Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Η Οσία Άννα

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας ΑΝΝΗΣ της εν τω Λευκαδίω (ή εν τω Λευκάτη).                                

Άννα η Οσία ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ γένους λαμπρού, έχουσα πλούτον και περιουσίαν πολλήν. Αποθανόντος δε του πατρός της επεμελείτο αυτήν η μήτηρ της, ήτις επεδίωκε να αναθρέψη αυτήν με κοσμιότητα και ευλάβειαν, επιζήσασα δε μετά τον θάνατον του ανδρός της ολίγον χρόνον, όσος εξήρκει, όπως η Αγία συγκεντρώση εις εαυτήν πάσας τας αρετάς, δια τε της ιδίας αυτής αγαθής προαιρέσεως και δια της Χριστιανικής παρακινήσεως της μητρός της, απέθανε και αύτη. Όθεν έγινεν η μακαρία Άννα κάτοχος πλούτου πολλού, δια του οποίου ανεκούφιζε τους πτωχούς και ενδεείς εις τας ανάγκας των. Ενώ δε η Οσία αύτη εφημίζετο δια τα τοιαύτα καλά έργα, έτυχε να έλθη εις την χώραν του Βυζαντίου άνθρωπος τις, Αγαρηνός κατά το γένος, πονηρός δε κατά τον τρόπον, βασιλεύοντος τότε Βασιλείου του Μακεδόνος, εν έτει ωξζ΄ (867). Ο Αγαρηνός λοιπόν ούτος, ζητήσας άδειαν παρά του βασιλέως να λάβη εις γυναίκα την μακαρίαν Άνναν, έλαβε παρ’ αυτού την άδειαν, αλλ’ η αοίδιμος Άννα μη στέργουσα εις τούτο εδοκίμαζε πολλάς θλίψεις και στενοχωρίας παρά του μιαρού Αγαρηνού. Ούτος λοιπόν εφιλονείκει με την Άνναν και έλεγεν ότι θα την λάβη εις γυναίκα, αύτη δε η μακαρία παρεκάλει τον Θεόν, με προσευχάς και δάκρυα, να την απαλλάξη ταχέως από του πειρασμού τούτου. Επήκουσε λοιπόν ο πανοικτίρμων και δίκαιος Θεός της δεήσεώς της, στερήσας της ζωής τον βιαστήν Αγαρηνόν, εξετέλεσε δε την ευχήν της Άννης φοβουμένης αυτόν. Τι δε εκ τούτου ηκολούθησεν; Απέρριψεν η μακαρία Άννα όλα τα του βίου αγαθά, εισελθούσα δε εις τινα Ναόν της Θεοτόκου παρεδόθη εις νηστείαν, αγρυπνίαν και εγκράτειαν, μένουσα νήστις καθ’ όλην την εβδομάδα. Όθεν τοσούτον κατεμάρανε το σώμα της, ώστε εφαίνοντο έξωθεν όλα τα νεύρα και οι αρμοί των μελών, διότι των σαρκών αυτής καταξηρανθεισών ως εκ της υπερβολικής σκληραγωγίας και νεκρωθεισών, η εσωτερική σύνθεσις και αρμονία των νέυρων, δια της οποίας ο Πλάστης συνέδεεν όλον το σώμα, καθαρώς διεκρίνετο έξωθεν, και μόνον η επιδερμίς ευρίσκετο επί των αρμών και των οστών. Τοιουτοτρόπως λοιπόν βιώσασα η Αγία πεντήκοντα όλα έτη, και είτα δε ολίγον ασθενήσασα, παρέδωκε την ψυχήν της εις χείρας Θεού· το δε πολυπαθές και καρτερικόν αυτής σώμα ετέθη παρά των συγγενών της εντός κιβωτίου και ενεταφιάσθη εις τόπον, όπου και άλλοι πολλοί συγγενείς αυτής ήσαν ενταφιασμένοι. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ηνωχλούντο τινές υπό ακαθάρτων πνευμάτων, ελθόντες δε εξήγαγον εκ του τάφου το σώμα της Αγίας, το οποίον, ω του Θαύματος! ευρέθη λαμπρόν, σώον, άφθαρτον και εκπέμπον πολλήν ευωδίαν θεϊκήν τε και ανθρωπίνην. Θαύμα δε ήτο τούτο βεβαίως υπερφυσικόν και παράδοξον, καθώς εκ τούτου δύναται πας τις να το εννοήση, διότι αν και ήσαν και άλλα πολλά σώματα εντεταφιασμένα εις εκείνον τον τόπον ομού με το σώμα της μακαρίας, εκείνα όμως φυσικώς διελύθησαν και εφθάρησαν, το δε σώμα της Οσίας Άννης έμεινεν υπερφυσικώς σώον και αδιάφθορον. Όθεν αληθώς επληρώθη εις την Οσίαν ταύτην το Δαβιδικόν εκείνο: «Φυλάσσει Κύριος πάντα τα οστά των Αγίων και εν εξ αυτών ου συντριβήσεται». Εκ της χάριτος δε του λειψάνου τούτου δαίμονες εδιώχθησαν, τυφλοί ανέβλεψαν, χωλοί περιεπάτησαν, και απλώς ειπείν πάσα ασθένεια, εκ της οποίας οι άνθρωποι πάσχουσι, και τότε και τώρα δι’ αυτού ιατρεύονται. Τοιουτοτρόπως ηξεύρει ο Θεός να αντιδοξάζη τους αυτόν δοξάζοντας. 

Κυριακή 25 Ιουνίου 2017

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων των υπό Βουλγάρων ποικίλοις τιμωριών τρόποις τελειωθέντων επί Νικηφόρου του Βασιλέως.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων των υπό Βουλγάρων ποικίλοις τιμωριών τρόποις τελειωθέντων επί Νικηφόρου του Βασιλέως.                                                                               

Νικηφόρος ο βασιλεύς, ο επικαλούμενος Πατρίκιος και γενικός λογοθέτης, κατά το ένατον έτος της βασιλείας του, εν έτει από Χριστού ωια΄ (811), εξήλθε μεθ’ όλων αυτού των στρατευμάτων εκ της Κωνσταντινουπόλεως, όπως πολεμήση τους Βουλγάρους, έχων μεθ’ εαυτού τον τε υιόν του Σταυράκιον και τον γαμβρόν του Μιχαήλ. Συνάψας λοιπόν μάχην μετά των Βουλγάρων ενίκησεν αυτούς κατά κράτος και τρόπαιον περιφανέστατον ήγειρεν. Αλλ’ υπερηφανευθείς επί τη νίκη ταύτη ως κούφος τον νουν, εκάθητο τρυφών, καταγινόμενος μεν εις συμπόσια, αμελών δε τας βασιλικάς υποθέσεις· αύτη δε η αμέλεια έδωκεν εις τους Βουλγάρους θάρρος. Αίφνης λοιπόν ούτοι επιπεσόντες νύκτα τινά κατά των βυζαντινών στρατευμάτων, συνέλαβον ζώντα τον βασιλέα μεθ’ όλης της Συγκλήτου και πολλούς φόνους σκληρώς διαπράξαντες δεν εφείσθησαν ουδ’ αυτού του βασιλέως, τον οποίον εθανάτωσεν ο αρχηγός αυτών Κρούμος. Όσοι δε στρατιώται Χριστιανοί επλήγησαν θανατηφόρως, ευθύς απέθανον, οι δε ελαφρότερον κτυπηθέντες κατέφυγον εις τους εκεί δασυτέρους τόπους και τους δρυμώνας. Όσοι πάλιν εξ αυτών ζώντες συνελήφθησαν, ούτοι ετιμωρήθησαν με διαφόρους βασάνους, ίνα αρνηθώσι τον Χριστόν και πιστεύσωσιν εις την θρησκείαν των Σκαφών· επειδή δε οι Βούλγαροι ηνάγκαζον τους Χριστιανούς να αρνηθώσι τον Χριστόν, αυτοί δε ανθίσταντο ισχυρώς λέγοντες ότι προτιμώσι μάλλον να αποθάνωσιν ή να αρνηθώσι την ευσέβειαν, τούτου ένεκα εθανατώθησαν με δεινούς και πολυτρόπους θανάτους, άλλοι μεν αποκεφαλισθέντες δια ξίφους, άλλοι δε κρεμασθέντες, άλλοι τοξευθέντες με πυκνά βέλη, και άλλοι καταδικασθέντες εις φυλακίσεις, πείναν και δίψαν και ούτω τελειωθέντες έλαβον οι μακάριοι τους αφθάρτους στεφάνους της αθλήσεως. 

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

O Προφήτης Ιεζεκιήλ

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Αγίου Προφήτου ΙΕΖΕΚΙΗΛ.                                                                             

Ιεζεκιήλ ο Προφήτης ήτο υιός Βουζεί, εκ της γης του Αριρά της ιερατικής, προφητεύσας πλέον των είκοσι δύο (595 – 572) ετών. Αιχμαλωτισθέντων δε των Εβραίων υπό του Ναβουχοδονόσορος και οδηγηθέντων εις την Βαβυλώνα, ωδηγήθη και αυτός μετ’ αυτών. Κατά δε το πέμπτον έτος της αιχμαλωσίας ταύτης ήρχισε να προφητεύη. Αφού δε προεφήτευσε πολλάς προφητείας εις τον λαόν των Ιουδαίων, έδωκε και τούτο το παράδοξον σημείον, ότι προσέχοντες εις τον ποταμόν της Βαβυλώνος τον καλούμενον Χοβάρ, όταν μεν ίδωσιν αυτόν ξηραινόμενον να ελπίζωσιν ότι θα επέλθη κατά της Βαβυλώνος το δρέπανον της ερημώσεως, όταν δε τον ίδωσιν αυξάνοντα τότε να ελπίζωσιν ότι θα επανέλθωσιν εις την Ιερουσαλήμ. Συναθροισθέντων δε ποτε περί αυτόν πολλών Εβραίων, φοβηθέντων μη οι Βαβυλώνιοι εξαναστώσι κατ’ αυτών και τους φονεύσωσιν, ο Προφήτης εσταμάτησε την ροήν του ποταμού, διελθόντες δε οι Εβραίοι ελυτρώθησαν· οι δε Βαβυλώνιοι, τολμήσαντες να καταδιώξωσιν αυτούς, εις αυτόν κατεποντίσθησαν. Ούτος δια προσευχής εχάρισέ ποτε εις τους πεινώντας Εβραίους πλουσίαν τροφήν εξ ιχθύων, εις δε λιποθυμούντας τινάς ζωήν και παρηγορίαν· ούτος, ενώ οι εθνικοί έβλαπτόν ποτε τον Ισραηλιτικόν λαόν, παρουσιάσθη εις τους αρχηγούς των, ποιήσας δε έμπροσθεν αυτών θαύματα, τους εφόβισε και ούτως έπαυσαν βλάπτοντες τον Ισραήλ. Κραυγαζόντων δε των Ισραηλιτών, ότι απώλετο πλέον πάσα ελπίς περί ελευθερίας, ο Προφήτης ούτος δια του θαύματος των νεκρών οστέων, τα οποία είδεν εν οπτασία, έπεισεν αυτούς ότι υπάρχει ελπίς ελευθερίας δια τον Ισραήλ. Ούτος είδε τον τόπον του ναού, καθώς τον είδε και ο Μωυσής, είπε δε ότι πάλιν θέλει κτισθή, καθώς είπε τούτο και ο Δανιήλ. Ούτος ετιμώρησεν εις την Βαβυλώνα την φυλήν του Γαδ, επειδή αυτή εφέρετο μεν ασεβώς προς τον Κύριον, ενομίζετο δε ότι φυλάττει τον νόμον Κυρίου. Πως δε ετιμώρησεν αυτούς; Έκαμε να θανατώσωσιν οι όφεις τα βρέφη και κτήνη αυτών, προείπε δε ότι δι’ αυτούς δεν θέλει επιστρέψει ο λαός του Ισραήλ εις την Ιερουσαλήμ, αλλά θα μένωσιν υπό τους Μήδους, έως ου αφήσωσι την πλάνην και κακίαν των. Δια τούτο και η φυλή αύτη του Γαδ, μη ανεχομένη ταύτα, εθανάτωσε τον μακάριον τούτον Προφήτην, ως εναντιούμενον καθ’ εκάστην και ελέγχοντα αυτήν, προσκυνούσαν τα είδωλα. Έθαψε δε αυτόν ο λαός του Ισραήλ εις τον αγρόν Θουρ, εν τω τάφω του Αρφαξάδ, είναι δε ο τάφος ούτος σπήλαιον διπλούν, ήτοι απόκρυφον με εντός γυρίσματα, τα οποία παρίστων αυτό οιονεί διπλούν. Ήτο δε ο Προφήτης ούτος κατά τον χαρακτήρα του σώματος μακροκέφαλος, σύμμετρος εις το μέγεθος, ξηρός εις το πρόσωπον, και το γένειον έχων δασύ, οξύ και μακρόν. Η προφητεία αυτού, εις 48 κεφάλαια διηρημένη, τάττεται η Τρίτη των μειζόνων Προφητών. 

