Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Βίος και πολιτεία της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής.

Βίος και πολιτεία της Αγίας ενδόξου Πανευφήμου Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της  Μαγδαληνής.                                                                                                                                      

Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρίσκουσι χάριν και δόξαν. Ηγάπησαν βεβαίως πάντες οι Άγιοι τον Θεόν, και δια τούτο εύρον χάριν και δόξαν παρ’ αυτού. Χάριν μεν εύρον διότι τα σώματα αυτών, κείμενα εν τοις μνήμασι, αναβλύζουσι μύρα και θαύματα επιτελούσιν εις τους ορθώς και μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτούς. Δόξαν δε έλαβον την ουράνιον εκείνην του Θεού, εις την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι πόσην δόξαν θέλουσιν έχει οι Άγιοι, όταν ακούσωσι παρά του Χριστού το «Ευ δούλοι αγαθοί, επί ολίδα ήτε πιστοί, επί πολλών καταστήσω υμάς, εισέλθετε εις την βασιλείαν μου»; Ίδετε τι κέρδος έχουσι οι ζητούντες το θέλημα αυτού και τας εντολάς αυτού τηρούντες. Ούτοι είναι μακάριοι, ούτοι θέλουσιν ίδει τον Θεόν, ούτοι θέλουσιν εύρει την χάριν αυτού και την δόξαν. Εκ τούτων μία υπάρχει και η ένδοξος Μαρία η Μαγδαληνή, διότι αύτη τον Θεόν εζήτησε και ηγάπησεν αυτόν· διο χάριν εύρε και δόξαν αυτού, και εγένετο Αγία και Ισαπόστολος. Εις πολλούς δε τόπους το όνομα το άγιον αυτού εκήρυξε, και Μυροφόρος εγένετο, και θαυματουργός κατέστη, και τους πόδας του Κυρίου εφίλησε, και πολλά πράγματα εύρομεν εις τας αγίας Γραφάς δι’ αυτής. Αλλά και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί δοξάζουσι αι επαινούσιν αυτήν, περί της αγάπης και της πίστεως, την οποίαν είχεν εις τον Χριστόν. Αύτη λοιπόν η Μαρία ήτο από τα Μάγδαλα, πόλιν ήτις έκειτο εις το οροθέσιον της Συρίας, πλουσία σφόδρα και ωραία την όψιν και το κάλλος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Σύρος, η δε μήτηρ της Ευχαριστία. Ούτοι ήσαν ονομαστοί και ένδοξοι εις πάντα, και κατά την ευγένειαν περιφανείς και κατά τον πλούτον περίβλεπτοι. Αύτη λοιπόν η μακαρία ακούσασα περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, ότι ευρίσκεται εις Ιεροσόλυμα, όπου διδάσκει και θαύματα πολλά ποιεί, τυφλούς φωτίζει, λεπρούς καθαρίζει, νεκρούς ανιστά και δαιμονιζομένους θεραπεύει, καταλιπούσα τα Μάγδαλα, ήλθεν εις Ιερουσαλήμ ζητούσα τον Κύριον, τον οποίον ευρούσα ηκολούθει εις αυτόν ψυχικώς τε και σωματικώς· μαθήτρια δε αυτού γίνεται, και χάριν ευρίσκει μεγάλην παρ’ αυτώ. Ηνωχλείτο δε αύτη η Μαρία η Μαγδαληνή υπό δαιμονίων επτά, και δια της Χριστού χάριτος λυτρούται και απαλλάττεται αυτών και ιατρεύεται. Δαιμόνια δε ακούων επτά, εννόει τα των επτά αρετών υπάρχοντα εναντία πνεύματα. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενοδοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Ταύτα πάντα είναι εναντία και αντίπαλα πασών των αρετών. Καθότι πάσα αμαρτία έχει τον δαίμονα, ήτοι το ενεργούν αυτήν πνεύμα. Εκ τούτων λοιπόν των επτά πνευμάτων, τα οποία είχεν η μακαρία, ελύτρωσεν αυτήν ο Κύριος και εθεράπευσεν. Απαλλαγείσα λοιπόν η μακαρία Μαρία πάσης κακίας ενέδυσεν εαυτήν με το ένδυμα της αγαθότητος και ηκολούθησε τον Χριστόν ως μαθήτρια και Διάκονος, μέχρι του πάθους αυτού· και τα του κόσμου άπαντα φθαρτά εις ουδέν λογισαμένη, και πλούτον και δόξαν και ωραιότητα και ει τι έτερον όμοιον με ταύτα βδελυξαμένη παντελώς, εγένετο Μυροφόρος ομού μετ’ άλλων γυναικών, δια την αιτίαν δε ταύτην ηγάπησεν αυτήν ο Δεσπότης Χριστός. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος προσέλαβεν αυτήν σύντροφον και συνοδοιπόρον, όταν επορεύετο εις τον τάφον. Αύτη πρώτη των άλλων Μυροφόρον είδε την Ανάστασιν του Κυρίου μετά της Θεοτόκου, και εφίλησε τους πόδας του Κυρίου και εψηλάφησεν αυτόν. Αλλά και εν τω καιρώ της Αναστάσεως είδε το μεσονύκτιον Άγγελον ως αστραπήν, ο οποίος εκύλισε τον λίθον του μνήματος και τότε έσπευσε να ευαγγελισθή εις τους Μαθητάς και Αποστόλους την Ανάστασιν του Κυρίου ειπούσα και εις αυτόν τον Πέτρον το χαρμόσυνον άγγελμα. Αύτη η Αγία κατά την ημέραν της Αγίας Αναστάσεως ήλθε πολλάκις εις το μνημείον μεθ’ ετέρων γυναικών, δεικνύουσα τον τάφον κενόν. Ακόμη δε και μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην ήλθεν εις το μνημείον· έπειτα δε πάλιν είδε δύο Αγγέλους κατά την ημέραν εκείνην εις τον τάφον, ένα προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, οίτινες και ελάλησαν εις αυτήν λέγοντες· «Τίνα ζητείς»; Αλλά και τον Κύριον είδε νομίσασα αυτόν ως κηπουρόν· διο και ωνειδίσθη παρά Κυρίου και ήκουσε το «Μη μου άπτου», όταν εγνώρισεν αυτόν. Μετά δε ταύτα ήτο εις Ιεροσόλυμα ομού με άλλας γυναίκας, έως της Αναλήψεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτων ούτως εχόντων, όταν συνεπληρώθη η Πεντηκοστή, κατά την οποίαν εγένετο η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα, η δε Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, σφοδροτέραν αγάπην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επιδεικνύουσα, επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Καίσαρα, φέρουσα αναφοράν προς αυτόν, ήτις έλεγεν· «Ο Πιλάτος τον οποίον απέστειλας εις Ιερουσαλήμ ηγεμόνα, έκαμε κρίσιν άδικον εις τον Ιησούν τον Υιόν της Μαρίας, ο οποίος εποίει σημεία μεγάλα και τέρατα εις τον λαόν, δίδων εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, εγείρων τους νεκρούς, καθαρίζων τους λεπρούς, εκβάλλων δια μόνου του λόγου δαιμόνια και απλώς, πάσαν νόσον θεραπεύων. Οι δε αρχιερείς Άννας και Καϊάφας, δια ζήλον και φθόνον παρέδωκαν αυτόν εις τον ηγεμόνα Πιλάτον, όστις πολλά εξετάσας αυτόν και μηδέν άξιον θανάτου ευρών εις αυτόν εσταύρωσεν αυτόν. Τότε η κτίσις ιδούσα την αδικίαν εσαλεύθη, ο ήλιος ημαύρωσε τας ακτίνας, η δε σελήνη μετεβλήθη εις σκότος, η γη εσείσθη, αι πέτραι διερράγησαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, και οι νεκροί ανέστησαν». Ταύτα ακούσας ο Καίσαρ, και ότι εγένετο κατ’ εκείνην την ώραν σκότος, το οποίον εγένετο εις όλον τον κόσμον, και γράψας τον καιρόν, εγνώρισεν ότι το αληθές λέγει η γυνή. Όθεν παραχρήμα γράφει εις Ιερουσαλήμ, όπως έλθη ο Πιλάτος εις την Ρώμην, ομοίως να έλθουν ταχέως και οι αρχιερείς του ενιαυτού εκείνου Άννας και Καϊάφας. Και ο μεν Καϊάφας λέγουσιν ότι απέθανεν εις την Κρήτην, ο δε Άννας ανήλθεν εις Ρώμην. Τότε ο Καίσαρ εξέδωσεν απόφασιν δι’ αυτόν, ίνα εκδάρωσι μίαν βουβάλαν, και με το νωπόν αυτής δέρμα τυλίξωσιν αυτόν, ούτω δε τυλιγμένον στήσωσιν αυτόν εις τον ήλιον. Τούτου λοιπόν γενομένου έσφιγξεν αυτόν το δέρμα και απέρρηξεν οδυνηρώς την ελεεινήν αυτού ψυχήν. Δια δε τον Πιλάτον επρόσταξεν ο βασιλεύς να τον φέρωσιν προ του βήματος αυτού, ίνα απολογηθή δια το κακόν το οποίον έκαμεν. Είχε δε ο βασιλεύς την εξής συνήθειαν, ότι ουδείς άξιος θανάτου επετρέπετο να ίδη το πρόσωπον αυτού, εάν δε και έβλεπεν αυτό, συνεχωρείτο εκ του θανάτου. Επειδή λοιπόν έμελλεν ο Πιλάτος να ίδη το πρόσωπον του βασιλέως και να ερωτηθή υπ’ αυτού, πως εθανάτωσεν αδίκως τον ποιήσαντα τοσαύτα θαύματα και τέρατα εις τον λαόν, εποίησε πρώτον απόφασιν, ότι καν ίδη το πρόσωπον αυτού ο Πιλάτος, ουδεμίαν ελευθερίαν θέλει έχει. Καθίσαντος λοιπόν του Καίσαρος επί του βήματος, παρίσταται ο Πιλάτος, τον οποίον ιδών ο Καίσαρ εστάθη όρθιος (διότι τόσον εδοξάσθη ο Πιλάτος). Ήτο δε εκεί παρούσα και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήτις ως είδε τούτον λέγει προς τον Καίσαρα· «Γίνωσκε, κύριε Καίσαρ, ότι ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου εκείνου, του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού, δια τούτο και απήλαυσε τοιαύτης τιμής». Να δικάζη δηλαδή αυτόν ο Καίσαρ ιστάμενος όρθιος. Είχε δε πράγματι αγοράσει ο Πιλάτος τον ιματισμόν του Ιησού, τον άνωθεν υφαντόν και άρραφον, τον οποίον έπλεξε δια των ιδίων της χειρών η Παρθένος Μαρία. Τον ιματισμόν αυτόν ηγόρασεν ο Πιλάτος από τους στρατιώτας. Διότι οι στρατιώται κατά τον καιρόν της Σταυρώσεως διεμοιράσθησαν μεταξύ των τα ιμάτια του Ιησού και έλαβον έκαστος ανά εν μέρος. Επειδή όμως το εξωτερικόν ένδυμα ήτο από επάνω έως κάτω υφαντόν, χωρίς καμμίαν ραφήν, δια να μη το καταστρέψωσιν, είπον μεταξύ των· «Μη σχίσωμεν αυτό, αλλά βάλωμεν κλήρους τίνος λάχοι». Τούτον λοιπόν τον ιματισμόν ηγόρασεν ο Πιλάτος και ενεδύθη αυτόν έσωθεν των ιματίων αυτού προς βοήθειαν, δια τούτο είπεν η Μαγδαληνή Μαρία· «κύριε Καίσαρ, ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου ανθρώπου εκείνου του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού». Εκδύσαντες τότε τον Πιλάτον εύρον τον ιματισμόν του Ιησού, καθώς είπεν η Μαρία, και τον εξέβαλον εξ αυτού. Τότε ενεδύθη πάλιν ο Πιλάτος τα ιμάτιά του, αλλ’ εστερήθη πλέον της προτέρας τιμής. Ήρχισε λοιπόν να ερωτά αυτόν ο Καίσαρ, λέγων εις αυτόν· «Πως ετόλμησας να τελέσης τοιούτον άδικον φόνον εις τον Ιησούν; Δεν ήκουσας τα θαύματα τα οποία εποίησεν εις πάσαν την Ιερουσαλήμ και εις τα όρια εκείνα, ένδοξα όλα και θαυμάσια; Τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, νεκρόν ανέστησε τετραήμερον ονόματι Λάζαρον, και άλλα όσα τεράστια και τας ακοάς υπερβαίνοντα εποίησεν; Ποίαν λοιπόν αιτίαν εύρες κατ’ αυτού, και εποίησας ταύτην την αδικίαν και παρανομίαν»; Απεκρίθη τότε ο Πιλάτος και λέγει προς τον Καίσαρα· «κύριε Καίσαρ, ονομαστέ και θαυμαστέ, οι αρχιερείς και οι γραμματείς των Ιουδαίων παρέδωκαν εις εμέ αυτόν, λέγοντες και βοώντες, ότι δεν τηρεί το Σάββατον, ότι παραβαίνει τον νόμον του Μωυσέως, ότι κωλύει τα τέλη και τους φόρους σου του Καίσαρος, και εξεγείρει τον όχλον· και εγώ τούτον ακούσας, πολλάκις είπον προς αυτούς· λάβετε αυτόν υμείς, και κατά τον ιδικόν σας νόμον κρίνατε. Οι δε ήρχισαν με μεγάλην φωνήν να κράζουν· θανάτωσον αυτόν, διότι είναι άξιος θανάτου· ότι και εαυτόν Υιόν Θεού εποίησε, και άλλους λόγους πολλούς είπεν άπας ο λαός κατά του κράτους σου λέγων, ότι εάν δεν σταυρώσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος· και ότι πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών, αντιλέγει εις τον Καίσαρα. Ταύτα και τα τοιαύτα ακούσας εγώ περί του κράτους και της εξουσίας σου, ηγωνιζόμην πολύ να απολύσω αυτόν. Ιδών δε ότι ουδέν ωφελούμαι, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται εις τον λαόν, έκρινα να παραδώσω τον Ιησούν εις θάνατον· ταύτα δε έπραξα δια τον φόβον σου». Τότε ο Καίσαρ λέγει προς τον Πιλάτον· «Άθλιε και ταλαίπωρε, επειδή εξουσίαν είχες να απολύσης αυτόν, τίνος ένεκεν δεν τον απέλυσας»; Διέταξε τότε να βάλωσι τον Πιλάτον εις φυλακήν, έως ου σκεφθή δια ποίου πικρού θανάτου να θανατώση αυτόν, δια την άδικον δίκην, την οποίαν έκαμε κατά του Ιησού, του δικαίου εκείνου και αναμαρτήτου· τότε οι του Καίσαρος υπηρέται, παραλαβόντες τον Πιλάτον, ωδήγησαν αυτόν εις την εξωτερικήν φυλακήν· διότι αι φυλακαί της Ρώμης ήσαν έξωθεν της πόλεως. Χρονοτριβήσαντες δε του Πιλάτου εις την φυλακήν εφρόντιζον επιμελώς οι γνώριμοι και οι γνήσιοι φίλοι αυτού να λυτρώσωσιν αυτόν εκ της ζοφεράς εκείνης φυλακής· αλλά δεν ετόλμων να ομιλήσωσι περί αυτού εις τον Καίσαρα. Πλην μίαν των ημερών, δια να εύρωσιν αφορμήν, ωργάνωσαν κυνήγιον έξω της Ρώμης πλησίον της φυλακής, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένος ο Πιλάτος. Εις το κυνήγιον δε αυτό θα επήγαιναν ομού μετά του Καίσαρος, παρήγγειλαν δε εις τον Πιλάτον, όταν ίδη τον Καίσαρα εκεί πλησιάσαντα, να κύψη εκ της θυρίδος ικετεύων και παρακαλών όπως τύχη ελέους. Όταν λοιπόν ήρχισαν να κυνηγούν τα εκεί συνηγμένα ζώα, ήτοι λαγωούς, ελάφους και ει τι έτερον γένος των ζώων έτυχε να ευρίσκεται εις εκείνην την πεδιάδα, μία έλαφος, ωραιοτέρα όλων των άλλων, εμφανισθείσα εις το μέσον, ήρχισε να τρέχη φεύγουσα δι’ όλων αυτής των δυνάμεων. Ελθούσα δε επάνω του τείχους της φυλακής, εστάθη εκεί. Ταύτην ιδών ο Καίσαρ, ευθύς την κατεδίωξε και ηγωνίζετο όπως δια παντός τρόπου συλλάβη αυτήν. Τότε ο Πιλάτος έκυψεν εκ της θυρίδος, ίνα ικετεύση τον Καίσαρα, την στιγμήν όμως εκείνην ο Καίσαρ είχε φθάσει πλησίον της ελάφου και έρριψε κατ’ αυτής το βέλος του, φυγόν δε τούτο από της χειρός αυτού έκρουσε τον Πιλάτον εις το μέσον της καρδίας και ούτως ετελειώθη δια πικρού θανάτου. Ταύτα μεν ούτως έχουν, ημείς δε εις το προκείμενον επανέλθωμεν. Έρχεται λοιπόν και πάλιν η Μαγδαληνή Μαρία, εις Ιερουσαλήμ, εύθυμος ούσα διότι εποίησε την εκδίκησιν του Κυρίου, εκεί δε εγένετο μαθήτρια και ακόλουθος του Αγίου Αποστόλου Πέτρου. Μετά δε χρόνους δεκατέσσαρας από της Χριστού Αναλήψεως, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα του Κυρίου, όπως κηρύξωσιν εις πάντα τον κόσμον το όνομα αυτού, την ένσαρκον οικονομίαν και την Αγίαν αυτού Ανάστασιν. Η δε Μαγδαληνή Μαρία παρεδόθη υπό του Αποστόλου Πέτρου εις Μάξιμον τινα, όστις ήτο εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, έμεινε δε εις Ιεροσόλυμα. Επειδή δε πάντες οι Απόστολοι εσκορπίσθησαν, οι παράνομοι Ιουδαίοι, κατακαιόμενοι υπό του φθόνου κατά του Αγίου Αποστόλου Μαξίμου, συνέλαβον αυτόν και τον επεβίβασαν ομού μετά της μακαρίας Μαρίας και άλλων πολλών Χριστιανών εις εν πλοίον, μη έχον ούτε ιστία ούτε κώπας, ούτε επισιτισμόν ποσώς έχον, όπως καταποντισθώσι, και βυθισθώσιν αδίκως. Αλλ’ όμως το θέλημα του Αγίου Θεού, και ο αληθινός κυβερνήτης των πιστών αυτού ικετών ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν επέτρεψε να απολεσθώσιν, αλλ’ έσωσεν αυτούς ακινδύνως και ωδήγησεν εις την Γαλλίαν, εις πόλιν λεγομένην Μασσαλίαν. Εκεί λοιπόν προσορμισθέντες και υπό της πείνης, της δίψης και του δεινοτάτου ψύχους πιεζομένους, ουδείς ευρέθη να υποδεχθή αυτούς ή να φιλοξενήση φιλοφρόνως, διότι πάντες οι άνθρωποι του τόπου εκείινου ήσαν ειδωλολάτραι· έτρεχον δε όλος ομού ο λαός του τόπου εκείνου εν μια ημέρα εις όποιον είδωλον εσέβοντο, δια να προσφέρουν εις αυτό θυσίαν. Ταύτα λοιπόν ιδούσα η μακαρία Μαγδαληνή Μαρία εστάθη μετά πολλής παρρησίας και ιλαρωτάτου προσώπου, και μετά ευλάλου γλώσσης ήρχισε να κηρύττη τον λόγον του Θεού λέγουσα προς αυτούς· «Άνδρες άριστοι, μάθετε να γνωρίζετε τον ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Θεόν τον ισχυρόν και δυνατόν, τον Θεόν τον αληθινόν, και αρνησάμενοι τα κωφά και άλαλα είδωλα, πιστεύσατε εις τον προαιώνιον Λόγον του Θεού, όστις είναι ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του κόσμου, ο λυτρωσάμενος ημάς εκ της των αλάλων και κωφών ειδώλων πλάνης». Ακούοντες δε εκείνοι τους λόγους της μακαρίας Μαρίας εθαύμαζον δια την γλυκύτητα του λόγου αυτής, και εξεπλήσσοντο δια την ωραιότητα του κάλλους αυτής. Αφού δε αύτη ετελείωσε τον λόγον της διδαχής, έτυχε να έλθη και ο άρχων του τόπου εκείνου μετά της γυναικός αυτού, προσκομίζοντες θυσίαν προς το είδωλον και θεόν αυτών, δια να αποκτήσωσι τέκνον, διότι ήσαν άτεκνοι. Τότε λοιπόν ιδούσα τούτον η Μαγδαληνή Μαρία ήρχισε να κηρύττη μετά παρρησίας το όνομα του Χριστού. Αφού λοιπόν παρήλθεν η ημέρα εκείνη ενεφανίσθη η μακαρία Μαρία κατά το διάστημα της νυκτός εις την γυναίκα του άρχοντος μετά φόβου λέγουσα προς αυτήν· «Τίνος ένεκεν δεν θέλετε να κάμετε καλωσύνην εις τους ξένους τούτους, τους πεινώντας και διψώντας και από το ψύχος αποθνήσκοντας; Και ούτοι δούλοι του Θεού είναι». Παρήγγειλε δε εις αυτήν μετ’ επιτιμήσεως να είπη αυτά τα οποία της είπε, εις τον άνδρα της, ίνα ποιήση έλεος εις τους ξένους. Η δε αρχόντισσα εφοβήθη να είπη την όρασιν, την οποίαν είδε. Πάλιν δε κατά την επιούσαν νύκτα φαίνεται η Μαρία λέγουσα προς αυτήν τα αυτά λόγια, παρήγγειλε δε και πάλιν να είπη ταύτα εις τον άνδρα αυτής· η δε και πάλιν παρήκουσε και ουδέν είπεν εκ των οραθέντων. Τότε τι ποιεί η δούλη του Θεού; Φαίνεται πάλιν δια τρίτην φοράν εις τον άρχοντα και την γυναίκα αυτού, μετά θυμού πολλού· το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν ωσεί πυρ κατακαίον τον οίκον αυτού, και λέγει προς αυτόν· «Κοιμάσαι, ω τύραννε, σώμα του πατρός σου του Σατανά, μετά εχίδνης της γυναικός σου, εις την οποίαν παρήγγειλα να είπη εις σε λόγον και δεν ηθέλησεν· αναπαύεσαι, ω εχθρέ του Σταυρού του Χριστού, εσθίων και πίνων δια πολλών φαγητών και διαφόρων ποτών γεμίζων την κοιλίαν σου, τους δε ξένους και αγίους του Θεού αφήκες να αποθάνουν βασανιζόμενοι υπό της πείνης, της δίψης και της ψυχρότητος, συ δε κοιμάσαι εις το παλάτιόν σου τετυλιγμένος με πλούσια σκεπάσματα· οι δε δούλοι του Θεού αποθνήσκουσι άοικοι πιεζόμενοι υπό του ψύχους. Εβράδυνας τόσον πολύ να ποιήσης εις αυτούς αυτό το καλόν· διο θέλει έλθει επί σε η οργή του Θεού». Ταύτα δε ειπούσα ανεχώρησεν απ’ αυτού. Έξυπνος τότε γενομένη η αρχόντισα κατείχετο υπό φόβου και μεγάλως αναστέναξεν· ουδέν όμως εξ όσων είδεν ετόλμα