Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

H πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού Παρασκευή

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας ενδόξου και πανευφήμου Οσιομάρτυρος του Χριστού ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.                                                                                                                                                        
Παρασκευή η πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν ταις ημέραις του βασιλέως Αδριανού· πατήρ αυτής ήτο ευσεβής τις Ορθόδοξος Χριστιανός, πλούσιος κατά πολλά, Αγάθων λεγόμενος, έχων γυναίκα και αυτήν Χριστιανήν, Πολιτείαν καλουμένην· διέμενον δε εις τι προάστιον της μεγαλοπόλεως Ρώμης. Πλην παρ’ όλας τας καλωσύνας και ελεημοσύνας, τας οποίας είχον, δεν είχον τέκνον, ούτε άρσεν, ούτε θήλυ, και δια τούτο ήσαν πάντοτε λυπημένοι, όπως κάλλιστα γνωρίζουν όσοι έχουν τοιαύτην λύπην. Παρεκάλουν όθεν και οι δύο τον Θεόν να τους δώση τέκνον, ουχί μόνον δια την κληρονομίαν του πολλού πλούτου, τον οποίον είχον, αλλά μάλλον δια την διαδοχήν του γένους αυτών. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις ποιεί το θέλημα των φοβουμένων αυτών και της δεήσεως αυτών εισακούει, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, επήκουσε της δεήσεως αυτών. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας συλλαβούσα η Πολιτεία εγέννησε την Αγίαν ταύτην εν τη έκτη ημέρα της εβδομάδος· δια τούτο και όταν εβάπτισαν αυτήν, εκάλεσαν το όναμά της Παρασκευήν. Αύτη εκ πρώτης ηλικίας εδείκνυεν οποία τις θέλει γίνει εις το ύστερον· διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, όπως την σήμερον ημέραν τα μωρά κοράσια, ουδέ εις απρεπή παίγνια ησχολείτο, ουδέ ηκούετο αργολογία ή μωρολογία εκ του στόματος αυτής, αλλ’ επαιδεύετο υπό της μητρός αυτής Πολιτείας εις παν έργον θεάρεστον, καθώς πρέπει να παιδεύωσιν αι μητέρες τας θυγατέρας. Εις την ανατροφήν δε και παίδευσιν, την οποίαν είχεν η Αγία, έμαθε και τα ιερά γράμματα· δια τούτο δεν έλειπεν από την Εκκλησίαν, ουδέ την είδε ποτέ άνθρωπος να μη κρατή βιβλίον εις τας χείρας της, παρεκτός μόνον όταν έτρωγεν ή έκαμνεν υπηρεσίαν αναγκαίαν του σώματος. Ηγάπα δε κατά πολλά την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δια τούτο δε όχι μόνον τους οφθαλμούς, οι οποίοι είναι οδός του έρωτος, εφύλαττεν από θεωρίαν ανδρών, αλλά και το στόμα από αισχρολογίαν και την ακοήν από απρεπείς ακροάσεις. Ακούετε, όσαι είσθε παρθένοι, και μάθετε πως πρέπει να παρθενεύετε· διότι, όχι μόνον εκείνη η οποία παρθενεύει κατά το σώμα, εκείνη λέγεται καθολικά παρθένος, αλλ’ εκείνη ήτις είναι και κατά την ψυχήν καθαρά, και δεν έχει εις τον λογισμόν της αισχράς ενθυμήσεις, αυτή είναι η πραγματική παρθένος. Ακούσατε και όσαι έχετε άνδρας, πως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις το δεύτερον Κεφάλαιον της προς Τιμόθεον πρώτης επιστολής αυτού. «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ ο πρέπει γυναιξίν επαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ έργων αγαθών»· ήτοι να μη χρησιμοποιήτε καλυντικά, ουδέ να στολίζεσθε με χρυσαφικά και με μαργαριτάρια ούτε πολυτελή ενδύματα, αλλά να είσθε τιμημέναι και σώφρονες, καθώς πρέπει εις τας γυναίκας των Χριστιανών, αίτινες θέλουν να αρέσουν εις τον Χριστόν, με έργα αγαθά και όχι με στολίδια. Ακούετε όσαι έχετε θυγατέρας ανυπάνδρους, πως πρέπει να τας παιδεύετε, όχι να γίνεσθε σεις κακόν παράδειγμα εις αυτάς, αλλά να είσθε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας προς παν έργον θεάρεστον· διότι, όταν σεις ομιλήτε λόγους, οι οποίοι μολύνουσι τας ψυχάς των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασίαν του οίκου, όταν αντιλέγετε εις τους συζύγους σας, όταν παρακύπτετε συχνάκις εκ των παραθύρων, όταν αγαπάτε τον οίνον, όταν σεις δεν έχετε καμμίαν ευλάβειαν ουδέ κρατήτε την γλώσσαν, πόθεν άλλοθεν θα μάθωσιν αι μικραί κόραι την καλήν συμπεριφοράν αφού δεν εξέρχονται έξω του οίκου; Αλλ’ η Αγία αύτη Παρασκευή δεν ήτο τοιαύτη, ουδέ επαιδεύθη τοιουτοτρόπως υπό της μητρός αυτής, ουδέ είχε την ωραιότητά της και το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, οίτινες περιέρχονται με κυνικήν αναίδειαν, που να ίδωσι καμμίαν κόρην, ουδέ έκυπτεν από τα παράθυρα να αγρεύση τας ψυχάς των ανδρών, αλλά πάντοτε εν έργον είχεν απαραίτητον· το να στολίζη την ψυχήν της με νηστείαν, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσοχήν, με παρθενίαν, με ελεημοσύνην και με παν έργον θεάρεστον. Πολλοί άρχοντες του καιρού εκείνου επεθύμησαν να την λάβωσι νύμφην εις τους υιούς αυτών, και δια τον πατρικόν της πλούτον και δια την καλλονήν της, το δε περισσότερον δια την σωφροσύνην της, αλλά αυτή αγαπώσα την παρθενίαν και θέλουσα να μείνη καθαρά και αμόλυντος νύμφη του Χριστού δεν ήθελε να ακούση περί υπανδρείας. Ταύτα δε βλέποντες οι γονείς αυτής έχαιρον δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, όστις τους εχάρισε τοιούτον τέκνον ευλογημένον. Όταν δε εγένετο η Αγία είκοσι ετών, απέθανον οι γονείς αυτής και έμεινεν ο πολύς πλούτος εκείνος εις τας χείρας της· παρευθύς δε τότε έδειξε την αγαθήν της προαίρεσιν, διότι δεν τον εχρησιμοποίησεν εις αναπαύσεις του σώματος ουδέ εις φαγοπότια και στολίδια· αλλά ακούσασα τον Χριστόν, όστις λέγει εις το δωδέκατον Κεφάλαιον του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην· ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς», εμοίρασεν αυτόν όλον εις τους έχοντας ανάγκην και εις τους πτωχούς υπέρ του ονόματος αυτού. Έπειτα επήγεν εις Μοναστήριον γυναικών, και εφόρεσε το μοναχικόν σχήμα, εκεί δε έκαμε καιρόν ικανόν, εν πάση υποταγή και ταπεινώσει, δουλεύουσα εις τον Θεόν και εις την προεστώσαν του Μοναστηρίου. Αλλ’ επειδή ηγάπα να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του Χριστού, δια τούτο, λαβούσα την ευχήν της Ηγουμένης και των άλλων μοναζουσών ως αγαθόν συνοδοιπόρον, εξήλθε του Μοναστηρίου δια να κηρύξη κατά πάσαν πόλιν και χώραν το όνομα του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Την εποχήν εκείνην ήτο βασιλεύς της παλαιάς Ρώμης ο Αντωνίνος ο επιλεγόμενος ευσεβής, όστις ήτο ακόμη τότε ειδωλολάτρης. Ούτος εγένετο βασιλεύς μετά τον Αδριανόν εις τους 140 περίπου χρόνους από της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Κηρύττουσα λοιπόν η Αγία, πολλοί των Ελλήνων και Ιουδαίων ακούοντες τους λόγους αυτής επέστρεψαν εις θεογνωσίαν· οι δε Ιουδαίοι οι ευρεθέντες εις μίαν πόλιν, όπου εκήρυττεν η Αγία, φθονερόν γένος ως είναι πάντοτε και εχθρότατον των Χριστιανών, βλέποντες τους Χριστιανούς πληθυνομένους και την θρησκείαν αυτών ατιμαζομένην και υβριζομένην, προσελθόντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον διέβαλον την Αγίαν λέγοντες· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, οι μεν άλλοι πάντες πείθονται εις το πρόσταγμα της βασιλείας σου, γυνή δε τις, ονόματι Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησούν, τον υιόν της Μαρίας, τον οποίον εσταύρωσαν οι πατέρες ημών ως πλάνον και αντίθεον, και λέγει, ότι αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός, οι δε υπό της βασιλείας σου προσκυνούμενοι θεοί είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς Αντωνίνος όλος επλήσθη θυμού, και παρευθύς αποστείλας στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· ως δε είδε την ωραιότητα αυτής, όλως εξεπλάγη και ήρχισε με κολακείας λέγων προς αυτήν· «Ω Παρασκευή, εγώ, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, επαινώ την νεότητά σου, και δια τούτο σε συμβουλεύω να θυσιάσης εις τους θεούς, οι οποίοι σου έδωκαν την ωραιότητα ταύτην· διότι εάν μεν ποιήσης, καθώς σου λέγω, θέλω σου δώσει πολλάς δωρεάς· εάν δε θέλης να σταθής εις το θέλημά σου και να φανής εναντία των ημετέρων προσταγμάτων, ήξευρε, ότι θέλω σε τιμωρήσει με βάσανα, τα οποία και μόνον εξ ακοής και θεωρίας καταπλήττουσι τον άνθρωπον, όχι μάλιστα και να τα πάθη». Τοιαύτα και άλλα περισσότερα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων την Αγίαν· αλλά αυτή σημειώσασα εις εαυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τας τοιαύτας απειλάς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος ούτε τιμωρία ούτε παίδευσις, ήτις να με χωρίση από την αγάπην του». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς διέταξε τους στρατιώτας μετά μεγάλου θυμού να καύσωσι περισσώς μίαν περικεφαλαίαν σιδηράν, έως ου να κοκκινίση και τότε να την βάλωσιν εις την κεφαλήν της Αγίας· αλλά ο Θεός, όστις εφύλαξε ποτε τους τρεις Παίδας εν τη καμίνω και δεν εχωνεύθησαν υπό του πυρός, αυτός και τότε εθαυματούργησεν εις την Αγίαν· διότι ήθελε τις ειπεί, ότι, ως να είχε ψυχράν δρόσον εις την κεφαλήν της, τοιουτοτρόπως ελογίσθη τούτο η Αγία. Πολλοί δε των παρισταμένων Ελλήνων, ιδόντες τούτο το παράδοξον θαύμα, επίστευσαν ευθύς εις τον Χριστόν· τους οποίους ο βασιλεύς διέταξε να θανατώσωσι δια διαφόρων θανάτων· άλλους μεν να αποκεφαλίσουν, άλλους δε να κατακαύσουν, άλλους να πνίξουν εις τον ποταμόν της Ρώμης Τίβεριν, άλλων δε να αφαιρέσουν το δέρμα. Και τούτους μεν τοιουτοτρόπως τους ετιμώρησε, την δε Αγίαν διέταξε να την βάλωσιν εις φυλακήν, έως να συλλογισθή με ποίον τρόπον να βασανίση και να θανατώση αυτήν. Αφού δε η Αγία εκλείσθη εις το δεσμωτήριον, εδέετο μετά δακρύων του Κυρίου λέγουσα· «Φύλαξόν με, Κύριε, εις την αληθινήν πίστιν σου, και λύτρωσαί με εκ των σκανδάλων του εχθρού, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου». Κατά δε το μεσονύκτιον εφάνη εις αυτήν Άγγελος Κυρίου έχων εις τας χείρας Σταυρόν φωτεινόν, και κάλαμον και σπόγγον και στέφανον, και λέγει εις αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή, αθληφόρε του Κυρίου. Μη φοβού τας βασάνους των τυράννων· διότι ο Κύριος ημών, ο οποίος κατεδέξατο να σταυρωθή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και να στεφανωθή με ακάνθινον στέφανον, αυτός μέλλει να είναι βοηθός σου, δια να σε λυτρώση από πάντα πειρασμόν επερχόμενον εις σε». Και ο μεν Άγγελος ταύτα ειπών προς την Αγίαν, και λύσας αυτήν εκ των δεσμών, απήλθεν εις τους ουρανούς· η δε Αγία, ακούσασα τους λόγους του Αγγέλου, διετέλεσε προσευχομένη έως ου εγένετο ημέρα. Το δε πρωϊ διέταξεν ο βασιλεύς να φέρουν την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· απελθόντες δε οι στρατιώται να φέρωσι την Αγίαν, ως είδον αυτήν λελυμένην των δεσμών, εξεπλάγησαν· ότε δε παρέστησαν αυτήν, είπεν ο βασιλεύς: «Άραγε, ω Παρασκευή, εσωφρονίσθης από την χθεσινήν τιμωρίαν ή ακόμη επιμένεις εις την αυτήν μωρίαν»; Η δε Αγία απεκρίνατο· «Τι νομίζεις, ασεβέστατε βασιλεύ, με τοιαύτας τιμωρίας να σαλεύσης τον στερρόν πύργον της ψυχής μου; Ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μετατρέψης τον αγαθόν μου λογισμόν· ει δε και θέλης, δοκίμασόν με, ίνα ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Ως δε ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, όλος ηλλοιώθη εκ του θυμού αυτού, και παρευθύς προστάττει τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν εκ των τριχών της κεφαλής εις ένα όρθιον ξύλον, έπειτα να λάβωσι λαμπάδας ανημμένας και με εκείνας να κατακαίωσι τας μασχάλας της και τα άλλα μέλη του σώματος. Και όμως η Αγία, ταύτα πάσχουσα, υπέμενεν ανδρείως και τον μεν βασιλέα ύβριζε, τους δε ψευδωνύμους θεούς εμυκτήριζεν. Ως δε είδεν ο βασιλεύς ότι εις ουδέν λογίζεται η Αγία ταύτην  την βάσανον, διέταξε πάλιν να βάλωσιν εις ένα μέγαν λέβητα έλαιον και πίσσαν, και να βράσωσι δυνατά, έπειτα να την ρίψωσι μέσα. Τούτου δε γενομένου, ίστατο η Αγία εν μέσω του λέβητος δροσιζομένη και χαίρουσα ωσάν να ήτο εις δροσερόν κήπον. Βλέπων δε τούτο ο βασιλεύς και θαυμάζων εις την μεγάλην θαυματουργίαν εκείνης, προσεγγίσας εις τον λέβητα, είπεν προς την Αγίαν· «Ράντισό με από το έλαιον αυτό, ω Παρασκευή, το οποίον είναι εις τον λέβητα, ίνα ίδω άραγε αληθώς καίει η πίσσα και το έλαιον, ή φαντασία είναι τούτο το οποίον βλέπω εις σε, να μη κατακαίεσαι»; Τότε η γία γεμίσασα τας δύο χείρας της εκ του ελαίου εκείνου και της πίσσης έρριψεν εις το πρόσωπον του βασιλέως, παρευθύς δε ετυφλώθησαν αι κόραι των οφθαλμών αυτού και έκραζε με μεγάλην φωνήν ο βασιλεύς λέγων· «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, δος μοι το φως των οφθαλμών μου, και πιστεύω εις τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις». Εξελθούσα τότε η Αγία εκ του λέβητος ιάτρευσε τον βασιλέα και σωματικώς και ψυχικώς, βαπτίσασα αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιάς θεότητος. Και ο μεν βασιλεύς Αντωνίνος, με τοιούτον τρόπον πιστεύσας εις τον Χριστόν, απέβαλε την μιαράν θρησκείαν των Ελλήνων· η δε Αγία, εξελθούσα της μεγαλοπόλεως Ρώμης, απήλθεν εις ετέρας πόλεις και χώρας κηρύττουσα το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εισελθούσα δε εις ετέραν πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ασκληπιός λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί παρρησία τον λόγον της αληθείας. Τούτο μαθών ο βασιλεύς εκείνος παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει προς αυτήν· «Πόθεν είσαι, ω γύναι, και τις είναι αυτός ο Θεός ο νέος, τον οποίον κηρύττεις»; Η δε Αγία, επικαλεσθείσα το όνομα του Σωτήρος Χριστού και σφραγίσασα εαυτήν δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού, απεκρίθη· «Το μεν πόθεν είμαι, ω βασιλεύ, δεν είναι ανάγκη να το μάθης μηδέ ωφέλιμον· ο δε Θεός, τον οποίον κηρύττω, δεν είναι νέος, ως λέγεις, αλλά είναι άναρχος και προαιώνιος, ο οποίος εποίησε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς, ο οποίος δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον και ανελήφθη και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα και αποδώση εις ένα έκαστον κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττω, αυτόν ομολογώ Θεόν αληθινόν· οι δε ιδικοί σου θεοί οι ψευδώνυμοι, οίτινες τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολεσθήτωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς Ασκληπιός, και ταραχθείς εκ των λόγων της Αγίας, έπεμψεν αυτήν προς τινα δράκοντα εμφωλεύοντα έξω της πόλεως εκείνης, εις τον οποίον έρριπτον τους καταδίκους· δράκων δε, τον οποίον ακούομεν πολλάκις εις τας Γραφάς, είναι μεν κατ’ αρχήν όφις, τρεφόμενος όμως και παλαιούμενος γίνεται μέγας και φοβερός, τότε δε ονομάζεται δράκων. Όταν δε η Αγία επλησίασεν εις τον τόπον εκείνον, όπου κατώκει το θηρίον, ως είδεν αυτήν ο δράκων μεγάλως εβρυχήθη, ανοίξας δε το στόμα αυτού εξέβαλε καπνόν φοβερόν πολύν ως θέλων να την καταπίη. Η δε Αγία σταθείσα πλησίον του δράκοντος είπε· «Θηρίον πονηρότατον, έφθασεν επί σε η οργή του Θεού και ιδού ήγγισεν ο αφανισμός σου, διότι πολλούς αναιτίως κατέφαγες». Ταύτα ειπούσα και το σημείον του Σταυρού ποιήσασα εις εαυτήν ενεφύσησε τον δράκοντα και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, ως μεγάλη η χάρις των Αγίων σου!), ο φοβερός δράκων εκείνος μεγάλως συρίξας και εαυτόν περιστρέψας, διερράγη εις δύο. Τούτο το παράδοξον θαύμα ιδών ο βασιλεύς Ασκληπιός και οι συν αυτώ πάντες επίστευσαν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό της Αγίας εις το όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος. Και ούτοι μεν τοιουτοτρόπως πιστεύσαντες και βαπτισθέντες, έχαιρον δοξάζοντες τον Χριστόν· η δε Αγία εξελθούσα εκείνης της πόλεως απήλθε πάλιν εις ετέρας πόλεις και χώρας, κηρύττουσα τον Χριστόν. Εισελθούσα δε εις άλλην πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ταράσιος λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί τον λόγον της αληθείας. Μαθών δε ο βασιλεύς τα περί αυτής, παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει· «Ποίος πονηρός δαίμων σε έφερεν εδώ, γύναι, να υβρίζης μεν τους μεγάλους και αιωνίους θεούς, να κηρύττης δε άγνωστον τινα Θεόν, χθεσινόν και προχθεσινόν, γεννηθέντα προ χρόνων εκατόν πεντήκοντα, εις τας ημέρας του βασιλέως Αυγούστου, τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον και πλάνον και αντίθεον»; Η Αγία απεκρίθη· «Δεν με έστειλε πονηρός δαίμων εδώ, ω βασιλεύ, να κηρύττω την αλήθειαν, αλλ’ ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, εκείνος με άστειλε να τον κηρύττω, άναρχον μεν κατά την θεότητα, χρονικόν δε κατά την σάρκα, τον αυτόν απαθή και παθητόν, αόρατον και ορατόν, άκτιστον και κτιστόν. Το μεν δια την φύσιν της θεότητος, το δε δια την ανθρωπότητα. Τούτον εγώ κηρύττω ως Θεόν προαιώνιον, τούτον μόνον ομολογώ ότι είναι Θεός αληθής και άνθρωπος τέλειος, τα δε είδωλα, τα κωφά και αναίσθητα, τα οποία προσκυνείτε σεις οι άφρονες Έλληνες, εγώ μυκτηρίζω και καταπατώ, διότι τίποτε άλλο δεν είναι ειμή μόνον ξύλα άψυχα και λίθοι αναίσθητοι». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς μεγάλως εθυμώθη, και παρευθύς διέταξε τους στρατιώτας να βάλωσιν εις ένα λέβητα μέγαν, έλαιον, πίσσαν και μόλυβδον και να τα βράσουν περισσώς, έπειτα δε να ρίψουν μέσα την Αγίαν. Τι όμως εθαυματούργησεν ο Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα η Αγία; Καθώς έστειλε τότε τον Άγγελον αυτού και εδρόσιζε την βαβυλωνίαν κάμινον, ούτως απέστειλε και την ώραν εκείνην Άγγελον φωτοειδή, ο οποίος κατελθών την μεν φλόγα κατέσβεσε, τα δε εκκαιόμενα εκείνα τρία είδη εποίησε ψυχρότερα ύδατος. Τούτο το θαύμα πολλούς των Ελλήνων επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Αλλ’ ο ασυνείδητος βασιλεύς Ταράσιος, έχων πεπωρωμένην την καρδίαν, είπε πάλιν εις τους στρατιώτας· «συλλάβετε την μιαράν ταύτην  και υβρίστριαν των θεών, και τανύσατέ την κατά γης εις τέσσαρα, έπειτα λάβετε νεύρα ωμά βοών και μαστιγώσατέ την ανοικτιρμόνως, έως ου να θυσιάση εις τους μεγάλους θεούς ή να αποθάνη από τας βασάνους». Δεν επρόφθασεν ο βασιλεύς να τελειώση τον λόγον, και παρευθύς εγένετο το πρόσταγμα. Τι δε έκαμεν η Αγία; Εκεί έδειξε την καρτερίαν της, διότι ήθελεν είπει τις ότι άλλος επαιδεύετο, τοιουτοτρόπως εφαίνετο η Αγία όλη χαίρουσα, όλη ευφραινομένη· δύο και τρεις φοράς ηλλάχθησαν οι στρατιώται, και όμως η Αγία ήτο η αυτή, ήθελεν ειπεί τις ότι ευρίσκετο εις ωραίον κήπον, τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής. Ως δε είδε την τοσαύτην επιμονήν της Αγίας ο μιαρός βασιλεύς, εντραπείς από τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν γυναίκα ωσάν εκείνην, διέταξε να την βάλωσιν εις την φυλακήν, εκεί δε να την καρφώσουν τανυστά εις την γην εκ τεσσάρων σημείων. Έπειτα να βάλωσι και μίαν πλάκα μεγάλην εις τα στήθη της και ούτω να κείται τιμωρουμένη έως ου να συλλογισθή με ποίον θάνατον να την τελειώση. Κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνεται προς την Αγίαν ο Χριστός μετά πλήθους Αγγέλων και Αρχαγγέλων δορυφορούμενος και λέγει προς αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή καλλιπάρθενε· μη δειλιάσης τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν· ακόμη ολίγον υπόμεινον και θέλεις έλθει να συμβασιλεύσης μετ’ εμού αιωνίως». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, άμα δε λύσας αυτήν εκ των δεσμών, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επομένην αποστείλας ο βασιλεύς στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθέν αυτού. Ως δε είδεν αυτήν όλην υγιά, μηδέν σημείον έχουσαν των χθεσινών πληγών, εθαύμασε και λέγει εις αυτήν· «Βλέπεις, ω γύναι, πως σε αγαπώσιν οι φιλάνθρωποι και μεγάλοι θεοί; Διότι, δια να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης τινά ασχημίαν επάνω σου· μη φανής και συ αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών, ίνα προσκυνήσης αυτούς και λάβης μεγάλας δωρεάς παρά της βασιλείας μου». Απεκρίθη η Αγία· «Δεν μου έδωσαν οι θεοί σου, βασιλεύ, την υγείαν, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, εις τον οποίον και πιστεύω και λατρεύω· πλην επειδή λέγεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους λέγεις να προσκυνήσω». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη, νομίζων ότι μετενόησεν η Αγία, παρευθύς δε διέταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν· οι δε πεπλανημένοι Έλληνες από την χαράν των επολυχρονούσαν τον βασιλέα. Όταν δε εισήλθον όλοι εις τον ναόν και επερίμενον να ίδουν τι θέλει κάμει η Αγία, αύτη εσήκωσε την δεξιάν χείρα της προς το είδωλον του Απόλλωνος και λέγει· «Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να πάρης ως θεός από εμέ θυσίαν»; Και με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν της· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, μετά μεγάλης φωνής είπε· «Δεν είμαι εγώ θεός, μηδέ άλλος τις από ημάς, αλλά μόνον αυτός τον οποίον κηρύττεις συ είναι Θεός αληθινός, ημείς δε είμεθα πρότερον Άγγελοι, δια δε την υπερηφάνειάν μας εγίναμεν διάβολοι, και από τότε απατώμεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούν ως θεούς». Η δε Αγία απεκρίθη· «Διατί τότε στέκεσθε αυτού τώρα, όπου είμαι και εγώ η δούλη του αληθινού Θεού»; Πάραυτα δε με την φωνήν της Αγίας βοή και σύγχυσις και θρήνοι ηκούσθησαν από τα είδωλα του βωμού και καταπεσόντα συνετρίβησαν. Τότε οι ιερείς του ναού και άλλοι από το πλήθος του λαού ήρπασαν την Αγίαν από τον βωμόν, και δέροντες και σύροντες έφεραν αυτήν έξω του ναού, και έκραζον προς τον βασιλέα: «Φόνευσον την μιαράν ταύτην και υβρίστριαν των θεών· φόνευσον αυτήν πριν να κρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς ούτε με άλλον τινά τρόπον να την επιστρέψη εις την γνώμην του, απεφάσισε κατ’ αυτής τοιαύτην απόφασιν· «Παρασκευήν την υβρίστριαν των θεών, ήτις κατεφρόνησε μεν την ημετέραν ευτυχίαν, κηρύττει δε τον πλάνον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν, προστάσσω να οδηγήσετε έξω της πόλεως και να κόψετε την μιαράν της κεφαλήν». Και ο μεν βασιλεύς ταύτα διέταξεν· οι δε στρατιώται, παραλαβόντες την Αγίαν, εξήγαγον έξω της πόλεως ίνα την αποκεφαλίσουν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησεν η Αγία να την αφήσουν ολίγην ώραν να κάμη την προσευχήν της και την άφησαν. Τότε κλίνασα το γόνατα και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο οποίος δια την ιδικήν μας σωτηρίαν κατέβης από τους ουρανούς και ήλθες επί της γης, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας να υπομείνω βάσανα και τιμωρίας δια το Άγιόν σου όνομα· δοξολογώ σε ότι κατηξιώθην να μιμηθώ το πάθος σου· υμνολογώ σε ότι με εδυνάμωσες να μαρτυρήσω δια την αγάπην σου· αξίωσόν με και της Βασιλείας σου· και ως εγώ υπέμεινα τας τιμωρίας δια την αγάπην σου, ούτω και συ, Θεέ μου, δόξασόν με εις την Βασιλείαν σου και παράλαβε την ψυχήν μου την ταπεινήν και ανάπαυσον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων σου, ότι δια να θαρρώ εις την μεγάλην σου δόξαν υπέμεινα τας τιμωρίας και τα βάσανα, και δια να ελπίζω εις την πλουσίαν σου ανταμοιβήν, θέλω να λάβω τον θάνατον· δια τούτο κατάταξόν με εν τω χορώ των Αγίων σου Μαρτύρων· και μνήσθητι, φιλάνθρωπε Κύριε, και των επικαλουμένων το όνομά σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης σου εν καιρώ θλίψεως· μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως· αντάμειψον αυτούς δια των πλουσίων σου χαρισμάτων· επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως, τελείωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα δια τούτων δοξασθή το όνομά σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης φωνή ηκούσθη αοράτως, ώσπερ βροντή, λέγουσα· «Επήκουσα της δεήσεώς σου, Παρασκευή, και θέλει γίνει καθώς εζήτησας». Τότε η Αγία μετά χαράς μεγάλης κλίνασα τον αυχένα απετμήθη την κεφαλήν παρά τινος στρατιώτου κατά την προσταγήν του βασιλέως. Και η μεν τιμία και ολόφωτος αυτής ψυχή απήλθε προς τας αιωνίους μονάς, εις την ατελεύτητον χαράν, εις τους χορούς των Αθλοφόρων γυναικών και εις την Βασιλείαν των Ουρανών· το δε σεβάσμιον αυτής λείψανον λαβόντες τινές χριστιανοί, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, αλείψαντες δια μύρων και αρωμάτων, κατέθεσαν εις επίσημον τόπον δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Ο δε Θεός θέλων να θαυμαστώση την Αγίαν εποίει άπειρα θαύματα εις τον τάφον αυτής· διότι πολλοί ασθενείς προσερχόμενοι, και χώμα μόνον λαμβάνοντες εκ του τάφου αυτής, ιατρεύοντο· χωλοί ηνωρθώθησαν, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν· πολλοί δαιμονισμένοι ιατρεύθησαν· πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνογόνησαν· και άλλα θαυμαστά και παράδοξα σημεία εγίνοντο εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους την πρεσβείαν αυτής, τα οποία εάν θελήση τις να διηγηθή καταλεπτώς, θέλει ομοιάσει εκείνον, όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Όχι δε μόνον εις τους παλαιούς καιρούς εθαυματούργει η Αγία, αλλά και την σήμερον, ει τις την επικαλεσθή μετά πίστεως, την ευρίσκει έτοιμον βοηθόν εις κάθε του ψυχωφελές ζήτημα. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Παρασκευής, ευλογημένοι χριστιανοί. Ούτως ηγωνίσθη μέχρι θανάτου υπέρ της αγάπης του Χριστού. Και ο Χριστός τοιουτοτρόπως ετίμησεν αυτήν και εις την Βασιλείαν του την ουράνιον, και εις τούτον τον αισθητόν κόσμον, ώστε δεν είναι τόπος, εις τον οποίον να πιστεύουν εις τον Χριστόν και να μη την επαινούν ή να μη έχουν ακουστόν το όνομα αυτής· ης ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς· Αμήν.

