρόσταξε να ξεσχίσουν του Αγίου το πρόσωπον δια σιδηρών ονύχων. Και οι μεν δήμιοι εξέσχιζον τας σάρκας αυτού ως άγρια θηρία. Αλλ’ ο Άγιος ίστατο καρτερικώς υποφέρων τας πληγάς, ως να ήτο λίθος ή σίδηρος. Και έτρεχον μεν τα αίματα και επότιζον την γην, αλλά στεναγμός ουδόλως ηκούετο. Μετά τούτο έδειραν τον Άγιον εις τον αυχένα δια σχοινίων, εξ ων εκρέμαντο τεμάχια μολύβδου και έπειτα εφυλάκισαν αυτόν έως ότου συνεννοηθή ο ανόητος ποίαν έτι χαλεπωτέραν βάσανον να ορίση δι’ αυτόν. Και ο μεν Άγιος προσηύχετο εις την φυλακήν, ίνα ο Θεός τον στερεώση την ευσέβειαν και τελειώση καλώς την ομολογίαν αυτού. Ο δε Ουλκίων, λυπούμενος και αισχυνόμενος, διότι δεν ηδύνατο να νικήση τον Άγιον, προσεβλήθη υπό πυρετού. Ήτο δε εκ Θεού η πληγή, ίνα παιδευθή δικαίως ο άδικος. Όθεν, ούτω κακώς ο κακός και τρισάθλιος οδυρόμενος, εξεψύχησεν. Ο δε Άγιος έχων την άδειαν εδίδασκεν εις την φυλακήν τους προσερχομένους αόκνως και ούτως ηύξανεν η ευσέβεια. Διότι όχι μόνον δια των λόγων ενήργει, αλλά και άπειρα θαύματα ετέλεσε, θεραπεύων πάσαν ασθένειαν και διώκων ακάθαρτα πνεύματα. Όχι δε μακρόν χρόνον εξοδεύων ή βότανα χρώμενος αλλά μόνον το σημείον του Σταυρού χαράττων εις τον πάσχοντα, ευθύς δια της του Κυρίου χάριτος την ασθένειαν ηφάνιζε και τα δαιμόνια έφευγον. Μετά δε τον θάνατον του Ουλκίωνος, ο βασιλεύς εψήφισε δια την Παλαιστίνην έτερον έπαρχον, Φλαβιανόν ονομαζόμενον, όστις και αυτός κατήγετο εξ Ιταλίας, ομότροπος του προτέρου εις την της ψυχής αγριότητα και σκολιότητα. Ως δε έφθασεν εις την Καισάρειαν, οι ειδωλολάτραι ανέφερον εις τούτον τα του Αγίου. Ευθύς τότε εκείνος επρόσταξε να τον φέρωσι προς αυτόν και ως ηρώτησε τον Άγιον πως ωνομάζετο, εκείνος ο ευλογημένος απεκρίθη· «Χριστιανός είμαι κυρίως και καλούμαι Προκόπιος, όνομα το οποίον δεν μου έδωκεν άνθρωπος, αλλ’ αυτός ο Κύριος και Δεσπότης μου». Ο Φλαβιανός είπε πάλιν· «Δεν ηξεύρεις, ότι ο βασιλεύς επρόσταξεν ότι εκείνος, όστις δεν προσκυνεί τους θεούς, να λαμβάνη επώδυνον θάνατον; Και συ πιστεύεις εις ένα, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν; Είναι πρέπον να προσκυνήται ο τοιούτος, ως Θεός, ο κατακριθείς εις θάνατον»; Ο Άγιος απήντησε· «Έπρεπεν, ω ηγεμών, να γνωρίζης ότι εις Θεός είναι μόνον, ο δημιουργήσας τον κόσμον όλον και πάντα τα εν αυτώ και να μη ονομάζης πολλούς θεούς αφρονέστατα, τους οποίους περιπαίζουν οι φιλόσοφοί σας και κατακρίνουν εις τα γνωστικά των συγγράμματα. Αν δε θέλης, σου αποδεικνύω τούτο με τας μαρτυρίας αυτών, του Αριστοτέλους, λέγω, και του Πλάτωνος, καθώς και άλλων πολλών