Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

O ένδοξος Μεγαλομάρτυς Παντελεήμων

Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος και ιαματικού ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ.                                                                                                                                    

Παντελεήμων ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού εν έτει τδ΄ (304), καταγόμενος από την πόλιν της Νικομηδείας, υιός πατρός μεν ειδωλολάτρου, Ευστοργίου ονομαζομένου, μητρός δε εκ προγόνων ούσης χριστιανής, καλουμένης Ευβούλης. Όσην δε θέλησιν είχεν αυτός να θεραπεύη τα είδωλα, τόσην αγάπην και προθυμίαν είχεν εκείνη προς την ορθόδοξον πίστιν, και έτρεφε το τέκνον των (το οποίον ονομάζετο Παντολέων) όχι μόνον με τροφήν σωματικήν, αλλά περισσότερον με πνευματικήν, διδάσκουσα αυτό την πίστιν του Χριστού. Πλην εις ολίγα έτη ετελεύτησεν η μακαρία Ευβούλη. Ο δε Παντολέων εμάνθανε γράμματα πρώτον τα κοινά, έπειτα και την Ελληνικήν παίδευσιν. Ύστερον δε πάλιν, αφού έμαθεν όσα ήσαν αρκετά, τον έδωσεν ο πατήρ του εις ιατρόν θαυμαστόν του καιρού εκείνου, καλούμενον Ευφρόσυνον, να τον εκπαιδεύση εις την ιατρικήν επιστήμην· ο δε νέος, από την πολλήν του ευφυϊαν, εις ολίγον καιρόν υπερέβη όλους τους συμμαθητάς του. Ήτο δε ο Άγιος ωραίος κατά πολλά την όψιν, την ομιλίαν γλυκύς, το σχήμα ταπεινός και μέτριος, και απλώς ειπείν ήτο όλος γεμάτος αρετήν και ευταξίαν τοσαύτην, ώστε όστις ήθελε συναναστραφή και συνομιλήσει μετ’ αυτού πολλήν χαράν και ευφροσύνην ελάμβανεν. Από τας αρετάς του δε αυτάς έγινεν ακουστός εις όλην την Νικομήδειαν. Αλλά και αυτός ο βασιλεύς Μαξιμιανός, όταν τον είδεν ημέραν τινά, κατά την οποίαν μετέβη με τον Ευφρόσυνον εις το παλάτιον, ηρώτησε δι’ αυτόν· και ακούσας την αρετήν αυτού και ιδών την φρόνησιν και κατάστασίν του εχάρη πολλά, και παρήγγειλεν εις τον Ευφρόσυνον να τον σπουδάση όσον δύναται, να τον κάμη τέλειον ιατρόν, δια να τον έχη εις τα βασίλεια. Τον καιρόν εκείνον ευρίσκετο και ο Άγιος Ερμόλαος, ο Ιερεύς της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, περί του οποίου προείπομεν εις την εικοστήν έκτην του παρόντος. Πλην ήτο κεκρυμμένος εις ένα οίκον με άλλους χριστιανούς δια τον φόβον του βασιλέως, βλέπων δε τον νέον καθώς διέβαινεν από την οικίαν εκείνην καθ’ εκάστην να πηγαίνη εις τον διδάσκαλον, εννόησεν από την σεμνότητα του ήθους, ότι και η κατάστασις της ψυχής του θα ήτο γεμάτη αγαθότητα, ως εκείνη η αγαθή και καρποφόρος γη, την οποίαν λέγει το Ευαγγέλιον, θέλει δε χρηματίσει και αυτός σκεύος εκλογής θεία χάριτι, ως ο μέγας Απόστολος. Ταύτα διανοούμενος ο Ερμόλαος ήθελε να δοκιμάση εάν δύναται να σαγηνεύση τον Παντολέοντα· ανοίξας λοιπόν την θύραν του οίκου, τον εκάλεσε να εισέλθη ίνα του ομιλήση. Αφού εισήλθε, τον ηρώτησε δια το γένος και το σέβας αυτού. Ο δε νέος είπεν εις αυτόν πάσαν την αλήθειαν, ότι η μήτηρ του ήτο χριστιανή, ο δε πατήρ του ειδωλολάτρης. Λέγει ο Ερμόλαος· «Αλλά συ, τέκνον, ποίαν θρησκείαν αγαπάς καλλίτερα»; Ο δε είπεν· «Όταν έζη η μήτηρ μου, με ενουθέτει καθ’ εκάστην να γίνω χριστιανός, το οποίον επόθουν και εγώ. Αφ’ ότου όμως ετελεύτησεν η μήτηρ μου και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, αυτός με αναγκάζει να μένω εις την θρησκείαν του, και μελετά να με τιμήση εις τα βασίλεια». Και ο Ερμόλαος· «Τίνα επιστήμην μανθάνεις, τέκνον μου»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Την ιατρικήν, τίμιε γέρον, την οποίαν διδάσκει ο Ασκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός, και άλλοι σοφοί. Αύτη η τέχνη ήρεσεν εις τον πατέρα μου από όλας· αλλά και ο διδάσκαλός μου με πληροφορεί, ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θέλει ευρεθή κανέν πάθος ή ασθένεια, την οποίαν να μη δυνηθώ να θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος, ευρίσκων καιρόν κατάλληλον, είπεν εις αυτόν· «Πίστευσόν μοι, ω νεανία, ότι η τέχνη του Ασκληπιού, του Γαληνού, και των λοιπών σοφών ιατρών, τους οποίους λέγεις, μικράν βοήθειαν δύναται να δώση εις εκείνους που την σπουδάζουν. Αλλά και αυτοί οι θεοί, τους οποίους ο Μαξιμιανός προσκυνεί, δεν είναι άλλο τι ή μύθοι ψευδείς, και τους πιστεύουν οι άφρονες. Ο δε αληθής Θεός είναι Εις, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον, εάν πιστεύσης εξ όλης καρδίας σου, θέλεις ιατρεύει πάσαν νόσον χωρίς κανέν ιατρικόν βότανον, μόνον με την χάριν εκείνου, όστις εκαθάρισε λεπρούς, δαιμονιώντας εθεράπευσεν, αιμορροίας και έτερα δυσίατα πάθη ιάτρευσε, και απλώς ευκολώτερον ήθελε μετρήσει τις την άπειρον άμμον της θαλάσσης και τους αστέρας του ουρανού, παρά του Χριστού τα θαυμάσια. Αλλά και τώρα καθ’ εκάστην ευρίσκεται πλησίον των δούλων του και τους βοηθεί, και κάμνουν σημεία και τέρατα μεγαλύτερα, από όσα Εκείνος ετέλεσε. Μετά δε ταύτα τους κάμνει και κληρονόμους της Βασλείας του». Ταύτα ακούσας ο Παντολέων πολλά ηυφράνθη η καρδία του, και έκρινεν ότι ήσαν όλα αληθινά και δίκαια· και απεκρίθη ούτως· «Όσα μου είπες, Άγιε Γέρων, τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλάκις και την έβλεπον ότι προσηύχετο προς αυτόν τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις, και τον επεκαλείτο εις βοήθειαν». Ευχαριστήσας όθεν ο Παντολέων δια την συμβουλήν, την οποίαν του έδωκεν ο Ερμόλαος, απήλθεν εις την οδόν του· και πάλιν ήρχετο πολλάκις να ακούση την διδαχήν αυτού, ίνα καρπωθή καλύτερον, και ολίγον κατ’ ολίγον εστηρίζετο εις την πίστιν του Χριστού. Εν μια δε των ημερών, ερχόμενος από τον διδάσκαλόν του, εύρεν εν τη οδώ παιδίον, το οποίον εδάγκασεν έχιδνα και έκειτο νεκρόν, το δε θηρίον ίστατο πλησίον του. Ταύτα ιδών ο Παντολέων, ενεθυμήθη του Ερμολάου τους λόγους και έλεγε κατά διάνοιαν ότι· «Εάν πληρώση ο Χριστός τούτο μου το ζήτημα, να αναστηθή το παιδίον και να θανατωθή το θηρίον, άλλην απόδειξιν και πίστωσιν δεν ζητώ εις όσα ο τίμιος γέρων με εδίδαξεν, αλλά γίνομαι χριστιανός πάραυτα». Ποιήσας τότε προσευχήν, αυτήν την ώραν το μεν παιδίον ανέστη ως από ύπνου, ο δε όφις διερράγη και απώλετο. Τότε πληροφορηθείς ο Παντολέων, εξ όλης ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν και άρας προς τον ουρανόν τα της ψυχής και του σώματος όμματα μετ’ ευφροσύνης πολλής ηυχαρίστει δοξάζων τον Κύριον, όστις τον ελύτρωσεν από την πλάνην και το σκότος των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχει παρευθύς με πολλήν χαράν εις τον Ερμόλαον, και διηγούμενος την υπόθεσιν εζήτησε να τον τελειώση δια του βαπτίσματος. Ο δε γινώσκων εις ποίον αγγείον εκλεκτόν μέλλει να βάλη το μύρον του Αγίου Πνεύματος, μετά χαράς επήκουσε και βαπτίσας αυτόν τον εκοινώνησε του Δεσποτικού σώματος και τον εδίδαξε πάντα τα μυστήρια της αληθούς ημών πίστεως. Έμεινεν ούτως ημέρας επτά εις τον Άγιον Γέροντα, ευφραινόμενος και σιτιζόμενος εκείνα τα μελίρρυτα λόγια, κατά δε την ογδόην ημέραν απήλθεν εις τον πατέρα του. Τότε εκείνος ηρώτησε τον Άγιον που ήτο τόσας ημέρας. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εις άρχων του παλατίου φίλος του βασιλέως ήτο ασθενής, και δι’ αυτό δεν μας άφηνε με τον διδάσκαλόν μου να αναχωρήσωμεν, έως ότου τελείως ιατρεύθη». Κατά δε την επομένην επορεύθη εις τον Ευφρόσυνον, προς τον οποίον πάλιν επροφασίσθη λέγων· «Ο πατήρ μου ηγόρασε χωράφιον μέγα και αξιόλογον και το παρέδωκεν εις τας χείρας εμού να έχω την φροντίδα του, και δι’ αυτό ήτο ανάγκη να το παραδώσω εις τους ανθρώπους, να το δουλεύωσι». Τούτο είπεν ο Άγιος δια την χάριν, όπου έλαβεν εις την ψυχήν δια του αγίου Βαπτίσματος, ούτω δε έκρυψε κατά το παρόν την υπόθεσιν. Πλην όμως είχε μεγάλην φροντίδα με ποίον τρόπον να επιστρέψη και τον πατέρα του, λέγει όθεν εις αυτόν· «Διατί, πάτερ, όσα είδωλα έγιναν εξ αρχής όρθια, ποτέ δεν εκάθισαν, και πάλιν όσα έγιναν καθήμενα, ποτέ δεν εσηκώθησαν»; Ο δε Ευστόργιος, μη έχων τι να αποκριθή, ήρχισεν ολίγον κατ’ ολίγον και εψυχραίνετο η πολλή του ευλάβεια, την οποίαν είχεν εις αυτά, και δεν εθυσίαζεν ως το πρότερον. Ο δε Άγιος βλέπων ταύτα ηυχαρίστει τον Θεόν, δεόμενος αυτού ακαταπαύστως να φωτίση τον πατέρα του να λυτρωθή τελείως από την πλάνην της αγνωσίας το συντομώτερον. Εσκέπτετο δε να συντρίψη τα είδωλα, τα οποία είχον εις τον οίκον των. Αλλά δια να μη λυπήση τον πατέρα του δεν το έκαμεν. Μόνον έλεγε· «Κάλλιον να τον πείσω με λόγους να πιστεύση εις τον Χριστόν, και τότε θέλει τα συντρίψει και μόνος του». Τούτο δε και έγινε τελικώς με την βοήθειαν του Θεού, ο οποίος επακούσας της δεήσεως αυτού ωκονόμησε με τρόπον επιτήδειον και έφερεν αυτόν εις την ευσέβειαν δια τινος θαυματουργίας, την οποίαν ακούσατε. Έφερον ποτε τυφλόν τινα εις τον οίκον του Ευστοργίου και κρούσαντες την θύραν οι συγγενείς του τυφλού, ηρώτησαν εάν ήτο εκεί ο Παντολέων ο ιατρός. Ο δε Άγιος, ως το ήκουσεν, εκάλεσε τον πατέρα του και εξελθόντες αμφότεροι ηρώτησαν τον τυφλόν τι ζητεί. Ο δε απεκρίνατο· «Το φως μου ποθώ, άριστε ιατρέ, από το οποίον δεν είναι άλλο πράγμα δια τους ανθρώπους γλυκύτερον, και σε παρακαλώ να λυπηθής την συμφοράν και ταλαιπωρίαν μου, να με ελεήσης τον άθλιον, ότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύσουν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, μόνον εδαπάνησα την περιουσίαν μου εις τα φάρμακα και δεν είδον κανέν όφελος. Μάλιστα και το ολίγον φως, όπου είχον, το έχασα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός, αλλά και πένης ο άθλιος». Ο δε Άγιος του λέγει· «Επειδή εις τους ιατρούς εδαπάνησας όλον τον βίον σου και όφελος δεν σου έκαμαν, εάν σε θεραπεύσω εγώ, τι θα μοι δώσης»; Ο δε απεκρίνατο· «Ό,τι έμεινεν από την περιουσίαν μου, μετά χαράς και πάσης προθυμίας σου το χαρίζω». Ο δε Άγιος του λέγει· «Τους μεν οφθαλμούς σου θέλει θεραπεύσει ο αληθής Θεός δι’ εμού, τον δε μισθόν της ιατρείας, τον οποίον μοι υπεσχέθης, ύπαγε διαμοίρασέ τον εις τους πένητας». Ταύτα μεν έλεγεν ο Παντολέων, ελπίζων βεβαίως εις την χάριν και δύναμιν του Χριστού· ο δε πατήρ αυτού, νομίζων ότι με τέχνην ανθρωπίνην και βοτάνων ενέργειαν βούλεται να τον θεραπεύση, τον ημπόδιζε λέγων· «Μη επιχειρήσης, ηγαπημένε μου υιέ, τοιούτον έργον υπέρ την δύναμίν σου, μήπως και εντραπής εις το ύστερον· διότι τι άλλο περισσότερον δύνασαι να τελέσης συ από τους άλλους ιατρούς, οίτινες δεν ηδυνήθησαν να τον ιατρεύσουν»; Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πάτερ μου, ως εγώ. Ότι από τον διδάσκαλόν μου έως αυτούς είναι εν μέσω πολλή διαφορά». Ο δε Ευστόργιος, νομίζων ότι λέγει δια τον Ευφρόσυνον, είπε πάλιν· «Εγώ, τέκνον μου, ήκουσα, ότι και αυτός ο διδάσκαλός σου εδοκίμασεν, αλλά δεν κατώρθωσε τίποτε». Λέγει ο Άγιος· «Πρόσεχε, πάτερ, να πιστωθής οφθαλμοφανώς την αλήθειαν». Ούτως είπε, και απλώσας την δεξιάν αυτού, εποίησε το σημείον του Σταυρού εις τους οφθαλμούς του τυφλού, επικαλούμενος το γλυκύτατον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και σωτήριον όνομα· και ω του θαύματος! Πάραυτα ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί του τυφλού, όχι μόνον του σώματος, αλλά και της ψυχής, διότι ήτο ειδωλολάτρης πρότερον. Αλλ’ ως είδε το μέγα σημείον, όπου έγινεν εις αυτόν δια του ονόματος του Χριστού, την ώραν ταύτην επίστευσεν όχι μόνον αυτός, αλλά και ο πατήρ του Αγίου, και μεγαλοφώνως εκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον και παντοδύναμον. Εχάρη λοιπόν ο Άγιος, δοξάζων τον Κύριον, και οδηγήσας αυτούς προς τον Άγιον Ερμόλαον τους εβάπτισεν. Ο δε Ευστόργιος, επιστρέψας εις την οικίαν του, συνέτριψεν όλα τα είδωλα και εις ολίγον καιρόν μετά την αγίαν αυτού επιστροφήν απήλθε προς Κύριον με καλήν μετάνοιαν. Ο δε Παντολέων εμοίρασεν όλον του τον βίον εις πένητας και φυλακισμένους, τους δούλους του ηλευθέρωσεν, ασθενείς και αδυνάτους επεμελείτο, και όχι μόνον τους ιάτρευεν από πάσαν ασθένειαν, αλλά και χρήματα ικανά τους εχάρισεν ίνα ζήσουν. Από τοιαύτας ευεργεσίας, τας οποίας εποίει καθ’ εκάστην ώραν, ηκούσθη το όνομά του εις όλους, και όσοι είχον ασθενείς άλλον ιατρόν δεν εζήτουν ειμή τον Παντολέοντα. Όσους δε ήθελε θεραπεύσει, δεν εζήτει άλλην τινά πληρωμήν εξ αυτών, μόνον να ομολογούν τον Χριστόν αληθή θεραπευτήν των ψυχικών και σωματικών αλγηδόνων, ούτω δε πιστεύοντες εις Αυτόν εθεραπεύοντο διττώς άπαντες, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος. Οι δε ιατροί πάντες της πόλεως εφθόνησαν βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια. Ημέραν τινά καθήμενοι εις την αγοράν, επέρασεν απ’ εκεί ο πρώην τυφλός, τον οποίον ο Άγιος εθεράπευσε, ως δε τον είδον εταράχθησαν λέγοντες· «Δεν είναι αυτός τον οποίον εδοκιμάσαμεν ημείς με πολλούς τρόπους και δεν ηδυνήθημεν να τον ιατρεύσωμεν»; Και ερωτήσαντες αυτόν, είπεν, ότι ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Οι δε απεκρίθησαν· «Όντως καθώς είναι ο διδάσκαλος μέγας, ούτως ανέδειξε και μαθητήν θαυμάσιον». Είπον δε τούτο, ως προφητεύοντες άκοντες τον Χριστόν. Πλην από τότε τον εφθόνησαν περισσότερον, και εζήτουν αιτίαν να τον διαβάλουν εις τον βασιλέα. Εύρον λοιπόν Χριστιανόν τινα από τους ομολογητάς, τους οποίους ετιμώρει ο ασεβής Μαξιμιανός δια την πίστιν, ο δε Παντολέων τον επεμελείτο και τον εθεράπευσεν. Έδραμον όθεν ευθύς και είπον εις αυτόν· «Μεγαλειότατε, γίνωσκε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τόσον, και εσπούδασε δια να γίνη τέλειος ιατρός, δια να τον έχης βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε δια την φιλίαν και την αγάπην αυτής τον μέλει ποσώς, αλλά περιέρχεται και ζητεί τους εχθρούς των θεών, τους οποίους τιμωρεί και διώκει πρεπόντως η βασιλεία σου, αυτός δε όπου εύρει τινά, τον επιμελείται και τον θεραπεύει. Αλλά δεν αρκεί ότι ηρνήθη την πάτριον θρησκείαν αυτού και πιστεύει εις τον εσταυρωμένον, αλλά και άλλους Έλληνας όσους δυνηθή σπουδάζει να τους κάμη Χριστιανούς. Ημείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σε συμβουλεύομεν να τον εξαγάγης από το μέσον το γρηγορώτερον. Διότι ύστερον θέλεις λυπηθή πολύ δι’ αυτόν, όταν ίδης πολλούς Έλληνας να αρνούνται τους θεούς και να γίνωνται Χριστιανοί με τας ευεργεσίας του, τας δε ιάσεις και θεραπείας του Ασκληπιού να λέγουν, ότι ο Χριστός τας εργάζεται· και αν θέλης να μάθης την αλήθειαν, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός, τον οποίον ιάτρευσεν ο Παντολέων, να ακούσης από τον ίδιον όσα εις σε είπομεν». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ελυπήθη, και προστάσσει να φέρουν ευθύς τον πρώην τυφλόν. Όταν δε τον έφεραν, τον επρόσταξε να είπη με τι τρόπον ο Παντολέων τον εθεράπευσεν. Αυτός δε, χωρίς φόβον ή δειλίαν τινά, ωμολόγησε την αλήθειαν λέγων· «Με το όνομα του Ιησού Χριστού με ιάτρευσε και το θαυμασιώτερον, ότι πριν τελειώση τον λόγον, ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί μου δια να μη έχη τις να είπη ότι με τέχνην της ιατρικής με εθεράπευσεν». Ο δε βασιλεύς είπεν εις αυτόν· «Λοιπόν συ τι ομολογείς περί τούτου; Ο Χριστός σε ιάτρευσεν ή οι θεοί»; Ο δε απεκρίνατο· «Ας εξετάσωμεν το πράγμα καλώς, και αυτό κηρύττει αφ’ εαυτού την αλήθειαν. Βλέπεις τους καλούς ιατρούς τούτους; Αυτοί προσεπάθησαν πολύ να με ιατρεύσουν. Και αυτοί μεν ευηργετήθησαν, διότι επήραν τον βίον μου όλον εις φάρμακα, αλλ’ εμέ ποσώς δεν ωφέλησαν· μάλιστα βλάβην μου έκαμαν, διότι είχον ολίγον φως, και με έκαμαν και το έχασα και αυτό. Ποίον λοιπόν πρέπει να ονομάζω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν, τον οποίον επικαλούνται αυτοί εις βοήθειαν και δεν με ωφέλησε τίποτε, ή τον Χριστόν, του οποίου μόνον το όνομα προέφερεν ο Παντολέων και πάραυτα μου εχάρισε το παμπόθητον φως; Τούτο, ω βασιλεύ, το γνωρίζει και ένας τυφλός και αγράμματος». Μη έχων λοιπόν τι να αποκριθή προς ταύτα ο Μαξιμιανός, είπεν εις αυτόν· «Μη είσαι, άνθρωπε, μωρός, ουδέ να αναφέρης, ότι ο Χριστός σε ιάτρευσεν, διότι φανερόν είναι ότι οι θεοί σε εφώτισαν». Ο δε ποτέ τυφλός και τότε πεφωτισμένος κατά την ψυχήν μάλλον ή κατά το σώμα, ούτε την εξουσίαν του βασιλέως εφοβήθη ούτε τον θυμόν αυτού, ούτε τιμωρίας εσυλλογίσθη, αλλά και με περισσοτέραν παρρησίαν από τον τυφλόν, τον οποίον αναφέρει το Ευαγγέλιον, λέγει προς τον βασιλέα ταύτα· «Συ είσαι μωρός και ανόητος, όστις λέγεις, ότι οι αναίσθητοι και τυφλοί θεοί σου με εφώτισαν, είσαι δε και τετυφλωμένος ως και αυτοί, δια τούτο δεν ημπορείς να ίδης την αλήθειαν, την υπέρ τον ήλιον λάμπουσαν» Ακούσας ταύτα ο τύραννος εβεβαιώθη ότι όσα του είπον οι ιατροί ήσαν αληθή· όθεν ευθύς προστάσσει και απεκεφάλισαν τον όντως μακάριον και φίλον Χριστού ποτέ τυφλόν, νυν δ της αληθείας συνήγορον και αψευδέστατον Μάρτυρα, όστις ηξιώθη να δώση τοιαύτην θυσίαν προς τον θεραπεύσαντα αυτόν Χριστόν, μαρτυρήσας δια την αγάπην του. Ο δε Άγιος ηγόρασε κρυφίως το τίμιον αυτού λείψανον και το έθεσεν εκεί όπου είχε και τον πατέρα του τεθαμμένον. Αφού εθανάτωσε τον ποτέ τυφλόν ο βασιλεύς εκάλεσε τον Άγιον να υπάγη προς αυτόν, απερχόμενος δε εκείνος προσηύχετο καθ’ οδόν λέγων· «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιωπήσης» και τα λοιπά του ψαλμού. Αφού δε έφθασεν εις το παλάτιον, του είπεν ο βασιλεύς· «Ήκουσα λόγους τινάς απρεπείς δια σε, Παντολέων· ήτοι ότι υβρίζεις και καταφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς, τον δε Χριστόν πιστεύεις και λέγεις ότι αυτός είναι μόνος Θεός, και έχεις εις αυτόν τας ελπίδας σου, όστις απέθανε θάνατον άτιμον. Συ γινώσκεις πόσον σε αγαπώ, και παρήγγειλα εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη καλώς την επιστήμην, δια να σε έχω εις το παλάτιον. Όμως γινώσκομεν και τούτο, ότι πολλάκις τινές από τον φθόνον των λέγουν ψεύματα. Δια τούτο σε προσεκάλεσα να ποιήσης θυσίαν εις τους θεούς, να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τα έργα, ω βασιλεύ, είναι αξιοπιστότερα από τα λόγια, καθώς όλοι το ηξεύρομεν καλώς. Διότι εάν δια τα μικρά πράγματα ερευνώμεν και εξετάζωμεν, κατά πόσον είναι αληθή και πιστά, πόσον περισσότερον πρέπει να εξετάσωμεν ακριβώς περί Θεού με πολλήν επιμέλειαν, ίνα μη ζημιωθώμεν τα μέγιστα. Ότι η εις τον Θεόν ευσέβεια είναι το υψηλότερον από όλα τα πράγματα. Ο Θεός λοιπόν τον οποίον εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εποίησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, τυφλούς εφώτισε, λεπρούς εκαθάρισε, παραλύτους ανώρθωσε και πάντα ταύτα τα σημεία ετέλεσε μόνον με λόγον και πρόσταγμα. Οι δε θεοί, τους οποίους σέβονται οι Έλληνες, δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τοιούτον έργον ή εάν δύνανται να το κάμουν. Ει δε και θέλεις, ω βασιλεύ, ας το δοκιμάσωμεν και τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Πρόσταξε να φέρουν ασθενή τινα, όστις να έχη πάθος ανίατον, και ας έλθουν οι ιερείς σας να παρακαλέσουν τους θεούς των όσον θέλουν. Έπειτα να δεηθώ και εγώ του Θεού μου, και τον Θεόν εις του οποίου το όνομα ιατρευθή ο ασθενής, αυτόν να ονομάζωμεν μόνον Θεόν αληθέστατον, τους δε λοιπούς να καταφρονήσωμεν». Ο λόγος ούτος ήρεσεν εις τον βασιλέα· όθεν επρόσταξε και έφεραν ένα παράλυτον, σηκωτόν με την κλίνην, όστις δεν ηδύνατο να κινηθή ποσώς ή να στρέψη εδώ ή εκεί, αλλ’ ήτο ακίνητος. Έκαμαν λοιπόν οι ιερείς των ειδώλων ανίερον δέησιν, επικαλούμενοι