να είπη εις τον άνδρα αυτής. Τότε ο άρχων λέγει προς αυτήν· «Γνωρίζεις, ω γύναι, το όνειρον το οποίον ενυπνιάσθην εγώ»; Η δε λέγει· «Ναι, και δειλιώ και τρέμω πολλά». Είπεν εκείνος: «Τι πρέπει να ποιήσωμεν εις τούτο το πράγμα»; Η δε λέγει εις αυτόν: «Καλύτερον είναι να ποιήσωμεν το διαταχθέν υπό της δούλης του Θεού, ίνα καταπραϋνωμεν το θείον, παρά να παρακούσωμεν και να υποστώμεν την αφόρητον δίκην». Πρωϊας λοιπόν γενομένης, παραλαβόντες τους ξένους εις τον οίκον των, εφιλοξένησαν αυτούς φιλοφρόνως και πρεπόντως ανέπαυσαν, προσφέραντες πλουσιοπαρόχως ό,τι είχον ανάγκην. Επειδή δε η μακαρία εδίδασκεν, εν μια των ημερών λέγει ο άρχων προς αυτήν· «Άραγε, δύνασαι να με πληροφορήσης δι’ έργων, επιδεικνύουσα φανερώς εις εμέ την πίστιν, την οποίαν διδάσκεις»; Λέγει εις αυτόν η Αγία· «Δύναμαι δια θαύματος, του Αγίου Θεού βοηθούντος μοι». Τότε ο άρχων, συν τη αυτού γυναικί, απεκρίθησαν λέγοντες προς αυτήν· «Δύνασαι να αιτήσης παρά του Θεού σου να αποκτήσωμεν παιδίον; Και εάν μεν τούτο ποιήσης, ημείς μεθ’ όλου του οίκου μας θέλομεν πεισθή εις όλα τα υπό σου διδασκόμενα και κηρυττόμενα». Υπεσχέθη τότε η Αγία και δεηθείσα προς τον Θεόν επέτυχε του σκοπού. Παρελθουσών δε ολίγων ημερών συνέλαβεν η γυνή, ιδών δε ο άρχων, ότι είναι αληθές, ηβουλήθη να απέλθη εις την Ρώμην προς τον Απόστολον Πέτρον, όπως μάθη εάν είναι αληθή όσα λέγει και διδάσκει η Μαρία. Λέγει εις αυτόν η γυνή αυτού· «Θέλω και εγώ να έλθω μαζί σου εις την Ρώμην, να γνωρίσω τον Πέτρον». Τότε αποκριθείς ο άρχων είπεν εις αυτήν· «Δεν επιτρέπεται εις σε τοιούτον ταξείδιον, ίνα μη πάθης κακόν τι εις την θάλασσαν, επειδή είσαι έγκυος». Ήρχισε τότε εκείνη να κλαίη πικρώς και οδυνηρώς, προσπίπτουσα δε εις τους πόδας αυτού εζήτει ίνα υπάγουν ομού. Η δε μακαρία Μαρία έπεισε τον άρχοντα να συμφωνήση εις την επιθυμίαν εκείνης, και ηυλόγησεν αυτούς λέγουσα· «Η δύναμις του Θεού έστω μεθ’ υμών». Εσφράγισε δε αυτούς δια του σημείου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ίνα μη ο υπεναντίος σκανδαλίση αυτούς εν τη οδώ. Ητοίμασαν λοιπόν το πλοίον, και αγοράσαντες ό,τι είχον ανάγκην τα έβαλον εις αυτό, τα δε επίλοιπα αυτών παρέδωκαν εις τας χείρας της Αγίας και ανεχώρησαν. Πορευομένων δε αυτών προς την Ρώμην, έφθασεν η ώρα της γεννήσεως αυτής, γεννήσασα δε παιδίον άρρεν, απέθανεν η μήτηρ αυτού. Ενώ δε οι ναύται εβούλοντο να ρίψωσιν αυτήν εις την θάλασσαν, ο άρχων ευρισκόμενος εις μεγάλην θλίψιν και απορίαν περί της γυναικός και του παιδίου, μη γνωρίζων τι να πράξη, παρεκάλεσε τους ναύτας ίνα μη ρίψωσι τα νεκρά σώματα εις την θάλασσαν, αλλά μάλλον να υπάγωσιν εις τινα ερημόνησον και εκεί να θάψωσιν αυτήν, τούτο δε και εποίησαν. Ιδόντες λοιπόν βουνόν τι εις την θάλασσαν απήλθον εκεί, εύρον δε έσωθεν σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον εισελθόντες έθηκαν την μητέρα μετά του βρέφους. Ο δε πατήρ τούτου κλαύσας πικρώς εσκέπασεν αυτά δια του μανδηλίου αυτού, και εμβάς εις το πλοίον επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Άγιον Απόστολον Πέτρον, και διηγήθη εις αυτόν πάντα όσα εποίησεν εις αυτόν Μαρία η Μαγδαληνή, ως και περί της γυναικός και του παιδίου αυτού και πως απέθανον, και έθηκεν αυτά εις το σπήλαιον. Ταύτα ακούσας ο Απόστολος Πέτρος εδίδαξεν αυτόν περί υπομονής, τον συνεβούλευσε δε να μη λυπήται, αλλά να είναι καρτερικός και να αναμένη άνευ αμφιβολίας την πραγματοποίησιν πάντων των υπό της Μαρίας της Μαγδαληνής λαληθέντων και ότι ουδέν εξ αυτών θέλει υστερήσει· διότι αν και η γυνή μετά του παιδίου απέθανον, όμως ζώσιν εν Κυρίω· διότι η προς τον Θεόν πίστις εις πάντα δύναται να συνεργήση. Δια τοιούτων πολλών παρακλητικών λόγων εδίδαξεν αυτόν. Επειδή δε ο άρχων έβαλε κατά νουν να αναβή εις Ιεροσόλυμα δια να προσκυνήση τον τάφον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συναπήλθε μετ’ αυτού και ο Απόστολος Πέτρος, δια να δείξη εις αυτόν πάντας τους τόπους, όσους επεριπάτησεν ο Κύριος, εκεί όπου εσταυρώθη, απέθανεν, ετάφη, ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Παραμείνας λοιπόν ο άρχων εις Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, και μέλλων να επανέλθη εις την πατρίδα αυτού, έλαβε παραγγελίαν παρά του Αποστόλου Πέτρου, ίνα βαπτισθή υπό Μαρίας της Μαγδαληνής. Εμβάς δε εις το πλοίον, ενεθυμήθη πως εξήλθεν εκ της χώρας αυτού χαίρων και αγαλλόμενος μετά της συμβίας αυτού, πως δε τώρα επανακάμπτει λυπούμενός τε και στενοχωρούμενος δια την στέρησιν αυτής και του παιδίου· ταύτα δε συλλογιζόμενος, ηβουλήθη να υπάγη εις τον τόπον εις τον οποίον έθηκε τα λείψανα της γυναικός και του παιδίου αυτού, ίνα καν λάβη ταύτα προς παρηγορίαν. Την βουλήν ταύτην ενέβαλεν εις αυτόν ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος αφ’ ενός μεν ίνα παρηγορήση αυτόν, αφ’ ετέρου δε, το οποίον είναι και το μεγαλύτερον, ίνα δοξάση την Αγίαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν. Όταν λοιπόν επλησίαζον εις το όρος εκείνο, βλέπουσιν παιδίον μικρόν παίζον εις την θάλασσαν και λίαν εθαύμασαν. Το δε παιδίον ιδόν αυτούς έφυγε και εισήλθεν εις το σπήλαιον, εις το οποίον ήτο η μήτηρ αυτού. Τότε εισελθόντες και οι περί τον έρχοντα εις το σπήλαιον, βλέπουσι την γυναίκα σώαν, κεκαλυμμένους έχουσαν τους οφθαλμούς αυτής, ωσάν να εκοιμάτο, ήρχισαν δε να κλαίουν· αφυπνισθείσα τότε η γυνή ενέπλησεν αυτούς φόβου και τρόμου. Ήρχισε τότε ο άρχων να ερωτά αυτήν λέγων· «Πως ανέζησας, και τοσούτον χρόνον πως διέτριβες»; Η δε αποκριθείσα είπεν· «Η δούλη του Θεού Μαρία η Μαγδαληνή ήρχετο συνεχώς ενταύθα φέρουσα πάντοτε τροφήν εις ημάς». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθαύμαζε και ενεός γενόμενος ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα. Έπειτα αναχωρήσαντες εκείθεν εισήλθον εις το πλοίον, και μετά πλείστης χαράς έφθασαν εις την χώραν αυτών· ένθα καταξιωθέντες να ίδωσι την Αγίαν, ηυχαρίστησαν τον Κύριον, τον ποιήσαντα τοιαύτα θαυμάσια, και τας ακοάς υπερβαίνοντα. Συνομιλήσαντες λοιπόν περί τούτων αρκετά δεν έπαυσαν να έχουν κατά νουν και η Αγία και ο άρχων το παράγγελμα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, την τέλεσιν δηλαδή του αγίου Βαπτίσματος. Εβάπτισε λοιπόν η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή τον άρχοντα μεθ’ όλου του οίκου του, ή καλύτερον να είπωμεν μεθ’ όλου του λαού. Καταστήσασα δε ιερούς Ναούς και καλώς τα περί τούτων οικονομήσασα, και πάντας εμπλήσασα της ζωηρρύτου διδαχής, τούτους μεν παρέδωκεν εις τον αληθή Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον και επίστευσαν, αύτη δε η θαυμαστή και μεγάλη όντως, ουδόλως υπολογίζουσα το μήκος της οδού, ούτε εκ της ασθενείας της γυναικείας φύσεως δειλιάσασα, έφθασεν εις Έφεσον, όπου συνήντησε τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον, τον υιόν της βροντής, τον και επί του δεσποτικού στήθους γνησίως αναπεσόντα· παρέμεινε δε μετ’ αυτού κοινωνούσα του κηρύγματος, των θλίψεων, των δεσμών, της φυλακής, και όλων των άλλων ανιαρών αυτού. Επειδή δε και αυτή άνθρωπος ήτο και έπρεπε να πληρωθή και εις αυτήν ο κοινός νόμος της φύσεως, ησθένησεν ολίγον και παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας του Θεού. Φιλόχριστοι δε τινες καλώς κηδεύσαντες το ταύτης πάντιμον σώμα έθαψαν φιλοτίμως παρά την είσοδον του σπηλαίου, εις το οποίον εκοιμήθησαν οι επτά Παίδες, πλείστα θαύματα τελέσασα κατά τε την κατάθεσιν του αγίου αυτής λειψάνου και κατά τον μετά ταύτα χρόνον. Και ταύτα μεν είναι τα μέχρι τότε κατορθώματα της Αγίας. Άξιον δε είναι να είπωμεν και περί της ανακομιδής του τιμίου ταύτης λειψάνου. Λέων ο Σοφός ο εν ευσεβεί τη λήξει γενόμενος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, οικοδομήσας εκ βάθρων την περικαλλή Μονήν του Αγίου Λαζάρου, και διακοσμήσας αυτήν δια θαυμασίας τέχνης, επειδή ήτο φιλάγιος καθώς ήτο και φιλοδίκαιος και επειδή ήθελε να καταστήση την Μονήν αυτήν εντιμοτέραν, ανεκόμισεν εξ Εφέσου με μεγάλας τιμάς και μεγαλυτέραν ευσέβειαν, κατά το έτος οκτακόσια ενενήκοντα από Χριστού (890), το τίμιον λείψανον της μακαρίας ταύτης και μεγάλης Μαγδαληνής και κατέθεσεν εις την Μονήν ταύτην, ένθα και νυν υπάρχει τιμωμένη πιστώς εις αυτήν και λαμπρώς και ποθεινώς κατ’ έτος εορταζομένη, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω πρέπει δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Η Αγία Μυροφόρος και Ισαπόστολος Μαρία η Μαγδαληνή

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου ΜΑΡΙΑΣ της Μαγδαληνής.                                                                                                                                              

Μαρία η Μαγδαληνή κατήγετο από τα Μάγδαλα, τα οποία κείνται εις τα οροθέσια της Συρίας· προσελθούσα δε τω Χριστώ απηλλάγη δια της χάριτος αυτού των επτά δαιμονίων, τα οποία την ηνώχλουν, και ούτως ακολουθήσασα αυτώ και υπηρετούσα έως του πάθους και του Σταυρού, έγινε και Μυροφόρος και ευαγγελίστρια, και πρώτη αυτή, μεταξύ των άλλων Μυροφόρων, είδε την Ανάστασιν του Κυρίου, μετά της άλλης Μαρίας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν οψέ Σαββάτων, ήτοι μετά το Σάββατον, είδε τον Άγγελον, καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος· όταν δε μετέβη το πρωϊ εις το μνήμα, τότε είδε δύο Αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους, και πάλιν είδε τον Χριστόν, τον οποίον νομίζουσα ότι είναι ο κηπουρός, και θέλουσα να εγγίση τους πόδας του, ήκουσε παρ’ αυτού: «Μη μου άπτου», καθώς αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Αύτη η Μυροφόρος μετά την Ανάληψιν του Κυρίου επορεύθη εις την Ρώμην, όπου παρουσιάσθη εις τον Τιβέριον και επέτυχε την τιμωρίαν του Πιλάτου. Είτα επέστρεψεν εις Ιεροσόλυμα, κατόπιν εξελθούσα δια δευτέραν φοράν εις το κήρυγμα επορεύθη και πάλιν εις τα μέρη της δύσεως. Μετά ταύτα ήλθεν εις την Έφεσον, ένθα εύρε τον Άγιον Ιωάννην τον Θεολόγον, και εκεί κοιμηθήσα οσίως ενεταφιάσθη παρά την θύρα του σπηλαίου, εντός του οποίου εκοιμήθησαν ύστερον οι επτά Παίδες οι εν Εφέσω. Ας ίδωμεν όμως τον κατά πλάτος Βίον αυτής, ίνα γνωρίσωμεν καλύτερον την Αγίαν. 

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγιος Παρθένιος Επίσκοπος Ραδοβυσδίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ Επισκόπου γενομένου Ραδοβυσδίου (εν τω νομώ Άρτης), κοιμηθέντος δε εν Κυρίω εν έτει 1777.                                 

Παρθένιος ο νεοφανής ούτος της Εκκλησίας φωστήρ κατήγετο εκ του χωρίου Βατσουνιά της Θεσσαλίας. Επιδοθείς εκ νεότητος εις την εργασίαν των θείων εντολών και σκεύος επάξιον γενόμενος της χάριτος, ψήφω θεία ανήλθεν εις το μέγα της αρχιερωσύνης αξίωμα, Επίσκοπος Ραδοβυσδίου καταστάς. Αρχιερεύς δε ων, εξηκολούθει ως και πρότερον την ιδίαν λιτοτάτην και ασκητικήν ζωήν, ασχολούμενος εις πλείστας εναρέτους πράξεις και διηνεκείς προσευχάς, νηστεύων και εγκρατευόμενος εκ πάντων, και έχων ως τακτικήν τροφήν τα χόρτα· διο και πλουσίαν έλαβεν άνωθεν την χάριν του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος. Ηρέσκετο δε ο μακάριος να παρακολουθή τα ποίμνια, και κατά την θερινήν περίοδον εξήρχετο τακτικώς εκ του χωρίου Βελεντζικού, έδραν της επισκοπής του, εις θέσιν Μπέσελον, όπου αι αγέλαι των βοών του χωρίου διημέρευον παρά τον εκείσε ποτιστήν, και όπου υπό την σκιάν των ελάτων διέμενεν επί κραββάτου αναπαυόμενος, και εκπέμπων εκείθεν προς τα ποίμνια των αγελάδων τας ευλογίας του, λέγων πάντοτε: «τα ευλογημένα». Τούτου ένεκεν και εξαιρετικήν χάριν έλαβε παρά Κυρίου κατά των ποικίλων και φθοροποιών νοσημάτων των βοών και αγελάδων. Ούτω, λοιπόν, σωφρόνως και δικαίως εν οσιότητι και αληθεία πολιτευόμενος, και ευαρεστήσας τω Θεώ δια της εναρέτου και αγίας αυτού διαγωγής, μετέστη αγαλλόμενος προς την αιώνιον ζωήν, ένθα ήχος καθαρός των αληθώς εορταζόντων και αινούντων τον Θεόν, και προσετέθη τοις Οσίοις ως Όσιος, και τοις λοιποίς Αρχιερεύσιν ως όντως Αρχιερεύς, απολαμβάνων παρά του δικαίου Κριτού την πλουσιόδωρον ανταπόδοσιν. Εκοιμήθη δε ο Άγιος τη 21η του μηνός Ιουλίου εν έτει 1777. Μετά την οσίαν αυτού κοίμησιν, ετάφη όπισθεν του αγίου Βήματος της ενοριακής Εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων Βελεντζικού, όταν δε προέβησαν εις την ανακομιδήν των ιερών αυτού λειψάνων την 21ην Ιουλίου, ημέραν της μνήμης του, ήτις ημέρα ήτο αιθρία και καυστική, αρξαμένης της εκταφής ήρχισε να πίπτη βροχή λεπτή, άφθονος δε ευωδία διεχύθη όχι μόνον εις τους εκεί παρισταμένους, αλλά και εις απάσας τας οικίας του χωρίου, τόσον ώστε εξήρχοντο οι κάτοικοι και ηρωτώντο μεταξύ των τι άρα συμβαίνει, διο και ανεγνωρίσθη ως Άγιος. Ταύτα μαθόντες οι οικείοι του ήλθον και εζήτησαν να παραλάβουν τα άγια του Αγίου λείψανα, αλλ’ αρνηθέντων των κατοίκων Βελεντζικού προσέφυγον προς εκδίκασιν της διαφοράς των εις το Πατριαρχείον, όπερ απεφάνθη να μείνη μεν εν Βελεντζικώ η αγία Κάρα, ένθα και διατηρείται ευωδιάζουσα, τα δε άλλα λείψανα ν’ αποδοθούν εις την πατρίδα του. Οστούν της χειρός του Αγίου ευρίσκεται και εν τη Ιερά Μονή Δουσίκου-Τρικκάλων. Ο Άγιος, ως ανωτέρω ελέχθη, ανεδείχθη θαυματουργός εις τα ζώα, και ιδία εις τας αγέλας των βοών. Όπου εις τα περίχωρα εμφανίζεται νόσος αγελάδων και λοιπών ζώων, καλείται ως ο μοναδικός ιατρός, η δε θεραπεία τούτων, άμα τη εμφανίσει της Κάρας του Αγίου, είναι βεβαιοτάτη. Όπου εις νοσούσαν αγέλην ή και μόνον αγελάδιον και λοιπά ζώα γίνεται αγιασμός με την ιεράν του Αγίου Κάραν, επέρχεται άμεσος η θεραπεία τούτων. Εν τη ενοριακή Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων Βελεντζικού, ένθα φυλάσσεται η αγία και θαυματόβρυτος Κάρα, διατηρείται επίσης αγίασμα εκ του αγιασμού της μνήμης του, χρησιμοποιούμενον προχείρως εις τας εκάστοτε εμφανιζομένας νόσους εις μεμονωμένα κτήνη, υπό του οποίου και επέρχεται η θεραπεία των. Εις το χωρίον Φλωριάδα Βάλτου, κατά το 1909, όπου κληθείς μετέβη ο εφημέριος του Βελεντζικού με την Κάραν του Αγίου δι’ ενσκήψασαν επιδημικήν νόσον των αγελάδων, θερίζουσαν καθημερινώς ταύτας, μετά τον γενόμενον εκεί αγιασμόν η νόσος εξηφανίσθη, άπαντα δε τα ασθενούντα ζώα εθεραπεύθησαν, μεθ’ ο τακτικώς έκτοτε καλείται εις το χωρίον τούτο ο Άγιος. Την περιφέρειαν της Επισκοπής του Αγίου απετέλει το Β.Α. τμήμα της επαρχίας Άρτης, καλούμενον Ραδοβύσδι, και αποτελούμενον εκ των δύο τέως δήμων Ηρακλείας (Κάτω Ραδοβύσδι) και Τετραφυλίας (Άνω Ραδοβύσδι), όπερ τμήμα απετέλει αρχήθεν και μέχρι του έτους 1830 επισκοπήν, με έδραν το χωρίον Βελεντζικόν, κωμόπολιν τότε. Εν ταύτη εχρημάτισαν Επίσκοποι γνωστοί (κατά δοκίμιον του τέως Μητροπολίτου Άρτης Σεραφείμ, ευρισκόμενον εις τας Ιεράς Μονάς Μελάτων Άρτης, Δουσίκου Τρικκάλων και αλλαχού): 1) Παρθένιος ο εν Αγίοις, περί ου ο λόγος, αποβιώσας τη 21η Ιουλίου 1777, 2) Καλλίνικος (1777-1810) και 3) Γρηγόριος (1810-1830), ότε και κατηργήθη η Επισκοπή αύτη. Κατά τας αφηγήσεις των γεροντοτέρων και καλώς γνωριζόντων από τους γονείς και γέροντας της εποχής των, η υπάρχουσα τότε ακολουθία του Αγίου μετά της βιογραφίας αυτού απωλέσθη κατά το έτος 1854, ότε, λόγω επαναστάσεως της περιφερείας ταύτης, οι Τούρκοι απετέφρωσαν την μέχρι τότε ακμάζουσαν κωμόπολιν Βελεντζικόν, αριθμούσαν 300-500 οικογενείας, διασωθείσης μόνον της αγίας του Αγίου Κάρας υπό του τότε εφημερίου, όστις παρέλαβε μεθ’ εαυτού ταύτην κατά την εκείθεν εις Βάλτον φυγήν του, χωρίς να προνοήση και δια την ιεράν ακολουθίαν του Αγίου. Έκτοτε δε άχρι του 1939 εν τη μνήμη του Αγίου εψάλλετο ακολουθία ετέρου Ιεράρχου Αγίου, ότε, μεριμνήσαντος περί τούτου του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής του Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου πατρός Συμεών Τσαμοπούλου, εποιήθη νέα τοιαύτη υπό του εν τη Αγιορειτική Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης ασκούντος Οσιολογιωτάτου Γερασίμου Μοναχού, ήτις καθιερωθείσα ψάλλεται εν τη εορτή του Αγίου.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Οι Άγιοι Μάρτυρες Θεόφιλος, Τρόφιμος και οι συν αυτοίς αθλήσαντες

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΘΕΟΦΙΛΟΥ, ΤΡΟΦΙΜΟΥ και ετέρων ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ.                                                                                                                                                 

Θεόφιλος, Τρόφιμος και οι συν αυτοίς αθλήσαντες Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν βασιλεύοντος του Διοκλητιανού εν έτει τη΄ (308) και επειδή δεν επείσθησαν να αρνηθώσιν τον Χριστόν, εξεσχίσθησαν εις το σώμα και ελιθοβολήσθησαν· είτα συνετρίβησαν τα σκέλη και ερρίφθησαν εις πυράν. Αβλαβείς δε διαφυλαχθέντες, τελευταίον απεκεφαλίσθησαν και έλαβον οι αοίδιμοι τους στεφάνους της αθλήσεως.  