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμόλαος

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΡΜΟΛΑΟΥ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων ΕΡΜΙΠΠΟΥ και ΕΡΜΟΚΡΑΤΟΥΣ.                                                                            

Ερμόλαος ο Άγιος Ιερομάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Έρμιππος και Ερμοκράτης ήσαν ιερείς εκ του κλήρου της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, υπολειφθέντες εκ των είκοσι χιλιάδων, οίτινες εκάησαν εν τη Εκκλησία υπό του τυράννου Μαξιμιανού, εν έτει τδ΄ (304), εκρύπτοντο δε εις τινα οικίαν. Επειδή δε ο Άγιος Παντελεήμων εδιδάχθη την πίστιν των Χριστιανών, συλληφθείς δε και ερωτηθείς υπό του Μαξιμιανού, ποίος εδίδαξεν αυτόν, απεκρίθη γυμνήν και καθαράν την αλήθειαν, ειπών ότι εδιδάχθη αυτήν παρά του Ιερέως Ερμολάου. Δια τούτο έστειλε παρευθύς ο βασιλεύς και έφεραν τον Ερμόλαον και μετ’ αυτού τον Έρμιππον και τον Ερμοκράτην εις το κριτήριον. Ερωτηθέντες λοιπόν οι Άγιοι, ωμολόγησαν μεν παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, εμυκτήρισαν δε τα είδωλα και όλους τους σεβομένους αυτά, διο και οι τρεις αποκεφαλίσθησαν και ανέβησαν στεφανηφόροι εις τα ουράνια. 