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Η Αγία Μαρκέλλα

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Παρθενομάρτυρος ΜΑΡΚΕΛΛΗΣ.                                                                           

 Μαρκέλλα η μακαρία και άσπιλος Νύμφη του Χριστού ήτο από την νήσον Χίον, από ένα χωρίον του επάν μέρους καλούμενον Βολισσόν· τα ονόματα των γονέων της δεν μας εφανέρωσε καμμία ιστορία, ουδέ εκ παραδόσεως δεν τα ηξεύρομεν· ήσαν όμως Χριστιανοί, πλουσιώτεροι και επισημότεροι των άλλων του χωρίου. Αλλ’ αποθανούσης της μητρός αυτής νέας την ηλικίαν, έμεινεν ορφανή η Μαρκέλλα και ανετρέφετο υπό του πατρός. Έχουσα δε εκ πρώτης ηλικίας αγαθήν προαίρεσιν και καλήν παιδαγωγίαν από την μητέρα της, ήτο και εφαίνετο η ευλογημένη σεμνοτάτη, και κατά πάντα εύτακτος και κοσμία· της δε ηλικίας αυξανούσης, συνηύξανον και τα πρώτα εκείνα καλά, και άλλα νέα προσετίθεντο, διότι πολλήν σπουδήν και επιμέλειαν εδείκνυεν εις την θείαν ευαρέστησιν, νηστεύουσα, προσευχομένη, ελεούσα τους χρείαν έχοντας και άλλας αγαθοεργίας ποιούσα και φυλάττουσα ακριβώς τας εντολάς του Κυρίου η αοίδιμος. Ταύτα βλέπων ο μισόκαλος και κοινός εχθρός της των ανθρώπων σωτηρίας εφθόνησε και ήθελε να την πολεμήση, μη υποφέρων να καταπατή την δύναμίν του μία νέα και απαλή κόρη, μάλιστα δε χωρική και αγράμματος, μηδέν άλλο ηξεύρουσα ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον. Εφθόνησε λοιπόν και ήθελε να την πολεμήση και αν δυνηθή να την ρίψη εις τον βαθύτατον λάκκον της αμαρτίας, εκείνην ήτις εφαίνετο και ήτο τη αληθεία υψηλή και ανωτέρα των πολλών κατά την αρετήν. Πλην να πολεμήση αμέσως εκείνην, σπείρων δηλαδή πονηρούς λογισμούς εις την καθαράν και θεόφρονα διάνοιάν της, ούτω δε να την νικήση, το εστοχάσθη αδύνατον ο πονηρότατος, ότι αγκαλά και ήτο νέα, είχεν όμως γεροντικόν και ανδρείον φρόνημα και δεν ήνοιγε μετά χαράς τας ακοάς της εις τους δολίους εκείνους ψιθυρισμούς. Όθεν παραιτείται ο μιαρός, ως ασθενής, από τον προς αυτήν άμεσον πόλεμον, δεν την υψώνει εις υπερηφάνειαν, ως πλουσιωτέραν και ωραιοτέραν των άλλων, δεν της ανάπτει τας της νεότητος επιθυμίας, ούτε άλλο τι εκ των βελών αυτού δεν ρίπτει κατ’ αυτής, επειδή όποιον κακόν και αν ήτο εκείνο, όπερ ήθελε την παρακινήσει να κάμη, ήθελεν είναι μέτριον και μικρόν και όχι μέγα και ανήκουστον, ωσάν εκείνο όπερ εις όλον το ύστερον ηγωνίσθη δι’ όλων αυτού των δυνάμεων να κατορθώση, αλλ’ έμεινε κατησχυμμένος, επειδή απέτυχε ο παμμίαρος εχθρός της αληθείας, καθώς ακολούθως θέλομεν ειπεί. Τι δε ήτο το μέγα και ανήκουστον κακόν εις τους Χριστιανούς; Ευρών τον πατέρα της φαυλόβιον και της θείας χάριτος έρημον, κινεί και διεγείρει αυτόν εις σαρκικόν έρωτα αυτής της ιδίας του θυγατρός, φευ της κακίας και πονηρίας του διαβόλου! Φευ των πονηρών αυτού μηχανημάτων! Την μεν Εύαν ηπάτησε δια του όφεως, επειδή ήτο συνηθισμένος εκείνος να εισέρχηται συχνά εις τον Παράδεισον, την δε Μαρκέλλαν εδοκίμασε να απατήση με το μέσον του πατρός της, επειδή ήσαν ημέραν και νύκτα αχώριστοι, ως πατήρ και τέκνον. Τιτρώσκει λοιπόν και πληγώνει αυτόν, ωσάν με βέλη φαρμακερά, με το κάλλος της κόρης. Αρχίζει όθεν ο μιαρός να την βλέπη με ακολάστους οφθαλμούς, εκ δε της θεωρίας του έρχονται αισχραί προσβολαί, εκ των προσβολών συνδυασμοί, εκ των συνδυασμών συγκαταθέσεις και εκ των συγκαταθέσεων ήρχισε και να αποτολμά εις την αθεσμοτάτην πράξιν της αμαρτίας, ήτοι απετόλμησεν ο ανόσιος να λέγη με μεγάλην αυθάδειαν και αναισχυντίαν προς την θυγατέρα αυτού δαιμονικά λόγια, δια να την φέρη εις την πονηράν αυτού γνώμην, καταφρονών και θείους και ανθρωπίνους νόμους με σκοπόν να την έχη, ω τόλμης βαρβαρικής και αθέου! Να την έχη και θυγατέρα και γυναίκα του! Εταράχθη, έφριξεν η σωφρονεστάτη Μαρκέλλα, ούτε καν να τον καλοακούση υπέμεινε. Τι λοιπόν; Επιχειρεί και βιαίως ο απάνθρωπος πατήρ να επιτύχη του μιαρού σκοπού του, η δε φρόνιμος κόρη, την βίαν φοβηθείσα, έφυγεν από την πατρικήν της οικίαν και από το χωρίον, ωσάν να εδιώκετο από Μαξιμιανούς ή Διοκλητιανούς ή Δεκίους, τους αθέους εκείνους τυράννους, έφευγε δε εις τα όρη και διέτριβεν εκεί κρυπτομένη και παρακαλούσα τον νοητόν αυτής νυμφίον Χριστόν να την σκεπάση και να την φυλάξη αμόλυντον. Τι δε ο κάκιστος πατήρ; Τάχα ήλθεν εις τον εαυτόν του; Τάχα εντράπη δια την αποστροφήν της θυγατρός του; Τάχα εσωφρονίσθη; Όχι! Το εναντίον μάλιστα· έγινεν ό,τι συμβαίνει, κατά τον Ιουδαίον Φίλωνα, όταν ο πονηρός ούτος έρως δεν ημπορή να τελειωθή, δεν παύει, αλλά περισσότερον αυξάνει· «αποτυγχανόμενος έρως, ου μετρίως επιτείνεται». Όθεν αποτυχών και αυτός ο ανόσιος, πλέον ήναψεν από τας φλόγας του σατανικού έρωτος· παρεφρόνησεν, εδαιμονίσθη και εξήλθε ζητών αυτήν εις τα βουνά. Η δε μακαρία Μαρκέλλα, ιδούσα τούτον μακρόθεν και νομίζουσα ότι εκείνος δεν την είδε, τρέχει ταχύτατα εις ένα παραθαλάσσιον τόπον και κρύπτεται μέσα εις μεγάλην βάτον· δεν διέφυγεν όμως την προσοχήν του και την είδε. Λοιπόν τρέχει και αυτός εκεί και μη δυνάμενος να εισέλθη εις την βάτον, δια την πολλήν της πυκνότητα, έβαλε πυρ εις αυτήν ο σκληροκάρδιος και θηριογνώμων, δια να την βιάση να εξέλθη, ή, εάν δεν γίνη τούτο, να την καύση μέσα εκεί. Πλην δεν κατώρθωσεν εκείνο όπου ήθελεν, επειδή εξελθούσα από άλλο μέρος η Μαρκέλλα (ότι η βία την ηνάγκαζε να μη ψηφά τελείως τα κέντρα και τα ξεσχίσματα της βάτου) έτρεξε με όλην την δύναμίν της εις την παραθαλασσίαν εκείνην πεδιάδα, και διαπεράσασα την πεδιάδα έτρεχεν επάνω εις τους βράχους και τας πέτρας της θαλάσσης ως έλαφος ταχυτάτη. Ούτως εκείνη μεν η πανεύφημος ηγωνίζετο υπέρ σωφροσύνης, δια να φυλάξη την παρθενίαν της άφθορον, εκείνος δε ο εναγής και ακάθαρτος υπέρ ακολασίας και ασελγείας, δια να πληρώση τον κακόν του σκοπόν· μη δυνάμενος όμως να την φθάση, έρριψε βέλος και την επλήγωσεν· αλλά και πληγωμένη η Μαρκέλλα έτρεχε πάλιν και όσον ηδύνατο έφευγε. Πλην όταν είδεν ότι την έφθανε και πλέον να τρέχη δεν είχε δύναμιν, κατέφυγεν εις την αήττητον δύναμιν του νυμφίου της Χριστού, προσευξαμένη δε εζήτησε να σχισθή και να ανοίξη η πέτρα, όπου ήτο πλησίον της, να την δεχθή μέσα της και να την κρύψη. Και παρευθύς, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ της κτίσεως! Παρευθύς εισήκουσε της δεήσεως αυτής «ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος, και της δεήσεως αυτών εισακούων» και σχισθείσα η πέτρα εκείνη την εδέχθη και την έκρυψε μέσα της, έως επάνω εις τους μαστούς της, ως ποτε την Πρωτομάρτυρα και Ισαπόστολον Θέκλαν. Φθάσας δε και ο πατήρ δαιμονιζόμενος υπό του έρωτος και του θυμού και μη δυνάμενος εκείθεν να την ανασύρη, με απανθρωπίας και σκληρότητος υπερβολήν πρώτον έκοψε τους μαστούς της κόρης με μάχαιραν, ω γνώμης απανθρώπου και θηριώδους! Ω σπλάγχνα! Ω καρδία! Ω χείρες τυραννικαί και όχ πατρικαί! Πρώτον έκοψε τους μαστούς της και τους έρριψεν εις το βουνόν, έπειτα απέτεμε την πάντιμον αυτής κεφαλήν και την έρριψεν εις την θάλασσαν, ούτω δε η μακαρία Μαρκέλλα έλαβε παρά Χριστού τον στέφανον της αθλήσεως ως γέρας και δώρον της σωφροσύνης της και της προς αυτόν διαπύρου αγάπης της. Ηδύνατο δε βεβαίως η θεία παντοδυναμία ή να την φυλάξη ζωντανήν, ή να παραλάβη την αγίαν της ψυχήν εν ειρήνη, πλην δεν έκαμεν ούτως, αλλά την άφησε να λάβη βίαιον θάνατον, δια να παρουσιασθή έμπροσθέν του εστολισμένη όχι μόνον με το καθαρόν ένδυμα της παρθενίας, αλλά και με την πορφύραν των παρθενικών της αιμάτων. Ούτω ως παρθένος μεν εισήλθεν η Αγία εις τον ουράνιον νυμφώνα μετά των φρονίμων παρθένων, ως Μάρτυς δε μετά των ενδόξων Μαρτύρων συνδοξάζεται και ως φύλαξ του θείου νόμου ακριβής μετά των Μακκαβαίων και του Τιμίου Προδρόμου μακαρίζεται· διότι αυτοί δεν παρέδωκαν την ζωήν των εις θάνατον, δια να μη αρνηθούν τον αληθή Θεόν, καθώς ύστερον οι Μάρτυρες, αλλά δια τον νόμον Κυρίου, οι μεν Μακκαβαίοι δια να μη φάγουν από τα φαγητά εκείνα άπερ ημπόδιζεν ο Μωσαϊκός νόμος, ο δε Βαπτιστής και Πρόδρομος ελέγχων την παρανομίαν του Ηρώδου. Κατ’ αλήθειαν δε εις την Αγίαν ταύτην επληρώθη το Ευαγγελικόν εκείνο όπερ λέγει· «Ος δ’ αν απολέση την ψυχήν αυτού, ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν». Διότι απώλεσε την πρόσκαιρον  ταύτην ζωήν, δια να φυλάξη τας εντολάς του Ευαγγελίου, ιδού δε έλαβε την αιώνιον και συζή με τον Χριστόν και συνδοξάζεται μετ’ αυτού. Όχι δε μόνον εν ουρανώ δοξάζεται, αλλά και επί γης με παράδοξα θαύματα μεγαλύνεται· διότι η διαρραγείσα εκείνη πέτρα, η την Αγίαν δεξαμένη, ανέβλυσε και αναβλύζει αενάως ύδωρ τερατουργόν, ιαματικόν παντός πάθους και πάσης ασθενείας· «Ζω γαρ εγώ, λέγει Κύριος, αλλ’ η τους δοξάζοντάς