Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Παρθένων ΕΝΝΑΘΑ, ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΗΣ και ΠΑΥΛΟΥ.

Ενναθά, Ουαλεντίνη και Παύλος οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες ηξιώθησαν των μαρτυρικών στεφάνων εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης· και η μεν παρθένος Ενναθά κατήγετο από την πόλιν Γάζαν την εν τη Ιουδαία ευρισκομένην, ήτις και Κωνσταντία ωνομάζετο, η δε Ουαλεντίνη παρθένος ούσα και αυτή κατήγετο από την Καισάρειαν. Ότε δε εγίνετο ο κατά των Χριστιανών διωγμός, συλληφθείσα η γενναιοτάτη παρθένος Ενναθά, ωδηγήθη εις τον ηγεμόνα Φιρμιλιανόν, όστις καθήσας εις το κριτήριον ηρώτησεν αυτήν αν αρνήται τον Χριστόν. Επειδή δε εκείνη δεν επείθετο, κρεμάται εις ξύλον και καταξεσχίζεται τας πλευράς με ραβδισμούς όχι μίαν φοράν ή δύο, αλλά πολλάκις. Η δε τιμία Ουαλεντίνη, μη υποφέρουσα να βλέπη την απανθρωπίαν και θηριότητα, την οποίαν εδείκνυεν ο ηγεμών κατά της παρθένου Ενναθά παρουσιάσθη και αυτή εις αυτόν και τον ήλεγξε δια την σκληρότητά του. Παρευθύς τότε επροστάχθη, και αυτή να θυσιάση εις τα είδωλα, διότι είχεν ετοιμασθή εκεί πλησίον εις το δικαστήριον βωμός. Ότε δε εφέρθη η Αγία πλησίον εις τον βωμόν, ελάκτισεν αυτόν με τους πόδας της και τον κατεκρήμνισεν ομού με το πυρ, το οποίον είχεν επάνω. Τότε ο τύραννος, θυμωθείς, έδωκε τόσα βάσανα εις τα πλευρά της Αγίας, ώστε αδύνατον είναι να τα διηγηθή τις. Απελπισθείς λοιπόν ο τύραννος και από τας δύο παρθένους, απεφάσισε να θανατώσωσιν αυτάς με πυράν και ούτως αι μακάριαι Κόραι απέλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου. Μετά ταύτα εισήλθεν ο Άγιος Παύλος εις τον αγώνα και αφού πρώτον εδοκίμασε διαφόρους βασάνους και εφυλάχθη αβλαβής από όλους με την Χάριν του Χριστού, κατεδικάσθη να θανατωθή δια ξίφους· όθεν ευχαριστήσας τον Θεόν και προσευχηθείς δια τους ομοπίστους, εδέχθη την αποτομήν της τιμίας αυτού κεφαλής και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού, από τον οποίον και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Άγιος Ιερομάρτυς Χαράλαμπος

Τη  Ι΄ (10η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ.                                                                                          

