Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Επιστροφή του Οσίο Αντωνίου από του όρους Άθω εις Ρωσίαν.

Επιστροφή του Οσίο Αντωνίου από του όρους Άθω εις Ρωσίαν.                                                             

Ο μεν λοιπόν Όσιος Αντώνιος ευρίσκετο εις το ησυχαστήριον της Σαμαρείας αγωνιζόμενος με άκραν σκληραγωγίαν· ο δε άγιος γέρων Ηγούμενος, ο κουρεύσας αυτόν, ωραματίσθη ίνα αποστείλη και πάλιν τον Όσιον Αντώνιον εις Ρωσίαν προς τους εκείσε μονάζοντας·  όθεν ανήγγειλεν εις αυτόν την θεϊκήν προσταγήν λέγων· «Θέλημα Θεού είναι, τέκνον, ίνα απέλθης πάλιν εις Ρωσίαν εις ψυχών πολλών σωτηρίαν». Προεφήτευσε δε εις αυτόν τα μέλλοντα να συμβώσιν, ότι πολλών Μοναχών πατήρ μέλλει να γίνη και ευχηθείς ατόν απέστειλεν εν ειρήνη. Λαβών λοιπόν την ευχήν του γέροντος ο Αντώνιος επανήλθεν εις την Ρωσίαν και αναβάς εις το όρος του σπηλαίου και ιδών τον τόπον καλλιεργημένον κατανυγείς εδεήθη του Θεού μετά δακρύων λέγων· «Γενηθήτω το θέλημά Σου το άγιον, Κύριε, ας αφιερωθή ο τόπος ούτος εις απαρχήν ευλογίας του Αγίου Όρους Άθω και η ευχή του εμού Γέροντος του κουρεύσαντός με και αποστείλαντός με ενταύθα έστω μετ’ εμού και τοις συν εμοί περιτειχίζουσα και ενισχύουσα του ησυχάσαι με ώδε». Ταύτα επευξάμενος, εισελθών κατώκησεν εις το σπήλαιον αγωνιζόμενος, έργον αδιάλειπτον έχων την προσευχήν και εσθίων άρτον ξηρόν και ύδωρ ημέραν παρ’ ημέραν, ενίοτε δε και δύο ημέρας νηστεύων, την τρίτην ημέραν έτρωγεν. Άνθρωποι δε τινες διερχόμενοι εκείθεν είδον τον Όσιον εις τοιαύτην ακτημοσύνην και πολλήν κακοπάθειαν και σπλαγχνισθέντες έφερον εις αυτόν τα προς το ζην αναγκαία· τινές δε εξ αυτών ζηλώσαντες την ασκητικήν διαγωγήν ηθέλησαν να παραμείνωσι μετ’ αυτού, μετά των οποίων ήσαν και ο Όσιος Νίκων και ο Θεοδόσιος, τους οποίους αποδεξάμενος, μετά καιρόν τον μεν Νίκωνα εποίησεν ιερέα, τον δε Θεοδόσιον ο Νίκων εκούρευσε Μοναχόν· ο δε Θεοδόσιος ανεδέχετο τους προσερχομένους δια του αγγελικού σχήματος. Μετά παρέλευσιν καιρού ετελεύτησεν ο αείμνηστος δουξ Ιαροσλάβος και έλαβε την εξουσίαν Ιζεσλάβ ο υιός αυτού ο πρεσβύτερος. Του δε Οσίου ενασκουμένου εν τω σπηλαίω διεδόθη η φήμη αυτού πανταχού εις όλην την γην της Ρωσίας, καθώς το πάλαι του μεγάλου Αντωνίου εις όλην την γην της Αιγύπτου·  ώστε και ο λαμπρός Δουξ, ως ευλαβέστατος ων, ακούσας την αρετήν αυτού ήλθε μετά των συγκλητικών αρχόντων αυτού προς τον Όσιον και έλαβε την ευλογίαν του· όθενέγινεν εξακουστός ο Όσιος, και ήρχοντο οι ποθούντες την ασκητικήν βιοτήν, τους οποίους ο Όσιος υποδεχόμενος καθωδήγει εις τον δρόμον της αρετής. Προσήλθε δε και τις ευγενής, Βαρλαάμ καλούμενος, υιός Ιωάννου άρχοντος μεγάλου·  και έτερος νέος Εφραίμ το όνομα, υιός θετός του ηγεμόνος Ιζεσλάβ, ευνούχος ων, τους οποίους ο Αντώνιος ευαγγελικώς αποδεξάμενος, είπεν εις τον Όσιον Νίκωνα και ενέδυσεν αυτούς το αγγελικόν σχήμα των Μοναχών, καθώς εκείνοι επιμόνως εζήτησαν. Ούτοι όμως είχον φύγει κρυφίως, διο και έγινε μεγάλη ταραχή και εξέτασις περί αυτών και ηκολούθησε μέγας πειρασμός εις τον Αντώνιον, διότι μαθών ο άρχων την φυγήν του υιού αυτού Βαρλαάμ, ήλθεν εις το σπήλαιον με πλήθος στρατιωτών πνέων θυμού και τους μεν Μοναχούς εκείθεν διεσκόρπισε, τον δε υιόν αυτού Βαρλαάμ εκβαλών του σπηλαίου βιαίως και εκδύσας αυτόν τα πένθιμα των Μοναχών ιμάτια ενέδυσεν αυτόν πολυτελή λαμπράν στολήν και έφερεν άκοντα εις το παλάτιον αυτού. Ο δε ηγεμών Ιζεσλάβ μαθών περί του ευνούχου αυτού Εφραίμ, ότι εκούρευσεν αυτόν ο Αντώνιος Μοναχόν, οργισθείς λίαν κατά του Αντωνίου, ότι ηγάπα τον Εφραίμ πολύ, ώρισεν ίνα διωχθή εκείθεν ο κουρεύσας αυτόν Νίκων, καθότι και άλλοι πολλοί αφήνοντες τον κόσμον έφευγον εις την έρημον και εμόναζον· όθεν οι πολίται ώρισαν ίνα τον μεν Αντώνιον εξορίσωσιν εκείθεν, τους δε Μοναχούς πάντας να διώξωσι και τον τόπον να αφανίσωσι. Στενοχωρηθείς λοιπόν ο Αντώνιος εκ του μίσους του ηγεμόνος, ανεχώρησεν εκείθεν ομού με τους εναπολειφθέντας Μοναχούς εις άλλον τόπον μακράν του Κιέβου. Η δε γυνή του ηγεμόνος, μαθούσα την φυγήν του Αντωνίου, ελυπήθη σφόδρα και παρεκάλει τον αυθέντην να μη διώκη τους δούλους του Θεού, ίνα μη επέλθη οργή τις θεϊκή εις αυτόν καθώς συνέβη και εις την πατρίδα αυτής Λεχίαν· διότι