με αντιδοξάσω». Βλέποντες όθεν οι άνθρωποι του καιρού εκείνου τα παράδοξα ταύτα θαύματα του εκ της πέτρας αναβλύζοντος αγιάσματος έκτισαν Εκκλησίαν εις το όνομα της Αγίας εις τον τόπον της βάτου όπου εκρύβη, ως προείρηται, και την εορτάζουν ευλαβώς κατ’ έτος. Οι δε πιστοί προστρέχουν εις τον Ναόν και εις το αγίασμα, ένθα οι έχοντες ανάγκην λαμβάνουν την ίασιν των παθών των. Τα θαύματα, όπου ενεργεί αυτό το αγίασμα της αθλοφόρου Μαρκέλλης είναι δύσκολον να τα περιγράψη τις δια το πλήθος. Όθεν και από όλα τα μέρη της Χίου και από τα Ψαρά και από άλλα μέρη προστρέχουν εκεί και λαμβάνουν την θεραπείαν εις τα πάθη των. Εις δε την μνήμην της, ήτις τελείται κατά την 22 του Ιουλίου μηνός, προστρέχει πολύ πλήθος ανθρώπων· διο και τον Ναόν της ανεκαίνισαν εσχάτως και εμεγάλυναν οι εντόπιοι, εκ δε των νέων αυτής θαυμάτων παρέδωσαν  εις ημάς και εγράψαμεν τα ακόλουθα. Εις τους χιλίους επτακοσίους ογδοήκοντα δύο χρόνους από Χριστού, Ιερεύς τις από αυτό το χωρίον Βολισσός, έχων παιδίον ασθενές, ηθέλησε να υπάγη να το πλύνηεις το αγίασμα της Αγίας Μαρκέλλης, πλην όχι με την πρέπουσαν και απαιτουμένην πίστιν, αλλά με δισταγμόν και αμφιβολίαν, επειδή ήτο δεινή η ασθένεια του παιδίου. Ησθάνετο λοιπόν λογισμούς απογνώσεως και απελπισίας, πως ούτε η χάρις της Μάρτυρος δεν το υγιαίνει. Τοιούτοι μεν ήσαν οι λογισμοί του Ιερέως και πατρός του παιδίου· τι δε η Αγά; Θέλουσα να δείξη την παρρησίαν όπου έχει προς τον Θεόν, και την θαυματουργικήν χάριν, όπου επλούτησεν, ευθύς όπου έπεσεν εις ύπνον την ημέραν εκείνην ο Ιερεύς, του εφάνη εις τον ύπνον του πως ευρέθη εις τον τόπον του μαρτυρίου της Αγίας, όπου και το αγίασμα πηγάζει, εκεί δε φαίνεται εις αυτόν άνωθεν η Αγία, ελέγχουσα την απιστίαν του και λέγουσα· «Το παιδίον σου βεβαίως θέλει θεραπευθή, και μη αμφιβάλλης εις την θαυματουργικήν χάριν, την οποίαν έλαβον παρά Θεού».  Ο δε ταύτα ιδών και ακούσας, τόσον ετρόμαξεν, ώστε εξύπνησεν έντρομος και έμεινεν άφωνος παντελώς, δεν ηδύνατο δε να λαλήση ώραν ικανήν. Αφού δε μόνος καθ’ εαυτόν μετενόησε και την απιστίαν των λογισμών διώρθωσε, τότε ωμίλησε και εις επήκοον των εκεί ευρεθέντων και υπεσχέθη να την εορτάζη εις το εξής, εις την αυτήν δε ώραν, όπου ωμίλησεν εκείνος, εθεραπεύθη και το παιδίον του παραδόξως, ούτω δε επληροφορήθη πραγματικώς εκ των δύο τούτων, άπερ έπαθε και είδε, την χάριν της Αγίας, δοξάζων τον Θεόν και την ένδοξον αυτού νύμφην και Μάρτυρα Μαρκέλλαν. Εν τω αυτώ έτει, άλλος τις Ιερεύς, ονόματι Μιχαήλ, από το αυτό χωρίον, είχε παιδίον ασθενές ικανόν καιρόν, Νικόλαον καλούμενον· επειδή δε παρήρχετο ο καιρός και δεν έβλεπε την υγείαν του, επεκαλέσθη την Αγίαν εις βοήθειαν και την δευτέραν νύκτα, ω της ταχείας αντιλήψεως της Μάρτυρος! Εφάνη εις αυτόν, εις τον ύπνον του, ότι την είδε (καθώς την ήξευρεν από την εικόνα της) και επήγαινεν εις την οικίαν όπου ήτο το παιδίον ασθενές. Εξυπνήσας την πρωϊαν μετέβη να ίδη το παιδίον και, ω του θαύματος! εύρε τούτο υγιές και κατά πάντα καλώς έχον, όθεν εδόξασε τον Θεόν, τον εν τοις Αγίοις αυτού δοξαζόμενον, και την αυτού Μάρτυρα Μαρκέλλαν. Εις τους χιλίους επτακοσίους ογδοήκοντα πέντε χρόνους, εν καιρώ χειμώνος, εκίνησαν τινες από την χώραν δια να έλθουν εις το χωρίον των την Βολισσόν, αλλά τόσον μεγάλη και χιονώδης βροχή τους κατέλαβεν εις τον δρόμον εις τόπον έρημον και ακατοίκητον, ώστε απέκαμε και ελιποθύμησε μία γυναίκα από την συνοδείαν των και να προχωρήση δεν ηδύνατο, αλλά έπεσεν ως νεκρά. Οι άλλοι, μη δυνάμενοι να της προσφέρουν καμμίαν βοήθειαν, την εσήκωσαν και την έβαλον εις το κελλίον μιας Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, όπου είναι εις τα βουνά εκείνα, εις τόπον λεγόμενον Φλώρι, και εκεί την άφησαν πνέουσαν τα λοίσθια, αυτοί δε συνέχισαν τον δρόμον των και με μεγάλον κίνδυνον της ζωής των ηδυνήθησαν να φθάσουν εις την Βολισσόν. Φθάσαντες εκεί ανήγγειλαν το γεγονός εις τον άνδρα της γυναικός, αυτός δε ακούσας τούτο εδόθη εις θερμήν δέησιν προς την Αγίαν Μαρκέλλαν παρακαλών αυτήν, ότι κοντά εις τα άλλα της θαύματα, να κάμη και τούτο, να την λυτρώση από τον θάνατον. Ταύτα παρεκάλει και εζήτει εκείνος από την Αγίαν, η δε θαυματουργός και συμπαθής Μαρκέλλα επήκουσε της θερμής αυτού δεήσεως. Όθεν φαίνεται εις την γυναίκα και λαμβάνουσα αυτήν από την χείρα, της εφάνη πως την έβαλεν εις την γωνίαν του κελλίου, όπου ήτο φάτνη, έπειτα της εφάνη ότι της έδωκε δοχείον με νερόν και έπιεν. Επειδή δε η χιών επεκράτει, δεν ημπόρεσαν να υπάγουν να την θάψουν, καθώς ενόμιζον ότι ήτο νεκρά, μετά δε εννέα ημέρας πηγαίνοντες δια να την ενταφιάσουν, την εύρον υγιά και καλώς έχουσαν και δυναμωμένην από το νερόν, όπου εν εκστάσει την επότισεν η Αγία. Διηγείτο δε όσα είδε και ήκουσεν από την Αγίαν, εις δόξαν Θεού και εις ευχαριστίαν της Μάρτυρος. Άλλος τις είχε παιδίον τυφλόν, πηγαίνων δε αυτό εις το Μαρτύριον της Αγίας το έπλυνε με το αγίασμα, επικαλεσάμενος δε την χάριν αυτής έτυχε του ποθουμένου· ανέβλεψε δηλαδή το παιδίον του και εις το εξής έβλεπε καθαρά ως και πρότερον. Άλλος τις είχε τους πόδας του παραλύτους και δεν ηδύνατο να περιπατήση, πηγαίνων δε εις τον Ναόν της Αγίας με πίστιν, εζήτησε και ετέλεσαν την θείαν λειτουργίαν δια την υγείαν του και, ω του θαύματος! πίπτων εις τα Άγια, εν καιρώ της μεγάλης εισόδου, εσηκώθη παρευθύς όλος υγιής δοξάζων τον Θεόν και την αυτού Παρθενομάρτυρα Μαρκέλλαν. Γυνή τις από την αντίκρυ νήσον, την επιλεγομένην Ψαρά, είχε πάθος δεινόν μέσα εις το στόμα της, δεν ηδύνατο δε η δυστυχής ούτε να φάγη, ούτε να πίη, αλλά και εις την ομιλίαν μεγάλην δυσκολίαν της έφερε το πάθος. Όθεν εδόθη εις επίσκεψιν των ιατρών δια να λάβη την θεραπείαν του πάθους· πλην ο καιρός παρήρχετο και ιατρείας σημείον δεν εφαίνετο παντελώς εις το πάθος, αλλά από ημέρας εις ημέραν εγίνετο χειρότερον και απετέλει κίνδυνον μέγαν δια την ατυχή γυναίκα. Λυπείται αυτή δια τούτο, κλαίει, αναστενάζει, κατατρώγεται και καταφθείρεται από τους πόνους, αλλά τι να κάμη δεν ήξευρε. Κατά δε το έτος 1780 ητοιμάσθησαν γυναίκες τινές από την νήσον να έλθουν εις προσκύνησιν της Αγίας Μαρκέλλης, μία δε από την συνοδείαν αυτήν λέγει και προς εκείνην, ήτις είχε το ανίατον πάθος· «Εγώ και η δείνα και άλλαι απεφασίσαμεν να υπάγωμεν εις την Χίον εις προσκύνησιν της Αγίας Μαρκέλλης· δεν έρχεσαι και συ, μήπως και σε ελεήση και θεραπεύση το πάθος σου»; Εδέχθη τον λόγον η πάσχουσα, και ελθούσα μετ’ ευλαβείας μεγάλης και πίστεως αδιστάκτου εις τον Ναόν της Αγίας, ομού με τας άλλας γυναίκας, ελειτουργήθησαν εκεί, μετά δε την θείαν Λειτουργίαν επήγαν μετά του εφημερίου εις το ιαματικόν ύδωρ και έψαλαν αγιασμόν, μετά δε την απόλυσιν εν΄φθησαν και έπιον εξ αυτού και παρευθύς, ω του θαύματος! ω της μαρτυρικής σου χάριτος, καλλιπάρθενε και καλλιμάρτυς του Χριστού Μαρκέλλα! Παρευθύς, λέγω, ιατρεύθη το πάθος της ασθενούς γυναικός, και ελάλησεν ανεμπόδιστα, μετά δε ταύτα έφαγε και έπιεν ελεύθερα χωρίς πόνους και έμεινεν εις το εξής εις αυτήν την καλήν κατάστασιν της υγείας της και ούτω τεθεραπευμένη και ελευθερωμένη παντελώς από το πάθος της εδόξαζε τον Θεόν, της δε Παρθενομάρτυρος Μαρκέλης την ιαματικήν χάριν εκήρυττεν. Άλλος άνθρωπος από την Βολισσόν είχε πρησμένους τους πόδας τρεις ολοκλήρους χρόνους, εις όλον δε αυτό το διάστημα του καιρού δεν έπαυεν από το να μεταχειρίζεται διάφορα ιατρικά, και πολλά εξωδεύθη, πλην όχι μόνον καμμίαν θεραπείαν δεν έλαβεν, αλλά και εις το χειρότερον επήγαινε. Κατά δε το έτος 1785, ων αποφασισμένος εις θάνατον και απηλπισμένος από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν, έρριψε μετά πίστεως την ελπίδα του όλην εις την Αγίαν Μαρκέλλαν. Επειδή δε αλλέως ήτο αδύνατον να υπάγη εις τον Ναόν και εις το αγίασμά της, τον εσήκωσαν άλλοι άνθρωποι και ούτω βαστακτόν τον επήγαν εκεί, τελεσθείσης δε της θείας μυσταγωγίας, τον επήγαν πάλιν βαστακτόν εις το αγίασμα και νιψάμενος με αυτό έλαβε την υγείαν του. Μία γυναίκα είχε τους πόδας της από την μέσην και κάτω παραλελυμένους και ξηρούς· επάσχιζε πολλά να τους θεραπεύση με ιατρικά, αλλά δεν επέτυχε του ποθουμένου. Αφού δε απηλπίσθη τελείως από ανθρωπίνην βοήθειαν, τότε ενεθυμήθη την Αγίαν Μαρκέλλαν. Λοιπόν εζήτησε να της φέρουν από το αγίασμά της, κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνεται εις τον ύπνο της η Αγία και της λέγει· «Μη λυπείσαι, εγώ θα σου στείλω την ιατρείαν σου». Την ακόλουθον ημέραν της έφεραν το αγίασμα, νίψασα δε με αυτό τους πόδας της ω του θαύματος! εθεραπεύθησαν με την χάριν της Αγίας· ης ταις αγίαις πρεσβείαις ελεήσαι και σώσαι ημάς ο Θεός, ως αγαθός και φιλάνθρωπος. Αμήν. 