Χαράλαμπος ο Άγιος Ιερομάρτυς, ο χαριέστατος και λαμπρότατος του Κυρίου θύτης και Αθλητής, απάσης της Ελλάδος το καύχημα και των πιστών το αγαλλίασμα, ήτο από την Μαγνησίαν και ιεράτευεν εις αυτήν επί πολλούς χρόνους, μέχρι των ημερών του ασεβεστάτου βασιλέως Σεβήρου του κατά τα έτη σκβ΄ -- σλη΄ (222-238) βασιλεύσαντος και Λουκιανού του ηγεμόνος, ότε συλληφθείς υπ’ αυτών υπέστη τον δια του Μαρτυρίου θάνατον δια την πίστιν και την αγάπην του Χριστού. Και πως, ακούσατε: Ο παμβασιλεύς και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός διδάσκει ημάς εις το θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι αν θέλωμεν να ακολουθήσωμεν οπίσω Αυτού πρέπει να απαρνηθώμεν πρότερον τον εαυτόν μας, να σηκώσωμεν και ημείς επί των ώμων τον Σταυρόν μας και ούτω να τον ακολουθήσωμεν. Τούτο κατώρθωσαν πολλοί θαυμάσιοι και αγιώτατοι άνθρωποι, καθώς ήσαν οι Ασκηταί και Ερημίται, οι οποίοι απηρνούντο τον κόσμον και τα εγκόσμια, τας απολαύσεις του σώματος, τον πλούτον και την δόξαν και έφευγον εις τας ερημίας, περί ουδενός άλλου φροντίζοντες, ειμή μόνον περί του πώς να αρέσωσιν εις τον Ποιητήν και Πλάστην των Θεόν. Τοιούτοι εστάθησαν και οι σοφώτατοι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ένα και μόνον σκοπόν είχον, πώς να ωφελήσωσι ψυχάς ανθρώπων, πώς να επιστρέψωσι τους πεπλανημένους εις τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας, πώς να στερεώσουν τους πιστούς εις την Ορθοδοξίαν. Δεν εφρόντιζον ούτοι ούτε δι’ ανάπαυσιν του σώματος, ούτε δια πλούτον και κτήματα, εξαιρέτως δε εστάθησαν τοιούτοι οι αγιώτατοι Μάρτυρες, οι γενναίοι στρατιώται του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, οι καλλίνικοι νικηταί της πλάνης και της ασεβείας και αυτού του κοσμοκράτορος διαβόλου, οι οποίοι όχι μόνον κατεφρόνησαν πλούτη και κτήματα και δόξας, αλλά και αυτό το ίδιον σώμα των παρέδωσαν εις μυρίας τιμωρίας και βασάνους ανηκούστους τόσον, ώστε και αυτήν την γλυκυτάτην ζωήν των κατεφρόνησαν και προέκριναν τον θάνατον. Αυτοί οι Μάρτυρες, βεβαιότατα, απηρνήθησαν τον κόσμον και τον εαυτόν των, επειδή εστερήθησαν την παρούσαν πολυπόθητον ζωήν και εσήκωσαν τον Σταυρόν των φυλάξαντες βεβαίαν και στερεάν την Ορθόδοξον πίστιν και την αγάπην του Χριστού, στοχαζόμενοι ορθώς, ότι δεν είχον ώδε μένουσαν πόλιν και δια τούτο ολοψύχως επεζήτουν την μέλλουσαν. Τούτου χάριν εδοξάσθησαν και ετιμήθησαν υπό του Θεού, όχι δε μόνον απολαμβάνουσι νυν την ουράνιον Βασιλείαν και χαίρουσιν αιωνίως με τον Χριστόν, δια τον οποίον έχυσαν το αίμα των, αλλ’ ακόμη και απανταχού της Οικουμένης τιμώνται και εορτάζονται και θέλουσι δοξασθή εις τον αιώνα τον άπαντα. Τοιούτος καλλίνικος και γενναίος στρατιώτης του Χριστού εστάθη ο σήμερον εορταζόμενος και τιμώμενος, ο Ιερομάρτυς και Μεγαλομάρτυς Χαράλαμπος, ο οποίος, ως είπομεν, ήτο πρότερον Ιερεύς εννομώτατος εις την επαρχίαν Μαγνησίας. Μετά δε ταύτα, όταν εβασίλευσεν  εις την Ρώμην ο δυσσεβής Σεβήρος, εις την Μαγνησίαν ήτο ηγεμών ο απηνής και ανήμερος Λουκιανός, όστις εβασάνιζε πολλούς Χριστιανούς δια να αρνηθώσι την ευσέβειαν και να προσκυνήσωσι τα αναίσθητα είδωλα, τότε και ο μακάριος Χαράλαμπος συνελήφθη από τον μιαρόν Λουκιανόν, όστις πληροφορηθείς, ότι εκεί εις την πόλιν της Μαγνησίας ήτο Ιερεύς των Χριστιανών ο Χαράλαμπος, όστις εξουθένει τους θεούς, διδάσκων παρρησία τον λαόν να πιστεύουν εις τον Χριστόν, εθυμώθη και έστειλε στρατιώτας να τον φέρωσι προς αυτόν. Ιδών δε αυτόν τον ηρώτησε διατί, κατεφρόνει τα είδωλα και τα βασιλικά δόγματα. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εγώ υπακούω εις τα δίκαια και σωτήρια προστάγματα του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, ο δε Σεβήρος γράφει μάταια και ασύνετα λόγια, επειδή προστάζει να προσκυνώμεν δια θεούς αναίσθητα και άψυχα είδωλα και παραδίδει τας ψυχάς σας εις θάνατον· ο Δεσπότης μου όμως Χριστός δίδει ζωήν αιώνιον και μακαριότητα εις τους δούλους του και όστις επικαλεσθή το παντοδύναμον αυτού όνομα, φεύγουν οι δαίμονες, τους οποίους προσκυνείτε ως ανίσχυροι και πάσα ασθένεια ανίατος θεραπεύεται». Λέγει προς αυτόν ο άρχων· «Άφες την περιττολογίαν, γέρον, και κάμε ως φρόνιμος το συμφέρον σου· προσκύνησον τους θεούς πριν δοκιμάσης σκληρά βασανιστήρια». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εάν δεν βασανισθώμεν εδώ πρόσκαιρα, δεν κληρονομούμεν τα αιώνια αγαθά». Ταραχθέντες τότε οι άρχοντες έφερον τα δεινότερα κολαστήρια, λέγοντες· «Θυσίασον εις τους θεούς, κακή κεφαλή». Ο δε Άγιος είπε· «Μη γένοιτο να γίνω τόσον μωρός και ανόητος, να προσκυνήσω τους αναίσθητους δαίμονας, τους οποίους σέβεσθε σεις και οι οποίοι φοβούμενοι την δύναμιν του Σταυρού φεύγουσιν απ’ αυτού». Τότε εγύμνωσαν αυτόν και λαβόντες χειράγρας κατεξέσχιζον από κεφαλής έως ποδών τας σάρκας του· ο δε μακάριος υπομένων γενναίως αυτήν την αβάστακτον βάσανον και εις όλον το σώμα δεινώς σπαραττόμενος έλεγε· «Ευχαριστώ σας, αδελφοί, ότι βασανίζοντές μου το σώμα προξενείτε εις την ψυχήν μου, εις τον μέλλοντα αιώνα, αιωνίαν μακαριότητα». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, οι υπηρέται εθαύμαζον και έλεγον προς τους άρχοντας· «Την ατιμίαν νομίζει τιμήν ούτος ο άνθρωπος και την βάσανον άνεσιν· μήπως και είναι αυτός ο Χριστός και ήλθε να μας δοκιμάση και δια τούτο αι χειράγραι αποστομώνονται και δεν ξεσχίζουσι πλέον τας σάρκας του»; Ταύτα ακούσας ο παριστάμενος εκεί δουξ εθυμώθη και υβρίζων τους υπηρέτας, ότι ήσαν αμελείς και αδύνατοι, ήρπασε τας χειράγρας από τας χείρας αυτών και ήρχισε να ξεσχίζη το σώμα του Αγίου με πολλήν οργήν, ο θεόργιστος· αλλά, παρευθύς, έφθασεν η θεία δίκη τον άδικον και εκόπησας, ω του θαύματος, από τους αγκώνας αι χείρες του, κρεμασθείσαι εις το σώμα του Μάρτυρος, αυτός δε ο δείλαιος έπεσε κατά γης ορυόμενος και κραυγάζων· «Βοήθει μοι, ηγεμών, διότι μάγος είναι ούτος ο άνθρωπος». Πλησιάσας τότε ο ηγεμών και ιδών τας χείρας του δουκός κρεμαμένας από το σώμα του Μάρτυρος, έπτυσεν εις το πρόσωπον του Αγίου και παρευθύς εστράφη το πρόσωπόν του εις τον τράχηλον και έμεινεν ελεεινόν θέαμα. Τότε ο λαός όλος της πόλεως της Μαγνησίας φοβηθέντες παρεκάλουν τον δίκαιον λέγοντες· «Απόστρεψον αφ’ ημών την οργήν του Κυρίου, Όσιε· ούτω σε προστάζει ο Χριστός, να μη αποδίδης κακόν αντί κακού, αλλά να ευεργετής τους μισούντας σε». Λέγει προς αυτούς ο Άγιος· «Ζη Κύριος ο Θεός μου· δεν είναι δόλος εις την γλώσσαν μου, αλλά ο Κύριος επαίδευσεν αυτούς ως κακούς, δια να δώση εις σας ζωήν αιώνιον». Τότε το πλήθος όλον εβόησε προς Κύριον, λέγοντες· «Μη μας απολέσης, Δέσποτα, αλλά συγχώρησόν μας εις όσα επταίσαμεν». Ούτω δε πολλοί επίστευσαν. Ο δε δουξ παρεκάλει τον Άγιον, λέγων· «Άγγελε του Θεού και ουράνιε άνθρωπε, βοήθησόν μοι τον ταλαίπωρον. Ιδού έχεις το βάρος των χειρών μου επάνω σου και εγώ υποφέρω πόνους και βάσανον· λοιπόν ιάτρευσόν με να λυτρωθώ από τας οδύνας μου και συ από βάρος και μέριμναν και εάν λάβω την ίασιν να πιστεύσω εις τον Θεόν σου βέβαια». Τότε προσηυχήθη ο Άγιος λέγων προς Κύριον· «Ευχαριστούμεν σοι, Δέσποτα, ότι φυλάττεις ημάς πάντοτε· επίβλεψον και νυν επί την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων σου και λύσον αυτούς από τα δεσμά εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος». Τότε ήλθε φωνή εκ του ουρανού λέγουσα· «Χαίροις, Αθλητά Χαράλαμπε, Αγγέλων συνόμιλε και Αποστόλων ομότροπε· επήκουσα την δέησίν σου και δίδω εις τους ασεβείς την ίασιν». Παρευθύς τότε ιατρεύθησαν οι τιμωρηθέντες και πιστεύσας ο δουξ εβαπτίσθη εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· ο δε ηγεμών έπαυσε τον διωγμόν κατά των Χριστιανών, έως ότου αναφέρη εις τον βασιλέα τα γενόμενα. Συνήγοντο τότε προς τον Άγιον όλοι οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των πέριξ και εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών εβαπτίζοντο· πολλά δε θαύματα και ιάματα ετέλει καθ’ εκάστην ο Άγιος εις τους ασθενείς. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί επεριπατούσαν, δαίμονες έφευγον, νεκροί ανασταίνοντο και πάσα νόσος και ασθένεια ιατρεύετο. Ταύτα βλέπων ο ηγεμών απήλθεν εις τον βασιλέα και του ανηγγειλε δια τον Άγιον άπαντα τα γενόμενα, ως ανωτέρω είπομεν. Ο δε ασεβής Σεβήρος, ταύτα ακούσας, εθυμώθη και έλεγε· «Δια τι αμελείτε, θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από την γην τους ασεβείς εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουσι»; Ταύτα δε ειπών απέστειλεν ευθύς τριακοσίους στρατιώτας, προστάξας αυτούς να καρφώσουν εις όλην την ράχιν του Μάρτυρος καρφία, και έπειτα να τον σύρωσιν από την Μαγνησίαν έως την Αντιόχειαν. Οι δε, απελθόντες, εκάρφωσαν τους ήλους με πολλήν ασπλαγχνίαν εις όλον το σώμα του Μάρτυρος και δέσαντες αυτόν από την γενειάδα, τον ετραβούσαν ανηλεώς οι απάνθρωποι. Είτα τον εκάθισαν εμπαικτικώς επάνω εις ίππον, αφού δε εβάδισαν δέκα πέντε στάδια ελάλησε ταύτα μεγαλοφώνως ο ίππος, λέγων· «Ω τρισκατάρατοι στρατιώται, υπηρέται του βασιλέως διαβόλου, δεν βλέπετε ότι μαζί με τούτον τον άνθρωπον είναι ο Θεός και το Πνεύμα το Άγιον; Λύσατέ τον, σκληροτράχηλοι, δια να λυθήτε και σεις από δεσμά αόρατα». Τότε οι στρατιώται, φοβηθέντες, τον επήγαν με άνεσιν εις την Αντιόχειαν δια να μη παραβούν το πρόσταγμα. Ο δε διάβολος μετεσχηματίσθη εις είδος γέροντος και εφάνη εις τον Σεβήρον, λέγων· «Ουαί μοι, βασιλεύ, εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθεν εις την πατρίδα μου μάγος τις Χαραλάμπης καλούμενος και μου επήρεν όλους τους στρατιώτας· όθεν ήλθον να σου το ειπώ, να φυλαχθής μη πάθης όμοιον». Τότε έφερον ενώπιον αυτού και τον Άγιον και προστάσσει να καρφώσουν σούβλαν μεγάλην εις το συήθος αυτού, έπειτα να φέρωσι ξύλα και να ανάψωσι πυράν, εις την οποίαν να καίωσι τον Άγιον έως να ξεψυχήση. Διεπέρασαν λοιπόν την σούβλαν εις τον Άγιον, και ώραν πολλήν τον κατέκαιον, αλλά ποσώς δεν εβλάβη υπό του πυρός, διότι αυτό μεν έσβυσεν, οι δε δορυφόροι εκουράσθησαν. Ο δε Άγιος ανέθαλλε και ίστατο ως ρόδον εύοσμον· όθεν ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον φέρουν πλησίον του· τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτόν προφασιζόμενος· «Ο βασιλεύς των Σκυθών με έκαμε και σε ύβρισα, αλλά μη μνησικακείς και εις όσα σε ερωτήσω δος μοι απόκρισιν· και πρώτον ειπέ μου πόσων χρόνων είσαι». Απήντησε τότε ο Άγιος, ότι ήτο εκατόν δέκα τριών χρόνων. Λέγει δε προς τον Άγιον ο βασιλεύς· «Αφού τόσους χρόνους έζησας, πως δεν έχεις τόσην γνώσιν να γνωρίσης τους αθανάτους θεούς, αλλά προσκυνείς τον Χριστόν ως άγνωστος»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Επειδή τόσους χρόνους έζησα, εγνώρισα την αλήθειαν και προσκυνώ τον όντως Θεόν, τον παντοδύναμον και οικτίρμονα». Λέγει ο βασιλεύς· «Συ και νεκρούς ημπορείς να αναστήσης, ως ήκουσα». Εις τούτο απήντησεν ο Άγιος λέγων· «Αυτό μόνον ο Δεσπότης Χριστός δύναται να το κάμη, και όχι άνθρωπος». Τότε ο βασιλεύς Σεβήρος επρόσταξε και ήλθεν εκεί εις το μέσον δαιμονιζόμενος τις, όστις ήτο από τον μισόκαλον εχθρόν τριάκοντα εξ χρόνους βασανιζόμενος. Όταν δε ούτος έφθασε πλησίον του Αγίου, εφώναζεν ο δαίμων, ως υπό πυρός φλογιζόμενος και δεινώς οδυνώμενος· «Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης προ καιρού, αλλ’ ειπέ λόγον και εξέρχομαι· και αν προστάζης, θέλω είπει και τον τρόπον και την αιτίαν δια την οποίαν εισήλθον εις τούτον τον άνθρωπον». Λέγει ο Άγιος· «Ειπέ, πνεύμα ακάθαρτον». Τότε το πονηρόν δαιμόνιον είπεν· «Ούτος έκλεψε τα πράγματα του γείτονός του και εφόνευσε τον κληρονόμον του· όθεν ευρών αυτόν εις τοιαύτην ανομίαν ασχολούμενον εισήλθον εις αυτόν και τον βασανίζω τώρα τριάκοντα και εξ χρόνους». Τότε τον επετίμησεν ο Άγιος και εξήλθεν ο δαίμων. Ο δε βασιλεύς εθαύμασε λέγων· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, κατ’ αλήθειαν». Και μεθ’ ημέρας τρεις απέθανε νέος τις και λέγει ο βασιλεύς προς τον Άγιον· «Ανάστησον τον νεκρόν τούτον, εάν δύνασαι». Ποιήσας τότε προσευχήν ο Άγιος ώραν πολλήν, ανέστη ο νεκρός· όθεν πολλοί από τον όχλον επίστευσαν· ο δε έπαρχος Κρίσπος είπε προς τον βασιλέα· «Θανάτωσον τούτον τον άνθρωπον, διότι με μαντείας κάμνει τοιαύτα τερατουργήματα». Ευθύς τότε ο Σεβήρος μεταβαλών γνώμην λέγει προς τον Μάρτυρα· «Θυσίασον εις τους θεούς, Χαράλαμπες, να απαλλαγής των κολαστηρίων». Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Όσον με βασανίσης περισσότερον, τόσον μάλλον η ψυχή μου ευφραίνεται». Τότε, οργισθείς ο βασιλεύς, επρόσταξε να συντρίψουν με λίθους τας σιαγόνας του και να καύσουν με λαμπάδας το πρόσωπον αυτού και το γένειον. Το πυρ όμως, ως να είχε λογικήν δύναμιν, πηδήσαν έκαυσε τους περιεστώτας υπηρέτας. Θαυμάζων εις ταύτα ο βασιλεύς ηρώτα τους άρχοντας τις είναι ο Χριστός, όστις κάμνει τοιαύτα τερατουργήματα· λέγει ο Κρίσπος όστις ήτο έπαρχος· «Από αμαρτίαν εγεννήθη εκ γυναικός τινος Μαρίας ονόματι». Ο δε Αρίσταρχος απεκρίνατο· «Μη βλασφημείς, έπαρχε, διότι συ δεν γνωρίζεις τοιαύτα μυστήρια». Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς υπερμέτρως ώρμησε να πολεμήση τον ουρανόν ο ανόητος και ρίπτων βέλη εις τον αέρα εβόησε· «Κατάβα, Χριστέ, εις την γην να πολεμήσωμεν, άλλως θέλω ανέβει εγώ να σε εύρω να χαλάσω το στερέωμα, να σβύσω τον ήλιον». Τότε γίνεται σεισμός μέγας και φόβος πολύς κατέλαβε πάντας, διότι ο Κύριος ωργίσθη, ο ουρανός ως δένδρον εσείετο και αι άνω Δυνάμεις δυνατώς εσαλεύθησαν αστραπαί δε και βρονταί μεγάλαι ηκούοντο. Ευθύς τότε εκρεμάσθησαν εις τον αέρα ο τε βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος. Εφώναζε δε ο βασιλεύς προς τον Άγιον, λέγων· «Κύριέ μου Χαράλαμπες, δικαίως έπαθον, δεήθητι του Κυρίου και Θεού σου να με λυτρώση από την παίδευσιν και να γράψω εις όλας τας πόλεις να δοξάζωσι το όνομά του». Τότε ήλθεν εκεί και η θυγάτηρ του βασιλέως, Γαλήνη ονόματι, και λέγει προς αυτόν· «Πίστευσον εις τον Κύριον, να σε λυτρώση από τα δεσμά ως Οικτίρμων και Πανάγαθος, ότι αυτός ο Χριστός είναι μόνος Θεός αδιάδοχος». Ταύτα ειπούσα προσεκύνησε τον Άγιον λέγουσα· «Παρακάλεσον τον Κύριον να λυτρώση τον πατέρα μου από τας οδύνας και εάν μεν πιστεύση μέγα θα είναι το καλόν, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον συ τον μισθόν σου και θέλει σε κάμει ο Κύριος τέλειον μετά θάνατον». Προσευξαμένου λοιπόν του Αγίου έπαυσεν η αγανάκτησις του Θεού· κατέβησαν δε εις την γην ο βασιλεύς με τον έπαρχον και απελθόντες εις το παλάτιον έκαμαντρεις ημέρας έχοντες κατά νουν τον φόβον του Θεού και την αγανάκτησιν αυτού. Η δε θυγάτηρ του βασιλέως είδεν όραμα και το ανέφερε προς τον Άγιον, λέγουσα· «Εφάνη μοι πως ευρέθην εις περιβόλιον ωραιότατον με δένδρα ευωδέστατα και πηγήν διαυγεστάτην· ήσαν δε εκεί πλησίον ο πατήρ μου και ο έπαρχος· ο δε φύλαξ του Παραδείσου εδίωξεν αυτούς με πυρίνην ράβδον, εμέ δε εγείρας έβαλε μετά τιμής εντός αυτού και μου λέγει· «Εις σε εδόθη η κατοικία αυτή και εις τους ομοίους σου, να συνευφραίνεσθε πάντοτε». Αυτά είδον και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου ειπής την εξήγησιν». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Ο κήπος, τον οποίον είδες, είναι ο Παράδεισος των Δικαίων, εις τον οποίον σε έβαλεν ο Δεσπότης Χριστός, διότι επίστευσας εις αυτόν, τον δε πατέρα σου και τον έπαρχον εδίωξε, διότι μέλλουν να αποστατήσουν και πάλιν απ’ αυτού και να μας κακοποιήσουν, οι αχάριστοι». Ούτως είπεν ο Άγιος και μετά ημέρας τριάκοντα προσεκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς και του λέγει· «Θυσίασον εις τους θεούς, υπακούων εις την εντολήν μου και τιμών τον εαυτόν σου». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Τα λόγια σου είναι πικρά και ασύνετα και δεν πρέπει να υποταχθώ εις αυτά, ως δούλος Θεού και υπήκοος». Οργισθείς τότε ο βασιλεύς επρόσταξε να βάλουν εις το στόμα του Αγίου χαλινόν ως να ήτο ζώον άλογον και να τον διαπομπεύσουν εις όλην την πόλιν με πολλήν καταφρόνησιν. Τούτου δε γενομένου ηύχετο ο Άγιος λέγων· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πλάσας τον άνθρωπον και τιμήσας αυτόν κατά την θείαν σου εικόνα και ομοίωσιν, επίβλεψον και ίδε την μανίαν και τας απειλάς του τυράννου, ότι ταύτα πάσχω δια το όνομά σου το Άγιον». Η δε Γαλήνη συνεβούλευσεν ώραν πολλήν τον πατέρα της να απέχη από την αμαρτίαν ταύτην και να πιστεύση εις τον Θεόν αυτόν, τον οποίον ωμολόγησε, δια να μη κολασθή αιώνια. Αλλ’ αυτός ο ασύνετος ουδέν ωφελήθη, αλλά μάλλον ετράπη εις το χειρότερον και την επρόσταξε να θυσιάση εις τα είδωλα· αυτή δε η πάνσοφος, δια να τον εμπαίξη, του υπεσχέθη ότι θα τα προσκυνήση. Απελθούσα λοιπόν η μακαρία Γαλήνη εις τον ναόν του Διός και του Απόλλωνος είπεν εις τους ιερείς· «Παρακαλέσατε τους θεούς να δεχθώσι την προσευχήν μου, διότι τους ύβρισα» Οι δε εβόησαν· «Ο μέγς θεός Ζεύς και ο κραταιός Απόλλων, οι ποιηταί του ουρνού και της γης, συγχωρήσατε την δέσποιναν Γαλήνην δια την αγάπην του πατρός της». Η δε μακαρία εκάλεσε τον Δία λέγουσα· «Εάν είσαι θεός, πως δεν γνωρίζεις την γνώμην μου»; Και παρευθύς έρριψεν αυτόν κάτω και συνετρίβη. Τότε ήρπασε και τον Απόλλωνα και του λέγει· «Έλα κάτω, καμπούρη, σαπρόγηρε, η απώλεια των ανθρώπων». Αφού λοιπόν εκρήμνισεν αυτόν και άλλα τριάκοντα τέσσαρα είδωλα, απήλθον οι ιερείς εις τον βασιλέα λέγοντες· «Τώρα μέλλει να χαθή ο κόσμος και να σβύση ο ήλιος, ότι οι θεοί μας διερράγησαν και απέθανον, διότι η θυγάτηρ σου τους εκρήμνισε». Λέγει προς αυτούς ο Σεβήρος· «Εύρετε πεντήκοντα τεχνίτας να τους αποκαταστήσουν την νύκτα και να τους στήσουν εις τον τόπον των, δια να μη μας εμπαίζουν οι Γαλιλαίοι, ότι οι θεοί μας συνετρίβησαν». Ούτως εποίησαν και το πρωϊ είπον εις την Γαλήνην· «Ελθέ, δέσποινα, να ιδής πως οι θεοί ανεστήθησαν». Η δε απελθούσα και ιδούσα την αναχώνευσιν εγνώρισε την πονηρίαν και λέγει· «Ας μη αμελήσω να συντρίψω νεωτέρους θεούς». Είτα λέγει προς τα ξόανα· «Από νεκρών αναστάντες, ως νεκροί πάλιν καταποντίσθητε». Ταύτα ειπούσα εκρημνίσθησαν άπαντα. Ταύτα πάλιν ακούσας ο βασιλεύς εθυμώθη και λέγει προς την Γαλήνην· «Τι έκαμες, μιαρωτάτη»; Η δε μακαρία Γαλήνη απεκρίθη· «Επειδή είσθε ανόητοι και νομίζετε αυτούς θεούς, τους εκρήμνισα και αν έχης και άλλους, πρόθυμος είμαι να τους κάμω τα όμοια, δια να γνωρίσετε την πλάνην σας και να μη ελπίζετε εις αυτούς, οι οποίοι δεν δύνανται ούτε σας να ωφελήσωσιν, ούτε τους μισούντας αυτούς να βλάψωσι». Τότε θυμωθείς ο τύραννος επρόσταξε προς εξευτελισμόν να παραδώσωσι τον Άγιον εις χήραν τινά γυναίκα, δια να τον φυλάξη εις τον οίκον της. Καθώς δε επήγεν εκεί ο Άγιος, ευθύς ως ακούμβησε εις στύλον τινά ξηρόν, ω του θαύματος! παρευθύς εβλάστησεν ο στύλος και έκαμε τόσους κλάδους, ώστε όλον τον οίκον εσκέπασεν. Η δε γυνή, ιδούσα τοιούτον παράδοξον, προσεκύνησε τον Άγιον λέγουσα· «Ύπαγε από τον οίκον μου, κύριε, ότι δεν είμαι αξία να είσαι πλησίον μου». Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Μη φοβού, γύναι, αλλά πίστευσον εις τον Κύριον, όστις είναι Θεός αινετός και εύσπλαγχνος». Κατά δε την επομένην ημέραν, ιδόντες οι γείτονες της γυναικός τοιούτον δένδρον μεγάλον εντός του δωματίου αυτής με άνθη και καρπούς, εθαύμασαν και εισελθόντες εις τον οίκον εύρον τον Άγιον διδάσκοντα και τον ηρώτων, εάν ήτο αυτός ο Χριστός. Ο δε απεκρίθη· «Δούλος είμαι του Δεσπότου Χριστού, του αληθινού Θεού και με την Χάριν αυτού ποιώ τα θαυμάσια». Τότε η γυνή εκείνη είπε προς αυτούς την υπόθεσιν, εγκωνιάζουσα τον Άγιον και πάντες τον επροσκύνησαν, πιστεύσαντες δε εις τον Χριστόν εβαπτίσθησαν. Κατά δε την άλλην ημέραν ανήγγειλάν τινες εις τον βασιλέα το τεράστιον αυτό γεγονός και ενώ πάντες εθαύμαζον είπεν ο έπαρχος· «Πρόσταξε, βασιλεύ, να αποκεφαλίσωσιν αυτόν τον πλάνον μήπως κάμη και άλλα τοιαύτα τέρατα και πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν περισσότεροι». Όθεν έδωκεν ο βασιλεύς κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, την οποίαν λαβόντες οι δήμιοι επήραν τον ΄γιον και τον ωδήγησαν εις τον τόπον της καταδίκης, αυτός δε ο μακάριος πορευόμενος έψαλλε το «Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε»(Ψαλμ. ρ: 1). Φθάσας δε εκεί ο Άγιος και υψώσας προς ουρανόν τας χείρας και τους οφθαλμούς, ούτω προσηύξατο· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, πάντοτε, ότι ελεήμων υπάρχεις και φιλάνθρωπος· Συ, παντοδύναμε, επάταξας τον εχθρόν μας διάβολον και πατάξας τον ΄Αδην ελύτρωσας από τον θάνατον το ανθρώπινον γένος· μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ταύτα προσευχομένου του Μάρτυρος οι ουρανοί ηνεώχθησαν και ελθών ο Κύριος μετά πλήθους Αγγέλων λέγει προς αυτόν· «Ελθέ, προσφιλέστατε και ηγαπημένε μου Χαράλαμπες, όστις δια το όνομά μου τοσούτον εκακοπάθησας. Ζήτησόν μου οποίαν χαριν θέλεις και θα επκούσω την δέησίν σου». Τότε ο ευλογημένος Ιερομάρτυς του Χριστού, ο πλούσιος εις αγάπην προς τον Θεόν, αλλά και προς τον πλησίον, ο επώνυμος της χαράς Χαράλαμπος απεκρίθη προς τον Κύριον λέγων· «Και το ότι ηξιώθην να ίδω την φοβεράν δόξαν της παρουσίας σου και τούτο μεγάλον χάρισμα είναι εις εμέ τον ελάχιστον, πλην επειδή η αγαθότης Σου με προστάζει να σου ζητήσω χάριν, παρακαλώ την Βασιλείν Σου να μου κάμη ταύτην την χάριν· εις όποιον τόπον ευρεθή τεμάχιον από το λείψανόν μου και εις όποιν χώραν θέλουν εορτάζουν την μνήμην του Μαρτυρίου μου, να μη γίνη ποτέ πείνα εις αυτόν, ούτε πανώλης να θανατώνη τους ανθρώπους άωρα, ούτε πονηρός άνθρωπος να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι εις αυτόν ειρήνη σταθερά, ψυχών σωτηρία και σωμάτων ίασις, πλησμονή σίτου, οίνου και ελαίου και αφθονία τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων. Όστις δε έχει και αναγινώσκει το Μαρτύριόν μου και επικαλείται το όνομά μου, να μη λάβη η ψυχή του κακόν ουδέποτε, επειδή πάσα σαρξ και αίμα ποίημα είνι των αχράντων χειρών Σου· και συγχώρησον τας αμαρτίας αυτών, ως αγαθός και φιλάνθρωπος. Φύλαττε δε υγιείς τους βόας και όλα τα τετράποδα ζώα αυτών δια να γεωργώσι την γην και να απολαμβάνωσι αφθόνους τους καρπούς και να δοξάζωσι το όνομά Σου». Λέγει προς αυτόν ο Κύριος· «Να γίνη το θέλημά σου, πιστέ μου δούλε». Και τότε ο μεν Κύριος απήλθεν εις ουρανούς, ο δε Άγιος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εν ειρήνη προτού προλάβη να κόψη την κεφαλήν αυτού ο δήμιος. Η δε μακαρία Γαλήνη ενεταφίασε το άγιον αυτού λείψανον εις θήκην χρυσήν ομού με πολύτιμα μύρα και αρώματα. Το άγιον τούτο και πανσεβάσμιον λείψανον του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους διεμοιράσθη πανταχού εις τους Ορθοδόξους Χριστιανούς χάριν ευλαβείς, αλεξιτήριον υπάρχον των δεινών και ιατρείον άριστον πάσης ασθενείας. Η δε αγιωτάτη και πάντιμος αυτού Κάρα ευρίσκεται νυν εις το σεβάσμιον και Ιερόν Μοναστήριον το τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, όπερ είναι εις τα Μετέωρα της Επισκοπής Σταγών, τελεί δε καθ’ εκάστην πάμπολλα και παράδοξα θαύματα. Ιατρεύει νόσους πολυειδείς των μετά πίστεως και πόθου προσερχομένων, εξαιρέτως δε φυλάττει αμολύντους και ανεπηρεάστους από την λοιμικήν νόσον της πανώλους εκείνους, οι οποίοι με πόθον και πίστιν αδίστακτον φέρουν ταύτην την Αγίαν Κάραν εις τας πόλεις και τας οικίας των και με ευλάβειαν την κατασπάζονται κάμνοντες πρώτον αγιασμόν. Ούτω δε, τη του Θεού βοηθεία και δια της χάριτος του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Χαραλάμπους, διαφυλάττονται υγιείς και απείρακτοι από την τοιαύτην ασθένειαν. Ούτω δοξάζει και τιμά ο Θεός εκείνους, οι οποίοι κηρύττουν παρρησία το Άγιόν Του όνομα ενώπιον ασεβών βασιλέων και απίστων τυράννων και χύνουν το αίμα των δια την αγάπην του Μονογενούς αυτού Υιού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δοξάζων και μεγαλύνων αυτούς εις τούτον τον κόσμον και δίδων την Χάριν του εις τα άγια αυτών λείψανα δια να κάμνουν παράδοξα θαύματα. Εις δε τον άλλον, τον κόσμον τον νοερόν, συναριθμεί αυτούς μετά των Αγίων Αγγέλων και τους κάμνει συγκληρονόμους της Βασιλείας του, δια να χαίρωσιν αιωνίως εις τους κόλπους του Πατριάρχου βραάμ, εις τας αιωνίους σκηνάς εν τω αγιωτάτω χορώ των Πρωτοτόκων, εν τη Βασιλεία των ουρανών, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν, ευδοκία και Χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ω πρέπει δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν. 