ο εκεί άρχων είχε διώξει τινάς Μοναχούς εκ της επικρατείας Λεχίας, επειδή εις του παλατίου αυτού, Μωϋσής καλούμενος φυγών κρυφίως εμόνασε, οργισθείς δε ο άρχων απεδίωξε τους εκεί μονάζοντας, αλλ’ απέθανεν αιφνιδίως. Ταύτα έλεγεν η γυνή αυτού, ήτις ήτο θυγάτηρ στρατηγού της Λεχίας, προσθέσασα και τούτο, ότι μετά τον άωρον θάνατον του ρηθέντος έγινε σύγχυσις εις τον λαόν μεγάλη, πολλοί δε εφονεύθησαν μετά του αρχιστρατήγου και του Μητροπολίτου· όθεν συνεβούλευσε τον ηγεμόνα να απέχη τοιούτου εγχειρήματος και καταδρομής των αγίων ανδρών μήπως πάθη τα όμοια. Ταύτα ακούσας ο ηγεμών παρά της καλής συζύγου αυτού, μετέβαλε την οργήν και άλογον ορμήν αυτού, φοβηθείς την θείαν εκδίκησιν, αποστείλας δε ανθρώπους εκάλεσε τους Οσίους να επιστρέψουν αφόβως εις το ησυχαστήριον· αναζητήσαντες δε οι πεμφθέντες μετά δύο ημέρας εύρον τον Όσιον Αντώνιον και προσπεσόντες εις αυτόν εζήτουν συγχώρησιν και παρεκάλουν, ίνα επιστρέψη εις το ασκητήριόν του. Ο δε Όσιος υπακούσας επανήλθεν εις το σπήλαιον και ησύχαζε, δεόμενος του Θεού να παρέχη εις αυτόν υπομονήν εις τους πειρασμούς και τας θλίψεις τας εκ του πονηρού επερχομένας, λέγων την ευχήν των τριών Παίδων· «Μη δη παραδώης ημάς εις τέλος δια το όνομά Σου το άγιον». Ο δε Κύριος, επακούσας της δεήσεως αυτού, όχι μόνον τους διασκορπισθέντας αδελφούς συνήθροισεν, αλλά και άλλοι εκ διαφόρων πόλεων και χωρών προσήρχοντο δεόμενοι του Οσίου να τους υποδεχθή και διαφυλάξη αυτούς εκ της του κόσμου και διαβόλου απάτης και οδηγήση εις οδόν σωτηρίας. Τούτους ο Όσιος υπεδέχετο ειλικρινώς, διδάσκων και καθοδηγών αυτούς εις την του μονήρους βίου διαγωγήν· μετά δε την κανονικήν δοκιμασίαν έλεγεν εις τον Όσιον Νίκωνα και εκούρευεν αυτούς μοναχούς· όθεν ηυξήθη ο αριθμός έως δώδεκα. Σκάψαντες τότε το σπήλαιον ωκοδόμησαν εις αυτό Εκκλησίαν και κελλία, τα οποία μέχρι σήμερον σώζονται κάτωθεν του νεοκτισθέντος Μοναστηρίου εις το σπήλαιον. Παρέμεινε δε εκεί ο Όσιος Αντώνιος χρόνους τεσσαράκοντα, στηρίζων τους μαθητάς αυτού· τους οποίους νουθετών, έλεγε μετ’ άλλας πολλάς νουθεσίας και ταύτα· «Αδελφοί εν Κυρίω και τέκνα, γινώσκετε ότι ο Κύριος δια προμηθείας της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου συνήθροισεν ημάς εν τούτω τω χορώ, και έθεσεν ημάς ως απαρχήν ευλογίας και είμεθα ευλογία του αγιωνύμου όρους Άθω, επισκοπή της Κυρίας ημών Δεσποίνης και αειπαρθένου Μαρίας, την οποίαν και κοινήν προστάτιν και έφορον έχομεν· ότι καθώς ο οσιώτατος πατήρ εμού Θεόκτιστος ο της Μονής Εσφιγμένου εκούρευσεν εμέ και διάδοχον αυτού κατέλιπεν, ούτω και εγώ εκούρευσα σας και καταλείπω κλήρον εις τούτον τον άγιον τόπον, όπως σώζεται η απαρχή και ευλογία του Αγίου Όρους Άθω εις καθιέρωσιν πρώτον της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και δεύτερον της συγκροτηθείσης ταύτης Μονής του σπηλαίου· δια τούτο πρέπον είναι ίνα πολιτεύεσθε αξίως της κλήσεως υμών, καθώς εμάθετε και εδιδάχθητε παρ’ εμού του ταπεινού πατρός σας». Αυτά και άλλα διδάξας και νουθετήσας αυτούς εφανέρωσεν εσχάτως ότι αυτός βούλεται να ησυχάση κατά μόνας ησύχως ως επόθει και θέλει αφήσει εις αυτούς ηγούμενον έτερόν τινα, ίνα ποιμαίνη αυτούς. Όθεν και διώρισε τον μακάριον Βαρλαάμ ηγούμενον, ως έμπειρον όντα και ενάρετον, αυτός δε εκλείσθη εις το σπήλαιον μόνος μακρυνθείς των θορύβων και οχλήσεων των πολλών. Μετά δε ταύτα ανεχώρησεν εκείθεν εις άλλο όρος και ήρχισε να σκάπτη άλλο σπήλαιον, το οποίον είναι το νυν καλούμενον Σπήλαιον. Ο δε ηγούμενος Βαρλαάμ και οι αδελφοί, λαβόντες ευχήν παρά του Οσίου Αντωνίου, έμειναν εις το πρώτον σπήλαιον οσίως και εναρέτως πολιτευόμενοι· αλλ’ επειδή και συνήχθησαν πολλοί και ούτε τα κελλία ούτε ο Ναός εχώρει αυτούς, έκριναν καλόν να οικοδομήσουν Ναόν ευρύχωρον έξωθεν του σπηλαίου. Ελθόντες λοιπόν προς τον Όσιον Αντώνιον ανήγγειλαν, ότι οι αδελφοί επερίσσευον και εστενοχωρούντο εις τον Ναόν και να δώση εις αυτούς ευλογίαν να οικοδομήσουν άλλον Ναόν ευρύχωρον επ’ ονόματι της Θεοτόκου έξωθεν του σπηλαίου. Ο δε Όσιος έδωκεν εις αυτούς ευλογίαν και επιστρέψαντες ήρχισαν την οικοδομήν άνωθεν του σπηλαίου, ένθα ωκοδόμησαν Ναόν και ετίμησαν αυτόν εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου, είχε