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

Βίος και πολιτεία της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της Μαγδαληνής.

Βίος και πολιτεία της Αγίας ενδόξου Πανευφήμου Μυροφόρου και Ισαποστόλου Μαρίας της  Μαγδαληνής.                                                                                                                                      

Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ, οι δε εμέ ζητούντες ευρίσκουσι χάριν και δόξαν. Ηγάπησαν βεβαίως πάντες οι Άγιοι τον Θεόν, και δια τούτο εύρον χάριν και δόξαν παρ’ αυτού. Χάριν μεν εύρον διότι τα σώματα αυτών, κείμενα εν τοις μνήμασι, αναβλύζουσι μύρα και θαύματα επιτελούσιν εις τους ορθώς και μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτούς. Δόξαν δε έλαβον την ουράνιον εκείνην του Θεού, εις την Βασιλείαν των ουρανών. Διότι πόσην δόξαν θέλουσιν έχει οι Άγιοι, όταν ακούσωσι παρά του Χριστού το «Ευ δούλοι αγαθοί, επί ολίδα ήτε πιστοί, επί πολλών καταστήσω υμάς, εισέλθετε εις την βασιλείαν μου»; Ίδετε τι κέρδος έχουσι οι ζητούντες το θέλημα αυτού και τας εντολάς αυτού τηρούντες. Ούτοι είναι μακάριοι, ούτοι θέλουσιν ίδει τον Θεόν, ούτοι θέλουσιν εύρει την χάριν αυτού και την δόξαν. Εκ τούτων μία υπάρχει και η ένδοξος Μαρία η Μαγδαληνή, διότι αύτη τον Θεόν εζήτησε και ηγάπησεν αυτόν· διο χάριν εύρε και δόξαν αυτού, και εγένετο Αγία και Ισαπόστολος. Εις πολλούς δε τόπους το όνομα το άγιον αυτού εκήρυξε, και Μυροφόρος εγένετο, και θαυματουργός κατέστη, και τους πόδας του Κυρίου εφίλησε, και πολλά πράγματα εύρομεν εις τας αγίας Γραφάς δι’ αυτής. Αλλά και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί δοξάζουσι αι επαινούσιν αυτήν, περί της αγάπης και της πίστεως, την οποίαν είχεν εις τον Χριστόν. Αύτη λοιπόν η Μαρία ήτο από τα Μάγδαλα, πόλιν ήτις έκειτο εις το οροθέσιον της Συρίας, πλουσία σφόδρα και ωραία την όψιν και το κάλλος. Ο πατήρ της ωνομάζετο Σύρος, η δε μήτηρ της Ευχαριστία. Ούτοι ήσαν ονομαστοί και ένδοξοι εις πάντα, και κατά την ευγένειαν περιφανείς και κατά τον πλούτον περίβλεπτοι. Αύτη λοιπόν η μακαρία ακούσασα περί του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού Θεού, ότι ευρίσκεται εις Ιεροσόλυμα, όπου διδάσκει και θαύματα πολλά ποιεί, τυφλούς φωτίζει, λεπρούς καθαρίζει, νεκρούς ανιστά και δαιμονιζομένους θεραπεύει, καταλιπούσα τα Μάγδαλα, ήλθεν εις Ιερουσαλήμ ζητούσα τον Κύριον, τον οποίον ευρούσα ηκολούθει εις αυτόν ψυχικώς τε και σωματικώς· μαθήτρια δε αυτού γίνεται, και χάριν ευρίσκει μεγάλην παρ’ αυτώ. Ηνωχλείτο δε αύτη η Μαρία η Μαγδαληνή υπό δαιμονίων επτά, και δια της Χριστού χάριτος λυτρούται και απαλλάττεται αυτών και ιατρεύεται. Δαιμόνια δε ακούων επτά, εννόει τα των επτά αρετών υπάρχοντα εναντία πνεύματα. Δηλαδή πνεύμα αφοβίας Θεού, πνεύμα ασυνεσίας, πνεύμα αγνωσίας, πνεύμα ψεύδους, πνεύμα κενοδοξίας, πνεύμα επάρσεως, πνεύμα κάλλους. Ταύτα πάντα είναι εναντία και αντίπαλα πασών των αρετών. Καθότι πάσα αμαρτία έχει τον δαίμονα, ήτοι το ενεργούν αυτήν πνεύμα. Εκ τούτων λοιπόν των επτά πνευμάτων, τα οποία είχεν η μακαρία, ελύτρωσεν αυτήν ο Κύριος και εθεράπευσεν. Απαλλαγείσα λοιπόν η μακαρία Μαρία πάσης κακίας ενέδυσεν εαυτήν με το ένδυμα της αγαθότητος και ηκολούθησε τον Χριστόν ως μαθήτρια και Διάκονος, μέχρι του πάθους αυτού· και τα του κόσμου άπαντα φθαρτά εις ουδέν λογισαμένη, και πλούτον και δόξαν και ωραιότητα και ει τι έτερον όμοιον με ταύτα βδελυξαμένη παντελώς, εγένετο Μυροφόρος ομού μετ’ άλλων γυναικών, δια την αιτίαν δε ταύτην ηγάπησεν αυτήν ο Δεσπότης Χριστός. Αλλά και η Υπεραγία Θεοτόκος προσέλαβεν αυτήν σύντροφον και συνοδοιπόρον, όταν επορεύετο εις τον τάφον. Αύτη πρώτη των άλλων Μυροφόρον είδε την Ανάστασιν του Κυρίου μετά της Θεοτόκου, και εφίλησε τους πόδας του Κυρίου και εψηλάφησεν αυτόν. Αλλά και εν τω καιρώ της Αναστάσεως είδε το μεσονύκτιον Άγγελον ως αστραπήν, ο οποίος εκύλισε τον λίθον του μνήματος και τότε έσπευσε να ευαγγελισθή εις τους Μαθητάς και Αποστόλους την Ανάστασιν του Κυρίου ειπούσα και εις αυτόν τον Πέτρον το χαρμόσυνον άγγελμα. Αύτη η Αγία κατά την ημέραν της Αγίας Αναστάσεως ήλθε πολλάκις εις το μνημείον μεθ’ ετέρων γυναικών, δεικνύουσα τον τάφον κενόν. Ακόμη δε και μαζί με τον Πέτρον και τον Ιωάννην ήλθεν εις το μνημείον· έπειτα δε πάλιν είδε δύο Αγγέλους κατά την ημέραν εκείνην εις τον τάφον, ένα προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, οίτινες και ελάλησαν εις αυτήν λέγοντες· «Τίνα ζητείς»; Αλλά και τον Κύριον είδε νομίσασα αυτόν ως κηπουρόν· διο και ωνειδίσθη παρά Κυρίου και ήκουσε το «Μη μου άπτου», όταν εγνώρισεν αυτόν. Μετά δε ταύτα ήτο εις Ιεροσόλυμα ομού με άλλας γυναίκας, έως της Αναλήψεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τούτων ούτως εχόντων, όταν συνεπληρώθη η Πεντηκοστή, κατά την οποίαν εγένετο η επιφοίτησις του Αγίου Πνεύματος, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα, η δε Αγία Μαρία η Μαγδαληνή, σφοδροτέραν αγάπην προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επιδεικνύουσα, επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Καίσαρα, φέρουσα αναφοράν προς αυτόν, ήτις έλεγεν· «Ο Πιλάτος τον οποίον απέστειλας εις Ιερουσαλήμ ηγεμόνα, έκαμε κρίσιν άδικον εις τον Ιησούν τον Υιόν της Μαρίας, ο οποίος εποίει σημεία μεγάλα και τέρατα εις τον λαόν, δίδων εις τους τυφλούς ανάβλεψιν, εγείρων τους νεκρούς, καθαρίζων τους λεπρούς, εκβάλλων δια μόνου του λόγου δαιμόνια και απλώς, πάσαν νόσον θεραπεύων. Οι δε αρχιερείς Άννας και Καϊάφας, δια ζήλον και φθόνον παρέδωκαν αυτόν εις τον ηγεμόνα Πιλάτον, όστις πολλά εξετάσας αυτόν και μηδέν άξιον θανάτου ευρών εις αυτόν εσταύρωσεν αυτόν. Τότε η κτίσις ιδούσα την αδικίαν εσαλεύθη, ο ήλιος ημαύρωσε τας ακτίνας, η δε σελήνη μετεβλήθη εις σκότος, η γη εσείσθη, αι πέτραι διερράγησαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη από άνωθεν έως κάτω, και οι νεκροί ανέστησαν». Ταύτα ακούσας ο Καίσαρ, και ότι εγένετο κατ’ εκείνην την ώραν σκότος, το οποίον εγένετο εις όλον τον κόσμον, και γράψας τον καιρόν, εγνώρισεν ότι το αληθές λέγει η γυνή. Όθεν παραχρήμα γράφει εις Ιερουσαλήμ, όπως έλθη ο Πιλάτος εις την Ρώμην, ομοίως να έλθουν ταχέως και οι αρχιερείς του ενιαυτού εκείνου Άννας και Καϊάφας. Και ο μεν Καϊάφας λέγουσιν ότι απέθανεν εις την Κρήτην, ο δε Άννας ανήλθεν εις Ρώμην. Τότε ο Καίσαρ εξέδωσεν απόφασιν δι’ αυτόν, ίνα εκδάρωσι μίαν βουβάλαν, και με το νωπόν αυτής δέρμα τυλίξωσιν αυτόν, ούτω δε τυλιγμένον στήσωσιν αυτόν εις τον ήλιον. Τούτου λοιπόν γενομένου έσφιγξεν αυτόν το δέρμα και απέρρηξεν οδυνηρώς την ελεεινήν αυτού ψυχήν. Δια δε τον Πιλάτον επρόσταξεν ο βασιλεύς να τον φέρωσιν προ του βήματος αυτού, ίνα απολογηθή δια το κακόν το οποίον έκαμεν. Είχε δε ο βασιλεύς την εξής συνήθειαν, ότι ουδείς άξιος θανάτου επετρέπετο να ίδη το πρόσωπον αυτού, εάν δε και έβλεπεν αυτό, συνεχωρείτο εκ του θανάτου. Επειδή λοιπόν έμελλεν ο Πιλάτος να ίδη το πρόσωπον του βασιλέως και να ερωτηθή υπ’ αυτού, πως εθανάτωσεν αδίκως τον ποιήσαντα τοσαύτα θαύματα και τέρατα εις τον λαόν, εποίησε πρώτον απόφασιν, ότι καν ίδη το πρόσωπον αυτού ο Πιλάτος, ουδεμίαν ελευθερίαν θέλει έχει. Καθίσαντος λοιπόν του Καίσαρος επί του βήματος, παρίσταται ο Πιλάτος, τον οποίον ιδών ο Καίσαρ εστάθη όρθιος (διότι τόσον εδοξάσθη ο Πιλάτος). Ήτο δε εκεί παρούσα και η Μαρία η Μαγδαληνή, ήτις ως είδε τούτον λέγει προς τον Καίσαρα· «Γίνωσκε, κύριε Καίσαρ, ότι ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου εκείνου, του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού, δια τούτο και απήλαυσε τοιαύτης τιμής». Να δικάζη δηλαδή αυτόν ο Καίσαρ ιστάμενος όρθιος. Είχε δε πράγματι αγοράσει ο Πιλάτος τον ιματισμόν του Ιησού, τον άνωθεν υφαντόν και άρραφον, τον οποίον έπλεξε δια των ιδίων της χειρών η Παρθένος Μαρία. Τον ιματισμόν αυτόν ηγόρασεν ο Πιλάτος από τους στρατιώτας. Διότι οι στρατιώται κατά τον καιρόν της Σταυρώσεως διεμοιράσθησαν μεταξύ των τα ιμάτια του Ιησού και έλαβον έκαστος ανά εν μέρος. Επειδή όμως το εξωτερικόν ένδυμα ήτο από επάνω έως κάτω υφαντόν, χωρίς καμμίαν ραφήν, δια να μη το καταστρέψωσιν, είπον μεταξύ των· «Μη σχίσωμεν αυτό, αλλά βάλωμεν κλήρους τίνος λάχοι». Τούτον