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017

Οι Άγιοι Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος

Τη αυτή ημέρα Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Ιερομαρτύρων ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ Επισκόπου Σικελίας, ΦΙΛΑΓΡΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου και ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ Επισκόπου Ταυρομενίας.                                                                                         

Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος οι Επίσκοποι εχρημάτισαν μαθηταί του Αγίου και κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου. Ήτο δε ο Άγιος Μάρκελλος κατά σάρκα πατήρ του Αγίου Παγκρατίου, από της εποχής δε ακόμη κατά την οποίαν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς επί της γης και εθαυματούργει, ακούσας δι’ Αυτόν και δια τας θαυματουργίας του, έλαβε τον υιόν του Παγκράτιον και επήγε μετ’ αυτού από την πατρίδα των Αντιόχειαν εις την Ιερουσαλήμ δια να ίδωσι τον Κύριον, έκτοτε δε ο Παγκράτιος έγινε γνώριμος εις τον Απόστολον Πέτρον. Αφ’ ου δε ανελήφθη ο Κύριος, ηκολούθη τον κορυφαίον Απόστολον, όθεν και εχειροτονήθη υπ’ αυτού Επίσκοπος Ταυρομενίου, ήτις ήτο πόλις της Σικελίας, τιμημένη με θρόνον Επισκόπου και με λιμένα, κοινώς καλουμένη Ταορμίνα, εις την οποίαν και εκήρυττε το όνομα του Χριστού, ένεκα δε τούτου εφονεύθη κρυφίως από τους Μοντανιστάς. Ο δε Μάρκελλος, ο κατά σάρκα πατήρ του Παγκρατίου, εχειροτονήθη Επίσκοπος της Σικελίας και πολλούς των Ελλήνων επιστρέψας προς Κύριον, ετελειώθη εν ειρήνη. Ομοίως και ο Φιλάγριος γενόμενος Επίσκοπος Κύπρου εδίδασκε και αυτός και εκήρυττε το όνομα του Κυρίου· όθεν πολλούς υπομείνας πειρασμούς δια την αληθή πίστιν, προς Κύριον εξεδήμησε. 

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2017

Του Οσίου ΡΩΜΑΝΟΥ του Κίλικος

Τη αυτή ημέρα Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΡΩΜΑΝΟΥ του Κίλικος, του Θαυματουργού.                                                                                                  

Ρωμανός ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο από την πόλιν της Κιλικίας Ρωσόν ονομαζομένην. Ηγωνίσθη δε τους υπέρ της αρετής αγώνας και άθλους εις την Αντιόχειαν, έξω από τα τείχη της οποίας κτίσας μικρόν κελλίον, παρά την υπώρειαν του εκείσε βουνού, ηγωνίζετο εντός αυτού ασκητικώς ο αοίδιμος, χωρίς να ανάπτη πυρ και χωρίς να έχη φως λύχνου. Η μεν τροφή του ήτο ψωμίον και άλας, το δε ποτόν του ύδωρ της βρύσεως. Ένδυμα είχε τραχύ, τρίχινον και τα μαλλία της κεφαλής του έφθανον έως τους πόδας του. Όθεν δια τους αγώνας του τούτους εδόθη εις αυτόν πολλή χάρις παρά Θεού, διότι από πολλούς ανθρώπους εδίωκε πολλάκις φοβεράς ασθενείας και εις πολλάς στείρας γυναίκας εχάρισε δια των προσευχών του τέκνα. Με τοιαύτα λοιπόν θαύματα διαλάμψας ο μακάριος, εν ειρήνη εκοιμήθη. 