δε την προστασίαν της Μονής ο Βαρλαάμ. Ο δε ηγεμών ηβουλήθη να οικοδομήση Ναόν μέγαν επ’ ονόματι του Αγίου Δημητρίου, ότι Δημήτριος εκλήθη εις το Άγιον Βάπτισμα· ήγειρε λοιπόν Ναόν μέγαν λιθόκτιστον πλησίον του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εν τω σπηλαίω και ώρισεν, ίνα ο Βαρλαάμ ηγουμενεύη εις αυτόν, διότι πολλοί άρχοντες κατέβαλον χρήματα ικανά εις την τοιαύτην οικοδομήν και έγινεν ο Ναός ωραίος και μέγιστος μεν, ουχί όμως κατάλληλος και ήσυχος δια Μοναχούς. Μεταβάς λοιπόν ο Βαρλαάμ εις τον νέον Ναόν κατά τον ορισμόν του ηγεμόνος, έμειναν οι αδελφοί απροστάτευτοι και συναχθέντες οι αδελφοί εξέλεξαν τρεις, τους πλέον εναρέτους, δια να υπάγουν εις τον Όσιον Αντώνιον, ίνα εκλέξη εξ αυτών Ηγούμενον· ηρώτησε δε αυτούς ποίον ήθελον· οι δε είπον· «Εκείνον τον οποίον η Κυρία Θεοτόκος και η αγιωσύνη σου ήθελον εκλέξει, πάτερ». Είπε τότε εις αυτούς ο Αντώνιος· «Όστις εξ ημών υπάρχει πράος και ειρηνικός και ταπεινός, ούτος ας δεχθή την προστασίαν». Τότε ομοφώνως άπαντες εζήτησαν τον Όσιον Θεοδόσιον, ως κατά πάντα ομότροπον όντα του Οσίου Αντωνίου· ήσαν δε τότε αδελφοί τον αριθμόν είκοσι, ευλογήσας δε ο Όσιος τον Θεοδόσιον, βαλόντες δε εκείνοι μετάνοιαν εις τον Όσιον Αντώνιον ανεχώρησαν χαίροντες. Λαβών λοιπόν την προστασίαν της Μονής ο Θεοδόσιος, έλαβε ζήλον ένθεον και προσέθηκε κόπους και αγώνας προς τους προτέρους του, επεκαλείτο δε μετά δακρύων τας ευχάς του Οσίου Αντωνίου, ίνα λάβη χάριν παρά Θεού εις το να διοική οσίως τους αδελφούς. Ο δε Όσιος Αντώνιος πάλιν ηύχετο υπέρ της ποίμνης αυτού και δια των ευχών αυτού επλήθυνεν ο αριθμός των αδελφών. Ήθελαν λοιπόν να οικοδομήσωσι νέον Μοναστήριον· όθεν προσελθόντες προς τον Αντώνιον, εζήτουν και πάλιν την άδειαν παρ’ αυτού· ο δε θείος Αντώνιος, χαράς αφάτου πλησθείς δια την αύξησιν, ηυχαρίστησε τον Θεόν ειπών· «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον, ότι ηυλόγησε την απαρχήν του Αγίου Όρους Άθω και επλήθυνε το πνευματικόν μου σπέρμα κατά την πρόρρησιν του αγίου Γέροντός μου· δεδοξασμένον έσται το όνομα το Άγιον Αυτού, του ευδοκήσαντος να συστήση Μάνδραν ιεράν των λογικών αυτού προβάτων». Μετά δε την ευχήν απέστειλεν ένα των αδελφών προς τον φιλόχριστον ηγεμόνα παρακαλών αυτόν και δι’ επιστολής ταύτα· «Χριστιανικώτατε αυθέντα, ιδού ότι ο Κύριος ηυδόκησε να πληθύνη τους Μοναχούς του σπηλαίου, το δε μονύδριον είναι μικρόν και στενοχωρούνται· διο παρακαλούμεν όπως δοθή παρά της σης μεγαλειότητος το επάνωθεν του σπηλαίου μέρος, ίνα κτισθή το Μοναστήριον εις ανάπαυσιν των αδελφών». Tαύτα αναγνούς ο ευσεβέστατος ηγεμών υπερεχάρη· απέστειλε δε ευθύς άρχοντα επιστάτην εις το να δοθή ο τόπος εις την Μονήν και ούτως ωκοδόμησεν ο Θεοδόσιος με τους αδελφούς Ναόν εκεί μέγαν ξυλοστέγαστον· ότε δε ετελειώθη, εκοσμήθη με ιεράς εικόνας, σκεύη και ιερά άμφια λαμπρά, έκτισαν δε και τα κελλία κύκλωθεν του Ναού, περιτειχίσαντες την Μονήν στερεώς, συνήχθησαν δε εις αυτήν οι αδελφοί του σπηλαίου πάντες, έκτοτε δε απεκλήθη εκείνη η Μονή του Σπηλαίου ευλογίας απαρχή του Αγίου Όρους  Άθω. Μετά δε ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ηβουλήθη να κτίση και ετέραν Μονήν, ίνα συναχθώσι και εν εκείνη αδελφοί· διότι πανταχόθεν συνέρρεον καθ’ εκάστην· όθεν εζήτησε πρώτον παρά του Οσίου πατρός αυτού Αντωνίου άδειαν, και παρ’ εκείνου λαβών ευλογίαν συνέστησε Μονήν ετέραν λαμπράν. Μετά ταύτα ήρχισε να συνθέτη τύπον εκκλησιαστικής ακολουθίας, πώς να ψάλλωσιν οι αδελφοί· ευρέθη δε τότε κατ’ οικονομίαν Θεού κάποιος Μιχαήλ Μοναχός ελθών από την Κωνσταντινούπολιν μετά του Μητροπολίτου Γεωργίου χειροτονηθέντος παρά του Οικουμενικού Πατριάρχου. Τούτον τον Μοναχόν Μιχαήλ ηρώτησεν ο Θεοδόσιος, ως ασκήσαντα εις την περιώνυμον Μονήν των Στουδίων, έμαθον δε παρ’ εκείνου πάσαν την διάταξιν του τυπικού, το πώς να ψάλλωσι και να ίστανται εν τω Ναώ προσευχόμενοι, πώς να εσθίωσιν εν τη τραπέζη κοινώς, πώς να φυλάττωσι τας νηστησίμους ημέρας και πώς να καταλύωσι τας εορτασίμους. Όλας αυτάς τας διατάξεις παρέλαβεν ο Θεοδόσιος παρά του οσιωτάτου Μιχαήλ του Στουδίου και Εφραίμ του ευνούχου, περί του οποίου προείπομεν ότι και αυτός είχε προγράψει τυπικόν του Αγίου Όρους  Άθω, τον οποίον