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Οι Όσιοι Συμεών και Ιωάννης

Τη ΚΑ΄ (21η) του αυτού μηνός μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΣΥΜΕΩΝ του δια Χριστόν σαλού, και ΙΩΑΝΝΟΥ.                                                                                                                                    

Συμεών και Ιωάννης οι δύο ούτοι Όσιοι Πατέρες ήλθον κατά τας ημέρας του βασιλέως Ιουστίνου του νέου, εν έτει φιη΄ (518), από την Έδεσσαν εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν της Υψώσεως, δια να προσκυνήσουν τον Τίμιον Σταυρόν, καθώς και άλλοι πολλοί την ημέραν αυτήν προσέρχονται. Εκ τούτων ο πρώτος, ο Ιωάννης, πατέρα μεν είχε, μητέρα δε δεν είχεν. Ο δε έτερος, ο Συμεών, πατέρα δεν είχε, μόνον δε μητέρα, γεροντικής ηλικίας ογδοήκοντα περίπου ετών. Ήτο δε ο Ιωάννης ετών είκοσι δύο και τον υπάνδρευσεν ο πατήρ αυτού κατ’ εκείνον τον χρόνον. Είχον δε οι νέοι ούτοι πολλήν αγάπην μεταξύ των, ώστε δεν ηδύναντο ουδόλως να χωρισθώσιν ο εις από τον άλλον. Αφού λοιπόν επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ήλθον εις τον Ιορδάνην. Καθώς δε περιήρχοντο και παρετήρουν τους Οσίους Ασκητάς, ετρώθη η καρδία των εις τον θείον έρωτα και έβαλον κατά νουν να γίνουν Μοναχοί. Καθώς λοιπόν επροχώρουν έφιπποι (επειδή ήσαν πλούσιοι και ευγενέστατοι), όταν διέτρεξαν ικανόν δρόμον αφίππευσαν, έδωσαν δε τους ίππους των εις τους υπηρέτας και τους διέταξαν να ιππεύσουν και να προχωρήσουν, διότι εκείνοι είχον υπηρεσίαν, και κατόπιν θα τους έφθαναν. Όταν έμειναν μόνοι των, έδειξεν ο Ιωάννης εις τον Συμώνα τας δύο οδούς, όπου έβλεπε, λέγων· «Ιδού, αδελφέ, η οδός όπου πηγαίνει εις την αιώνιον ζωήν». Έδειξε δε εκείνην ήτις έφερε προς την έρημον. Έπειτα του δεικνύει την άλλην, ήτις ωδήγει εις τον κόσμον, λέγων· «Αυτή οδηγεί την ψυχήν εις τον θάνατον και την απώλειαν. Λοιπόν ας κάμωμεν προς τον Κύριον δέησιν, να μας φωτίση να γίνη το συμφερώτερον». Κλίναντες τότε τα γόνατα και στενάξαντες εκ βάθους καρδίας, προσηύχοντο λέγοντες· «Ο Θεός, όστις θέλεις να σωθή όλος ο κόσμος, φανέρωσόν μας το θέλημά σου, και φώτισόν μας να κάμωμεν το καλλίτερον δια την ψυχήν μας». Ταύτα ειπόντες, ηγέρθησαν· θέσαντες δε κλήρους έτυχεν εις αυτούς η οδός της ερήμου. Όθεν περιχαρείς γενόμενοι, κατεφρόνησαν άπαντα τα πρόσκαιρα αγαθά ως σκύβαλα, δια να κληρονομήσουν τα αιώνια. Εναγκαλισθέντες λοιπόν αλλήλους εφιλήθησαν ο εις μετά του άλλου, λέγοντες· «Ας περιπατήσωμεν, αδελφέ, την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, δια να εύρωμεν κατόπιν την ευρύχωρον. Ας μισήσωμεν την σάρκα και ας την νεκρώσωμεν, δια να ζη η ψυχή αιώνια». Ταύτα ειπόντες έτρεχον χαίροντες, ως να μετέβαινον εις γάμον, και ο εις τον άλλον επροθυμοποίει· διότι ο μεν Ιωάννης εφοβείτο δια τον Συμεών, μήπως και η αγάπη της μητρός του τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα, ο δε Συμεών πάλιν εδίσταζε δια τον Ιωάννην, μήπως η πολλή προσπάθεια και η πολλή αγάπη της νεονύμφου γυναικός τον σύρη προς αυτήν βιαίως, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Όθεν ο μεν Ιωάννης προς τον Συμεών τοιαύτα έλεγε· «Πρόσεχε, αδελφέ μου, μη αμελήσης εις την προκειμένην οδόν της αρετής, διότι σήμερον εξαναγεννήθημεν, και δεν μας μέλει πλέον δια του κόσμου τα πράγματα, ότι ο πλούτος μας δεν δύναται να μας ωφελήση ποσώς την ώραν της κρίσεως. Η νεότης και το κάλλος της σαρκός ως άνθος μαραίνεται, και όλη η ευδαιμονία του κόσμου παρέρχεται ταχέως, και ως όνειρον αφανίζεται». Ο δε Συμεών πάλιν προς τον Ιωάννην τοιαύτα ανταπεκρίνετο· «Εγώ, αδελφέ μου φίλτατε, ούτε πατέρα έχω, ούτε αδελφούς ή άλλον τινά συγγενή μου, ειμή μόνον την γραίαν αυτήν, ήτις με εγέννησεν· όθεν δεν φοβούμαι ποσώς δι’ εμέ να επιστρέψω πλέον εις την κοσμικήν ματαιότητα, αλλά μόνον δια τον εαυτόν σου αμφιβάλλω και θλίβομαι, μήπως και σε αποσπάση βιαίως ο πόθος της νεονύμφου σου γυναικός από τον ένθεον έρωτα». Αυτά και έτερα λέγοντες, έφθασαν εις το Μοναστήριον του Οσίου Γερασίμου, εις το οποίον ήτο εις ενάρετος άνθρωπος, Νίκων ονομαζόμενος, όστις ενίκησεν όντως πάσαν δαιμονικήν παράταξιν εις τον πνευματικόν πόλεμον, και έλαμπε με σημεία και θαύματα. Μάλιστα είχε και προορατικόν χάρισμα και προέβλεπε τα μέλλοντα, καθώς και την έλευσιν αυτών εγνώρισε δι’ οράματος. Διότι του είπεν εις φοβερός εις την θέαν και θαυμάσιος· «Εγείρου, άνοιξον την θύραν της ποίμνης, ίνα εισέλθουν τα πρόβατά μου». Ταύτα ακούσας ηγέρθη και ανοίξας την θύραν εκάθητο. Οι δε νέοι είχον κάμει προσευχήν προς τον Θεόν, να οικονομήση η χάρις του, εάν ήτο θέλημά του να γίνουν Μοναχοί, να εύρουν ανοικτήν την θύραν του Μοναστηρίου. Φθάσαντες λοιπόν εκεί, και ιδόντες την θύραν ανεωγμένην, εχάρησαν. Ο δε Ηγούμενος τους υπεδέχθη λέγων· «Καλώς ήλθον του Χριστού τα πρόβατα». Προς δε τον Συμεών είπεν ιδιαιτέρως· «Καλώς ήλθες, Σαλέ», επροφήτευσε δε και άλλα λόγια. Και αναπαύσας αυτούς την πρώτην ημέραν, την δευτέραν τους ενουθέτησε (πριν αυτοί του είπουν τίποτε) λέγων· «Καλή και αξία είναι η προς Θεόν αγάπη σας, μόνον να μη ψυχρανθή η πολλή σας προθυμία από δαιμονική συνεργίαν. Καλά και γνωστικά επράξατε να καταφρονήσετε τα παρόντα δια τα μέλλοντα. Καλοί είναι και οι κατά σάρκα γονείς τε και συγγενείς, αλλά καλλίτερα να ευαρεστήσετε και να δουλεύσητε εις τον ουράνιον Πατέρα ως τέκνα του φίλτατα, να έχετε τους αγίους Αγγέλους φίλους και ευμενείς προστάτας προς Κύριον. Καλή και γλυκεία η του παρόντος βίου απόλαυσις, και τερπνός ο πλούτος και η ευδαιμονία η πρόσκαιρος· αλλά δεν είναι ισαξία προς τα άφθαρτα και αιώνια αγαθά της ουρανίου μακαριότητος». Αφού ενουθέτησεν ικανώς από κοινού και τους δύο, είπε ταύτα ιδιαιτέρως προς τον Συμεών· «Μη λυπήσαι δια το γήρας της μητρός σου, ότι ο Κύριος δύναται να την παρηγορήση κάλλιον από σε υπό των αγώνων σου δυσωπούμενος. Ότι καλά και συ επερίμενες την τελευτήν εκείνης, αλλά δεν ήξευρες εάν απέθνησκες συ πρότερον, να υπάγης εις τον άλλον κόσμον έρημος από αρετάς και να μη έχης τινά να σε λυτρώση της αιωνίου κολάσεως. Ότι εκεί δεν δύναται πλούτος ή δόξα, ή συγγενών μεσιτεία, να ωφελήσουν τινά, ει μη μόνον η ενάρετος πολιτεία και οι κατά Θεόν πόνοι και κάματοι». Έπειτα εστράφη και προς τον Ιωάννην και του λέγει· «Πρόσεχε, τέκνον, να μη λυπηθής ποσώς δια την γυναίκα σου, ότι ο Θεός έχει την φροντίδα της». Αποτεινόμενος είτα και πάλιν προς τους δύο είπε· «Χαίρετε αμφότεροι, επειδή καλού βασιλέως εγίνατε στρατιώται· και έχετε εις αυτόν τας ελπίδας σας, ότι ως ελεήμων και Πανάγαθος θέλει φροντίσει δια τον οίκον σας, να κυβερνήση τους συγγενείς σας και υμάς ψυχή τε και σώματι· μόνον μη οκνεύσετε εις την δούλευσιν αυτού ποτέ· ότι εάν ήθελε σας προσκαλέσει ο επίγειος βασιλεύς εις το επίγειόν του παλάτιον, να σας τιμήση με αξίωμα Πατρικίου, εκαταφρονείτε όλα σας τα υπάρχοντα, και υπομένετε πάσαν κακοπάθειαν, και εδέχεσθε να διατρέχετε καθ’ εκάστην ώραν κίνδυνον της ζωής σας δια την φιλίαν του φθαρτού βασιλέως, και δια την ολίγην ταύτην τιμήν, όπου ηδύνατο να σας δώση, ήτις ως σκιά και ενύπνιον αφανίζεται. Τοσούτω μάλλον πρέπει να σπουδάσητε να ευαρεστήσετε τον ουράνιον και αιώνιον Βασιλέα των Βασιλέων Χριστόν τον Θεόν ημών, όστις έδειξε τόσην αγάπην εις ημάς τους αγνώμονας, ώστε εθανατώθη κατά το ανθρώπινον δια τον άνθρωπον ως φιλάνθρωπος. Εάν και το ίδιον αίμα δι’ αυτόν εκχύσωμεν, τι θαυμαστόν; Ότι και Αυτός έχυσεν εις τον Σταυρόν το ίδιον Αυτού αίμα το πολυτίμητον και σωτήριον, δια να μας λυτρώση από την δεινήν αιχμαλωσίαν του κακοσχόλου δαίμονος». Με ταύτα και άλλα παρόμοια ψυχωφελή υποδείγματα επροθυμοποίει τους νέους ο Γέρων δια να μη οκνεύσουν ποτέ εις την θείαν βούλησιν, βλέπων πως ήσαν πολύ τρυφεροί και δεν ήσαν συνηθισμένοι εις την σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν. Έπειτα, δια να τους δοκιμάση, ηρώτησεν αυτούς, εάν ήθελον να τους κουρεύση ευθύς ή να κάμουν την δοκιμήν κατά την συνήθειαν πρότερον. Ούτοι δε είπον με μίαν γνώμην και οι δύο, να τους κουρεύση το συντομώτερον. Μάλιστα ο Συμεών του είπεν, ότι εάν δεν τους κουρεύση ευθύς, θα υπάγουν εις άλλο Μοναστήριον. Ούτως είπε, διότι ήτο άκακος και απονήρευτος. Αλλ’ ο Ιωάννης ήτο γνωστικός και σοφώτερος· ήξευρον όμως και οι δύο ελληνικά γράμματα, και ήσαν εις άκρον πεπαισευμένοι. Τότε τους εξήτασε και χωριστά ένα προς ένα ο πάνσοφος, δια να καταλάβη τον πόθον αυτών καλλίτερα, δοκιμάζων δε μόνον τον Συμεών του έλεγεν· «Ο σύντροφός σου μοι υπεσχέθη να μείνη ακόμη εν έτος λαϊκός δια δόκιμος». Ο δε απεκρίνατο· «Εάν αυτός θέλη, ας κάμη όπως θέλει, αλλ’ εγώ δεν μένω ούτε μίαν ημέραν κοσμικός. Πλην παρακαλώ την αγιωσύνην σου, να τον κουρεύσης και αυτόν συντόμως. Διότι το έτος τούτο υπανδρεύθη και έλαβεν σύζυγον πλουσίαν και εύμορφον, μήπως ο πόθος της τον αιχμαλωτίση και ολιγοστεύση τον ένθεον αυτού έρωτα». Πάλιν δε ο Ιωάννης έλεγε μόνος του προς εκείνον τον Άγιον Γέροντα με θερμότατα δάκρυα (επειδή ήτο πολύ κατανυκτικός και είχε τα δάκρυα πολύ εύκολα)· «Κάμε, πάτερ, δια τον Κύριον, κούρευσόν μας σήμερον, ότι δια τον Συμεών φοβούμαι· διότι ζη η μητέρα του, προς την οποίαν έχει τοσαύτην αγάπην, ώστε εκοιμώντο μαζί έως σήμερον και δεν ηδύναντο ούτε ημέραν ούτε νύκτα να αποχωρισθώσιν». Όταν εγνώρισεν ο Όσιος την σταθεράν ιδέαν των νέων, τότε επληροφορήθη, ότι και ο Θεός δεν θέλει τους καταισχύνει, επειδή ολοψύχως τον επόθησαν και προσέδραμον εις αυτόν αδιστάκτως. Όθεν έφερε το ψαλίδιον και το έθεσεν εις την αγίαν Τράπεζαν, από την οποίαν το έλαβον αυτοί κατά την τάξιν· και δώσαντες αυτό εις τας χείρας του, τους εκούρευσε και τους ενέδυσεν ιμάτια πεπαλαιωμένα του αγίου και αγγελικού σχήματος αρμόδια. Μετά ταύτα πάλιν εκάθισεν όλην εκείνην την ημέραν, νουθετών αυτούς ο Ηγούμενος, διότι προέβλεπεν, ότι ολίγον καιρόν θα έμεναν εις το Μοναστήριον. Ήτο δε τότε Σάββατον, όταν τους εκούρευσε, ήθελε δε την επομένην ημέραν εις την λειτουργίαν να τους τελειώση Μοναχούς, να τους ενδύση το αγγελικόν σχήμα. Είχε δε κάμει ένα Μοναχόν προ ολίγων ημερών, όστις εφόρει ακόμη τον μανδύαν, το κουκούλιον, εβάστα δε και τον Σταυρόν κατά την τάξιν, έως ότου τελειώση η εβδομάς. Τούτον τον νεόκουρον διέταξεν ο Ηγούμενος να έλθη εκεί όπου ήσαν οι νέοι, οίτινες ιδόντες αυτόν ούτως ενσεδυμένον εξέστησαν δια μίαν οπτασίαν όπου αυτοί μόνοι ως καθαροί και αμόλυντοι είδον, την οποίαν τους ηξίωσεν ο Πανάγαθος Θεός και είδον δια να ευλαβηθούν καλλίτερον το άγιο Σχήμα. Εγερθέντες λοιπόν προσεκύνησαν τον νεόκουρον και τον Ηγούμενον, παρακαλούντες αυτόν και λέγοντες· «Εάν μέλλη να λάβωμεν και ημείς τοσαύτην τιμήν και δόξαν, ως ούτος ο τρισμακάριος, ένδυσόν μας αφ’ εσπέρας αυτό το άγιον φόρεμα, μήπως και μας συμβή ενυπνιασμός την νύκτα από φαντασίαν του δαίμονος και στερηθώμεν τοιούτων πολυτίμων στεφάνων, και αυτής της λαμπροφόρου συνοδείας οι τάλανες». Ταύτα ακούσας ο Ηγούμενος ηννόησεν ότι είδον οπτασίαν, και διέταξε τον νεόκουρον να υπάγη εις το καλλίον του. Οι δε παίδες του Χριστού ελυπήθησαν πολύ και λέγουσι προς τον Ηγούμενον· «Μακάριοι και ημείς εάν αξιωθώμεν τοσαύτης τιμής, να φορώμεν εις την κεφαλήν τοιούτον λαμπρόν στέφανον, και να μας συνοδεύουν τοσούτον πλήθος Μοναχών με λαμπάδας εις τας χείρας χαίροντες». Ούτως είπον, νομίζοντες ότι ο Ηγούμενος τα έβλεπεν. Αυτός δε πάλιν εσιώπησε, θαυμάζων την πολλήν των ακεραιότητα και την της ψυχής καθαρότητα. Μόνον υπεσχέθη να τους τελειώση την επομένην δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ούτως εποίησε. Τόσην δε λάμψιν είχεν η όψις των, ώστε έβλεπον την νύκτα ο εις του άλλου το πρόσωπον, εις δε την κεφαλήν τον πολυτίμητον εκείνον στέφανον, τον οποίον έβλεπον πρότερον εις την κεφαλήν του προαναφερθέντος νεοκούρου Μοναχού. Αυτά όλα όπου είπομεν έως εδώ και όσα θέλομεν διηγηθή μέχρι τέλους διηγήθη ο αψευδής Συμεών προς ένα ιεροδιάκονον της Εδέσσης, Ιωάννην ονομαζόμενον. Όστις ως θαυμαστός και ενάρετος όπου ήτο, από θείαν χάριν ηννόησε την απόκρυφον αρετήν του Συμεών· όστις εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός και άγνωστος (καθώς κατόπιν θέλομεν διηγηθή ακριβέστερον εις το θαυμάσιον, όπου άκαμεν εις αυτόν τον Διάκονον), εις δε τον Θεόν ήτο φρόνιμος πολύ και σοφώτατος. Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης μας διηγήθη όλον τον Βίον τούτον, καθώς τον ήκουσεν απ’ αυτόν τον Μέγαν Συμεών, και επεκαλείτο τον Θεόν μάρτυρα, ότι δεν είπε περισσότερον από την αλήθειαν, αλλά μάλιστα και πολλά από την πολυκαιρίαν ελησμόνησεν. Εις τοσαύτην χαράν ευρίσκετο η ψυχή μας (έλεγεν ο Μέγας Συμεών, προς τον ρηθέντα Διάκονον), ώστε δεν ηθέλομεν να γευθώμεν τροφήν ή ποτόν από την ευλάβειαν. Μετά δύο δε ημέρας είδομεν υπηρετούντα εις την Μονήν τον νεόκουρον εκείνον Μοναχόν, εφόρει δε άλλο ιμάτιον και δεν είχε πλέον εις την κεφαλήν τον άνωθεν στέφανον, ούτε οι Μοναχοί τον συνώδευον με τας λαμπάδας ως πρότερον· θαυμάσας δε είπον εις τον Ιωάννην· «Πίστευσόν μοι, αδελφέ, ότι αφού πληρώσωμεν και ημείς τας επτά ημέρας, δεν θα έχωμεν πλέον ταύτην την χάριν και την ευπρέπειαν. Λοιπόν αν θέλης να με ακούσης, ακολούθει μοι προθύμως, να υπάγωμεν εις τόπον ήσυχον και ατάραχον, να εργασθώμεν δια την ψυχήν μας. Ναι, αδελφέ φίλτατε, καθώς απηρνήθημεν τα κοσμικά, ας αρνηθώμεν και πάσαν φροντίδα και μέριμναν γήϊνον, να μελετώμεν μόνον τα ουράνια· ότι εις τούτο το άγιον Σχήμα, όπου ελάβομεν, βλέπω ξένα και θαυμάσια πράγματα· δια τούτο από την ώραν όπου μας ενέδυσεν ο δούλος του Θεού αισθάνομαι πυρ, το οποίον μου κατακαίει τα εντόσθια, και ζητεί η ψυχή μου να μη ίδω πλέον άνθρωπον, ούτε να ομιλήσω μετά τινος όλως διόλου».