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Η Οσία Ευπραξία

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΕΥΠΡΑΞΙΑΣ,                                                                 

Ευπραξίας της Οσίας μητρός ημών η θαυμαστή πολιτεία και η πνευματική ανδρεία πάντα νουν εξέπληξεν Αγγέλων και ανθρώπων και εις αυτήν αληθώς εφαρμόζεται το του σοφού Σολομώντος «Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε έστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη». Απαριθμών είτα ο αυτός Σολομών τα κατορθώματα της ανδρείας γυναικός, λέγει, ότι αύτη επεξεργάζεται το έριον και το λίνον, συνάγει αφθόνως πόρους ζωής και πλούτον, καταφυτεύει αμπελώνας εκ των καρπών των χειρών της, τους βραχίονάς της εκτείνει εις την άτρακτον, και καθίσταται εν ενί λόγω η ελπίς και παρηγορία του ανδρός της και άλλα τινά και ευτελή έργα εργάζεται, άτινα εισί πολύ κατώτερα των πλεονεκτημάτων της όντως γενναίας ψυχής. Αν λοιπόν αι τοιαύται γυναίκες εθεωρήθησαν και ωνομάσθησαν υπό του σοφού Σολομώντος ανδρείαι, πολύ δικαιότερον είναι να ονομασθώσιν ανδρείαι αι κατά Θεόν μεταβαλούσαι την εαυτών φύσιν εις ανδρικήν, και ανδρικώς κατά των παθών αυτών παλαίσασαι και θριανβεύσασαι· διότι η λέξις ανδρεία, ως ώρισαν αυτήν οι περί αρετών φιλοσοφήσαντες, σημαίνει την αφοβίαν και γενναιότητα, την οποίαν δεικνύει ο πάσχων προς παν φοβερόν και επίπονον. Και φοβερόν μεν και λίαν φρικώδες είναι ο κατά των ασάρκων δαιμόνων πόλεμος, λίαν δε επίπονος είναι η τήξις και ταπείνωσις της σαρκός δια της εγκρατείας και πάσης άλλης σκληραγωγίας. Όσαι λοιπόν γυναίκες ανέλαβον τοιούτον πόλεμον και δια σωματικής σκληραγωγίας κατέστειλαν τας σαρκικάς επαναστάσεις και εις ουδεμίαν εξ αυτών υπεχώρησαν, πως δεν είναι εύλογον να ονομασθώσιν ανδρείαι και να επαινώνται και θαυμάζωνται πλέον ή η γυνή εκείνη, ήτις εκρίθη υπό του Σολομώντος αξία να ονομασθή ανδρεία; Εκ τούτων των γυναικών μία και επισημοτάτη είναι η τρισένδοξος Ευπραξία, ήτις είναι ενδόξου καταγωγής, πολύ δε ενδοξοτέρα και περιφανεστέρα ως προς την κατά Θεόν πολιτείαν. Πατρίς μεν της Αγίας είναι η βασιλίς των πόλεων Κωνσταντινούπολις (οικείον δε είναι εις ημάς το καλόν τούτο και ουκ επείσακτον), οι δε γονείς αυτής ήσαν συγκλητικοί και πρώτοι των γερουσιαστών. Το δε γένος αυτής ήτο συγγενές προς το γένος του τότε βασιλέως. Εβασίλευε δε τότε Θεοδόσιος ο επονομασθείς Μέγας, εν έτει τπ΄ (380), όστις σοφώς εκυβέρνα το πηδάλιον της αυτοκρατορίας του. Αντίγονος ωνομάζετο ο περιφανής εκείνος ανήρ, τιμώμενος και αγαπώμενος υπό του βασιλέως όχι τόσω δια την συγγένειαν, όσω δια την χρηστότητα των ηθών του και την δεξιότητα και εμπειρίαν αυτού περί τα πολιτικά. Τούτον αείποτε συνεβουλεύετο ο βασιλεύς. Πλούσιος δε ων σφόδρα, έλαβεν εις γυναίκα την Ευπραξίαν, ευγενή, πλουσίαν και τοις τρόποις χρηστήν. Αμφότεροι δε μετεχειρίζοντο τον πλούτον αυτών ουχί προς απόλαυσιν ματαίων ηδονών, αλλά προς βοήθειαν των ενδεών και δια τροφήν των πεινώντων, περιβολήν των γυμνών, και εν γένει ειπείν μετέδιδον αφειδώς τον πλούτον αυτών και, κατά τον Απόστολον Παύλον, έσπειρον επ’ ευλογίαις και επ’ ευλογίαις εθέριζον. Διότι ο πλούτος αυτών, εκχυνόμενος καθ’ ον τρόπον προανεφέρθη, μάλλον ηύξανε και επληθύνετο δια της άνωθεν επιχορηγίας του Θεού, αφορώντος εις την θεοφιλή και φιλελεήμονα αυτών προαίρεσιν. Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευόμενοι οι άνθρωποι ούτοι ηξιώθησαν να αποκτήσωσι θυγατέρα, πρόξενον γενομένην εις τους γονείς ανεκφράστου χαράς και ευφροσύνης. Κατά δε την τελετήν των γενεθλίων οι γονείς πλείστας όσας ευεργεσίας και δωρεάς εχορήγησαν εις τους εν ανάγκαις ευρισκομένους. Ότε δε το θυγάτριον κατηξιώθη του λουτρού της παλιγγενεσίας, ωνομάσθη υπό του πατρός αυτού Ευπραξία, επί τω σκοπώ του να μιμηθή τους χρηστούς τρόπους και χαρακτήρας της ομωνύμου αυτού μητρός. Και το μεν θυγάτριον ανετρέφετο και ηύξανεν, ο δε Αντίγονος είπέ ποτε προς την εαυτού γυναίκα, ότι ο σκοπός του γάμου επληρώθη ήδη χάριτι Θεού, τουτέστιν η παιδοποιϊα, εφεξής λοιπόν ας συζώμεν απέχοντες και καθαρεύοντες της εκ της σαρκικής κοινωνίας ηδονής, ίνα απολαύσωμεν της πνευματικής εκείνης ηδονής, ήτις ουδέποτε παρέρχεται. Ταύτα ακούσασα η καλή εκείνη γυνή απήντησε· «Προ πολλού είχον κατά νουν τον σκοπόν τούτον, και εκ καρδίας επεθύμουν και ηυχόμην υπέρ της εκπληρώσεως αυτού, αλλ’ εδίσταζον να ανακοινώσω εις σε την επιθυμίαν μου ταύτην. Αφού όμως ο Θεός ενέπνευσε και εις σε την αυτήν αγαθήν επιθυμίαν, ας σπεύσωμεν προθύμως να εκπληρώσωμεν αυτήν, συνοικούντες αδελφικώς, προς δε και δι’ ων έχομεν χρημάτων ας φανώμεν πρόθυμοι να ανταλλάξωμεν την επουράνιον Βασιλείαν. Επειδή δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός την εις τους πένητας γενομένην ελεημοσύνην θεωρεί ως γενομένην εις εαυτόν (διότι είπεν· «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»), ας διανείμωμεν τον πλούτον μετ’ εκείνου, όστις έδωκεν αυτόν εις ημάς, ίνα και της ατελευτήτου αυτού βασιλείας συγκληρονόμοι γενώμεθα». Και η μεν γυνή ταύτα είπεν, ο δε Αντίγονος, μεγάλως ευχαριστηθείς δια ταύτα, ηυχαρίστησε τον Θεόν, διότι εύρε την σύζυγον αυτού σύμφωνον. Τοιαύτας λοιπόν συνθήκας έθεσαν μεταξύ των αμφότεροι ομοφώνως. Εξηκολούθουν επομένως να απέχωσι της προς αλλήλους σαρκικής μίξεως και να μεταδίδωσι τα εαυτών αγαθά τοις δεομένοις. Διήγον δε τον εαυτών βίον εργαζόμενοι παν είδος αρετής. Ούτω δε επιζήσας ο Αντίγονος εν έτος και ευαρεστήσας τω Θεώ πολλώ μάλλον ή πρότερον, μετέστη εκ του προσκαίρου τούτου βίου εις τας αιωνίους Μονάς. Μαθόντες τον θάνατον του Αντιγόνου ο βασιλεύς και οι περί αυτόν ελυπήθησαν σφόδρα, ενθυμούμενοι την πίστιν και χρηστότητα των ηθών εκείνου, επαρηγόρουν δε την Ευπραξίαν, επιθυμούντες, όσον ηδύναντο, να μετριάσωσι την λύπην αυτής δια την συμφοράν. Αύτη δε προσπεσούσα εις τους πόδας του βασιλέως και της βασιλίσσης παρεκάλει αυτούς μετά δακρύων, ίνα προστατεύσωσι την θυγατέρα αυτής, μείνασαν ορφανήν πατρός, έλεγε δε προς αυτούς· «Εις τον Θεόν πρώτον παρατίθεμαι ταύτην, και δεύτερον εις υμάς· αν λοιπόν ενθυμήσθε τον πατέρα αυτής, ευεργετήσατε ταύτην». Οι συγκινητικοί ούτοι λόγοι απέσπασαν από των οφθαλμών των βασιλέων θερμά και πολλά δάκρυα, μετά δε ταύτα υπεσχέθησαν πάσαν δυνατήν προστασίαν. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, ο βασιλεύς Θεοδόσιος εύρε δια την θυγατέρα του Αντιγόνου μνηστήρα τινά, υιόν ενός των εξοχωτάτων συγκλητικών, ευγενή, πλούσιον, νεαρόν, περικαλλή τε και χαριέστατον. Ο νέος ούτος εμνηστεύθη την κόρην δια της πλήρους συγκαταθέσεως της μητρός αυτής. Του δε γάμου η εκτέλεσις ανεβλήθη, ένεκα της ανηλικιότητος της Ευπραξίας, εξαετούς ήδη ούσης. Τα μεν λοιπόν αφορώντα την μικράν Ευπραξίαν ούτως ωκονόμησεν ο βασιλεύς μετά της μητρός, ήτις, θεαρέστως παιδαγωγούσα το θυγάτριόν της, μετήρχετο και αυτή πάσαν αρετήν και μάλιστα την σωφροσύνην, φυλάττουσα άμεμπτον την κοίτην του κεκοιμημένου ανδρός της. Αλλ’ εις όσα εκείνη κατέβαλλε μεγαλυτέραν σπουδήν και προσοχήν, εις ταύτα και ο πολυμήχανος δαίμων εμηχανάτο δεινοτέρας επιβουλάς. Εμβάλλει λοιπόν έρωτα λυσσώδη εις τινα των προυχόντων προς την γυναίκα· ούτος, καλώς γινώσκων ότι δια το σεμνόν αυτής ήθος δεν ηδύνατο ουδέποτε να λάβη αυτήν γυναίκα, μετεχειρίσθη μεσίτιδα προς εκπλήρωσιν της επιθυμίας του την βασίλισσαν, ήτις και ανεκοίνωσε το πράγμα εις την Ευπραξίαν, επαινούσα τον νυμφίον και παρακινούσα αυτήν να συναινέση εις τον γάμον, αλλ’ ως εφαίνετο ελάλει προς κωφόν, οι δε λόγοι αυτής ουδόλως εισήρχοντο εις τας ακοάς της σώφρονος εκείνης γυναικός. Επειδή δε ηνωχλείτο πολλάκις βαρέως ποτέ στενάξασα και τους οφθαλμούς της δακρύων πληρώσασα, ανεφώνησεν· «Ας μη συμβή ποτέ εις εμέ, καθαρώτατε νυμφίε μου Χριστέ Βασιλεύ, να αθετήσω τας προς τον αγνόν σύζυγόν μου συνθήκας και να επιτρέψω εις άλλον νυμφίον να μολύνη την κοίτην εκείνου». Ταύτα πάντα τα γενόμενα μαθών ο αυτοκράτωρ και λυπηθείς σφόδρα επέπληξε την βασίλισσαν, διότι επεχείρησε να πείση γυναίκα σεμνήν και την παρθενίαν ασπασαμένην να εισέλθη εις δεύτερον γάμον. Πληροφορηθείσα δε η σώφρων εκείνη γυνή, ότι δι’ αυτήν ο βασιλεύς ήτο δυσηρεστημένος κατά της βασιλίσσης, εθλίβη μεγάλως, και σκεψαμένη απεφάσισε ν’ απέλθη εκ Κωνσταντινουπόλεως και να μεταβή εις Αίγυπτον προς επίσκεψιν δήθεν ενός κτήματος το οποίον είχεν εκεί. Αφού δε ήλθεν εις Αίγυπτον μετά της θυγατρός της, διήρχετο εκεί τον καιρόν της φροντίζουσα επιμελώς περί των πτωχών και το πλείστον του χρόνου διήγεν εντός θείων Ναών και των Μοναστηρίων, επιχορηγούσα εις τους Μοναχούς τα προς το ζην αναγκαία. Μαθούσα  δ’ ότι εν Θηβαϊδι  υφίσταται ασκητήριον πολλών μαναζουσών  (διότι υπήρχον εις αυτό περί τας εκατόν τριάκοντα), επεθύμησε να έλθη και προς εκείνας, κατά την συνήθειάν της, δια να μεταδώση και εις αυτάς τα χρειώδη. Απέρχεται λοιπόν εκεί μετά της θυγατρός και πολλών θεραπόντων. Ο βίος, τον οποίον διήγον αι ασκήτριαι του τόπου εκείνου, ήτο θαυμαστός, διότι και εγκράτειαν μετήρχοντο αυστηράν και πολύ εσκληραγώγουν τα εαυτών σώματα, απέχουσαι παντελώς του ευφραίνοντος την καρδίαν οίνοτ, ωσαύτως και ελαίου του ηδύνοντος τον φάρυγγα, δι’ άρτου μόνον τρεφόμεναι και ακροδρύων τινών· αν δε ποτε υφίστατο ανάγκη να μεταλάβωσι τροφής αναπαυτικωτέρας της συνήθους, η τροφή αύτη ήσαν τα λάχανα και τα όσπρια άνευ ελαίου· στρωμναί δε αυτών ήσαν ένα ψιάθιον και τριών πήχεων ράκος, τα δε ενδύματα αυτών ήσαν τρίχινα, τα οποία και εσκέπαζον και εσκληραγώγουν τα σώματά των. Ενήστευον δε πάσαι διαφόρως· αι μεν έτρωγον την εσπέραν εκάστης ημέρας, άλλαι δε ημέραν παρ’ ημέραν, έτεραι δε μετά δύο ημέρας και τινες μετά περισσοτέρας. Οσάκις δε ησθένουν, δεν έκαμνον χρήσιν φαρμάκων, αλλά παιδείαν νομίζουσαι την ασθένειαν ευηρεστούντο εις τας ασθενείας, κατά τον μέγαν Απόστολον, υπεδέχοντο δε τους πειρασμούς ως πατρικήν τιμωρίαν, τότε δε εβεβαιούντο ότι δεν ήσαν νόθαι, αλλά γνήσιαι θεράπαιναι του Θεού. Ουδέποτε εξήρχοντο της θύρας της Μονής. Τοιούτον λοιπόν βίον διάγουσαι ευηρέστουν εις τον Θεόν, όστις και δια τούτο πολλά σημεία δι’ αυτών εποίει. Ελθούσα λοιπόν η Ευπραξία μετά της θυγατρός της εις την Μονήν εκείνην και εκ του πλησίον γνωρίσασα ταύτας, υπερεθαύμασε την πολιτείαν αυτών και εφεξής συνεχώς επεσκέπτετο την Μονήν, προσφέρουσα κηρία και αρώματα. Παρεκάλεσε δε κάποτε την Ηγουμένην, ίνα δεχθή ετήσιόν τινα πρόσοδον χρυσού προς προμήθειαν των αναγκαίων, και προς τον σκοπόν του να μνημονεύωσιν αυτής, ως και της θυγατρός και του κεκοιμημένου ανδρός της επί των προσευχών των. Η Ηγουμένη απεποιήθη την προσφοράν, ειπούσα ότι ουδεμίαν έχουσι ανάγκην χρημάτων. Επειδή όμως η Ευπραξία βαθέως εθλίβη δια την αποποίησιν ταύτην, η προεστώσα, προς ανακούφισιν της θλίψεως εκείνης, είπε προς την Ευπραξίαν· «Έλαιον δίδε εις ημάς προς φωταψίαν του Ναού μας και αρώματα προς θυμίασιν, και ταύτα ας είναι εις οσμήν ευωδίας, εις θυσίαν δεκτήν ευάρεστον τω Κυρίω»· αύτη δε προθύμως εχορήγει ταύτα. Συχνότερον δε επισκεπτομένης της Ευπραξίας και της θυγατρός αυτής την Μονήν λέγει ποτέ εις την κόρην η προεστώσα· «Αγαπάς, τέκνον, την Μονήν και τας αδελφάς, και θέλεις να μένης μεθ’ ημών»; Η δε απεκρίνατο· «Και αγαπώ και θέλω να μένω μεθ’ υμών, αν και η μήτηρ μου συναινέση εις τούτο». Η δε Ηγουμένη, δοκιμάζουσα την κόρην, λέγει προς αυτήν με ιλαρότητα: «Τίνα μάλλον αγαπάς, ημάς ή τον μνηστήρα σου»; Και η κόρη απήντησε· «Ούτε εγώ είδον εκείνον, ούτε εκείνος εμέ· πως λοιπόν δύναμαι να αγαπήσω εκείνον, τον οποίον ουδέποτε είδον; Σας όμως, επειδή σας είδον και σας βλέπω, επομένως και αγαπώ». Ταύτα ακούσασα η μήτηρ εδάκρυσεν υπό της χαράς δια την σύνεσιν και τας αποκρίσεις της θυγατρός της, ανωτέρας ούσας της επταετούς ηλικίας της. Περί δε την εσπέραν λέγει η μήτηρ προς αυτήν· «Ας επανέλθωμεν, τέκνον, εις τον οίκον ημών». Λέγει η κόρη· «Συ άπελθε, μήτερ μου, εγώ όμως θα μείνω ενταύθα». Η δε προεστώσα λέγει προς αυτήν· «Ύπαγε μετά της μητρός σου, κυρία μου· διότι δεν είναι εις σε επιτεραμμένον να συζής μαζί μας πριν ή συνταχθής μετά του Χριστού». Η δε κόρη απήντησε παρευθύς· «Συντάσσομαι και εγώ μαζί σας και δεν συναπέρχομαι μετά της μητρός μου». Η προεστώσα ανταπήντησεν· «Άπελθε, τέκνον, μετά της μητρός σου, διότι ενταύθα ούτε στρωμνήν έχεις, αλλ’ ούτε να αναπαυθής δύνασαι». Η δε κόρη προσέθεσε· «Μαζί σας θα κοιμηθώ και εγώ όπως και σεις». Επειδή δε ουδόλως επείθετο να αναχωρήση, παρ’ όλας τας παραινέσεις της μητρός, θέλουσα η Ηγουμένη να εκφοβίση αυτήν, είπεν· «Αν θελήσης να μείνης εδώ, υποχρεούσαι να μάθης γράμματα και να νηστεύης μέχρις εσπέρας». Αύτη δε ουδαμώς δειλιάσασα, προθύμως υπεσχέθη να εκπληρώση πάντα τα καθήκοντα, τα οποία εξεπλήρουν και αι λοιπαί αδελφαί. Αφού λοιπόν είδεν η μήτηρ την ακλόνητον αυτής πεποίθησιν, λαβούσα την χείρα αυτής και παρουσιάσασα αυτήν έμπροσθεν της εικόνος του Χριστού, υψώσασα τας χείρας της εις τον ουρανόν, προσηύχετο μετά δακρύων ως εξής· «Μονογενές Υιέ του Θεού, ο γεννηθείς εκ Παρθένου, ο Νυμφίος των αγνών και καθαρών ψυχών, ο προστάτης των ορφανών, προστάτευσον ταύτην, ήτις σε επόθησε, και πρόσδεξαι αυτήν, ήτις προσφέρεται προς σε εκούσιον αφιέρωμα, δώρον τιμιώτερον λίθων πολυτελών και διαφύλαξον αυτήν καθαράν και άμωμον νύμφην δια σε τον καθαρώτατον Νυμφίον, τετρωμένην υπό της προς σε αγάπης και δραμούσαν εις οσμήν μύρου σου». Ταύτα προσευχηθείσα προς τον Κύριον, εστράφη προς την θυγατέρα της και λέγει προς αυτήν· «Ο Θεός, τέκνον, είθε να σε στηρίξη εις τον φόβον του, τον οποίον ο θεοπάτωρ Δαυϊδ ωνόμασεν αρχήν της σοφίας, διότι ούτος εις τους ήδη αρχομένους να ζώσι κατά Θεόν είναι βάσις και θεμέλιον, διότι όπου φόβος Θεού, εκεί και τήρησις των εντολών του, εις την οποίαν επακολουθεί η κάθαρσις του σώματος και της ψυχής, αύτη δε η κάθαρσις συνεπιφέρει τον άνωθεν φωτισμόν και την έλλαμψιν, αύτη δε η έλλαμψις θα πληρώση τέλος τον ακόρεστον πόθον σου». Μετά τους λόγους τούτους παρέδωκε την θυγατέρα της εις την Ηγουμένην, δακρύουσα, στενάζουσα και τοσούτον συγκινημένη, ώστε και τας άλλας Μοναχάς εκίνησεν εις δάκρυα, μετά δε ταύτα ανεχώρησεν εκ της Μονής. Η δε Ηγουμένη μετ’ ολίγον εισελθούσα εις τον Ναόν και ποιήσασα ευχήν εξέδυσε την Ευπραξίαν και ενέδυσεν αυτήν ενδύματα μοναχικά. Μετά δε τινας ημέρας ελθούσα η μήτηρ εις την Μονήν και ιδούσα την θυγατέρα αυτής ενδεδυμένην το μοναχικόν σχήμα, ηρώτησεν αν αρέση εις αυτήν το σχήμα τούτο. Αύτη δε απεκρίνατο· «Και υπέρ μου αρέσκει, διότι ως εδιδάχθην είναι αρραβών του μυστικού γάμου, του οποίου αξιοί ο νυμφίος Χριστός τας γνησίως αγαπώσας αυτόν». Ταύτα η μήτηρ ακούσασα επηυχήθη εις αυτήν την απόλαυσιν του νυμφώνος εκείνου και ασπασαμένη τας εν τη Μονή ασκουμένας αδελφάς ανεχώρησε. Περιερχομένη δε τα ασκητήρια της Θηβαϊδος, εχορήγει εις τους εις αυτά ασκουμένους όσα είχον ανάγκην. Δια τας ελεημοσύνας ταύτας εφημίζετο πανταχού. Μετ’ ολίγου δε χρόνου παρέλευσιν η Ηγουμένη της Μονής είπε προς την Ευπραξίαν, ελθούσαν προς επίσκεψιν της θυγατρός της· «Λόγον θα είπω προς σε, ο οποίος ας μη σε θορυβήση ποσώς· ιδού εγώ κατά τον Προφήτην Ησαϊαν σου παραγγέλλω να τακτοποιήσης τα κατά τον οίκον σου, διότι μέλλεις μετ’ ολίγον να αποθάνης, ως εις εμέ την αμαρτωλήν εφανέρωσεν ο Θεός κατ’ όναρ και θα μεταβής εις τας σκηνάς, εις ας μετέβη και ο σύζυγός σου Αντίγονος, όστις είναι ηξιωμένος υπό του Θεού μεγάλης παρρησίας και δόξης». Ταύτα ακούσασα η Ευπραξία και καλέσασα την θυγατέρα της είπε· «Τέκνον, ως ανήγγειλεν εις εμέ η διδάσκαλός σου, εγγίζει το τέλος της ζωής μου, συ δε μένεις κληρονόμος της περιουσίας του πατρός σου και εμού. Ταύτην την παραίνεσιν σου δίδω τελευταίαν, μεταχειρίσου δηλαδή την κληρονομίαν σου κατά το θέλημα του Κυρίου, και οικονόμησον φρονίμως, ίνα και εγώ και ο πατήρ σου εύρωμεν αμοιβήν τινα ενώπιον του αδεκάστου Κριτού και συ δε ουχί μικράν. Μη αθετήσης την υπόσχεσιν την οποίαν έδωκες του να ευαρεστής εις τον Θεόν, εις τον οποίον ανετέθης. Την Ηγουμένην θεώρει ως άλλην μητέρα σου, υπάκουε εις τας εντολάς αυτής καθ’ όλα, προς τας αδελφάς προσφέρου μετριοφρόνως, και διακόνει