διδασκάλων σας, οι οποίοι ομολογούν όχι πολλούς, αλλ’ Ένα και μόνον Θεόν αθάνατον. Ομοίως και δια τον Χριστόν, δια τον οποίον είπες εις όνειδος ότι εγεννήθη εκ γυναικός και τον εσταύρωσαν, θα σου είπω. Εάν θέλης να ακούσης το μέγα τούτο Μυστήριον, δος μοι καιρόν και μακροθύμησον, ίνα σου διηγηθώ επιμελέστατα». Τους αληθείς τούτους του Αγίου λόγους λήρους ενόμισεν ο ληρώδης και είπεν εις τον Άγιον οργιζόμενος· «Εκείνος όστις μετέβη εις τους ουρανούς και του έδωσαν τας κλείδας εκείνης της μακαριότητος, αυτός είναι άξιος να εξηγή τα θεία πράγματα. Αλλά συ κάμε εκείνο το οποίον σε προστάσσω. Προσκύνησον τους θεούς. Άλλως γίνωσκε, ότι τόσας βασάνους θέλω σου δώσει, ώστε να το πράξης και παρά την θέλησίν σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Επειδή λοιπόν δεν θέλεις να γνωρίσης τον αληθή Θεόν και γίνεσαι τυφλός με την επιμονήν και την ασέβειάν σου, σφάξε, μαγείρευε και τρώγε ανθρώπινα κρέατα, αλλ’ εγώ δεν προσκυνώ λίθους και χειροποίητα είδωλα, ειμή μόνον τον Χριστόν τον αληθή Θεόν, Ον και σέβομαι». Ταύτα και έτερα πλείονα λέγων ο Άγιος, ήλεγχε τον δόλον των ειδώλων, αδόλως και αληθέστατα. Όθεν εθυμώθη ο τύραννος και μη υποφέρων την πολλήν και εύτολμον αυτού παρρησίαν, επρόσταξεν ένα στρατιώτην, ονόματι Αρχέλαον, να θανατώση δια του ξίφους τον Άγιον, καθώς εκείνος επλήγωσεν αυτόν δια του ξίφους των λόγων του. Έσπευσε λοιπόν ο Αρχέλαος να τον θανατώση. Αλλ’ ευθύς ως ήγειρε την σπάθην, ω του θαύματος! Εξηράνθη η χειρ αυτού και πεσών εις την γην εξεψύχησεν. Όθεν εξεπλάγησαν άπαντες ως είδον το τοιούτον θαυμάσιον. Ο δε ψυχοβλαβής Φλαβιανός εθυμώθη έτι σφοδρότερον κατά την ομοίωσιν του όφεως και δέσας τον Άγιον Μάρτυρα κατά τας χείρας και τους πόδας δια σιδήρων εφυλάκισεν αυτόν. Αλλ’ ούτος ο μακάριος και ούτω σιδηροδέσμιος δεν ημέλει, διότι και εις την γην έτι κειτόμενος προσηύχετο, ευχαριστών τον Κύριον, πρώτον δι’ όλην την ανθρωπότητα, την λυτρωθείσαν από της προπατορικής αμαρτίας δια του εκουσίου πάθους Του, έπειτα πάλιν εδέετο ίνα αξιώση αυτόν να τελειώση καλώς το μαρτύριον. Και ούτως, ω του θαύματος! ήκουσε φωνήν, ήτις ενισχύουσα αυτόν παρεκίνει και ενεδυνάμωνε προς το μαρτύριον. Μετά εξ ημέρας ωδήγησαν τον Άγιον εις το κριτήριον. Είπε τότε ο τύραννος· «Πριν αναλώσω τας σάρκας σου, υπάκουσον εις το θέλημά μου». Απήντησεν ο Άγιος· «Εδώ είναι το σώμα μου και καταξέσχιζε και δέρε τούτο δια να θεραπεύσης τους ομοίους σου δαίμονας». Είπεν ο άρχων· «Με ταύτας τας ύβρεις με παροργίζεις χειρότερον και με παρακινείς να σου επιβάλω σκληροτάτας τιμωρίας. Και