Του λέγει ο Ιωάννης· «Τι θα τρώγωμεν; Πως θα ψάλλωμεν, όπου ακόμη καμμίαν κατάστασιν της μοναδικής πολιτείας και διαγωγήν δεν εμάθομεν»; Λέγει ο Συμεών· «Εκείνος ο πλουσιόδωρος Βασιλεύς, όστις τρέφει πάσαν πνοήν λογικήν και άλογον, αυτός έχει την έννοιαν ως πατήρ φιλόπαις να μας τρέφη ως αγαθός και εύσπλαγχνος και να μας διδάξη πώς να διάγωμεν, μόνον μη διακόψης παρακαλώ την προθυμίαν μου». Του λέγει ο Ιωάννης· «Ας πράξωμεν όπως θέλεις. Αλλά πως θα φύγωμεν την νύκτα, όπου η θύρα του Μοναστηρίου κλείεται»; Ο δε Συμεών είπεν· «Εκείνος όστις μας ήνοιξεν όταν ήλθομεν, αυτός πάλιν θα μας ανοίξη να φύγωμεν». Καθώς λοιπόν απεφάσισαν, είδεν αυτήν την νύκτα ο Ηγούμενος όραμα, ότι η θύρα του Μοναστηρίου ήνοιξεν, ήκουσε δε φωνήν ούτω λέγουσαν· «Εξέλθετε να βοσκήσετε εσφραγισμένα πρόβατα του Χριστού». Εγερθείς τότε από την κλίνην έδραμε και ευρών την θύραν  ανοικτήν εστέναζε, νομίζων ότι έφυγον οι νεόκουροι και δεν ηξιώθη να λάβη την ευλογίαν των. Καθώς ταύτα διελογίζετο και ενώ οι καθαροί νυμφίοι του Δεσπότου Χριστού ήρχοντο να εξέλθουν, έβλεπεν έμπροσθεν αυτών ο Ηγούμενος Αγγέλους τινάς λαμπαδηφόρους, οίτινες εκράτουν εις την μίαν χείρα σκήπτρον. Οι δε μακάριοι ιδόντες την θύραν ανεωγμένην και τον Ηγούμενον εκεί ευρισκόμενον εχάρησαν, θέλοντες δε να τον προσκυνήσουν, δεν τους άφησεν. Αυτοί δε ευχαριστήσαντες αυτόν ικανώς, διότι τους ηξίωσε του αγγελικού Σχήματος, του εζήτησαν συγχώρησιν να υπάγουν εις αναχώρησιν δια να δυνηθούν να δουλεύσουν ολοψύχως τον Θεόν εις την έρημον, τον παρεκάλεσαν δε να μη τους λησμονήση εις την προσευχήν του, αλλά να δέηται δια λόγου των. Αφού λοιπόν έκλαυσαν αμφότεροι ικανώς, εγονάτισεν ο Όσιος Νίκων, θέσας εις την δεξιάν του τον Συμεών και εις την αριστεράν τον Ιωάννην, και υψώσας προς τον ουρανόν τας χείρας, προσηύχετο ούτω· «Ο Θεός ο μέγας και ισχυρός, ο αινετός και δίκαιος, επάκουσόν μου την ώραν ταύτην του αναξίου δούλου σου, και τους πόδας αυτών εις οδόν ειρήνης κατάρτισον. Ναι, Κύριος ο Θεός, επάκουσόν μου η ελπίς πάντων των περάτων της γης, και των επί ξένης μακράν. Επιτίμησον τοις ακαθάρτοις δαίμοσιν από προσώπου των παίδων σου, και ανάστηθι εις την βοήθειαν αυτών· πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφανείας και πάσης κακίας ας σβύση απ’ αυτών και πάσα πύρωσις σαρκός και διαβολικής συνεργείας και φώτισον τας ψυχάς αυτών με το φως της σης επιγνώσεως, δια να φθάσουν εις το άκρον της αρετής, να δοξάζουν αιωνίως με τους Αγίους Αγγέλους σου και πάντας τους εναρέτους δούλους σου το πάντιμον και φυλακτήριον όναμά σου του Πατρός και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν». Ταύτα θερμώς προς Θεόν ευξάμενος, πάλιν προς αυτούς μετά δακρύων έλεγεν· «Ο Θεός, τέκνα, τον οποίον επροτιμήσατε από όλα τα κτίσματα, να στείλη τον Άγγελόν του προ προσώπου σας, να ετοιμάση την οδόν σας, να σας λυτρώση από όλα τα εναντία και από τας χείρας του βροτοκτόνου λέοντος, καθώς και τον Προφήτην εφύλαξεν από τα στόματα των λεόντων ως Παντοδύναμος. Βλέπετε, τέκνα, εις πόλεμον ήλθετε, αλλά μη φοβηθήτε, διότι δεν σας αφήνει ο Κύριος να πειραχθήτε περισσότερον από όσον δύνασθε να υποφέρετε. Μόνον σταθήτε ανδρείοι, έχοντες τα όπλα του αγίου Σχήματος. Ενθυμείσθε την παραβολήν του πύργου, και προσπαθήσετε να τελειώσητε αυτό το καλόν όπου ηρχίσατε, ίνα μη καταισχυνθήτε κατόπιν. Μικρός είναι ο πόλεμός σας και μεγάλος ο στέφανος· πρόσκαιρος ο κόπος και αιωνία η απόλαυσις». Ταύτα και άλλα πολλά ψυχοσωτήρια λόγια λέγων ο Όσιος προς τους Οσίους, έκρουσε το ξύλον του όρθρου. Τότε λαμβάνει ο Συμεών κατά μέρος τον Ηγούμενον και του λέγει· «Προσεύχου, Δέσποτα, παρακαλώ την αγιωσύνην σου, δια τον αδελφόν Ιωάννην, να λησμονήση την σύζυγόν του, δια να μη με αφήση μοναχόν εις την έρημον». Ομοίως και ο έτερος του είπε μυστικά, να κάμη δια τον Συμεών δέησιν, να μη ενθυμηθή της μητρός του και τον αφήση μόνον, να κινδυνεύη ως εις ναυάγιον. Θαυμάσας ο Γέρων δια την αγάπην όπου είχεν ο εις μετά του άλλου, τους απεχαιρέτησε λέγων· «Υπάγετε, τέκνα μου, ιδού σας ευαγγελίζομαι, ότι ο Κύριος έχει ανοικτήν την θύραν του Παραδείσου, να σας υποδεχθή χαίροντας, καθώς και την θύραν της Μονής ταύτης σας ήνοιξε με τρόπον θαυμάσιον». Σφραγίσας δε αυτούς με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις όλον το σώμα, τους απέλυσεν εις ειρήνην. Επορεύοντο λοιπόν οι μακάριοι χαίροντες, προσευχόμενοι δε έλεγον· «Ο Θεός οδήγησον ημάς τους ξένους, να μη πλανηθώμεν ως απολωλότα πρόβατα, ότι δια την αγάπην σου παρεδόθημεν εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης». Λέγει ο Ιωάννης προς τον Συμεών, όταν έφθασαν εις ένα δίστρατον· «Από ποίον δρόμον να υπάγωμεν»; Ο δε είπεν εις αυτόν· «Ας οδεύσωμεν το δεξιόν, διότι τα δεξιά προτιμώνται πάντοτε». Οδεύσαντες λοιπόν ικανώς, έφθασαν εις την Νεκράν θάλασσαν, κατ’ οικονομίαν δε του Θεού, όστις δεν αφήνει τους δούλους του να κακοπέσουν, εύρον τόπον τινά κατάλληλον δι’ άσκησιν, Αρρωνάν ονομαζόμενον, εις τον οποίον κατώκει εις Γέρων ενάρετος. Αφού έφθασαν εις τοιούτον τόπον σωτήριον, εχάρησαν ευχαριστούντες τον Κύριον και έμειναν εκεί αγωνιζόμενοι. Ο δε μισόκαλος τους εφθόνησε, μη υποφέρων να βλέπη την αρετήν των, και τον μεν Ιωάννην παρεκίνει εις το να επιθυμή την σύζυγόν του, τον δε Συμεών εις τον πόθον της μητρός του. Αυτοί δε προσηύχοντο εκ καρδίας και ούτως εδίωκον τον πειράζοντα. Άλλην φοράν τους ενεθύμιζε κρεωφαγίαν, οινοποσίαν και πάσαν άλλην τρυφήν και ηδυπάθειαν σώματος, εις δε τας ευχάς ακηδίαν και δειλίαν εις την άσκησιν. Εις τον ύπνον πάλιν τους εδείκνυε τους συγγενείς των κλαίοντας, αλλά και πάσαν άλλην μηχανήν τους εδείκνυεν ο κακότεχνος με φαντασίας διαφόρους, δια να τους κάμη να δειλιάσωσιν. Αλλ’ αυτοί οι αείμνηστοι, ενθυμούμενοι τους στεφάνους και την διδασκαλίαν του Γέροντος, τον οποίον έβλεπον πολλάκις και εις τον ύπνον των, επαρηγορούντο θαυμασιώτατα, διότι και καθ’ ύπνον τους ενουθέτει και μακράν ευρισκομένους προσηύχετο δι’ αυτούς. Ταύτα βλέποντες εις τον ύπνον εχαίροντο, γνωρίζοντες βέβαια, ότι ο Όσιος Νίκων εφρόντιζε δια την σωτηρίαν αυτών ως φιλάδελφος. Εζήτησαν δε από τον Θεόν την χάριν, ο μεν Συμεών να παρηγορηθή η μητέρα του, να μη λυπήται δι’ αυτόν. Ο δε Ιωάννης, να κοιμηθή η σύζυγός του δια να μη τον ενοχλή εις τον νουν η ενθύμησις αυτής. Επήκουσε δε αμφοτέρων ο Κύριος, όστις ως εύσπλαγχνος παρέχει τα αιτήματα των δούλων του. Όθεν μετά δύο έτη επληροφορήθη από τον Θεόν ο μακάριος Συμεών, ότι έμεινεν η μήτηρ του άνευ λύπης δι’ αυτόν, διότι αυτός εφαίνετο καθ’ όλην την νύκτα εις το όνειρον και την παρηγόρει ούτω λέγων εις την Συριακήν διάλεκτον· «Λάδε χρελημέχ», δηλαδή: «Μη λυπήσαι, μήτερ, διότι καλά είμεθα εγώ και ο Ιωάννης· επειδή εστρατεύθημεν εις τα ουράνια παλάτια του αιωνίου Βασιλέως, ο οποίος μας ενέδυσε με στολάς ωραίας, φορούμεν δε εις τας κεφαλάς στεφάνους ευπρεπείς δια τον κόπον της ασκήσεώς μας. Λοιπόν παρηγόρησον και του Ιωάννου τους συγγενείς να μη λυπούνται παντάπασι δι’ αυτόν». Ο δε Ιωάννης πάλιν είδεν εις τον ύπνον του ένα λευκοφόρον και του λέγει· «Ιδού τον πατέρα σου κατέστησα άνευ λύπης, θέλω δε λάβει και την σύζυγόν σου εις την αιώνιον αγαλλίασιν». Διηγήθησαν τότε ο εις προς τον έτερον το όραμά των και έμειναν παρηγορημένοι αμφότεροι, διάγοντες άνευ πόνων και οκνηρίας τον δρόμον της ασκήσεως, αδιαλείπτως ευχόμενοι· τοιουτοτρόπως μετ’ ολίγα έτη προώδευσαν και έγιναν τέλειοι τόσον, ώστε ηξιώθησαν και θείων οράσεων και θαυμασίων αποκαλύψεων. Ησύχαζον δε ο καθ’ εις εις ένα σπήλαιον· ήσαν δε ο εις από τον άλλον μακράν τόσον όσον να ρίψη τις μίαν πέτραν, δια να προσεύχηται έκαστος μόνος του με δάκρυα κατανύξεως. Όταν δε ήρχετο εις τον ένα ακηδία ή άλλος πειρασμός, προσηύχοντο μεταξύ των προς Κύριον και εδίωκον τον πειράζοντα. Εν μια δε των ημερών είδεν ο Συμεών οπτασίαν, με την οποίαν εγνώρισεν ότι εκοιμήθη η μήτηρ αυτού. Όθεν το είπεν εις τον Ιωάννην, και έκαμαν δια την ψυχήν της προς τον Κύριον κοινήν δέησιν ομού πρότερον, έπειτα πάλιν αυτός προσηύχετο ιδιαιτέρως εις τον Θεόν να αναπαύση την ψυχήν αυτής εις τόπον ανέσεως. Έπειτα είπε προς τον Συμεών ο Ιωάννης· «Επειδή επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς σου και σε επληροφόρησεν, ότι ανέπαυσε την μητέρα σου, σε παρακαλώ ας συγκοπιάσωμεν μαζί ευχόμενοι προς τον Κύριον και οι δύο να κάμη ευσπλαγχνίαν εις την ονομασθείσαν σύζυγόν μου, ή να την φωτίση και αυτήν όπως ενδυθή το άγιον Σχήμα, ή να την αναπαύση με την μητέρα σου, δια να μείνω και εγώ εις το εξής ανενόχλητος ο ανάξιος». Ούτως ευξάμενοι, είδε μίαν νύκτα οπτασίαν ο Ιωάννης, ότι ήλθεν η μήτηρ του Συμεών και έλαβε την σύζυγόν του από την χείρα λέγουσα· «Ανάστα, αδελφή, εκδύσου τα ερρυπωμένα ιμάτια και ενδύσου στολήν λευκήν. Ότι ο ουράνιος Βασιλεύς σου εχάρισε λαμπρόν οικητήριον, να συναγάλλεσαι πάντοτε μετά του νυμφίου σου». Γνωρίσαντες τότε και οι δύο ότι ελυτρώθησαν από τοιαύτην φροντίδα, διήλθον εις την έρημον ασκούντες με πολλήν κακοπάθειαν και άσκησιν είκοσιν εννέα έτη πολλούς πειρασμούς υπομείναντες. Τους οποίους όλους νικήσαντες, και τον διάβολον ανδρείως πατάξαντες, έφθασαν εις μέτρα τελειότητος· μάλιστα δε ο Συμεών, όστις με την πολλήν του ακακίαν και καθαρότητα ησθάνετο τελείαν απάθειαν εις το σώμα του, με την χάριν και δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, και ούτε πάθος εφοβείτο, ούτε ψύχραν ησθάνετο, ούτε επείνα, ούτε καύσιν ησθάνετο, αλλά σχεδόν υπερέβη τα μέτρα της ανθρωπίνης φύσεως και δυνάμεως.΄Οθεν είπε προς τον συναγωνιστήν αυτού ταύτα· «Αδελφέ Ιωάννη, εδώ όπου καθήμεθα μόνον τον εαυτόν μας ωφελούμεν· αλλ’ εάν υπάγωμεν εις τον κόσμον, θα έχωμεν πολλήν μισθαποδοσίαν, θα γίνωμεν και άλλων πολλών οδηγοί προς σωτηρίαν, καθώς εις πολλά μέρη της Αγίας Γραφής είναι γεγραμμένα διάφορα παραδείγματα». Του είπε και ρήσεις τινάς εξ αυτών, ήτοι: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου», και πάλιν: «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπω…», και τα τούτοις όμοια. Αυτά και άλλα πλείστα του έλεγε, δια να τον φέρη εις την γνώμην του. Ο δε Ιωάννης είπεν εις αυτόν· «Νομίζω, αδελφέ, ότι ο σατανάς εφθόνησε την ησυχίαν μας και σου έβαλεν αυτήν την ιδέαν· όθεν κάθησον εις το κελλίον σου, να τελειώσωμεν εδώ, όπου εκλήθημεν, το επίλοιπον της παροικίας μας». Του λέγει ο Συμεών· «Πίστευσόν μοι, ότι δεν μένω πλέον εδώ, αλλά θα υπάγω να εμπαίζω τον κόσμον». Λέγει ο Ιωάννης: «Μη, αδελφέ μου αγαπητέ· σε παρακαλώ, δια τον Κύριον, μη με αφήσης μόνον τον ταπεινόν, ότι εγώ δεν έφθασα ακόμη εις αυτά τα μέτρα, να εμπαίζω τον κόσμον, και μη διαχωρισθής από εμέ, διότι δεν έχω άλλον μετά Θεόν ειμή μόνον σε, και δια την αγάπην σου απηρνήθην τα πάντα και σε ηκολούθησα, τώρα δε θέλεις να με αφήσης εις το πέλαγος της ερήμου ταύτης, να κινδυνεύω ο άπορος; Ενθυμήσου τας συνθήκας, όπου εδώσαμεν εις τον Θεόν, όταν μας εκούρευσεν ο Όσιος Νίκων να μη διαχωρισθή δια καμμίαν αιτίαν ο εις από του άλλου, αλλά να είμεθα και οι δύο μία ψυχή εις δύο σώματα. Εάν με αφήσης εδώ μόνον, θέλω αμαρτήσει και θέλει εκζητήσει ο Θεός την ψυχήν μου από σε». Του λέγει πάλιν ο Συμεών· «Υπόθεσον κατά νουν, ότι απέθανον· όθεν διοικήσου καθώς δύνασαι, διότι εγώ δεν περιμένω πλέον εδώ». Ιδών την σταθεράν γνώμην του ο Ιωάννης εγνώρισεν, ότι εκ Θεού προήρχετο η ιδέα αύτη, επειδή δεν τους εχώριζε κανείς ειμή ο θάνατος· μάλιστα ουδέ αυτός ο θάνατος, διότι πολλάκις έκαμαν δέησιν προς τον Χριστόν να κοιμηθώσι μαζί την αυτήν ημέραν, επειδή δε είχον πίστιν ο Θεός τους επήκουσε και εις τούτο, καθώς εις όσα του εζήτησαν. Λέγει λοιπόν ο Ιωάννης· «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως σε εξαπατήση ο διάβολος». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Συ μόνον μη με λησμονήσης εις τας ευχάς σου καθώς και εγώ δεν θέλω σε λησμονήσει ποτέ, και αι ευχαί σου (του Θεού βοηθούντος) με σώζουσι». Τότε πάλιν ο Ιωάννης τον συνεβούλευσε με τοιαύτα σοφώτατα λόγια, λέγων· «Πρόσεχε ακριβώς, Αββά Συμεών, και φυλάττου επιμελέστατα, να μη σου σκορπίση ο κόσμος όσην αρετήν η έρημος σου εσύναξε, να μη σε βλάψη η ταραχή όσον σε ωφέλησεν η ησυχία, και να απολέσης με την πολυϋπνίαν όσα με την αγρυπνίαν απέκτησας. Πρόσεχε μη φθείρης την σωφροσύνην του μοναχικού Βίου με γυναίκας συναυλιζόμενος· μη απολέσης την κατάνυξιν δια γέλωτος και την προσευχήν σου δι’ αμέλειαν· απλώς δε βάλε πολλήν επιμέλειαν εις τας ψυχικάς σου δυνάμεις, να μη πράττη και η ψυχή έσωθεν όσα τελούσι τα σωματικά μέλη έξωθεν· αλλά εις όσα πράξη το σώμα, σχήματα ή λόγους ή πράγματα, ας μείνη ο νους σου και η καρδία ατάραχος, δια να μη μολύνεται ποσώς η ψυχή από ταύτα και βλάπτεται. Ούτω και εγώ εις την σωτηρίαν σου θέλω χαίρει, μόνον εύχου τω Θεώ να μη μας χωρίση εις τον αιώνα τον μέλλοντα». Εις τους λόγους τούτους του Ιωάννου, δακρύων ο Συμεών είπε· «Μη φοβού, αδελφέ, ότι αυτό όπου θέλω να πράξω, δεν το πράττω από τον εαυτόν μου, αλλ’ ο Θεός με διέταξε· θέλεις δε γνωρίσει και συ, ότι ευηρέστησε το έργον μου εις τον Θεόν και ότι με την συνεργείαν Αυτού και βοήθειαν εγένετο εκ του ότι προ του θανάτου μου θέλω έλθει να σε χαιρετήσω, εντός δε ολίγων ημερών θέλεις με φθάσεις και συ, Θεού θέλοντος». Ταύτα ειπών, έκαμεν ευχήν επί πολλήν ώραν· ασπασθέντες δε αλλήλους εις τα στήθη εδάκρυσαν και απεχαιρετίσθησαν. Ηκολούθησε δε ο Ιωάννης επί πολύ διάστημα τον Συμεώνα, διότι η ψυχή του τον επόθει, και δεν ηδύνατο να τον χωρισθή· αλλ’ όσας φοράς του έλεγεν ο Συμεών να επιστρέψη οπίσω, του εφαίνετο, πως εχώριζε με το ξίφος την καρδίαν του, δια τούτο τον παρεκάλει να τον αφήση να ακολουθή, αλλ’ ο Συμεών τον διέταξε δριμύτερον· όθεν επέστρεψε στυγνός και περίλυπος καταβρέχων την γην με άφθονα δάκρυα. Ο δε Συμεών έφθασεν εις Ιεροσόλυμα, διότι επεθύμει να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, και παραμείνας εκεί επί τρεις ημέρας προσηύχετο, παρακαλών τον Κύριον να μη φανερωθή η εργασία του έως της τελευτής αυτού, δια να φύγη την δόξαν των ανθρώπων, δια της οποίας έρχεται η υπερηφάνεια και οίησις, η οποία εκρήμνισεν από τους ουρανούς τους Αγγέλους. Επήκουσε δε αυτού ο Κύριος, διότι παρ’ όλας τας θαυματουργίας, τας οποίας ετέλεσε, δεν εφανερώθη η εργασία του. Επειδή εάν ο Κύριος δεν τον εσκέπαζεν, ήθελον γνωρίσει οι άνθρωποι την αρετήν του από τα θαύματα τα οποία έκαμε· ότι ιάτρευσε δαιμονισμένους, άνθρακας εις τας χείρας εβάστασεν, προέβλεψε τα μέλλοντα, τα μακρόθεν εφανέρωσεν, Ιουδαίους και αιρετικούς προς την Ορθόδοξον πίστιν εχειραγώγησε, νοσούντας και ασθενείς εθεράπευσε, και άλλα πολλά θαύματα έκαμε. Πλην με όλα ταύτα ωκονόμησεν ο Κύριος να μη τον γνωρίσουν οι άνθρωποι, καθώς αυτός εζήτησεν ο μακάριος. Αλλ’ ας διηγηθώμεν εξ αρχής την υπόθεσιν, δια να γνωρίσωμεν καλύτερα τον Άγιον. Αφού προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους, επήγεν εις την Έδεσσαν· ευρών δε εκεί σκύλον τινά νεκρόν έξωθεν της πόλεως, έλυσε το σχοινίον, όπερ ήτο εζωσμένος εις την μέσην, και έδεσε με αυτό τον σκύλον, σύρων δε αυτόν τον εισήγαγε μέσα από την θύραν της πόλεως· εκεί δε πλησίον ήτο σχολείον· οι δε παίδες, ιδόντες αυτόν, έτρεξαν όλοι οπίσω του και τον περιέπαιζον ως μωρόν. Ελθόντα δε εις την αγοράν, είδεν αυτόν εις κάπηλος ούτω πτωχικά ενδεδυμένον και ηρώτησεν αυτόν, εάν ήθελε να του πωλή τα φαγητά, όπου είχεν εις το εργαστήριον, ο δε Συμεών εδέχθη. Κατά δε την πρώτην ημέραν έφαγε πρώτον αυτός, διότι είχε μίαν εβδομάδα νήστις· έπειτα έδωσε τα επίλοιπα ελεημοσύνην εις τους πτωχούς. Το εσπέρας ήνοιξε το ερμάριον ο κάπηλος, να ίδη πόσα χρήματα είχεν εισπράξει ο Αββάς εξόσων επώλησεν, αλλά δεν εύρεν ούτε οβολόν, τα δε φαγητά δεν υπήρχον, διότι τα εμοίρασεν όλα. Όθεν έδειρεν αυτόν και τον εξεδίωξε και παρά πολύ τον εξουθένωσε και τον ύβρισεν. Αλλ’ αυτός δεν έφυγεν εκείνην την εσπέραν. Κατά δε την νύκτα έβαλεν άνθρακας αναμμένους εις την δεξιάν του χείρα και θέσας λιβάνιον εθυμίαζεν. Η δε γυνή του εστιάτορος τον είδε και εθαύμασε πως δεν εκάη ποσώς η χειρ του, δ’ αυτό δε το θαύμα έγινεν όλος ο οίκος των ορθόδοξος, οι οποίοι ήσαν όλοι αιρετικοί του Σεβήρου, δηλαδή ακέφαλοι. Ο δε Όσιος, όταν έκαμνεν εν θαύμα εις μίαν συνοικίαν, έφευγεν απ’ εκεί και επήγαινεν εις άλλην, έως να λησμονηθή το πράγμα να μη τον γνωρίσουν. Ή όταν ήθελε κάμει το θαύμα, έκαμνε κατόπιν και μίαν μωρίαν, δια να σκεπάση με την σαλότητα το κατόρθωμα. Τούτο έκαμε και τότε, όταν είδεν ότι η γυνή του εστιάτορος τον εσέβετο και τον εθαύμαζε· ανέβη μίαν νύκτα, όπου εκοιμάτο μόνη εις το στρώμα της, προσποιούμενος ότι θέλει να την μοιχεύση. Αυτή δε εφώναξεν, ώστε ήλθεν ο άνδρας της και του λέγει ότι ο καλόγηρος ήθελε να την βιάση. Τότε εκείνος έδειρεν αυτόν άσπλαγχνα και τον έβγαλεν έξω, όπου ήτο μεγάλος χειμών και ψύχος αφόρητον, και δεν τον εδέχθη πλέον, μάλιστα όπου και αν ευρίσκετο ο εστιάτωρ, όταν ήκουε κανένα να λέγη δια τον Συμεών ότι ήτο σαλός με το θέλημά του, αυτός ανταπεκρίνετο και τον κατέκρινεν, ότι είχε δαιμόνιον, διότι μίαν νύκτα, εάν αυτός δεν επρόφθανεν, ήθελε βιάσει την γυναίκα του. Έτρωγε δε μερικάς φοράς και το κρέας ο δίκαιος, όχι πολύ, αλλά μόνον δια να τον βλέπουν οι άνθρωποι, να τον νομίζωσι δια σαλόν και ανόητον, κατόπιν δε ενήστευε και τον άρτον επί μίαν εβδομάδα. Πλην την μεν κρεωφαγίαν έβλεπον, την δε νηστείαν δεν εγνώριζαν· διότι τας αρετάς τας έκαμνεν απόκρυφα, την δε ασχημοσύνην εις τον φανερόν, δια να τον αποστρέφονται. Ιδών δε πολλάκις αυτόν εις ενάρετος και θεοφιλής Διάκονος, Ιωάννης ονόματι, όστις, ως προείπομεν, είναι ο μετά ταύτα φανερώσας τα περί του Οσίου, τον εσυμπόνεσεν ως εύσπλαγχνος θαυμάζων την πολλήν του σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν και τον επήρε να τον πλύνη εις ένα λουτρόν. Όταν δε έφθασαν εκεί προσεπάθει ο Ιωάννης να τον σύρη μέσα εις τα λουτρά των ανδρών, να τον πλύνωσι· αλλ’ αυτός έδραμε μέσα εις το γυναικείον, και ώρμησεν εν μέσω των γυναικών, αι οποίαι τον έδειραν και τον εδίωξαν. Ύστερον δε τον ηρώτησεν ο θεοφιλής Ιωάννης, ο οποίος έγραψε και τον Βίον του όλον και του λέγει· «Δια τον Κύριον, πάτερ, όταν εισήλθες εις το μέσον αυτών δεν ησθάνθης εις το σώμα σου καμμίαν ενόχλησιν»; Ο δε απεκρίνατο· «Πίστευσόν μοι, τέκνον, ότι καθώς όταν τοποθετής ένα ξύλον εις τα άλλα ξύλα δεν αισθάνεται, ούτω και εγώ δεν εσαλεύθην όλως διόλου, αλλ’ ήτο όλος ο νους μου εις τον Θεόν και προσηυχόμην». Ούτος ο θεοφιλής Ιωάννης είχεν υιόν άσωτον, όστις επόρνευσε με γυναίκα τινά ύπανδρον και όταν εξήλθεν από τον οίκον της εδαιμονίσθη ο άθλιος. Ο δε Όσιος, θέλων να τον ιατρεύση ψυχή τε και σώματι, τον έφθασεν εις την αγοράν και του δίδει ράπισμα, λέγων· «Ταπεινέ, μη μοιχεύσης πλέον, να μη σε εγγίση ο δαίμων». Τότε τον έρριψεν ο δαίμων και αφρίζων εσπάραζε· και ιδού βλέπει τον σαλόν ο δαιμονιζόμενος και του έβγαλεν από επάνω του ένα μαύρον σκύλον, τον οποίον έδειρε με Σταυρόν ξύλινον και ούτως ελυτρώθη από τον δαίμονα. Όταν δε συνήλθε ο πάσχων, τον ηρώτησαν τι έπαθε, αλλά δεν ηδυνήθη να είπη άλλον λόγον, ειμή μόνον τούτον· «Ένας μου είπε να μη μοιχεύω». Μετά όμως το τέλος του Αββά Συμεών, εξηγείτο εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Είχε δε συνήθειαν ο Όσιος να αναβαίνη και εις τας οικίας των πλουσίων να παίζη, πολλάς δε φοράς προσεποιείτο ότι εφίλει τας δούλας, μία δε από αυτάς συνέλαβεν από ένα δημότην, δηλαδή πολίτην. Την ηρώτησε λοιπόν η κυρία της τις την έφθειρεν. Η δε απεκρίθη· «Ο σαλός Συμεών με εβίασε». Όταν δε ήλθεν ο Όσιος εις αυτόν τον οίκον, τον ήλεγξεν η κυρία της, λέγουσα· «Κακώς έκαμες, Συμεών, και εβίασας την δούλην μου». Αυτός δε εμειδίασε και της έφερε πολλάκις οψάρια, κρέας και άρτον λέγων· «Φάγε, γυνή μου, να γεννήσης γρήγορα». Όταν δε επλησίασεν ο καιρός να γεννήση, εβασανίζετο τρία ημερόνυκτα η αθλία, και εκινδύνευε να αποθάνη. Η δε κυρία της είπε προς τον Όσιον· «Κάμε προσευχήν, Συμεών, δια την γυναίκα σου, διότι δεν ημπορεί να γεννήση η τάλαινα». Αυτός δε τρέχων προς αυτήν, εκτύπα τας χείρας και έλεγεν· «Τη αληθεία, ταπεινή, δεν γεννάται το βρέφος, εάν δεν ομολογήσης τον πατέρα του». Τότε η τάλαινα, βλέπουσα τον επικείμενον κίνδυνον, ωμολόγησε την αλήθειαν, λέγουσα· «Άδικα τον δίκαιον εκατάκρινα, αλλά με τον δείνα δημότην το άκαμα». Τότε παρευθύς εγέννησε, πάντες δε εθαύμασαν. Όθεν είχον πολλοί τον Συμεών ως Άγιον, άλλοι δε έλεγον ότι από τον σατανάν ήσαν αυτά τα σημεία δια να πλανώνται οι άνθρωποι. Εις παντοπώλης της πόλεως, Εβραίος, είδεν ημέραν τινά, ότε επλύνετο ο Όσιος, ότι του ωμίλουν δύο Άγγελοι. Όθεν έβαλεν εις τον νουν του να φανερώση την αρετήν του. Ο δε Όσιος εφάνη καθ’ ύπνον και του λέγει· «Μη είπης εις ουδένα τι είδες». Όταν εξημέρωσεν, ήθελεν ο Εβραίος να φανερώση τον Όσιον, ούτος όμως φανείς ήγγισεν αυτόν εις τα χείλη και εβουβάθηκεν. Όθεν ήλθε προς τον Σαλόν και του έλεγε με νεύματα να τον θεραπεύση. Τότε εφάνη και πάλιν εις τον ύπνον του ο Όσιος και του λέγει· «Εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν και βαπτισθής, θεραπεύεσαι, αλλέως αποθνήσκεις ούτως άλαλος». Ο δε Ιουδαίος τότε μεν δεν απεφάσισε να βαπτισθή· όταν δε ο Όσιος απήλθε προς Κύριον και τον είδεν ο Ιουδαίος εστεφανωμένον, μετετέθη δε το άγιόν του και σεβάσμιον λείψανον, ως θέλομεν ίδει κατωτέρω, τότε πιστεύσας εβαπτίσθη με όλον τον οίκον του· όταν δε εξήλθεν από την ιεράν κολυμβήθραν ωμίλησεν. Όθεν είχε τόσην ευλάβειαν εις τον Συμεών, όπου τον εώρταζε κατ’ έτος και πολλούς πτωχούς εθεράπευσεν. Έφθασε δε ο Όσιος εις τόσην απάθειαν και καθαρότητα, ώστε επήγαινεν εις το μέσον των εταιρίδων γυναικών, όταν εχόρευον εις το θέατρον, και έμενεν ως χρυσός καθαρός και αμόλυντος, καθώς αυτός εζήτησεν από τον Θεόν εις την προσευχήν του, να τον λυτρώση από τον πόλεμον της πορνείας. Είδε τότε τον μακάριον Νίκωνα, όστις του είπε· «Πως έχεις, αδελφέ Συμεών»; Ο δε απεκρίνατο· «Κακώς έχω, εάν δε προφθάσης να μου δώσης βοήθειαν, διότι η σαρξ μου σαλεύει και με σκανδαλίζει». Του λέγει ο Όσιος Νίκων· «Μη δειλιάσης εξ αυτού». Τότε επήρε νερόν από τον Ιορδάνην και τον έβρεξεν εις το υπογάστριον και τον εσφράγισε με τον τύπον του Σταυρού ειπών· «Ιδού υγιής γέγονας». Από τότε, καθώς ώμνυεν ο Όσιος, ουδέποτε εσκανδαλίσθη όλως διόλου. Όθεν έχων αυτό το θάρρος εισήρχετο ελεύθερα μέσα εις τας γυναίκας, και έκαμνε όσα σχήματα ήθελε, δια να τον νομίζουν μωρόν και άφρονα. Είχε δε και το χάρισμα της εγκρατείας ο μακάριος και δεν εδοκίμαζε τίποτε από την αρχήν της Τεσσαρακοστής μέχρι της Μεγάλης Πέμπτης, και τότε ήρπαζεν άρτον από τον αρτοποιόν και έτρωγεν. Οι δε άνθρωποι εσκανδαλίζοντο λέγοντες· «Καν την Μεγάλην Πέμπτην δεν δύνασαι να νηστεύης, άγνωστε»; Εν μια δε των ημερών είδε δαίμονα με τους νοερούς οφθαλμούς του, όστις εστέκετο εις την αγοράν, έχων κατά νουν να εισέλθη εις εκείνον όστις περάση πρώτος. Ο δε Όσιος το ηννόησεν εκ θείας χάριτος, και γεμίσας λίθους τον κόλπον του, όταν έβλεπεν ανθρώπους ερχομένους δια να περάσουν, τους ελιθοβόλει και έστρεφον οπίσω φοβούμενοι, έως ου επέρασεν ένας σκύλος, κρούσας δε αυτόν ο διάβολος ήρχισε να αφρίζη· τότε και ο Όσιος εφώναξεν εις τους ανθρώπους να διέλθουν άφοβα. Όλος λοιπόν ο σκοπός του Οσίου ήτο δια να σώση ψυχάς με όποιον τρόπον ηδύνατο, ή με προβλήματα γελοιώδη ή με άλλην τέχνην και γνωστικήν διάθεσιν ή και με θαυματουργίαν και παραγγελίαν τινά κατά τον αρμόδιον καιρόν γενομένην. Ημέραν τινά επέρασεν ο Όσιος από τόπον τινά, όπου εχόρευον κοράσια και καθώς τον είδον ήρχισαν να τον περιγελούν, και ετραγώδουν αισχρά δια τους Μοναχούς και άσχημα λόγια. Ο δε δίκαιος, δια να τα σωφρονίση, έκαμε προσευχήν και παρευθύς ετυφλώθησαν εκ του ενός οφθαλμού. Όθεν διηγείτο η μία της άλλης την συμφοράν· και εννοήσασαι ότι ο Συμεών τας ετύφλωσεν, έτρεχον οπίσω του φωνάζουσαι· «Συγχώρησόν μας, σαλέ, και λύσε μας». Όταν δε τον έφθασαν, εκράτησαν αυτόν βιαίως και τον ώρκιζον να τας ιατρεύση. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτάς· «Ήτις θέλει να ιατρευθή, ας δεχθή να την φιλήσω εις τον τυφλόν οφθαλμόν, και τότε παρευθύς θέλει θεραπευθή». Όσας λοιπόν ήθελεν ο Θεός να ιατρευθούν, εδέχθησαν και τας εφίλησε και ιάθησαν· αι δε άλλαι, όσαι δεν ηθέλησαν να τας φιλήση ο σαλός, έμειναν ούτω κλαίουσαι. Μετ’ ολίγην ώραν, αφού ανεχώρησεν απ’ εκεί ο Όσιος, έτρεχον και αυταί κατόπιν φωνάζουσαι· «Περίμενε, σαλέ, φίλησον και ημάς δια τον Κύριον». Αλλ’ αυτός πλέον δεν εδέχθη, γνωρίζων εκ Πνεύματος Αγίου, ότι εάν δεν ήθελε τυφλώσει αυτάς, ήθελον γίνει αι πορνικώτεραι από όλας τας γυναίκας της Συρίας. Με την ασθένειαν δε εκείνην έπαυσαν την ασωτείαν και έμειναν ούτω μέχρι θανάτου. Ήλθον ποτέ άνθρωποι τινες από την Έδεσσαν εις Ιεροσόλυμα να εορτάσουν την Αγίαν Ανάστασιν. Εις δε απ’ αυτούς κατέβη εις τον Ιορδάνην δι’ ευλάβειαν· πηγαίνων δε εις όλα τα σπήλαια της ερήμου, έδιδεν ελεημοσύνην εις τους Ασκητάς δια τον Κύριον. Ούτος, όστις ήτο έμπορος, κατ’ οικονομίαν Θεού συνήντησε τον συνασκητήν του Συμεών Ιωάννην, τον οποίον επροσκύνησεν ο έμπορος και του εζήτει ευλογίαν. Του λέγει ο Ιωάννης· «Από ποίον τόπον είσαι»; Ο δε είπεν· «Από την Έδεσσαν». Τότε του λέγει ο Όσιος· «Σεις έχετε εκεί τον Αββάν Συμεών τον σαλόν και ζητείς ευχήν από εμέ τον ανάξιον, όταν εγώ και όλος ο κόσμος χρειάζεται ευχήν από αυτόν»; Έλαβε λοιπόν τον έμπορον εις το σπήλαιον αυτού και τον εφίλευσε πλούσια, όσα ο Θεός του έστειλεν. Ούτος δε εθαύμασε βλέπων πως έφερεν εις την τράπεζαν άρτον ζεστόν και οψάρια ψητά και οίνον ωραιότατον, ταύτα δε εις τοσαύτην πλησμονήν, ώστε εχόρτασαν και επερίσσευσαν. Έπειτα, όταν επήρεν ο έμπορος την συγχώρησιν να αναχωρήση, του έδωκεν ο Ιωάννης άλλας τρεις ευλογίας, δηλαδή άρτους ζεστούς, και του λέγει· «Δώσε του σαλού Συμεώνος, και ειπέ του να εύχεται δια τον αδελφόν του Ιωάννην». Καθώς δε έφθασεν ο έμπορος εις την Έδεσσαν, ω του θαύματος! απήντησεν αυτόν εις την θύραν της πόλεως ο Συμεών, και του λέγει· «Μήπως έφαγες τας τρεις ευλογίας, τας οποίας ο Αββάς Ιωάννης μου έστειλεν; Εάν τας έφαγες να τας πληρώσης κακώς έχων». Εκείνος δε εθαύμασε ταύτα ακούσας, και τον επήρεν ο Συμεών εις την καλύβην του να τον φιλεύση· ώμνυε δε κατόπιν ο έμπορος, ότι του έβαλε και αυτός εις την τράπεζαν από εκείνα τα ίδια φαγητά, όπου ο Ιωάννης τον εφίλευσεν εις την έρημον, και τα ίδια αγγεία, όπου είχεν εκεί, και τα οψάρια. Όταν έφαγον, του έδωκεν ο έμπορος τους τρεις άρτους και ανεχώρησεν εις τον οίκον του, και δεν ετόλμησε να ομολογήση τινος το θαυμάσιον.  