αυτάς μεθ’ όλης της προθυμίας. Μη υπερηφανεύεσαι δια την ευγένειάν σου και την βασιλικήν σου καταγωγήν, διότι πάντων των ανθρώπων εις είναι ο Δημιουργός, ο Πλάστης της φύσεως και πάντων ο Κύριος, όστις δεν θεωρεί ανάξιον εαυτού να ονομάζηται Πατήρ· αν δε πάντες οι άνθρωποι έχωμεν κοινόν Πατέρα τον Θεόν, πως τολμά τις να ονομάζη τον μεν ευγενή, τον δε αγενή; Εις τας προσευχάς μνημόνευε του πατρός σου και εμού υπέρ της σωτηρίας ημών». Ταύτας τας συμβουλάς δώσασα η μήτηρ εις την θυγατέρα της, θρηνούσαν πικρώς τον αποχωρισμόν αυτής, μετ’ ολίγον εξέπνευσε και ούτω μετέβη εκ της κοιλάδος ταύτης του κλαυθμώνος εις τα αγαπητά του Κυρίου σκηνώματα και εις τας αυλάς αυτού, τας οποίας επεπόθει ως έλαφος διψώσα. Η δε θυγάτηρ άπασαν την εν Αιγύπτω περιουσίαν αυτής διανείμασα εις τους πτωχούς, επεμελείτο της ασκήσεως. Μαθών ο αυτοκράτωρ τον θάνατον της γυναικός του Αντιγόνου ελυπήθη μεγάλως, ο δε μνηστήρ της θυγατρός παρεκάλεσε τον βασιλέα να μεταφέρη εξ Αιγύπτου την μνηστήν αυτού, ίνα την συζευχθή. Πεισθείς ο βασιλεύς εις τας παρακλήσεις του μνηστήρος, γράφει προς την Ευπραξίαν δια ταχυδρόμου, ίνα επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν προς τέλεσιν των γάμων αυτής. Αύτη δε λαβούσα την επιστολήν του βασιλέως ανταπέστειλεν αυτώ λέγουσα· «Εγώ ήδη εμνηστεύθην τον Χριστόν, εκλεξαμένη αυτόν ως νυμφίον· επομένως δεν δύναμαι να εγκαταλείψω αυτόν και να προτιμήσω αντ’ αυτού άλλον παρερχόμενον μετ’ ολίγον, αλλ’ ουδέ η έννομος βασιλεία σου δύναταί ποτε να επιτρέψη το ανόμημα τούτο· αν δε η ευσεβής βασιλεία σου ευαρεστήται να αποδώση χάριν τινά εις τους γονείς μου, παρακαλώ ταύτην να απονείμη εις εκείνους, τουτέστι να διανείμη εις τους πτωχούς την εκεί περιουσίαν εκείνων. Τούτο ποιών, εις εκείνους μεν θα φανής ευγνώμων δια τας εκδουλεύσεις τας οποίας έδειξαν προς σε, εμέ δε θα απαλλάξης φροντίδων πολλών, παρέχων εις εμέ την ευκαιρίαν του να ασκούμαι αθορύβως και απερισπάστως, σεαυτόν δε θα καταστήσης άξιον πολλού μισθού παρά τω Θεώ». Ταύτην την επιστολήν σφραγίσασα η Ευπραξία επέδωκεν εις τον ταχυδρόμον· ότε δε έλαβε ταύτην ο βασιλεύς εθαύμασε την κόρην και εξεπλήρωσε την παράκλησιν αυτής. Και ταύτα μεν ούτως ωκονομήθησαν. Η δε Ευπραξία, αποθέσασα πάσαν περί τούτου φροντίδα, επεδόθη ολοψύχως εις την άσκησιν, την νηστείαν, την αγρυπνίαν και την προσευχήν, τον νουν της αείποτε έχουσα εις τα ουράνια, προορώσα τον Κύριον εκ δεξιών της δια παντός ίνα μη σαλευθή, και τους οφθαλμούς της δια παντός έχουσα προς τον Κύριον, ίνα αυτός εκσπάση εκ παγίδος τους πόδας της, και αναβάσεις εν τη καρδία αυτής διατιθεμένη και εκ δυνάμεως εις δύναμιν πορευομένη και επιτείνουσα καθημερινώς την άσκησιν και αναβαίνουσα ως δια βαθμίδων εις την τελειότητα· διότι μέχρι τινός μετελάμβανε τροφής καθ’ εσπέραν, βραδύτερον δε ημέραν παρ’ ημέραν, κατόπιν ανά δύο ημέρας, ύστερον ανά τρεις και πάλιν ανά τέσσαρας· η δε τροφή αυτής ήτο άρτος μόνον και ύδωρ. Αλλ’ άραγε δια τοσαύτης νηστείας ταλαιπωρούσα το σώμα, απείχε της διακονίας ή διηκόνει μεν, αλλ’ οκνηρότερον; Ή είχεν ανάγκην άλλου τινός προστάσσοντος αυτήν να υπηρετή; Τις όμως άλλος προθυμότερον από αυτήν ετακτοποίει τους κοιτώνας των αδελφών ή διηυθέτει τας στρωμνάς εκάστης προς ανάπαυσιν; Τις προ εκείνης μετέφερέ ποτε ύδωρ προς χρείαν των αδελφών; Ή τις εν τω αρτοποιείω ή μαγειρείω υπηρέτει ταχύτερον εκείνης; Ούτω δε δι’ όλης της ημέρας κοπιάζουσα παρημέλει άραγε τον συνήθη κανόνα της; Ουχί ποτέ, αλλά μάλιστα απήρχετο εις τον Ναόν προ των εκεί συναθροιζομένων αδελφών. Ύστερον δε των άλλων αδελφών εξερχομένη του Ναού, ευθύς εδίδετο εις την υπηρεσίαν των αδελφών. Επειδή δε εις το ασκητήριον ήτο συνήθεια, κατά την οποίαν οσάκις συνέβαινε τις εκ των αδελφών να ιδή τινά φαντασίαν απήγγελλε την φαντασίαν εις την προεστώσαν, αύτη δε διέτασσε να τεθώσι λίθοι υπό την στρωμνήν αυτής και επί της στρωμνής να επιρριφθή τέφρα, και η φαντασθείσα να κοιμάται επί τοιαύτης στρωμνής έως δέκα νύκτας, η υπηρεσία αύτη ανετέθη εις την Ευπραξίαν. Ήδη δε, προχωρησάσης της ηλικίας της, ήρχισε να ενοχλήται από σαρκικούς λογισμούς, και ποτε φαντασία τις εμπαθής συνέβη εις αυτήν, ένεκα της οποίας έθεσεν υπό την στρωμνήν αυτής λίθους και επ’ αυτής επέχυσε στάκτην. Ταύτην δε ιδούσα η Ηγουμένη ηννόησε τον σαρκικόν αυτής πόλεμον και προσκαλέσασα αυτήν είπε· «Διατί, Ευπραξία, δεν μοι ανήγγειλας την επανάστασιν της σαρκός σου»; Αύτη δε πεσούσα εις τους πόδας αυτής είπε· «Ησχύνθην να φανερώσω εις σε το πάθος μου, δέσποινα». Είπεν η Ηγουμένη· «Να μη εντρέπεσαι, τέκνον μου, διότι το πάθος τούτο είναι φυσικόν, και αν ημείς δε δώσωμεν αφορμήν τινα εις πανάστασιν της σαρκός, είμεθα όλως ανεύθυνοι· οφείλομεν όμως να ταπεινώσωμεν το σώμα, ίνα καθαρθώμεν των φυσικών τούτων παθών· προς τούτο δε συντελεί ο φόβος του Θεού και η σκληραγωγία· και μόνον δι’ αμφοτέρων τούτων των μέσων δυνάμεθα να κατευνάσωμεν τας ορμάς των παθών και να σβύσωμεν την πύρωσιν της σαρκός· μη φοβήσαι λοιπόν, αλλ’ ανδρίζου και γενναίως αντίστηθι προς τας σαρκικάς επαναστάσεις· διότι, αν και πολεμούμεθα υπό της σαρκός, όμως έδωσεν εις ημάς ο Θεός το λογικόν δια του οποίου δυνάμεθα να νικήσωμεν και δουλώσωμεν τα πάθη· τοιουτοτρόπως θα κριθώμεν άξιοι και των ανεκλαλήτων εκείνων βραβείων· ώστε παρασκευάζου προς τους αγώνας, διότι ουδείς ποτε κοιμώμενος νικά». Μετά τους λόγους τούτους η Ευπραξία απήλθε πλήρης εντροπής και κατανύξεως, και έτοιμος ήδη ούσα προς σφοδροτέρους αγώνας. Μετά τινας δε πάλιν ημέρας συνέβη να ίδη καθ’ ύπνον φαντασίαν, αλλ’ επειδή εντρέπετο να αναγγείλη εις την Ηγουμένην το συμβάν εις αυτήν, εξωμολογήθη αυτό εις τινα των αδελφών, Ιουλίαν το όνομα, αύτη δε προέτρεψεν αυτήν να το ανακοινώση εις την διδάσκαλον ανερυθριάστως· διότι και εκείνη ότε ήτο νεωτέρα πολλάκις περιέπιπτεν εις όμοια πάθη. Εκ των λόγων τούτων ενθαρρυνθείσα η νέα προσέρχεται εις την προεστώσαν και φανερώνει τον πόλεμον της σαρκός της· αύτη δε είπε· «Μη φοβού, τέκνον, αλλ’ αγωνίζου· διότι ταύτα είναι του πονηρού προσβολαί και ακροβολισμοί τινες. Αν δε φανής γενναία κατά τούτο, θα καταβληθή και θα φύγη ο εχθρός». Έπειτα ηρώτησεν αυτήν μετά πόσας ημέρας τρώγει· αύτη δε απήντησε μετά τέσσαρας· η δε διδάσκαλος προσέταξεν αυτήν να τρώγη μετά πέντε, και η Ευπραξία προθύμως εδέχθη την προσταγήν. Θέλουσα δε η προεστώσα να ταπεινώση έτι μάλλον την νεάνιδα, διέταξεν αυτήν να μεταφέρη τους εν τη Μονή κειμένους λίθους εις άλλο μέρος, αύτη δε παρευθύς λαμβάνουσα επ’ ώμων ένα έκαστον εξ αυτών μετέφερεν αυτούς όπου ήθελε προσταχθή, διότι όχι μόνον κατά την ψυχήν ηνδρίζετο, αλλά και κατά την σωματικήν δύναμιν, ήδη δε μετά την μεταφοράν των λίθων η Ηγουμένη λέγει εις την Ευπραξίαν· «οι λίθοι δεν ετέθησαν εις τόπον καλόν· λάβε λοιπόν αυτούς και μετάφερε εις άλλο μέρος». Αύτη δε κατά προσταγήν μετέφερε πάλιν τους λίθους μη βοηθουμένη υπ’ ουδεμιάς των άλλων αδελφών, αν και οι λίθοι ήσαν μεγάλοι και πολύ υπέρτεροι γυναικείας δυνάμεως· αλλ’ η Ευπραξία ήτο γενναιοτέρα των άλλων συμμοναστριών αυτής και κατά την καρτερίαν και κατά την δύναμιν, τούτου δε ένεκα προσετάσσετο να εκτελή εργασίαν επ’ εργασίας, προς ταλαιπωρίαν της σαρκός αυτής. Αύτη δε προθύμως και αγογγύστως εξετέλει παν έργον κατά την αποστολικήν παραίνεσιν· τούτο δε βλέπουσαι αι άλλαι Μοναχαί εθαύμαζον αυτήν και της ηύχοντο να λάβη παρά Θεού καρτερίαν και δύναμιν. Δια ταύτα δε και ο διάβολος συχνότερον διήγειρεν εις την φαντασίαν αυτής καθ’ ύπνον απρεπείς φαντασίας, μάτην κοπιάζων και αποκρουόμενος ως το βέλος εκείνο, το οποίον προσπίπτει εις στερεώτερον σώμα. Κοιμωμένη δε ποτε η Ευπραξία είδε συνεργεία του πονηρού τον συγκλητικόν, μετά του οποίου είχε μνηστευθή, απελθόντα εις την Μονήν μετά χαρακτήρος στρατιωτικού, και ότι λαβών αυτήν εξήγαγεν εκ της Μονής και ανεχώρησε, φέρων μεθ’ εαυτού και την Ευπραξίαν. Και τοιαύτη μεν ήτο η φαντασία, η δε Ευπραξία εστέναζε καθ’ ύπνον και εξέπεμπεν οικτροτάτας φωνάς, κραυγάζουσα· «Ω της βίας!» και καλούσα εις βοήθειαν τας αδελφάς. Αφυπνισθείσα δε εκ των γοερών τούτων φωνών η Ηγουμένη και αι λοιπαί αδελφαί εννόησαν, ότι φάντασμά τι συνέβη εις αυτήν και καλέσασαι αυτήν δια του ονόματός της εξήγειραν εκ της κλίνης και ηρώτων τι παθούσα εκραύγαζε και εστέναζε και ωδύρετο. Αύτη δε τεταραγμένη και ασθμαίνουσα εφανέρωσε το ενύπνιον. Μετά δε ταύτα η Ηγουμένη παραλαβούσα την Ευπραξίαν και τας λοιπάς αδελφάς εστάθη εις προσευχήν μέχρι πρωϊας, παρακαλούσα τον Θεόν να παύση τους πειρασμούς της νεάνιδος ταύτης. Αφού δε ανέτειλεν η ημέρα, αι μεν λοιπαί αδελφαί συγκαθήμεναι ειργάζοντο εκάστη το έργον της, η δε Ευπραξία, εν τω μέσω ισταμένη, ανεγίνωσκεν εις τρόπον ώστε να ακούωσιν όλαι· έπειτα ετακτοποίει τας στρωμνάς των αδελφών και μετέφερεν ύδωρ, έκοπτε δε και ξύλα και εκόμιζεν εις το μαγειρείον, μετά ταύτα δε ησχολείτο εις το αρτοποιείον, φέρουσα μετ’ άλλων το άλευρον και ψήνουσα τους άρτους και παραθέτουσα εις τας αδελφάς και τον οίνον διανέμουσα. Αν δε και εκοπίαζε τόσον εις πάσαν διακονίαν, δεν έλειπεν από τας ιεράς συνάξεις· ταύτα δε μη δυνάμενος να βλέπη ο εχθρός, διήγειρεν εις αυτήν σφοδρότερον πόλεμον της σαρκός· αύτη δε ανήγγελλε τας προσβολάς εις την προεστώσαν και παρεκάλει να επιτραπή εις αυτήν να τρώγη μόνον άπαξ της εβδομάδος· η δε Ηγουμένη επέτρεψεν εις αυτήν το ζητούμενον, επευχηθείσα να ενισχυθή υπό του Θεού κατά του διαβόλου. Εφεξής λοιπόν έτρωγεν άπαξ της εβδομάδος· αλλ’ όμως αν και η σαρξ αυτής εξηντλείτο υπό της νηστείας, δεν παρημέλει την υπηρεσίαν της και δεν εκοπίαζεν ήδη ολιγώτερον ή πρότερον· δια τούτο εθαύμαζον αυτήν αι αδελφαί λέγουσαι ότι παρατηρούσαι προσεκτικώς είδον ότι επί εν ολόκληρον έτος ουδέποτε εκάθισεν ούτε εν ημέρα, ούτε εν νυκτί, ει μη ότε κατεκλίνετο εις την στρωμνήν της· και όλαι μεν αι άλλαι αδελφαί εθαύμαζον αυτήν και ηγάπων, μία όμως εξ αυτών, ονομαζομένη Γερμάνα, ήτις και από δούλην κατήγετο (ιδικόν σου, ω φθονερέ δαίμον, είναι και τούτο το έργον) βλέπουσα την Ευπραξίαν επαινουμένην παρ’ όλων των αδελφών κυριεύεται υπό φθόνου, και περί το μαγειρείον απασχολουμένη προσέρχεται εις την νεάνιδα και λέγει προς αυτήν· «Συ, Ευπραξία, αν και τρώγεις άπαξ μόνον της εβδομάδος, αντέχεις· αν όμως και εις ημάς επιβάλη η Ηγουμένη τον αυτόν κανόνα, τότε τι θα γίνωμεν, αν δεν δυνηθώμεν να υποφέρωμεν ταύτην την νηστείαν»; Αύτη δε απήντησεν: «Δεν είναι ούτω, αδελφή μου, διότι η Ηγουμένη ουδεμίαν υποχρεοί να εγκρατεύηται υπέρ την δύναμίν της». Η δε φθονερά εκείνη γυνή έτι μάλλον πικρανθείσα εκ της απαντήσεως της Ευπραξίας ανταπήντησε· «Και τις δεν γινώσκει την αναισχυντίαν σου και την υπόκρισίαν σου και ότι πάντα ποιείς ίνα διαδεχθής την Ηγουμένην μετά τον θάνατόν της; Αλλ’ έχω πεποίθησιν ότι παρ’ όλα ταύτα δεν θέλεις κατορθώσει τον σκοπόν σου». Ταύτα ακούσασα η άκακος εκείνη ψυχή και εννοήσασα τον φθόνον, προσέπεσεν εις τους πόδας αυτής και είπε· «Συγχώρησόν μοι, κυρία μου, και ευχήσου υπέρ εμού, διότι ήμαρτον και προς σε». Αύτη δε έτι μάλλον υβρίσασα την Ευπραξίαν απεμακρύνθη. Αφού δε εγένοντο ταύτα γνωστά εις την προεστώσαν, τοσαύτην αγανάκτησιν εξήγειραν εις αυτήν κατά της Γερμάνας, ώστε εχώρισεν αυτήν και των θείων Μυστηρίων και των Συνάξεων. Η δε Ευπραξία παρεκάλει την Ηγουμένην να συγχωρήση την υβρίσασαν αυτήν· αλλ’ επειδή δεν την έπειθεν, ήδη παρελθόντος ενός μηνός, παραλαβούσα τινάς των πρεσβυτέρων αδελφών προσήλθεν εις την Ηγουμένην και παρεκάλει αυτήν να λύση τον δεσμόν της Γερμάνας. Ούτως η προεστώσα άλλοτε μεν επικρίνουσα την πράξιν άλλοτε δε διδάσκουσα, την πράξασαν εσυγχώρησεν. Αλλ’ ο εχθρός δεν έπαυσε πολεμών την Ευπραξίαν. Εν μια λοιπόν νυκτί εξήγειρεν εις αυτήν πόλεμον της σαρκός δια φαντασιών· αύτη δε εξελθούσα μεθ’ ορμής εκ της κοίτης και σταθείσα εν υπαίθρω ύψωσε τας χείρας της προς τον Θεόν παρακαλούσα να καταπαύση τον σαρκικόν αυτής πόλεμον. Ίστατο λοιπόν ούτως εν υπαίθρω τεσσαράκοντα ημέρας κατά συνέχειαν, μηδεμιάς των αδελφών εχούσης την άδειαν να πλησιάση προς αυτήν. Ίστατο δε άσιτος και ορθία. Ήδη όμως καταβληθέντος του σώματος ένεκα της μακράς νηστείας και της στάσεως, κατέπεσεν άφωνος και σχεδόν αναίσθητος. Τότε λοιπόν προσελθούσα η Ηγουμένη και εγείρασα αυτήν δια των αδελφών, εφώνησε· «Τέκνον, Ευπραξία, βλέψον προς με και λάλησον». Αλλ’ η Ευπραξία έμεινεν άφωνος· έπειτα προσέφερεν εις αυτήν τροφήν και ειπούσα «εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φάγε», ενέβαλεν άρτον εις το στόμα αυτής και εκείνη έφαγε και έπιε, και ούτω μετά τινας ημέρας ήρχισε να ενδυναμούται και να αγωνίζεται ως και πρότερον, εν καιρώ μεν θέρους καιομένη υπό του ηλίου, εν καιρώ δε χειμώνος παγώνουσα υπό του ψύχους· αλλ’ όμως ουδέν ηδύνατο να ολιγοστεύση την προθυμίαν την οποίαν είχε του να εργάζεται πάντοτε την αρετήν.  Αλλ’ ο εχθρός των ευσεβών, επειδή δεν ηδυνήθη να υποσκελίση την Ευπραξίαν εξαπατών αυτήν δια των σαρκικών ηδονών, εσκέφθη να επιβουλευθή την ζωήν της Οσίας. Ενώ δε ποτε εξέβαλλεν ύδωρ εκ του φρέατος περιπλέξας τους πόδας αυτής κατέρριψεν εντός αυτού· ανελθούσα δε εκ του βυθού του ύδατος εις την επιφάνειαν αυτού και λαβούσα το σχοινίον, εκ του οποίου εκρέματο ο κάδος, ανέκραξε· «Κύριε, σώσιν με». Τότε αι λοιπαί Μοναχαί, ακούσασαι τας γοεράς αυτής φωνάς, έτρεξαν όλαι και ανέσυρον αυτήν εκ του φρέατος· αύτη δε εξελθούσα είπεν· «Ακλόνητον πεποίθησιν έχουσα, ω πονηρέ δαίμον, εις τον Σωτήρα μου Θεόν, δεν θα φοβηθώ ποτέ τας επιβουλάς σου, αλλά θα αντιταχθώ κατά σου όσον δύναμαι γενναιότερον. Και μέχρι τούδε μετέφερον το ύδωρ με μίαν στάμνον, από σήμερον όμως με δύο». Ούτω δε έπραττε πάντοτε. Αύτη μεν λοιπόν τόσον γενναίως επολέμει κατά του εχθρού, αυτός δε και πάλιν αυτήν επεβουλεύετο και ποτε, ενώ έκοπτε ξύλα, ο δαίμων επέφερε κατά των ποδών της Οσίας την αξίνην και επλήγωσεν αυτήν εις την πτέρναν, εκ της πληγής δε ταύτης τοσούτον αίμα έρρευσεν, ώστε η Αγία ελιποθύμησε. Συναθροισθείσαι τότε αι αδελφαί πέριξ εκείνης εθρήνουν, η δε Ηγουμένη ραντίσασα το πρόσωπον αυτής δι’ ύδατος επανέφερεν εις εαυτήν· αύτη δε συνελθούσα είπε προς τας αδελφάς· «Μη κλαίετε· διότι ο Κύριος δεν θα με αφήση να βλαβώ υπό του πονηρού». Αφού δε εσταμάτησε το αίμα, παρεκινείτο υπό των αδελφών ίνα χειραγωγουμένη αναπαυθή επί της στρωμνής της· αύτη δε στραφείσα πέριξ και ιδούσα τα ξύλα διεσκορπισμένα είπε· «Ζη Κύριος, δεν απέρχομαι πριν ή συλλέξω τα ξύλα». Ειπούσης δε της Ιουλίας· «Εγώ, αδελφή μου, αντί σου τα συλλέγω, συ δε, επειδή έχεις ανάγκην να αναπαυθής, άπελθε». Αύτη πάλιν απήντησεν· «Ζη Κύριος, δεν θα αναβώ επί της κλίνης μου πριν ή συναθροίσω τα διεσκορπισμένα ξύλα μου». Παρευθύς δε γεμίσασα τας αγκάλας αυτής απήλθεν· αλλ’ αναβαίνουσα την κλίμακα, ευθύς ως έφθασεν εις την ανωτάτην βαθμίδα, περιπλεχθείσα τους πόδας, κατέπεσε κατά πρόσωπον επάνω εις τα ξύλα, τα οποία έφερεν· εν δε τούτων τοσούτον βαθέως εβυθίσθη εις το πρόσωπόν της, και τόσον πλησίον των οφθαλμών, ώστε όλαι αι αδελφαί ενόμισαν ότι ετυφλώθη κατά τον ένα οφθαλμόν. Ο μεν λοιπόν πονηρός επεβουλεύετο αυτήν διαφοροτρόπως· ο δε Κύριος καθωδήγει αυτήν δια τον λίαν ευάρεστον εις αυτόν βίον τον οποίον διήγεν. Εγείρασαι λοιπόν αι αδελφαί την Ευπραξίαν πεσούσαν, και επιτηδείως εκβαλούσαι εκ του προσώπου αυτής το εμπαγέν ξύλον άνευ ουδεμιάς βλάβης του οφθαλμού, παρεκάλουν αυτήν θερμώς να κατακλιθή προς ανάπαυσιν, αλλ’ αύτη ουδόλως επείθετο, και είπεν ότι δεν θα αναπαυθή, πριν ή τελειώση την συνήθη υπηρεσίαν των αδελφών. Πληγωμένη λοιπόν κατά τε τον πόδα και τον οφθαλμόν υπηρέτει τας αδελφάς και προ των άλλων παρευρίσκετο εις τας συνάξεις· διότι ο πολύς προς τον Θεόν ζήλος της έκαμεν αυτήν να μη αισθάνηται τους εκ των τραυμάτων πόνους· αλλά δεν ήτο εύκολον εις τον πονηρόν να υποφέρη ταύτα, όστις, πνέων εκδίκησιν, εμηχανάτο διαφόρους τρόπους προς όλεθρον αυτής και ποτε αναβάσαν την Ευπραξίαν μετά της Ιουλίας εις το υπερώον το κείμενον επάνω των τριών ορόφων, ίνα φέρη εκείθεν αναγκαίον τι δια τας Μοναχάς, ο διάβολος, κατά παραχώρησιν του Θεού, θελήσαντος ίνα φανερωθή η αρετή της Ευπραξίας δια του πειρασμού, κατεκρήμνισεν