Αγιορειτικόν τύπον παρέδωκεν ο Θεοδόσιος εις την Μονήν, παρά της οποίας παραλαβούσαι και αι λοιπαί Μοναί της Ρωσίας φυλάττουσιν άχρι του νυν· όθεν και προτιμητέα των λοιπών εν Ρωσία η του Σπηλαίου, ότι εις αυτήν και ο Πανόσιος Αντώνιος ήσκησε και τους ασκητικούς αγώνας ετέλεσεν, ως και ο μαθητής αυτού Θεοδόσιος, ο κτίσας και κοσμήσας αυτήν, αλλά και τους προσερχομένους επίσης υποδεχόμενος και εις τον Θεόν οδηγών τους σωζομένους, τύπος και αυτός και υπογραμμός κατά πάντα γενόμενος. Κατ’ εκείνους τους χρόνους ήλθεν εις αυτήν την Μονήν και ο Όσιος Νέστωρ, ο πρώτος ιστοριογράφος της Ρωσικής γης, όστις και τους βίους των δύο τούτων Οσίων Αντωνίου και Θεοδοσίου συνέγραψεν, ότι κατά τους αυτούς χρόνους ήκμασε σύγχρονος και αυτός, ως αυτός γράφει. Τούτον υπεδέχθη ο Όσιος Θεοδόσιος αδεία του Οσίου πατρός ημών Αντωνίου. Ούτος ο Νέστωρ ηρώτησε την αιτίαν πως έλαβε την τοιαύτην ονομασίαν να καλήται Σπήλαιον, μαθών δε την αιτίαν εσημείωσεν αυτήν εις αϊδιόν του μνημόσυνον· ο αυτός συνέγραψε και τα θαυμάσια του πανοσίου Αντωνίου τα όσα ζων έτι και όσα μετά θάνατον ετέλεσεν ο αείμνηστος, προς ωφέλειαν των αναγινωσκόντων, αλλ’ ουχί άπαντα, ως πολλά και αναρίθμητα όντα· διότι τα περισσότερα τούτων έμειναν απαράδοτα, καθ’ ότι πλείστους κόπους και αγώνας εποίησε και πλείστους πειρασμούς εκ των πονηρών πνευμάτων και ανθρώπων εδοκίμασεν. Ωσαύτως και τας όσας ιάσεις και θεραπείας εις τους νοσούντας εχορήγησε και παραδόξως ενήργησεν αδύνατον είναι να απαριθμηθώσιν ή να γραφώσιν άπαντα όσα ο πανάγαθος Θεός ετέλεσε δια μέσου του Οσίου πατρός ημών Αντωνίου· εδόξασε τον αυτού θεράποντα εις όλην την γην της Ρωσίας και εφάνη ιατρός άμισθος εις πάντας, ιώμενος παραλυτικούς, δαιμονιζομένους, λεπρούς και λοιπάς ασθενείας ανιάτους άνευ ιατρικών βοτάνων, δια δε την άκραν αυτού ταπείνωσιν προσεποιείτο ότι με την δόσιν των βοτάνων και ακροδρύων εθεραπεύοντο. Εξ αυτών, αφού έτρωγεν ολίγον ο Όσιος ηυλόγει τα υπόλοιπα και έδιδεν αυτά εις τους ερχομένους χάριν ιατρείας, τα οποία άμα οι νοσούντες ελάμβανον και έτρωγον, θαυμασίως ελάμβανον την υγείαν των, καθώς και ο Κύριος ιάτρευσε και ήγειρε τον επί πολλά έτη κείμενον παράλυτον εις την κολυμβήθραν της Βηθεσδά και άλλους πολλούς. Ήτο δε ο Όσιος πεπλουτισμένος και με το χάρισμα της διοράσεως και προοράσεως, προβλέπων και προλέγων τα μέλλοντα, καθώς ο λόγος θέλει φανερώσει και μάλιστα εξ ενός διηγήματος προς πίστωσιν των λοιπών·  θέλομεν λοιπόν διηγηθή ενταύθα, ότι προεγνώρισε και προείπε την καταδρομήν των βαρβάρων, ήτις δια τας αμαρτίας των Χριστιανών συνέβη κατ’ εκείνους τους χρόνους και ήτις έχει ούτω. Ο αρχηγός του έθνους των Πολοβτσιανών εκίνησε πόλεμον κατά της Ρωσίας. Περιτρέχων δε τας πόλεις και χώρας ηφάνιζε και ηχμαλώτιζε τους λαούς, φονεύοντες ανηλεώς οι βάρβαροι τους Χριστιανούς· όθεν ο ηγεμών του Κιέβου Ιζεσλάβ ητοιμάσθη προς πόλεμον κατά των βαρβάρων. Πρώτον λοιπόν επήγεν ο ηγεμών μετά τινων αρχόντων εις τον Όσιον Αντώνιον, ίνα ερωτήσωσιν αυτόν αν θα νικήσωσιν εις τον πόλεμον· ο δε Όσιος, γνωρίσας το μέλλον, δακρύσας πρώτον, έπειτα είπεν εις αυτούς μετά πόνου ψυχής· «Δια τας αμαρτίας των Χριστιανών επήλθεν η τοιαύτη οργή του Θεού και θέλετε νικηθή από τους βαρβάρους, οίτινες θέλουν καταδιώξει ημάς· και άλλοι μεν εκ του στρατεύματος των Χριστιανών θέλουν φονευθή, άλλοι υπό των ίππων θέλουν καταπατηθή και τελευτήσει, άλλοι δε θέλουν αιχμαλωτισθή». Ταύτα ακούσας ο ηγεμών και οι άρχοντες δεν προσέπεσον εις τον Όσιον να ζητήσωσι δια των ευχών του την εξ ύψους αρωγήν και βοήθειαν, αλλά θαρρήσαντες εις την ανδρείαν αυτών και εις τον στρατόν εκίνησαν τον πόλεμον. Παραχωρήσει Θεού όμως καταληφθέντες υπό δειλίας ενικήθησαν υπό των αντιπάλων, και οι περισσότεροι του στρατεύματος εσφάγησαν, άλλοι δε εις φυγήν τραπέντες, οι μεν υπό των ίππων καταπατηθέντες έπεσον, οι δε εις τον ποταμόν Άλπε πεσόντες επνίγησαν, άλλοι δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο δε ηγεμών μόλις φυγών εσώθη εις Κίεβον, μετά τινος άρχοντος, Σεβόλουμ  καλουμένου, έτερος δε άρχων, ο Γιαροσλάβ, κατέφυγεν εις την πόλιν Τερνιβέβ· τα δε έθνη εκείνα διατρέχοντα την γην της Ρωσίας ηχμαλώτιζον τους λαούς λεηλατούντες πόλεις και χώρας. 