ώραν πολλήν τους αναισθήτους θεούς των, αυτοί όμως ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Ο δε Άγιος κατεγέλασε την αγνωσίαν των. Έπειτα, όταν είδον ότι δεν έκαμναν τίποτε, είπον προς τον Άγιον να επικαλεσθή και αυτός τον Θεόν του. Τότε εσήκωσεν ο Άγιος τους οφθαλμούς αυτού και όλην του την διάνοιαν προςτους ουρανούς λέγων τους λόγους του ψαλμού· «Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποτρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ εισάκουσόν μου. Δείξον, Δέσποτα, εις τούτους, οίτινες δεν σε γνωρίζουν, ότι συ μόνος είσαι Θεός αληθής και παντοδύναμος». Ούτως είπε και λαβών εις χείρας του τον παράλυτον λέγει προς αυτόν· «Εν ονόματι του Χριστού, του ανορθούντος τους παραλελυμένους, έγειραι και περιπάτει». Τότε παρευθύς έργον ο λόγος εγένετο και εγερθείς ο ασθενής περιεπάτει με πολλήν προθυμίαν και αγαλλίασιν. Τούτο το μέγιστον θαύμα ιδόντες οι Έλληνες εξέστησαν και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα και επίστευσαν εις τον αληθή Θεόν. Οι δε μιαροί ιερείς και αθεράπευτοι ιατροί έμειναν εις την απιστίαν αυτών. Προσελθόντες δε είπον εις τον βασιλέα· «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς, βασιλεύ, μη αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση μίαν ώραν, ότι θέλει αφανίσει παντελώς την θρησκείαν μας, οι δε χριστιανοί θέλουν γίνει ισχυροί εναντίον μας». Ήκουσε πάλιν αυτούς ο βασιλεύς και προσκαλέσας τον Άγιον εδοκίμασε να τον δελεάση με λόγους ειρηνικούς, ίσως τον φέρη εις το θέλημά του. Αφού όμως δεν ηδυνήθη ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με κολαστήρια όργανα. Και πρώτον μεν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδηρούς όνυχας, έπειτα με λαμπάδας κατέκαυσαν αυτού τας πλευράς και τα λοιπά πληγωμένα μέλη του. Αλλά το μεν σώμα του Μάρτυρος ούτως ετιμωρείτο, ο δε νους αυτού ήτο εστραμμένος όλως προς εκείνον, όστις ηδύνατο να του δώση βοήθειαν· έχων δε προς τον ουρανόν τα όμματα εστραμμένα εδέετο νοερώς προς τον Κύριον, όστις επακούσας αυτού έφθασε κατ’ αυτήν την ώραν εκεί έμπροσθεν, και φαίνεται με το σχήμα του Ερμολάου και λέγει προς αυτόν, ως πατήρ γνήσιος και φιλόστοργος· «Μη φοβείσαι, τέκνον μου, ότι εγώ είμαι μετά σου, και βοηθός σου εις όσα πάθης δι’ εμέ». Ομού δε με τον λόγον έγινε φανερά και η των έργων απόδειξις. Διότι ευθύς αι μεν χείρες των στρατιωτών παρέλυσαν, αι δε λαμπάδες εσβέσθησαν, και αι πληγαί του Αγίου εθεραπεύθησαν. Ο δε παράνομος βασιλεύς κατησχύνθη βλέπων ταύτα, και προστάξας να τον κατεβάσουν από το ξύλον, είπεν εις αυτόν· «Με ποίαν τέχνην και μαντείαν έκαμες τας χείρας των στρατιωτών ανισχύρους και τα λαμπάδας απέσβεσας»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Η τέχνη και η μαντεία μου είναι ο Χριστός, τον οποίον σέβομαι, όστις ίστατο πλησίον μου και ενεργεί τα θαυμάσια». Λέγει ο Μαξιμιανός· «Αλλά εάν σε βάλω εις δριμυτέραν και σκληροτέραν βάσανον, τι θα γίνης»; Απήντησεν ο Άγιος· «Τότε θέλω λάβει και εγώ από τον Χριστόν μου περισσοτέραν βοήθειαν». Εκέλευσε λοιπόν ο βασιλεύς και εγέμισαν με μόλυβδον ένα μέγαν λέβητα, ανάψαντες δε πυρ πολύ κάτωθεν, έβαλον εντός τον Μάρτυρα. Ο δε μακάριος Μάρτυς έχων πάλιν την προσευχήν ως παρηγορίαν και μεγάλην βοήθειαν έλεγεν· «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρών εξελού την ψυχήν μου», και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ευχόμενος, εμφανίζεται πάλιν εις τον Άγιον ο Χριστός εις το σχήμα του Ερμολάου, εφάνη δε ότι εισήλθε μέσα εις τον λέβητα, και πάραυτα εσβέσθη το πυρ και εψυχράνθη ο μόλυβδος. Ο δε ψαλμός δεν έλειπεν από το στόμα του Αγίου, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ προς τον Θεόν μου εκέκραξα και εισήκουσέ μου». Όσοι δε ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και εθαύμασαν δια το παράδοξον όπου έγινεν. Ο βασιλεύς όμως, ως πεπωρωμένος και αναίσθητος, δεν ηννόησε τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν, όστις ετέλει τοιαύτα τέρατα, αλλά ενόμιζε τα γενόμενα αποτελέσματα μαντείας. Εσυλλογίζετο όθεν ο βασιλεύς με ποίαν άλλην βάσανον να νικήση τον αήττητον Μάρτυρα, και συμβουλευθείς υπό των παρεστώτων, κελεύει να δέσουν εις τον τράχηλόν του λίθον μέγαν και να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν. Αλλ’ οι μεν στρατιώται έσπευδον να τελειώσουν το πρόσταγμα, ο δε Θεός πάλιν εφρόντιζε να βοηθήση τον δούλον του, όστις δι’ αυτόν εκινδύνευε. Καθώς λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις την θάλασσαν, φαίνεται πάλιν ο Χριστός, και τον μεν βαρύτατον εκείνον λίθον έκαμεν ελαφρότερον από φύλλον δένδρου και έπλεεν επί της θαλάσσης, τον δε Άγιον ωδήγησε και περιπάτει ώσπερ ποτέ ο πρωτόθρονος Πέτρος επάνω του ύδατος, αξήλθε δε εις τον αιγιαλόν, υγιής τε και αβλαβής. Ο δε βασιλεύς, ιδών αυτόν ανελπίστως εις την ξηράν, εθαύμασε λέγων· «Τι τούτο, ω Παντολέων; Εκυρίευσας με τας μαγείας σου και την θάλασσαν»; Ο δε απεκρίνατο· «Το πρόσταγμα εκείνου, όστις την ορίζει, ετέλεσε. Διότι περισσότερον υπακούουν και υποτάσσονται εις τον Θεόν η θάλασσα, η γη και όλα τα ποιήματα, από ό,τι υποτάσσονται εις σε οι υπηρέται σου». Παρ’ όλα όμως τα θαυμαστά ταύτα γεγονότα, τα οποία είδεν ο ασυνείδητος και ασύνετος βασιλεύς, δεν εμαλάχθη η σκληρά και πεπωρωμένη καρδία του εις τοιαύτα θαυμάσια. Αλλά προστάσσει πάλιν να τον ρίψουν εις τα θηρία ο των θηρίων ανοητότερος. Θέλων έπειτα ο βασιλεύς να δείξη, ότι λυπείται τον Άγιον, και δια να τον κάμη να δειλιάση, είπεν εις αυτόν· «Βλέπεις αυτά τα θηρία; Όλα δια την απώλειάν σου τα έφεραν, και ιδέ, λυπήσου τον εαυτόν σου. Διότι εγώ, μάρτυρες οι θεοί, σε λυπούμαι πολύ δια την νεότητα και ωραιότητά σου, και σε συμβουλεύω, ως πατήρ, να προτιμήσης ως φρόνιμος το συμφέρον σου, να μη αποθάνης προώρως πικρότατον θάνατον, και υστερηθής την γλυκυτάτην και παμπόθητον ζωήν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εάν πρότερον δεν σε ήκουσα, πως ελπίζεις να κάμω τώρα το θέλημά σου, όταν είδον από τον Θεόν μου τοσαύτην βοήθειαν; Μη το βάλης ποτέ εις το νουν σου, εγώ να κάμω θυσίαν ποσώς εις τους δαίμονας. Τι με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος όστις εξήρανε τας χείρας των στρατιωτών σου και εψύχρανε τον πεπυρακτωμένον μόλυβδον, και την θάλασσαν εξήρανεν, αυτός και τώρα δύναται να κάμη τα φοβερά ταύτα θηρία να γίνουν ημερώτερα προβάτων». Επειδή λοιπόν δεν επείθετο ο του Χριστού Μάρτυς να κάμη το πρόσταγμα του τυράννου, αλλά προέκρινε να παραδοθή μάλλον εις εκείνα τα αισθητά θηρία παρά να προσκυνήση τα νοητά θηρία, τους δαίμονας, έδωκε κατ’ αυτού την απόφασιν ο βασιλεύς, εάν εντός τριών ημερών δεν κάμη τον λόγον του, να τον ρίψουν εις αυτά ίνα τον φάγωσιν. Ηκούσθη λοιπόν εις όλην την πόλιν, και έδραμον άπαντες, να ίδωσι τοιούτον ωραιότατον και ευγενή νεανίαν, όστις έμελλε να γίνη βορά των θηρίων χωρίς να πράξη κανέν έγκλημα. Όταν λοιπόν εσυνάχθησαν εις το θέατρον και εκάθισεν ο βασιλεύς εις τόπον υψηλόν δια να βλέπη, έσυραν οι υπηρέται τον Άγιον δια να τον ρίψουν εις τα θηρία. Αυτός δε σχήμα δειλίας κανέν δεν έδειξεν, αλλ’ επήγε μετά θάρρους, επειδή έβλεπε πάλιν τον Χριστόν εις το σχήμα του Ερμολάου καθώς και πρότερον, και τον ενεθάρρυνε λέγων ότι είναι μαζί του και να μη φοβήται. Όταν λοιπόν έρριψαν τον Άγιον εις το θέατρον, και απέλυσαν όλα τα θηρία, επερίμενον οι ευρεθέντες να ίδωσιν αυτόν διαμελιζόμενον υπ’ αυτών και σπαρασσόμενον. Αλλ’ επειδή εις τοιαύτην κακίαν έκλινεν ο κόσμος, ώστε υπερέβησαν οι άνθρωποι αφ’ ενός μεν τα άλογα ζώα εις αγνωσίαν, διότι δεν επροσκυνούσαν τον Θεόν, όστις τους εδημιούργησεν, αλλά τους ακαθάρτους δαίμονας, αφ’ ετέρου δε τα άγρια θηρία εις την αγριότητα και ωμότητα, διότι ετιμώρουν και κατέσφαττον εκείνους, οίτινες τον εσέβοντο, δια τούτο ο Θεός, όστις μετασκευάζει τα πάντα ως βούλεται, ωκονόμησε να φανή εις τα άλογα και άγρια θηρία όλον το εναντίον, να γίνουν δηλαδή ώσπερ λογικά, να μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων, και να γίνουν μάρτυρες αψευδείς της κακίας των ανθρώπων και της του Θεού αγαθότητος. Ίσταντο λοιπόν πλησίον εις τον Άγιον όχι ως άλογα και άγρια ζώα, αλλ’ ως λογικά και φρόνιμα, μετά πολλής ευλαβείας και ημερότητος, και σείοντα τας ουράς αυτών έλειχον με τας γλώσσας τους πόδας του, και διηγωνίζοντο ποίον να υπάγη έμπροσθεν αυτού να κολακεύση και να προσκυνήση τον Μάρτυρα. Έπειτα δε επαραμέριζεν αυτό, δια να έλθη το άλλο, και εάν δεν ήθελε βάλει ο Άγιος επάνω του την δεξιάν να το ευλογήση, δεν έφευγεν. Όταν είδε λοιπόν το πλήθος αυτό το θαυμάσιον, εβόησαν όλοι με μίαν φωνήν, «Μέγας και αψευδής Θεός είναι ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ελεύθερος ο δίκαιος». Αλλ’ ο ασύνετος βασιλεύς και των θηρίων ωμότερος εθυμώθη, ότι δεν ετέλεσαν τα θηρία το θέλημά του, και μη υποφέρων τον έλεγχον όπου του έκαμαν τα άλογα ζώα, δείξαντα ότι εγνώρισαν τον αληθή Θεόν, τον οποίον αυτός δεν ηννόησε, προστάσσει και τα εφόνευσαν. Έκειντο δε ταύτα ούτω πολλάς ημέρας και δεν ετόλμησε κανένάλλο θηρίον ή πετεινόν από τα σαρκοφάγα να τα εγγίση. Τούτο δε έκαμεν ο Θεός δια την τιμήν του Αγίου και δια να παρακινήση και άλλους προς την ευσέβειαν. Ο δε αφρονέστατος βασιλεύς, εντραπείς και εις αυτό, έστειλεν ανθρώπους και τα κατέχωσαν εις την γην. Έπειτα προστάσσει να γίνη ένας τροχός, να τον θέσουν εις υψηλόν τόπον, να δέσωσιν εις αυτόν τον Άγιον, και να κυλίσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, ίνα συνθλίψη και συντρίψη εις λεπτά μέρη τον Μάρτυρα. Τούτο εσυμβούλευσαν τον βασιλέα τινές τεχνίται ευρεταί της κακίας και προς το βλάπτειν έτοιμοι. Αλλ’ ο φιλάνθρωπος Κύριος, όστις δεν αφήνει να κακοπαθήσουν οι δούλοι του, επέστη πάλιν επάνω εις την μεγάλην ταύτην ανάγκην, όπου είχον δεδεμένον τον Άγιον εις τον φοβερόν εκείνον τροχόν, ίστατο δε όλη η πόλις επί ποδός να ίδωσι τον άδικον και σκληρότατον του δικαίου θάνατον. Και τον μεν Άγιον έλυσεν από τα δεσμά και ίστατο αβλαβής, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν, ο δε τροχός εκύλισεν επάνω των απίστων, και πολλούς εξ αυτών εθανάτωσεν. Οι δε λοιποί εφοβήθησαν. Ταύτα βλέπων ο βασιλεύς εθαύμασε, πλην από την πολλήν κακίαν του δεν ηδύνατο να δεχθή το φως της ευσεβείας, αλλ’ έμεινεν ο αυτός ως και πρότερον, και εκάλεσε πλησίον του τον Άγιον και του λέγει· «Έως πότε θα κάμνης τοιαύτα τερατουργήματα, και άλλους μεν θανατώνεις από τον λαόν μου, άλλους δε κάμνεις να γίνωνται εχροί των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από τίνα έμαθες τον Χριστιανισμόν»; Ο δε Άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και εφανέρωσε τον Άγιον Ερμόλαον, κρίνων, ότι δεν ήτο πρέπον να ευρίσκεται τοιούτος θησαυρός κεκρυμμένος, αλλά να παρουσιασθή, δια να ωφελήση και άλλους. Διέταξε τότε ο βασιλεύς να υπάγη ο Παντολέων να δείξη τον τόπον, όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Ο δε μετά χαράς υπήκουσεν, ηξεύρων (καθώς εγνώρισεν εις τον εαυτόν του) τι λόγον και σύνεσιν είχεν ο Ερμόλαος, δια να ελκύση και άλλους προς την ευσέβειαν, και όχι αυτός να πλανηθή από έτερον. Όταν λοιπόν επήγεν ο Άγιος με άλλους τρεις στρατιώτας, όπου τον εφύλαττον, και έκρουσε την θύραν, εξήλθε και του λέγει ο Ερμόλαος· «Πως ήλθες έως εδώ, τέκνον μου»; Ο δε είπεν· «Ο βασιλεύς σε καλεί, να υπάγης προς αυτόν , κύριέ μου». Ο δε πάλιν είπε· «Και εγώ το γινώσκω, ότι ο καιρός έφθασε να αποθάνω δια το όνομα του Χριστού μου, καθώς Αυτός μου το έδειξε την νύκτα ταύτην με φανεράν αποκάλυψιν». Όταν λοιπόν απήλθον εις τον βασιλέα, τον ηρώτησε πως ονομάζεται, και εάν είχε και άλλους Χριστιανούς μετ’ αυτού. Ο δε, ως φίλος της αληθείας, δεν έκρυψε τίποτε, αλλ’ είπε· «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω δε και άλλους δύο συνεργάτας, Ερμοκράτην και Έρμιππον καλουμένους». Τότε προσέταξεν ο βασιλεύς και έφεραν και αυτούς εις το κριτήριον, και τους είπεν· «Σεις είσθε που παρεσύρατε εις την πλάνην τον Παντολέοντα, και ηρνήθη τους θεούς»; Οι δε απεκρίθησαν· «Ο Χριστός προσκαλεί προς εαυτόν εκείνους οίτινες είναι άξιοι». Ο δε βασιλεύς τους λέγει· «Αφήτε αυτούς τους μωρούς και ανωφελείς λόγους, και ακούσατέ μου· νουθετήσατε αυτόν να θυσιάση προς τους αθανάτους θεούς, εάν θέλετε να σας έχω φίλους μεγάλους, και να σας δώσω απείρους δωρεάς και χαρίσματα». Οι δε απεκρίθησαν· «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμέν τινα εις την της ψυχής του απώλειαν. Ότι πάντες ημείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν γνώμην στερεωτάτην, να αποθάνωμεν μυρίους θανάτους, με διάφορα κολαστήρια κάλλιον, παρά να προσκυνήσωμεν είδωλα κωφά και αναίσθητα». Ούτως ειπόντες οι Άγιοι ανύψωσαν προς τον ουρανόν τα νοητά και αισθητά όμματα προσευχόμενοι εις τον Κύριον να τους λυτρώση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο δε Κύριος εφάνη προς αυτούς και τους εστερέωσε, ευθύς δε έγινε σεισμός μέγας εις τον τόπον εκείνον. Ο δε σεσαλευμένος τον νουν και φρενόληπτος Μαξιμιανός είπεν· «Οι θεοί ωργίσθησαν δι’ υμάς και έσεισαν την γην». Ο δε Ερμόλαος του λέγει· «Αλλ’ αν συμβή και πέσουν κάτω αυτοί οι θεοί σου, τι θα είπης»; Πριν τελειώση ο λόγος, έφθασεν άνθρωπος από το παλάτιον λέγων· «Γίνωσκε, Μεγαλειότατε, ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι δε Άγιοι κατεγέλων αυτούς, ότι εκείνοι οι νομιζόμενοι φοβεροί θεοί συνετρίβησαν και έλεγον· «Τις βλέπων τοιαύτα σημεία δεν ήθελε γνωρίσει την αλήθειαν»; Αλλ’ ο ασεβής τύραννος περισσότερον εσκοτίζετο, καθώς όσοι πάσχουν οι οφθαλμοί των, και δεν ημπορούν να ίδωσι τον ήλιον. Επαίδευσε λοιπόν και αυτούς τους τρεις με διάφορα κολαστήρια· τελευταίον δε, όταν είδεν ότι δεν δύναται να τους φέρη εις την γνώμην αυτού, τους απεκεφάλισε· τα δε λείψανά των επήραν κρυφίως οι Χριστιανοί και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν. Τότε έφεραν πάλιν τον Παντολέοντα εις τον βασιλέα, όστις του λέγει· «Γίνωσκε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος με την συνοδείαν του εγνώρισαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Όθεν και εγώ τους έκαμα την ανταμοιβήν καθώς έπρεπε τιμήσας αυτούς, και καταστήσας πρώτους του παλατίου μου. Εάν δε και συ τους μιμηθής, αφήσης το πείσμα και θυσιάσης εις τα είδωλα, θέλεις γνωρίσει ότι καθώς τιμωρώ σκληρώς τους αλαζόνας και απειθούντας εις εμέ, ούτω πάλιν τιμώ μεγάλως και βραβεύω πλουσίως και θεραπεύω τους υπακούοντας. Ει δε και παρακούσης, δε γλυτώνεις πλέον από τας χείρας μου, αλλά σήμερον θα λάβης πικρόν και επονείδιστον θάνατον». Ο δε Μάρτυς του Χριστού, πεφωτισμένος εκ θείου Πνεύματος, ηννόησε τον δόλον και την πανουργίαν του μιαρού και του λέγει· «Που είναι; Δείξον εις εμέ αυτούς». Ο δε απεκρίνατο· «Δεν είναι εδώ, διότι τους έστειλα δια τινα υπηρεσίαν εις άλλην πόλιν». Ο δε Άγιος είπεν εις αυτόν· «Αν και είσαι φιλοψευδής, αλλά εις τούτο και μη θέλων είπες την αλήθειαν, επειδή αυτοί είναι τώρα εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και αγάλλονται». Ιδών ο μιαρός, ότι ούτε με κολακείας και δωρεάς, ούτε με απειλάς και τιμωρίας, ούτε με άλλον τινά τρόπον ηδύνατο να καταπείση εις την βουλήν του τον αδαμάντινον και αήττητον Μάρτυρα, επρόσταξε και τον έδειραν δυνατά, όχι ελπίζων πλέον τινά μεταβολήν της γνώμης αυτού, αλλά μόνον από την κακίαν και τον θυμόν τον οποίον είχε προς αυτόν. Έπειτα εξέδωκε και απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και να ρίψουν το λείψανόν του εις το πυρ να το καύσουν. Οι δε στρατιώται ωδήγησαν τον Άγιον εις τον τόπον της τελειώσεως, ο οποίος γνωρίζων από ποίαν θλίψιν και ταλαιπωρίαν εξέρχεται και εις ποίαν αγαλλίασιν επορεύετο, έψαλλεν ευφραινόμενος λέγων ταύτα· «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι», και τα λοιπά. Τότε γίνεται πάλιν σημείον θαυμαστόν και παράδοξον. Έδεσαν τον Άγιον εις εν φυτόν εκαίας, έπειτα κατεβίβασεν ο δήμιος την σπάθην, ίνα τον αποκεφαλίση· και ω του θαύματος! εγύρισεν η κόψις του ξίφους και ελύγισεν ώσπερ να ήτο από κηρόν. Οι δε στρατιώται ετρόμαξαν, και πίπτοντες εις την γην έλεγον· «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, και σε παρακαλούμεν μη μας οργισθής, αλλά συγχώρησον ημάς, και δεήθητι αυτού να μας δεχθή την μετάνοιαν». Τότε έκαμε προσευχήν ο Άγιος δι’ αυτούς, και δι’ άλλα τινά ζητήματα, όσα ήσαν αναγκαία προς ευσέβειαν, παρευθύς δε ήλθε φωνή εκ των ουρανών λέγουσα· «Όσα εζήτησας θα γίνουν και άλλα περισσότερα. Εις το εξής δε να μη λέγεσαι Παντολάων, αλλά Παντελεήμων· τα δε πράγματα θέλουν βεβαιώσει το όνομά σου, ότι πολλοί δια σου θέλουν εύρει ευσπλαγχνίαν και έλεος». Ταύτην την φωνήν ακούσας ο Άγιος εβεβαιώθη ποίων χαρισμάτων ο Κύριος τον ηξίωσε. Τότε εθάρρυνε τους στρατιώτας να μη δειλιάσουν, αλλά να τελέσουν το προστασσόμενον. Αλλ’ εκείνοι δεν έστεργον πλέον να απλώσουν χείρα εναντίον του, ιδόντες την δύναμιν του Χριστού. Ο δε Άγιος τους ηνάγκασε περισσότερον να γίνη το πρόσταγμα του τυράννου, δια να λάβη τελείως τον της αθλήσεως στέφανον. Τότε και μη θέλοντες, δια να μη παρακούσουν εις τον Άγιον, πρώτον μεν έδειξαν την αγάπην προς αυτόν και ευλάβειαν, καταφιλήσαντες όλα τα μέλη του· έπειτα έκοψαν την τιμίαν αυτού κεφαλήν την εικοστήν εβδόμην (27) του Ιουλίου μηνός, εν έτει τδ΄ (304) μετά Χριστόν. Ο δε Θεός, θέλων να δοξάση και εις το τέλος τον αυτού δούλον Παντελεήμονα, έδειξε και έτερα θαύματα· και όταν έκοψαν την μακαρίαν αυτού κεφαλήν, εξήλθε γάλα αντί αίματος. Αλλά και το δένδρον της εκαίας, εις το οποίον ήτο δεδεμένος ο Άγιος, το οποίον ήτο πρότερον ξηρόν, ευθύς εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Τούτο μαθών ο αναίσθητος βασιλεύς επρόσταξε να κόψουν την ελαίαν, το δε σώμα του Αγίου να κατακαύσουν, καθώς προείπομεν. Αλλ’ οι στρατιώται εκείνοι εμιμήθησαν τους Μάγους, οίτινες δεν έστρεψαν προς Ηρώδην πλέον. Ούτω και αυτοί απελθόντες εκήρυττον πανταχού του Θεού τα θαυμάσια. Τότε τινές των Χριστιανών έλαβον το άγιον λείψανον και το έθεσαν ευλαβώς με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως, όστις ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου. Αυτό είναι το μαρτύριον και τα θαύματα του πανενδόξου και ιαματικού Παντελεήμονος, αδελφοί εν Χριστώ, καθώς με βραχυλογίαν τα έγραψα. Πρέπον δε είναι όσοι ακούουν τους βίους των Αγίων να μιμώνται την πολιτείαν αυτών, το κατά δύναμιν, ότι δια την αιτίαν ταύτην εγράφησαν. Αλλ’ επειδή τώρα δεν υπάρχουν εδώ ειδωλολάτραι ίνα διδάξωμεν αυτούς, ας φυλάττωμεν τας λοιπάς εντολάς του Κυρίου. Μη δαπανώμεν τον καιρόν εις πολυποσίας και μέθας, εις χορούς και παιχνίδια, εις φόνους και μοιχείας και άλλας πράξεις του δαίμονος. Αλλ’ ας διάγωμεν με σωφροσύνην και εγκράτειαν, με αγάπην και ομόνοιαν, και με όσα άλλα χαίρεται ο Χριστός και αγαπώσιν οι Άγιοι. Διότι, εάν μεν πολιτευώμεθα, καθώς λέγει ο Κύριος, έχομεν μισθόν εις τους ουρανούς, και ευχαριστίαν και πρεσβείαν από τους Αγίους δια τας εορτάς και πανηγύρεις, όπου τους κάμνομεν. Ει δ’ άλλως μόνον τον κόπον και μόχθον έχομεν. Δια τούτο, Χριστιανοί μου, ας κάμωμεν όσα οι Πατέρες ενουθέτησαν, δια να ευφραίνεται ο Θεός εις τα έργα μας, και ημείς να αξιωθώμεν της βασιλείας των ουρανών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 9 Ιουλίου 2017