Αλλ’ ακούσατε ένα εξαίσιον τερατούργημα όπου έγινε δια προσευχής του Οσίου εις τον ρηθέντα Διάκονον, τον φίλον αυτού, όστις έγραψε τον Βίον του. Τινές κακούργοι εφόνευσαν άνθρωπον, τον οποίον έρριψαν εις την οικίαν του Ιωάννου από το παράθυρον. Όταν εύρον τον νεκρόν εις τον οίκον του θεοφιλεστάτου εκείνου ανδρός, όλοι ενόμισαν, ότι αυτός τον εφόνευσεν. Όθεν έδωκεν ο άρχων κατ’ αυτού την απόφασιν, δια να τον κρεμάσουν. Καθώς λοιπόν τον επήραν οι δήμιοι και τον έφεραν δεδεμένον εις τον τόπον της καταδίκης, δεν έλεγεν άλλον λόγον καθ’ όλον τον δρόμον ειμή μόνον· «ο Θεός του σαλού ας με βοηθήση». Θέλων δε ο Θεός να τον σώση από τοιαύτην συκοφαντίαν, έστειλεν άνθρωπον, όστις λέγει του Συμεών· «Σαλέ άθλιε, τώρα πηγαίνουν να κρεμάσουν τον φίλον σου, εάν δε αυτός αποθάνη εις ολίγας ημέρας θα αποθάνης και συ από την πείναν, ότι άλλος κανείς δεν φροντίζει δια τον εαυτόν σου». Είπε δε εις αυτόν και την πανουργίαν του φονέως ως άνωθεν είπομεν. Τότε ο Όσιος επήγε μόνος εις το κελλίον του, ήτοι εις ένα τόπον απόκρυφον, όπου ηύχετο πάντοτε και τον οποίον κανείς δεν εγνώριζεν, ειμή μόνον αυτός ο φίλος του Ιωάννης· κλίνας δε εκεί τα γόνατα, παρεκάλει τον Κύριον να λυτρώση τον δούλον αυτού από τον προκείμενον κίνδυνον. Όθεν ο Δεσπότης Χριστός επήκουσε τον φίλον του και ωκονόμησε να φανερωθούν οι φονείς ευθύς και να μη αποθάνη αδίκως ο δίκαιος. Όταν λοιπόν έφεραν οι δήμιοι εις την αγχόνην τον Ιωάννην, ήλθον τρεις ιππείς τρέχοντες και διατάσσουν τους δημίους να τον απολύσουν, διότι οι φονείς ευρέθησαν. Λυτρωθείς παραδόξως ο Ιωάννης έδραμεν εις τον άνωθεν απόκρυφον τόπον, βλέπων δε από μακράν τον Συμεών ευχόμενον εφοβήθη· ότι ως σφαίραι πυρός εξήρχοντο από το στόμα του, και ανέβαινον εις τον ουρανόν, γύρωθεν δε αυτού ήτο ως κλίβανος πυρός καιομένου, ο δε Όσιος έστεκεν εις το μέσον του πυρός ευχόμενος· όθεν δεν ετόλμησε να τον πλησιάση, μέχρις ότου απετελείωσε την προσευχήν. Τότε στραφείς ο Όσιος είπε προς τον Διάκονον· «Ούτος ο πειρασμός σου συνέβη, διότι ήλθον χθες δύο πτωχοί και σου εζήτησαν ελεημοσύνην, συ δε ενώ είχες δεν τους έδωσες, αλλά τους απέπεμψες. Μη νομίζης ότι είναι ιδικά σου εκείνα τα οποία δίδεις, ολιγόπιστε; Ο Κύριος λέγει ότι, όστις δώση ελεημοσύνη, θα απολαμβάνη εις τούτον τον κόσμον εκατονταπλάσιον και ζωήν αιώνιον εις τον μέλλοντα. Λοιπόν, εάν πιστεύης, δίδε όσον δύνασαι, εάν δε δεν δίδης, είναι φανερόν, πως είσαι άπιστος». Αυτά και έτερα ψυχωφελή ακούσας ο Ιωάννης, ευχαριστών αυτόν απήλθεν εις την οικίαν του χαίρων. Μίαν πρωϊαν εκράτει ο Όσιος σινάπι τριμμένον εις την αριστεράν του χείρα, εις δε την δεξιάν άρτον, και βυθίζων εις το σινάπι έτρωγεν. Όστις δε ήθελε τον περιπαίξη, ήλειφε με το σινάπι το στόμα του. Ήλθε δε και εις του οποίου οι οφθαλμοί είχον ασπράδα, έχρισε δε ο Όσιος τους οφθαλμούς αυτού με το σινάπι ειπών· «Ύπαγε και πλύσου με σκορδόξυδον, να ιατρευθής, έξηχε», δηλαδή σαλέ· διότι τούτον τον λόγον είχε πάντοτε συνήθειαν να λέγη προς άπαντας. Εκείνος δε επήγεν εις ιατρούς να τον θεραπεύσουν (διότι τον λόγον του σαλού δεν επίστευεν), οίτινες τον ετύφλωσαν ακόμη περισσότερον. Όθεν από την θλίψιν του ηναγκάσθη μίαν ημέραν και είπεν· «Ό,τι μου είπεν ο σαλός θα πράξω, έστω και εάν ήξευρα ότι θα έβγουν οι οφθαλμοί μου όλως διόλου». Ούτος λοιπόν επλύθη με σκορδόξυδον και τόσον ιάθη τελείως, ώστε έγιναν οι οφθαλμοί του καθαροί ως παιδίου μικρού, και έβλεπε θαυμάσια. Τότε περισσώς εθαύμαζεν. Απαντήσας δε αυτόν ο Όσιος, τον συνεβούλευσε λέγων· «Βλέπεις πως ιατρεύθης, έξηχε; Μη κλέψης πλέον του γείτονός σου τας αίγας». Άλλος τις πλούσιος ήτο εκεί εις την Έδεσσαν· τούτου δε εις δούλος έκλεψεν απ’ αυτού πεντακόσια χρυσά νομίσματα, και μη δυνάμενος να τα εύρη, απαντήσας τον Όσιον, τον ηρώτησε λέγων· «Δύνασαι, έξηχε, να μου εύρης τα αργύρια όπου έχασα, και να σου δώσω τα δέκα»; Του λέγει ο Όσιος· «Δώσε μου υπόσχεσιν ότι δεν θα δείρης πλέον κανένα δούλον σου, και να σου είπω που είναι». Αυτός δε έδωκε τον λόγον του με όρκον φρικτόν να τον υπακούση. Τότε είπεν ο Όσιος το όνομα του κλέπτου, και τον τόπον όπου τα έκρυψε, και εύρεν αυτά. Μετά καιρόν δε, θέλων να δείρη ένα των δούλων του ο ρηθείς πλούσιος, έτρεμεν η χειρ του· όθεν ηννόησε πως ήτο του σαλού ενέργεια, και ευρών αυτόν του είπε· «Λύσον με από τον όρκον, σαλέ». Ο δε Όσιος δεν του έδωκεν απάντησιν. Μόνον εφάνη εις τον ύπνον αυτού και του λέγει· «Εάν λύσω τον όρκον, θέλω σκορπίσει τα αργύριά σου, να τα χάσης όλως διόλου. Δεν εντρέπεσαι, άγνωστε, να δέρης τους δούλους σου, όπου αυτοί θα υπάγουν εις την αιώνιον ζωήν, συ δε εις την γέενναν, εάν δεν γίνης συμπαθής προς τους πένητας»; Συνέπασχε δε και συνελυπείτο τους δαιμονιζομένους ο Όσιος και συνηντάτο μετ’ αυτών και προσηύχετο δι’ αυτούς, ώστε πολλούς εθεράπευσε, και πολλάκις εξέπεμπον τοιαύτας φωνάς οι δαίμονες λέγοντες· «Ω βία σαλέ, όλον τον κόσμον χλευάζεις και πειράζεις και ημάς, αναίσχυντε! Φύγε απ’ εδώ, μη βασανίζης και ημάς». Ο δε Όσιος ήλεγχεν όλους όσους ήξευρεν από Πνεύμα Άγιον ότι ήσαν αμαρτωλοί, δηλαδή πόρνους, κλέπτας, επιόρκους και βεβαρημένους άλλους με διάφορα αμαρτήματα και τους ωνείδιζε με τρόπον επιδέξιον, ούτως ώστε επέστρεφεν αυτούς εις μετάνοιαν. Ήτο δε εκεί γυνή τις μάντισσα, ήτις έκαμνε φυλακτήρια, την οποίαν προσεποιείτο ότι ηγάπα και της έδιδεν άρτον, και άλλα φαγητά και ιμάτια όπου του εχάριζαν. Έπειτα της είπε μίαν ημέραν· «Θέλεις να σου κάμω ένα φυλακτόν, να μη σε βλάπτη ποτέ κανείς οφθαλμός»; Του λέγει εκείνη· «Ναι». Ο δε μακάριος έγραψε ταύτα εις Συριακήν διάλεκτον· «Είθε να σε καταργήση ο Θεός και να σε κάμη να παύσης να αποστρέφεσαι απ’ αυτού, και να αποστρέφης και τους άλλους». Τούτο το γράμμα λαβούσα εκράτει επάνω της η μάντισσα και δεν ηδύνατο πλέον να κάμη μαγείαν ή φυλακτήριον. Καθήμενος ποτέ ο Όσιος πλησίον εις κάμινόν τινα, εις την οποίαν έψηνε γυαλιά εις Εβραίος, είπε προς τινας πτωχούς· «Θέλετε να σας κάμω να γελάσετε; Κυττάξετε επιμελώς τι θέλω πράξει». Εγερθείς δε έκαμεν ένα Σταυρόν εις τα υάλινα σκεύη του Εβραίου και εθραύσθησαν τότε επτά αγγεία. Και οι μεν εγελούσαν, ο δε Εβραίος εθυμώθη, και καύσας δια πυράς τον Όσιον τον εδίωξεν. Ο δε Όσιος είπεν εις αυτόν· «Επ’ αληθείας, εάν δεν κάμης Σταυρόν εις το μέτωπόν σου, όλα σου τα αγγεία θέλουν συντριβή». Τότε δε πάλιν, όταν έλεγε ταύτα ο Όσιος, εθραύσθησαν άλλα δεκατρία αγγεία. Τούτο το θαυμάσιον ιδών ο Εβραίος εκατανύχθη, και κάμνων την άλλην ημέραν τον Σταυρόν εις το μέτωπον, δεν εθραύσθη κανέν αγγείον τελείως· όθεν πιστεύσας εις τον Χριστόν εβαπτίσθη. Άλλην φοράν έπλυναν έξω της πόλεως δέκα δημόται τα ενδύματά των και περνών απ’ εκεί ο Όσιος είπεν εις αυτούς· «Έλθετε μετ’ εμού, να σας φιλεύσω, έξηχοι». Οι πέντε λοιπόν επίστευσαν τον λόγον του και τον ηκολούθησαν. Όταν δε τους ωδήγησεν εις ένα τόπον όπου ηθέλησε, τους είπε· «Καθίσατε ολίγον εδώ, έως να έλθω». Πηγαίνων δε παρεμπρός, έκαμεν ευχήν προς τον Θεόν, όστις του έστειλε φαγητά διάφορα, άρτους και οίνον νόστιμον, και τους εφίλευσε πλουσιώτατα. Όταν δε εχόρτασαν, τους έδωκεν όσα επερίσσευσαν λέγων· «Λάβετε ταύτα μαζί σας, να φάγουν αι γυναίκες και τα παιδιά σας· και εάν αφήτε αυτήν την τέχνην, να μη είσθε πλέον δημόται, να σας φθάσουν αυτά τα φαγητά, να τρώγετε έως να αποθάνω». Αυτοί τότε τα επήραν και είπον προς αλλήλους· «Ας δοκιμάσωμεν μίαν εβδομάδα, και εάν δεν ολιγοστεύσουν τα βρώματα, ας αφήσωμεν την αμαρτίαν». Ούτω ποιήσαντες έτρωγαν καθ’ ημέραν, και δεν ωλιγόστευσαν τα βρώματα, ω του θαύματος! αλλά ήσαν την εβδόμην ημέραν ως και την πρώτην ανελλιπή· όθεν επέστρεψαν εις μετάνοιαν, οι δε τρεις απ’ αυτούς έγιναν Μοναχοί. Ούτος ο μακάριος, μεταξύ των άλλων αρετών, είχε την ακτημοσύνην και δεν είχεν άλλο τι εις την καλύβην του, ειμή μόνον ένα φορτίον κλήματα, δια να κοιμάται παραμικρόν· πολλάς δε φοράς διήρχετο όλην την νύκτα άϋπνος, εις την προσευχήν ιστάμενος, βράχων την γην με δάκρυα. Το δε πρωϊ, όταν εξήρχετο από την καλύβην, έκοπτε κλάδους ελαιών ή από άλλα φυτά και κάμνων στέφανον τον εφόρει εις την κεφαλήν, εις δε την χείρα εκράτει άλλον κλάδον φωνάζων· «Νίκα τω Βασιλεί και τη Πόλει». Πόλιν δε έλεγε την ψυχήν, Βασιλέα δε τον νουν. Εζήτησε δε και χάριν παρά του Θεού ο τρισόλβιος να μη μακρύνουν ποτέ τα μαλλιά του και τα γένεια, δια να μην τα κόπτη, και γνωρίσουν ότι ήτο σαλός εκουσίως. Όθεν όλη του η ζωή παρήλθε χωρίς ποτέ να κόψη τας τρίχας της κεφαλής του. Προς δε τον θεοφιλή Διάκονον είπε πολλάκις την αλήθειαν, αλλά τον εφοβέρισε να μη ομολογήση τινός την υπόθεσιν ζώντος αυτού· ει δε και την φανερώση, να λαμβάνη εις τον μέλλοντα αιώνα μεγάλην βάσανον. Όταν δε εγνώρισεν ότι έμελλε να κοιμηθή, προ δύο ημερών είπεν εις αυτόν· «Γίνωσκε, φίλε μου Ιωάννη, ότι σήμερον επήγα και εύρον τον αδελφόν μου τον Ασκητήν Ιωάννην εις την έρημον, και ηυφράνθην πολλά, διότι τον είδα ότι εφόρει τίμιον στέφανον εις τον οποίον γύρωθεν ήσαν γεγραμμένα ταύτα· «Στέφανος υπομονής της ερήμου». Πάλιν δε εκείνος είπε προς με· «Εγώ είδα πως ήλθε τις και σου έλεγεν· «Ελθέ, σαλέ, να λάβης τους στεφάνους των ψυχών, όπου μου έφερες». Εγώ δε, κύριέ μου Διάκονε, δεν έχω κανένα καλόν επάνω μου, ούτε μισθόν ποσώς αναμένω· μόνον παρακαλώ σε να επιμελήσαι πάσαν ψυχήν άπορον, μάλιστα τους Μοναχούς και αναπήρους, και να τους ελεής όσον δύνασαι· ότι οι τοιούτοι δύνανται να μας αξιώσουν της ουρανίου μακαριότητος. Έτι δε σε παρακαλώ να κοπιάσης μικρόν δια την αγάπην μου, να γράψης όλην την αμέλειαν του οικτρού μου Βίου, καθώς σου τον είπα με συντομίαν, ο δε Κύριος θέλει πληρώσει τον κόπον σου. Γίνωσκε δε και τούτο, ότι εις ολίγας ημέρας αναχωρείς και συ από τούτον τον πρόσκαιρον κόσμον, καθώς ο Δεσπότης μου εφανέρωσε· λοιπόν ετοίμασον τα εφόδια και φρόντισον δια την ψυχήν σου, δια να δυνηθής να περάσης τα εναέρια πνεύματα. Ότι ο Κύριος το γινώσκει, πολύν φόβον έχω, έως να τα περάσω και εγώ, να μη με πειράξωσι. Δια τούτο σε παρακαλώ να σπουδάσης και δια τον εαυτόν σου. Και τούτο σου γίνεται εύκολον, εάν φυλάξης αυτά τα δύο· πρώτον να δώσης ελεημοσύνην το κατά δύναμιν και υπέρ την δύναμιν· ότι αυτή η αρετή σου βοηθεί από τας άλλας περισσότερον κατά την Γραφήν: «Μακάριος ο Κύριος». Δεύτερον σε παρακαλώ, να νη πλησιάσης εις το Άγιον Θυσιαστήριον πώποτε όταν έχης με τινα σκάνδαλον, δια να μη εμποδίση η ανομία σου την επιφοίτησιν του Παναγίου Πνεύματος, να υστερηθούν της χάριτός του και οι επίλοιποι». Αυτά και έτερα πλείονα του παρήγγειλεν, από τα οποία του είπε να μη ομολογήση τινός ωρισμένα απ’ αυτά. Έπειτα του είπεν: «Αδελφέ Ιεροδιάκονε, παρακλήθητι, ότι την τρίτην ημέραν προσλαμβάνει ο Κύριος τον σαλόν και ελάχιστον, και τον Αββάν Ιωάννην τον αδελφόν μου, καθώς εγώ χθες σου είπον. Ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην, και μετά δύο ημέρας να έλθης εις την καλύβην μου, και μη μου λησμονήσης του ταπεινού και αμαρτωλού παράφρονος». Ταύτα ειπών ο ταπεινόφρων και μέτριος επήγεν εις την καλύβην αυτού και προσευχόμενος ικανώς εις τον Κύριον παρέδωκε την μακαρίαν ψυχήν του εις χείρας Θεού, τη εικοστή πρώτη του Ιουλίου, μεγάλως υπεραστράψας εις τας αρετάς και εις ένθεα και φρικτά κατορθώματά του, καταπλήξας τους Ασωμάτους Αγγέλους με την θαυμάσιον πολιτείαν του. Όταν δε παρήλθον ημέραι δύο και δεν εφαίνετο ο Όσιος, μετέβησαν οι γνώριμοί του και τον εύρον υποκάτω εις τα κλήματα τελειωθέντα. Τούτο δε το έκαμεν ο πάνσοφος, δια να πιστεύσουν τινές ότι ήτο σαλός, όταν τον ίδωσιν ούτως ηπλωμένον ως κτήνος ανόητα. Εσήκωσαν λοιπόν δύο πτωχοί το λείψανον του Οσίου και επήγαιναν να τον ενταφιάσουν εις το ξενοταφείον ούτως ανεπιμέλητα, καθώς δε διήρχοντο από τον οίκον του Ιουδαίου, περί του οποίου είπομεν ανωτέρω, ήκουσεν ο Εβραίος εντός του οίκου του ευρισκόμενος ψαλμωδίαν τοιαύτην και μελωδίαν τοσούτον θαυμάσιον, την οποίαν δεν φθάνει γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Εκπλαγείς λοιπόν ο Ιουδαίος και προκύψας από το παράθυρον, βλέπει ότι μόνον δύο πτωχοί εσήκωναν το τίμιον λείψανον του πλουσίου εις αρετάς Οσίου, ατενίσας δε εις τον αέρα είδεν άνωθεν του λειψάνου Αγίους Αγγέλους να συνοδεύουν αυτό ψάλλοντες ουράνια άσματα. Τότε εδάκρυσεν από την χαράν και εβόησε λέγων· «Όντως καλότυχος συ και μακάριος, ότι μη έχων ανθρώπους να σε ενταφιάσουν, επήρες τας ουρανίους Δυνάμεις των Αρχαγγέλων και σε συνοδεύωσιν άδοντες υπερκόσμια άσματα». Ταύτα ειπών ο πρώην Ιουδαίος εξήλθε με όλον τον οίκον του και συνοδεύσας το άγιον λείψανον, το ενεταφίασε με πολλήν ευλάβειαν, διηγούμενος εις όλους καταλεπτώς το θαυμάσιον. Ταύτα ακούσας ο θεοφιλής Διάκονος Ιωάννης έδραμεν εις τον τάφον με άλλους πολλούς περίλυπος, ότι δεν ήλθε πρωτύτερα· θέλων δε να τον αναχώση δια να τον ενταφιάσουν με Ιερείς και θυμιάματα, καθώς έπρεπεν, ανοίξαντες τον τάφον, δεν ευρέθη ποσώς (ω του θαύματος!) το τρισόλβιον σώμα του μάκαρος, ότι ο Κύριος το μετέθεσεν όπου ηθέλησε και τότε ο εις εις τον άλλον διηγούντο τα του Οσίου θαυμάσια, όσα ετέλεσε και εποίησεν εις καθ’ έκαστον, και εδόξασαν τον Θεόν, όστις έδωκεν εις τον πιστόν τούτον δούλον του τόσην δύναμιν και χάριν. Ούτος είναι ο Βίος και η θαυμαστή πολιτεία του αοιδίμου Συμεών, δια μέσου του οποίου εποίησεν ο Κύριος τοσαύτα θαυμάσια. Μάλιστα επ’ αληθείας αφήκα και πολλά άγραφα, μόνον δε τα πλέον χρησιμώτερα εσημείωσα, δια να τα αναγινώσκουν πρόθυμα οι ακροαταί και να μη αμελούν και κοιμώνται εις την τούτων ανάγνωσιν. Εκοιμήθη δε και ο μακάριος Ιωάννης ο εν Χριστώ αδελφός και συνασκητής αυτού την ιδίαν ημέραν, ήτοι κατά την σήμερον, καθώς αυτοί εδεήθησαν του Θεού, όστις επήκουσεν ως αγαθός και επλήρωσε την αίτησιν αυτών καθώς και αυτοί εφύλαξαν τας εντολάς του απαρασάλευτα και εδώ μεν ηξίωσε να λυτρωθώσιν εις την ιδίαν ημέραν από τους σωματικούς αγώνας και έπαθλα, εκεί δε ανέπαυσε τας ψυχάς αυτών εις ομοίαν δόξαν και ανάπαυσιν αιώνιον. Ής γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν τη αυτού χάριτι και φιλανθρωπία, ω πρέπει τιμή και προσκύνησις συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι πάντοτε νυν και εις τους αιώνας. 