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Ο Όσιος Αντώνιος ο Ρώσος εις Άγιον Όρος.

Μεταξύ των μεγάλων και αναριθμήτων χαρίτων και δωρεών των αφθόνως χρεομένων παρά του Πατρός των φώτων επί την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, την ηγαπημένην αυτού Νύμφην, πλουσιώτατον δώρον είναι και η των Αγίων λαμπρότης, όχι μόνον εν ουρανοίς, αλλά και επί γης, με τας εξαισίας θαυματουργίς τας παρ’ αυτών θεία δυνάμει τελουμένας. Διότι ο Κύριος τους δοξάζοντας Αυτόν δια βίου εναρέτου και πολιτείας υψηλής ισαγγέλου αναδεικνύει θαυμαστούς και ζώντας και μετά θάνατον και εν πάση τη γη ονομαστούς και το μνημόσυνον αυτών διαμένει αιώνιον· «δίκαιοι γαρ εις τον αιώνα ζώσι»· δίκαιον λοιπόν και πρέπον είναι ίνα ετησίως γεραίρωμεν την μνήμην αυτών δι’ ιεροτελεστιών και αγιωτάτων τιμών, διότι ο έπαινος και η προς τους Αγίους αναφερομένη τιμή, είναι μισθός της αρετής κατά τον ειπόντα· «Ο επαινών την αρετήν, αυτόν επαινεί τον Θεόν, παρ’ ου τοις νθρώποις η αρετή παροχετεύεται» και η προς τους Αγίους τιμή, απόδειξις είναι της προς τον Δεσπότην αγάπης, κατά τον μέγαν Βασίλειον· «Επειδή ο περί τα καλά έπαινος τους ραθύμους διεγείρει και προς ζήλον και μίμησιν των αυτών παρακινεί». Προς ταύτα συνεφώνει ανέκαθεν και η των ευσεβών ομήγυρις ιστορούσα δι’ αγίων εικόνων και συγγράφουσα τας πράξεις και τα ένθεα κατορθώματα των εν αγιότητι πολιτευσαμένων ανδρών. Η μεγίστη λοιπόν χάρις των μεγάλων του Θεού ευεργεσιών με την παραλαβήν του φωτός της αληθούς πίστεως ανέτειλε και λαμπρύνει την μεγίστην επικράτειαν της ευσεβεστάτης Ρωσίας· και οι από του πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου αναστηλωθέντες Σταυροί επί των ορίων της Ρωσικής Μητροπόλεως Κιέβου κι εις τας παδιάδας της μεγάλης νέας Πετρουπόλεως, έγιναν δια την Ρωσίαν δένδρα τω όντι ζωής και πανταχόθεν ήπλωσαν ρίζας βαθείας της Ορθοδόξου πίστεως, αίτινες έφερον εις αυτήν πολυειδείς λογικούς γλυκυτάτους καρπούς της ευσεβείας· ούτω δε πλουσίως εκόσμησαν με τας καρποφόρους αυτών παραφυάδας τους εις τον πολυάριθμον χορόν των αγίων του Θεού θεραπόντων ευρισκομένους, ων την απαρχήν πρώτος βέβαια ο θαυμάσιος πατήρ ημών Αντώνιος ο σήμερον ευφημούμενος εκ του αγιωνύμου Όρους του Άθω εκόμισεν, ως ο λόγος θέλει δηλώσει και ακούσατε. Επί της βασιλείας του ευσεβεστάτου βασιλέως Βασιλείου του Μακεδόνος, αυτοκράτορος Ρωμαίων, τω 870 έτει από της του Σωτήρος ημών ενσάρκου οικονομίας, ηυδόκησεν ο την των ανθρώπων σωτηρίαν προνοούμενος Δεσπότης, ίνα και η επικράτεια των Ρώσων Σαρματοσκυθογετών δεχθώσι την αληθή και αμώμητον πίστιν του Χριστού, κατ’ αίτησιν δε αυτών απέστειλεν ο πιστότατος βασιλεύς Βασίλειος Αρχιερέα προς αυτούς άνδρα πάσης αγιωσύνης έμπλεων και σημειοφόρον όντα, Μιχαήλ καλούμενον, όστις δια λόγων και σημείων πληροφορών αυτούς και την των αγίων τριών Παίδων τερατουργίαν δημηγορών εις αυτούς, πως άφλεκτοι εν μέσω της φλεγομένης καμίνου εφυλάχθησαν, εζήτησαν και αυτοί, ίνα δείξη εις αυτούς τοιούτον θαύμα προς πίστωσιν βεβαίαν αυτών και παγίωσιν. Ο δε Αρχιερεύς, πειθόμενος εις τον του Σωτήρος αψευδέστατον λόγον, ότι «ο πιστεύων εις εμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κακείνος ποιεί και μείζονα τούτων ποιήσει», ώρισεν ίνα υπάγωσιν εις την κάμινον, και λαβών ανά χείρας το ιερόν αυτού Ευαγγέλιον, ηύξατο πρώτον προς Κύριον ειπών· «Δόξασόν σου το όνομα το Άγιον, Κύριε», και συν τω λόγω έρριψεν εις την πεπυρακτωμένην κάμινον το ιερόν Ευαγγέλιον, το οποίον εφυλάχθη αβλαβές και αλώβητον από του πυρός και μετά την χώνευσιν της φλογός εύρον αυτό λαμπρόν και καθαρόν· όθεν εις το παράδοξον του θαύματος  εκπλαγέντες οι λαοί, προσήλθον ολοψύχως εις την πίστιν μας και εβαπτίσθησαν άπαντες. Κατ’ εκείνους τους χρόνους, ο την σωτηρίαν πάντων προμηθούμενος Κύριος, ίνα το αγγελικόν πολίτευμα των μοναχών διαδοθή και εις τα μέρη εκείνα και πολλαπλασιασθή η ευσέβεια από τα τριάκοντα των πιστευσάντων εις εξήκοντα των εν κοινωβίω διαγόντων μιγάδων και εις εκατόν των εν σπηλαίοις και όρεσιν ασκουμένων μοναστών, ηυδόκησεν ο προ γενέσεως προορίζων και προσκαλών ως τον Σαμουήλ και Ευθύμιον, ίνα και ο θεράπων αυτού Αντώνιος αναδειχθή ο πρώτος καθηγέτης των εκείσε μοναχών και κτίτωρ των ευαγών εκείνων Μονών. Τούτον λοιπόν τον ουράνιον άνθρωπον και επίγειον Άγγελον εβλάστησεν η λαμπρά πόλις Λιούμπιτσα η πλησίον κειμένη της Μητροπόλεως Κιέβου, εις την οποίαν ο ευλογημένος εκείνος Καίσαρ Δόμας Βλαδίμηρος είχε τον θρόνον· ετέχθη δε από γονείς ευσεβείς και ευλαβεστάτους, οίτινες εδίδασκον αυτόν τον θείον φόβον και την τήρησιν των εντολών του Θεού. Έχων λοιπόν ο Όσιος παιδιόθεν τον ένθεον πόθον εν τη καρδία αυτού και επιθυμών τον ήρεμον και απράγμονα βίον των Μοναχών και ιδών ο φιλάνθρωπος Θεός την ένθεον διάθεσιν της ψυχής, ότι θέλει γίνει αίτιος πολλών σωτηρίας, έβαλεν αγαθήν βουλήν εις την καρδίαν αυτού. Διο και ήλθεν εις την Κωνσταντινούπολιν, ένθα ήκμαζον τα ιερά φροντιστήρια, και έλαμπον οι σημειοφόροι Πατέρες. Διότι τότε δεν υπήρχον ακόμη Μοναστήρια εις Ρωσίαν, αλλ’ ολίγοι τινές ησύχαζον εις τους οίκους των και κατά μόνας. Απαρνησάμενος δε ο Άγιος γονείς, συγγενείς, ύπαρξιν και πάσαν γήϊνην προσπάθειαν, ανεχώρησεν εις αλλοδαπήν γην κατά τον Πατριάρχην Αβραάμ, καθώς ο Δεσπότης Χριστός, «καταλιπών τους πατρώους κόλπους και τας αϋλους δυνάμεις λαθών, κατήλθεν επί της γης δι’ ημάς πτωχεύσας ο πλουτών εν ελέει και ουκ είχε που την κεφαλήν κλίναι». Ήλθε λοιπόν ο Άγιος εις την βασιλίδα των πόλεων και περιελθών τους εν αυτή περικαλλείς Ναούς έσωθεν και έξωθεν αυτής και σεμνεία και Μονάς προσκυνήσας ευλαβώς, συνηντήθη μετά Μοναχών του όρους Άθω, μαθών δε το ερημικόν ύψος της πολιτείας των εν αυτώ ασκουμένων Οσίων ανδρών, ήλθεν εις το Όρος το Άγιον, ένθα θεωρών την ισάγγελον βιοτήν βρίθουσαν, εθαύμαζε και εξεπλήττετο, διότι οι θαυμάσιοι