O Όσιος Γερόντιος

Τη αυτή ημέρα μνήμη του Οσίου ΓΕΡΟΝΤΙΟΥ του συστήσαντος την Σκήτην της Αγίας Άννης, ος δια προσευχής προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον εξήγαγε το επάνωθεν αυτής αναβλύσαν και μέχριν του νυν σωζόμενον αγίασμα.                                                                                

Γερόντιος ο Όσιος Πατήρ ημών εχρημάτισεν Ηγούμενος παλαιάς Μονής του Αγίου Όρους καλουμένης των Βουλευτηρίων· αλλ’ επειδή η Μονή αύτη ήτο παράλιος, δια δε τας του καιρού εκείνου ανωμαλίας και τας αλλεπαλλήλους των βαρβάρων επιδρομάς και συνεχείς λεηλατήσεις και ενοχλήσεις, δεν ηδύναντο να μένωσιν εκεί οι Μοναχοί, αφέντες ούτοι την ιδίαν αυτών Μονήν έρημον, διεσπάρησαν ένθεν κακείθεν και τους υψηλοτέρους και κρυφιωτέρους τόπους της Μονής καταλαβόντες, εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης αποκρυπτόμενοι όντως διήγον στενήν και τεθλιμμένην ζωήν· το δε Μοναστήριον αυτών, μονωθέν και ερημωθέν και κατ’ ολίγον καταπίπτον, ήλθεν εις παντελή αφανισμόν. Μετά δε πάροδον χρόνων, παυσάσης της επικρατήσεως και κατακυριεύσεως των αλλοφύλων, αποκατεστάθη ολίγον η ειρήνη· όθεν και οι Πατέρες ήρχισαν να συναθροίζωνται πάλιν ουχί εις την παραθαλασσίαν Μονήν αυτών, αλλ’ επί του δρυμού, εκεί ένθα νυν υπάρχει η Σκήτη της Αγίας Άννης, οι μεν εκ των υψηλοτέρων μερών κατερχόμενοι, οι δε και αλλαχόθεν ερχόμενοι. Ήρχοντο δε εις τον τόπον αυτόν αφ’ ενός μεν δια το άφθονον ύδωρ, το οποίον ανέβλυζεν εκεί, αφ’ ετέρου δε δια το νότιον και θερμόν κλίμα της τοποθεσίας, πήξαντες δε εκεί μικράς τινας καλύβας ησύχαζον εις αυτάς εις ελάχιστα πράγματα αρκούμενοι, κατά μίμησιν των πάλαι θεοφόρων και εναρέτων ανδρών. Ο δε Όσιος Γερόντιος, επιθυμών τον ερημικώτερον βίον, έμεινε μεθ’ ετέρου τινός αδελφού υποτακτικού του εις το άνωθεν μέρος της Σκήτης, έκτισε δε εκεί μικρόν ησυχαστήριον μετά Εκκλησίας εις το όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, η οποία και έως την σήμερον φαίνεται. Είναι δε ο Όσιος Γερόντιος ο πρώτος όστις συνέστησε την ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης. Ο δε προορηθείς υποτακτικός του Οσίου δεινώς πάσχων, πολλάκις δε και δυσφορών, διότι ήτο υποχρεωμένος να κομίζη μακρόθεν και δια μέσου δυσβάτων και ανωφερικών ατραπών το αναγκαιούν δι’ αυτούς ύδωρ, συνεβούλευε τον Γέροντα ίνα και αυτοί κατέλθουν μετά των λοιπών αδελφών. Ο δε θείος Πατήρ μετά παραινέσεως παραμυθών αυτόν έλεγεν· «Έτι μικρόν, αδελφέ, υπόμεινον και μη αποκάμης εργαζόμενος το θεάρεστον αυτό έργον, δια το οποίον θέλεις λάβει πλουσίαν την μισθαποδοσίαν· πλην όμως ας μη παύσωμεν προστρέχοντες εις την ακοίμητον προστάτιδα και μετά Θεόν ελπίδα ημών ακαταίσχυντον Υπεραγίαν Δέσποιναν Θεοτόκον της οποίας κληρουχία τυγχάνει το Όρος τούτο, αύτη δε θέλει οικονομήσει το συμφέρον των μετά πίστεως και πόθου επικαλουμένων αυτήν πιστών δούλων του Κυρίου». Μετά λοιπόν τας προς την πανάχραντον Θεομήτορα εκτενείς αυτών δεήσεις και ικεσίας, νύκτα τινά εφάνη καθ’ ύπνον εις τον Γέροντα η υπεράμωμος Θεοτόκος λέγουσα· «Του λοιπού παύσασθε λυπούμενοι δια την του ύδατος στέρησιν, αποβάλατε την αθυμίαν και την λύπην· απέλθετε ολίγον κάτωθεν του καθίσματος υμών εις τον δείνα τόπον, και αφού σκάψετε ολίγον θέλετε εύρει το ποθούμενον». Την πρωϊαν δηλώσας ο Άγιος Γέρων τα οραθέντα εις τον μαθητήν αυτού, και περιχαρείς γενόμενοι, απήλθον εις τον διορισθέντα τόπον· σκάψαντες δε ολίγον, ω του θαύματος! εύρον, κατά την αψευδή επαγγελίαν, της πάντα, όσα και αν βούληται, δυναμένης Μητρός του παντοδυνάμου Θεού, το ύδωρ αλλόμενον και αναβλύζον, διαυγέστατον τε και γλυκύτατον, πόσιμόν τε και ιαματικώτατον, πιόντες δε εξ εκείνου μεγάλως ηυχαρίστησαν δια την ταχείαν επίσκεψιν και αντίληψιν της υπερενδόξου Θεομήτορος. Μετά δε ημέρας ικανάς, ως ήρχισεν ο υποτακτικός του Οσίου να φυτεύη ολίγα λάχανα κάτωθεν του παραρρέοντος ύδατος και να χρησιμοποιή το ύδωρ αυτό προς πλύσιν ενδυμάτων, παρευθύς το ύδωρ εξέλιπε και η πηγή εξηράνθη. Και οι μεν Όσιοι επί τη παρ’ ελπίδα στερήσει αυτού μεγάλως λυπηθέντες, εδέοντο πολλάκις εκτενώς και μετά δακρύων ικετεύοντες την πανύμνητον Δέσποιναν Θεοτόκον· η δε υπερένδοξος Δέσποινα, φανείσα και πάλιν εν οράματι εις τον Άγιον Γέροντα, είπεν· «Εγώ μεν σας έδωσα το ύδωρ προς πόσιν μόνον και δια τας ανάγκας της ζωοτροφίας, σεις όμως επεδόθητε εις περισπασμούς και χρησιμοποιείτε αυτό εις άλλας περιττάς απασχολήσεις· πλην από του νυν εκτός της πόσεως και της λοιπής ζωοτροφίας μη εις άλλο τούτο μεταχειρισθήτε· απέλθετε λοιπόν πάλιν εις τον πρότερον ίδιον τόπον, και αφού σκάψετε θέλετε εύρει το ζητούμενον». Ούτω λοιπόν κατά τον λόγον της Παναγίας Θεοτόκου ποιήσαντες, εύρον μεν το ύδωρ, όχι όμως ως το πρότερον, εξ επιπολής και επιφανείας, αλλά βαθύτερον έως δύο οργυιάς, ως διασώζεται και οράται μέχρι της σήμερον, όπερ έκτοτε και εις το εξής (και μέχρι σήμερον) μεταχειριζόμενοι οι Όσιοι Πατέρες τιμούν ως αγίασμα. Αλλ’ ω των θαυμασίων της Παντανάσης Υπεραμώμου Μητροπαρθένου Θεοτόκου! Πλέον των τριών σπιθαμών ούτε αυξάνει, ούτε ελαττούται, αλλά διαμένει πάντοτε εις την αυτήν ποσότητα· εάν δε κατά αναγκαιοτάτην χρήσιν εξαντληθή όλον πάλιν αποκαθίσταται εις το ίδιον μέτρον. Και ταύτα μεν περί του δια προσευχής του Οσίου Πατρός ημών Γεροντίου προς την Υπερένδοξον Δέσποιναν και Κυρίαν ημών Θεοτόκον Μαρίαν αναβλύσαντος ύδατος· ο δε Όσιος Γερόντιος εις βαθύ γήρας γενόμενος προς Κύριον εξεδήμησεν.


Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

Η Αγία Μάρτυς ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Τη αυτή ημέρα η Αγία Μάρτυς ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ ξίφει τελειούται.                                                                  

Ιερουσαλήμ η Μάρτυς ήτο από το Βυζάντιον, από την Μονήν της Οσίας Ωραιοζήλης, επί των ημερών του βασιλέως Δεκίου εν έτει σν΄ (250) μετά Χριστόν. Τοσούτον δε προέκοπτεν η μακαρία αύτη εις τας αρετάς, ώστε ο μισόκαλος διάβολος δεν ηδύνατο να υποφέρη βλέπων ενεργουμένην την ανίκητον δύναμιν του Χριστού δια μέσου της ασθενούς φύσεως των γυναικών και αυξάνουσαν την αρετήν, ήτις όσον και απόκρυφος και παράμερος γίνεται, τόσον πλατύνεται και μεγαλύνει το κήρυγμα του Ευαγγελίου και στηρίζει τας ψυχάς των Χριστιανών. Όθεν επολέμει και ούτος δια των τυράννων βιάζων τους Χριστιανούς να λατρεύσωσι τα είδωλα. Δια τούτο, μαθών ο Δέκιος τας αρετάς της Αγίας και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ήρπασεν αυτήν από το Μοναστήριον και παρέστησεν εις το κριτήριον ζητών δύο τινά: πρώτον να αρνηθή την πίστιν του Χριστού θυσιάζουσα εις τα είδωλα, δεύτερον να νυμφευθή ωραίον τινά αξιωματικόν. Αρνηθείσα δε αμφότερα ταύτα η Αγία υποφέρει δαρμούς και κολάσεις φρικτάς και οδυνηράς και τελευταίον ξίφει την κεφαλήν αποτέμνεται. 

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

H Οσιοπαρθενομάρτυς Ωραιοζήλη

 Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΩΡΑΙΟΖΗΛΗΣ.                                                                       
Ωραιοζήλη η Οσιοπαρθενομάρτυς, η καλλικέλαδος αηδών και καθαρά περιστερά του Χριστού, ούτε πόθεν κατήγετο ούτε ποίους είχε γονείς γνωρίζομεν. Ότι δε εγεννήθη υπό Ελλήνων γονέων, προσκυνούντων τα είδωλα, τούτο θέλει αποδειχθή ευθύς κατόπιν· διότι από των χρόνων των θεοκηρύκων Αποστόλων, όταν διεδόθη εις όλην την οικουμένην το κήρυγμα του Ευαγγελίου, από τότε εσαγηνεύθη δια των λογικών δικτύων του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου και η σεμνοτάτη αύτη Ωραιοζήλη, και λυτρωθείσα εκ του βυθού της ειδωλολατρίας, εβαπτίσθη υπό του Αποστόλου Ανδρέου κατά το έτος πεντήκοντα δύο (52) μ. Χ., φωτισθείσα δε αφιερώθη εις μικράν τινα Εκκλησίαν του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ, μεγάλην μετά ταύτα καταστάσαν Μονήν κειμένην εις το μέγα Ρεύμα του Βοσπόρου, δεχθείσα ως γη αγαθή τον σπόρον της διδασκαλίας του Αποστόλου, και τελεσφορήσασα πολύν και εκατονταπλάσιον τον καρπόν. Μένουσα δε εν τω Ναώ εκείνω ήτο εργάτης των εντολών του Χριστού και εσπούδαζε δια των καλών έργων να γίνεται κήρυξ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καλουμένη Ισαπόστολος και ταλαιπωρουμένη με πάσαν κακοπάθειαν σώματος. Όθεν προστρέχοντες εις αυτήν πλήθος πολύ Ελλήνων ωφελούντο εκ των καθημερινών διδασκαλιών της, την μεν προτέραν κακήν ζωήν των αποπτύοντες, επιστρέφοντες δε εις τον Χριστόν και με την χάριν αυτού οικειούμενοι. Δια τούτο απέκτησεν η Αγία και άλλας δύο ακόμη παρθένους, αι οποίαι, αποστραφείσαι την ειδωλικήν πλάνην, εγνώρισαν τον Χριστόν δια της διδασκαλίας της, Θεόν προαιώνιον και δημιουργόν του παντός. Αυταί λοιπόν αι δύο παρθένοι κατελήφθησαν υπό του πόθου του Χριστού δια της συνεχούς ασκήσεως των αρετών και σεμνυνόμεναι δια της διδασκαλίας της Ωραιοζήλης απέβλεπον εις αυτήν ακλινώς με τους νοερούς οφθαλμούς, ως πρότυπον της αρετής και παράδειγμα, πάντοτε δε πυρπολούμεναι υπό του ενθέου ζήλου έχαιρον αμιλλώμεναι άμιλλαν αγαθήν και αξιέπαινον, ποία δηλαδή θα υπερέβαινε την άλλην εις αγρυπνίας, νηστείας, προσευχάς και τας λοιπάς κακοπαθείας του σώματος. Ταύτα δε εγένοντο μέχρι των χρόνων του ασεβεστάτου βασιλέως Δομετιανού, ότε ο μισόκαλος διάβολος και των ανθρωπίνων ψυχών πολέμιος κατετήκετο υπό του φθόνου, συλλογιζόμενος την ανίκητον δύναμιν του Χριστού, ότε και δια της ασθενούς φύσεως των γυναικών ενηργείτο η αρετή και πανταχού ηύξανεν. Η αρετή δε πάλιν, αν και εις απόκρυφον και απόκεντρον μέρος γίνεται, κάμνει όμως φανερόν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, και όχι μόνον αυτό αναπτύσσει, αλλά και στηρίζει δια τούτου τας ψυχάς των Χριστιανών. Τι δε μετεχειρίσθη ο αλιτήριος διάβολος; Ενέπνευσεν εις τον βασιλέα Δομετιανόν την σατανικήν ιδέαν να κηρύξη πόλεμον και διωγμόν κατά των Χριστανών· διότι ούτος ο ασεβέστατος, μη μεταχειρισθείς καλώς την βασιλείαν, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση τον Θεόν όστις εχορήγησε ταύτην εις αυτόν, αλλ’ εξανέστη εναντίον του, θεούς μεν ψευδωνύμους και ματαίους προσκυνών, βιάζων δε και τους υπηκόους του να προσκυνώσιν αυτούς, ο και αυτών των αναισθήτων ειδώλων αναισθητότερος. Ούτος λοιπόν και την μακαρίαν ταύτην Ωραιοζήλην, αποσπάσας από των συναδέλφων της δύο παρθένων, παρέστησεν εις το κριτήριόν του και είπεν προς αυτήν· «Τίνος ένεκα, ω γύναιον, την μεν πατρικήν σου θρησκείαν ηθέτησας, τον δε Χριστόν ανακηρύττεις Θεόν; Ή διατί απατάς τους ανθρώπους με ψευδείς και απιθάνους λόγους, και πείθεις αυτούς να πιστεύσωσιν εις ένα θνητόν, τον οποίον εξυμνούσα λέγεις ότι είναι ο ποιητής του παντός»; Προς ταύτα η Αγία απεκρίθη· «Ενώ συ, ω βασιλεύ, έμαθες, ότι ο υπ’ εμού κηρυττόμενος Χριστός εσταυρώθη ως άνθρωπος, πως δεν έμαθες προσέτι και τούτο, ότι αυτός ο ίδιος ανέστη ως Θεός; Ή πως δεν ήκουσας ότι αυτός καταβάς εις τον Άδην πάντας τους εκεί συνανέστησε, και ως αρχηγός της ζωής εχάρισεν εις τους νεκρούς ζωήν την αιώνιον; Ότι δε ο Χριστός, Θεός ων προαιώνιος, ηθέλησε να γίνη άνθρωπος και να πάθη και να σταυρωθή δι’ ημάς και δια την σωτηρίαν του γένους των ανθρώπων, τούτο περιττόν είναι να το λέγω εις ώτα, εις τα οποία δεν χωρεί το τοιούτον μυστήριον. Πλην εγώ σοι λέγω τούτο πρώτον και τελευταίον· ό,τι δήποτε και αν πράξης, όσον και αν με φοβερίσης ή κολακεύσης ή τιμωρήσης και ό,τι και αν μοι υποσχεθής, δεν θέλεις δυνηθή να με σαλεύσης από της αγάπης του Χριστού μου· μη γένοιτο ποτέ εις εμέ να αρνηθώ τον Θεόν μου, ο οποίος με εδημιούργησεν εκ του μη όντος εις το είναι, και κατέβη εκ των ουρανών εις την γην, και εσαρκώθη ασπόρως δια την εμήν σωτηρίαν. Λοιπόν όπερ θέλεις ποίησον, ω βασιλεύ· ιδού κείται ενώπιόν σου τούτο μου το σώμα, καίε λοιπόν, κόπτε, σφάζε και τιμώρει αυτό». Ταύτα μεν είπεν η Αγία· ο δε της βασιλείας και της ζωής ταύτης ανάξιος Δομετιανός παροξυνθείς προσέταξε να εκδύσωσι την Αγίαν και να δέρωσιν αυτήν επί πολλάς ώρας· όλοι δε έμειναν εκστατικοί, βλέποντες την γενναιότητα και υπομονήν της του Χριστού νύμφης, ήτις υφίστατο την βάσανον αταράχως, ως αν μη έπασχεν αυτή, αλλά άλλος. Επειδή δε ο βασιλεύς, στράφων συνεχώς το βλέμμα προς την Αγίαν, εθεώρει αυτήν, ελπίζων ότι θέλει μεταστραφή από της του Χριστού πίστεως, δια τούτο, ω του θαύματος! αποβαλών την οπτικήν δύναμιν των οφθαλμών του, αίφνης ετυφλώθη και εφαίνετο ως παίγνιον εις τους υπηκόους του. Όθεν κατά την ώραν εκείνην προσέταξε να φυλακίσουν την Αγίαν, εγερθείς δε από του θρόνου ωδηγήθη εις τα ανάκτορα υπό τινος χειραγωγού. Αλλ’ επειδή η Αγία έσπευδε να υπάγη προς τον ποθούμενόν της Νυμφίον Χριστόν, εμήνυσεν εις τον ασεβή βασιλέα, ότι εάν δεν χρίση τους οφθαλμούς του με το αίμα της αποτμηθησομένης κεφαλής της, δεν θέλει λάβει το φως του. Όθεν προσέταξε και απεκεφάλισαν την Αγίαν, είτα δε χρίσας τους οφθαλμούς του με το αίμα της ο βδελυρός και ακάθαρτος έλαβε παρευθύς το φως και ανέβλεψεν. Έμεινεν όμως αχάριστος εις την ευεργεσίαν ταύτην ο παράνομος βασιλεύς, μάλλον δε φθονήσας ο παμβέβηλος μη λάβωσιν οι Χριστιανοί το της Αγίας τίμιον σώμα και δι’ αυτού επιστραφώσιν εις την πίστιν του Χριστού πολλοί Έλληνες, προσέταξεν ο αλιτήριος να κατακαύσωσι το λείψανον της Μάρτυρος. Ούτως η μεν Αγία τυχούσα του ποθουμένου χαίρει και ευφραίνεται αιωνίως εις τα ουράνια, συμβασιλεύουσα με τον ποθεινότατον αυτής Νυμφίον Χριστόν· η δε σύναξις και εορτή αυτής τελείται εις τον μαρτυρικόν αυτής Ναόν, τον ευρισκόμενον πλησίον του σεβασμίου Ναού της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αναστασίας. Εις τον Ναόν τούτον ιατρεύονται διάφορα νοσήματα, μαρτυρεί δε τούτο ο παράλυτος εκείνος, ο οποίος προσελθών εις τον Ναόν της Αγίας εσφίχθη και έγινεν υγιής, το μαρτυρούσιν αι στείραι γυναίκες, αι οποίαι δια του λειψάνου της Αγίας μεταβάλλονται εις τεκνογόνους, και αι γυναίκες εκείναι, αι οποίαι έχουσαι τους μαστούς των κενούς γάλακτος επανέρχονται εις τους οίκους αυτών φέρουσαι αυτούς πλήρεις γάλακτος, και ούτω χορταίνουσι τα υπομάζια βρέφη των. Ούτω πως γνωρίζει ο Θεός να αντιδοξάζη τους Αυτόν δοξάζοντας και υπέρ αυτού το οικείον αίμα εκχέοντας. 