μη νομίσης ότι, επειδή εθανάτωσες με τας μαγείας σου τον Αρχέλαον, θα σωθής από τας χείρας μου, φλύαρε». Ταύτα δε ειπών, επρόσταξε να τανύσουν τον Άγιον του Χριστού Μάρτυρα εις την γην και να τον δέρουν τέσσαρες άνδρες ρωμαλέοι με ωμά βούνευρα, έπειτα να θέσουν επί της ράχεως αυτού πεπυρακτωμένους άνθρακας. Ο δε Άγιος, όχι μόνον δεν εσυλλογίζετο τας βασάνους, αλλά εξύβριζε και τον ηγεμόνα δια τούτων των λόγων· «Υιέ ανομίας και ύλη πυρός της αιωνίου κολάσεως, κόλασον τας σάρκας μου, διότι άλλο δεν επιθυμώ, ειμή μόνον να βασανισθώ δια τον Δεσπότην μου». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, εδαιμονίζετο φοβερώτερον ο φρενοβλαβής Φλαβιανός και σφόδρα εξωργίζετο κατ’ αυτού. Όθεν, ο κάκιστος, ητοίμαζε πυρ εις το πυρ και κακόν εις το κακόν. Και προστάσσει να πυρώσουν σουβλία, δια των οποίων να κατακαίουν τα ξεσχισμένα μέλη του Αγίου και να ρίπτουν άλας επί των πληγών αυτού. Έπειτα δι’ άλλων σουβλίων να κατακεντώσιν όλα του τα μέλη. Όμως ο Άγιος πάντα ταύτα τα επώδυνα υπέφερε γενναίως και ανδρικώτατα, μυκτηρίζων πάλιν τα είδωλα. Όθεν ο αιμοδιψής ακόλαστος και πολυμήχανος τύραννος εύρεν άλλον τρόπον τιμωρίας. Ητοίμασαν ένα βωμόν και έθεσαν επ’ αυτού ανημμένους άνθρακας και εις την δεξιάν χείρα του Μάρτυρος επέθεσαν λίβανον και εκράτουν ταύτην βιαίως δια σιδήρων άνωθεν του βωμού, όπως, μη υποφέρων των ανθράκων την θερμότητα, ρίψη επ’ αυτών τον λίβανον, δια να φανή ότι εθυσίασεν εις τα είδωλα. Ο δε Άγιος εσταμάτησε την χείρα ακίνητον, έως ότου, ω της καρτερίας και γενναιότητος αυτού! Κατηναλώθη εκ του πυρός η δεξιά αυτού χειρ, ενώ ο Αγιος παρατηρών και δακρύων εστέναζεν όχι εκ μικροψυχίας, αλλά προς ευχαριστίαν, λέγων· «Εκράτησε της χειρός της δεξιάς μου», «και κατάξας τόξον χαλκούν εν βραχίονί μου, και έδωκάς μοι υπερασπισμόν σωτηρίας μου» (Β΄ Βασιλ. κβ: 35-36), «και η δεξιά σου αντελάβε τόμου». Ο δε άδικος δικαστής, θαυμάζων την ανδρείαν του Αγίου, είπε προς αυτόν· «Αφού είπες ότι δεν υπολογίζεις τας τιμωρίας ουδέ αισθάνεσαι αυτάς, διατί εστέναξες από τώρα και εδάκρυσες»; Και ο Άγιος απήντησε· «Μη νομίσης ότι ενικήθην από τον πόνον της σαρκός και εδάκρυσα, συ, άξιε δακρύων. Αλλ’ επειδή τούτο μου το σώμα είναι πηλός και ο πηλός όταν πλησιάση προς το πυρ αποξηραίνεται, απορρίπτων το ύδωρ αυτού, ούτω λοιπόν συνέβη και εις την σάρκα μου. Αλλά περισσότερον εδάκρυσα δια την αγνωσίαν σου και την βεβαίαν απώλειάν σου, διότι αγνοείς τον αληθή Θεόν και προσκυνείς δαίμονας, δια να θεραπεύσης πρόσκαιρον βασιλέα και διότι δια την αιτίαν αυτήν σε περιμένει