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2017

Τη Θ΄ (9η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ.

Νικηφόρος ο φερωνύμως διπλήν την νίκην κατά των παθών και της ασεβείας αποκομίσας, ο φωτοβόλος αστήρ του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας, ήτο από την Αντιόχειαν της Συρίας, κατά τους χρόνους Ουαλεριανού και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σνγ΄-σξη΄ (253-268), ιδιώτης κατά την αξίαν και νέος την ηλικίαν, όταν ηξιώθη του δια Χριστόν Μαρτυρίου· ακούσατε όμως απ’ αρχής την διήγησιν περί αυτού καθώς ταύτην μετέφρασεν ο Ιερός Αγάπιος ο Κρής, ίνα πολλήν την ωφέλειαν λάβητε. Από πολλά ρητά της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης ημπορεί να βεβαιωθή ο καθείς πόσον ωφελείται όστις αγαπά τον πλησίον κατά Θεόν, καθώς αυτός ο ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος πολλάκις μας παρήγγειλεν. Όστις δε φυλάξη αυτήν την εντολήν ανελλιπώς, ας έχη θάρρος, ότι έτυχε της σωτηρίας του. Αντιθέτως δε, εκείνος ο οποίος θα νικηθή υπό της αθέου μνησικακίας και δεν συγχωρήση το πταίσιμον του αδελφού του, ας γνωρίζη, ότι εάν και όλον τον πλούτον του δώση ελεημοσύνην και παραδώση εις πυρ και θηρία όλα τα μέλη του δια την ευσέβειαν και άλλα μύρια κολαστήρια αν υπομείνη δια την αγάπην του Χριστού, δεν γίνεται δεκτός από τον ανεξίκακον ο μνησίκακος, καθώς είπε πολλάκις προς τους αυτού Μαθητάς και εξόχως κατά την εσχάτην ημέραν της ενσάρκου προς ημάς παρουσίας του, λέγων· «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 35). Ωσαύτως και ο αγαπών και ηγαπημένος Ιωάννης μας παρακινεί κατά πολύ εις την αρετήν αυτήν την ισάγγελον, ταύτα γράφων· «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισεί, ψεύστης εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ: 20). Και ο θεσπέσιος Παύλος εγκωμιάζει ταύτην την αρετήν της αγάπης και την ευφημίζει και την προτιμά από όλας τας άλλας, λέγων ότι αυτή είναι το τέλος των εντολών και του νόμου το πλήρωμα· «Πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη» (Ρωμ. ιγ: 10) και η ταχυτέρα οδός δια να υπάγη ο καθείς δι’ αυτής εν ευκολία εις τον Παράδεισον. Αλλ’ ας αφήσωμεν τας διαφόρους ρήσεις των Αποστόλων και διδασκάλων μας και ας αναφέρωμεν μόνον την διδακτικήν παραβολήν, την οποίαν είπεν ο Δεσπότης Χριστός και την οποίαν βλέπομεν εις το ιη΄ (18ον) κεφάλαιον του κατά Ματθαίον ιερού Ευαγγελίου, δια τον άνθρωπον εκείνον, όστις εχρεώστει εις τον βασιλέα μύρια τάλαντα και μη έχων να τα πληρώση, έπεσεν εις τους πόδας αυτού ζητών ολίγον καιρόν διορίαν να δώση το δάνειον. Ο δε βασιλεύς, ιδών την απορίαν αυτού, τον ελυπήθη και ευσπλαγχνισθείς επ’ αυτόν του αφήκεν όλον το δάνειον. Εκείνος δε αγνώμων ων και άσπλαγχνος, εξελθών εκ του παλατίου του εύρε σύνδουλόν του τινά, όστις του εχρεώστει μόνον εκατόν δηνάρια και τον εστενοχώρησε τόσον, ώστε έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν και δεν τον άφηνεν έως ότου πληρώση το χρέος του. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επρόσταξε και έφερον τον δούλον και του λέγει· «Δούλε πονηρέ, εγώ σου εχάρισα τόσον χρέος και συ δεν ευσπλαγχνίσθης τον σύνδουλόν σου, αχάριστε, καθώς και εγώ σε ηλέησα»; Και ούτως οργισθείς, τον παρέδωσεν εις τους βασανιστάς, έως ου επλήρωσεν όλον το χρέος του. Αυτήν την θαυμασίαν και αληθεστάτην παραβολήν μας είπεν ο Δεσπότης Χριστός, δια να φοβηθώμεν και να συγχωρώμεν όσους μας πταίσουν εξ όλης της καρδίας μας, δια να μη πάθωμεν τα όμοια, ως εκείνος ο άδικος και άσπλαγχνος δικαίως έπαθε, καθώς ο Δεσπότης μόνος εξήγησε την παραβολήν, λέγων· «ούτω και ο Πατήρ μου ο ουράνιος θέλει κάμει εις σας το όμοιον, εάν δεν συγχωρήτε εξ όλης καρδίας το πταίσιμον του αδελφού σας». Λοιπόν, τίνα άλλην αξιοπιστοτέραν μαρτυρίαν θέλετε, άνθρωποι; Αλλά δια βεβαιοτέραν της αληθείας ταύτης απόδειξιν, ακούσατε όσοι είσθε μνησίκακοι και δεν συγχωρείτε όσους σας έπταισαν, ένα φοβερόν και αξιόπιστον παράδειγμα, το οποίον γράφει ο Μεταφραστής Συμεών να τρομάξετε άπαντες και να κλαύση πάσα σκληρά καρδία, να συντριβή από τον φόβον και να συγχωρήση ο καθείς τον εχθρόν του, αν του έκαμε και τα μεγαλύτερα κακά ή ζημίας, αι οποίαι ηκούσθησαν εις τον κόσμον. Προσέχετε λοιπόν ακριβώς εις την φοβεράν ταύτην διήγησιν, την οποίαν ο Όσιος Συμεών έγραψε και η οποία έχει ως εξής. Άλλο δεν είναι καλύτερον και μακαριώτερον, ως την κατά Θεόν αγάπην. Ομοίως πάλιν και το μίσος είναι από όλα τα κακά χειρότερον και ολεθριώτερον. Διότι τοσούτον ηγάπησεν ο Θεός την αρετήν ταύτην, ώστε την ετίμησε με την προσηγορίαν αυτού και ηθέλησε να ονομάζεται δια την αγάπην αυτής Αγάπη, καθώς είπεν ο αγαπών και αγαπώμενος Μαθητής· «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιωάν. δ: 16). Το δε μίσος τόσον αγαπά ο πονηρός και αποστάτης διάβολος, ώστε έλαβεν απ’ αυτό την επωνυμίαν και καλείται ανθρωποκτόνος και μισόκαλος. Περί τούτων των δύο εναντίων έχομεν πολλάς ενεργείας και διηγήματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής, από τα οποία να γράψωμεν ένα κοινόν και θαυμασιώτατον υπόδειγμα δύο ανθρώπων, οίτινες είχον μίσος μεταξύ των. Και ούτως, ο μεν Σαπρίκιος με όλον το αξίωμα της Ιερωσύνης και τα μαρτύρια τα οποία έλαβεν από τους τυράννους δια την πίστιν, επειδή δεν αφήκε το μίσος και να συγχωρήση τον αδελφόν του, εξέπεσε της αξίας του Μαρτυρίου ο αλιτήριος και εζημιώθη τον στέφανον της αθλήσεως. Ο δε συμπαθής και της νίκης επαξίως επώνυμος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, επειδή επόθει την αγάπην και εζήτει εκ καρδίας αυτού την διαλλαγήν, ηξιώθη παραδόξως του Μαρτυρίου ο πάνσοφος και έλαβε χωρίς κόπων και πόνων τον στέφανον. Προσέχετε λοιπόν, αγαπητοί αναγνώσται και ακροαταί, και φυλάγεσθε όσοι είσθε μνησίκακοι, να μη πάθητε ομοίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν, ως έπαθεν ο προαναφερθείς άφρων Σαπρίκιος. Ούτος ήτο από την Αντιόχειαν, Ιερεύς το αξίωμα και είχε μεγάλην φιλίαν με τον ευλογημένον Νικηφόρον, όστις ήτο κοσμικός και δεν είχε καμμίαν Εκκλησιαστικήν αξίαν, αλλ’ όμως ήτο πάντων των Ιερέων εναρετώτερος. Τοσαύτην δε φιλίαν είχε με τον Σαπρίκιον, ώστε εφαίνετο ότι ο εις έζη εις την ψυχήν του ετέρου και περιεπάτει με τους πόδας εκείνου και ωμίλει με το στόμα του και, απλώς ειπείν, είχον αμφότεροι μίαν βουλήν και γνώμην και θέλησιν. Αλλ’ ο φθονερός όφις, μη υποφέρων να βλέπη τοιαύτην ομόνοιαν, βασκαίνων το αγαθόν ο μισόκαλος, έβαλε μεταξύ αυτών τόσον σκάνδαλον, όσην αγάπην είχον πρότερον και τόσον εμίσησεν ο εις τον άλλον, ώστε δεν ηδύνατο να τον ίδη εις το πρόσωπον, αλλά εγύριζεν από τον δρόμον, δια να μη συναντηθώσι. Διότι η μεγάλη φιλία τρέπεται, κατά τον κοινόν λόγον, εις έχθραν και μίσος άπειρον, καθώς εις τούτους συνέβη. Πλην όμως, ο αγαθός Νικηφόρος, ως πράος, επιεικής και μέτριος, γνωρίσας, ότι ο δαίμων ήτο το αίτιον της έχθρας, εφρόντιζε να γίνη και πάλιν διαλλαγή μεταξύ των, δια να μη παροξύνεται ο φιλάνθρωπος. Ταύτα εσκέπτετο ο του Χριστού δούλος γνήσιος Νικηφόρος, αλλά δεν ετόλμα να παρουσιασθή ο ίδιος εις τον Σαπρίκιον, γνωρίζων την πολλήν εκείνου σκληρότητα. Όθεν έβαλε μεσίτας να τον παρακαλέσουν προς τούτο με λόγια ήρεμα, οίτινες προσεπάθησαν πολύ και του είπον όσα δύνανται να ταπεινώσουν και την πλέον οργίλην και υπερήφανον ψυχήν και με τόσους λόγους και παραδείγματα εδοκίμασαν να καταπραϋνωσι τον θυμόν του, ώστε και λίθος εκ φύσεως εάν ήτο, ήθελε γίνει μαλακώτερος· η σκληροτέρα όμως και αταπείνωτος τούτου καρδία δεν μετεμελήθη ποσώς να τραπή προς συμπάθειαν. Δεν ενεθυμήθη την προτέραν φιλίαν, ο έσπλαγχνος, ούτε την εντολήν του Δεσπότου ο ασυνείδητος, μάλιστα εφ’ όσον ήτο θύτης και μαθητής του ειρηνικού και πραοτάτου Χριστού, όστις έγινε θυσία και σφάγιον δι’ αγάπην μας, αλλ’ ούτε και το συμφέρον του ηννόησεν, ίνα κατά το επάγγελμά του συγχωρήση τον πταίσαντα, εφ’ όσον καθ’ εκάστην ανεγίνωσκε τα Ευαγγελικά λόγια τα λέγοντα· «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. στ: 14). Και πάλιν· «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον, διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε: 23-24). Αυτά και άλλα παρόμοια ανεγίνωσκε