αυτήν άνωθεν εις την γην. Και η μεν Ιουλία, νομίσασα ότι συνετρίβη η Οσία, εκραύγαζε και εθρήνει, αι δε Μοναχαί και η Ηγουμένη μαθούσα ότι εκρημνίσθη η Ευπραξία και αναλογιζόμενη το ύψος, από του οποίου εκρημνίσθη, συνέδραμον εις την Ευπραξίαν ως εις νεκράν. Αύτη όμως εγερθείσα, (διότι ο Κύριος εβάσταζεν αυτήν ότε έπιπτεν) είπε· «Μη κλαίετε, αδελφαί, διότι, ως βλέπετε, εσώθην, ουδόλως βλαβείσα εκ της πτώσεως». Εκπλαγείσαι λοιπόν όλαι είπον· «όντως εξάκις λυτρούται ο δίκαιος εξ αναγκών, αλλά και εβδόμην φοράν επίσης απαλλάσσεται». Αλλ’ άρα γε απέκαμε πλέον ο των δικαίων εχθρός του να επιβουλεύεται την Ευπραξίαν, εννοήσας πλέον ότι ο Θεός βοηθεί τους δικαίους; Η αποχή από πάσης επιβουλής είναι πολύ μακράν της μοχθηράς του διαβόλου φύσεως· δια τούτο, ότε εν τω μαγειρείω έλαβε ποτε το σκέπασμα του λέβητος δια να λάβη το βράζον ύδωρ, χύση δε εντός αυτού άλλο, ο διάβολος, περιπλέξας τους πόδας αυτής, την έρριψε κατά γης και ανατρέψας αυτήν εξεκένωσεν αυτό κατά του προσώπου της. Αλλά καθώς ο πονηρός δεν έπαυε του να πολεμή την Ευπραξίαν, ούτως ουδέ ο Θεός έπαυε του να την βοηθή· διότι εξαπέστειλε τον Άγγελον αυτού φύλακα και λυτρωτήν της Οσίας εκ των παγίδων του εχθρού· διότι αν δεν υπήρχεν η εξ ύψους βοήθεια, ήθελε καταφλεχθή το πρόσωπον της Ευπραξίας υπό του βράζοντος ύδατος· αλλά τούτο έμεινεν όλως αβλαβές, ωσεί ήθελεν επιχυθή επ’ αυτού ψυχρόν ύδωρ. Όθεν η μεν Ευπραξία εξήλθεν αβλαβής, αι δε άλλαι Μοναχαί μαθούσαι το γεγονός συνέδραμον μετά θορύβου και ταραχής· ιδούσαι δε την Ευπραξίαν αβλαβή, εξεπλάγησαν· επί μάλλον δε εθαύμαζον, εφ’ όσον έβλεπον το εν τω λέβητι εναπομείναν ύδωρ έτι κοχλάζον. Εκ του γεγονότος τούτου όλαι αι αδελφαί επείσθησαν ότι θεία χάρις επεσκίασε την Ευπραξίαν και έλεγον ότι είναι γνησία δούλη του Θεού και μεγάλως ο Θεός προνοεί περί ταύτης. Αύτη δε δια του εναρέτου βίου της τοσούτον ευηρέστει εις τον Θεόν, ώστε ηξιώθη και της θαυματουργικής χάριτος. Υπήρχε συνήθεια εις τους κατοικούντας πέριξ του τόπου εκείνου να φέρωσιν εις την Μονήν τους ασθενούντας παίδας· τούτους κατόπιν παρελάμβανον αι πρεσβύτεραι των αδελφών και έφερον εντός του Ναού, ευχόμεναι υπέρ αυτών προς τον Θεόν και ούτως εθεραπεύοντο από της κατεχούσης αυτούς ασθενείας. Γυνή δε τις, έχουσα παιδίον παράλυτον και κωφάλαλον, κατά την συνήθειαν ήλθεν εις την Μονήν φέρουσα το οκταετές αυτής παιδίον ως φορτίον σχεδόν άψυχον. Ελθούσα δε η θυρωρός εις την Ηγουμένην ανήγγειλε τα κατά την γυναίκα. Αύτη δε λέγει εις την Ευπραξίαν· «Άπελθε και λαβούσα το παιδίον εισάγαγε εις τον Ναόν». Αύτη δε απελθούσα και ιδούσα το παιδίον αναίσθητον και ακίνητον σχεδόν, ευσπλαγχνισθείσα αυτό ενηγκαλίσθη και είπεν· «Ο Θεός, τέκνον, όστις σε εδημιούργησεν, είθε να σε θεραπεύση». Και παρευθύς μετά τον λόγον τούτον κραυγάζον το παιδίον εκάλει την μητέρα του. Ότε δε έμαθε τούτο η Ηγουμένη, προσκαλέσασα την μητέρα του παιδίου, λέγει προς αυτήν· «Ήλθες ενταύθα, αδελφή, να εκπειράσης ημάς»; Αύτη δε ωρκίζετο ότι το παιδίον εκ γενετής είναι παράλυτον και κωφάλαλον, εις τρόπον ώστε ούτε περιεπάτησε ποτε, ούτε ήκουσεν, ούτε ωμίλησε μέχρι του χρόνου, κατά τον οποίον λαβούσα αυτό εις χείρας η αδελφή απήλθεν. Η δε προεστώσα απήντησεν· «Ίδε λοιπόν, έχεις ήδη το παιδίον σου υγιές, όθεν άπελθε ευχαριστούσα τον Θεόν». Υφ’ όλων λοιπόν των αδελφών η Ευπραξία ωμολογείτο ότι είναι θεοφιλής. Υπήρχεν εν τη Μονή γυνή τις προ πολλών ετών κατεχομένη υπό του δαίμονος, καταφυγούσα εις την Μονήν προς ίασιν· επειδή δε ήτο πολύ αγρία και επικίνδυνος εις τους πλησιάζοντας, εδένετο δι’ αλύσεων, εκραύγαζε δε και ήφριζε δια του στόματός της και έτριζε τους οδόντας της, φόβον και τρόμον εμπνέουσα όχι μόνον εις τους βλέποντας αυτήν, αλλά και εις τους ακούοντας, ουδέ ετόλμα τις να πλησιάση αυτήν, αλλά και ότε προσέφερον εις αυτήν τροφήν, προσέδενον αυτήν εις την ράβδον και την έδιδον από μακράν. Πολλάκις λοιπόν η προεστώσα μετά των πρεσβυτέρων αδελφών προσηύχοντο προς τον Θεόν υπέρ της απαλλαγής αυτής από του δαίμονος, και όμως εισέτι η γυνή εκυριεύετο υπ’ αυτού. Λέγει λοιπόν η Ηγουμένη εις την Ευπραξίαν· «Τέκνον, θέλω ίνα συ προσφέρης την τροφήν εις την ενοχλουμένην υπό του δαίμονος, αν δεν φοβήσαι». Αύτη δε ευπειθώς παραλαβούσα το αγγείον, εντός του οποίου εκόμιζον την τροφήν, απήλθεν. Η δε δαιμονιώσα, αρπάσασα αυτό ητοιμάζετο να το ρίψη εναντίον της Ευπραξίας, αλλ’ αύτη λαβούσα την χείρα αυτής, είπε· «Στάσου και μη ατακτείς, διότι άλλως θα σου προξενήσω πληγάς δια της ράβδου της Ηγουμένης». Εκείνη δε παρευθύς ησύχασε· τότε λέγει προς αυτήν· «Κάθισε, αδελφή, και φάγε». Αύτη δε έφαγε και έπιε και ησύχασεν. Έκτοτε λοιπόν η Ευπραξία εκόμιζεν εις αυτήν την τροφήν, και ότε ήρχιζεν ο δαίμων να την ταράττη, έλεγον προς αυτήν αι αδελφαί· «Ησύχασε, διότι θα έλθη η Ευπραξία να σε δείρη». Ευθύς δε έπαυε τον θόρυβον και ησύχαζεν. Όλαι μεν αι άλλαι αδελφαί και ηγάπων την Οσίαν και εθαύμαζον· η δε Γερμάνα, περί της οποίας είπομεν ανωτέρω, κεκρυμμένον εισέτι έχουσα εις την καρδίαν αυτής τον φθόνον, είπεν· «Εάν δεν έλθη η Ευπραξία, δεν δύναται η δαιμονόληπτος να λάβη τροφήν και παρ’ άλλης; Ας δοθή και εις εμέ η τροφή αυτής, και εγώ θα την υπηρετήσω». Λαβούσα δε την τροφήν απέρχεται και λέγει εις την δαιμονιώσαν· «Αδελφή, λάβε την τροφήν σου και φάγε». Αύτη δε ευθύς εφώρμησεν εναντίον της, και συλλαβούσα αυτήν εξέσχισε τα ενδύματά της, έρριψε δε την αθλίαν ταύτην κατά γης και επιπεσούσα κατά του τραχήλου αυτής επέφερε δήγματα οδυνηρά. Μη δυνάμεναι δε να βοηθήσωσι την Γερμάναν αι αδελφαί, συνεταράχθησαν και μετά κραυγών προσεκάλουν την Ευπραξίαν εις βοήθειαν· αύτη δε εξελθούσα δρομαίως εκ του μαγειρείου απήλλαξε την Γερμάναν από τας χείρας της δαιμονολήπτου τετραυματισμένην και καθημαγμένην, και επιπλήξασα αυτήν είπε· «Με τοιούτον τρόπον φέρεσαι εις την υπηρετούσαν σε αδελφήν; Ζη Κύριος, αν ακόμη μίαν φοράν τολμήσης να πράξης το αυτό, θα λάβω την ράβδον της Ηγουμένης και θα σε δείρω σφοδρότατα». Τους λόγους τούτους ακούσασα η δαιμονιώσα συνεστάλη και ησύχασε. Μετά τινας ημέρας, ελθούσα η Ευπραξία προς επίσκεψίν της, εύρε ταύτην εξεσχισμένα έχουσα τα ιμάτια, καθημένην δε γυμνήν και τρώγουσαν κόπρον· ιδούσα δε αυτήν εις τοιαύτην οικτράν κατάστασιν συνεκινήθη βαθέως, και πολλά δάκρυα χύσασα, ανήγγειλε τα περί αυτής εις την προεστώσαν, αύτη δε διέταξε την Ευπραξίαν να ενδύση την γυναίκα και να προσφέρη εις αυτήν τροφήν, όπερ και εποίησεν η Ευπραξία. Η δε δαιμονιώσα, λαβούσα τροφήν, ησύχασε· της δε Ευπραξίας οι οφθαλμοί επληρώθησαν δακρύων. Λυπουμένη δε την δαιμονιώσαν παρεκάλει τον Θεόν να απαλλάξη αυτήν του δαίμονος, εξηκολούθει δε ταύτην την παράκλησιν και μετά την επέλευσιν της νυκτός. Την δε πρωϊαν λέγει η προεστώσα εις την Ευπραξίαν· «Διατί, τέκνον μου, δεν συμπαρέλαβες και βοηθόν εις τας υπέρ της δαιμονιώσης προσευχάς; Δεν ακούεις του Κυρίου λέγοντος, «όπου είναι συνηθροισμένοι δύο ή τρεις εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»; Πλην μάθε ότι ο Θεός εισήκουσε της δεήσεώς σου, και απήλλαξε δια σου ταύτην εκ του πονηρού δαίμονος, αλλά πρόσεχε μη υπερηφανευθής επί τούτω». Η δε καλή Ευπραξία, ακούσασα τους λόγους τούτους, προσέπεσεν εις τους πόδας αυτής, λέγουσα: «Τις ειμί εγώ, κυρία μου, ίνα αξιωθώ τοιαύτης χάριτος, εγώ, ήτις είμαι αναξία και της παρούσης ζωής, και βλέπω τον ήλιον εξ αγαθότητος του Υψίστου»; Η δε Ηγουμένη απήντησεν· «Πορεύου, θύγατερ, και φέρε εις πέρας το χάρισμα του Θεού, ίνα το όνομα αυτού δοξασθή και δια σου». Αύτη δε ταχέως εισελθούσα εις τον Ναόν και πεσούσα χαμαί, κατέβρεχε το έδαφος δια των δακρύων της, παρακαλούσα τον Κύριον, ίνα απομακρύνη το δαιμόνιον από την γυναίκα. Έπειτα εγερθείσα εκείθεν, πλησιάζει εις την πάσχουσαν και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού επί του μετώπου αυτής, είπεν· «Ο Θεός, όστις σε εποίησε, ας σε θεραπεύση και σε απαλλάξη από της ενεργείας του πονηρού». Το δε ακάθαρτον πνεύμα εφώναξεν επί παρουσία όλων των αδελφών (διότι όλαι είχον συνδράμει να ίδωσι τα διατρέχοντα)· «Διατί με διώκεις, ω κακότροπε, εκ της κατοικίας μου, την οποίαν κατείχον τοσούτον χρόνον; Δεν θα εξέλθω εξ αυτής». Η δε Αγία απήντησε· «Δεν σε διώκω εγώ, αλλ’ ο Νυμφίος μου Χριστός, όστις και πάλαι εξεδίωξεν εκ τινος δαιμονιζομένου λεγεώνα δαιμονίων· αν τυχόν δεν εξέλθης το ταχύτερον, θα σε διώξω και μη θέλοντα δια της μεγάλης ράβδου». Επειδή δε το πονηρόν πνεύμα επέμενεν έτι ανθιστάμενον, η Ευπραξία λαβούσα την ράβδον της Ηγουμένης εμαστίγωσε την δαιμονιώσαν τρις και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν υψώσασα είπεν· «Ελέησον την πάσχουσαν, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, και αποδίωξον απ’ αυτής το δαιμόνιον». Παρευθύς τότε, ω του θαύματος! η δαιμονιώσα εξέβαλεν αφρούς εκ του στόματός της, έτριζε τους οδόντας και έτρεμεν. Ο δε δαίμων ετράπη εις φυγήν και η γυνή εσωφρονίσθη. Ούτως αι Μοναχαί ανύμνουν τον Θεόν και εθαύμαζον την Ευπραξίαν δια την χάριν, την οποίαν έλαβε παρά Θεού. Αύτη όμως όχι μόνον δεν υπερηφανεύθη δια το γενόμενον θαύμα, αλλά και μάλλον ταπεινή εφαίνετο, και λαβούσα την σωφρονισθείσαν έλουσε δι’ ύδατος και εκαθάρισεν αυτήν εκ του ρύπου και ενέδυσε δια καθαρών ενδυμάτων, και εισαγαγούσα εις τον Ναόν εδόξαζε τον Θεόν. Ούτω μεν λοιπόν δια πολλών εναρέτων πράξεων η Ευπραξία ευαρεστούσα εις τον Χριστόν είχε λάβει παρ’ αυτού τοσαύτην χάριν. Ήδη όμως ο Νυμφίος αυτής Χριστός, εραστής των αγνών ψυχών, απεφάσισε να μη αφήση επί πολύν χρόνον την νύμφην αυτού να αναστρέφεται επί της γης, αφού ήτο αξία να κατοική εις τους ουρανούς· όθεν και αποκαλύπτεται εις την Ηγουμένην δι’ οπτασίας η μετάστασις της Ευπραξίας. Η αγγελία αύτη ενδομύχως ελύπησε την Ηγουμένην, εις τρόπον ώστε εφανερούτο η λύπη αυτής και εις τας λοιπάς Μοναχάς, αίτινες προσερχόμεναι ένεκα τούτου εις την Ηγουμένην ηρώτων να μάθωσι ποίον το αίτιον της βαθείας αυτής λύπης. Επειδή όμως ουδεμίαν ελάμβανον απάντησιν, έτι μάλλον περιεργαζόμεναι, επιμόνως απήτουν να μάθωσι το ερωτώμενον· τέλος η Ηγουμένη απήντησε· «Δεν ήθελον να αποκαλύψω εις υμάς το πράγμα, διότι εγίνωσκον ότι μεγάλως και θα σας ελύπει· επειδή όμως δεν δύναμαι να καταστείλω την επιμονήν σας, μάθετε ότι αύριον η Ευπραξία απέρχεται του κόσμου τούτου· αλλά ας μη γίνη γνωστόν το τοιούτον». Οι λόγοι ούτοι εκίνησαν εις θρήνους πάσας τας Μοναχάς, μία δε εξ αυτών δραμούσα και ευρούσα την Ευπραξίαν μετά της Ιουλίας ψήνουσαν άρτους εν τω κλιβάνω είπεν· «Αδελφή Ευπραξία, πολύς περί σου λόγος και θρήνος γίνεται μεταξύ των αδελφών». Η είδησις αύτη ετάραξε την Ευπραξίαν, ήτις στραφείσα προς την Ιουλίαν είπεν· «Ύπαγε, αδελφή μου, και μάθε τα διατρέχοντα». Αύτη δε απελθούσα εύρε την προϊσταμένην διηγουμένην το εξής όραμα· Δύο νεανίαι ενδεδυμένοι λευκά ιμάτια παρουσιάσθησαν εις την Ηγουμένην λέγοντες· «Πέμψον την Ευπραξίαν προς τον Βασιλέα». Έπειτα άλλος τις ελθών προστακτικώς λέγει προς την Ηγουμένην· «Παράλαβε την Ευπραξίαν και άπελθε, διότι ζητεί αυτήν ο Δεσπότης». Και αύτη μεν εκπληρούσα την προσταγήν απήρχετο συμπαραλαβούσα την Ευπραξίαν, προπορευομένην των νέων· φθάσασα δε εις τινα μεγαλοπρεπή πύλην ανακτόρων και εισελθούσα δι’ αυτής είδεν εν τοις ανακτόροις τοιαύτην και τοσαύτην πολυτέλειαν και καλλονήν, οποίαν αδύνατον είναι να περιγράψη τις· εντός δε τούτων υπήρχε και τις νυμφικός θάλαμος, μηδεμίαν έχων ομοιότητα προς τα έργα της ανθρωπίνης χειρός, αλλ’ έργον, ως φαίνεται, δυνάμεως πανσόφου και θείας. Ταύτα έλεγεν η Ηγουμένη ότι είδε μεν, αλλά δεν επετράπη να προσεγγίση, ειμή εις την Ευπραξίαν, ήτις και προσευξάμενη ενώπιον του Δεσπότου Χριστού περιστοιχουμένου υπό μυρίων αγγελικών ταγμάτων και απειραρίθμων Αγίων, προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν αυτόν. Έπειτα φανείσα η Μήτηρ του Κυρίου έλαβε την Ευπραξίαν και δείξασα εις αυτήν τον νυμφώνα εκείνον, είπεν· «Ιδού η αμοιβή των κόπων σου· ο νυμφών ούτος θα είναι εις σε ανάπαυσις αιωνία, αλλ’ άπελθε ήδη, και μετά δέκα ημέρας θα έλθης και θα απολαύσης αυτού». Ταύτα διηγηθείσα η προεστώσα προσέθηκεν· «Αύριον συμπληρούται η δεκάτη ημέρα, κατά την οποίαν η Ευπραξία θα αποχωρισθή αφ’ ημών». Αι μεν λοιπόν πρεσβύτεραι των αδελφών εθλίβοντο δια το άκουσμα τούτο, η δε Ιουλία οδυρομένη επανήλθεν εις το αρτοποιείον· προς ταύτην η Ευπραξία λέγει· «Ειπέ μοι, αδελφή μου, παν ό,τι ήκουσας και την αιτίαν του κλαυθμού σου». Αύτη δε απεκρίθη· «Θρηνώ, αδελφή μου, ότι ήδη αποχωριζόμεθα, διότι συ αύριον αποθνήσκεις». Ευθύς δ’ ως ήκουσε τους λόγους τούτους η Ευπραξία δακρυρροούσα έπεσε χαμαί δεομένη του Θεού, ίνα μακροθυμήση επ’ αυτήν και χαρίση εις αυτήν τον τρέχοντα χρόνον, ίνα μετανοήση δια τας αμαρτίας αυτής, διότι, ως έλεγεν, ήτο έτι δήθεν αμετανόητος και ανέτοιμος. Αύτη μεν λοιπόν ταύτα και άλλα τοιαύτα εβόα κειμένη, η δε Ηγουμένη, μαθούσα τους θρήνους της Ευπραξίας, αποστέλλει τινάς εκ των πρεσβυτέρων αδελφών να φέρωσιν αυτήν ενώπιόν της. Ελθούσαν δε λέγει προς αυτήν· «Μη κλαίε, τέκνον μου Ευπραξία, αλλά μάλλον χαίρε, διότι απέρχεσαι προς τον Νυμφίον σου Χριστόν, τον οποίον από της νηπιακής σου ηλικίας επόθησας, και θα συζής μετ’ αυτού και θα απολαύσης των αγαθών, άτινα οφθαλμός ανθρώπου ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν αυτού ουκ ανέβη. Παρακαλώ σε, φίλη μου θύγατερ, ίνα καθικετεύης τον Δεσπότην Χριστόν και υπέρ εμού, όπως και εγώ μετ’ ολίγον απελθούσα εκ των ενταύθα συνυπάρχω μετά σου αξιωθείσα των αυτών Μονών». Προσπεσούσα τότε η Ευπραξία εις τους πόδας της Ηγουμένης εθρήνει και εκόπτετο λέγουσα· «Δεήθητι, τιμία μου Μήτερ, του Δεσπότου Χριστού, ίνα μοι χορηγήση καιρόν προς μετάνοιαν». Ενώ δε έκειτο χαμαί, κατελήφθη υπό τρόμου, τον οποίον διεδέχθη σφοδρός πυρετός· ούτω δε διακειμένη μετεκομίσθη εις τον Ναόν. Προς δε το εσπέρας η Ηγουμένη εις μεν τας λοιπάς επέτρεψε να απέλθωσι και μεταλάβωσι τροφής, αυτή δε μετά της Ιουλίας παρέμεινε πλησίον της κατακεκλιμένης Ευπραξίας, την οποίαν η Ιουλία θρηνωδώς παρεκάλει λέγουσα· «Ενθυμού, αδελφή μου, ότι ενταύθα είμεθα αχώριστοι· μη με λησμονήσης, λοιπόν, αλλ’ ικέτευσον τον Δεσπότην Χριστόν, ίνα προσλάβη και εμέ ταχέως, όπως και εκεί αχώριστοι διατελώμεν». Άμα δε ανέτειλεν η ημέρα, η μεν Οσία ευρίσκετο εις τας τελευταίας αναπνοάς της ζωής της, η δε Ηγουμένη, συγκαλέσασα τας μοναζούσας δια της Ιουλίας, επέτρεψεν εις αυτάς να ασπασθώσι την Ευπραξίαν· προσελθούσα δε μετ’ αυτών και η απαλλαγείσα του πονηρού πνεύματος γυνή δια πρεσβειών της Ευπραξίας, ολοφυρομένη κατησπάζετο τας χείρας αυτής λέγουσα· «Αι χείρες αύται πολλάκις υπηρέτησαν εμέ την αναξίαν, αι χείρες αύται εφυγάδευσαν απ’ εμού το πονηρόν πνεύμα». Εν τω μεταξύ δε τούτω η Ευπραξία εξέπνευσε, το τριακοστόν ήδη έτος της ηλικίας της άγουσα, το δε ιερόν αυτής λείψανον κατετέθη πλησίον του λειψάνου της μακαρίας μητρός της. Η Ιουλία επί τρεις συνεχώς ημέρας εκάθητο επί του τάφου δεομένη της μακαρίας Ευπραξίας, ίνα προσληφθείσα και αύτη συζή μετ’ αυτής αχωρίστως, κατά δε την τετάρτην ημέραν προσελθούσα περιχαρής εις την Ηγουμένην είπεν· «Ιδού, προσκαλεί και εμέ ο Δεσπότης Χριστός, δυσωπηθείς υπό των υπέρ εμού δεήσεων της Ευπραξίας». Αποθνήσκει λοιπόν και εκείνη, αφού ησπάσθη τας αδελφάς και θάπτεται μετά της Ευπραξίας· μετά δε τριάκοντα ημέρας από του θανάτου της Ευπραξίας, συγκαλέσασα η Ηγουμένη τας αδελφάς, επρότεινεν εις αυτάς να εκλέξωσι διάδοχον αυτής· «διότι και εμέ, είπεν, ο Κύριος προσκαλεί δια πρεσβειών της καλής Ευπραξίας, μετά της οποίας απέρχομαι και εγώ η αναξία να συζώ». Ταύτα ακούσασαι αι Μοναχαί κατελήφθησαν υπό βαθυτάτης λύπης και εν τοιαύτη καταστάσει διατελούσαι εξέλεξαν την νέαν Ηγουμένην αυτών, την οποίαν αφού η πρώην Ηγουμένη παρήνεσε δια μακρών ως και τας λοιπάς Μοναχάς, ίνα υποτάσσονται εις αυτήν και επιμελώνται της αρετής, ασπασαμένη αυτάς, παρέδωκεν εις τον Κύριον το πνεύμα αυτής, το δε σώμα ετάφη εις τον τάφον της Οσίας Ευπραξίας, όστις κατέστη ανεξάντλητος θαυμάτων πηγή, δι’ ων δοξάζεται και υμνείται η Αγία Τριάς, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