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

H πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού Παρασκευή

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Αγίας ενδόξου και πανευφήμου Οσιομάρτυρος του Χριστού ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.                                                                                                                                                        
Παρασκευή η πανεύφημος Οσιομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν ταις ημέραις του βασιλέως Αδριανού· πατήρ αυτής ήτο ευσεβής τις Ορθόδοξος Χριστιανός, πλούσιος κατά πολλά, Αγάθων λεγόμενος, έχων γυναίκα και αυτήν Χριστιανήν, Πολιτείαν καλουμένην· διέμενον δε εις τι προάστιον της μεγαλοπόλεως Ρώμης. Πλην παρ’ όλας τας καλωσύνας και ελεημοσύνας, τας οποίας είχον, δεν είχον τέκνον, ούτε άρσεν, ούτε θήλυ, και δια τούτο ήσαν πάντοτε λυπημένοι, όπως κάλλιστα γνωρίζουν όσοι έχουν τοιαύτην λύπην. Παρεκάλουν όθεν και οι δύο τον Θεόν να τους δώση τέκνον, ουχί μόνον δια την κληρονομίαν του πολλού πλούτου, τον οποίον είχον, αλλά μάλλον δια την διαδοχήν του γένους αυτών. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις ποιεί το θέλημα των φοβουμένων αυτών και της δεήσεως αυτών εισακούει, ως λέγει και ο Προφήτης Δαβίδ, επήκουσε της δεήσεως αυτών. Όθεν μετ’ ολίγας ημέρας συλλαβούσα η Πολιτεία εγέννησε την Αγίαν ταύτην εν τη έκτη ημέρα της εβδομάδος· δια τούτο και όταν εβάπτισαν αυτήν, εκάλεσαν το όναμά της Παρασκευήν. Αύτη εκ πρώτης ηλικίας εδείκνυεν οποία τις θέλει γίνει εις το ύστερον· διότι δεν έπαιζεν ατάκτως, όπως την σήμερον ημέραν τα μωρά κοράσια, ουδέ εις απρεπή παίγνια ησχολείτο, ουδέ ηκούετο αργολογία ή μωρολογία εκ του στόματος αυτής, αλλ’ επαιδεύετο υπό της μητρός αυτής Πολιτείας εις παν έργον θεάρεστον, καθώς πρέπει να παιδεύωσιν αι μητέρες τας θυγατέρας. Εις την ανατροφήν δε και παίδευσιν, την οποίαν είχεν η Αγία, έμαθε και τα ιερά γράμματα· δια τούτο δεν έλειπεν από την Εκκλησίαν, ουδέ την είδε ποτέ άνθρωπος να μη κρατή βιβλίον εις τας χείρας της, παρεκτός μόνον όταν έτρωγεν ή έκαμνεν υπηρεσίαν αναγκαίαν του σώματος. Ηγάπα δε κατά πολλά την παρθενίαν, κατά μίμησιν της Υπεραγίας Θεοτόκου, δια τούτο δε όχι μόνον τους οφθαλμούς, οι οποίοι είναι οδός του έρωτος, εφύλαττεν από θεωρίαν ανδρών, αλλά και το στόμα από αισχρολογίαν και την ακοήν από απρεπείς ακροάσεις. Ακούετε, όσαι είσθε παρθένοι, και μάθετε πως πρέπει να παρθενεύετε· διότι, όχι μόνον εκείνη η οποία παρθενεύει κατά το σώμα, εκείνη λέγεται καθολικά παρθένος, αλλ’ εκείνη ήτις είναι και κατά την ψυχήν καθαρά, και δεν έχει εις τον λογισμόν της αισχράς ενθυμήσεις, αυτή είναι η πραγματική παρθένος. Ακούσατε και όσαι έχετε άνδρας, πως λέγει ο Απόστολος Παύλος εις το δεύτερον Κεφάλαιον της προς Τιμόθεον πρώτης επιστολής αυτού. «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς μη εν πλέγμασιν ή χρυσώ ή μαργαρίταις ή ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ ο πρέπει γυναιξίν επαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι’ έργων αγαθών»· ήτοι να μη χρησιμοποιήτε καλυντικά, ουδέ να στολίζεσθε με χρυσαφικά και με μαργαριτάρια ούτε πολυτελή ενδύματα, αλλά να είσθε τιμημέναι και σώφρονες, καθώς πρέπει εις τας γυναίκας των Χριστιανών, αίτινες θέλουν να αρέσουν εις τον Χριστόν, με έργα αγαθά και όχι με στολίδια. Ακούετε όσαι έχετε θυγατέρας ανυπάνδρους, πως πρέπει να τας παιδεύετε, όχι να γίνεσθε σεις κακόν παράδειγμα εις αυτάς, αλλά να είσθε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας προς παν έργον θεάρεστον· διότι, όταν σεις ομιλήτε λόγους, οι οποίοι μολύνουσι τας ψυχάς των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασίαν του οίκου, όταν αντιλέγετε εις τους συζύγους σας, όταν παρακύπτετε συχνάκις εκ των παραθύρων, όταν αγαπάτε τον οίνον, όταν σεις δεν έχετε καμμίαν ευλάβειαν ουδέ κρατήτε την γλώσσαν, πόθεν άλλοθεν θα μάθωσιν αι μικραί κόραι την καλήν συμπεριφοράν αφού δεν εξέρχονται έξω του οίκου; Αλλ’ η Αγία αύτη Παρασκευή δεν ήτο τοιαύτη, ουδέ επαιδεύθη τοιουτοτρόπως υπό της μητρός αυτής, ουδέ είχε την ωραιότητά της και το κάλλος της εις έρωτας νέων ατάκτων, οίτινες περιέρχονται με κυνικήν αναίδειαν, που να ίδωσι καμμίαν κόρην, ουδέ έκυπτεν από τα παράθυρα να αγρεύση τας ψυχάς των ανδρών, αλλά πάντοτε εν έργον είχεν απαραίτητον· το να στολίζη την ψυχήν της με νηστείαν, με εγκράτειαν, με σιωπήν, με προσοχήν, με παρθενίαν, με ελεημοσύνην και με παν έργον θεάρεστον. Πολλοί άρχοντες του καιρού εκείνου επεθύμησαν να την λάβωσι νύμφην εις τους υιούς αυτών, και δια τον πατρικόν της πλούτον και δια την καλλονήν της, το δε περισσότερον δια την σωφροσύνην της, αλλά αυτή αγαπώσα την παρθενίαν και θέλουσα να μείνη καθαρά και αμόλυντος νύμφη του Χριστού δεν ήθελε να ακούση περί υπανδρείας. Ταύτα δε βλέποντες οι γονείς αυτής έχαιρον δοξάζοντες και ευχαριστούντες τον Θεόν, όστις τους εχάρισε τοιούτον τέκνον ευλογημένον. Όταν δε εγένετο η Αγία είκοσι ετών, απέθανον οι γονείς αυτής και έμεινεν ο πολύς πλούτος εκείνος εις τας χείρας της· παρευθύς δε τότε έδειξε την αγαθήν της προαίρεσιν, διότι δεν τον εχρησιμοποίησεν εις αναπαύσεις του σώματος ουδέ εις φαγοπότια και στολίδια· αλλά ακούσασα τον Χριστόν, όστις λέγει εις το δωδέκατον Κεφάλαιον του κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου: «Πωλήσατε τα υπάρχοντα υμών και δότε ελεημοσύνην· ποιήσατε εαυτοίς βαλάντια μη παλαιούμενα, θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς», εμοίρασεν αυτόν όλον εις τους έχοντας ανάγκην και εις τους πτωχούς υπέρ του ονόματος αυτού. Έπειτα επήγεν εις Μοναστήριον γυναικών, και εφόρεσε το μοναχικόν σχήμα, εκεί δε έκαμε καιρόν ικανόν, εν πάση υποταγή και ταπεινώσει, δουλεύουσα εις τον Θεόν και εις την προεστώσαν του Μοναστηρίου. Αλλ’ επειδή ηγάπα να μαρτυρήση υπέρ του ονόματος του Χριστού, δια τούτο, λαβούσα την ευχήν της Ηγουμένης και των άλλων μοναζουσών ως αγαθόν συνοδοιπόρον, εξήλθε του Μοναστηρίου δια να κηρύξη κατά πάσαν πόλιν και χώραν το όνομα του αληθινού Θεού και Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Την εποχήν εκείνην ήτο βασιλεύς της παλαιάς Ρώμης ο Αντωνίνος ο επιλεγόμενος ευσεβής, όστις ήτο ακόμη τότε ειδωλολάτρης. Ούτος εγένετο βασιλεύς μετά τον Αδριανόν εις τους 140 περίπου χρόνους από της ενσάρκου οικονομίας του Χριστού. Κηρύττουσα λοιπόν η Αγία, πολλοί των Ελλήνων και Ιουδαίων ακούοντες τους λόγους αυτής επέστρεψαν εις θεογνωσίαν· οι δε Ιουδαίοι οι ευρεθέντες εις μίαν πόλιν, όπου εκήρυττεν η Αγία, φθονερόν γένος ως είναι πάντοτε και εχθρότατον των Χριστιανών, βλέποντες τους Χριστιανούς πληθυνομένους και την θρησκείαν αυτών ατιμαζομένην και υβριζομένην, προσελθόντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον διέβαλον την Αγίαν λέγοντες· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, οι μεν άλλοι πάντες πείθονται εις το πρόσταγμα της βασιλείας σου, γυνή δε τις, ονόματι Παρασκευή, κηρύττει τον Ιησούν, τον υιόν της Μαρίας, τον οποίον εσταύρωσαν οι πατέρες ημών ως πλάνον και αντίθεον, και λέγει, ότι αυτός είναι μόνος Θεός αληθινός, οι δε υπό της βασιλείας σου προσκυνούμενοι θεοί είναι ξύλα κωφά και αναίσθητα». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς Αντωνίνος όλος επλήσθη θυμού, και παρευθύς αποστείλας στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· ως δε είδε την ωραιότητα αυτής, όλως εξεπλάγη και ήρχισε με κολακείας λέγων προς αυτήν· «Ω Παρασκευή, εγώ, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, επαινώ την νεότητά σου, και δια τούτο σε συμβουλεύω να θυσιάσης εις τους θεούς, οι οποίοι σου έδωκαν την ωραιότητα ταύτην· διότι εάν μεν ποιήσης, καθώς σου λέγω, θέλω σου δώσει πολλάς δωρεάς· εάν δε θέλης να σταθής εις το θέλημά σου και να φανής εναντία των ημετέρων προσταγμάτων, ήξευρε, ότι θέλω σε τιμωρήσει με βάσανα, τα οποία και μόνον εξ ακοής και θεωρίας καταπλήττουσι τον άνθρωπον, όχι μάλιστα και να τα πάθη». Τοιαύτα και άλλα περισσότερα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων την Αγίαν· αλλά αυτή σημειώσασα εις εαυτήν το σημείον του Τιμίου Σταυρού απεκρίθη προς αυτόν· «Μη νομίσης, ω βασιλεύ, ότι με τας τοιαύτας κολακείας ή με τας τοιαύτας απειλάς θέλω αρνηθή εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησούν Χριστόν, διότι δεν υπάρχει καμμία βάσανος ούτε τιμωρία ούτε παίδευσις, ήτις να με χωρίση από την αγάπην του». Ως ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς διέταξε τους στρατιώτας μετά μεγάλου θυμού να καύσωσι περισσώς μίαν περικεφαλαίαν σιδηράν, έως ου να κοκκινίση και τότε να την βάλωσιν εις την κεφαλήν της Αγίας· αλλά ο Θεός, όστις εφύλαξε ποτε τους τρεις Παίδας εν τη καμίνω και δεν εχωνεύθησαν υπό του πυρός, αυτός και τότε εθαυματούργησεν εις την Αγίαν· διότι ήθελε τις ειπεί, ότι, ως να είχε ψυχράν δρόσον εις την κεφαλήν της, τοιουτοτρόπως ελογίσθη τούτο η Αγία. Πολλοί δε των παρισταμένων Ελλήνων, ιδόντες τούτο το παράδοξον θαύμα, επίστευσαν ευθύς εις τον Χριστόν· τους οποίους ο βασιλεύς διέταξε να θανατώσωσι δια διαφόρων θανάτων· άλλους μεν να αποκεφαλίσουν, άλλους δε να κατακαύσουν, άλλους να πνίξουν εις τον ποταμόν της Ρώμης Τίβεριν, άλλων δε να αφαιρέσουν το δέρμα. Και τούτους μεν τοιουτοτρόπως τους ετιμώρησε, την δε Αγίαν διέταξε να την βάλωσιν εις φυλακήν, έως να συλλογισθή με ποίον τρόπον να βασανίση και να θανατώση αυτήν. Αφού δε η Αγία εκλείσθη εις το δεσμωτήριον, εδέετο μετά δακρύων του Κυρίου λέγουσα· «Φύλαξόν με, Κύριε, εις την αληθινήν πίστιν σου, και λύτρωσαί με εκ των σκανδάλων του εχθρού, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου». Κατά δε το μεσονύκτιον εφάνη εις αυτήν Άγγελος Κυρίου έχων εις τας χείρας Σταυρόν φωτεινόν, και κάλαμον και σπόγγον και στέφανον, και λέγει εις αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή, αθληφόρε του Κυρίου. Μη φοβού τας βασάνους των τυράννων· διότι ο Κύριος ημών, ο οποίος κατεδέξατο να σταυρωθή δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και να στεφανωθή με ακάνθινον στέφανον, αυτός μέλλει να είναι βοηθός σου, δια να σε λυτρώση από πάντα πειρασμόν επερχόμενον εις σε». Και ο μεν Άγγελος ταύτα ειπών προς την Αγίαν, και λύσας αυτήν εκ των δεσμών, απήλθεν εις τους ουρανούς· η δε Αγία, ακούσασα τους λόγους του Αγγέλου, διετέλεσε προσευχομένη έως ου εγένετο ημέρα. Το δε πρωϊ διέταξεν ο βασιλεύς να φέρουν την Αγίαν έμπροσθεν αυτού· απελθόντες δε οι στρατιώται να φέρωσι την Αγίαν, ως είδον αυτήν λελυμένην των δεσμών, εξεπλάγησαν· ότε δε παρέστησαν αυτήν, είπεν ο βασιλεύς: «Άραγε, ω Παρασκευή, εσωφρονίσθης από την χθεσινήν τιμωρίαν ή ακόμη επιμένεις εις την αυτήν μωρίαν»; Η δε Αγία απεκρίνατο· «Τι νομίζεις, ασεβέστατε βασιλεύ, με τοιαύτας τιμωρίας να σαλεύσης τον στερρόν πύργον της ψυχής μου; Ευκολώτερον είναι να μαλάξης τον σίδηρον, παρά να μετατρέψης τον αγαθόν μου λογισμόν· ει δε και θέλης, δοκίμασόν με, ίνα ίδης την δύναμιν του Χριστού μου». Ως δε ήκουσε ταύτα ο βασιλεύς, όλος ηλλοιώθη εκ του θυμού αυτού, και παρευθύς προστάττει τους στρατιώτας να κρεμάσωσι την Αγίαν εκ των τριχών της κεφαλής εις ένα όρθιον ξύλον, έπειτα να λάβωσι λαμπάδας ανημμένας και με εκείνας να κατακαίωσι τας μασχάλας της και τα άλλα μέλη του σώματος. Και όμως η Αγία, ταύτα πάσχουσα, υπέμενεν ανδρείως και τον μεν βασιλέα ύβριζε, τους δε ψευδωνύμους θεούς εμυκτήριζεν. Ως δε είδεν ο βασιλεύς ότι εις ουδέν λογίζεται η Αγία ταύτην  την βάσανον, διέταξε πάλιν να βάλωσιν εις ένα μέγαν λέβητα έλαιον και πίσσαν, και να βράσωσι δυνατά, έπειτα να την ρίψωσι μέσα. Τούτου δε γενομένου, ίστατο η Αγία εν μέσω του λέβητος δροσιζομένη και χαίρουσα ωσάν να ήτο εις δροσερόν κήπον. Βλέπων δε τούτο ο βασιλεύς και θαυμάζων εις την μεγάλην θαυματουργίαν εκείνης, προσεγγίσας εις τον λέβητα, είπεν προς την Αγίαν· «Ράντισό με από το έλαιον αυτό, ω Παρασκευή, το οποίον είναι εις τον λέβητα, ίνα ίδω άραγε αληθώς καίει η πίσσα και το έλαιον, ή φαντασία είναι τούτο το οποίον βλέπω εις σε, να μη κατακαίεσαι»; Τότε η γία γεμίσασα τας δύο χείρας της εκ του ελαίου εκείνου και της πίσσης έρριψεν εις το πρόσωπον του βασιλέως, παρευθύς δε ετυφλώθησαν αι κόραι των οφθαλμών αυτού και έκραζε με μεγάλην φωνήν ο βασιλεύς λέγων· «Λυπήσου με, δούλη του αληθινού Θεού, δος μοι το φως των οφθαλμών μου, και πιστεύω εις τον Θεόν, τον οποίον κηρύττεις». Εξελθούσα τότε η Αγία εκ του λέβητος ιάτρευσε τον βασιλέα και σωματικώς και ψυχικώς, βαπτίσασα αυτόν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της μιάς θεότητος. Και ο μεν βασιλεύς Αντωνίνος, με τοιούτον τρόπον πιστεύσας εις τον Χριστόν, απέβαλε την μιαράν θρησκείαν των Ελλήνων· η δε Αγία, εξελθούσα της μεγαλοπόλεως Ρώμης, απήλθεν εις ετέρας πόλεις και χώρας κηρύττουσα το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εισελθούσα δε εις ετέραν πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ασκληπιός λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί παρρησία τον λόγον της αληθείας. Τούτο μαθών ο βασιλεύς εκείνος παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει προς αυτήν· «Πόθεν είσαι, ω γύναι, και τις είναι αυτός ο Θεός ο νέος, τον οποίον κηρύττεις»; Η δε Αγία, επικαλεσθείσα το όνομα του Σωτήρος Χριστού και σφραγίσασα εαυτήν δια του τύπου του Τιμίου Σταυρού, απεκρίθη· «Το μεν πόθεν είμαι, ω βασιλεύ, δεν είναι ανάγκη να το μάθης μηδέ ωφέλιμον· ο δε Θεός, τον οποίον κηρύττω, δεν είναι νέος, ως λέγεις, αλλά είναι άναρχος και προαιώνιος, ο οποίος εποίησε τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς, ο οποίος δια την σωτηρίαν των ανθρώπων ήλθεν επί της γης και εσαρκώθη και εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον και ανελήφθη και πάλιν μέλλει να έλθη, ίνα κρίνη τον κόσμον άπαντα και αποδώση εις ένα έκαστον κατά τα έργα αυτού. Αυτόν κηρύττω, αυτόν ομολογώ Θεόν αληθινόν· οι δε ιδικοί σου θεοί οι ψευδώνυμοι, οίτινες τον ουρανόν και την γην ουκ εποίησαν, απολεσθήτωσαν, καθώς λέγει και ο Προφήτης Ιερεμίας». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς Ασκληπιός, και ταραχθείς εκ των λόγων της Αγίας, έπεμψεν αυτήν προς τινα δράκοντα εμφωλεύοντα έξω της πόλεως εκείνης, εις τον οποίον έρριπτον τους καταδίκους· δράκων δε, τον οποίον ακούομεν πολλάκις εις τας Γραφάς, είναι μεν κατ’ αρχήν όφις, τρεφόμενος όμως και παλαιούμενος γίνεται μέγας και φοβερός, τότε δε ονομάζεται δράκων. Όταν δε η Αγία επλησίασεν εις τον τόπον εκείνον, όπου κατώκει το θηρίον, ως είδεν αυτήν ο δράκων μεγάλως εβρυχήθη, ανοίξας δε το στόμα αυτού εξέβαλε καπνόν φοβερόν πολύν ως θέλων να την καταπίη. Η δε Αγία σταθείσα πλησίον του δράκοντος είπε· «Θηρίον πονηρότατον, έφθασεν επί σε η οργή του Θεού και ιδού ήγγισεν ο αφανισμός σου, διότι πολλούς αναιτίως κατέφαγες». Ταύτα ειπούσα και το σημείον του Σταυρού ποιήσασα εις εαυτήν ενεφύσησε τον δράκοντα και παρευθύς (ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ, ως μεγάλη η χάρις των Αγίων σου!), ο φοβερός δράκων εκείνος μεγάλως συρίξας και εαυτόν περιστρέψας, διερράγη εις δύο. Τούτο το παράδοξον θαύμα ιδών ο βασιλεύς Ασκληπιός και οι συν αυτώ πάντες επίστευσαν εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και εβαπτίσθησαν υπό της Αγίας εις το όνομα της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος. Και ούτοι μεν τοιουτοτρόπως πιστεύσαντες και βαπτισθέντες, έχαιρον δοξάζοντες τον Χριστόν· η δε Αγία εξελθούσα εκείνης της πόλεως απήλθε πάλιν εις ετέρας πόλεις και χώρας, κηρύττουσα τον Χριστόν. Εισελθούσα δε εις άλλην πόλιν, εις την οποίαν εβασίλευεν άλλος βασιλεύς, Ταράσιος λεγόμενος, εκήρυττε και εκεί τον λόγον της αληθείας. Μαθών δε ο βασιλεύς τα περί αυτής, παρέστησεν αυτήν εις το κριτήριον αυτού και λέγει· «Ποίος πονηρός δαίμων σε έφερεν εδώ, γύναι, να υβρίζης μεν τους μεγάλους και αιωνίους θεούς, να κηρύττης δε άγνωστον τινα Θεόν, χθεσινόν και προχθεσινόν, γεννηθέντα προ χρόνων εκατόν πεντήκοντα, εις τας ημέρας του βασιλέως Αυγούστου, τον οποίον εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι ως κακούργον και πλάνον και αντίθεον»; Η Αγία απεκρίθη· «Δεν με έστειλε πονηρός δαίμων εδώ, ω βασιλεύ, να κηρύττω την αλήθειαν, αλλ’ ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, εκείνος με άστειλε να τον κηρύττω, άναρχον μεν κατά την θεότητα, χρονικόν δε κατά την σάρκα, τον αυτόν απαθή και παθητόν, αόρατον και ορατόν, άκτιστον και κτιστόν. Το μεν δια την φύσιν της θεότητος, το δε δια την ανθρωπότητα. Τούτον εγώ κηρύττω ως Θεόν προαιώνιον, τούτον μόνον ομολογώ ότι είναι Θεός αληθής και άνθρωπος τέλειος, τα δε είδωλα, τα κωφά και αναίσθητα, τα οποία προσκυνείτε σεις οι άφρονες Έλληνες, εγώ μυκτηρίζω και καταπατώ, διότι τίποτε άλλο δεν είναι ειμή μόνον ξύλα άψυχα και λίθοι αναίσθητοι». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς μεγάλως εθυμώθη, και παρευθύς διέταξε τους στρατιώτας να βάλωσιν εις ένα λέβητα μέγαν, έλαιον, πίσσαν και μόλυβδον και να τα βράσουν περισσώς, έπειτα δε να ρίψουν μέσα την Αγίαν. Τι όμως εθαυματούργησεν ο Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα η Αγία; Καθώς έστειλε τότε τον Άγγελον αυτού και εδρόσιζε την βαβυλωνίαν κάμινον, ούτως απέστειλε και την ώραν εκείνην Άγγελον φωτοειδή, ο οποίος κατελθών την μεν φλόγα κατέσβεσε, τα δε εκκαιόμενα εκείνα τρία είδη εποίησε ψυχρότερα ύδατος. Τούτο το θαύμα πολλούς των Ελλήνων επέστρεψεν εις θεογνωσίαν. Αλλ’ ο ασυνείδητος βασιλεύς Ταράσιος, έχων πεπωρωμένην την καρδίαν, είπε πάλιν εις τους στρατιώτας· «συλλάβετε την μιαράν ταύτην  και υβρίστριαν των θεών, και τανύσατέ την κατά γης εις τέσσαρα, έπειτα λάβετε νεύρα ωμά βοών και μαστιγώσατέ την ανοικτιρμόνως, έως ου να θυσιάση εις τους μεγάλους θεούς ή να αποθάνη από τας βασάνους». Δεν επρόφθασεν ο βασιλεύς να τελειώση τον λόγον, και παρευθύς εγένετο το πρόσταγμα. Τι δε έκαμεν η Αγία; Εκεί έδειξε την καρτερίαν της, διότι ήθελεν είπει τις ότι άλλος επαιδεύετο, τοιουτοτρόπως εφαίνετο η Αγία όλη χαίρουσα, όλη ευφραινομένη· δύο και τρεις φοράς ηλλάχθησαν οι στρατιώται, και όμως η Αγία ήτο η αυτή, ήθελεν ειπεί τις ότι ευρίσκετο εις ωραίον κήπον, τοσούτον έλαμπε το πρόσωπον αυτής. Ως δε είδε την τοσαύτην επιμονήν της Αγίας ο μιαρός βασιλεύς, εντραπείς από τους περιεστώτας, ότι δεν ηδυνήθη να νικήση μίαν γυναίκα ωσάν εκείνην, διέταξε να την βάλωσιν εις την φυλακήν, εκεί δε να την καρφώσουν τανυστά εις την γην εκ τεσσάρων σημείων. Έπειτα να βάλωσι και μίαν πλάκα μεγάλην εις τα στήθη της και ούτω να κείται τιμωρουμένη έως ου να συλλογισθή με ποίον θάνατον να την τελειώση. Κατά δε την νύκτα εκείνην φαίνεται προς την Αγίαν ο Χριστός μετά πλήθους Αγγέλων και Αρχαγγέλων δορυφορούμενος και λέγει προς αυτήν· «Χαίροις, Παρασκευή καλλιπάρθενε· μη δειλιάσης τας βασάνους, διότι η χάρις μου θέλει είναι μετά σου, να σε λυτρώνη από πάντα πειρασμόν· ακόμη ολίγον υπόμεινον και θέλεις έλθει να συμβασιλεύσης μετ’ εμού αιωνίως». Ταύτα ειπών ο Χριστός και ιασάμενος τας πληγάς αυτής, άμα δε λύσας αυτήν εκ των δεσμών, ανελήφθη εις τους ουρανούς. Κατά δε την επομένην αποστείλας ο βασιλεύς στρατιώτας έφερε την Αγίαν έμπροσθέν αυτού. Ως δε είδεν αυτήν όλην υγιά, μηδέν σημείον έχουσαν των χθεσινών πληγών, εθαύμασε και λέγει εις αυτήν· «Βλέπεις, ω γύναι, πως σε αγαπώσιν οι φιλάνθρωποι και μεγάλοι θεοί; Διότι, δια να λυπηθώσι την ωραιότητά σου, ιάτρευσαν τας πληγάς σου, δια να μη έχης τινά ασχημίαν επάνω σου· μη φανής και συ αχάριστος προς αυτούς, αλλ’ ελθέ μετ’ εμού εις τον ναόν αυτών, ίνα προσκυνήσης αυτούς και λάβης μεγάλας δωρεάς παρά της βασιλείας μου». Απεκρίθη η Αγία· «Δεν μου έδωσαν οι θεοί σου, βασιλεύ, την υγείαν, αλλ’ ο Χριστός μου, ο αληθής Θεός, εις τον οποίον και πιστεύω και λατρεύω· πλην επειδή λέγεις να μεταβώμεν εις τον ναόν των θεών σου, ας υπάγωμεν να ίδωμεν ποίους λέγεις να προσκυνήσω». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη, νομίζων ότι μετενόησεν η Αγία, παρευθύς δε διέταξε τους άρχοντάς του και όλον τον λαόν να εισέλθουν εις τον ναόν· οι δε πεπλανημένοι Έλληνες από την χαράν των επολυχρονούσαν τον βασιλέα. Όταν δε εισήλθον όλοι εις τον ναόν και επερίμενον να ίδουν τι θέλει κάμει η Αγία, αύτη εσήκωσε την δεξιάν χείρα της προς το είδωλον του Απόλλωνος και λέγει· «Θέλεις συ, είδωλον άψυχον, να πάρης ως θεός από εμέ θυσίαν»; Και με τον λόγον έκαμε και τον σταυρόν της· το δε δαιμόνιον, το οποίον κατώκει εις το είδωλον, μετά μεγάλης φωνής είπε· «Δεν είμαι εγώ θεός, μηδέ άλλος τις από ημάς, αλλά μόνον αυτός τον οποίον κηρύττεις συ είναι Θεός αληθινός, ημείς δε είμεθα πρότερον Άγγελοι, δια δε την υπερηφάνειάν μας εγίναμεν διάβολοι, και από τότε απατώμεν τους ανθρώπους από τον φθόνον μας και μας προσκυνούν ως θεούς». Η δε Αγία απεκρίθη· «Διατί τότε στέκεσθε αυτού τώρα, όπου είμαι και εγώ η δούλη του αληθινού Θεού»; Πάραυτα δε με την φωνήν της Αγίας βοή και σύγχυσις και θρήνοι ηκούσθησαν από τα είδωλα του βωμού και καταπεσόντα συνετρίβησαν. Τότε οι ιερείς του ναού και άλλοι από το πλήθος του λαού ήρπασαν την Αγίαν από τον βωμόν, και δέροντες και σύροντες έφεραν αυτήν έξω του ναού, και έκραζον προς τον βασιλέα: «Φόνευσον την μιαράν ταύτην και υβρίστριαν των θεών· φόνευσον αυτήν πριν να κρημνίση και τον ναόν και σε, βασιλεύ». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, και βλέπων ότι δεν δύναται παντελώς ούτε με κολακείας ούτε με απειλάς ούτε με άλλον τινά τρόπον να την επιστρέψη εις την γνώμην του, απεφάσισε κατ’ αυτής τοιαύτην απόφασιν· «Παρασκευήν την υβρίστριαν των θεών, ήτις κατεφρόνησε μεν την ημετέραν ευτυχίαν, κηρύττει δε τον πλάνον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν, προστάσσω να οδηγήσετε έξω της πόλεως και να κόψετε την μιαράν της κεφαλήν». Και ο μεν βασιλεύς ταύτα διέταξεν· οι δε στρατιώται, παραλαβόντες την Αγίαν, εξήγαγον έξω της πόλεως ίνα την αποκεφαλίσουν. Ότε δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, εζήτησεν η Αγία να την αφήσουν ολίγην ώραν να κάμη την προσευχήν της και την άφησαν. Τότε κλίνασα το γόνατα και τας μεν χείρας υψώσασα εις τον ουρανόν, τον δε νουν προς τον Θεόν, προσευχομένη έλεγε· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του αθανάτου Πατρός, ο οποίος δια την ιδικήν μας σωτηρίαν κατέβης από τους ουρανούς και ήλθες επί της γης, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας να υπομείνω βάσανα και τιμωρίας δια το Άγιόν σου όνομα· δοξολογώ σε ότι κατηξιώθην να μιμηθώ το πάθος σου· υμνολογώ σε ότι με εδυνάμωσες να μαρτυρήσω δια την αγάπην σου· αξίωσόν με και της Βασιλείας σου· και ως εγώ υπέμεινα τας τιμωρίας δια την αγάπην σου, ούτω και συ, Θεέ μου, δόξασόν με εις την Βασιλείαν σου και παράλαβε την ψυχήν μου την ταπεινήν και ανάπαυσον αυτήν μετά των φρονίμων παρθένων σου, ότι δια να θαρρώ εις την μεγάλην σου δόξαν υπέμεινα τας τιμωρίας και τα βάσανα, και δια να ελπίζω εις την πλουσίαν σου ανταμοιβήν, θέλω να λάβω τον θάνατον· δια τούτο κατάταξόν με εν τω χορώ των Αγίων σου Μαρτύρων· και μνήσθητι, φιλάνθρωπε Κύριε, και των επικαλουμένων το όνομά σου το Άγιον δι’ εμού της δούλης σου εν καιρώ θλίψεως· μνήσθητι των επιτελούντων την μνήμην της εμής τελειώσεως· αντάμειψον αυτούς δια των πλουσίων σου χαρισμάτων· επάκουσον της προσευχής αυτών εν ημέρα δεήσεως, τελείωσον τα προς σωτηρίαν αυτών αιτήματα, ίνα δια τούτων δοξασθή το όνομά σου το Άγιον, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης φωνή ηκούσθη αοράτως, ώσπερ βροντή, λέγουσα· «Επήκουσα της δεήσεώς σου, Παρασκευή, και θέλει γίνει καθώς εζήτησας». Τότε η Αγία μετά χαράς μεγάλης κλίνασα τον αυχένα απετμήθη την κεφαλήν παρά τινος στρατιώτου κατά την προσταγήν του βασιλέως. Και η μεν τιμία και ολόφωτος αυτής ψυχή απήλθε προς τας αιωνίους μονάς, εις την ατελεύτητον χαράν, εις τους χορούς των Αθλοφόρων γυναικών και εις την Βασιλείαν των Ουρανών· το δε σεβάσμιον αυτής λείψανον λαβόντες τινές χριστιανοί, κεκρυμμένοι δια τον φόβον των Ελλήνων, αλείψαντες δια μύρων και αρωμάτων, κατέθεσαν εις επίσημον τόπον δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεόν. Ο δε Θεός θέλων να θαυμαστώση την Αγίαν εποίει άπειρα θαύματα εις τον τάφον αυτής· διότι πολλοί ασθενείς προσερχόμενοι, και χώμα μόνον λαμβάνοντες εκ του τάφου αυτής, ιατρεύοντο· χωλοί ηνωρθώθησαν, πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν· πολλοί δαιμονισμένοι ιατρεύθησαν· πολλαί στείραι γυναίκες ετεκνογόνησαν· και άλλα θαυμαστά και παράδοξα σημεία εγίνοντο εις τους μετά πίστεως επικαλουμένους την πρεσβείαν αυτής, τα οποία εάν θελήση τις να διηγηθή καταλεπτώς, θέλει ομοιάσει εκείνον, όστις βούλεται να μετρήση τα άστρα του ουρανού ή την άμμον της θαλάσσης. Όχι δε μόνον εις τους παλαιούς καιρούς εθαυματούργει η Αγία, αλλά και την σήμερον, ει τις την επικαλεσθή μετά πίστεως, την ευρίσκει έτοιμον βοηθόν εις κάθε του ψυχωφελές ζήτημα. Αυτό είναι το μαρτύριον της Αγίας Παρασκευής, ευλογημένοι χριστιανοί. Ούτως ηγωνίσθη μέχρι θανάτου υπέρ της αγάπης του Χριστού. Και ο Χριστός τοιουτοτρόπως ετίμησεν αυτήν και εις την Βασιλείαν του την ουράνιον, και εις τούτον τον αισθητόν κόσμον, ώστε δεν είναι τόπος, εις τον οποίον να πιστεύουν εις τον Χριστόν και να μη την επαινούν ή να μη έχουν ακουστόν το όνομα αυτής· ης ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς· Αμήν.