προς τον λαόν, καθ’ εκάστην, ως Ιερεύς, ο ανίερος, με το στόμα όμως μόνον, εις δε την καρδίαν και την ψυχήν ήτο παρήκοος ο ασύνετος και δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του και μάλιστα ενώ δεν ήτο το πταίσιμον του Νικηφόρου, αλλ’ αυτός ο Σαπρίκιος ήτο ο αίτιος όλου του σκανδάλου. Ο Δεσπότης Χριστός λέγει· «Ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι» · (Λουκά στ: 32) και οι εθνικοί και οι τελώναι τούτο ποιούσιν. Των εθνικών και των τελωνών ο μύστης και μυσταγωγός και των μεγάλων και φρικτών του Χριστού μυστηρίων διάκονος αθλιώτερος ήτο, επειδή και τους αγαπώντας εμίσει και ακούων τον Δαβίδ να λέγη· «Μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. ριθ: 7), αυτός το εναντίον ετέλει ο άσπονδος και μετά των φιλούντων ειρήνην ήτο οργίλος, στασιώδης και μάχιμος. Έπρεπεν, εάν έβλεπε τον φίλον του πταίοντα, να τον διορθώση αυτός με πραότητα, να θεραπεύση, ως Ιερεύς, την πρόφασιν του σκανδάλου, προτού να βασιλεύση ο ήλιος. Ο καλός όμως και ποθεινός Νικηφόρος, όστις όχι μόνον την επωνυμίαν είχεν, αλλά μάλιστα επήρε και την νίκην κατά αλήθειαν και εφάνη αξιώτερος του ονόματος, δεν κατεφρόνησε την συνδιαλλαγήν. Δεν ημέλησε. Δεν ενικήθη από τας ορμάς της φύσεως, η οποία βιάζει να μισή ο καθείς τον μισούντα και να τον νομίζη εχθρόν του και πολέμιον, διότι η τήρησις των εντολών του Χριστού είναι δυνατωτέρα της ανάγκης της φύσεως. Αλλ’ έχων πόθον να θεραπεύση την ψυχήν του φίλου του και να την φέρη εις την προτέραν αγάπην και ομόνοιαν, ηθέλησε να δώση και την ζωήν δια τον πλησίον του. Έστειλε λοιπόν ο καλός Νικηφόρος εκ δευτέρου και εκ τρίτου μεσίτας, γνωρίζων ότι και αυτοί δεν θέλουν ζημιωθή τον μισθόν του κόπου των και εκείνος ίσως θέλει σώσει τον φίλον του. Οι δε απελθόντες ενουθέτησαν ικανώς τον Σαπρίκιον, εκείνος όμως έμεινεν ο αυτός κωφός κατά τα ώτα της ψυχής, υπό της αλόγου μανίας όλως κυριευόμενος. Τότε ο ταπεινόφρων και αμνησίκακος Νικηφόρος, βλέπων, ότι με τους μεσίτας δεν κατώρθωσε τίποτε, ηθέλησε να υπάγη και μόνος του, να τον προσκυνήση, μήπως και απαλύνη η καρδία του, όταν ίδη κατά πρόσωπον τον φίλον του, να ενθυμηθή την προτέραν αγάπην, να κλίνη εις ευσπλαγχνίαν ο άσπλαγχνος, να γίνη πάλιν ηδίστη και ποθεινοτέρα η προτέρα φιλία των, επειδή και ο ήλιος μετά την νύκτα γλυκύτερος φαίνεται, ομοίως και μετά τον χειμώνα η άνοιξις. Ευρίσκων λοιπόν καιρόν αρμόδιον κατά τον σκοπόν του, απήλθεν ησύχως και πίπτει εις τους πόδας αυτού με πολλήν ταπείνωσιν λέγων· «Συγχώρησόν μοι, δια τον Κύριον, εις όσα σου έπταισα και σε ελύπησα». Αλλ’ ούτε τότε τον συνεπόνησεν η αμείλικτος εκείνη ψυχή, ούτε έκλινεν ο ασυμπαθής και εμπαθής εις συμπάθειαν. Ούτε καν λόγον μικρόν προς τον φίλον του ωμίλησεν, ούτε με βλέμμα ποσώς τον εκύτταξεν, αλλ’ έστρεψεν οπίσω το πρόσωπον. Κατά τον καιρόν εκείνον λοιπόν, κατά τον οποίον ήτο εις τόσον μίσος παράλογον ο Σαπρίκιος, εξήφθη και πάλιν ο διωγμός κατά των Χριστιανών, επειδή ανέβησαν εις τον θρόνον της βασιλείας ο Παραβάτης Ιουλιανός και ο αδελφός του Γάλλος, οίτινες έστειλα εις όλους τους άρχοντας γράμματα να παιδεύουν ανηλεώς τους πιστούς με διάφορα κολαστήρια και όσοι δεν προσκυνήσουν τα είδωλα να τους δίδουν σκληρόν και πικρότατον θάνατον. Τούτο το δόγμα έφθασε και εις την πόλιν εις την οποίαν κατοικούσαν ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος, όστις ήτο δια το αξίωμα της Ιερωσύνης επισημότερος. Τούτον ήρπασαν ευθύς οι υπηρέται του ηγεμόνος και τον έφεραν έμπροσθεν αυτού εις εξέτασιν. Ερωτηθείς λοιπόν το σέβας, την τάξιν, την κλήσιν και τα λοιπά, απεκρίθη· «Το όνομά μου είναι Σαπρίκιος, εις δε το σέβας είμαι Χριστιανός και Ιερεύς το αξίωμα». Ο ηγεμών, δια να τον κάμη να φοβηθή, του ανέγνωσε τα βασιλικά προστάγματα δια να ακούση τας απειλάς και τας τιμωρίας τας οποίας διελάμβανον, ο δε Σαπρίκιος χωρίς δειλίαν απεκρίθη· «Ημείς, ω ηγεμών, είμεθα πολύ καλώς διδαγμένοι από τας Θείας Γραφάς τας αληθείς και αξιοπίστους και προσκυνούμεν ένα Θεόν εις την ουσίαν εις τρία πρόσωπα αδιαιρέτως μεριζόμενον, τον οποίον μόνον ομολογούμεν και γνωρίζομεν Ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων. Οι δε ιδικοί σας θεοί των Ελλήνων είναι μύθοι όντως και καταγέλασμα, επειδή είναι έργα χειρών ανθρώπων και άχρηστα πλάσματα». Ταύτα ακούσας ο διώκτης και απογνούς πάσης ελπίδος, ήρχισε να παιδεύη τον Άγιον· και πρώτον μεν έβαλεν αυτόν εις ένα τραχύ και φοβερόν όργανον, τον οποίον ωνόμαζον κοχλίαν και ήτο ως μάγγανον εις τον οποίον τον έσφιγγαν δυνατά, δια να αναλωθή το σώμα του και να συντριβή εντελώς από την δεινήν αυτήν κάκωσιν, δια να λάβη πικρότατον θάνατον. Εις ταύτην λοιπόν την δυσφορωτάτην και σκληροτάτην βάσανον έκαμεν ώραν πολλήν ο Σαπρίκιος, υπομένων καρτερικώς και δεν ηρνήθη την ευσέβειαν, πειθόμενος εις το Δεσποτικόν πρόσταγμα το λέγον: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28). Ιδών λοιπόν ο διώκτης, ότι υπέμεινε με θαυμασίαν καρτερίαν την φρικτήν αυτήν βάσανον και μη έχων πλέον ελπίδα να τον νικήση, έδωκε κατ’ αυτού τοιαύτην απόφασιν· «Τον Σαπρίκιον, τον Ιερέα των Χριστιανών, επειδή δεν ηθέλησε να απαρνηθή την ματαίαν εκείνην λατρείαν, ούτε κατεδέχθη να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς, αλλά εφάνη παρήκοος των βασιλικών προσταγμάτων, προστάσσω να αποκεφαλίσωσι με το ξίφος ως απειθήσαντα». Παρέλαβον λοιπόν οι δήμιοι τον Σαπρίκιον, δια να τον οδηγήσωσιν εις τον τόπον τηε εκτελέσεως. Ο δε Νικηφόρος, η μεγάλη δια Χριστόν ψυχή και όντως φιλόσοφος, ταύτα γνωρίζων, είχε μεγάλην μελέτην και φροντίδα δια τον φίλον του, να γίνη μεταξύ των διαλλαγή, όπως εκείνου μεν η θυσία γίνη ευπρόσδεκτος εις τον Κύριον, ως τελειώσαντος τον αγώνα καλώς δια την ευσέβειαν, ούτος δε, εκπληρών το Δεσποτικόν πρόσταγμα, προτιμήση την μετά του αδελφού καταλλαγήν υπέρ πάσαν θυσίαν και ολοκάρπωσιν. Νομίζω λοιπόν, ότι δεν ήθελεν αρνηθή την διαλλαγήν ο Σαπρίκιος την ώραν εκείνην κατά την οποίαν έτρεχε να λάβη, δια την αγάπην του Κυρίου, τον θάνατον, καταφρονήσας πάσαν προσπάθειαν της σαρκ΄ς και μόνον τα αιώνια στοχαζόμενος, προστρέχει μετ’ ευλαβείας και πίπτων εις τους πόδας αυτού, δεόμενος και ικετεύων αυτόν θερμότατα, έλεγεν· «Ενθυμήσου την προτέραν φιλίαν και αγάπην, την οποίαν είχομεν μεταξύ μας και ελέγαμεν να μη ξεχωρίσωμεν ουδέποτε, αλλά να είμεθα ηνωμένοι δι’ αγάπης και μετά θάνατον. Μη αφήσης τον φίλον σου ασυγχώρητον και φύγης από πλησίον μου αδιάλλακτος και υστερηθής της αιωνίου μακαριότητος. Βάλε εις τον νουν σου το ότι είσαι λειτουργός του Δεσπότου Χριστού, του οποίου γίνεσαι σήμερον κοινωνός των παθημάτων δια του Μαρτυρίου και της νεκρώσεως, και μη υπάγης προς αυτόν άσπονδος και άσπλαγχνος και απολέσης τους κόπους σου» Αυτά και έτερα έλεγε μετά δακρύων ο ευλογημένος Νικηφόρος εις τον φίλον του Σαπρίκιον, δεόμενος να του δώση την οφειλομένην συγχώρησιν. Εκείνος δε ως άσπλαγχνος και ανήμερος και αυτών των θηρίων ανοητότερος και αγριώτερος, ούτε καν εστράφη να ίδη τον άλλοτε ηγαπημένον του, όστις εκείτετο εις τους πόδας του κλαίων, αλλά φράσσων με τον κηρόν της μνησικακίας τα ώτα του, επήγαινεν εις τον δρόμον του αδιάλλακτος και αδιόρθωτος. Ταύτα βλέπων ο παρά Χριστού πεφωτισμένος Νικηφόρος και διαλογιζόμενος ότι ο Σαπρίκιος και χωρίς οίνον ήτο μεθυσμένος και σύντριμμα ταλαιπωρίας γεγενημένος, ωδύρετο περισσότερον, φοβούμενος μήπως απομείνη αυτός μεν από τον Ιερέα και φίλον του ασυγχώρητος, εκείνος δε πάλιν αποτύχη των στεφάνων του Μαρτυρίου και της αιωνίου μακαριότητος και δώσουν αμφότεροι απολογίαν δια τοιαύτην έχθραν παράλογον. Έδραμε λοιπόν πάλιν ολίγον έμπροσθεν και προϋπαντά τον Σαπρίκιον, λέγων προς αυτόν τα αυτά και έτερα πλείονα, όχι μόνον απλώς με το στόμα, αλλά και εξ όλης ψυχής, με σχήματα ελεεινά και ροήν δακρύων αμέτρητον και του εζήτει συγχώρησιν. Εκείνος όμως, ως κωφός και νεκρός και ως λίθινος, έμεινεν ο αυτός, ως το πρότερον, μήτε τας φωνάς του φίλου του ενωτιζόμενος, ούτε τοσαύτην ταπείνωσιν σπλαγχνιζόμενος, τόσον ώστε και αυτοί οι δήμιοι εβαρύνθησαν βλέποντες τον Νικηφόρον να ζητή, με τόσην ευλάβειαν, από ένα κατάδικον συγχώρησιν. Όθεν μυκτηρίζοντες αυτόν και μωρόν