Η Οσία Ολυμπιάς

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας και μακαρίας ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ της διακόνου.                                        

Ολυμπιάς η Αγία και μακαρία διάκονος ήκμασε κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μεγάλου και Αρκαδίου του υιού του, εν έτει 395, θυγάτηρ μεν Σεκούνδου του από Κομήτων, εγγονή δε Αβλαβίου του επάρχου, και νύμφη προς ολίγον Νευριδίου του από επάρχων, άγαμος όμως, διότι, αποθανόντος του ταύτης νυμφίου εν ω ήτο ακόμη παρθένος, έμεινεν εν ταυτώ παρθένος και χήρα, και διήγε την ζωήν της με νηστείας και προσευχάς και με ελεημοσύνας προς τους πτωχούς, όλην την περιουσίαν της δαπανήσασα η μακαρία εις βοήθειαν των του Θεού Αρχιερέων. Αύτη και τον μακάριον Ιωάννην τον Χρυσόστομον διαφορετικώ τω τρόπω από τους άλλους ετίμησεν· όθεν και προς αυτήν ο θείος Χρυσόστομος έστειλε τας πολλάς εκείνας και μελιρρύτους επιστολάς. Εις το τέλος δε της ζωής της εκοσμήθη η Οσία αύτη και με τον στέφανον της ομολογίας, καταδικασθείσα υπέρ της αληθείας εις άδικον εξορίαν, όπου ετελειώθη η τρισολβία και απήλθε προς Κύριον. 

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Η Αγία Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος εξ εκατόν εξήκοντα πέντε Πατέρων συνελθόντων εν Κωνσταντινουπόλει εν έτει 535 μ.Χ.

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων ΕΚΑΤΟΝ ΕΞΗΚΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ Πατέρων, των εν τη Πέμπτη Συνόδω συνελθόντων εν Κωνσταντινουπόλει, και τα Ωριγένους δόγματα καθελόντων.                                                                                                                                                   

Κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού του πρώτου, εν έτει φλε΄ (535) ήτο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος ο Τραπεζούντιος ο τα του Ευτυχούς φρονών δυσσεβή φρονήματα, όστις γενόμενος πρότερον Τραπεζούντος Επίσκοπος, ύστερον έγινεν Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως· επειδή δε εφάνη αιρετικός, ως είπομεν, απεβλήθη μεν αυτός του θρόνου υπό των Ορθοδόξων και υπό του τότε Πάπα Ρώμης Αγαπητού, εχειροτονήθη δ’ αντ’ αυτού Πατριάρχης ο Μηνάς, ο οποίος ήτο πρότερον Πρεσβύτερος της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας και ξενοδόχος του Σαμψών. Δια την αφορμήν λοιπόν ταύτην επανέστησαν Σεβήρος και Πέτρος ο Απαμείας, οι οποίοι ήσαν άνθρωποι γεμάτοι αιρέσεις συνιστώντες τα του Ωριγένους βλάσφημα δόγματα· όθεν ταράττοντες την του Χριστού Εκκλησίαν, προυξένουν λύπην εις όλους τους Ορθοδόξους. Διο ο βασιλεύς Ιουστινιανός κατά το δέκατον έβδομον της βασιλείας του έτος συνεκρότησε Σύνοδον, εν Κωνσταντινουπόλει εξ ρξε΄ (165) Αγίων Πατέρων, μετά του αγιωτάτου Πατριάρχου Μηνά, οίτινες ανεθεμάτισαν τους ανωτέρω ειρημένους και τους ομόφρονας αυτών. Έκτοτε λοιπόν εορτάζει η Εκκλησία του Θεού την της Συνόδου ταύτης ανάμνησιν δοξάζουσα τον Θεόν. 

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΑΝΝΑΝ

«Και απηγγέλη αυτώ λεγόντων· η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου εστήκασιν έξω ιδείν σε θέλοντες» (Λουκά η: 20).