λοιπόν τον ιματισμόν ηγόρασεν ο Πιλάτος και ενεδύθη αυτόν έσωθεν των ιματίων αυτού προς βοήθειαν, δια τούτο είπεν η Μαγδαληνή Μαρία· «κύριε Καίσαρ, ο Πιλάτος φορεί το ιμάτιον του δικαίου ανθρώπου εκείνου του αδίκως σταυρωθέντος υπ’ αυτού». Εκδύσαντες τότε τον Πιλάτον εύρον τον ιματισμόν του Ιησού, καθώς είπεν η Μαρία, και τον εξέβαλον εξ αυτού. Τότε ενεδύθη πάλιν ο Πιλάτος τα ιμάτιά του, αλλ’ εστερήθη πλέον της προτέρας τιμής. Ήρχισε λοιπόν να ερωτά αυτόν ο Καίσαρ, λέγων εις αυτόν· «Πως ετόλμησας να τελέσης τοιούτον άδικον φόνον εις τον Ιησούν; Δεν ήκουσας τα θαύματα τα οποία εποίησεν εις πάσαν την Ιερουσαλήμ και εις τα όρια εκείνα, ένδοξα όλα και θαυμάσια; Τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, νεκρόν ανέστησε τετραήμερον ονόματι Λάζαρον, και άλλα όσα τεράστια και τας ακοάς υπερβαίνοντα εποίησεν; Ποίαν λοιπόν αιτίαν εύρες κατ’ αυτού, και εποίησας ταύτην την αδικίαν και παρανομίαν»; Απεκρίθη τότε ο Πιλάτος και λέγει προς τον Καίσαρα· «κύριε Καίσαρ, ονομαστέ και θαυμαστέ, οι αρχιερείς και οι γραμματείς των Ιουδαίων παρέδωκαν εις εμέ αυτόν, λέγοντες και βοώντες, ότι δεν τηρεί το Σάββατον, ότι παραβαίνει τον νόμον του Μωυσέως, ότι κωλύει τα τέλη και τους φόρους σου του Καίσαρος, και εξεγείρει τον όχλον· και εγώ τούτον ακούσας, πολλάκις είπον προς αυτούς· λάβετε αυτόν υμείς, και κατά τον ιδικόν σας νόμον κρίνατε. Οι δε ήρχισαν με μεγάλην φωνήν να κράζουν· θανάτωσον αυτόν, διότι είναι άξιος θανάτου· ότι και εαυτόν Υιόν Θεού εποίησε, και άλλους λόγους πολλούς είπεν άπας ο λαός κατά του κράτους σου λέγων, ότι εάν δεν σταυρώσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος· και ότι πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών, αντιλέγει εις τον Καίσαρα. Ταύτα και τα τοιαύτα ακούσας εγώ περί του κράτους και της εξουσίας σου, ηγωνιζόμην πολύ να απολύσω αυτόν. Ιδών δε ότι ουδέν ωφελούμαι, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται εις τον λαόν, έκρινα να παραδώσω τον Ιησούν εις θάνατον· ταύτα δε έπραξα δια τον φόβον σου». Τότε ο Καίσαρ λέγει προς τον Πιλάτον· «Άθλιε και ταλαίπωρε, επειδή εξουσίαν είχες να απολύσης αυτόν, τίνος ένεκεν δεν τον απέλυσας»; Διέταξε τότε να βάλωσι τον Πιλάτον εις φυλακήν, έως ου σκεφθή δια ποίου πικρού θανάτου να θανατώση αυτόν, δια την άδικον δίκην, την οποίαν έκαμε κατά του Ιησού, του δικαίου εκείνου και αναμαρτήτου· τότε οι του Καίσαρος υπηρέται, παραλαβόντες τον Πιλάτον, ωδήγησαν αυτόν εις την εξωτερικήν φυλακήν· διότι αι φυλακαί της Ρώμης ήσαν έξωθεν της πόλεως. Χρονοτριβήσαντες δε του Πιλάτου εις την φυλακήν εφρόντιζον επιμελώς οι γνώριμοι και οι γνήσιοι φίλοι αυτού να λυτρώσωσιν αυτόν εκ της ζοφεράς εκείνης φυλακής· αλλά δεν ετόλμων να ομιλήσωσι περί αυτού εις τον Καίσαρα. Πλην μίαν των ημερών, δια να εύρωσιν αφορμήν, ωργάνωσαν κυνήγιον έξω της Ρώμης πλησίον της φυλακής, εις την οποίαν ήτο φυλακισμένος ο Πιλάτος. Εις το κυνήγιον δε αυτό θα επήγαιναν ομού μετά του Καίσαρος, παρήγγειλαν δε εις τον Πιλάτον, όταν ίδη τον Καίσαρα εκεί πλησιάσαντα, να κύψη εκ της θυρίδος ικετεύων και παρακαλών όπως τύχη ελέους. Όταν λοιπόν ήρχισαν να κυνηγούν τα εκεί συνηγμένα ζώα, ήτοι λαγωούς, ελάφους και ει τι έτερον γένος των ζώων έτυχε να ευρίσκεται εις εκείνην την πεδιάδα, μία έλαφος, ωραιοτέρα όλων των άλλων, εμφανισθείσα εις το μέσον, ήρχισε να τρέχη φεύγουσα δι’ όλων αυτής των δυνάμεων. Ελθούσα δε επάνω του τείχους της φυλακής, εστάθη εκεί. Ταύτην ιδών ο Καίσαρ, ευθύς την κατεδίωξε και ηγωνίζετο όπως δια παντός τρόπου συλλάβη αυτήν. Τότε ο Πιλάτος έκυψεν εκ της θυρίδος, ίνα ικετεύση τον Καίσαρα, την στιγμήν όμως εκείνην ο Καίσαρ είχε φθάσει πλησίον της ελάφου και έρριψε κατ’ αυτής το βέλος του, φυγόν δε τούτο από της χειρός αυτού έκρουσε τον Πιλάτον εις το μέσον της καρδίας και ούτως ετελειώθη δια πικρού θανάτου. Ταύτα μεν ούτως έχουν, ημείς δε εις το προκείμενον επανέλθωμεν. Έρχεται λοιπόν και πάλιν η Μαγδαληνή Μαρία, εις Ιερουσαλήμ, εύθυμος ούσα διότι εποίησε την εκδίκησιν του Κυρίου, εκεί δε εγένετο μαθήτρια και ακόλουθος του Αγίου Αποστόλου Πέτρου. Μετά δε χρόνους δεκατέσσαρας από της Χριστού Αναλήψεως, οι μεν Απόστολοι επορεύθησαν εις το κήρυγμα του Κυρίου, όπως κηρύξωσιν εις πάντα τον κόσμον το όνομα αυτού, την ένσαρκον οικονομίαν και την Αγίαν αυτού Ανάστασιν. Η δε Μαγδαληνή Μαρία παρεδόθη υπό του Αποστόλου Πέτρου εις Μάξιμον τινα, όστις ήτο εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, έμεινε δε εις Ιεροσόλυμα. Επειδή δε πάντες οι Απόστολοι εσκορπίσθησαν, οι παράνομοι Ιουδαίοι, κατακαιόμενοι υπό του φθόνου κατά του Αγίου Αποστόλου Μαξίμου, συνέλαβον αυτόν και τον επεβίβασαν ομού μετά της μακαρίας Μαρίας και άλλων πολλών Χριστιανών εις εν πλοίον, μη έχον ούτε ιστία ούτε κώπας, ούτε επισιτισμόν ποσώς έχον, όπως καταποντισθώσι, και βυθισθώσιν αδίκως. Αλλ’ όμως το θέλημα του Αγίου Θεού, και ο αληθινός κυβερνήτης των πιστών αυτού ικετών ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, δεν επέτρεψε να απολεσθώσιν, αλλ’ έσωσεν αυτούς ακινδύνως και ωδήγησεν εις την Γαλλίαν, εις πόλιν λεγομένην Μασσαλίαν. Εκεί λοιπόν προσορμισθέντες και υπό της πείνης, της δίψης και του δεινοτάτου ψύχους πιεζομένους, ουδείς ευρέθη να υποδεχθή αυτούς ή να φιλοξενήση φιλοφρόνως, διότι πάντες οι άνθρωποι του τόπου εκείινου ήσαν ειδωλολάτραι· έτρεχον δε όλος ομού ο λαός του τόπου εκείνου εν μια ημέρα εις όποιον είδωλον εσέβοντο, δια να προσφέρουν εις αυτό θυσίαν. Ταύτα λοιπόν ιδούσα η μακαρία Μαγδαληνή Μαρία εστάθη μετά πολλής παρρησίας και ιλαρωτάτου προσώπου, και μετά ευλάλου γλώσσης ήρχισε να κηρύττη τον λόγον του Θεού λέγουσα προς αυτούς· «Άνδρες άριστοι, μάθετε να γνωρίζετε τον ποιητήν του ουρανού και της γης, τον Θεόν τον ισχυρόν και δυνατόν, τον Θεόν τον αληθινόν, και αρνησάμενοι τα κωφά και άλαλα είδωλα, πιστεύσατε εις τον προαιώνιον Λόγον του Θεού, όστις είναι ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ του κόσμου, ο λυτρωσάμενος ημάς εκ της των αλάλων και κωφών ειδώλων πλάνης». Ακούοντες δε εκείνοι τους λόγους της μακαρίας Μαρίας εθαύμαζον δια την γλυκύτητα του λόγου αυτής, και εξεπλήσσοντο δια την ωραιότητα του κάλλους αυτής. Αφού δε αύτη ετελείωσε τον λόγον της διδαχής, έτυχε να έλθη και ο άρχων του τόπου εκείνου μετά της γυναικός αυτού, προσκομίζοντες θυσίαν προς το είδωλον και θεόν αυτών, δια να αποκτήσωσι τέκνον, διότι ήσαν άτεκνοι. Τότε λοιπόν ιδούσα τούτον η Μαγδαληνή Μαρία ήρχισε να κηρύττη μετά παρρησίας το όνομα του Χριστού. Αφού λοιπόν παρήλθεν η ημέρα εκείνη ενεφανίσθη η μακαρία Μαρία κατά το διάστημα της νυκτός εις την γυναίκα του άρχοντος μετά φόβου λέγουσα προς αυτήν· «Τίνος ένεκεν δεν θέλετε να κάμετε καλωσύνην εις τους ξένους τούτους, τους πεινώντας και διψώντας και από το ψύχος αποθνήσκοντας; Και ούτοι δούλοι του Θεού είναι». Παρήγγειλε δε εις αυτήν μετ’ επιτιμήσεως να είπη αυτά τα οποία της είπε, εις τον άνδρα της, ίνα ποιήση έλεος εις τους ξένους. Η δε αρχόντισσα εφοβήθη να είπη την όρασιν, την οποίαν είδε. Πάλιν δε κατά την επιούσαν νύκτα φαίνεται η Μαρία λέγουσα προς αυτήν τα αυτά λόγια, παρήγγειλε δε και πάλιν να είπη ταύτα εις τον άνδρα αυτής· η δε και πάλιν παρήκουσε και ουδέν είπεν εκ των οραθέντων. Τότε τι ποιεί η δούλη του Θεού; Φαίνεται πάλιν δια τρίτην φοράν εις τον άρχοντα και την γυναίκα αυτού, μετά θυμού πολλού· το δε πρόσωπον αυτής έλαμπεν ωσεί πυρ κατακαίον τον οίκον αυτού, και λέγει προς αυτόν· «Κοιμάσαι, ω τύραννε, σώμα του πατρός σου του Σατανά, μετά εχίδνης της γυναικός σου, εις την οποίαν παρήγγειλα να είπη εις σε λόγον και δεν ηθέλησεν· αναπαύεσαι, ω εχθρέ του Σταυρού του Χριστού, εσθίων και πίνων δια πολλών φαγητών και διαφόρων ποτών γεμίζων την κοιλίαν σου, τους δε ξένους και αγίους του Θεού αφήκες να αποθάνουν βασανιζόμενοι υπό της πείνης, της δίψης και της ψυχρότητος, συ δε κοιμάσαι εις το παλάτιόν σου τετυλιγμένος με πλούσια σκεπάσματα· οι δε δούλοι του Θεού αποθνήσκουσι άοικοι πιεζόμενοι υπό του ψύχους. Εβράδυνας τόσον πολύ να ποιήσης εις αυτούς αυτό το καλόν· διο θέλει έλθει επί σε η οργή του Θεού». Ταύτα δε ειπούσα ανεχώρησεν απ’ αυτού. Έξυπνος τότε γενομένη η αρχόντισα κατείχετο υπό φόβου και μεγάλως αναστέναξεν· ουδέν