αποκαλούντες και ασύνετον έλεγον· «Τι κόπτεσαι ασκόπως και οδύρεσαι, ζητών από τοιούτον κακοποιόν συγχώρησιν; Ημείς υπάγομεν να τον θανατώσωμεν και συ δέεσαι και ζητείς συγχώρησιν από ένα υπεύθυνον»; Ταύτα μεν έλεγον οι υπηρέται, αγνοούντες το ευσεβές και φιλόθεον του μακαρίου Νικηφόρου, ο οποίος ηκολούθει αυτούς έτι θερμότερον δεόμενος, και χύων αναρίθμητα δάκρυα, δια να παρακινήση την λιθίνην εκείνην ψυχήν προς συμπάθειαν. Ο δε Σαπρίκιος, δυσμενώς και οργίλως και ως εξεστηκώς από τον θυμόν, έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης ο ασυνείδητος. Όθεν, όταν πλέον δεν έλειπεν άλλο παρά να κατεβάση ο δήμιος την σπάθην και να κόψη την κεφαλήν του, άνωθεν δε αυτού εφέρετο ουρανόθεν λαμπρός ο στέφανος του Μαρτυρίου, ω μισάνθρωπε και κοινέ του γένους πολέμιε, εις ποίον ολίσθημα κρημνίζεις τον μνησίκακον! Ω, αδελφοί μου, και πώς να διηγηθώ το επίλοιπον, όπου σταλάζουν οι οφθαλμοί μου δάκρυα και δεν δύναμαι να γράψω την δικαίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν του Σαπρικίου, όταν έκλινε το γόνατον και έμςλλον να χορεύσουν οι Άγγελοι εις ολίγον διάστημα, τότε ήλθεν εις αυτόν τον ασύνετον, δια το σκότος της μνησικακίας αυτού, μία λήθη και άνοια και δεν ενεθυμείτο την αιτίαν, αλλά ηρώτα τους δημίους, διατί ήθελον να τον θανατώσουν· οίτινες απεκρίθησαν προς αυτόν, διότι κατεφρόνησε τα βασιλικά προστάγματα και δεν ήθελε να προσκυνήση τα είδωλα. Τότε, ω των εμών κακών, ω της μεγίστης συμφοράς! Ω του χαλεπού της μνησικακίας πτώματος! Αρνείται τον Δεσπότην Χριστόν ο άχρηστος. Εγκαλιμπάνει τον συμπαθή και φιλάνθρωπον, ο μισάνθρωπος. Καταπατεί ενώπιον πάντων την ευσέβειαν και γίνεται, φευ! Ο πρώην μύστης της Αγίας Τριάδος και των Αγγέλων εφάμιλλος, ειδώλων λάτρης και των δαιμόνων αιχμάλωτος, διότι «οδοί μνησικάκων» κατά τον σοφόν Σολομώντα, φέρουσι τον άνθρωπον «εις θάνατον» (Παροιμ. Σολ. ιβ: 28). Τούτο ελύπησε τον Νικηφόρον περισσότερον, διότι πρότερον έβλεπε τον φίλον μίαν εντολήν του Χριστού παραβαίνοντα, και ήδη αυτόν τον Νομοθέτην ηθέτησε και έπεσε τελείως εις την ασέβειαν. Όθεν εφλέγετο τα σπλάγχνα κατακαιόμενος και παρεκάλει θερμότερον τον Σαπρίκιον· και δεικνύων ακόμη προς αυτόν το της ιερωσύνης αιδέσιμον έλεγεν· «Αδελφέ φίλτατε και Πάτερ σεβασμιώτατε, μη θελήσης να προδώσης τον Ποιητήν και Σωτήρα σου. Μη απαρνηθής την ομολογίαν, την οποίαν υπεσχέθης να φυλάξης ενώπιον Θεού και Αγγέλων. Ευλαβήθητι τους άθλους τους οποίους έλαβες δια τον Χριστόν. Λυπήσου τους κόπους σου και τας φοβεράς εκείνας περιστροφάς του κοχλίου και την δεινήν του σώματος κάκωσιν, όπου εβασανίσθης τόσον καιρόν δια την ευσέβειαν και μη θελήσης να την προδώσης τόσον άγνωστα, να ζημιωθής εις μίαν στιγμήν τόσους αγώνας και έπαθλα. Τίμησον το μέγα της ιερωσύνης αξίωμα και μη το καταφρονήσης, παρακαλώ σε, φίλε μου. Μετ’ εμού δε και τάξεις Αγγέλων και Μαρτύρων χορείαι σε παρακαλούν, να μη διαψεύσης την ομολογίαν της πίστεως, τώρα ότε είναι τα βραβεία εις χείρας σου και εις την κεφαλήν σου οι της αθλήσεως στέφανοι». Ταύτα προς τον φίλον εδέετο μετά τρόμου, φοβούμενος μήπως μαζί με εκείνον ζημιωθή και την ιδικήν του ψυχήν ατελεύτητα. Αλλ’ επειδή δεν ηπάλυνεν η φαραωνίτις εκείνη καρδία, αλλ’ επροτίμησε την μνησικακίαν υπέρ την ευσέβειαν, μη έχων τι άλλο να πράξη ο ζηλωτής της πίστεως και της νίκης αξίως επώνυμος, αντεισάγει τον εαυτόν του εις το Μαρτύριον και κλίνων τον αυχένα εζήτει το ξίφος, παρακαλών τους δημίους να αποκεφαλίσουν αυτόν αντί του Σαπρικίου· οίτινες δεν ετόλμων να τον θανατώσωσι χωρίς προσταγήν του ηγεμόνος έως ου απήλθε προς αυτόν εις από τους παρεστώτας και του είπε, ότι ο μεν Σαπρίκιος, αθετήσας την ομολογίαν και την ευσέβειαν, έπραξεν επάξια του ονόματος, έτερος δε τις, Νικηφόρος ονόματι, εδέετο με παρρησίαν θερμότερον να λάβη, ώσπερ χρέος τι, αντί εκείνου τον θάνατον. Τότε ο ηγεμών μετέγραψεν εις την κατά του Σαπρικίου απόφασιν το όνομα του Νικηφόρου. Όθεν φέροντες οι υπηρέται την καταδίκην εις τους δημίους, δέχεται ο καλός Νικηφόρος την δια ξίφους τελείωσιν, κληρονομήσας με ολίγον πόνον Βασιλείαν ουράνιον. Και όχι μόνον ενίκησε την πλάνην και δυσσέβειαν, αλλά και το πάθος της μνησικακίας και εφάνη κατά αλήθειαν Νικηφόρος με την πράξιν μάλλον ή το όνομα. Τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι οι πόνοι του σώματος και αι κακοπάθειαι δεν έχουσι τόσην δύναμιν να κάμωσι φίλον τον Κύριον, όσην έχουσιν η φιλανθρωπία, η συμπάθεια και η προς τον πλησίον αγάπη, ήτις είναι το κεφάλαιον πάντων των αρετών, καθώς αυτός ο Δεσπότης Χριστός μας παρήγγειλε και καθώς ημπορεί ο καθείς να βεβαιωθή από το φρικτόν παράδειγμα του Σαπρικίου, όστις, αφ’ ου υπέμεινεν ανδρικώς και γενναίως τόσας δοκιμασίας και εβασανίσθη δια την αγάπην του Χριστού ο ταλαίπωρος, όμως επειδή ήτο εις την ψυχήν ασυμπαθής και ανάλγητος όχι μόνον δεν ωφελήθη από τας βασάνους, αλλά και αρνητής της ευσεβείας εγένετο. Ο δε φιλόχριστος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, όστις δεν έλαβε πρότερον καμμίαν κακοπάθειαν και βάσανον δια την ευσέβειαν, εν τούτοις, χωρίς ιδρώτας και πόνους, αλλά μόνον δια την φιλαδελφίαν του και την της ψυχής ιλαρότητα ηξιώθη να λάβη παρά Θεού τον του Μαρτυρίου στέφανον. Λάβετε λοιπόν υπόδειγμα άπαντες οι μνησίκακοι, οι οποίοι ενθυμείσθε την ύβριν και το πταίσιμον του πλησίον και δεν θέλετε να συγχωρήσητε εκείνον όστις σας έπταισεν, ο οποίος σας ευηργέτησε μάλιστα, διότι όσον κακόν έκαμε του σώματος, τόσον ωφέλησε την ψυχήν σου, άνθρωπε, και πρέπει να τον αγαπάς ως ευεργέτην και φίλον σου, καθώς ήθελες αγαπά εκείνον, όστις θα σου έρριπτε λίθους τιμίους και κομμάτια χρυσίου από μακρόθεν να κτυπά όλον το σώμα σου. Διότι και εάν επόνεις ολίγον, όμως συνάγων τους μαργαρίτας εκείνους θα εγίνεσο πλούσιος. Τούτο συμβαίνει και δια τας θλίψεις, αι οποίαι σου έρχονται, επειδή αύται καθαίρουσι την ψυχήν από όλα τα αμαρτήματα, και δι’ αυτό δε και συγχωρεί ο πάνσοφος ιατρός να παιδεύεσαι. Όστις λοιπόν έχει γνώσιν, δεν πρέπει να αμύνεται κατά του ανθρώπου, όστις τον ερράπισεν ή τον ερράβδισεν ή αλλεοτρόπως τον εζημίωσεν, αλλά να τον ευχαριστή ως υπ’ αυτού μάλλον ευεργετηθείς. Έχε λοιπόν και συ, όστις αναγινώσκεις ταύτα εις τον νουν σου πάντοτε, την πολλήν ευσπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε προς ημάς ο πολυέλεος Κύριος,δια την οποίαν αιτίαν είμεθα χρεώσται να αγαπώμεν τον πλησίον εξ όλης μας της δυνάμεως, δια να πληρώσωμεν πιστώς την παραγγελίαν την οποίαν μας άφησε κατά την εσχάτην ημέραν, όταν έφευγεν από τούτον τον κόσμον σωματικώς, λέγων· «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους· εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 34-35). Δηλαδή καθώς εγώ σας ηγάπησα, χωρίς να πράξετε προς με αγαθοεργίαν τινά, αλλά μάλιστα και εχθροί μου είσθε δια το πατροπαράδοτον αμάρτημα, εν τούτοις εγώ σας ηλέησα δωρεάν. Ούτω θέλω και σεις να αγαπάτε ο εις τον άλλον.Βιάσετε λοιπόν την θέλησιν και καρδίαν σας εις την αρετήν ταύτην την ψυχωφελή και σωτήριον, επειδή χωρίς ταύτης, εάν και όλας τας αρετάς αποκτήσετε, εν τούτοις μέλλει να κολασθήτε καθώς εις την προαναφερθείσαν αξιόπιστον διήγησιν του Σαπρικίου εγνωρίσατε, την οποίαν φιλαλήθως εξιστορήσαμεν καθώς ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής έγραψεν αυτήν εις την Ελληνικήν διάλεκτον και καθώς ο Ιερός Αγάπιος την μετεγλώττισε χωρίς να γράψη εξ ιδίων τίποτε ειμήμόνον το προοίμιον και τούτον τον επίλογον. Ας φρίξη λοιπόν ο καθείς και ας τρομάξη να διορθώση την πολιτείαν του, προτού να κλεισθή η θύρα της μετανοίας και τότε δεν ωφελούσι πλέον τα δάκρυα. Όσοι λοιπόν έχετε μίσος μετά τινος διατηρούμενον έως την σήμερον, υπάγετε παρευθύς, και δια την αγάπην του Κυρίου, και δια το συμφέρον σας, προσκυνήσατέ τον και εξ όλης καρδίας να τον συγχωρήσητε και τότε μακάριοι σεις, ότι χωρίς κόπων και θλίψεων εσυγχωρήθησαν όλα τα επίλοιπα αμαρτήματά σας, λέγοντες προς αυτόν τον πολυεύσπλαγχνον και οικτίρμονα, με παρρησίαν ακατάκριτον· «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών και αξίωσον ημάς της ουρανίου Βασιλείας», ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν. Αμήν. 