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Ερμόλαος

Τη ΚΣΤ΄ (26η) του αυτού μηνός μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΕΡΜΟΛΑΟΥ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων ΕΡΜΙΠΠΟΥ και ΕΡΜΟΚΡΑΤΟΥΣ.                                                                            

Ερμόλαος ο Άγιος Ιερομάρτυς και οι συν αυτώ μαρτυρήσαντες Έρμιππος και Ερμοκράτης ήσαν ιερείς εκ του κλήρου της εν Νικομηδεία Εκκλησίας, υπολειφθέντες εκ των είκοσι χιλιάδων, οίτινες εκάησαν εν τη Εκκλησία υπό του τυράννου Μαξιμιανού, εν έτει τδ΄ (304), εκρύπτοντο δε εις τινα οικίαν. Επειδή δε ο Άγιος Παντελεήμων εδιδάχθη την πίστιν των Χριστιανών, συλληφθείς δε και ερωτηθείς υπό του Μαξιμιανού, ποίος εδίδαξεν αυτόν, απεκρίθη γυμνήν και καθαράν την αλήθειαν, ειπών ότι εδιδάχθη αυτήν παρά του Ιερέως Ερμολάου. Δια τούτο έστειλε παρευθύς ο βασιλεύς και έφεραν τον Ερμόλαον και μετ’ αυτού τον Έρμιππον και τον Ερμοκράτην εις το κριτήριον. Ερωτηθέντες λοιπόν οι Άγιοι, ωμολόγησαν μεν παρρησία ότι ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, εμυκτήρισαν δε τα είδωλα και όλους τους σεβομένους αυτά, διο και οι τρεις αποκεφαλίσθησαν και ανέβησαν στεφανηφόροι εις τα ουράνια. 

Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

Η Οσία Ευπραξία

Τη αυτή ημέρα μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΕΥΠΡΑΞΙΑΣ,                                                                 

Ευπραξίας της Οσίας μητρός ημών η θαυμαστή πολιτεία και η πνευματική ανδρεία πάντα νουν εξέπληξεν Αγγέλων και ανθρώπων και εις αυτήν αληθώς εφαρμόζεται το του σοφού Σολομώντος «Γυναίκα ανδρείαν τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε έστι λίθων πολυτελών η τοιαύτη». Απαριθμών είτα ο αυτός Σολομών τα κατορθώματα της ανδρείας γυναικός, λέγει, ότι αύτη επεξεργάζεται το έριον και το λίνον, συνάγει αφθόνως πόρους ζωής και πλούτον, καταφυτεύει αμπελώνας εκ των καρπών των χειρών της, τους βραχίονάς της εκτείνει εις την άτρακτον, και καθίσταται εν ενί λόγω η ελπίς και παρηγορία του ανδρός της και άλλα τινά και ευτελή έργα εργάζεται, άτινα εισί πολύ κατώτερα των πλεονεκτημάτων της όντως γενναίας ψυχής. Αν λοιπόν αι τοιαύται γυναίκες εθεωρήθησαν και ωνομάσθησαν υπό του σοφού Σολομώντος ανδρείαι, πολύ δικαιότερον είναι να ονομασθώσιν ανδρείαι αι κατά Θεόν μεταβαλούσαι την εαυτών φύσιν εις ανδρικήν, και ανδρικώς κατά των παθών αυτών παλαίσασαι και θριανβεύσασαι· διότι η λέξις ανδρεία, ως ώρισαν αυτήν οι περί αρετών φιλοσοφήσαντες, σημαίνει την αφοβίαν και γενναιότητα, την οποίαν δεικνύει ο πάσχων προς παν φοβερόν και επίπονον. Και φοβερόν μεν και λίαν φρικώδες είναι ο κατά των ασάρκων δαιμόνων πόλεμος, λίαν δε επίπονος είναι η τήξις και ταπείνωσις της σαρκός δια της εγκρατείας και πάσης άλλης σκληραγωγίας. Όσαι λοιπόν γυναίκες ανέλαβον τοιούτον πόλεμον και δια σωματικής σκληραγωγίας κατέστειλαν τας σαρκικάς επαναστάσεις και εις ουδεμίαν εξ αυτών υπεχώρησαν, πως δεν είναι εύλογον να ονομασθώσιν ανδρείαι και να επαινώνται και θαυμάζωνται πλέον ή η γυνή εκείνη, ήτις εκρίθη υπό του Σολομώντος αξία να ονομασθή ανδρεία; Εκ τούτων των γυναικών μία και επισημοτάτη είναι η τρισένδοξος Ευπραξία, ήτις είναι ενδόξου καταγωγής, πολύ δε ενδοξοτέρα και περιφανεστέρα ως προς την κατά Θεόν πολιτείαν. Πατρίς μεν της Αγίας είναι η βασιλίς των πόλεων Κωνσταντινούπολις (οικείον δε είναι εις ημάς το καλόν τούτο και ουκ επείσακτον), οι δε γονείς αυτής ήσαν συγκλητικοί και πρώτοι των γερουσιαστών. Το δε γένος αυτής ήτο συγγενές προς το γένος του τότε βασιλέως. Εβασίλευε δε τότε Θεοδόσιος ο επονομασθείς Μέγας, εν έτει τπ΄ (380), όστις σοφώς εκυβέρνα το πηδάλιον της αυτοκρατορίας του. Αντίγονος ωνομάζετο ο περιφανής εκείνος ανήρ, τιμώμενος και αγαπώμενος υπό του βασιλέως όχι τόσω δια την συγγένειαν, όσω δια την χρηστότητα των ηθών του και την δεξιότητα και εμπειρίαν αυτού περί τα πολιτικά. Τούτον αείποτε συνεβουλεύετο ο βασιλεύς. Πλούσιος δε ων σφόδρα, έλαβεν εις γυναίκα την Ευπραξίαν, ευγενή, πλουσίαν και τοις τρόποις χρηστήν. Αμφότεροι δε μετεχειρίζοντο τον πλούτον αυτών ουχί προς απόλαυσιν ματαίων ηδονών, αλλά προς βοήθειαν των ενδεών και δια τροφήν των πεινώντων, περιβολήν των γυμνών, και εν γένει ειπείν μετέδιδον αφειδώς τον πλούτον αυτών και, κατά τον Απόστολον Παύλον, έσπειρον επ’ ευλογίαις και επ’ ευλογίαις εθέριζον. Διότι ο πλούτος αυτών, εκχυνόμενος καθ’ ον τρόπον προανεφέρθη, μάλλον ηύξανε και επληθύνετο δια της άνωθεν επιχορηγίας του Θεού, αφορώντος εις την θεοφιλή και φιλελεήμονα αυτών προαίρεσιν. Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευόμενοι οι άνθρωποι ούτοι ηξιώθησαν να αποκτήσωσι θυγατέρα, πρόξενον γενομένην εις τους γονείς ανεκφράστου χαράς και ευφροσύνης. Κατά δε την τελετήν των γενεθλίων οι γονείς πλείστας όσας ευεργεσίας και δωρεάς εχορήγησαν εις τους εν ανάγκαις ευρισκομένους. Ότε δε το θυγάτριον κατηξιώθη του λουτρού της παλιγγενεσίας, ωνομάσθη υπό του πατρός αυτού Ευπραξία, επί τω σκοπώ του να μιμηθή τους χρηστούς τρόπους και χαρακτήρας της ομωνύμου αυτού μητρός. Και το μεν θυγάτριον ανετρέφετο και ηύξανεν, ο δε Αντίγονος είπέ ποτε προς την εαυτού γυναίκα, ότι ο σκοπός του γάμου επληρώθη ήδη χάριτι Θεού, τουτέστιν η παιδοποιϊα, εφεξής λοιπόν ας συζώμεν απέχοντες και καθαρεύοντες της εκ της σαρκικής κοινωνίας ηδονής, ίνα απολαύσωμεν της πνευματικής εκείνης ηδονής, ήτις ουδέποτε παρέρχεται. Ταύτα ακούσασα η καλή εκείνη γυνή απήντησε· «Προ πολλού είχον κατά νουν τον σκοπόν τούτον, και εκ καρδίας επεθύμουν και ηυχόμην υπέρ της εκπληρώσεως αυτού, αλλ’ εδίσταζον να ανακοινώσω εις σε την επιθυμίαν μου ταύτην. Αφού όμως ο Θεός ενέπνευσε και εις σε την αυτήν αγαθήν επιθυμίαν, ας σπεύσωμεν προθύμως να εκπληρώσωμεν αυτήν, συνοικούντες αδελφικώς, προς δε και δι’ ων έχομεν χρημάτων ας φανώμεν πρόθυμοι να ανταλλάξωμεν την επουράνιον Βασιλείαν. Επειδή δε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός την εις τους πένητας γενομένην ελεημοσύνην θεωρεί ως γενομένην εις εαυτόν (διότι είπεν· «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»), ας διανείμωμεν τον πλούτον μετ’ εκείνου, όστις έδωκεν αυτόν εις ημάς, ίνα και της ατελευτήτου αυτού βασιλείας συγκληρονόμοι γενώμεθα». Και η μεν γυνή ταύτα είπεν, ο δε Αντίγονος, μεγάλως ευχαριστηθείς δια ταύτα, ηυχαρίστησε τον Θεόν, διότι εύρε την σύζυγον αυτού σύμφωνον. Τοιαύτας λοιπόν συνθήκας έθεσαν μεταξύ των αμφότεροι ομοφώνως. Εξηκολούθουν επομένως να απέχωσι της προς αλλήλους σαρκικής μίξεως και να μεταδίδωσι τα εαυτών αγαθά τοις δεομένοις. Διήγον δε τον εαυτών βίον εργαζόμενοι παν είδος αρετής. Ούτω δε επιζήσας ο Αντίγονος εν έτος και ευαρεστήσας τω Θεώ πολλώ μάλλον ή πρότερον, μετέστη εκ του προσκαίρου τούτου βίου εις τας αιωνίους Μονάς. Μαθόντες τον θάνατον του Αντιγόνου ο βασιλεύς και οι περί αυτόν ελυπήθησαν σφόδρα, ενθυμούμενοι την πίστιν και χρηστότητα των ηθών εκείνου, επαρηγόρουν δε την Ευπραξίαν, επιθυμούντες, όσον ηδύναντο, να μετριάσωσι την λύπην αυτής δια την συμφοράν. Αύτη δε προσπεσούσα εις τους πόδας του βασιλέως και της βασιλίσσης παρεκάλει αυτούς μετά δακρύων, ίνα προστατεύσωσι την θυγατέρα αυτής, μείνασαν ορφανήν πατρός, έλεγε δε προς αυτούς· «Εις τον Θεόν πρώτον παρατίθεμαι ταύτην, και δεύτερον εις υμάς· αν λοιπόν ενθυμήσθε τον πατέρα αυτής, ευεργετήσατε ταύτην». Οι συγκινητικοί ούτοι λόγοι απέσπασαν από των οφθαλμών των βασιλέων θερμά και πολλά δάκρυα, μετά δε ταύτα υπεσχέθησαν πάσαν δυνατήν προστασίαν. Μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, ο βασιλεύς Θεοδόσιος εύρε δια την θυγατέρα του Αντιγόνου μνηστήρα τινά, υιόν ενός των εξοχωτάτων συγκλητικών, ευγενή, πλούσιον, νεαρόν, περικαλλή τε και χαριέστατον. Ο νέος ούτος εμνηστεύθη την κόρην δια της πλήρους συγκαταθέσεως της μητρός αυτής. Του δε γάμου η εκτέλεσις ανεβλήθη, ένεκα της ανηλικιότητος της Ευπραξίας, εξαετούς ήδη ούσης. Τα μεν λοιπόν αφορώντα την μικράν Ευπραξίαν ούτως ωκονόμησεν ο βασιλεύς μετά της μητρός, ήτις, θεαρέστως παιδαγωγούσα το θυγάτριόν της, μετήρχετο και αυτή πάσαν αρετήν και μάλιστα την σωφροσύνην, φυλάττουσα άμεμπτον την κοίτην του κεκοιμημένου ανδρός της. Αλλ’ εις όσα εκείνη κατέβαλλε μεγαλυτέραν σπουδήν και προσοχήν, εις ταύτα και ο πολυμήχανος δαίμων εμηχανάτο δεινοτέρας επιβουλάς. Εμβάλλει λοιπόν έρωτα λυσσώδη εις τινα των προυχόντων προς την γυναίκα· ούτος, καλώς γινώσκων ότι δια το σεμνόν αυτής ήθος δεν ηδύνατο ουδέποτε να λάβη αυτήν γυναίκα, μετεχειρίσθη μεσίτιδα προς εκπλήρωσιν της επιθυμίας του την βασίλισσαν, ήτις και ανεκοίνωσε το πράγμα εις την Ευπραξίαν, επαινούσα τον νυμφίον και παρακινούσα αυτήν να συναινέση εις τον γάμον, αλλ’ ως εφαίνετο ελάλει προς κωφόν, οι δε λόγοι αυτής ουδόλως εισήρχοντο εις τας ακοάς της σώφρονος εκείνης γυναικός. Επειδή δε ηνωχλείτο πολλάκις βαρέως ποτέ στενάξασα και τους οφθαλμούς της δακρύων πληρώσασα, ανεφώνησεν· «Ας μη συμβή ποτέ εις εμέ, καθαρώτατε νυμφίε μου Χριστέ Βασιλεύ, να αθετήσω τας προς τον αγνόν σύζυγόν μου συνθήκας και να επιτρέψω εις άλλον νυμφίον να μολύνη την κοίτην εκείνου». Ταύτα πάντα τα γενόμενα μαθών ο αυτοκράτωρ και λυπηθείς σφόδρα επέπληξε την βασίλισσαν, διότι επεχείρησε να πείση γυναίκα σεμνήν και την παρθενίαν ασπασαμένην να εισέλθη εις δεύτερον γάμον. Πληροφορηθείσα δε η σώφρων εκείνη γυνή, ότι δι’ αυτήν ο βασιλεύς ήτο δυσηρεστημένος κατά της βασιλίσσης, εθλίβη μεγάλως, και σκεψαμένη απεφάσισε ν’ απέλθη εκ Κωνσταντινουπόλεως και να μεταβή εις Αίγυπτον προς επίσκεψιν δήθεν ενός κτήματος το οποίον είχεν εκεί. Αφού δε ήλθεν εις Αίγυπτον μετά της θυγατρός της, διήρχετο εκεί τον καιρόν της φροντίζουσα επιμελώς περί των πτωχών και το πλείστον του χρόνου διήγεν εντός θείων Ναών και των Μοναστηρίων, επιχορηγούσα εις τους Μοναχούς τα προς το ζην αναγκαία. Μαθούσα  δ’ ότι εν Θηβαϊδι  υφίσταται ασκητήριον πολλών μαναζουσών  (διότι υπήρχον εις αυτό περί τας εκατόν τριάκοντα), επεθύμησε να έλθη και προς εκείνας, κατά την συνήθειάν της, δια να μεταδώση και εις αυτάς τα χρειώδη. Απέρχεται λοιπόν εκεί μετά της θυγατρός και πολλών θεραπόντων. Ο βίος, τον οποίον διήγον αι ασκήτριαι του τόπου εκείνου, ήτο θαυμαστός, διότι και εγκράτειαν μετήρχοντο αυστηράν και πολύ εσκληραγώγουν τα εαυτών σώματα, απέχουσαι παντελώς του ευφραίνοντος την καρδίαν οίνοτ, ωσαύτως και ελαίου του ηδύνοντος τον φάρυγγα, δι’ άρτου μόνον τρεφόμεναι και ακροδρύων τινών· αν δε ποτε υφίστατο ανάγκη να μεταλάβωσι τροφής αναπαυτικωτέρας της συνήθους, η τροφή αύτη ήσαν τα λάχανα και τα όσπρια άνευ ελαίου· στρωμναί δε αυτών ήσαν ένα ψιάθιον και τριών πήχεων ράκος, τα δε ενδύματα αυτών ήσαν τρίχινα, τα οποία και εσκέπαζον και εσκληραγώγουν τα σώματά των. Ενήστευον δε πάσαι διαφόρως· αι μεν έτρωγον την εσπέραν εκάστης ημέρας, άλλαι δε ημέραν παρ’ ημέραν, έτεραι δε μετά δύο ημέρας και τινες μετά περισσοτέρας. Οσάκις δε ησθένουν, δεν έκαμνον χρήσιν φαρμάκων, αλλά παιδείαν νομίζουσαι την ασθένειαν ευηρεστούντο εις τας ασθενείας, κατά τον μέγαν Απόστολον, υπεδέχοντο δε τους πειρασμούς ως πατρικήν τιμωρίαν, τότε δε εβεβαιούντο ότι δεν ήσαν νόθαι, αλλά γνήσιαι θεράπαιναι του Θεού. Ουδέποτε εξήρχοντο της θύρας της Μονής. Τοιούτον λοιπόν βίον διάγουσαι ευηρέστουν εις τον Θεόν, όστις και δια τούτο πολλά σημεία δι’ αυτών εποίει. Ελθούσα λοιπόν η Ευπραξία μετά της θυγατρός της εις την Μονήν εκείνην και εκ του πλησίον γνωρίσασα ταύτας, υπερεθαύμασε την πολιτείαν αυτών και εφεξής συνεχώς επεσκέπτετο την Μονήν, προσφέρουσα κηρία και αρώματα. Παρεκάλεσε δε κάποτε την Ηγουμένην, ίνα δεχθή ετήσιόν τινα πρόσοδον χρυσού προς προμήθειαν των αναγκαίων, και προς τον σκοπόν του να μνημονεύωσιν αυτής, ως και της θυγατρός και του κεκοιμημένου ανδρός της επί των προσευχών των. Η Ηγουμένη απεποιήθη την προσφοράν, ειπούσα ότι ουδεμίαν έχουσι ανάγκην χρημάτων. Επειδή όμως η Ευπραξία βαθέως εθλίβη δια την αποποίησιν ταύτην, η προεστώσα, προς ανακούφισιν της θλίψεως εκείνης, είπε προς την Ευπραξίαν· «Έλαιον δίδε εις ημάς προς φωταψίαν του Ναού μας και αρώματα προς θυμίασιν, και ταύτα ας είναι εις οσμήν ευωδίας, εις θυσίαν δεκτήν ευάρεστον τω Κυρίω»· αύτη δε προθύμως εχορήγει ταύτα. Συχνότερον δε επισκεπτομένης της Ευπραξίας και της θυγατρός αυτής την Μονήν λέγει ποτέ εις την κόρην η προεστώσα· «Αγαπάς, τέκνον, την Μονήν και τας αδελφάς, και θέλεις να μένης μεθ’ ημών»; Η δε απεκρίνατο· «Και αγαπώ και θέλω να μένω μεθ’ υμών, αν και η μήτηρ μου συναινέση εις τούτο». Η δε Ηγουμένη, δοκιμάζουσα την κόρην, λέγει προς αυτήν με ιλαρότητα: «Τίνα μάλλον αγαπάς, ημάς ή τον μνηστήρα σου»; Και η κόρη απήντησε· «Ούτε εγώ είδον εκείνον, ούτε εκείνος εμέ· πως λοιπόν δύναμαι να αγαπήσω εκείνον, τον οποίον ουδέποτε είδον; Σας όμως, επειδή σας είδον και σας βλέπω, επομένως και αγαπώ». Ταύτα ακούσασα η μήτηρ εδάκρυσεν υπό της χαράς δια την σύνεσιν και τας αποκρίσεις της θυγατρός της, ανωτέρας ούσας της επταετούς ηλικίας της. Περί δε την εσπέραν λέγει η μήτηρ προς αυτήν· «Ας επανέλθωμεν, τέκνον, εις τον οίκον ημών». Λέγει η κόρη· «Συ άπελθε, μήτερ μου, εγώ όμως θα μείνω ενταύθα». Η δε προεστώσα λέγει προς αυτήν· «Ύπαγε μετά της μητρός σου, κυρία μου· διότι δεν είναι εις σε επιτεραμμένον να συζής μαζί μας πριν ή συνταχθής μετά του Χριστού». Η δε κόρη απήντησε παρευθύς· «Συντάσσομαι και εγώ μαζί σας και δεν συναπέρχομαι μετά της μητρός μου». Η προεστώσα ανταπήντησεν· «Άπελθε, τέκνον, μετά της μητρός σου, διότι ενταύθα ούτε στρωμνήν έχεις, αλλ’ ούτε να αναπαυθής δύνασαι». Η δε κόρη προσέθεσε· «Μαζί σας θα κοιμηθώ και εγώ όπως και σεις». Επειδή δε ουδόλως επείθετο να αναχωρήση, παρ’ όλας τας παραινέσεις της μητρός, θέλουσα η Ηγουμένη να εκφοβίση αυτήν, είπεν· «Αν θελήσης να μείνης εδώ, υποχρεούσαι να μάθης γράμματα και να νηστεύης μέχρις εσπέρας». Αύτη δε ουδαμώς δειλιάσασα, προθύμως υπεσχέθη να εκπληρώση πάντα τα καθήκοντα, τα οποία εξεπλήρουν και αι λοιπαί αδελφαί. Αφού λοιπόν είδεν η μήτηρ την ακλόνητον αυτής πεποίθησιν, λαβούσα την χείρα αυτής και παρουσιάσασα αυτήν έμπροσθεν της εικόνος του Χριστού, υψώσασα τας χείρας της εις τον ουρανόν, προσηύχετο μετά δακρύων ως εξής· «Μονογενές Υιέ του Θεού, ο γεννηθείς εκ Παρθένου, ο Νυμφίος των αγνών και καθαρών ψυχών, ο προστάτης των ορφανών, προστάτευσον ταύτην, ήτις σε επόθησε, και πρόσδεξαι αυτήν, ήτις προσφέρεται προς σε εκούσιον αφιέρωμα, δώρον τιμιώτερον λίθων πολυτελών και διαφύλαξον αυτήν καθαράν και άμωμον νύμφην δια σε τον καθαρώτατον Νυμφίον, τετρωμένην υπό της προς σε αγάπης και δραμούσαν εις οσμήν μύρου σου». Ταύτα προσευχηθείσα προς τον Κύριον, εστράφη προς την θυγατέρα της και λέγει προς αυτήν· «Ο Θεός, τέκνον, είθε να σε στηρίξη εις τον φόβον του, τον οποίον ο θεοπάτωρ Δαυϊδ ωνόμασεν αρχήν της σοφίας, διότι ούτος εις τους ήδη αρχομένους να ζώσι κατά Θεόν είναι βάσις και θεμέλιον, διότι όπου φόβος Θεού, εκεί και τήρησις των εντολών του, εις την οποίαν επακολουθεί η κάθαρσις του σώματος και της ψυχής, αύτη δε η κάθαρσις συνεπιφέρει τον άνωθεν φωτισμόν και την έλλαμψιν, αύτη δε η έλλαμψις θα πληρώση τέλος τον ακόρεστον πόθον σου». Μετά τους λόγους τούτους παρέδωκε την θυγατέρα της εις την Ηγουμένην, δακρύουσα, στενάζουσα και τοσούτον συγκινημένη, ώστε και τας άλλας Μοναχάς εκίνησεν εις δάκρυα, μετά δε ταύτα ανεχώρησεν εκ της Μονής. Η δε Ηγουμένη μετ’ ολίγον εισελθούσα εις τον Ναόν και ποιήσασα ευχήν εξέδυσε την Ευπραξίαν και ενέδυσεν αυτήν ενδύματα μοναχικά. Μετά δε τινας ημέρας ελθούσα η μήτηρ εις την Μονήν και ιδούσα την θυγατέρα αυτής ενδεδυμένην το μοναχικόν σχήμα, ηρώτησεν αν αρέση εις αυτήν το σχήμα τούτο. Αύτη δε απεκρίνατο· «Και υπέρ μου αρέσκει, διότι ως εδιδάχθην είναι αρραβών του μυστικού γάμου, του οποίου αξιοί ο νυμφίος Χριστός τας γνησίως αγαπώσας αυτόν». Ταύτα η μήτηρ ακούσασα επηυχήθη εις αυτήν την απόλαυσιν του νυμφώνος εκείνου και ασπασαμένη τας εν τη Μονή ασκουμένας αδελφάς ανεχώρησε. Περιερχομένη δε τα ασκητήρια της Θηβαϊδος, εχορήγει εις τους εις αυτά ασκουμένους όσα είχον ανάγκην. Δια τας ελεημοσύνας ταύτας εφημίζετο πανταχού. Μετ’ ολίγου δε χρόνου παρέλευσιν η Ηγουμένη της Μονής είπε προς την Ευπραξίαν, ελθούσαν προς επίσκεψιν της θυγατρός της· «Λόγον θα είπω προς σε, ο οποίος ας μη σε θορυβήση ποσώς· ιδού εγώ κατά τον Προφήτην Ησαϊαν σου παραγγέλλω να τακτοποιήσης τα κατά τον οίκον σου, διότι μέλλεις μετ’ ολίγον να αποθάνης, ως εις εμέ την αμαρτωλήν εφανέρωσεν ο Θεός κατ’ όναρ και θα μεταβής εις τας σκηνάς, εις ας μετέβη και ο σύζυγός σου Αντίγονος, όστις είναι ηξιωμένος υπό του Θεού μεγάλης παρρησίας και δόξης». Ταύτα ακούσασα η Ευπραξία και καλέσασα την θυγατέρα της είπε· «Τέκνον, ως ανήγγειλεν εις εμέ η διδάσκαλός σου, εγγίζει το τέλος της ζωής μου, συ δε μένεις κληρονόμος της περιουσίας του πατρός σου και εμού. Ταύτην την παραίνεσιν σου δίδω τελευταίαν, μεταχειρίσου δηλαδή την κληρονομίαν σου κατά το θέλημα του Κυρίου, και οικονόμησον φρονίμως, ίνα και εγώ και ο πατήρ σου εύρωμεν αμοιβήν τινα ενώπιον του αδεκάστου Κριτού και συ δε ουχί μικράν. Μη αθετήσης την υπόσχεσιν την οποίαν έδωκες του να ευαρεστής εις τον Θεόν, εις τον οποίον ανετέθης. Την Ηγουμένην θεώρει ως άλλην μητέρα σου, υπάκουε εις τας εντολάς αυτής καθ’ όλα, προς τας αδελφάς προσφέρου