εκείνοι Πατέρες εν ακτημοσύνη ατέχνως επορεύοντο, ούτε σπείροντες, ούτε γεωργούντες γαίας, ούτε βόας ουδέ υποζύγια έχοντες, αλλά καλύβας εκ ξύλου και χόρτου προχείρως κατεσκευασμένας, ούτως εν χειμώνι και θέρει διεκαρτέρουν, ερημικόν και ήσυχον βίον διάγοντες. Ελθών λοιπόν ο Αντώνιος εις τον εν Οσίοις διαλάμποντα Θεόκτιστον τον εν τω όρει Σαμαρείας πρότερον ησυχάζοντα, είτα δε δια πολλής παρακλήσεως και ικεσίας των Πατέρων της Μονής του Εσφιγμένου δεξάμενον την ηγουμενίαν και κυβέρνησιν της Μονής, παρεκάλεσεν αυτόν ίνα δεχθή και συντάξη και αυτόν με την ομήγυριν των αδελφών. Ο δε ιερός Θεόκτιστος, προορατικού χαρίσματος ηξιωμένος ων και γνωρίσας την μέλλουσαν προκοπήν του νέου και ότι ήτο σκεύος εκλεγμένον της χάριτος, και ότι πολλοί δια μέσου αυτού έμελλον να σωθώσιν, υπεδέχθη αυτόν και συνηρίθμησε μετά της λοιπής αδελφότητος· τόσην δε υπομονήν και καρτερίαν εν τη υπακοή και ασκήσει επέδειξεν, ώστε εγένετο τύπος και παράδειγμα και υπογραμμός εναρέτου αγωγής εις τους λοιπούς αγωνιζομένους. Αφού δε εδοκιμάσθη εις τας διακονίας και εγυμνάσθη καλώς εις την άσκησιν μετά την κεκανονισμένην δοκιμασίαν των τριών ετών, κατά τους θείους θεσμούς, ενεδύθη το μέγα και αγγελικόν σχήμα των Μοναχών και έκτοτε ηγωνίζετο περισσότερον, προσθέσας επί τους αγώνας και κόπους και άσκησιν με άκραν υπομονήν και ταπείνωσιν, ώστε οι αδελφοί εθαύμαζον την αρετήν αυτού και ηυλαβούντο αυτόν περισσότερον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ενασκουμένου του Αντωνίου και μιμουμένου εις όλα την αρετήν και ταπείνωσιν του αγίου Γέροντος αυτού απεικονίσματος εκείνου δειχθέντος, απεκαλύφθη εις τον άγιον Γέροντα δι’ ουρανίου οπτασίας, ίνα αποστείλη τον Αντώνιον εις την πατρίδα αυτού Ρωσίαν προς ωφέλειαν και σύστασιν μοναδικού πολιτεύματος, ως προωρισμένου όντος τούτου δι’ αυτό. Όθεν καλέσας αυτόν και φανερώσας εις αυτόν την θεϊκήν οπτασίαν, είπεν αυτώ· «Θέλημα Θεού είναι, τέκνον, ίνα απέλθης εις Ρωσίαν μεταφέρων την ευλογίαν του όρους Άθω και προσφέρης εις τον Θεόν πληθύν σωζομένων, και πλατυνθή και εις τα μέρη εκείνα το πνευματικόν σπέρμα· ταχέως δε θέλεις εγείρει εκεί σχολεία αρετής και ιερά φροντιστήρια εις άθροισιν των σωζομένων». Ο δε Αντώνιος, υπακούσας εις το θείον και πατρικόν πρόσταγμα και πληροφορηθείς και αυτός περί τούτου, αναβάς εις πλοίον απήλθεν εις την τότε πρωτεύουσαν της Ρωσίας, Κίεβον καλουμένην, και συναντηθείς μετά των από Κωνσταντινουπόλεως ελθόντων Μητροπολίτου και Μοναχών, οίτινες ήρχισαν να συνιστώσι μονύδρια και να διδάσκωσι την κοινοβιακήν διαγωγήν, εγνώρισεν εκ θείας αποκαλύψεως ότι δεν ήτο θέλημα Θεού ίνα μείνη μετ’ εκείνων, αλλά να συστήση ιδίαν ποίμνην. Περιελθών λοιπόν τους ερημικούς τόπους δια να εύρη τόπον αρμόδιον και ήσυχον κατά τον πόθον αυτού, ήλθεν εις τόπον τινά, Σπήλαιον καλούμενον, ένθα ευρών σπήλαιον (το οποίον ήτο πρότερον χαράδρα, ήνοιξαν δε και επλάτυναν αυτό οι εις αυτό οικήσαντες Βάραγγες) και τον τόπον ιδών επιτήδειον εις κατοίκησιν ο Αντώνιος και ποιήσας ευχήν εισήλθεν εις αυτό και έμεινε μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος, υπομένων πολλήν κακουχίαν και στέρησιν των προς τροφήν αναγκαίων και υπό των πνευμάτων της πονηρίας ενοχλούμενος και μετ’ αυτών αντιμαχόμενος, οίτινες εδείκνυον εις αυτόν φόβητρα και σχήματα διάφορα, ίνα εκφοβήσωσιν αυτόν και διώξωσιν εκείθεν. Αλλ’ ο γενναίος, ως νήπια τα τοξεύματα λογιζόμενος, τα των δαιμόνων φαντάσματα υπέμεινεν ατρόμως, την θείαν αντίληψιν επικαλούμενος και εις αγώνας της ασκήσεως καταγινόμενος. Αποτυχών λοιπόν ο πονηρός να εκδιώξη εκείθεν τον Όσιον, ενήργησε δια μέσου οργάνων αυτού τον σκοπόν του·  ότι κατ’ εκείνον τον χρόνον ετελεύτησεν ο πιστός και ευσεβέστατος δουξ Βλαδίμηρος, εγερθείς δε εις τύραννος, Σιατοπόλκος καλούμενος, έλαβε δυναστικώς την αυθεντίαν καθίσας εις Κίεβον την πρωτεύουσαν. Ίνα δε στερεωθή εις τον θρόνον και μοναρχήση εφόνευσε τους ιδίους αυτού αδελφούς και τους της Εκκλησίας προεδρεύοντας μετά των άλλων αγίων και εναρέτων ανδρών. Ταύτας τας αιματοχυσίας και ταραχάς βλέπων ο Αντώνιος ανεχώρησεν εκείθεν και επανήλθεν εις το Άγιον Όρος προς τον Γέροντα αυτού· αλλ’ επειδή και εγεύθη το μέλι της ησυχίας και μη δυνάμενος να συνοική με συνοδείαν αδελφών, λαβών άδειαν κατώκησεν εις το Όρος το άνωθεν της Μονής του Εσφιγμένου κείμενον Σαμάρειαν καλούμενον και ησύχαζεν εκεί όπου τώρα είναι ο Ναός ο επ’ ονόματι αυτού κτισθείς. Ησυχάζοντος λοιπόν του Οσίου εις το όρος της Σαμαρείας, ο ευσεβέστατος δουξ Ιαροσλάβος πολεμήσας τον κακότροπον εκείνον και αιμοβόρον Σιατοπόλκον και κατατροπώσας αυτόν εξεδίωξε του Κιέβου και έγινε κύριος της αρχής. Αποστείλας δε ο ευσεβέστατος ούτος άρχων εις το σπήλαιον του Οσίου Αντωνίου το εν Παρεσκόβω εργάτας, ήνοιξε τον τόπον και τον εκαλλιέργησεν αποκαταστήσας εκεί μονύδριον, εγείρας και Ναόν εις αυτό επ’ ονόματι των Αγίων Αποστόλων, έβαλε δε εις αυτό Μοναχούς και Ιερείς, μετά των οποίων ήτο και εις ιερομόναχος ευλαβής και ενάρετος, Ιλαρίων καλούμενος, όστις δια προσταγής του Δουκός επροστάτευε της Μονής ταύτης. Εσύναξε δε και τους παρά του Σιατοπόλκου διωχθέντας Αρχιερείς και αποκατέστησεν αυτούς εις τους θρόνους αυτών, εγείρας και Ναόν εν Κιέβω επ’ ονόματι της του Θεού Λόγου Σοφίας, κατά μίμησιν του εν Κωνσταντινουπόλει περιβοήτου εκείνου Ναού. Παραλαβών είτα τον Ηγούμενον του Σπηλαίου ως ενάρετον και πνευματικόν τέκνον όντα του Αντωνίου, εποίησεν αυτόν Μητροπολίτην, εγκατέστησε δε τον θρόνον αυτού εις τον νεοοικοδομηθέντα Ναόν της Αγίας Σοφίας εις Κίεβον. Ούτος ο Ιλαρίων, ότε ηγουμένευεν εις το μονύδριον του Σπηλαίου, είχε καλλιεργήσει τον τόπον ένθα εκτίσθη ύστερον η μεγίστη Μονή, διότι πρότερον ήτο χαράδρα, έσωθεν της οποίας λαξεύσας μικρόν σπήλαιον δύο οργυιών ησύχαζεν εις αυτό αγωνιζόμενος κατά μίμησιν του Οσίου Αντωνίου προ της Αρχιερωσύνης. 