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΗΛΙΑΝ – ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ολίγοι ημίν σήμερον οι παραγενόμενοι· άρα τι το αίτιον; Μνήμη Μαρτύρων επιτελούμεν, και ουδείς ημίν απήντησεν· άρα το διάστημα της οδού εις ραθυμίαν ενέβαλε; Μάλλον δε ου το διάστημα της οδού, αλλ’ η ραθυμία αυτούς ενεπόδισεν. Ώσπερ γαρ τον σπουδαίον και διεγηγερμένον τη προαιρέσει ουδέν δύναται κωλύσαι, ούτω δη τον ράθυμον και αναπεπτωκότα πάντα δύναται κωλύσαι. Οι Μάρτυρες το ίδιον αίμα εξέχεον υπέρ της αληθείας, συ δε ουδέ βραχείας οδού καταφρονείς; Εκείνοι την κεφαλήν απέθεντο δια τον Χριστόν, συ δε ουδέ έξω της πόλεως απαντήσαι θέλεις δια τον Δεσπότην; Ο Δεσπότης δια σε απέθανε, και συ δι’ αυτόν οκνείς; Μνήμη Μαρτύρων, και συ ραθυμείς και αναπέπτωκας; Δέον εστί σε παραγενέσθαι και ιδείν τον διάβολον ηττώμενον, και Μάρτυρα νικώντα, και Θεόν δοξαζόμενον, και Εκκλησίαν στεφανουμένην. Αλλ’ η πρόφασις αυτών αύτη· αμαρτωλός ειμι, φησί, και ου δύναμαι απαντήσαι. Αυτό γαρ τούτο, ότι αμαρτωλός ει, απάντησον ίνα μη εκπέσης της δικαιοσύνης. Τις δε των ανθρώπων άνευ αμαρτίας, ειπέ μοι; Αλλά δια τούτο θυσία και Εκκλησία, δια τούτο ευχαί και νηστείαι, επειδή πολλά τα τραύματα της ψυχής· δια τούτο και τα φάρμακα κατ’ αυτών εύρηνται, και προς έκαστον των τραυμάτων της ψυχής κατάλληλον φάρμακον κατεσκευάσθη. Έχεις Εκκλησίαν θυσίας επιφερομένην, ευχάς Πατέρων, Πνεύματος Αγίου χορηγίαν, Μαρτύρων μνήμας, συναθροισμών Αγίων, και πολλά τοιαύτα δυνάμενά σε από αμαρτίας ανακαλέσασθαι εις δικαιοσύνην· ουκ απήντησας εις ευχήν Μαρτύρων, ποίαν έχεις συγγνώμην; Ουδέν  των δεινών εν τω μέσω, και ενεποδίσθης της προς τους Μάρτυρας ομονοίας; Αλλ’ φροντίς σε βιοτική εκράτησεν; Έτι μείζον το έγκλημα. Μικράν ώραν ουκ εδάνεισας τω Θεώ, ίνα λάβης ολόκληρον ημέραν; Αμαρτωλός ειμι, φησί, και ου δύναμαι· επειδή αμαρτωλός ει, δια τούτο είσελθε· ή ουκ οίδας, ότι και αυτοί οι τω θυσιαστηρίω παρεδρεύοντες αμαρτίαις εισί προσηλωμένοι; Σάρκα γαρ εισιν ενδεδυμένοι, και αίματι συμπεπλεγμένοι, και οστέοις εισί συνδεδεμένοι, και αυτοί ημείς οι επί του θρόνου καθεζόμενοι και διδάσκοντες, αμαρτίαις συμπεπλέγμεθα. Αλλ’ ουκ απογινώσκομεν της του Θεού φιλανθρωπίας, ουδέ απανθρωπίαν αυτώ περιάπτομεν· πάντες γαρ άνθρωποι εσμεν εκ των αυτών συμπεπλεγμένοι, και ου παραιτούμεθα την διδασκαλίαν, εις το πέλαγος αφορώντες της του Θεού φιλανθρωπίας. Και υμείς αμαρτήσαντες εάν εισέλθητε, ου τοσούτον το έγκλημα· υπό γαρ διδασκαλίαν εστέ· ημείς δε όσω μάλλον τω αξιώματι υπερέχομεν, τοσούτω και τω εγκλήματι υποκείμεθα· άλλο γαρ εστι τον διδασκόμενον αμαρτάνειν, και άλλο τον διδάσκοντα· αλλ’ όμως ου παραιτούμεθα τούτο, ίνα μη προφάσει ταπεινοφροσύνης εις ραθυμίαν εμπέσωμεν. Και τούτο κατά θείαν διοίκησιν γέγονε, το τους ιερείς και αυτούς αμαρτίαις υποπεσείν. Και άκουσον πως εστιν· οι διδάσκαλοι αυτοί και οι ιερείς, ει μη ημάρτανον, μηδέ υπέκειντο τοις πάθεσι του βίου, απάνθρωποι ήμελλον είναι περί τους άλλους και ασύγγνωστοι· αλλά δια τούτο και αυτούς τους ιερείς πάθεσι δουλεύειν παρεσκεύασε, και τους άρχοντας, ίνα εξ ων αυτοί πάσχουσι, και τοις άλλοις συγγνώμην διδώσι. Και αεί ούτω διώκησεν ο Θεός, και ου μόνον νυν, αλλά και πάλαι, και οις έμελλεν εμπιστεύσαι την Εκκλησίαν και τον λαόν, τούτοις συνεχώρησεν αμαρτία υποπεσείν, ίνα εκ των οικείων πταισμάτων φιλάνθρωποι γένωνται περί τους άλλους. Ει γαρ μη ημάρτανον αυτοί, ουδεμίαν συγγνώμην είχον δούναι τοις αμαρτάνουσιν, αλλ’ απάνθρωποι γενόμενοι πάντας εκθερίζειν είχον της Εκκλησίας. Ότι δε ταύτα τούτον έχει τον τρόπον, και τούτο ου στοχαζόμενος λέγω, φέρε εξ αυτής της θεωρίας είπωμεν. Πέτρος έμελλε πιστεύεσθαι τας κλεις της Εκκλησίας, μάλλον δε και επιστεύθη τας κλεις των ουρανών, και ήμελλε πιστεύεσθαι το πλήθος του λαού. Τι γαρ φησι προς αυτόν ο Δεσπότης; Ο εάν δήσης επί της γης, έσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ο εάν λύσης επί της γης, έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς. Τι δε μέχρι Πέτρου εστώς την υπόθεσιν ταύτην τοσαύτην είρηκα, και ουκ ανέρχομαι μικρώ τω λόγω επί άλλο πρόσωπον; Φέρε μοι εις το μέσον λέγω δη Ηλίαν, τον Προφήτην εκείνον, τον επίγειον Άγγελον και επουράνιον άνθρωπον, τον χαμαί βαδίζοντα και τα ουράνια ηνιοχούντα, τον τρίπηχυν άνθρωπον και υψηλοβατούντα, και εις αυτάς αναπετασθέντα του ουρανού τας αψίδας, τον των υδάτων ταμίαν ου η γλώττα θησαυρός εγένετο των υδάτων και κλεις των ουρανών· ο πένης και πλούσιος, ο ιδιώτης και φιλόσοφος· πένης μεν, ότι μηδέν εκέκτητο, πλούσιος δε, ότι τα νέφη του υετού εν τη γλώττη κατείχε. Και αυτός απότομος ην περί τους αμαρτάνοντας ούτως ως εύξασθαί ποτε υετόν μη δούναι· και τι λέγει; Ζη Κύριος, φησίν, ει έσται υετός επί της γης, ει μη δια στόματός μου. Τι ποιείς, Ηλία; Τι αποφαίνει; Καν εύξαι τον Δεσπότην, και ούτω πλήρωσον τον λόγον. Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου. Που εισιν οι αιρετικοί οι λέγοντες, ότι ο Υιός του Θεού εύχεται; Άθλιε και ταλαίπωρε και αναίσχυντε·Ηλίας αποφαίνεται, και ο Υιός εύχεται; Ο δούλος κελεύει, και ο Δεσπότης παρακαλεί; Ουδέ ως τω Ηλία χαρίζη αυτώ την τιμήν; Ου θέλεις ως τω δούλω ούτω και τω Δεσπότη την ισομοιρίαν χαρίσασθαι; Ουκ εύχεται εκείνος, ουδέ παρακαλεί, αλλά λόγον αληθείας προέβαλε, και τον ουρανόν έκλεισεν. Εύξαι πρώτον, Ηλία. Αλλά τι Ηλίας; Οίδα τον εμόν Δεσπότην, ότι υπακούει μου· από γαρ ζήλου τούτο ποιώ. Ω καινών και παραδόξων πραγμάτων! Είδες Δεσπότην υπό ευνοίας δούλου νενικημένον; Και γαρ ο Ηλίας από ζήλου πολλού τούτο εποίησεν. Έβλεπε γαρ πολλά άτοπα γινόμενα· έβλεπε πορνείαν μετά πολλής της κακίας πολιτευομένην. Νυξ γαρ ην, δι’ ο και κατείχε την οικουμένην άπασαν· νεφέλη πυκνοτάτη εκάλυπτε τα σύμπαντα. Πάντες γαρ προέκοπτον επί το κακόν· οικουμενικόν ην ναυάγιον, ουχ υδάτων, αλλά ασελγείας· σωφροσύνη εκποδών, και ακολασία επομπεύετο· αρετή εδιώκετο, και κακία ενηβρύνετο· βουνοί και όρη και νάπαι, και οδοί, και ταμεία και ο αήρ εμολύνετο· ο ήλιος εκαπνίζετο, η γη εμιαίνετο, ο ουρανός εξουθενείτο, η κτίσις πάσα ενόσει από ειδωλολατρίας· ως εν νυκτί πάντες περιεπάτουν, ουδενί προσέχοντες των κτισμάτων, λίθον έβλεπον και ως θεόν προσεκύνουν· ξύλον έβλεπον, και τούτο ομοίως θεόν ενόμιζον. Νυξ αυτούς είχε πυκνοτάτη· τον κτίστην έβλεπον, και τοις κτίμασι προσεκύνουν. Ηλίας μόνος ην τον λύχνον έχων της αρετής, καθάπερ επί κορυφής όρους της φιλοσοφίας καθεζόμενος και ασκών, μόνος μεν έχων τον λύχνον της ευσεβείας, ουδένα δε ωφέλει το φώτισμα δια το κάρω αυτούς κατακείσθαι, και ειδωλολατρία αυτούς κατέχεσθαι. Εμαίνετο ουν ο Ηλίας, επρίζετο, ωδύρετο, ρήματα ελάλει, ουδείς ήκουε· παρεκάλει, ουδείς ηνέσχετο· λοιπόν από ζήλου προσαγαγείν αυτούς θέλει και παιδεύσαι, ίνα καν ούτω τω λιμώ τηκόμενοι επί τον Δημιουργόν τη ευχή φθάσωσιν, ίνα ο λιμός υπόθεσις αυτοίς γένηται ευσεβείας. Αλλ’ ουδέν δύναται αυτούς, φησι, παιδεύσαι ο λιμός· ούτω γαρ πανταχόθεν στενούμενοι επί τον πάντων κτίστην χωρήσουσι. Τι ουν Ηλίας; Ζη, φησι, Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου. Εξήλθεν ο λόγος του Προφήτου, και ευθέως ο αήρ μετεβλήθη, ο ουρανός χαλκός εγένετο, ου την φύσιν μεταβαλών, αλλά την ενέργειαν χαλινωθείς· ευθύς τα στοιχεία μετεσχηματίζετο. Ενέπεσεν ο λόγος του Προφήτου, καθάπερ πυρετός, εις τας λαγόνας της γης, και πάντα ευθύς εξηραίνετο, πάντα ηρημούτο, πάντα εξηφανίζετο· έβλεπον ευθέως βοτάνας ξηραινομένας, και φυτά και δένδρα κάρπιμα και άκαρπα, τα εν πεδίοις, τα παρά θάλασσαν, πάντα αθρόως ξηραινόμενα, πάσαν έμψυχον ηλικίαν αφανιζομένην, οδυρμόν παιδίων και κλαυθμόν μητέρων, και απογνωσίαν πολλήν. Εις λόγος του Προφήτου εξήλθε, και βλέπε πόσα ειργάσατο. Πάντα τοίνυν απέθνησκον, τα θηρία, τα κτήνη, τα παιδία, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πετεινά, άπαντα· οικουμενικόν ναυάγιον ην, και η συμφορά πάσαν ομού κατέλαβε την γην· ουδείς ανεσώζετο, αλλά πάντες από της αβροχίας απέθνησκον, τα φυτά εξηραίνετο, πηγαί, ποταμοί, λίμναι, και πάντα απλώς απώλοντο. Οικουμενικόν ναυάγιον κατείχε πάσαν την οικουμένην, ου δι’ ύδατος, αλλά δι’ αβροχίας· ο ουρανός εδέδετο, και λοιπόν επείχετο, και την φύσιν όλην μετέβαλε. Πάντα ουν απέθανε θεηλάτω οργή και απώλετο· ουκ έμελε δε τω Ηλία περί ουδενός· εμέθυε γαρ τω ζήλω· πάσα ουν άωρος ηλικία ετελεύτα. Τι ποιείς, Ηλία; Έστω οι νεανίσκοι ήμαρτον· τι τα παιδία παιδεύονται; Έστω, οι άνθρωποι ήμαρτον, τι τα κτήνη συναποθνήσκουσι; Τοσαύτην ασπλαγχνίαν περιβέβλησαι; Ουδενός σοι μέλει περί των ανθρώπων· ου γυναίκα έχεις, ου παιδίον· καταφρονείς των απολλυμένων. Τι ουν ο Θεός προς αυτόν; Άπελθε, φησίν, επί τω ποταμώ Χοράθ, και εντελούμαι κόραξι του διατρέφειν σε εκεί. Πάλιν αν ηδέως εροίμην τον Ιουδαίον εις μέσον αγαγών, ίνα δείξω αυτώ ότι ο νόμος τα του νόμου ανέτρεπε, και αυτός εις εαυτόν ούτε το στάσιμον, ούτε το όρθιον είχεν· ου γαρ ην αλήθεια, αλλά σκιά· εκείνα σκιά, ταύτα αλήθεια· εκείνα τύπος, ταύτα πράγματα. Ον σέβη Ηλίαν, ον προσδοκάς έρχεσθαι, περί ου πολύν έχεις τον λόγον, και Προφήτην αυτόν καλείς, ούτος πως υπό κόρακος ετρέφετο; Ο γαρ κόραξ κατά τον νόμον ακάθαρτος, και ούτως ο νόμος διηγόρευσεν ακάθαρτον είναι τον κόρακα. Και πως ουν ο Προφήτης ετρέφετο υπό του ακαθάρτου κόρακος; Ει γαρ ο νόμος ακάθαρτον τον κόρακα έλεγε, πάντως ο εκτου κόρακος τρεφόμενος ακάθαρτος αν είη; Αλλά τούτο ουκ ην, άπαγε, μη γένοιτο! Αλλ’ ο Ηλίας υπό κόρακος ετρέφετο, ουδέν ακάθαρτον των υπό Κυρίου κτισθέντων νομίζων. Είτα εκείθεν, επειδή χρόνος διήλθε, και λοιπόν ο ποταμός εξηράνθη, εγείρει τον Προφήτην εις τροφήν. Άπελθε, φησίν, εις Σαρεφθά της Σιδωνίας, και εντελούμαι γυναικί χήρα του διατρέφειν σε εκεί· τούτο δε κατά τινα οικονομίαν ο Θεός εποίει. Επειδή γαρ ουκ ήδει Ηλίας τα γινόμενα (εν ενί γαρ τόπω εκαθέζετο, ουκ έβλεπε την οικουμενικήν συμφοράν, πως πάντα εξηράνθη, πως αι λίμναι, πως οι ποταμοί, πως τα φυτά, πως τα δένδρα, πως τα άωρα, πως τα ώριμα, πως τα έγκαρπα, πως τα άκαρπα, πως τα παρά πηγαίς, τα παρά λίμναις των υδάτων, την άλωσιν των πτηνών, των κτηνών, των άλλων απάντων, των παιδίων τον θάνατον, των μητέρων τους ολολυγμούς, την οικουμενικήν εκείνην συμφοράν), εγείρει αυτόν ο Θεός, και ποιεί αυτόν άπειρον γην οδεύσαι εκείθεν έως Σιδώνος, ίνα καν ούτως ιδών Ηλίας τα γενόμενα, αξιώση τον Δεσπότην αυτού δούναι υετόν. Πέμπει ουν αυτόν δια τούτο την μακράν οδόν εκείνην, ουχ ως μη δυνάμενος αυτόν εκεί τρέφειν ο Θεός, αλλ’ ως θέλων επιδείξαι τω Ηλία την συμφοράν, ίνα αξιώση αυτόν περί βροχής. Ηδύνατο μεν γαρ και αυτός χωρίς τούτου, αλλ’ ουκ ηθέλησεν υβρίζειν τον ίδιον ικέτην, των μεν κακών εκείνον εάσας είναι πρόξενον, των δε αγαθών εαυτόν· αλλ’ εξεδέχετο την του δούλου παράκλησιν. Είτα ουδέ ούτως εκείνος εκάμπτετο, αλλά απονοία τινι κεχρημένος ούτως εβάδιζε την οδόν, ασπλαγχνίαν περιβεβλημένος, ουδενός λόγον ποιούμενος· ώσπερ είπον γαρ από ζήλου εμέθυε. Τι απονενόησαι, Ηλία; Τι τοσαύτην ανεδύσω απανθρωπίαν; Έκδεξαι ολίγον, και ελεγχθήση και αυτός υπό αμαρτίαν ων. Δια την αμαρτίαν των ενοικούντων αυχμόν εκάλεσας, και ουρανόν έκλεισας, και γην εχαλίνωσας και τον δρόμον της φύσεως εκράτησας, και ουδέ αξιώσαι βούλει περί των γεγενημένων; Μετ’ ου πολύ και αυτός ελεγχθήση υπό αμαρτίαν ων και φιλανθρωπίας τυχών παρά του Δεσπότου σου, ίνα φιλανθρωπότερος γένη περί τους συνδούλους σου. Σήμερον δε υπέρ των αυτών δια τούτο εξήλθον τον λόγον ειπείν, ότι δια τούτο ουκ εγένετο άγγελος ιερεύς, αλλ’ άνθρωπος εξ ανθρώπου, ίνα μη παρά αναμαρτήτου αναιρώνται οι αμαρτάνοντες. Ει γαρ άγγελος ην μη αμαρτάνων ο ιερεύς, τους αμαρτάνοντας παραχρήμα αν εκόλαζεν· αλλά δια τούτο άνθρωπος γέγονεν, ίνα συγγινώσκη τω ομοιοπαθεί, υπόμνησιν λαμβάνων εκ των ιδίων παθών τοις ομοφύλοις. Είτα παρηγάγομεν, ότι και τους μεγάλους, οις έμελλε πιστεύειν λαόν πολύν, συνεχώρησεν αμαρτία υποπεσείν, και συγγνώμην αυτοίς δούναι, ίνα μετά ταύτα και αυτοί εξ ων επαιδεύθησαν φιλανθρωπότεροι γένωνται. Και Πέτρον παρήγαγον τον τοιούτον Απόστολον, συγχωρηθέντα μεν αμαρτήσαι, μετανοία δε εξαλείψαντα την αμαρτίαν τη του Θεού φιλανθρωπία. Δεύρο δη και επί τον Ηλίαν επανέλθωμεν, και δείξωμεν αυτού το πέλαγος των κατορθωμάτων, ότι Θεός μεν ηθέλησε φιλανθρωπεύσασθαι, Ηλίας δε ουκ εφιλανθρωπεύσατο· και ήθελε δούναι υετόν, αλλ’ εζήτει αξίωσιν παρά του δούλου. Τι ουν; Παρήλθεν ο Ηλίας όλην την οδόν, και ήλθεν εις Σαρεφθά της Σιδωνίας, και είδε γυναίκα χήραν τινά ξυλευομένην. Αλλ’ όμως βλέπε του Ηλία την φιλοσοφίαν και την πίστιν. Πάλιν άλλο πέλαγος αυτόν διεδέξατο αρετής. Ουκ είπε τω Θεώ, προς τίνα με πέμπεις; Τοσούτους με ποιείς κινδύνους υπομείναι, και προς χήραν με πέμπεις εις έσχατον λιμόν; Μη γαρ ουκ εισίν άλλοι άνδρες ευπορώτεροι, δυνάμενοι την πενίαν μου παραμυθήσασθαι; Αλλά τοσαύτην γην βαδίζω, ίνα προς χήραν απαντήσω, εις αυτήν την συμφοράν των κακών, και ου μόνον χήραν,αλλά και πενιχράν; Εννόησον πως ουδέν τούτων είπεν ο θεράπων· εθάρρει γαρ τω εαυτού Δεσπότη τω εκ των αδυνάτων δυνατά ποιούντι. Άπελθε, φησίν, εις Σαρεφθα της Σιδώνος, και ιδού μία χήρα ξυλευομένη. Τι ουν επιβαίνεις έτι, Ηλία; Τι δε προστρέχεις τη