το πυρ το αιώνιον». Τότε μετά την φρικτήν αυτήν βάσανον, χαλεπωτέραν επινοείται ο παράνομος. Και όπως επρόσταξεν εκρέμασαν αυτόν από τας χείρας, έδεσαν δύο λίθους βαρείς εις τους πόδας του, δια να διασπασθώσι και αποχωρισθούν αι αρθρώσεις. Αλλ’ ως είδεν ότι ενίκησε και ταύτην την φρικτήν βάσανον ο αήττητος, επρόσταξε να καύσουν μέχρι πυρακτώσεως μίαν κάμινον και να ρίψουν οι δήμιοι τον Άγιον εντός αυτής. Όταν δε τον μετέφερον προ του στομίου της φλεγομένης καμίνου εποίησε το σημείον του Σταυρού επ’ αυτού και ευθύς, ως ύψωσε τας χείρας, η φλοξ διεσκορπίσθη προς τα έξω και έκαυσεν όσους ήσαν πλησίον. Οι δε ειδωλολάτραι ιδόντες τούτο το θαυμάσιον ετρόμαξαν. Και φοβούμενοι μη πάθωσι και αυτοί τα αυτά, εκραύγαζον· «Ας θανατωθή ο μάγος να μη κινδυνεύση η πόλις άπασα από τας μαγείας του». Ο δε τύραννος εφοβήθη και αυτός και εξεπλήσσετο. Πλην τότε μεν εφυλάκισε τον Άγιον εις το Πραιτώριον. Αλλά μετ’ ολίγας ημέρας, μη έχων πλέον ελπίδα ότι ο Άγιος του Χριστού μάρτυς Προκόπιος θα ήλλασσε γνώμην, έγραψε κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να κόψουν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν έξω της πόλεως. ‘Οτε δε έφθασεν ο τρισόλβιος εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησε χάριν από τον φονέα, να τον αφήση ολίγην ώραν, δια να δεηθή προς τον Κύριον. Και σταθείς κατ’ Ανατολάς, ύψωσε προς τον ουρανόν τα όμματα και παρεκάλεσε τον Θεόν να φυλάξη την πόλιν από τας επιβουλάς του δαίμονος, να φωτίση τους πολίτας άπαντας να επιστρέψουν εις την ευσέβειαν, να θεραπεύση τους ασθενείς, να βοηθήση τους πένητας και άλλα παρόμοια δια την σωτηρίαν των ανθρώπων, τέλος δε εδεήθη δι’ όσους ήθελον εορτάζει την μνήμην αυτού, να λυτρώνη τούτους από όλας τας οδύνας και να αξιώση της Βασιλείας Αυτού. Ταύτα δε ευξάμενος, ήκουσε φωνήν ταύτα λέγουσαν· «Εισηκούσθη η δέησίς σου Προκόπιε, και θέλουν πληρωθή όσα εζήτησες. Ελθέ τοίνυν, ίνα λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον, ως κληρονόμος της ουρανίου μακαριότητος». Ταύτα ακούσας ο Άγιος Μάρτυς έκλινε τον αυχένα προθύμως και έκοψαν την αγίαν αυτού κεφαλήν, κατά τας η΄ (8) του μηνός Ιουλίου. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τα ουράνια· το δε τίμιον αυτού λείψανον παρέλαβον δια νυκτός φιλόχριστοί τινες και αλείψαντες ευλαβώς δια μύρων και αρωμάτων, το παντός αρώματος ευωδέστερον, απέθεσαν εις τόπον επιτήδειον, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, της Μίας και αληθούς Θεότητος, Η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις. Αμήν.