μετριοφρόνως, και διακόνει αυτάς μεθ’ όλης της προθυμίας. Μη υπερηφανεύεσαι δια την ευγένειάν σου και την βασιλικήν σου καταγωγήν, διότι πάντων των ανθρώπων εις είναι ο Δημιουργός, ο Πλάστης της φύσεως και πάντων ο Κύριος, όστις δεν θεωρεί ανάξιον εαυτού να ονομάζηται Πατήρ· αν δε πάντες οι άνθρωποι έχωμεν κοινόν Πατέρα τον Θεόν, πως τολμά τις να ονομάζη τον μεν ευγενή, τον δε αγενή; Εις τας προσευχάς μνημόνευε του πατρός σου και εμού υπέρ της σωτηρίας ημών». Ταύτας τας συμβουλάς δώσασα η μήτηρ εις την θυγατέρα της, θρηνούσαν πικρώς τον αποχωρισμόν αυτής, μετ’ ολίγον εξέπνευσε και ούτω μετέβη εκ της κοιλάδος ταύτης του κλαυθμώνος εις τα αγαπητά του Κυρίου σκηνώματα και εις τας αυλάς αυτού, τας οποίας επεπόθει ως έλαφος διψώσα. Η δε θυγάτηρ άπασαν την εν Αιγύπτω περιουσίαν αυτής διανείμασα εις τους πτωχούς, επεμελείτο της ασκήσεως. Μαθών ο αυτοκράτωρ τον θάνατον της γυναικός του Αντιγόνου ελυπήθη μεγάλως, ο δε μνηστήρ της θυγατρός παρεκάλεσε τον βασιλέα να μεταφέρη εξ Αιγύπτου την μνηστήν αυτού, ίνα την συζευχθή. Πεισθείς ο βασιλεύς εις τας παρακλήσεις του μνηστήρος, γράφει προς την Ευπραξίαν δια ταχυδρόμου, ίνα επιστρέψη εις Κωνσταντινούπολιν προς τέλεσιν των γάμων αυτής. Αύτη δε λαβούσα την επιστολήν του βασιλέως ανταπέστειλεν αυτώ λέγουσα· «Εγώ ήδη εμνηστεύθην τον Χριστόν, εκλεξαμένη αυτόν ως νυμφίον· επομένως δεν δύναμαι να εγκαταλείψω αυτόν και να προτιμήσω αντ’ αυτού άλλον παρερχόμενον μετ’ ολίγον, αλλ’ ουδέ η έννομος βασιλεία σου δύναταί ποτε να επιτρέψη το ανόμημα τούτο· αν δε η ευσεβής βασιλεία σου ευαρεστήται να αποδώση χάριν τινά εις τους γονείς μου, παρακαλώ ταύτην να απονείμη εις εκείνους, τουτέστι να διανείμη εις τους πτωχούς την εκεί περιουσίαν εκείνων. Τούτο ποιών, εις εκείνους μεν θα φανής ευγνώμων δια τας εκδουλεύσεις τας οποίας έδειξαν προς σε, εμέ δε θα απαλλάξης φροντίδων πολλών, παρέχων εις εμέ την ευκαιρίαν του να ασκούμαι αθορύβως και απερισπάστως, σεαυτόν δε θα καταστήσης άξιον πολλού μισθού παρά τω Θεώ». Ταύτην την επιστολήν σφραγίσασα η Ευπραξία επέδωκεν εις τον ταχυδρόμον· ότε δε έλαβε ταύτην ο βασιλεύς εθαύμασε την κόρην και εξεπλήρωσε την παράκλησιν αυτής. Και ταύτα μεν ούτως ωκονομήθησαν. Η δε Ευπραξία, αποθέσασα πάσαν περί τούτου φροντίδα, επεδόθη ολοψύχως εις την άσκησιν, την νηστείαν, την αγρυπνίαν και την προσευχήν, τον νουν της αείποτε έχουσα εις τα ουράνια, προορώσα τον Κύριον εκ δεξιών της δια παντός ίνα μη σαλευθή, και τους οφθαλμούς της δια παντός έχουσα προς τον Κύριον, ίνα αυτός εκσπάση εκ παγίδος τους πόδας της, και αναβάσεις εν τη καρδία αυτής διατιθεμένη και εκ δυνάμεως εις δύναμιν πορευομένη και επιτείνουσα καθημερινώς την άσκησιν και αναβαίνουσα ως δια βαθμίδων εις την τελειότητα· διότι μέχρι τινός μετελάμβανε τροφής καθ’ εσπέραν, βραδύτερον δε ημέραν παρ’ ημέραν, κατόπιν ανά δύο ημέρας, ύστερον ανά τρεις και πάλιν ανά τέσσαρας· η δε τροφή αυτής ήτο άρτος μόνον και ύδωρ. Αλλ’ άραγε δια τοσαύτης νηστείας ταλαιπωρούσα το σώμα, απείχε της διακονίας ή διηκόνει μεν, αλλ’ οκνηρότερον; Ή είχεν ανάγκην άλλου τινός προστάσσοντος αυτήν να υπηρετή; Τις όμως άλλος προθυμότερον από αυτήν ετακτοποίει τους κοιτώνας των αδελφών ή διηυθέτει τας στρωμνάς εκάστης προς ανάπαυσιν; Τις προ εκείνης μετέφερέ ποτε ύδωρ προς χρείαν των αδελφών; Ή τις εν τω αρτοποιείω ή μαγειρείω υπηρέτει ταχύτερον εκείνης; Ούτω δε δι’ όλης της ημέρας κοπιάζουσα παρημέλει άραγε τον συνήθη κανόνα της; Ουχί ποτέ, αλλά μάλιστα απήρχετο εις τον Ναόν προ των εκεί συναθροιζομένων αδελφών. Ύστερον δε των άλλων αδελφών εξερχομένη του Ναού, ευθύς εδίδετο εις την υπηρεσίαν των αδελφών. Επειδή δε εις το ασκητήριον ήτο συνήθεια, κατά την οποίαν οσάκις συνέβαινε τις εκ των αδελφών να ιδή τινά φαντασίαν απήγγελλε την φαντασίαν εις την προεστώσαν, αύτη δε διέτασσε να τεθώσι λίθοι υπό την στρωμνήν αυτής και επί της στρωμνής να επιρριφθή τέφρα, και η φαντασθείσα να κοιμάται επί τοιαύτης στρωμνής έως δέκα νύκτας, η υπηρεσία αύτη ανετέθη εις την Ευπραξίαν. Ήδη δε, προχωρησάσης της ηλικίας της, ήρχισε να ενοχλήται από σαρκικούς λογισμούς, και ποτε φαντασία τις εμπαθής συνέβη εις αυτήν, ένεκα της οποίας έθεσεν υπό την στρωμνήν αυτής λίθους και επ’ αυτής επέχυσε στάκτην. Ταύτην δε ιδούσα η Ηγουμένη ηννόησε τον σαρκικόν αυτής πόλεμον και προσκαλέσασα αυτήν είπε· «Διατί, Ευπραξία, δεν μοι ανήγγειλας την επανάστασιν της σαρκός σου»; Αύτη δε πεσούσα εις τους πόδας αυτής είπε· «Ησχύνθην να φανερώσω εις σε το πάθος μου, δέσποινα». Είπεν η Ηγουμένη· «Να μη εντρέπεσαι, τέκνον μου, διότι το πάθος τούτο είναι φυσικόν, και αν ημείς δε δώσωμεν αφορμήν τινα εις πανάστασιν της σαρκός, είμεθα όλως ανεύθυνοι· οφείλομεν όμως να ταπεινώσωμεν το σώμα, ίνα καθαρθώμεν των φυσικών τούτων παθών· προς τούτο δε συντελεί ο φόβος του Θεού και η σκληραγωγία· και μόνον δι’ αμφοτέρων τούτων των μέσων δυνάμεθα να κατευνάσωμεν τας ορμάς των παθών και να σβύσωμεν την πύρωσιν της σαρκός· μη φοβήσαι λοιπόν, αλλ’ ανδρίζου και γενναίως αντίστηθι προς τας σαρκικάς επαναστάσεις· διότι, αν και πολεμούμεθα υπό της σαρκός, όμως έδωσεν εις ημάς ο Θεός το λογικόν δια του οποίου δυνάμεθα να νικήσωμεν και δουλώσωμεν τα πάθη· τοιουτοτρόπως θα κριθώμεν άξιοι και των ανεκλαλήτων εκείνων βραβείων· ώστε παρασκευάζου προς τους αγώνας, διότι ουδείς ποτε κοιμώμενος νικά». Μετά τους λόγους τούτους η Ευπραξία απήλθε πλήρης εντροπής και κατανύξεως, και έτοιμος ήδη ούσα προς σφοδροτέρους αγώνας. Μετά τινας δε πάλιν ημέρας συνέβη να ίδη καθ’ ύπνον φαντασίαν, αλλ’ επειδή εντρέπετο να αναγγείλη εις την Ηγουμένην το συμβάν εις αυτήν, εξωμολογήθη αυτό εις τινα των αδελφών, Ιουλίαν το όνομα, αύτη δε προέτρεψεν αυτήν να το ανακοινώση εις την διδάσκαλον ανερυθριάστως· διότι και εκείνη ότε ήτο νεωτέρα πολλάκις περιέπιπτεν εις όμοια πάθη. Εκ των λόγων τούτων ενθαρρυνθείσα η νέα προσέρχεται εις την προεστώσαν και φανερώνει τον πόλεμον της σαρκός της· αύτη δε είπε· «Μη φοβού, τέκνον, αλλ’ αγωνίζου· διότι ταύτα είναι του πονηρού προσβολαί και ακροβολισμοί τινες. Αν δε φανής γενναία κατά τούτο, θα καταβληθή και θα φύγη ο εχθρός». Έπειτα ηρώτησεν αυτήν μετά πόσας ημέρας τρώγει· αύτη δε απήντησε μετά τέσσαρας· η δε διδάσκαλος προσέταξεν αυτήν να τρώγη μετά πέντε, και η Ευπραξία προθύμως εδέχθη την προσταγήν. Θέλουσα δε η προεστώσα να ταπεινώση έτι μάλλον την νεάνιδα, διέταξεν αυτήν να μεταφέρη τους εν τη Μονή κειμένους λίθους εις άλλο μέρος, αύτη δε παρευθύς λαμβάνουσα επ’ ώμων ένα έκαστον εξ αυτών μετέφερεν αυτούς όπου ήθελε προσταχθή, διότι όχι μόνον κατά την ψυχήν ηνδρίζετο, αλλά και κατά την σωματικήν δύναμιν, ήδη δε μετά την μεταφοράν των λίθων η Ηγουμένη λέγει εις την Ευπραξίαν· «οι λίθοι δεν ετέθησαν εις τόπον καλόν· λάβε λοιπόν αυτούς και μετάφερε εις άλλο μέρος». Αύτη δε κατά προσταγήν μετέφερε πάλιν τους λίθους μη βοηθουμένη υπ’ ουδεμιάς των άλλων αδελφών, αν και οι λίθοι ήσαν μεγάλοι και πολύ υπέρτεροι γυναικείας δυνάμεως· αλλ’ η Ευπραξία ήτο γενναιοτέρα των άλλων συμμοναστριών αυτής και κατά την καρτερίαν και κατά την δύναμιν, τούτου δε ένεκα προσετάσσετο να εκτελή εργασίαν επ’ εργασίας, προς ταλαιπωρίαν της σαρκός αυτής. Αύτη δε προθύμως και αγογγύστως εξετέλει παν έργον κατά την αποστολικήν παραίνεσιν· τούτο δε βλέπουσαι αι άλλαι Μοναχαί εθαύμαζον αυτήν και της ηύχοντο να λάβη παρά Θεού καρτερίαν και δύναμιν. Δια ταύτα δε και ο διάβολος συχνότερον διήγειρεν εις την φαντασίαν αυτής καθ’ ύπνον απρεπείς φαντασίας, μάτην κοπιάζων και αποκρουόμενος ως το βέλος εκείνο, το οποίον προσπίπτει εις στερεώτερον σώμα. Κοιμωμένη δε ποτε η Ευπραξία είδε συνεργεία του πονηρού τον συγκλητικόν, μετά του οποίου είχε μνηστευθή, απελθόντα εις την Μονήν μετά χαρακτήρος στρατιωτικού, και ότι λαβών αυτήν εξήγαγεν εκ της Μονής και ανεχώρησε, φέρων μεθ’ εαυτού και την Ευπραξίαν. Και τοιαύτη μεν ήτο η φαντασία, η δε Ευπραξία εστέναζε καθ’ ύπνον και εξέπεμπεν οικτροτάτας φωνάς, κραυγάζουσα· «Ω της βίας!» και καλούσα εις βοήθειαν τας αδελφάς. Αφυπνισθείσα δε εκ των γοερών τούτων φωνών η Ηγουμένη και αι λοιπαί αδελφαί εννόησαν, ότι φάντασμά τι συνέβη εις αυτήν και καλέσασαι αυτήν δια του ονόματός της εξήγειραν εκ της κλίνης και ηρώτων τι παθούσα εκραύγαζε και εστέναζε και ωδύρετο. Αύτη δε τεταραγμένη και ασθμαίνουσα εφανέρωσε το ενύπνιον. Μετά δε ταύτα η Ηγουμένη παραλαβούσα την Ευπραξίαν και τας λοιπάς αδελφάς εστάθη εις προσευχήν μέχρι πρωϊας, παρακαλούσα τον Θεόν να παύση τους πειρασμούς της νεάνιδος ταύτης. Αφού δε ανέτειλεν η ημέρα, αι μεν λοιπαί αδελφαί συγκαθήμεναι ειργάζοντο εκάστη το έργον της, η δε Ευπραξία, εν τω μέσω ισταμένη, ανεγίνωσκεν εις τρόπον ώστε να ακούωσιν όλαι· έπειτα ετακτοποίει τας στρωμνάς των αδελφών και μετέφερεν ύδωρ, έκοπτε δε και ξύλα και εκόμιζεν εις το μαγειρείον, μετά ταύτα δε ησχολείτο εις το αρτοποιείον, φέρουσα μετ’ άλλων το άλευρον και ψήνουσα τους άρτους και παραθέτουσα εις τας αδελφάς και τον οίνον διανέμουσα. Αν δε και εκοπίαζε τόσον εις πάσαν διακονίαν, δεν έλειπεν από τας ιεράς συνάξεις· ταύτα δε μη δυνάμενος να βλέπη ο εχθρός, διήγειρεν εις αυτήν σφοδρότερον πόλεμον της σαρκός· αύτη δε ανήγγελλε τας προσβολάς εις την προεστώσαν και παρεκάλει να επιτραπή εις αυτήν να τρώγη μόνον άπαξ της εβδομάδος· η δε Ηγουμένη επέτρεψεν εις αυτήν το ζητούμενον, επευχηθείσα να ενισχυθή υπό του Θεού κατά του διαβόλου. Εφεξής λοιπόν έτρωγεν άπαξ της εβδομάδος· αλλ’ όμως αν και η σαρξ αυτής εξηντλείτο υπό της νηστείας, δεν παρημέλει την υπηρεσίαν της και δεν εκοπίαζεν ήδη ολιγώτερον ή πρότερον· δια τούτο εθαύμαζον αυτήν αι αδελφαί λέγουσαι ότι παρατηρούσαι προσεκτικώς είδον ότι επί εν ολόκληρον έτος ουδέποτε εκάθισεν ούτε εν ημέρα, ούτε εν νυκτί, ει μη ότε κατεκλίνετο εις την στρωμνήν της· και όλαι μεν αι άλλαι αδελφαί εθαύμαζον αυτήν και ηγάπων, μία όμως εξ αυτών, ονομαζομένη Γερμάνα, ήτις και από δούλην κατήγετο (ιδικόν σου, ω φθονερέ δαίμον, είναι και τούτο το έργον) βλέπουσα την Ευπραξίαν επαινουμένην παρ’ όλων των αδελφών κυριεύεται υπό φθόνου, και περί το μαγειρείον απασχολουμένη προσέρχεται εις την νεάνιδα και λέγει προς αυτήν· «Συ, Ευπραξία, αν και τρώγεις άπαξ μόνον της εβδομάδος, αντέχεις· αν όμως και εις ημάς επιβάλη η Ηγουμένη τον αυτόν κανόνα, τότε τι θα γίνωμεν, αν δεν δυνηθώμεν να υποφέρωμεν ταύτην την νηστείαν»; Αύτη δε απήντησεν: «Δεν είναι ούτω, αδελφή μου, διότι η Ηγουμένη ουδεμίαν υποχρεοί να εγκρατεύηται υπέρ την δύναμίν της». Η δε φθονερά εκείνη γυνή έτι μάλλον πικρανθείσα εκ της απαντήσεως της Ευπραξίας ανταπήντησε· «Και τις δεν γινώσκει την αναισχυντίαν σου και την υπόκρισίαν σου και ότι πάντα ποιείς ίνα διαδεχθής την Ηγουμένην μετά τον θάνατόν της; Αλλ’ έχω πεποίθησιν ότι παρ’ όλα ταύτα δεν θέλεις κατορθώσει τον σκοπόν σου». Ταύτα ακούσασα η άκακος εκείνη ψυχή και εννοήσασα τον φθόνον, προσέπεσεν εις τους πόδας αυτής και είπε· «Συγχώρησόν μοι, κυρία μου, και ευχήσου υπέρ εμού, διότι ήμαρτον και προς σε». Αύτη δε έτι μάλλον υβρίσασα την Ευπραξίαν απεμακρύνθη. Αφού δε εγένοντο ταύτα γνωστά εις την προεστώσαν, τοσαύτην αγανάκτησιν εξήγειραν εις αυτήν κατά της Γερμάνας, ώστε εχώρισεν αυτήν και των θείων Μυστηρίων και των Συνάξεων. Η δε Ευπραξία παρεκάλει την Ηγουμένην να συγχωρήση την υβρίσασαν αυτήν· αλλ’ επειδή δεν την έπειθεν, ήδη παρελθόντος ενός μηνός, παραλαβούσα τινάς των πρεσβυτέρων αδελφών προσήλθεν εις την Ηγουμένην και παρεκάλει αυτήν να λύση τον δεσμόν της Γερμάνας. Ούτως η προεστώσα άλλοτε μεν επικρίνουσα την πράξιν άλλοτε δε διδάσκουσα, την πράξασαν εσυγχώρησεν. Αλλ’ ο εχθρός δεν έπαυσε πολεμών την Ευπραξίαν. Εν μια λοιπόν νυκτί εξήγειρεν εις αυτήν πόλεμον της σαρκός δια φαντασιών· αύτη δε εξελθούσα μεθ’ ορμής εκ της κοίτης και σταθείσα εν υπαίθρω ύψωσε τας χείρας της προς τον Θεόν παρακαλούσα να καταπαύση τον σαρκικόν αυτής πόλεμον. Ίστατο λοιπόν ούτως εν υπαίθρω τεσσαράκοντα ημέρας κατά συνέχειαν, μηδεμιάς των αδελφών εχούσης την άδειαν να πλησιάση προς αυτήν. Ίστατο δε άσιτος και ορθία. Ήδη όμως καταβληθέντος του σώματος ένεκα της μακράς νηστείας και της στάσεως, κατέπεσεν άφωνος και σχεδόν αναίσθητος. Τότε λοιπόν προσελθούσα η Ηγουμένη και εγείρασα αυτήν δια των αδελφών, εφώνησε· «Τέκνον, Ευπραξία, βλέψον προς με και λάλησον». Αλλ’ η Ευπραξία έμεινεν άφωνος· έπειτα προσέφερεν εις αυτήν τροφήν και ειπούσα «εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού φάγε», ενέβαλεν άρτον εις το στόμα αυτής και εκείνη έφαγε και έπιε, και ούτω μετά τινας ημέρας ήρχισε να ενδυναμούται και να αγωνίζεται ως και πρότερον, εν καιρώ μεν θέρους καιομένη υπό του ηλίου, εν καιρώ δε χειμώνος παγώνουσα υπό του ψύχους· αλλ’ όμως ουδέν ηδύνατο να ολιγοστεύση την προθυμίαν την οποίαν είχε του να εργάζεται πάντοτε την αρετήν.  Αλλ’ ο εχθρός των ευσεβών, επειδή δεν ηδυνήθη να υποσκελίση την Ευπραξίαν εξαπατών αυτήν δια των σαρκικών ηδονών, εσκέφθη να επιβουλευθή την ζωήν της Οσίας. Ενώ δε ποτε εξέβαλλεν ύδωρ εκ του φρέατος περιπλέξας τους πόδας αυτής κατέρριψεν εντός αυτού· ανελθούσα δε εκ του βυθού του ύδατος εις την επιφάνειαν αυτού και λαβούσα το σχοινίον, εκ του οποίου εκρέματο ο κάδος, ανέκραξε· «Κύριε, σώσιν με». Τότε αι λοιπαί Μοναχαί, ακούσασαι τας γοεράς αυτής φωνάς, έτρεξαν όλαι και ανέσυρον αυτήν εκ του φρέατος· αύτη δε εξελθούσα είπεν· «Ακλόνητον πεποίθησιν έχουσα, ω πονηρέ δαίμον, εις τον Σωτήρα μου Θεόν, δεν θα φοβηθώ ποτέ τας επιβουλάς σου, αλλά θα αντιταχθώ κατά σου όσον δύναμαι γενναιότερον. Και μέχρι τούδε μετέφερον το ύδωρ με μίαν στάμνον, από σήμερον όμως με δύο». Ούτω δε έπραττε πάντοτε. Αύτη μεν λοιπόν τόσον γενναίως επολέμει κατά του εχθρού, αυτός δε και πάλιν αυτήν επεβουλεύετο και ποτε, ενώ έκοπτε ξύλα, ο δαίμων επέφερε κατά των ποδών της Οσίας την αξίνην και επλήγωσεν αυτήν εις την πτέρναν, εκ της πληγής δε ταύτης τοσούτον αίμα έρρευσεν, ώστε η Αγία ελιποθύμησε. Συναθροισθείσαι τότε αι αδελφαί πέριξ εκείνης εθρήνουν, η δε Ηγουμένη ραντίσασα το πρόσωπον αυτής δι’ ύδατος επανέφερεν εις εαυτήν· αύτη δε συνελθούσα είπε προς τας αδελφάς· «Μη κλαίετε· διότι ο Κύριος δεν θα με αφήση να βλαβώ υπό του πονηρού». Αφού δε εσταμάτησε το αίμα, παρεκινείτο υπό των αδελφών ίνα χειραγωγουμένη αναπαυθή επί της στρωμνής της· αύτη δε στραφείσα πέριξ και ιδούσα τα ξύλα διεσκορπισμένα είπε· «Ζη Κύριος, δεν απέρχομαι πριν ή συλλέξω τα ξύλα». Ειπούσης δε της Ιουλίας· «Εγώ, αδελφή μου, αντί σου τα συλλέγω, συ δε, επειδή έχεις ανάγκην να αναπαυθής, άπελθε». Αύτη πάλιν απήντησεν· «Ζη Κύριος, δεν θα αναβώ επί της κλίνης μου πριν ή συναθροίσω τα διεσκορπισμένα ξύλα μου». Παρευθύς δε γεμίσασα τας αγκάλας αυτής απήλθεν· αλλ’ αναβαίνουσα την κλίμακα, ευθύς ως έφθασεν εις την ανωτάτην βαθμίδα, περιπλεχθείσα τους πόδας, κατέπεσε κατά πρόσωπον επάνω εις τα ξύλα, τα οποία έφερεν· εν δε τούτων τοσούτον βαθέως εβυθίσθη εις το πρόσωπόν της, και τόσον πλησίον των οφθαλμών, ώστε όλαι αι αδελφαί ενόμισαν ότι ετυφλώθη κατά τον ένα οφθαλμόν. Ο μεν λοιπόν πονηρός επεβουλεύετο αυτήν διαφοροτρόπως· ο δε Κύριος καθωδήγει αυτήν δια τον λίαν ευάρεστον εις αυτόν βίον τον οποίον διήγεν. Εγείρασαι λοιπόν αι αδελφαί την Ευπραξίαν πεσούσαν, και επιτηδείως εκβαλούσαι εκ του προσώπου αυτής το εμπαγέν ξύλον άνευ ουδεμιάς βλάβης του οφθαλμού, παρεκάλουν αυτήν θερμώς να κατακλιθή προς ανάπαυσιν, αλλ’ αύτη ουδόλως επείθετο, και είπεν ότι δεν θα αναπαυθή, πριν ή τελειώση την συνήθη υπηρεσίαν των αδελφών. Πληγωμένη λοιπόν κατά τε τον πόδα και τον οφθαλμόν υπηρέτει τας αδελφάς και προ των άλλων παρευρίσκετο εις τας συνάξεις· διότι ο πολύς προς τον Θεόν ζήλος της έκαμεν αυτήν να μη αισθάνηται τους εκ των τραυμάτων πόνους· αλλά δεν ήτο εύκολον εις τον πονηρόν να υποφέρη ταύτα, όστις, πνέων εκδίκησιν, εμηχανάτο διαφόρους τρόπους προς όλεθρον αυτής και ποτε αναβάσαν την Ευπραξίαν μετά της Ιουλίας εις το υπερώον το κείμενον επάνω των τριών ορόφων, ίνα φέρη εκείθεν αναγκαίον τι δια τας Μοναχάς, ο διάβολος, κατά παραχώρησιν του Θεού, θελήσαντος ίνα φανερωθή η αρετή της Ευπραξίας δια του πειρασμού, κατεκρήμνισεν