Έχεις αληθώς, ω μακαρία δυάς Ιωακείμ και Άννα, και κατ’ εξαίρετον τρόπον και με προνόμιον δικαιότατον, της αθανασίας το πολυέραστον και τιμαλφέστατον θησαύρισμα· έχεις, λέγω, τοιαύτης αθανασίας προνόμιον, και ως κλήρον αναφαίρετον και δικαιότατον απέλαβες εκείνο όπου επεθύμησαν πολλοί, και βασιλείς και σοφοί· αλλά καθώς και ο τρόπος με τον οποίον εζήτησαν τοιαύτης αθανασίας όνομα ήτο καταγέλαστος, τοιουτοτρόπως και αυτοί έμειναν εις όλον το ύστερον παίγνιον εις τους μεταγενεστέρους και γέλως. Και τι άλλο άξιον γέλωτος ωσάν να επιθυμήση τις τοιούτον υπερφυσικόν πράγμα και θείον, το της αθανασίας, με την γλώσσαν ενός πτηνού πολλά αδυνάτου; Καθώς ακούομεν πως έκαμε κάποιος βασιλεύς της Αιγύπτου, όστις δια να κηρυχθή αθάνατος θεός, δεν εύρεν άλλο μέσον, παρά να συνειθίση το όρνεον πρότερον εις το παλάτι τοιαύτην φωνήν, και ύστερον να το πέμψη κήρυκα της ιδικής του αθανασίας· ασθενέστατον το θεμέλιον, και ανεμώλιος η οικοδομή. Έπεσεν εις αυτόν τον έρωτα και ο Καίσαρ, και δια τούτο εσυνείθισε τον ψιττακόν να λέγη· «χαίρε, κλεινέ Καίσαρ», και μαζί με αυτόν και άλλοι πολλοί βασιλείς των Ρωμαίων, αλλά όλους έδειξε το τέλος μικρούς και ανοήτους. Εχώρησεν εις την καρδίαν αυτό το αχώρητον τη κτιστή φύσει της θεότητος όνομα ακόμη και εις τους δοκούντας σοφούς του αιώνος τούτου. Τοιούτος εφάνη ο Εμπεδοκλής, όστις πίπτει μέσα εις τας φλόγας του πυρός, ενταφιάζει εκεί μέσα την ζωήν του, δια να αποκτήση αυτό το πολυέραστον όνομα της θεότητος και αθανασίας. Ταύτης εραστής έγινε και ο μέγας αυτοκράτωρ της γης, εκείνος ο Αλέξανδρος, αλλ’ εφάνη καταγέλαστος· επειδή εις τον ίδιον καιρόν καθ’ ον εδημοσίευεν ότι είναι υιός του Άμμωνος, εκήρυξε τον εαυτόν του νόθον και την μητέρα του μοιχαλίδα. Τοιαύτα τα αποτελέσματα της γηϊνης επιθυμίας, τοιούτος ο κλήρος της σαρκικής ορέξεως· γέλως και εμπαιγμός, όνειδος και αισχύνη. Αλλά σεις, ω μακαρία δυάς Ιωακείμ και Άννα, το ζεύγος το άγιον, δικαιοσύνη λάμποντες και αρετή διαπρέποντες, ελπίδι τη θεία στοιχούντες κατά τα έργα, και την καλήν κληρονομίαν απελαύσατε· θεμέλιον αρραγέστατον τον θείον έρωτα εβάλετε, και την φύλαξιν των νομικών παραγγελμάτων ως ουδείς άλλος είχετε· δια τούτο, κατά τας αρχάς, και το τέλος ελάβετε· άγιον το θεμέλιον, αγία και η οικοδομή· αληθιναί αι αρχαί, και το συμπέρασμα αναμφίβολον· ο σκοπός θείος, και το αποβησόμενον θειότερον· η πραγματεία αγία, και το κέρδος πανάγιον. Όθεν έχεις δίκαιον κλήρον, ω συζυγία τρισόλβιε, το να λέγεσαι Θεοπάτωρ, κλήρον αθανασίας και της κατά χάριν υιοθεσίας, όπερ εφαντάσθησαν βασιλείς και σοφοί, αλλ’ ουδέ της σκιάς αυτού ηξιώθησαν. Αλλά συ, ω μακαρία δυάς, μολονότι και κατά τον νόμον της φύσεως ως άνθρωπος και απέθανες, και δίδει το αίτιον η σοφία του Σειράχ (Κεφ. λ΄)· «ετελεύτησεν αυτού ο πατήρ, και ως ουκ απέθανεν· όμοιον γαρ αυτώ κατέλιπε μετ’ αυτόν». Ετάφης και συ μακαρία δυάς, αλλά μας άφησες στήλην έμψυχον της σης αρετής και ασυγκρίτου αγιότητος την μακαρίαν Παρθένον, τον έμψυχον των χαρισμάτων ωκεανόν, τον λογικόν πολύφωτον ουρανόν και πάσης αθανασίας πηγήν, της ευσπλαγχνίας το άπειρον πέλαγος, την πάγχρυσον στάμνον του ουρανίου μάννα, την ακοίμητον και πολύφωτον λυχνίαν των μετανοούντων, την ακαταίσχυντον ελπίδα των απηλπισμένων, το πανάγιον όρος, εν ω ηυδόκησε κατοικείν ο Θεός· τοιούτον υπόδειγμα της σης αρετής και τελειότητος μας άφησες, ω μακαρία, και της σης αγιότητος. Και τις να μη ομολογήση, ότι συ μόνη έχεις της αθανασίας το προνόμιον; Συ μόνη λάμπεις ως άλλος ήλιος εν μέσω του νοητού στερεώματος, εν μέσω, λέγω, του χορού των άλλων Αγίων, όσοι ηξιώθησαν να ακούσωσιν, «εγώ είπα θεοί εστέ, και υιοί υψίστου πάντες»; Και ας προσέχη καλώς, όστις θέλει να το καταλάβη. Είναι πράγμα ομολογούμενον και γνωστόν τοις πάσιν, ότι πολλοί ακούσαντες τα τρόπαια και τας νίκας του μεγάλου βασιλέως Αλεξάνδρου, επεθύμησαν να ίδωσι τους θησαυρούς του, εκείνα τα ιδικά του θησαυροφυλάκια, και αυτός ο καλός βασιλεύς χωρίς αργοπορίαν δεικνύει τους φίλους του. Και ταύτην την υπόθεσιν, ανθρωποπρεπως ομιλούντες, ανίσως και ήθελε μας αξιώσει το θείον έλεος, να έχωμεν τόσην παρρησίαν και θάρρος προς τον Θεόν, ώστε να είπωμεν, ω Θεέ παντοδύναμε, το ακούομεν και το ομολογούμεν, ότι συ είσαι ο βασιλεύς των βασιλευόντων, συ η αυτοδέσποτος παντοκρατορία, συ ο μονάρχης ουρανού και της γης, σε, του οποίου της βασιλείας ουκ έσται τέλος, παρακαλούμεν, ας έχωμεν τόσην χάριν από σε οι παραμικροί σου και ευτελείς δούλοι, ας μάθωμεν καν με τον λόγον τους θησαυρούς σου, δια να ευφραινώμεθα και να καυχώμεθα προς τους εχθρούς δια τα μεγάλα και ασύγκριτά σου θησαυροφυλάκια. Ηξεύρω πως θέλει αποστραφή το ζήτημά μας, ότι είναι ασυγκρίτως πλέον γαληνότατος και ευπρόσιτος βασιλεύς, υπέρ πάντα βασιλέα χειροτονητόν και φθαρτόν· ακόμη ηξεύρω πως χρυσός και άργυρος, λίθοι διαυγείς και πολύτιμοι έμπροσθεν εις εκείνον είναι ουδέν. Λοιπόν ως μεγαλοπρεπέστατος υπέρ πάντα βασιλέα, θησαυρός θέλει μας δείξει τους φίλους του· και τούτο επειδή και είναι αληθινόν και αναντίρρητον, ανά μέσον εις όλους, Αγγέλους, λέγω, και Αρχαγγέλους, Προφήτας και Πατριάρχας, Αποστόλους και Μάρτυρας, Οσίους και παρθένους, από όλους, λέγω, αυτούς τους πιστούς φίλους και εκλεκτούς του Θεού, ποίους νομίζετε πως θέλει μας δείξει, και έχει δια θησαυρόν; Βέβαια άλλους δεν θέλει μας δείξει, παρά τούτους τους εορταζομένους Ιωακείμ και την Άνναν· και εις τούτο μάρτυρες αξιόπιστοι είναι ο εκ Δαμασκού φωστήρ, και άλλοι πολλοί των Αγίων. Αλλά και από αξίωμα φιλοσοφικόν είναι βέβαιον, όπερ λέγει· «δι’ ο έκαστον τοιούτον, εκείνο μάλλον τοιούτον». Φέρε μου εδώ όλον τον ουρανόν, όλην την Εκκλησίαν των πρωτοτόκων και τους προ νόμου δικαίους, και μετά τον νόμον, όσοι της σκιάς και όσοι της χάριτος, όσοι της Παλαιάς Πατριάρχαι και όσοι της Νέας, όσοι έλαμψαν με προφητικόν χάρισμα και όσοι με αποστολικόν αξίωμα, όσους στολίζει στέφανος μαρτυρίου, και όσους παρθενίας διάδημα, όσους περικλείει η άνω Ιερουσαλήμ, ας έλθουσιν όλοι εδώ να τους ερωτήσω· ειπέτε μοι, ω μακάριοι, πόθεν υμείς εις τον ουρανόν; Τις ήνοιξεν υμίν την θύραν του ουρανού, ην έκλεισεν ο προπάτωρ Αδάμ; Ποίος συνέτριψε τας πύλας του Άδου; Τις έλυσε την παλαιάν καταδίκην την καθ’ ημών; Ποίος γίγας, ποίος μεγαλόψυχος κατέβη εις τα καταχθόνια της γης, και έκαμε τόσην ανδραγαθίαν μεγάλην, ώστε συνέτριψεν εκείνα τα πολυχρόνια δεσμά, και εν ριπή οφθαλμού ηρήμωσεν εκείνα τα βασίλεια, ήρπασε τόσας μυριάδας και ανεβίβασεν εις τον ουρανόν; Ηξεύρω ότι με ένα στόμα θέλουσι μας αποκριθή, ότι από κτίσεως κόσμου παρήλθον τόσαι χιλιάδες χρόνοι, και φως ελεημοσύνης ποτέ δεν ανέτειλε μέσα εις εκείνο το σκότος της θεοπατρικής κληρονομίας, και μετά ταύτα εις τους υστερινούς χρόνους γεννάται ένα χαριτωμένον ανδρόγυνον από το βασιλικόν και άγιον αίμα του Δαυϊδ, και από αυτούς γεννάται καρπός άγιος, από γην αγίαν, μία χαριτωμένη Παρθένος· εκείνης ο Υιός εστάθη εις ημάς της ελευθερίας το αίτιον, απ’ εκεί γνωρίζομεν το παν και της δόξης και της τιμής ταύτης, την οποίαν απολαμβάνομεν. Βλέπεις πως είναι αληθινόν, ότι «δι’ ο έκαστον τοιούτον, εκείνο μάλλον τοιούτον»; Βλέπεις, ότι από το γένος Ιωακείμ και της Άννης προήλθε τούτο το χάρισμα, το να είναι εις τον ουρανόν τόσοι Άγιοι, τόσοι φίλοι Θεού, τόσοι θεοί κατά χάριν; Ακολουθεί λοιπόν ο Ιωακείμ και η Άννα να έχωσι τα πρωτεία ανά μέσον εις τους τόσους αυτούς, να έχωσι το προνόμιον της αθανασίας κατ’ εξαίρετον τρόπον εν μέσω των άλλων. Αλλά τι θέλω εγώ από των φιλοσόφων τα αξιώματα; «Έλαιον αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου». Ας έλθη το φως της αληθείας, ας έλθη η θεόπνευστος φιλοσοφία, ας έλθη το Ευαγγέλιον, και ας το ειπή, ανίσως ο Ιωακείμ και η Άννα δεν πρέπει να λέγωνται θησαυροφυλάκιον του Θεού, των πρωτοτόκων οι ακρέμονες, από τον καρπόν αυτού επιγνώσεσθε αυτούς. Επιθυμείς να ηξεύρης πόσον μεγάλοι Άγιοι είναι ο Ιωακείμ και η Άννα; Μάθε το από τον καρπόν των· αν το κάλλος των τέκνων, τα σπουδαία ήθη των παιδίων, η θεάρεστος και ανεπίληπτος ζωή των θυγατέρων είναι μάρτυρες αξιόπιστοι των γονέων, από την αγιότητα, από την τελειότητα της θυγατρός του Ιωακείμ και της Άννης, γνώρισε ποίος ήτο ο Ιωακείμ και η Άννα. Διηγείται Βαλέριος ο Μάξιμος δια μίαν Ρωμαίαν πλουσίαν, η οποία, όταν επήγε να χαιρετήση μίαν άλλην ευγενή, Κορνηλίαν λεγομένην, ήρχισε να μεγαλορρημονή εις τους πολλούς και διαφόρους θησαυρούς όπου είχε και εκείνη μετά σιωπής ήκουεν, έως ότου ήλθεν η θυγάτηρ της από το σχολείον, η οποία με σεμνοπρέπειαν ευγενικήν και με εν παρθενικόν χαιρέτισμα, ευθύς ως εισήλθε μέσα, επαράστησε τίνος θυγατέρα είναι, και με ποία ευγενικά μαθήματα είναι ποτισμένη· τότε λέγει και η Κορνηλία· ιδού και τα ιδικά μου πλούτη, ούτοι είναι οι ιδικοί μου θησαυροί. Απ’ εδώ γίνεται φανερόν, ότι ανίσως οι ταπεινοί άνθρωποι έχωσι την καλήν παίδευσιν και σωφροσύνην των θυγατέρων των εις τόπον θησαυρού και πλούτου, ποίον καύχημα, ποία δόξα θέλει είσθαι εις τον Ιωακείμ και την Άνναν η ασύγκριτος αγιότης της θυγατρός αυτών; Αντί ποίων θησαυρών του Κροίσου, αντί ποίων ποταμών χρυσορρόων της Λυδίας θέλει είσθαι εις αυτούς το έμψυχον θησαυροφυλάκιον των αρετών, η θυγάτηρ; Ή τίνος άλλου γέννημα είναι εκείνη, την οποίαν είπε κεχαριτωμένην ο Άγγελος; Τίνος άλλου βλαστός εκείνη, ην ωνόμασε μαργαρίτην πολύτιμον του ουρανίοτ βασιλέως ο Μεθόδιος; Τίνος άλλου σπέρμα εκείνη, την οποίαν ωνόμασε καλλονήν πάσης ωραιότητος ο Νεοκαισαρείας Γρηγόριος; Αυτών δεν είναι θυγάτηρ, εκείνη την οποίαν είπεν ο Γερμανός διαυγέστατον στέφανον του ουρανού; Αυτών δεν είναι θυγάτηρ, το θησαυροφυλάκιον των αρετών, ως ωνόμασεν αυτήν ο Δαμασκηνός; Αυτών δεν είναι θυγάτηρ το μέγα θαύμα και ανήκουστον τέρας της παρθενίας, όπερ ωνόμασεν ο Χρυσόστομος; Με αυτών το γάλα δεν ετράφη το παναγιώτατον θέαμα, που είπεν ο Ιγνάτιος ο Μάρτυς; Των σπλάγχνων αυτών μέρος δεν είναι εκείνη η Παρθένος, την οποίαν Μυστήριον του ουρανού και της γης είπεν ο Επιφάνιος; Από τα αίματα αυτών δεν είναι ζυμωμένον εκείνο το θυγάτριον, το οποίον διδασκαλείον των ηθών και εξαίσιον άκουσμα ουρανού και της γης είπεν ο Εφραίμ; Λοιπόν επειδή ο Ιωακείμ και Άννα τοιαύτης θυγατρός εχρημάτισαν γεννήτορες, πως είναι τρόπος να μη τους κηρύττωμεν ενδοξοτέρους και αγιωτέρους πάντων των εν ουρανώ; Λέγουσι πολλοί των Θεολόγων, ότι ο Ιωσήφ ο μνήστωρ της Παρθένου, μολον΄τι ήτο και πρότερον δίκαιος και Άγιος, πλην το ύψος της αγιότητος όπου έφθασε μετά ταύτα, δεν το εγνώρισεν από άλλο αίτιον, παρά από την συναναστροφήν της Αειπαρθένου Μαρίας· γνώμη αύτη αληθινή των Θεολόγων, αλλά και η καθημερινή πείρα το βεβαιώνει. Διότι αν ημείς, σοφοίς ομιλούντες, απολαμβάνωμεν μέρος της σοφίας εκείνων, αν και δεν είναι και το όλον, σπουδαίοις και εναρέτοις ανδράσι συνδιατρίβοντες, αποκτώμεν μέρος της αρετής εκείνων, πόσω μάλλον εκείνος ο Δίκαιος, έχων έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του τόσους πολλούς χρόνους το έμψυχον δοχείον πάσης αγιωσύνης και τελειότητος, δεν θα έλαβε και βοήθειαν και διδασκαλίαν ζωντανήν, δια να φθάση εις βαθμόν της αγιωσύνης και τελειότητος; Και τούτο επειδή και είναι αναμφίβολον, τις δύναται να παραστήση με λόγον, καθώς πρέπει, πόσην τελειότητα, πόσον αγιασμόν, πόσην χάριν, πόσην δόξαν, πόσην μεγαλειότητα, πόσην παρρησίαν, πόσην οικειότητα προς Θεόν επροξένησεν εις τον Ιωακείμ και εις την Άνναν το Θεοδόχον σκήνος ευρισκόμενον τόσους μήνας μέσα εις την κοιλίαν της Αγίας Άννης. Συνάγεται από το Ευαγγέλιον, ότι η Παναγία θυγάτηρ  το Ιωακείμ και της Άννης, όταν ήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου και ησπάσατο την Ελισάβετ, παρευθύς επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ, και όχι μόνον αυτή, αλλά και το βρέφος ο Ιωάννης, το εν τη κοιλία της Ελισάβετ. Όθεν και εσκίρτησε, δείξαν σημείον, ότι και αυτό από τον ασπασμόν της Μαρίας ηγιάσθη, καθώς είναι αληθές· όθεν πόσου αγιασμού, πόσης χάριτος αιτίαν πρέπει να υπολαμβάνωμεν την Θεόνυμφον Νύμφην, ότι θα επροξένησεν εις την Μητέρα αυτής και τον Πατέρα. Τα πλούτη του υιού κοινά θέλουσιν οι νόμοι να είναι και τη μητρί· επειδή λοιπόν του παντοδυνάμου μήτηρ εχρημάτισεν η Παρθένος, παντοδύναμος είναι και αυτή· και τούτο το χάρισμα ανίσως και το έδειξεν εις άλλους πολλούς, καθώς την κηρύττουσι τα πολλά και αναρίθμητα θαύματα της παντοδυναμίας της, πόσω μάλλον είναι βέβαιον να το μετεχειρίσθη εις τον Ιωακείμ και εις την Άνναν, τους γεννήτορας αυτής; Και λοιπόν απ’ εδώ επιχειρώ, αν καθ’ υπόθεσιν η Αγία Άννα και ο σύζυγος αυτής θείος Ιωακείμ δεν είχον αφ’ εαυτού των τόσην δύναμιν, δια να φθάσωσιν εις το αξίωμα όπου υπεθέσαμεν, από την παντοδυναμίαν της θυγατρός εξάπαντος ήθελον έχει αυτό το προνόμιον· ή πως είναι δυνατόν η θυγάτηρ αυτών να είναι υπερτέρα πάσης κτίσεως, και οι γονείς κατώτεροι από άλλους Αγίους; Ποίος ήθελεν αποτολμήσει να ειπή ότι η Παρθένος, αν και υπερτελειοτάτη εις τα άλλα της προτερήματα, πλην εις την αγάπην όπου χρεωστούσι τα τέκνα προς τους γονείς δεν ήτο τόσον τελεία; Και πως είναι δυνατόν να φαντασθή τις τούτο; Ότι ο Ιωσήφ βασιλεύς εις την Αίγυπτον, πλην ηξεύρων, ότι ο πατήρ αυτού Ιακώβ και οι αδελφοί αυτού, δυστυχείς και υστερημένοι των αναγκαίων, κάθηνται εις την γην Χαναάν, δεν υπέφερεν εκείνος να είναι ένδοξος και ο πατήρ καταφρονημένος, αλλ’ έστειλε με πολλήν επιμέλειαν και έφερε τον πατέρα και τους οικογενείς εις την Αίγυπτον, δια να απολαύση ο Ιακώβ της δόξης και του πλούτου του υιού του Ιωσήφ· είναι, λέγω, τούτο δυνατόν να φανή η αγάπη της Παρθένου προς τους προγόνους κατωτέρα από εκείνην όπου έδειξεν ο Ιωσήφ προς τον Ιακώβ; Αδύνατον τούτο, όχι να το πιστεύση τις, αλλ’ ουδέ να το φαντασθή. Ο Δαυϊδ επαινετός και εις τα άλλα του προτερήματα, και μάλιστα δια την αγάπην και επίσκεψιν όπου έδειξεν εις τους γονείς του· όθεν φεύγων την κακίαν του Σαούλ, δεν εφρόντισε τόσον δια την ιδικήν του σωτηρίαν και