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Αι Άγιαι Μάρτυρες ΜΑΡΘΑ και ΜΑΡΙΑ αι αδελφαί, συν τω Οσίω ΛΥΚΑΡΙΩΝΙ, ξίφει τελειούνται.

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) του μηνός Φεβρουαρίου, αι Άγιαι Μάρτυρες ΜΑΡΘΑ και ΜΑΡΙΑ αι αδελφαί, συν τω Οσίω ΛΥΚΑΡΙΩΝΙ, ξίφει τελειούνται.                                          

Μάρθα, Μαρία και Λυκαρίων οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες έζων κατ’ ιδίαν φυλάττοντες παρθενίαν· ήσαν δε η Μάρθα και η Μαρία αδελφαί, μετ’ αυτών δε έμενε και ο Λυκαρίων, όστις ήτο παις κατά την ηλικίαν, Μοναχός κατά την τάξιν. Επειδή δε έτυχε να διέλθη ο ηγεμών εκ της οικίας εις την οποίαν κατώκουν, έκυψαν από το παράθυρον η Μάρθα και η Μαρία και είπον ότι είναι Χριστιαναί. Ο δε ηγεμών λυπούμενος ελεεινολόγει τον θάνατον, τον οποίον έμελλον να λάβωσιν εις αυτήν ταύτην την νεότητά των, αλλ’ αι Άγιαι απεκρίθησαν, ότι ο δια τον Χριστόν θάνατος δεν είναι θάνατος, αλλά ζωή, η οποία δεν έχει τέλος. Τούτο το ίδιον ωμολόγησε και ο Μάρτυς Λυκαρίων. Όθεν, κατά προσταγήν του ηγεμόνος και οι τρεις εκαρφώθησαν εις τρεις σταυρούς. Τελευταίον δε απεκεφαλίσθησαν με ξίφος από τους δημίους και ούτω παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού και έλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου. 

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Άγιος Προφήτης Ζαχαρίας

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) του μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΖΑΧΑΡΙΟΥ.                                                                                                                                     

Ζαχαρίας ο Άγιος Προφήτης ήτο από το γένος του Ισραήλ εκ φυλής Λευϊ και εγεννήθη εις την Γαλαάδ· το όνομά του ερμηνεύεται μνήμη Θεού. Ούτος επέστρεψεν εις την Ιερουσαλήμ μετά την εν Βαβυλώνι αιχμαλωσίαν των Εβραίων, γέρων ήδη κατά την ηλικίαν. Εκεί εις την Βαβυλώνα ευρισκόμενος είπε πολλάς προφητείας εις τον λαόν του Θεού και πολλά τέρατα και σημεία έδωκεν εις απόδειξιν της αληθείας των προφητειών του. Ούτος είπεν εις τον αρχιερέα Ιωσεδέκ, ότι θα γεννήση υιόν και ότι θα ιερατεύση εις τον Κύριον εν τη Ιερουσαλήμ· ούτος ηυλόγησε και τον Σαλαθιήλ και είπε προς αυτόν, ότι θέλει γεννήσει υιόν και θέλει καλέσει το όνομα αυτού Ζοροβάβελ, ήτοι σπέρμα Βαβυλώνος (Ζορο ερμηνεύεται σπέρμα, Βαβέλ δε, Βαβυλών). Κατά τους χρόνους Κύρου του βασιλέως των Περσών έδωκε σημείον τι παράδοξον δια τον Κροίσον τον βασιλέα της Λυδίας, επίσης δια την εκπόρθησιν και τον αφανισμόν της Ιερουσαλήμ, καθώς και δια το τέλος του Ισραήλ· ομοίως δια την αρχήν και το τέλος των εθνών, δια την μέχρι τέλους καταστροφήν και ερήμωσιν του εν Ιερουσαλήμ ναού, ότι θα εκλείψωσιν οι Προφήται από τους Ισραηλίτας, ως και ότι θα αργήσωσιν οι ιερείς και τα Σάββατα. Αυτός προεφήτευσε και δια την διπλήν κρίσιν, ήτις μέλλει να γίνη. Αυτά και άλλα πολλά προφητεύσας εκοιμήθη εις γήρας βαθύ και ετάφη πλησίον εις τον τάφον Αγγαίου του Προφήτου.