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

O Όσιος ΑΝΤΩΝΙΟΣ ο Ρώσος

 Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών ΑΝΤΩΝΙΟΥ του Ρώσου ασκήσαντος μεν το πρώτον εν τω αγιωνύμω όρει του Άθω εν τω ιερώ κοινοβίω του Εσφιγμένου εν έτει 1012, ύστερον δε απελθόντος εις Ρωσίαν και ανεγείραντος εκ βάθρων την περιβόητον και περικαλλή Λαύραν εις το Κίεβον, όπου και ανεπαύθη εν Κυρίω τω 1073 έτει ζήσας έτη 90.                    


Αντώνιος ο Όσιος πατήρ ημών ήκμασεν εν έτει από κτίσεως κόσμου 6520, από δε Χριστού 1012, επί της βασιλείας Ρωμανού του Αργυροπούλου και Βλαδιμήρου του ευσεβεστάτου άρχοντος Ρωσίας εν Κιέβω κρατούντος, διαρκέσας άχρι της βασιλείας Ρωμανού Β΄ του Διογένους, ζήσας έτη ενενήκοντα, εκοιμήθη δε κατά το 6578 από κοσμοποιϊας και 1072 από της ενσάρκου του Κυρίου οικονομίας έτος. Ούτος κατά το πρώτον απαρνησάμενος τον κόσμον και ελθών εις το αγιώνυμον όρος του Άθω, έμεινεν εις την υπακοήν του Ηγουμένου της Ιεράς και παμμεγίστης σεβασμίας Μονής της επονομαζομένης του Εσφιγμένου Θεοκτίστου, λαβών δε το άγιον και αγγελικόν σχήμα των μοναχών εδόθη όλος εις άκραν υπακοήν και άσκησιν· δεξάμενος δε δια θείας αποκαλύψεως προσταγήν του Γέροντος αυτού απήλθεν εις Ρωσίαν, ίνα μεταφέρη την ευλογίαν του όρους Άθω και μεταδώση το άγιον και αγγελικόν σχήμα εις τον άρτι πιστεύσαντα λαόν, γενόμενος ούτος το τέκνον του Άθω, απαρχή και πατήρ του Μοναστικού Τάγματος των Ρώσων. Εξ επηρείας δε του αντικειμένου, γενομένου διωγμού των εναρέτων και αγίων ανδρών παρά του τότε τυραννικώς διαδεξαμένου την αρχήν Σιατοπόλκου, αναχώρησεν ο Όσιος Αντώνιος εκείθεν και επέστρεψεν εις το Άγιον Όρος προς τον άγιον αυτού Γέροντα Θεόκτιστον. Αλλά μη δυνάμενος να μένη μετά πολλών, ως γλυκανθείς του μέλιτος της ησυχίας, αδεία του Ηγουμένου και Γέροντος αυτού ησύχασεν εις το άνωθεν της Μονής κείμενον όρος, Σαμάρειαν καλούμενον, εις τον τόπον όπου την σήμερον υπάρχει ο επ’ ονόματι αυτού τιμώμενος ιερός Ναός, άκραν άσκησιν μετερχόμενος. Αλλ’ επειδή ο ευσεβέστατος Ιαροσλάβος, πολεμήσας τον ασεβή εκείνον Σιατοπόλκον, ανέβη εις τον θρόνον του κράτους εν Κιέβω και συνήθροισε τους διασκορπισθέντας Μοναχούς εγείρας Ναούς ιερούς, απεκαλύφθη και πάλιν εις τον άγιον Γέροντα ίνα αποστείλη τον Αντώνιον εις Ρωσίαν· όθεν προτρεψάμενος αυτόν και προφητεύσας ότι μέλλει να γίνη πατήρ πολλών Μοναχών προέπεμψεν αυτόν εις Ρωσίαν, ένθα μετά πολλούς αγώνας ασκητικούς ήγειρε δια προστασίας της Θεοτόκου την θαυμαστήν Μονήν Πετσέρσκβοϊ καλουμένην ένθα και οσίως κοιμηθείς εν Κυρίω ετάφη εν τω σπηλαίω ως επομένως θέλομεν διηγηθή πλατύτερον.


Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Mνήμη των αγίων ΜΥΡΙΩΝ (ήτοι δέκα χιλιάδων) ΟΣΙΩΝ

Τη αυτή ημέρα μνήμη των αγίων ΜΥΡΙΩΝ (ήτοι δέκα χιλιάδων) ΟΣΙΩΝ, των εν σπηλαίοις και σκήταις της Νιτρίας κατοικούντων, ους θανάτω πικρώ παρέδωκεν εν πυρί και καπνώ Θεόφιλος ο Αλεξανδρείας Επίσκοπος, δια Ισίδωρον τον Πρεσβύτερον.                                                                                                                                       

Ούτοι οι Άγιοι Ασκηταί και Μάρτυρες του Χριστού ήσαν Μοναχοί και κατώκουν εντός σπηλαίων και καλυβών ασκητικών· καταγινόμενοι δε εις την τήρησιν των εντολών του Χριστού, έζων πάντοτε με νηστείας, αγρυπνίας και προσευχάς, όντες τον αριθμόν δέκα ως έγγιστα χιλιάδες. Επειδή δε ο Άγιος Ισίδωρος, ο πρώτος εξ αυτών εφιλονίκει με τον Επίσκοπον Αλεξανδρείας Θεόφιλον περί τινων εκκλησιαστικών ζητημάτων εις τα οποία ο Θεόφιλος ανθίστατο, δια τούτο ο θείος Ισίδωρος, θαρρών εις το πλήθος των Μοναχών, ήλεγχεν αυτόν. Όθεν ο Θεόφιλος απροκαλύπτως μεν συνεστέλλετο και εφοβείτο να εκδικηθή τον Ισίδωρον, φίλον όντα των πολλών, αποστείλας δε κρυφίως τους ομόφρονάς του, κατέκαυσεν όλους τους άνω ειρημένους Πατέρας της Σκήτεως, και θανάτω παρέπεμψεν.

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Ο Άγιος Μάρτυς Απολλώνιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου μάρτυρος ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΥ του εκ Σάρδεων.                                             

Απολλώνιος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ της πόλεως Σάρδεων, της εν τη Λυδία· οδηγηθείς δε εις Περίνιον τον άρχοντα Ικονίου, ωμολόγησεν εαυτόν Χριστιανόν. Αναγκασθείς λοιπόν να ομόση εις τον βασιλέα, απεκρίθη ότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τον Χριστιανόν να ομνύη εις θνητόν άνθρωπον, και εις άνθρωπον μάλιστα ο οποίος αγνοεί τον Ποιητήν και Δημιουργόν του παντός. Δια τους τοιούτους δε λόγους του εκρέμασαν αυτόν εις τον σταυρόν, και εκεί παρέδωκεν ο μακάριος την ψυχήν του  εις χείρας Θεού και έλαβε του μαρτυρίου τον στέφανον. 

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Βιάνωρ και Σιλουανός

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΒΙΑΝΟΡΟΣ και ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ.                                          

Βιάνωρ ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ της επαρχίας της Πισιδίας, παρέστη δε δια την εις Χριστόν ομολογίαν εις τον Σεβηριανόν ηγεμόνα της Αυφρατησίας, ήτις σήμερον λέγεται Άτζαρ, εν τη Συρία ευρισκομένη· κρεμασθείς δε και δαρείς με σπάθας ξυλίνας, εκάη έπειτα με σιδηράς πεπυρωμένς σφαίρας και απεστερήθη των οδόντων αυτού και των ώτων. Ο δε Άγιος Σιλουανός, παριστάμενος εκεί και βλέπων την ανδρείαν του Αγίου, επίστευσεν εις τον Χριστόν και πάραυτα απέκοψαν την γλώσσαν του και μετά την  γλώσσαν απέκοψαν και την κεφαλήν του· έπειτα ετρύπησαν τους αστραγάλους του Αγίου Βιάνορος, εξώρυξαν τον δεξιόν οφθαλμόν του, εξέδαρον το δέρμα της κεφαλής του, και τελευταίον απέκοψαν την αγίαν του κεφαλήν, και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους της αθλήσεως. 

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

H μνήμη των αγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ Μαρτύρων των εν Νικοπόλει της Αρμενίας

Τη Ι΄  (10η) του αυτού μηνός μνήμη των αγίων ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ Μαρτύρων των εν Νικοπόλει της Αρμενίας μαρτυρησάντων.                                                                                               

Ήκμασαν οι Άγιοι ούτοι κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου και Λυσίου ηγεμόνος, εν έτει τιε΄ (315), πρώτοι δε μεταξύ αυτών ήσαν οι Λεόντιος, Μαυρίκιος, Δανιήλ και Αντώνιος. Ούτοι παρρησία ομολογήσαντες τον Χριστόν, πρώτον μεν ετιμωρήθησαν με διαφόρους βασάνους, ύστερον δε ερρίφθησν εντός πεπυρακτωμένης καμίνου και ούτως έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους του μαρτυρίου. Τελείται δε η αυτών σύναξις και εορτή εις την αγίαν Ακυλίναν, πλησίον του Φόρου.