όμως εξ όσων είδεν ετόλμα να είπη εις τον άνδρα αυτής. Τότε ο άρχων λέγει προς αυτήν· «Γνωρίζεις, ω γύναι, το όνειρον το οποίον ενυπνιάσθην εγώ»; Η δε λέγει· «Ναι, και δειλιώ και τρέμω πολλά». Είπεν εκείνος: «Τι πρέπει να ποιήσωμεν εις τούτο το πράγμα»; Η δε λέγει εις αυτόν: «Καλύτερον είναι να ποιήσωμεν το διαταχθέν υπό της δούλης του Θεού, ίνα καταπραϋνωμεν το θείον, παρά να παρακούσωμεν και να υποστώμεν την αφόρητον δίκην». Πρωϊας λοιπόν γενομένης, παραλαβόντες τους ξένους εις τον οίκον των, εφιλοξένησαν αυτούς φιλοφρόνως και πρεπόντως ανέπαυσαν, προσφέραντες πλουσιοπαρόχως ό,τι είχον ανάγκην. Επειδή δε η μακαρία εδίδασκεν, εν μια των ημερών λέγει ο άρχων προς αυτήν· «Άραγε, δύνασαι να με πληροφορήσης δι’ έργων, επιδεικνύουσα φανερώς εις εμέ την πίστιν, την οποίαν διδάσκεις»; Λέγει εις αυτόν η Αγία· «Δύναμαι δια θαύματος, του Αγίου Θεού βοηθούντος μοι». Τότε ο άρχων, συν τη αυτού γυναικί, απεκρίθησαν λέγοντες προς αυτήν· «Δύνασαι να αιτήσης παρά του Θεού σου να αποκτήσωμεν παιδίον; Και εάν μεν τούτο ποιήσης, ημείς μεθ’ όλου του οίκου μας θέλομεν πεισθή εις όλα τα υπό σου διδασκόμενα και κηρυττόμενα». Υπεσχέθη τότε η Αγία και δεηθείσα προς τον Θεόν επέτυχε του σκοπού. Παρελθουσών δε ολίγων ημερών συνέλαβεν η γυνή, ιδών δε ο άρχων, ότι είναι αληθές, ηβουλήθη να απέλθη εις την Ρώμην προς τον Απόστολον Πέτρον, όπως μάθη εάν είναι αληθή όσα λέγει και διδάσκει η Μαρία. Λέγει εις αυτόν η γυνή αυτού· «Θέλω και εγώ να έλθω μαζί σου εις την Ρώμην, να γνωρίσω τον Πέτρον». Τότε αποκριθείς ο άρχων είπεν εις αυτήν· «Δεν επιτρέπεται εις σε τοιούτον ταξείδιον, ίνα μη πάθης κακόν τι εις την θάλασσαν, επειδή είσαι έγκυος». Ήρχισε τότε εκείνη να κλαίη πικρώς και οδυνηρώς, προσπίπτουσα δε εις τους πόδας αυτού εζήτει ίνα υπάγουν ομού. Η δε μακαρία Μαρία έπεισε τον άρχοντα να συμφωνήση εις την επιθυμίαν εκείνης, και ηυλόγησεν αυτούς λέγουσα· «Η δύναμις του Θεού έστω μεθ’ υμών». Εσφράγισε δε αυτούς δια του σημείου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ίνα μη ο υπεναντίος σκανδαλίση αυτούς εν τη οδώ. Ητοίμασαν λοιπόν το πλοίον, και αγοράσαντες ό,τι είχον ανάγκην τα έβαλον εις αυτό, τα δε επίλοιπα αυτών παρέδωκαν εις τας χείρας της Αγίας και ανεχώρησαν. Πορευομένων δε αυτών προς την Ρώμην, έφθασεν η ώρα της γεννήσεως αυτής, γεννήσασα δε παιδίον άρρεν, απέθανεν η μήτηρ αυτού. Ενώ δε οι ναύται εβούλοντο να ρίψωσιν αυτήν εις την θάλασσαν, ο άρχων ευρισκόμενος εις μεγάλην θλίψιν και απορίαν περί της γυναικός και του παιδίου, μη γνωρίζων τι να πράξη, παρεκάλεσε τους ναύτας ίνα μη ρίψωσι τα νεκρά σώματα εις την θάλασσαν, αλλά μάλλον να υπάγωσιν εις τινα ερημόνησον και εκεί να θάψωσιν αυτήν, τούτο δε και εποίησαν. Ιδόντες λοιπόν βουνόν τι εις την θάλασσαν απήλθον εκεί, εύρον δε έσωθεν σπήλαιον μικρόν, εις το οποίον εισελθόντες έθηκαν την μητέρα μετά του βρέφους. Ο δε πατήρ τούτου κλαύσας πικρώς εσκέπασεν αυτά δια του μανδηλίου αυτού, και εμβάς εις το πλοίον επορεύθη εις την Ρώμην προς τον Άγιον Απόστολον Πέτρον, και διηγήθη εις αυτόν πάντα όσα εποίησεν εις αυτόν Μαρία η Μαγδαληνή, ως και περί της γυναικός και του παιδίου αυτού και πως απέθανον, και έθηκεν αυτά εις το σπήλαιον. Ταύτα ακούσας ο Απόστολος Πέτρος εδίδαξεν αυτόν περί υπομονής, τον συνεβούλευσε δε να μη λυπήται, αλλά να είναι καρτερικός και να αναμένη άνευ αμφιβολίας την πραγματοποίησιν πάντων των υπό της Μαρίας της Μαγδαληνής λαληθέντων και ότι ουδέν εξ αυτών θέλει υστερήσει· διότι αν και η γυνή μετά του παιδίου απέθανον, όμως ζώσιν εν Κυρίω· διότι η προς τον Θεόν πίστις εις πάντα δύναται να συνεργήση. Δια τοιούτων πολλών παρακλητικών λόγων εδίδαξεν αυτόν. Επειδή δε ο άρχων έβαλε κατά νουν να αναβή εις Ιεροσόλυμα δια να προσκυνήση τον τάφον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συναπήλθε μετ’ αυτού και ο Απόστολος Πέτρος, δια να δείξη εις αυτόν πάντας τους τόπους, όσους επεριπάτησεν ο Κύριος, εκεί όπου εσταυρώθη, απέθανεν, ετάφη, ανέστη και ανελήφθη εις τους ουρανούς. Παραμείνας λοιπόν ο άρχων εις Ιεροσόλυμα χρόνους δύο, και μέλλων να επανέλθη εις την πατρίδα αυτού, έλαβε παραγγελίαν παρά του Αποστόλου Πέτρου, ίνα βαπτισθή υπό Μαρίας της Μαγδαληνής. Εμβάς δε εις το πλοίον, ενεθυμήθη πως εξήλθεν εκ της χώρας αυτού χαίρων και αγαλλόμενος μετά της συμβίας αυτού, πως δε τώρα επανακάμπτει λυπούμενός τε και στενοχωρούμενος δια την στέρησιν αυτής και του παιδίου· ταύτα δε συλλογιζόμενος, ηβουλήθη να υπάγη εις τον τόπον εις τον οποίον έθηκε τα λείψανα της γυναικός και του παιδίου αυτού, ίνα καν λάβη ταύτα προς παρηγορίαν. Την βουλήν ταύτην ενέβαλεν εις αυτόν ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος αφ’ ενός μεν ίνα παρηγορήση αυτόν, αφ’ ετέρου δε, το οποίον είναι και το μεγαλύτερον, ίνα δοξάση την Αγίαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν. Όταν λοιπόν επλησίαζον εις το όρος εκείνο, βλέπουσιν παιδίον μικρόν παίζον εις την θάλασσαν και λίαν εθαύμασαν. Το δε παιδίον ιδόν αυτούς έφυγε και εισήλθεν εις το σπήλαιον, εις το οποίον ήτο η μήτηρ αυτού. Τότε εισελθόντες και οι περί τον έρχοντα εις το σπήλαιον, βλέπουσι την γυναίκα σώαν, κεκαλυμμένους έχουσαν τους οφθαλμούς αυτής, ωσάν να εκοιμάτο, ήρχισαν δε να κλαίουν· αφυπνισθείσα τότε η γυνή ενέπλησεν αυτούς φόβου και τρόμου. Ήρχισε τότε ο άρχων να ερωτά αυτήν λέγων· «Πως ανέζησας, και τοσούτον χρόνον πως διέτριβες»; Η δε αποκριθείσα είπεν· «Η δούλη του Θεού Μαρία η Μαγδαληνή ήρχετο συνεχώς ενταύθα φέρουσα πάντοτε τροφήν εις ημάς». Ταύτα ακούσας ο άρχων εθαύμαζε και ενεός γενόμενος ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα. Έπειτα αναχωρήσαντες εκείθεν εισήλθον εις το πλοίον, και μετά πλείστης χαράς έφθασαν εις την χώραν αυτών· ένθα καταξιωθέντες να ίδωσι την Αγίαν, ηυχαρίστησαν τον Κύριον, τον ποιήσαντα τοιαύτα θαυμάσια, και τας ακοάς υπερβαίνοντα. Συνομιλήσαντες λοιπόν περί τούτων αρκετά δεν έπαυσαν να έχουν κατά νουν και η Αγία και ο άρχων το παράγγελμα του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, την τέλεσιν δηλαδή του αγίου Βαπτίσματος. Εβάπτισε λοιπόν η Αγία Μαρία η Μαγδαληνή τον άρχοντα μεθ’ όλου του οίκου του, ή καλύτερον να είπωμεν μεθ’ όλου του λαού. Καταστήσασα δε ιερούς Ναούς και καλώς τα περί τούτων οικονομήσασα, και πάντας εμπλήσασα της ζωηρρύτου διδαχής, τούτους μεν παρέδωκεν εις τον αληθή Θεόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον και επίστευσαν, αύτη δε η θαυμαστή και μεγάλη όντως, ουδόλως υπολογίζουσα το μήκος της οδού, ούτε εκ της ασθενείας της γυναικείας φύσεως δειλιάσασα, έφθασεν εις Έφεσον, όπου συνήντησε τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον, τον υιόν της βροντής, τον και επί του δεσποτικού στήθους γνησίως αναπεσόντα· παρέμεινε δε μετ’ αυτού κοινωνούσα του κηρύγματος, των θλίψεων, των δεσμών, της φυλακής, και όλων των άλλων ανιαρών αυτού. Επειδή δε και αυτή άνθρωπος ήτο και έπρεπε να πληρωθή και εις αυτήν ο κοινός νόμος της φύσεως, ησθένησεν ολίγον και παρέδωκε την αγίαν της ψυχήν εις χείρας του Θεού. Φιλόχριστοι δε τινες καλώς κηδεύσαντες το ταύτης πάντιμον σώμα έθαψαν φιλοτίμως παρά την είσοδον του σπηλαίου, εις το οποίον εκοιμήθησαν οι επτά Παίδες, πλείστα θαύματα τελέσασα κατά τε την κατάθεσιν του αγίου αυτής λειψάνου και κατά τον μετά ταύτα χρόνον. Και ταύτα μεν είναι τα μέχρι τότε κατορθώματα της Αγίας. Άξιον δε είναι να είπωμεν και περί της ανακομιδής του τιμίου ταύτης λειψάνου. Λέων ο Σοφός ο εν ευσεβεί τη λήξει γενόμενος αυτοκράτωρ του Βυζαντίου, οικοδομήσας εκ βάθρων την περικαλλή Μονήν του Αγίου Λαζάρου, και διακοσμήσας αυτήν δια θαυμασίας τέχνης, επειδή ήτο φιλάγιος καθώς ήτο και φιλοδίκαιος και επειδή ήθελε να καταστήση την Μονήν αυτήν εντιμοτέραν, ανεκόμισεν εξ Εφέσου με μεγάλας τιμάς και μεγαλυτέραν ευσέβειαν, κατά το έτος οκτακόσια ενενήκοντα από Χριστού (890), το τίμιον λείψανον της μακαρίας ταύτης και μεγάλης Μαγδαληνής και κατέθεσεν εις την Μονήν ταύτην, ένθα και νυν υπάρχει τιμωμένη πιστώς εις αυτήν και λαμπρώς και ποθεινώς κατ’ έτος εορταζομένη, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών· ω πρέπει δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Η Αγία Μυροφόρος και Ισαπόστολος Μαρία η Μαγδαληνή

Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός μνήμη της Αγίας Μυροφόρου και Ισαποστόλου ΜΑΡΙΑΣ της Μαγδαληνής.                                                                                                                                              

Μαρία η Μαγδαληνή κατήγετο από τα Μάγδαλα, τα οποία κείνται εις τα οροθέσια της Συρίας· προσελθούσα δε τω Χριστώ απηλλάγη δια της χάριτος αυτού των επτά δαιμονίων, τα οποία την ηνώχλουν, και ούτως ακολουθήσασα αυτώ και υπηρετούσα έως του πάθους και του Σταυρού, έγινε και Μυροφόρος και ευαγγελίστρια, και πρώτη αυτή, μεταξύ των άλλων Μυροφόρων, είδε την Ανάστασιν του Κυρίου, μετά της άλλης Μαρίας, της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν οψέ Σαββάτων, ήτοι μετά το Σάββατον, είδε τον Άγγελον, καθώς γράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος· όταν δε μετέβη το πρωϊ εις το μνήμα, τότε είδε δύο Αγγέλους εν λευκοίς καθεζομένους, και πάλιν είδε τον Χριστόν, τον οποίον νομίζουσα ότι είναι ο κηπουρός, και θέλουσα να εγγίση τους πόδας του, ήκουσε παρ’ αυτού: «Μη μου άπτου», καθώς αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Αύτη η Μυροφόρος μετά την Ανάληψιν του Κυρίου επορεύθη εις την Ρώμην, όπου παρουσιάσθη εις τον Τιβέριον και επέτυχε την τιμωρίαν του Πιλάτου. Είτα επέστρεψεν εις Ιεροσόλυμα, κατόπιν εξελθούσα δια δευτέραν φοράν εις το κήρυγμα επορεύθη και πάλιν εις τα μέρη της δύσεως. Μετά ταύτα ήλθεν εις την Έφεσον, ένθα εύρε τον Άγιον Ιωάννην τον Θεολόγον, και εκεί κοιμηθήσα οσίως ενεταφιάσθη παρά την θύρα του σπηλαίου, εντός του οποίου εκοιμήθησαν ύστερον οι επτά Παίδες οι εν Εφέσω. Ας ίδωμεν όμως τον κατά πλάτος Βίον αυτής, ίνα γνωρίσωμεν καλύτερον την Αγίαν. 