πώς να αποφύγη τόσα όπλα, όσα εσήκωσεν εναντίον του ο αχάριστος Σαούλ, όσον επεμελήθη την σωτηρίαν του πατρός· και δια τούτο πρώτον αυτόν ως μίαν μεγάλην παρακαταθήκην άφησεν εις τον βασιλέα των Μωαβιτών, και μετά ταύτα επεριπάτει αυτός εις ερήμους και ξένους τόπους, έως ου να ίδη που θέλει σταθή η λύσσα του Σαούλ· τούτο το επαινετόν έργον έκαμεν ο Δαυϊδ, και η απόγονος του Δαυϊδ, η Θεόπαις Μαρία, είναι δυνατόν να μη έδειξε τόσην επίσκεψιν και αγάπην εις τους γονείς, όσην ο προπάτωρ αυτής προφητάναξ Δαυϊδ; Καταβαίνει εις τους οφθαλμούς του γέροντος Τωβίτ ένα σύννεφον μέσα από την κεφαλήν, και του σκεπάζει τους οφθαλμούς και παντάπασι κλέπτει το γλυκύτατον φως αυτών· περιέρχεται ο υιός του, ο νέος Τωβίας, ζητών ιατρικόν των οφθαλμών του πατρός, και δεικνύει τόσην επιμέλειαν, τόσην φροντίδα δια την θεραπείαν του πατρός, ώστε και εις τον καιρόν όπου επεριπάτει δια να εύρη νύμφην από το γένος του, τους πόνους του πατρός δεν ελησμόνησε. Πράγμα δυσκολοπίστευτον εις τους τωρινούς νέους, και ας μοι το είπη όποιος θέλει, ποίος γαμβρός πηγαίνει εις τον οίκον της νύμφης δια να υπανδρευθή, και λησμονεί και την χαράν του γάμου, και την αγάπην της νύμφης, και ενθυμείται μόνον πώς να εύρη ιατρικόν δια την ασθένειαν του πατρός; Τοιαύτην αγάπην εις τον πατέρα άλλος δεν την έδειξε, καθώς υπολαμβάνω, παρά μόνος ο νέος Τωβίας. Αυτός είναι όπου επροτίμησε την αγάπην του πατρός από της νύμφης· δια τούτο και ο μισθαποδότης Θεός πέμπει Άγγελον, τον Ραφαήλ, σύντροφον εις την οδόν και βοηθόν του καλού υιού, και άλλα πολλά τέρατα και σημεία ηυδόκησε να γίνωσι δια μέσου εκείνου του καλού υιού. Τοιαύτην αγάπην έδειξεν ο υιός Τωβίας προς τον πατέρα, και δια τούτο μακαρίζεται από την θείαν Γραφήν. Και λοιπόν η Παρθένος, το δοχείον πάσης μακαριότητος, ήτο τρόπος να βλέπη τους γονείς αυτής εις έλλειψιν τελειότητος, και να μη προφθάση εις την ιδικήν της παντοδυναμίαν; Ήτο τρόπος να φανή η αγάπη της ολιγωτέρα από εκείνην όπου έδειξεν ο υιός Τωβίας προς τον πατέρα; Μη γένοιτο να το είπη τις. Εις όλον το ύστερον κατακυριεύεται η πολύδακρυς Τρωάς από τους Έλληνας, και εις ολίγην ώραν ανάπτει τόσον πυρ, διεγείρεται τόσος θρήνος και κλαυθμός, όπου επαρακίνησεν εις οίκτον και ευσπλαγχνίαν και αυτούς τους ιδίους νικητάς Έλληνας. Όθεν δια κήρυκος προστάζουσι να αρπάξη καθ’ ένας από τους αιχμαλωτισμένους εις τας χείρας ό,τι φανή πλέον τιμιώτερον και αρεστόν εις αυτόν· και ιδού, εξέρχεται από την πόλιν ο Αινείας, μολονότι είχε πολλά άξια τιμής εις τον οίκον του, πλην αφήνων εκείνα όλα, παίρνει των πατρώων θεών τα είδωλα και εξέρχεται. Βλέπουσιν οι Έλληνες τον Αινείαν, και επαινέσαντες την θεοσέβειαν αυτού, τω δίδουσιν άδειαν και δεύτερον να εισέλθη μέσα εις την πόλιν, και να πάρη εκείνο όπερ νομίζει τίμιον. Επιστρέφει εις τον οίκον, και δεν εκτιμά ούτε χρυσόν, ούτε άργυρον, κανένα άλλο αφ’ όσα είναι αγαπητά εις τους πολλούς, αλλά παίρνει εις τους ώμους τον πατέρα Αγχίσην, γηραλέον όντα και αδύνατον δια να ελευθερωθή από την πυρκαϊάν με την ιδικήν του δύναμιν· αυτόν βαστάζων ο Αινείας και εξερχόμενος έξω, έδωσε τόσον θαύμα και έκπληξιν εις τους Έλληνας, ώστε παρεκινήθησαν να τον αφήσωσιν ελεύθερον και εξουσιαστήν και δεσπότην εις όλα του τα υπάρχοντα. Τόσον θεοφιλές πράγμα και επαινετόν, ακόμη και έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς των ειδωλολατρών, η επίσκεψις και βοήθεια των γονέων. Και πως ήτο λοιπόν τρόπος να λείψη τοιούτον θεάρεστον έργον από την Πανάχραντον Δέσποιναν, η οποία όχι μόνον από την άλλην της τελειότητα εγνώριζε πόσην αγάπην και επίσκεψιν πρέπει να έχη εις τους μακαριωτάτους αυτής γονείς Ιωακείμ και Άνναν, αλλά και από το παράδειγμα το ιδικόν της, και από αυτήν την επίσκεψιν και φροντίδα όπου έδειξεν εις αυτήν ο μονογενής της Υιός, ο οποίος και κρεμάμενος επάνω εις τον Σταυρόν, ευρισκόμενος κατά το ανθρώπινον εις τον έσχατον και τελευταίον βαθμόν των πόνων του, δεν ελησμόνησε την Παναγίαν του Μητέρα, αλλ’ αφήνων όλα κατά μέρος, και τους πόνους της κεφαλής που του επροξένει ο ακάνθινος στέφανος, και την δριμυτάτην δίψαν, η οποία τον είχε κυριεύσει, και την πίκραν της χολής και του όξους, με τα οποία ήτο ποτισμένος, και τους εμπτυσμούς, και την εσχάτην αισχύνην, και το όνειδος να στέκεται καρφωμένος εις το ξύλον εν μέσω δύο ληστών ως ληστής, και γυμνόν το παρθενικόν και πανάγιόν του σώμα έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς τόσου πλήθους, όλα αυτά κατεφρόνησε, και μόνην την επίσκεψιν και φροντίδα της Μητρός είχεν, εις ποίον να την εμπιστευθή, ποίον φύλακα και επιστάτην εις την θέσιν αυτού να της δώση. Όθεν εν μέσω του τόσου πελάγους των πόνων και θλίψεων ευρισκόμενος, και εις την τελευταίαν ώραν της ζωής, όταν δεν ήλπιζέ τις να ακούση πλέον φωνήν από το πανάγιον εκείνο στόμα, ανοίγει τα φαρμακευμένα και κατάξηρα από την δίψαν χείλη, και λέγει· «Γύναι, ιδού ο υιός σου»· μη έχεις τόσην λύπην πως απομένεις μόνη και εστερημένη της ιδικής μου προστασίας· ιδού εις τον τόπον εμού άλλος επιστάτης ιδικός σου. Λοιπόν έμαθεν η Παρθένος, καθώς προείπα, και από ταύτην την επίσκεψιν την τελευταίαν του Υιού, πόσην αγάπην εχρεώστει αυτή εις τους γονείς. Και ταύτα λέγω, όχι ότι δεν είμαι βέβαιος, ότι ο θείος Ιωακείμ και Άννα δεν είχον αφ’ εαυτού των την τελειότητα του αγιασμού και της χάριτος, αλλά να δείξω καθ’ υπόθεσιν ότι, και αν ήσαν ελλειπείς, ανεπλήρωσεν η υπερτελειοτάτη Κόρη των προγόνων την έλλειψιν· μολονότι και τούτο παντάπασιν δεν είχα δίκαιον να το είπω, επειδή από τον καρπόν γνωρίζομεν το φυτόν, εκ της λαμπρότητος των τέκνων τους γονείς, από την καθαρότητα της βρύσεως το ύδωρ. Είδε ποτέ από κτίσεως κόσμου ο ήλιος άλλην αγιωτέραν και υπερτελειοτέραν νύμφην έξω από την θυγατέρα του Ιωακείμ και της Άννης; Λοιπόν τοιούτοι τέλειοι και αγιώτατοι ήσαν και οι γονείς, και άξιοι δια να είναι όχι μόνον κληρονόμοι της πολυεράστου μακαριότητος, αλλά και συγγενείς το κατά σάρκα και Προπάτορες του Υιού και Λόγου του Θεού, του ομοουσίου και συνανάρχου Πτρί και Αγίω Πνεύματι. Δεν ηξεύρω ποίος με κατηράσθη σήμερον, να χύνω τόσους ματαίους ιδρώτας, δια να παραστήσω με τόσα λόγια, ότι ο Ιωακείμ και η Άννα έχουσι τα πρωτεία ανάμεσα εις τους εκλεκτούς φίλους του Θεού, και ότι είναι μυστικόν θησαυροφυλάκιον της μακαρίας Τριάδος, η αιτία της ελευθερίας των Προπατόρων, η αφορμή δια να ερημωθή ο Άδης, δια να στολισθή ο ουρανός με τόσα τάγματα Αγίων και Δικαίων· προς τι τόσα λόγια; Τι συμφέρει τόσα επιχειρήματα; Το δι’ ολίγου γινόμενον, μάτην δια πολλού γίνεται· έφθανε να είπω ότι ο Ιωακείμ και η Άννα είναι οι Πρόγονοι του βασιλέως των βασιλευόντων Θεού, του δημιουργού και πλάστου ουρανού και γης· τόσον έφθανε να είπω, και όποιος έχει γνώσιν ας γνωρίση και την αγιότητα και το αξίωμα και την παρρησίαν όπου έχει εις τους ουρανούς αύτη η μακαρία δυάς. Και λοιπόν καιρός είναι τώρα να ερωτήσω εσέ τον ιδικόν μου καλόν ακροατήν, όταν ακούης την ασύγκριτον τιμήν και δόξαν ταύτην των εορταζομένων Αγίων, τάχα τι φαντάζεσαι, πως αυτό το προνόμιον το έχουν από την συγγένειαν του Θεού και όχι εξ έργων δικαιοσύνης; Μη γένοιτο να πέσης εις τοιαύτην βλάσφημον γνώμην· δεν είναι άδικος ο Θεός· «ουκ έστι προσωποληψία παρά τω Θεώ». Αλλ’ ευθύς και δίκαιος, και αποδίδει εκάστω κατά τα έργα αυτού. Δεν εδόξασε τους Προπάτορας ο Θεός δια την συγγένειαν, όχι, αλλά δια τα θεάρεστα αυτών έργα επροτιμήθησαν, από όλην την Οικουμένην, να είναι συγγενείς του Θεού· η αγιότης των έργων τους έδωσε την εκλογήν και την προτίμησιν, και όχι η εκλογή την αγιότητα: «ουδείς στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση»· το ουδείς, καθ’ όλου προσδιορισμός, και περιέχει πάντας, και ξένους και οικείους. Και θέλεις να γνωρίσης καθαρώτερον ταύτην την αλήθειαν; Άφησε την άλλην αγιότητα ταύτης της μακαρίας συζυγίας· έλα εις το όνειδος της στειρώσεως, στάσου εκεί έμπροσθεν εις την θύραν του Ναού όταν απεστράφησαν τα δώρα του Ιωακείμ και της Άννης, βλέπε εκεί την πραότητά των και την υπομονήν και την φύλαξιν του νόμου και την ευλάβειαν και τον φόβον προς τον Θεόν· από βασιλικόν αίμα ούτοι, και όχι από κανένα παραμικρόν, αλλ’ από του Δαυϊδ το προφητικόν και άγιον, και πλούσιοι και γνωστοί εις όλους. Και με όλον τούτο, ούτε ηγανάκτησαν, ούτε εθυμώθησαν εις τόσον όνειδος και καταφρόνησιν όπου τους έκαμαν εις την αποστροφήν των δώρων των, αλλά με ακροτάτην ταπείνωσιν, με ευλάβειαν, χωρίς απειλάς, όπως συνειθίζουσιν οι τωρινοί, ευθύς ως τους εγγίση ο νόμος της Εκκλησίας, χωρίς πάθη εκδικήσεως, εξερχόμενοι από τον Ναόν με δάκρυα πολλά, προστρέχουσιν εις το έλεος του Θεού, να τους δώση την λύσιν της στειρώσεως και του ονειδισμού, ζητούσι την βοήθειαν του Θεού, όχι καθήμενοι και οι δύο εις τον οίκον με τρυφάς και αναπαύσεις, αλλ’ ο Ιωακείμ τρέχει εις το όρος, και η μακαρία Άννα εις τον κήπον της, λαμβάνουσα σύντροφον και πρέσβυν δια να δυσωπήσωσι τον Θεόν, την ερημίαν, την μητέρα της κατανύξεως, τα δάκρυα, το βάλσαμον της ψυχής, την προσευχήν, την νηστείαν· με τοιούτους μεσίτας εζήτησαν την λύσιν της στειρώσεως, με τοιαύτα έγιναν προπάτορες του Υιού του Θεού. Που είσθε όσοι κατεξοδεύετε τα πλούτη εις ιατρούς δια να σας δώσωσι τέκνα; Που είσθε όσοι με φαγοπότια και τροφάς ζητείτε το έλεος του Θεού; Μάθετε από την σήμερον με ποία ιατρικά λύεται η στείρωσις· λάβετε παράδειγμα από τα δάκρυα και τας προσευχάς της Άννης, εις ποίους μεσίτας εισακούει ο Θεός. Και τάχα μόνον ταύτα τα καλά μαθήματα μας δίδει η σημερινή εορτή; όχι· αλλά και άλλα πολλά, τα οποία με στενοχωρεί ο καιρός να τα αφήσω. Και λοιπόν ζητήσατε να μάθετε από άλλους με ποία σπλάγχνα, με ποίαν αγίαν Πίστιν η μακαρία Άννα εχωρίσθη από την θυγατέρα της, ακόμη ούσαν τριών ετών, εχωρίσθη από εκείνην την οποίαν εζήτησε με πολλά δάκρυα και προσευχάς από τον Θεόν, επροτίμησε να φανή αληθινή προς τον Θεόν, να δώση εκείνο όπου του έταξε, παρά την διαδοχήν του γένους της· ας είμαι χωρίς κληρονόμον εγώ, ας απομείνωσι τα πλούτη και τα υπάρχοντά μου εις χείρας άλλων, μόνον ας γίνη εκείνο όπου έταξα εις τον Θεόν. Μάθετε από άλλους, με πόσα καλά ήθη επότισαν την θυγατέρα των, με πόσα άγια παραδείγματα της ιδικής των ζωής, η οποία ηξιώθη να γίνη Μήτηρ Θεού· μάθετε από την σήμερον πόσα ετάξαμεν ημείς εις τον Θεόν, και ουδέν δίδομεν, επειδή αποβλέπομεν περισσότερον εις το κέρδος το ιδικόν μας, παρά εις την τιμήν του Θεού· μάθετε τα αίτια της στειρώσεως των πολλών, πως είναι από την ιδικήν μας αχαριστίαν προς τον Θεόν· και ειπέτε μοι, όσαι στείραι και άτεκνοι, ανίσως και σας δώση ο Θεός τέκνα, με ποίον γάλα ευαγγελικής ζωής έχετε να τα θηλάσσετε; Με ποία μαθήματα χριστιανικά έχετε να τα αναθρέψετε; Έχετε πολλά και καλά· έχετε το γάλα της ανελεημοσύνης και ασπλαγχνίας. Έχετε το γάλα της υπερηφανείας και αλαζονείας· έχετε μαθήματα επαινετά και άξια δια να τα μάθετε· αν είναι θηλυκά, έχετε να τα συνειθίσετε εκ νεότητος με ποία ψιμμύθια να ασχημίζωσι το πρόσωπον, με ποία στολίδια να καταφρονώσι τον νόμον του Θεού· αν είναι αρσενικά, δια να μάθωσι το παράδειγμα της ιδικής σας ζωής, πώς να καταφρονώσι τον νόμον του Θεού· πώς να αρπάζωσι και να αδικώσι, δεν λέγω να πορνεύωσι, να μοιχεύωσιν, αποσιωπώ το να καταλαλώσι και να προδίδωσιν ο ένας τον άλλον, δεν λέγω ότι έχουσι να μάθωσιν από τους γονείς να καταπατώσι τας νηστείας, και μάλιστα Τετράδα και Παρασκευήν όπου είναι νόμος να φυλάττωνται αυταί αι δύο ημέραι, καθώς και της μεγάλης Τεσσαρακοστής· δια τοιαύτα πονηρά μαθήματα να δώση ο Θεός τέκνα δεν ήθελεν είναι άδικος; Ίσως θα έλεγέ τις· λοιπόν αυτοί όπου έχουσι τα τέκνα είναι άγιοι και δίκαιοι, και όσαι είναι στείραι και άκληροι, κακαί και ανευλαβείς; Όχι δεν το λέγω αυτό, ούτε αυτό αληθεύει· ούτε όσοι δεν έχουσιν είναι αμαρτωλοί, αλλά και οι μη έχοντες και οι έχοντες πρέπει πάντοτε να δοξάζωσι περισσότερον λέγοντες· δεδοξασμένον να είναι το όμομά σου, Κύριε, επειδή, ποίαν ευχαριστίαν, ποίαν αγάπην είδες από εμέ το αχάριστον πλάσμα σου δια να μου δώσης τέκνον; Ευχαριστώ σοι, διότι με ηλευθέρωσες και από ταύτην την κόλασιν, διότι αν είχα τέκνον να μάθη την ανευλάβειαν την ιδικήν μου, και την αφοβίαν όπου έχω εις τους νόμους σου, θέλει μοι γίνη βαρυτέρα η κόλασις· και οι έχοντες τα τέκνα, πρέπει περισσότερον να φοβώνται την δικαίαν κρίσιν του Θεού, επειδή «ω πολύ δοθήσεται, πολύ απαιτηθήσεται». Τους εχάρισεν ο Θεός πολλά, και εις ουδέν τον ηυχαρίστησαν, και τι θέλουσι γίνει, όταν έλθη εις κρίσιν να ζητήση λογαριασμόν και δια την ανατροφήν των τέκνων, με ποία καλά παραδείγματα της ζωής τα εσυνείθισαν εις την φύλαξιν των θείων νόμων, και εις όλας τας άλλας αρετάς, όσας έχουν χρέος ο πατήρ και η μήτηρ να διδάξουν τα τέκνα αυτών. Λοιπόν όλοι, και όσοι έχουσι τέκνα και όσοι δεν έχουσι, μετά φόβου και τρόμου ας δοξάζωμεν τον εύσπλαγχνον Πατέρα, και ας ζητήσωμεν μετά συντετριμμένης καρδίας, με δακρύων πολλών ποταμούς, την λύσιν της ψυχικής στειρώσεως και όχι του σώματος· αυτό ας ζητήσωμεν, να μας δώση ψυχικούς καρπούς και όχι σωματικούς, μήπως και έλθη το τέλος και μας εύρη ως την άκαρπον συκήν, μήπως και έλθη ο καλός γεωργός, όστις πολλά εκοπίασε και ίδρωσεν εις ταύτην την αχάριστον και άκαρπον ιδικήν μας ψυχήν, και ζητήση καρπούς μετανοίας, καρπούς ελεημοσύνης, καρπούς της κατά Θεόν αγάπης, και δεν εύρη αυτήν την καρποφορίαν, δια να μη ακούσωμεν και ημείς εκείνην την κατάραν της ακάρπου συκής, «μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα». Όχι, Χριστέ Βασιλεύ, μη εγκαταλίπης ημάς εις τοιαύτην καταδίκην, αλλά δος ευλογίαν καρποφορίας, λύσον την στείρωσιν της ψυχής, ελευθέρωσον ημάς από το όνειδος της ακαρπίας, αξίωσον ημάς καρπών μετανοίας τη πρεσβεία των δικαίων σου Προπατόρων Ιωακείμ και Άννης, και της Παναχράντου σου Μητρός και Δεσποίνης ημών, ίνα δοξάζηται το Πανάγιόν σου όνομα εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων. Αμήν.