αυτήν άνωθεν εις την γην. Και η μεν Ιουλία, νομίσασα ότι συνετρίβη η Οσία, εκραύγαζε και εθρήνει, αι δε Μοναχαί και η Ηγουμένη μαθούσα ότι εκρημνίσθη η Ευπραξία και αναλογιζόμενη το ύψος, από του οποίου εκρημνίσθη, συνέδραμον εις την Ευπραξίαν ως εις νεκράν. Αύτη όμως εγερθείσα, (διότι ο Κύριος εβάσταζεν αυτήν ότε έπιπτεν) είπε· «Μη κλαίετε, αδελφαί, διότι, ως βλέπετε, εσώθην, ουδόλως βλαβείσα εκ της πτώσεως». Εκπλαγείσαι λοιπόν όλαι είπον· «όντως εξάκις λυτρούται ο δίκαιος εξ αναγκών, αλλά και εβδόμην φοράν επίσης απαλλάσσεται». Αλλ’ άρα γε απέκαμε πλέον ο των δικαίων εχθρός του να επιβουλεύεται την Ευπραξίαν, εννοήσας πλέον ότι ο Θεός βοηθεί τους δικαίους; Η αποχή από πάσης επιβουλής είναι πολύ μακράν της μοχθηράς του διαβόλου φύσεως· δια τούτο, ότε εν τω μαγειρείω έλαβε ποτε το σκέπασμα του λέβητος δια να λάβη το βράζον ύδωρ, χύση δε εντός αυτού άλλο, ο διάβολος, περιπλέξας τους πόδας αυτής, την έρριψε κατά γης και ανατρέψας αυτήν εξεκένωσεν αυτό κατά του προσώπου της. Αλλά καθώς ο πονηρός δεν έπαυε του να πολεμή την Ευπραξίαν, ούτως ουδέ ο Θεός έπαυε του να την βοηθή· διότι εξαπέστειλε τον Άγγελον αυτού φύλακα και λυτρωτήν της Οσίας εκ των παγίδων του εχθρού· διότι αν δεν υπήρχεν η εξ ύψους βοήθεια, ήθελε καταφλεχθή το πρόσωπον της Ευπραξίας υπό του βράζοντος ύδατος· αλλά τούτο έμεινεν όλως αβλαβές, ωσεί ήθελεν επιχυθή επ’ αυτού ψυχρόν ύδωρ. Όθεν η μεν Ευπραξία εξήλθεν αβλαβής, αι δε άλλαι Μοναχαί μαθούσαι το γεγονός συνέδραμον μετά θορύβου και ταραχής· ιδούσαι δε την Ευπραξίαν αβλαβή, εξεπλάγησαν· επί μάλλον δε εθαύμαζον, εφ’ όσον έβλεπον το εν τω λέβητι εναπομείναν ύδωρ έτι κοχλάζον. Εκ του γεγονότος τούτου όλαι αι αδελφαί επείσθησαν ότι θεία χάρις επεσκίασε την Ευπραξίαν και έλεγον ότι είναι γνησία δούλη του Θεού και μεγάλως ο Θεός προνοεί περί ταύτης. Αύτη δε δια του εναρέτου βίου της τοσούτον ευηρέστει εις τον Θεόν, ώστε ηξιώθη και της θαυματουργικής χάριτος. Υπήρχε συνήθεια εις τους κατοικούντας πέριξ του τόπου εκείνου να φέρωσιν εις την Μονήν τους ασθενούντας παίδας· τούτους κατόπιν παρελάμβανον αι πρεσβύτεραι των αδελφών και έφερον εντός του Ναού, ευχόμεναι υπέρ αυτών προς τον Θεόν και ούτως εθεραπεύοντο από της κατεχούσης αυτούς ασθενείας. Γυνή δε τις, έχουσα παιδίον παράλυτον και κωφάλαλον, κατά την συνήθειαν ήλθεν εις την Μονήν φέρουσα το οκταετές αυτής παιδίον ως φορτίον σχεδόν άψυχον. Ελθούσα δε η θυρωρός εις την Ηγουμένην ανήγγειλε τα κατά την γυναίκα. Αύτη δε λέγει εις την Ευπραξίαν· «Άπελθε και λαβούσα το παιδίον εισάγαγε εις τον Ναόν». Αύτη δε απελθούσα και ιδούσα το παιδίον αναίσθητον και ακίνητον σχεδόν, ευσπλαγχνισθείσα αυτό ενηγκαλίσθη και είπεν· «Ο Θεός, τέκνον, όστις σε εδημιούργησεν, είθε να σε θεραπεύση». Και παρευθύς μετά τον λόγον τούτον κραυγάζον το παιδίον εκάλει την μητέρα του. Ότε δε έμαθε τούτο η Ηγουμένη, προσκαλέσασα την μητέρα του παιδίου, λέγει προς αυτήν· «Ήλθες ενταύθα, αδελφή, να εκπειράσης ημάς»; Αύτη δε ωρκίζετο ότι το παιδίον εκ γενετής είναι παράλυτον και κωφάλαλον, εις τρόπον ώστε ούτε περιεπάτησε ποτε, ούτε ήκουσεν, ούτε ωμίλησε μέχρι του χρόνου, κατά τον οποίον λαβούσα αυτό εις χείρας η αδελφή απήλθεν. Η δε προεστώσα απήντησεν· «Ίδε λοιπόν, έχεις ήδη το παιδίον σου υγιές, όθεν άπελθε ευχαριστούσα τον Θεόν». Υφ’ όλων λοιπόν των αδελφών η Ευπραξία ωμολογείτο ότι είναι θεοφιλής. Υπήρχεν εν τη Μονή γυνή τις προ πολλών ετών κατεχομένη υπό του δαίμονος, καταφυγούσα εις την Μονήν προς ίασιν· επειδή δε ήτο πολύ αγρία και επικίνδυνος εις τους πλησιάζοντας, εδένετο δι’ αλύσεων, εκραύγαζε δε και ήφριζε δια του στόματός της και έτριζε τους οδόντας της, φόβον και τρόμον εμπνέουσα όχι μόνον εις τους βλέποντας αυτήν, αλλά και εις τους ακούοντας, ουδέ ετόλμα τις να πλησιάση αυτήν, αλλά και ότε προσέφερον εις αυτήν τροφήν, προσέδενον αυτήν εις την ράβδον και την έδιδον από μακράν. Πολλάκις λοιπόν η προεστώσα μετά των πρεσβυτέρων αδελφών προσηύχοντο προς τον Θεόν υπέρ της απαλλαγής αυτής από του δαίμονος, και όμως εισέτι η γυνή εκυριεύετο υπ’ αυτού. Λέγει λοιπόν η Ηγουμένη εις την Ευπραξίαν· «Τέκνον, θέλω ίνα συ προσφέρης την τροφήν εις την ενοχλουμένην υπό του δαίμονος, αν δεν φοβήσαι». Αύτη δε ευπειθώς παραλαβούσα το αγγείον, εντός του οποίου εκόμιζον την τροφήν, απήλθεν. Η δε δαιμονιώσα, αρπάσασα αυτό ητοιμάζετο να το ρίψη εναντίον της Ευπραξίας, αλλ’ αύτη λαβούσα την χείρα αυτής, είπε· «Στάσου και μη ατακτείς, διότι άλλως θα σου προξενήσω πληγάς δια της ράβδου της Ηγουμένης». Εκείνη δε παρευθύς ησύχασε· τότε λέγει προς αυτήν· «Κάθισε, αδελφή, και φάγε». Αύτη δε έφαγε και έπιε και ησύχασεν. Έκτοτε λοιπόν η Ευπραξία εκόμιζεν εις αυτήν την τροφήν, και ότε ήρχιζεν ο δαίμων να την ταράττη, έλεγον προς αυτήν αι αδελφαί· «Ησύχασε, διότι θα έλθη η Ευπραξία να σε δείρη». Ευθύς δε έπαυε τον θόρυβον και ησύχαζεν. Όλαι μεν αι άλλαι αδελφαί και ηγάπων την Οσίαν και εθαύμαζον· η δε Γερμάνα, περί της οποίας είπομεν ανωτέρω, κεκρυμμένον εισέτι έχουσα εις την καρδίαν αυτής τον φθόνον, είπεν· «Εάν δεν έλθη η Ευπραξία, δεν δύναται η δαιμονόληπτος να λάβη τροφήν και παρ’ άλλης; Ας δοθή και εις εμέ η τροφή αυτής, και εγώ θα την υπηρετήσω». Λαβούσα δε την τροφήν απέρχεται και λέγει εις την δαιμονιώσαν· «Αδελφή, λάβε την τροφήν σου και φάγε». Αύτη δε ευθύς εφώρμησεν εναντίον της, και συλλαβούσα αυτήν εξέσχισε τα ενδύματά της, έρριψε δε την αθλίαν ταύτην κατά γης και επιπεσούσα κατά του τραχήλου αυτής επέφερε δήγματα οδυνηρά. Μη δυνάμεναι δε να βοηθήσωσι την Γερμάναν αι αδελφαί, συνεταράχθησαν και μετά κραυγών προσεκάλουν την Ευπραξίαν εις βοήθειαν· αύτη δε εξελθούσα δρομαίως εκ του μαγειρείου απήλλαξε την Γερμάναν από τας χείρας της δαιμονολήπτου τετραυματισμένην και καθημαγμένην, και επιπλήξασα αυτήν είπε· «Με τοιούτον τρόπον φέρεσαι εις την υπηρετούσαν σε αδελφήν; Ζη Κύριος, αν ακόμη μίαν φοράν τολμήσης να πράξης το αυτό, θα λάβω την ράβδον της Ηγουμένης και θα σε δείρω σφοδρότατα». Τους λόγους τούτους ακούσασα η δαιμονιώσα συνεστάλη και ησύχασε. Μετά τινας ημέρας, ελθούσα η Ευπραξία προς επίσκεψίν της, εύρε ταύτην εξεσχισμένα έχουσα τα ιμάτια, καθημένην δε γυμνήν και τρώγουσαν κόπρον· ιδούσα δε αυτήν εις τοιαύτην οικτράν κατάστασιν συνεκινήθη βαθέως, και πολλά δάκρυα χύσασα, ανήγγειλε τα περί αυτής εις την προεστώσαν, αύτη δε διέταξε την Ευπραξίαν να ενδύση την γυναίκα και να προσφέρη εις αυτήν τροφήν, όπερ και εποίησεν η Ευπραξία. Η δε δαιμονιώσα, λαβούσα τροφήν, ησύχασε· της δε Ευπραξίας οι οφθαλμοί επληρώθησαν δακρύων. Λυπουμένη δε την δαιμονιώσαν παρεκάλει τον Θεόν να απαλλάξη αυτήν του δαίμονος, εξηκολούθει δε ταύτην την παράκλησιν και μετά την επέλευσιν της νυκτός. Την δε πρωϊαν λέγει η προεστώσα εις την Ευπραξίαν· «Διατί, τέκνον μου, δεν συμπαρέλαβες και βοηθόν εις τας υπέρ της δαιμονιώσης προσευχάς; Δεν ακούεις του Κυρίου λέγοντος, «όπου είναι συνηθροισμένοι δύο ή τρεις εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»; Πλην μάθε ότι ο Θεός εισήκουσε της δεήσεώς σου, και απήλλαξε δια σου ταύτην εκ του πονηρού δαίμονος, αλλά πρόσεχε μη υπερηφανευθής επί τούτω». Η δε καλή Ευπραξία, ακούσασα τους λόγους τούτους, προσέπεσεν εις τους πόδας αυτής, λέγουσα: «Τις ειμί εγώ, κυρία μου, ίνα αξιωθώ τοιαύτης χάριτος, εγώ, ήτις είμαι αναξία και της παρούσης ζωής, και βλέπω τον ήλιον εξ αγαθότητος του Υψίστου»; Η δε Ηγουμένη απήντησεν· «Πορεύου, θύγατερ, και φέρε εις πέρας το χάρισμα του Θεού, ίνα το όνομα αυτού δοξασθή και δια σου». Αύτη δε ταχέως εισελθούσα εις τον Ναόν και πεσούσα χαμαί, κατέβρεχε το έδαφος δια των δακρύων της, παρακαλούσα τον Κύριον, ίνα απομακρύνη το δαιμόνιον από την γυναίκα. Έπειτα εγερθείσα εκείθεν, πλησιάζει εις την πάσχουσαν και ποιήσασα το σημείον του Σταυρού επί του μετώπου αυτής, είπεν· «Ο Θεός, όστις σε εποίησε, ας σε θεραπεύση και σε απαλλάξη από της ενεργείας του πονηρού». Το δε ακάθαρτον πνεύμα εφώναξεν επί παρουσία όλων των αδελφών (διότι όλαι είχον συνδράμει να ίδωσι τα διατρέχοντα)· «Διατί με διώκεις, ω κακότροπε, εκ της κατοικίας μου, την οποίαν κατείχον τοσούτον χρόνον; Δεν θα εξέλθω εξ αυτής». Η δε Αγία απήντησε· «Δεν σε διώκω εγώ, αλλ’ ο Νυμφίος μου Χριστός, όστις και πάλαι εξεδίωξεν εκ τινος δαιμονιζομένου λεγεώνα δαιμονίων· αν τυχόν δεν εξέλθης το ταχύτερον, θα σε διώξω και μη θέλοντα δια της μεγάλης ράβδου». Επειδή δε το πονηρόν πνεύμα επέμενεν έτι ανθιστάμενον, η Ευπραξία λαβούσα την ράβδον της Ηγουμένης εμαστίγωσε την δαιμονιώσαν τρις και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν υψώσασα είπεν· «Ελέησον την πάσχουσαν, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, και αποδίωξον απ’ αυτής το δαιμόνιον». Παρευθύς τότε, ω του θαύματος! η δαιμονιώσα εξέβαλεν αφρούς εκ του στόματός της, έτριζε τους οδόντας και έτρεμεν. Ο δε δαίμων ετράπη εις φυγήν και η γυνή εσωφρονίσθη. Ούτως αι Μοναχαί ανύμνουν τον Θεόν και εθαύμαζον την Ευπραξίαν δια την χάριν, την οποίαν έλαβε παρά Θεού. Αύτη όμως όχι μόνον δεν υπερηφανεύθη δια το γενόμενον θαύμα, αλλά και μάλλον ταπεινή εφαίνετο, και λαβούσα την σωφρονισθείσαν έλουσε δι’ ύδατος και εκαθάρισεν αυτήν εκ του ρύπου και ενέδυσε δια καθαρών ενδυμάτων, και εισαγαγούσα εις τον Ναόν εδόξαζε τον Θεόν. Ούτω μεν λοιπόν δια πολλών εναρέτων πράξεων η Ευπραξία ευαρεστούσα εις τον Χριστόν είχε λάβει παρ’ αυτού τοσαύτην χάριν. Ήδη όμως ο Νυμφίος αυτής Χριστός, εραστής των αγνών ψυχών, απεφάσισε να μη αφήση επί πολύν χρόνον την νύμφην αυτού να αναστρέφεται επί της γης, αφού ήτο αξία να κατοική εις τους ουρανούς· όθεν και αποκαλύπτεται εις την Ηγουμένην δι’ οπτασίας η μετάστασις της Ευπραξίας. Η αγγελία αύτη ενδομύχως ελύπησε την Ηγουμένην, εις τρόπον ώστε εφανερούτο η λύπη αυτής και εις τας λοιπάς Μοναχάς, αίτινες προσερχόμεναι ένεκα τούτου εις την Ηγουμένην ηρώτων να μάθωσι ποίον το αίτιον της βαθείας αυτής λύπης. Επειδή όμως ουδεμίαν ελάμβανον απάντησιν, έτι μάλλον περιεργαζόμεναι, επιμόνως απήτουν να μάθωσι το ερωτώμενον· τέλος η Ηγουμένη απήντησε· «Δεν ήθελον να αποκαλύψω εις υμάς το πράγμα, διότι εγίνωσκον ότι μεγάλως και θα σας ελύπει· επειδή όμως δεν δύναμαι να καταστείλω την επιμονήν σας, μάθετε ότι αύριον η Ευπραξία απέρχεται του κόσμου τούτου· αλλά ας μη γίνη γνωστόν το τοιούτον». Οι λόγοι ούτοι εκίνησαν εις θρήνους πάσας τας Μοναχάς, μία δε εξ αυτών δραμούσα και ευρούσα την Ευπραξίαν μετά της Ιουλίας ψήνουσαν άρτους εν τω κλιβάνω είπεν· «Αδελφή Ευπραξία, πολύς περί σου λόγος και θρήνος γίνεται μεταξύ των αδελφών». Η είδησις αύτη ετάραξε την Ευπραξίαν, ήτις στραφείσα προς την Ιουλίαν είπεν· «Ύπαγε, αδελφή μου, και μάθε τα διατρέχοντα». Αύτη δε απελθούσα εύρε την προϊσταμένην διηγουμένην το εξής όραμα· Δύο νεανίαι ενδεδυμένοι λευκά ιμάτια παρουσιάσθησαν εις την Ηγουμένην λέγοντες· «Πέμψον την Ευπραξίαν προς τον Βασιλέα». Έπειτα άλλος τις ελθών προστακτικώς λέγει προς την Ηγουμένην· «Παράλαβε την Ευπραξίαν και άπελθε, διότι ζητεί αυτήν ο Δεσπότης». Και αύτη μεν εκπληρούσα την προσταγήν απήρχετο συμπαραλαβούσα την Ευπραξίαν, προπορευομένην των νέων· φθάσασα δε εις τινα μεγαλοπρεπή πύλην ανακτόρων και εισελθούσα δι’ αυτής είδεν εν τοις ανακτόροις τοιαύτην και τοσαύτην πολυτέλειαν και καλλονήν, οποίαν αδύνατον είναι να περιγράψη τις· εντός δε τούτων υπήρχε και τις νυμφικός θάλαμος, μηδεμίαν έχων ομοιότητα προς τα έργα της ανθρωπίνης χειρός, αλλ’ έργον, ως φαίνεται, δυνάμεως πανσόφου και θείας. Ταύτα έλεγεν η Ηγουμένη ότι είδε μεν, αλλά δεν επετράπη να προσεγγίση, ειμή εις την Ευπραξίαν, ήτις και προσευξάμενη ενώπιον του Δεσπότου Χριστού περιστοιχουμένου υπό μυρίων αγγελικών ταγμάτων και απειραρίθμων Αγίων, προσέπεσε προς τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν αυτόν. Έπειτα φανείσα η Μήτηρ του Κυρίου έλαβε την Ευπραξίαν και δείξασα εις αυτήν τον νυμφώνα εκείνον, είπεν· «Ιδού η αμοιβή των κόπων σου· ο νυμφών ούτος θα είναι εις σε ανάπαυσις αιωνία, αλλ’ άπελθε ήδη, και μετά δέκα ημέρας θα έλθης και θα απολαύσης αυτού». Ταύτα διηγηθείσα η προεστώσα προσέθηκεν· «Αύριον συμπληρούται η δεκάτη ημέρα, κατά την οποίαν η Ευπραξία θα αποχωρισθή αφ’ ημών». Αι μεν λοιπόν πρεσβύτεραι των αδελφών εθλίβοντο δια το άκουσμα τούτο, η δε Ιουλία οδυρομένη επανήλθεν εις το αρτοποιείον· προς ταύτην η Ευπραξία λέγει· «Ειπέ μοι, αδελφή μου, παν ό,τι ήκουσας και την αιτίαν του κλαυθμού σου». Αύτη δε απεκρίθη· «Θρηνώ, αδελφή μου, ότι ήδη αποχωριζόμεθα, διότι συ αύριον αποθνήσκεις». Ευθύς δ’ ως ήκουσε τους λόγους τούτους η Ευπραξία δακρυρροούσα έπεσε χαμαί δεομένη του Θεού, ίνα μακροθυμήση επ’ αυτήν και χαρίση εις αυτήν τον τρέχοντα χρόνον, ίνα μετανοήση δια τας αμαρτίας αυτής, διότι, ως έλεγεν, ήτο έτι δήθεν αμετανόητος και ανέτοιμος. Αύτη μεν λοιπόν ταύτα και άλλα τοιαύτα εβόα κειμένη, η δε Ηγουμένη, μαθούσα τους θρήνους της Ευπραξίας, αποστέλλει τινάς εκ των πρεσβυτέρων αδελφών να φέρωσιν αυτήν ενώπιόν της. Ελθούσαν δε λέγει προς αυτήν· «Μη κλαίε, τέκνον μου Ευπραξία, αλλά μάλλον χαίρε, διότι απέρχεσαι προς τον Νυμφίον σου Χριστόν, τον οποίον από της νηπιακής σου ηλικίας επόθησας, και θα συζής μετ’ αυτού και θα απολαύσης των αγαθών, άτινα οφθαλμός ανθρώπου ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν αυτού ουκ ανέβη. Παρακαλώ σε, φίλη μου θύγατερ, ίνα καθικετεύης τον Δεσπότην Χριστόν και υπέρ εμού, όπως και εγώ μετ’ ολίγον απελθούσα εκ των ενταύθα συνυπάρχω μετά σου αξιωθείσα των αυτών Μονών». Προσπεσούσα τότε η Ευπραξία εις τους πόδας της Ηγουμένης εθρήνει και εκόπτετο λέγουσα· «Δεήθητι, τιμία μου Μήτερ, του Δεσπότου Χριστού, ίνα μοι χορηγήση καιρόν προς μετάνοιαν». Ενώ δε έκειτο χαμαί, κατελήφθη υπό τρόμου, τον οποίον διεδέχθη σφοδρός πυρετός· ούτω δε διακειμένη μετεκομίσθη εις τον Ναόν. Προς δε το εσπέρας η Ηγουμένη εις μεν τας λοιπάς επέτρεψε να απέλθωσι και μεταλάβωσι τροφής, αυτή δε μετά της Ιουλίας παρέμεινε πλησίον της κατακεκλιμένης Ευπραξίας, την οποίαν η Ιουλία θρηνωδώς παρεκάλει λέγουσα· «Ενθυμού, αδελφή μου, ότι ενταύθα είμεθα αχώριστοι· μη με λησμονήσης, λοιπόν, αλλ’ ικέτευσον τον Δεσπότην Χριστόν, ίνα προσλάβη και εμέ ταχέως, όπως και εκεί αχώριστοι διατελώμεν». Άμα δε ανέτειλεν η ημέρα, η μεν Οσία ευρίσκετο εις τας τελευταίας αναπνοάς της ζωής της, η δε Ηγουμένη, συγκαλέσασα τας μοναζούσας δια της Ιουλίας, επέτρεψεν εις αυτάς να ασπασθώσι την Ευπραξίαν· προσελθούσα δε μετ’ αυτών και η απαλλαγείσα του πονηρού πνεύματος γυνή δια πρεσβειών της Ευπραξίας, ολοφυρομένη κατησπάζετο τας χείρας αυτής λέγουσα· «Αι χείρες αύται πολλάκις υπηρέτησαν εμέ την αναξίαν, αι χείρες αύται εφυγάδευσαν απ’ εμού το πονηρόν πνεύμα». Εν τω μεταξύ δε τούτω η Ευπραξία εξέπνευσε, το τριακοστόν ήδη έτος της ηλικίας της άγουσα, το δε ιερόν αυτής λείψανον κατετέθη πλησίον του λειψάνου της μακαρίας μητρός της. Η Ιουλία επί τρεις συνεχώς ημέρας εκάθητο επί του τάφου δεομένη της μακαρίας Ευπραξίας, ίνα προσληφθείσα και αύτη συζή μετ’ αυτής αχωρίστως, κατά δε την τετάρτην ημέραν προσελθούσα περιχαρής εις την Ηγουμένην είπεν· «Ιδού, προσκαλεί και εμέ ο Δεσπότης Χριστός, δυσωπηθείς υπό των υπέρ εμού δεήσεων της Ευπραξίας». Αποθνήσκει λοιπόν και εκείνη, αφού ησπάσθη τας αδελφάς και θάπτεται μετά της Ευπραξίας· μετά δε τριάκοντα ημέρας από του θανάτου της Ευπραξίας, συγκαλέσασα η Ηγουμένη τας αδελφάς, επρότεινεν εις αυτάς να εκλέξωσι διάδοχον αυτής· «διότι και εμέ, είπεν, ο Κύριος προσκαλεί δια πρεσβειών της καλής Ευπραξίας, μετά της οποίας απέρχομαι και εγώ η αναξία να συζώ». Ταύτα ακούσασαι αι Μοναχαί κατελήφθησαν υπό βαθυτάτης λύπης και εν τοιαύτη καταστάσει διατελούσαι εξέλεξαν την νέαν Ηγουμένην αυτών, την οποίαν αφού η πρώην Ηγουμένη παρήνεσε δια μακρών ως και τας λοιπάς Μοναχάς, ίνα υποτάσσονται εις αυτήν και επιμελώνται της αρετής, ασπασαμένη αυτάς, παρέδωκεν εις τον Κύριον το πνεύμα αυτής, το δε σώμα ετάφη εις τον τάφον της Οσίας Ευπραξίας, όστις κατέστη ανεξάντλητος θαυμάτων πηγή, δι’ ων δοξάζεται και υμνείται η Αγία Τριάς, η πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.