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Ο Άγιος Παρθένιος Επίσκοπος Ραδοβυσδίου

Τη αυτή ημέρα μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ Επισκόπου γενομένου Ραδοβυσδίου (εν τω νομώ Άρτης), κοιμηθέντος δε εν Κυρίω εν έτει 1777.                                 

Παρθένιος ο νεοφανής ούτος της Εκκλησίας φωστήρ κατήγετο εκ του χωρίου Βατσουνιά της Θεσσαλίας. Επιδοθείς εκ νεότητος εις την εργασίαν των θείων εντολών και σκεύος επάξιον γενόμενος της χάριτος, ψήφω θεία ανήλθεν εις το μέγα της αρχιερωσύνης αξίωμα, Επίσκοπος Ραδοβυσδίου καταστάς. Αρχιερεύς δε ων, εξηκολούθει ως και πρότερον την ιδίαν λιτοτάτην και ασκητικήν ζωήν, ασχολούμενος εις πλείστας εναρέτους πράξεις και διηνεκείς προσευχάς, νηστεύων και εγκρατευόμενος εκ πάντων, και έχων ως τακτικήν τροφήν τα χόρτα· διο και πλουσίαν έλαβεν άνωθεν την χάριν του παναγίου και ζωοποιού Πνεύματος. Ηρέσκετο δε ο μακάριος να παρακολουθή τα ποίμνια, και κατά την θερινήν περίοδον εξήρχετο τακτικώς εκ του χωρίου Βελεντζικού, έδραν της επισκοπής του, εις θέσιν Μπέσελον, όπου αι αγέλαι των βοών του χωρίου διημέρευον παρά τον εκείσε ποτιστήν, και όπου υπό την σκιάν των ελάτων διέμενεν επί κραββάτου αναπαυόμενος, και εκπέμπων εκείθεν προς τα ποίμνια των αγελάδων τας ευλογίας του, λέγων πάντοτε: «τα ευλογημένα». Τούτου ένεκεν και εξαιρετικήν χάριν έλαβε παρά Κυρίου κατά των ποικίλων και φθοροποιών νοσημάτων των βοών και αγελάδων. Ούτω, λοιπόν, σωφρόνως και δικαίως εν οσιότητι και αληθεία πολιτευόμενος, και ευαρεστήσας τω Θεώ δια της εναρέτου και αγίας αυτού διαγωγής, μετέστη αγαλλόμενος προς την αιώνιον ζωήν, ένθα ήχος καθαρός των αληθώς εορταζόντων και αινούντων τον Θεόν, και προσετέθη τοις Οσίοις ως Όσιος, και τοις λοιποίς Αρχιερεύσιν ως όντως Αρχιερεύς, απολαμβάνων παρά του δικαίου Κριτού την πλουσιόδωρον ανταπόδοσιν. Εκοιμήθη δε ο Άγιος τη 21η του μηνός Ιουλίου εν έτει 1777. Μετά την οσίαν αυτού κοίμησιν, ετάφη όπισθεν του αγίου Βήματος της ενοριακής Εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων Βελεντζικού, όταν δε προέβησαν εις την ανακομιδήν των ιερών αυτού λειψάνων την 21ην Ιουλίου, ημέραν της μνήμης του, ήτις ημέρα ήτο αιθρία και καυστική, αρξαμένης της εκταφής ήρχισε να πίπτη βροχή λεπτή, άφθονος δε ευωδία διεχύθη όχι μόνον εις τους εκεί παρισταμένους, αλλά και εις απάσας τας οικίας του χωρίου, τόσον ώστε εξήρχοντο οι κάτοικοι και ηρωτώντο μεταξύ των τι άρα συμβαίνει, διο και ανεγνωρίσθη ως Άγιος. Ταύτα μαθόντες οι οικείοι του ήλθον και εζήτησαν να παραλάβουν τα άγια του Αγίου λείψανα, αλλ’ αρνηθέντων των κατοίκων Βελεντζικού προσέφυγον προς εκδίκασιν της διαφοράς των εις το Πατριαρχείον, όπερ απεφάνθη να μείνη μεν εν Βελεντζικώ η αγία Κάρα, ένθα και διατηρείται ευωδιάζουσα, τα δε άλλα λείψανα ν’ αποδοθούν εις την πατρίδα του. Οστούν της χειρός του Αγίου ευρίσκεται και εν τη Ιερά Μονή Δουσίκου-Τρικκάλων. Ο Άγιος, ως ανωτέρω ελέχθη, ανεδείχθη θαυματουργός εις τα ζώα, και ιδία εις τας αγέλας των βοών. Όπου εις τα περίχωρα εμφανίζεται νόσος αγελάδων και λοιπών ζώων, καλείται ως ο μοναδικός ιατρός, η δε θεραπεία τούτων, άμα τη εμφανίσει της Κάρας του Αγίου, είναι βεβαιοτάτη. Όπου εις νοσούσαν αγέλην ή και μόνον αγελάδιον και λοιπά ζώα γίνεται αγιασμός με την ιεράν του Αγίου Κάραν, επέρχεται άμεσος η θεραπεία τούτων. Εν τη ενοριακή Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων Βελεντζικού, ένθα φυλάσσεται η αγία και θαυματόβρυτος Κάρα, διατηρείται επίσης αγίασμα εκ του αγιασμού της μνήμης του, χρησιμοποιούμενον προχείρως εις τας εκάστοτε εμφανιζομένας νόσους εις μεμονωμένα κτήνη, υπό του οποίου και επέρχεται η θεραπεία των. Εις το χωρίον Φλωριάδα Βάλτου, κατά το 1909, όπου κληθείς μετέβη ο εφημέριος του Βελεντζικού με την Κάραν του Αγίου δι’ ενσκήψασαν επιδημικήν νόσον των αγελάδων, θερίζουσαν καθημερινώς ταύτας, μετά τον γενόμενον εκεί αγιασμόν η νόσος εξηφανίσθη, άπαντα δε τα ασθενούντα ζώα εθεραπεύθησαν, μεθ’ ο τακτικώς έκτοτε καλείται εις το χωρίον τούτο ο Άγιος. Την περιφέρειαν της Επισκοπής του Αγίου απετέλει το Β.Α. τμήμα της επαρχίας Άρτης, καλούμενον Ραδοβύσδι, και αποτελούμενον εκ των δύο τέως δήμων Ηρακλείας (Κάτω Ραδοβύσδι) και Τετραφυλίας (Άνω Ραδοβύσδι), όπερ τμήμα απετέλει αρχήθεν και μέχρι του έτους 1830 επισκοπήν, με έδραν το χωρίον Βελεντζικόν, κωμόπολιν τότε. Εν ταύτη εχρημάτισαν Επίσκοποι γνωστοί (κατά δοκίμιον του τέως Μητροπολίτου Άρτης Σεραφείμ, ευρισκόμενον εις τας Ιεράς Μονάς Μελάτων Άρτης, Δουσίκου Τρικκάλων και αλλαχού): 1) Παρθένιος ο εν Αγίοις, περί ου ο λόγος, αποβιώσας τη 21η Ιουλίου 1777, 2) Καλλίνικος (1777-1810) και 3) Γρηγόριος (1810-1830), ότε και κατηργήθη η Επισκοπή αύτη. Κατά τας αφηγήσεις των γεροντοτέρων και καλώς γνωριζόντων από τους γονείς και γέροντας της εποχής των, η υπάρχουσα τότε ακολουθία του Αγίου μετά της βιογραφίας αυτού απωλέσθη κατά το έτος 1854, ότε, λόγω επαναστάσεως της περιφερείας ταύτης, οι Τούρκοι απετέφρωσαν την μέχρι τότε ακμάζουσαν κωμόπολιν Βελεντζικόν, αριθμούσαν 300-500 οικογενείας, διασωθείσης μόνον της αγίας του Αγίου Κάρας υπό του τότε εφημερίου, όστις παρέλαβε μεθ’ εαυτού ταύτην κατά την εκείθεν εις Βάλτον φυγήν του, χωρίς να προνοήση και δια την ιεράν ακολουθίαν του Αγίου. Έκτοτε δε άχρι του 1939 εν τη μνήμη του Αγίου εψάλλετο ακολουθία ετέρου Ιεράρχου Αγίου, ότε, μεριμνήσαντος περί τούτου του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής του Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου πατρός Συμεών Τσαμοπούλου, εποιήθη νέα τοιαύτη υπό του εν τη Αγιορειτική Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης ασκούντος Οσιολογιωτάτου Γερασίμου Μοναχού, ήτις καθιερωθείσα ψάλλεται εν τη εορτή του Αγίου.