χήρα; Είδες τα προπύλαια της πενίας, μη ερώτα τα πάθη της μετριότητος· είδες την είσοδον της πενίας, μηδέν ερώτα περί των ένδον. Που επεισέρχη Ηλία; Είδες ξυλευομένην και τραφήναι ζητείς παρ’ αυτής; Αλλ’ όμως έχων ενέχυρον του Δεσπότου τον λόγον, απήει διαλογόμενος τη χήρα. Και τι φησι; Δος μοι μικρόν ύδωρ, ίνα πίω. Οράς σοφίαν του Ηλιού; Πως ουκ ευθέως επί το ισχυρότερον απήλθεν, αλλ’ επί το ευτελέστερον; Ουκ είπε· δος μοι άρτον, αλλά δος μοι ύδωρ. Πρώτον ύδωρ ζητεί, στοχαζόμενος ότι, αν ευπορήση ύδατος, δύναται και άρτον ευπορήσαι. Δος μοι, φησί, μικρόν ύδωρ. Απελθούσα δε η χήρα ήνεγκεν αυτώ, και έπιε· και ούτω θαρσήσας φησί· λήψει δη μοι και ψωμόν άρτου, και φάγομαι. Η δε είπε προς αυτόν· Ζη Κύριος, ει έστι μοι εγκρυφίας, αλλ’ ή όσον δραξ αλεύρου εν τη υδρία, και ολίγον έλαιον εν τω καμψάκη, ο ποιήσομεν και φαγόμεθα εώ τε και τα παιδία μου, και αποθανούμεθα. Τι ουν ο Ηλίας; Άπελθε, φησί, και ποίησόν μοι εγκρυφίαν καταμόνας και φάγω, και ούτω ποιήσεις τοις τέκνοις σου, και φάγονται. Τι ποιείς, Ηλία; Έστω, άρτον θέλεις, τι και καταμόνας και εν πρώτοις ζητείς; Ου γαρ οφείλεις ευχαριστήσαι, ίνα μετά των τέκνων φάγεις; Συ θέλεις φαγείν μόνος, και λιμώ τα τέκνα πνίξαι; (Πνίξαι ου θέλω, αλλ’ ευεργετήσαι θέλω· οίδα την αφθονίαν του εμού Δεσπότου). Αλλ’ όμως η χήρα ουκ εταράχθη ουδέ ενενόησέ τι τοιούτον ατόπημα, ούτε είπε· Συ ει ο τον λιμόν τούτον ποιήσας, και εν τοις λειψάνοις του λιμού διατραφήναι θέλεις παρ’ εμού; Ούτε είπεν, ότι τοιούτον κόσμον παρήλθες, και προς εμέ ήλθες λιμώ καταφθείραι τα παιδία μου, ουτός αίτιος του λιμού γενόμενος; Αλλ’ Αβραμιαία τις γενομένη η γυνή εισελθούσα εποίησε κατά το ρήμα του Προφήτου, και ην ιδείν του Αβραάμ μάλλον την χήραν φιλοξενεστέραν. Εκείνος μεν γαρ εύπορος ων, εξένισεν αγγέλους· αύτη δε εκ λιμού προσδοκώσα θάνατον, εξένισε τον Προφήτην. Και ην ιδείν την φύσιν καταφρονουμένην, και φιλοξενίαν τιμωμένην· ην ιδείν σπλάγχνα ριπτόμενα, και Προφήτην δεχόμενον· ολόκληρον δήμον τέκνων τάφον ειργάσατο· όσον γαρ εις προαίρεσιν της χήρας, εκείνα τετελευτήκασιν, όσον δε δια την του Θεού φιλανθρωπίαν, έζων και εκρατύνοντο. Ουκ οίδα πως εγκωμιάσω την χήραν· πως τέκνων κατεφρόνησε και φιλοξενίαν εποίησε, πως η φύσις αυτή ου κατενάρκησε, πως η μήτρα ουκ ηλλοιώθη, πως τα σπλάγχνα ου διελύθη βλέποντα δήμον ολόκληρον τέκνων υπό λιμού μέλλοντα φθείρεσθαι. Αλλ’ ανωτέρα πάντων εγένετο, και τον Προφήτην εξένισεν. Ως έλαβε δη ο Προφήτης και έφαγε, λοιπόν τας αμοιβάς αποδίδωσιν· έσπειρε φιλοξενίαν η χήρα, και ευθύς τον στάχυν κομώντα της φιλοξενίας εθέρισε. Τι γαρ φησι προς αυτήν Ηλίας; Ζη Κύριος, η υδρία του αλεύρου ουκ εκλείψει, και ο καμψάκης του ελαίου ουκ ελαττονήσει. Και εγένετο η δεξιά της χήρας ληνός, και η αριστερά άλων, και δράγματα εν ανάγκη τον καρπόν παρέχοντα, και δια του λόγου του Προφήτου την χήραν διατρέφοντα. Ληνός και άλων εγένετο η οικία της χήρας· ου βροχή, ουχ υετός, ουκ έαρ, ου θέρος, ου καύμα, ουκ ανέμων ανάγκαι, ου καιρών αλλαγαί, αλλά μόνος εις λόγος προελθών, και αυτός από της οικείας γνώμης εξενεχθείς, χορηγεί την αφθονίαν τη χήρα. Είτα εκείθεν, ίνα συντέμω τον λόγον, απήλθε προς Αχαάβ τον βασιλέα. Λέγω νυν αυτού τα κατορθώματα, ίνα εάν ίδης αυτόν αμαρτήσαντα, μάθης την του Θεού χάριν έχουσαν φιλανθρωπίαν. Τι ουν προς αυτόν ο Αχαάβ; Συ ει ο διαστρέφων τον Ισραήλ; Ο δε προς αυτόν· ουχί, αλλά συ και ο οίκος του πατρός σου. Είδες παρρησίαν Προφήτου, πως τον βασιλέα ήλεγξεν; Είτα, ότε εν τω όρει εκαθέζετο, και ήλθε προς αυτόν πεντηκόνταρχος λέγων· Άνθρωπε του Θεού, κατάβηθι, ο βασιλεύς σε καλεί· ο δε προς αυτόν. Και ει εγώ άνθρωπος του Θεού, καταβήτω πυρ εκ του ουρανού, και καταφαγέτω σε και τους πεντήκοντά σου. Είτα εκ δευτέρου άλλος πεντηκόνταρχός φησιν. Άνθρωπε του Θεού, κατάβηθι, ο βασιλεύς χρείαν σου έχει. Και τι προς αυτόν ο Ηλίας; Και ει εγώ άνθρωπος του Θεού, καταβήτω πυρ εκ του ουρανού, και καταφαγέτω σε και τους πεντήκοντά σου. Είτα πάλιν, ότε ήλθεν εις συμβολήν της ευχής, εκάλεσε τους ιερείς της Βάαλ της αισχύνης λέγων· Ευξώμεθα και είπε· Ποιήσατε υμείς θυσιαστήριον καταμόνας, και εκλέξατε δύο βόας, και επίθετε ξύλα κατά τον ένα βουν, και πυρ μη επίθετε, καγώ ποιήσω ούτω· και επικαλείσθε εν ονόματι θεών υμών, καγώ εν ονόματι του Θεού μου, και έσται, ος αν Θεός επακούση εν πυρί, ούτος Θεός αληθινός. Είτα αποίησαν οι ιερείς της αισχύνης θυσιαστήριον, και ήρξαντο επικαλείσθαι την Βάαλ λέγοντες. Επάκουσον ημών, Βάαλ, επάκουσον ημών. Ως δε πολλής ευχής γενομένης ουδείς ην ο επακούων (ουκ ην γαρ φωνή, και ουκ ην ακρόασις), είτα εξεδέχετο ο Ηλίας μακροθυμών ευχομένων εκείνων· ως δε είδεν ότι πολλή μεν αυτών η διάστασις, ουδείς δε ο υπακούων, κωμωδεί αυτούς λέγων· Βοήσατε μέγα, μη ποτε καθεύδη η θεός υμών. Είτα ως μεσημβρία γέγονε, και προέκοψεν η ώρα λέγει αυτοίς· Μετάστητε από του νυν, ίνα ποιήσω καγώ το ολοκαύτωμά μου. Και εποίησε θυσιαστήριον, και επέθηκε τα ξύλα, και είπε· Φέρετε ύδωρ κύκλω του θυσιαστηρίου, και έφερον. Δισσώσατε, και εδίσσωσαν. Τρισσώσατε, και ετρίσσωσαν. Αλλ’ όρα και τούτο δια τι ποιεί ο Ηλίας. Επειδή έθος τη πλάνη τη αληθεία τα ίδια προσάπτειν, όπερ αι γυναίκες αι πόρναι ποιούσι, και προλαμβάνουσι, και τας ελευθέρας πόρνας καλούσιν, ίνα μη έχωσιν εκείναι τι ανθυβρίσωσιν.  Αλλ’ όμως Ηλίας και εν τούτω σοφίζεται· δια τι; Αλλ’ ο μέλλω λέγειν, θεατής αυτός γέγονα. Εν τοις βωμοίς των ειδώλων οπαί εισι κάτωθεν του θυσιαστηρίου, και έστι τις λάλλος κάτωθεν αφανής, και κατέρχονται οι της πλάνης εργάται εν τω λάκκω, και ούτω ταις οπαίς εκείναις κάτωθεν το πυρ άνω εκφυσώσιν εις την θυσίαν, ως πολλούς απατάσθαι, και νομίζειν ουράνιον είναι το πυρ. Ίνα ουν μη και ο Ηλίας τοιούτον τι υπονοηθή ποιείν, επέχεε το ύδωρ, ίνα την οπήν το ύδωρ ελέγξη· ανάγκη γαρ όπου οπήν ευρίσκει το ύδωρ, ου στήκει, αλλά κατέρχεται. Ενέπλησεν ουν το θυσιαστήριον, και εύχεται λέγων. Επάκουσόν μου, Κύριε, εν πυρί σήμερον· επήκουσάς μου εν ύδατι, επάκουσόν μου και εν πυρί. Και ιδού, καλέσαντος αυτού, εν τάχει πυρ κατέβη εκ του ουρανού, και κατέφαγε την θυσίαν, και τους λίθους, και το ύδωρ εξέλειξε το πυρ. Και τι φησι τω λαώ; Συλλάβετε τους ιερείς της αισχύνης· μηδείς σωθήτω εξ αυτών· και έλαβον, και ανείλον αυτούς, τετρακοσίους τε και πεντήκοντα ιερείς της Βάαλ, και τετρακοσίους των υψηλών. Ήκουσε ταύτα Ιεζάβελ η γυνή του Αχαάβ τα γεγενημένα, και πέμπει προς τον Ηλίαν λέγουσα· Τάδε ποιησάτωσάν μοι οι θεοί, και τάδε προσθείησάν μοι, ει μη αύριον θήσω την ψυχήν σου ως την ψυχήν ενός αυτών· και ακούσας Ηλίας έφυγε. Που Ηλίας ο τοσούτος και τηλικούτος; Σκοπός γαρ μοι δείξαι, ότι αμαρτία υπέπεσε· λέγω την αμαρτίαν ου κατηγορών του δικαίου, αλλ’ υπόθεσιν σωτηρίας πραγματευόμενος, ίνα όταν ίδης εκείνους αμαρτήσαντας, μη απογνόντας δε εαυτών, αλλά της του Θεού φιλανθρωπίας τυχόντας, συ εάν αμαρτήσης, περισσοτέραν ελπίζης την σωτηρίαν. Επειδή είπεν Ιεζάβελ, τάδε ποιήσαιέν μοι οι θεοί, και τάδε προσθείησάν μοι, ει μη αύριον θήσω την ψυχήν σου ως την ψυχήν ενός εξ αυτών, ήκουσεν Ηλίας, και έφυγεν οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Ω δειλίας υπερβολή! Γυναικός ήκουσε ρήμα, και τεσσαράκοντα ημέρας οδώ βαδίζων έφυγεν· ου μίαν ημέραν, ου δευτέραν, ου τρίτην, αλλ’ άμα τε ο λόγος της γυναικός εισήλθεν εις τον Προφήτην, και από της δειλίας ουκ οίδε τι έπραττε, τοσαύτην φυγήν απερχόμενος. Τι εστί σοι, Ηλία; Συ ει ο τον ουρανόν κλείσας, και την βροχήν χαλινώσας, ο τω αέρι επιτάξας, και τω πυρ άνωθεν καλέσας, ο σφάξας τους ιερείς, ο ειπών τω βασιλεί Αχαάβ, συ ει ο διαστέφων τον Ισραήλ, και ο οίκος του πατρός σου· ο ειπών· Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου· ο την οικίαν της χήρας άλωνα και δράγματα ποιήσας, ο τοις στοιχείοις επιτάξας, λόγον πόρνης ήκουσας και έφυγας, και μία γυνή αιχμάλωτον απάγει; Αι δύο ακροπόλεις υπό γυναικός ηλέγχθησαν· Πέτρος κόρην εφοβήθη, και ούτος την Ιεζάβελ· τοις αυτοίς περιέπεσον αμαρτήμασι. Και έφυγεν Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Που έστιν ο ζήλος σου, Ηλία, ότε έλεγες, Ζη Κύριος, ει έσται υετός, ει μη δια στόματός μου; Ότε τον βασιλέα ήλεγχες, ότε το πυρ εκάλεσας; Τοσαύτα εποίησας, και μιας γυναικός λόγον ουκ εβάστασας; Που έστιν ο τόνος σου, ότε ουκ ήθελες τον σον Δεσπότην αξιώσαι ίνα δω υετόν επί της γης;  Έλεγε γαρ σοι δι’ εναργών αποδείξεων, αξίωσόν με δυνάμενον και άνευ σου δούναι, αλλ’ ουκ ηθέλησα, ίνα ώσπερ των κακών εγένου πρόξενος, ούτω και των αγαθών άρχων γένη. Ειργάσω γαρ, Ηλία, έργον ασπλαγχνίας μεστόν· ο δε Θεός ελεεί την συμφοράν, ότι πάντων αυτός κτίστης, και πάντων δημιουργός· ομοίως δε πάντων κηδεμών, και ηθέλησέ σου χαυνώσαι την απανθρωπίαν, και συ επέμενες αυτή. Έλεγέ σοι· Εγώ οίδα την συμφοράν την γινομένην, οίδα τους κλαυθμούς των μητέρων, οίδα των παιδίων τους ολολυγμούς· βλέπω την γην, ην εποίησα, αφανιζομένην, και θέλω φιλανθρωπεύσασθαι, αλλ’ ου θέλω σε υβρίσαι, και άνευ γνώμης σης υετόν πέμψαι, ίνα μη, των κακών μεν συ αίτιος ης, των δε καλών ξένος, αλλά τιμώ σε. Ω Δεσπότου φιλανθρωπία ευνοία δούλου νενικημένη! Αλλ’ όμως πολλήν αυτός είχεν απόνοιαν ως αναμάρτητος· νυν δε εδείχθη και αυτός αμαρτία υποπεπτωκώς, του Θεού συγχωρήσαντος και επινοούντος, ίνα εξ ων αυτός φιλανθρωπίας έτυχε, και αυτός η προς τους άλλους μη απάνθρωπος. Και έφυγε, φησίν, Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Που έστι τα ρήματα εκείνα α προς τους πεντηκοντάρχους ειπών, κατέβησε πυρ, και τούτους κατέκαυσε; Θέλων ουν δείξαι ο Θεός, ότι και ότε εποίει τα θαύματα, ουκ αυτός ην ο εργαζόμενος, αλλ’ η του Θεού δύναμις, και βλέπε τι γίνεται. Ότε ο Θεός ενήργει, και βασιλείς έπιπτον και άρχοντες και δήμοι· ότε Θεός απέστη, και γυνή φοβερά επέστη· απέστη ο Θεός, και ηλέγχθη η φύσις. Αλλ’ όμως μετά το φυγείν Ηλίαν ημέρας τεσσαράκοντα, ήλθε και εκάθευδεν εν τόπω τινί, και έρχεται προς αυτόν ο Θεός, ο Δεσπότης προς τον δούλον, ο κηδεμών και φιλάνθρωπος· και τι φησίν; Ειδώς μεν δια τι ήλθεν εκεί, όμως δε ερωτών· τι ώδε, Ηλία; Και τι συ ώδε; Αινιττόμενος αυτού την φυγήν, αντί του έφυγες· που έστιν η παρρησία εκείνη; Ίνα μάθης, μη σαυτώ θαρρείν. Τι ώδε, Ηλία; Και τι συ ώδε; Αλλ’ όμως ο Ηλίας αποκρίνεται, αλλά μεν έχων εν τη γνώμη, άλλα δε λέγων. Τι γαρ ο Ηλίας προς ταύτα; Κύριε, τους Προφήτας σου απέκτειναν, και τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, καγώ υπελείφθην μόνος, και ζητούσι την ψυχήν μου λαβείν αυτήν. Τι ουν προς αυτόν ο Θεός; Ευθύς αυτόν ελέγχει. Ου δια τούτο έφυγες, φησίν, Ηλία· ου γαρ συ μόνος ει ο μη προσκυνήσας τη Βαάλ· είτα επάγει ελέγχων αυτόν· κατέλειπον εμαυτώ επτακισχιλίους άνδρας, οίτινες ουκ άκαμψαν γόνυ τη Βαάλ. Ήλεγξε τοίνυν αυτόν, ότι ου δια τούτο έφυγεν, αλλά δια τον της γυναικός φόβον ανεχόμενος· και μία γυνή τον τοιούτον και τηλικούτον άνδρα δραπέτην και φυγάδα εποίησεν, ίνα μάθης, Ηλία, όταν τι παράδοξον ποιής, μη σαυτώ επιγράφειν, αλλά τη του Θεού δυνάμει. Είδες πως ότε απέστη η χάρις, ηλέγχθη η φύσις; Έφυγεν Ηλίας οδόν ημερών τεσσαράκοντα. Ω φόβου επίτασις! Ω δειλίας υπερβολή! Ου μίαν έφυγεν ημέραν, ου δευτέραν, ου τρίτην, αλλά τεσσαράκοντα ημέρας, και αυτός τας πανερήμους κατέλαβεν, ου τροφήν έχων, ου σιτηρέσιον επαγόμενος· μεθύων γαρ από του φόβου, τούτων ουκ εφρόντιζεν, αλλά τας αοικήτους εδίωκεν. Εισήλθεν ο λόγος της γυναικός εις τον Προφήτην, και καθάπερ ζέφυρος σφοδρώς εμπεσών εις ιστίον τη ρύμη την ολκάδα αποπέμπει, ούτως ο λόγος της γυναικός εισελθών εις τον Προφήτην, μετά πολλής ρύμης αυτόν ει την έρημον εξέπεμψε. Που έστιν, Ηλία, τα της παρρησίας εκείνης; Που το στόμα το φοβερόν; Που η γλώττα η ηνίοχος των όμβρων· που ο εκατέροις επιτάττων τοις στοιχείοις, ποτέ μεν ουρανόν κλείων, ποτέ δε πυρ καλών επί την θυσίαν; Αλλ’ όμως, ως προείπον, ταύτα εποίει της χάριτος ενεργούσης· διο και ελέγχεται υπό Θεού. Οράς πως μικρώ αμαρτήματι συνεχωρήθη πεσείν ίνα ολόκληρον χιτώνα φιλανθρωπίας ενδύσηται; Λοιπόν, Ηλία, επαιδεύθης, γενού φιλάνθρωπος ως ο Δεσπότης σου, εξ ων επαιδεύθης, εξ ων έμαθες παρά του Δεσπότου σου. Είδες πως συνεχώρησεν ο Θεός μικρώ αμαρτήματι περιπεσείν τους στύλους εκείνους, τους προβόλους, τους πύργους; Ίνα μη τω εαυτών αναμαρτήτω πάντας από της Εκκλησίας εκκόψωσιν· ίνα όταν ίδωσί τινα αμαρτήσαντα, και θέλωσιν ασπλαγχνίαν ενδείξασθαι εις αυτόν, αναμνησθώσι της εαυτών αμαρτίας, και της αυτής αυτώ μεταδώσωσι φιλανθρωπίας, ης και αυτοί τετυχήκασι παρά του Δεσπότου. Ταύτα ειρήκαμεν ου των δικαίων κατηγορούντες, αλλ’ υμίν οδόν σωτηρίας προκαταρτίζοντες, ίνα όταν αμαρτήσετε, μη απογνώσητε της εαυτών σωτηρίας τη μνήμη των πεπλημμεληκότων δικαίων, και τη μετανοία της τιμής μη ελαττωθέντων. Είπομεν δε αυτών πρώτον τας αρετάς, και τότε εισηγάγομεν τα αμαρτήματα. Και συ τοίνυν, ει και αμαρτωλός ει, μη απολειφθής της Εκκλησίας· καν δίκαιος ης, μη απολειφθής, ίνα έναυλον έχων των Γραφών την γνώσιν δίκαιος διαμένης, μεμνημένος τα περί της Βασιλείας των ουρανών, και των αγαθών εκείνων ων ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν· ότι αυτώ πρέπει η δόξα συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.