Θεοδώρα η μακαρία βασίλισσα ήτο γυνή του βασιλέως Θεοφίλου του
εικονομάχου, όστις απέθανεν εν έτει ωμβ΄ (842), όχι όμως κακόδοξος, καθώς ήτο ο
σύζυγός της, αλλ’ Ορθόδοξος και ευσεβής. Ήτο δε η μακαρία Θεοδώρα θυγάτηρ
επιφανούς ανδρός εκ Παφλαγονίας ονόματι Μαρίνου και μητρός Θεοκτίστης,
ευφυεστάτη και ευσεβεστάτη από της παιδικής της ηλικίας, διο και πάντες την
εσέβοντο και την εθαύμαζον δια τε την πνευματικήν αυτής καλλονήν, αλλά και δια
την αρετήν και αγιότητα αυτής. Υπανδρευθείσα δε η Θεοδώρα τον Θεόφιλον, (1), καίτοι
ούτος είχε πατρόθεν κληρονομήσει την κατά των αγίων Εικόνων λύσσαν, αύτη όμως
μετά της μητρός της Θεοκτίστης και των τέκνων της, τα οποία απέκτησε μετά του
Θεοφίλου, ήτοι του Μιχαήλ και πέντε θυγατέρων, έμενε πιστοτάτη εις την Αγίαν
Ορθοδοξίαν έχουσα κεκρυμμένα εις κιβώτιον, εντός του δωματίου της, τον Τίμιον
Σταυρόν και τας Εικόνας του Χριστού και της Θεοτόκου και τας ησπάζετο και τας
προσεκύνει κατά μόνας κρυφίως την νύκτα, προσευχομένη έμπροσθεν αυτών και
παρακαλούσα τον Θεόν, ίνα κάμη έλεος εις τους Ορθοδόξους. Δια την ευσέβειάν της
ταύτην πολλάκις εκινδύνευσεν η γενναιόφρων Θεοδώρα από τον κακόφρονα σύζυγόν
της βασιλέα Θεόφιλον, αλλά πάντοτε εσκέπετο υπό της Χάριτος του Θεού, όστις
προγνωρίζων την αγαθήν αυτής προαίρεσιν και το γενναίον υπέρ της Ορθοδοξίας
φρόνημα την προώριζεν, ίνα εν καιρώ αναστηλώση αύτη την Ορθοδοξίαν, επειδή δε
ήτο, ως είπομεν, και ευφυεστάτη, κατώρθωσε δι’ ευστόχων απαντήσεων να εξέρχεται
αβλαβής εκ των δυσκόλων περιστάσεων, όταν της συνέβαινε πειρασμός.
Χαρακτηριστικαί της Χάριτος του Θεού, ήτις την εσκέπαζε, και της ευφυϊας, της
οξύτητος του νοός και του εφευρετικού πνεύματος αυτής είναι αι απαντήσεις, τας
οποίας έδωσεν εις τον Θεόφιλον εις δύο κρισίμους περιστάσεις, κατά τας οποίας
την υπωπτεύθη ούτος, ότι προσκυνεί τας αγίας Εικόνας. Είναι δε αύται αι εξής:
Ήτο εις τα ανάκτορα άνθρωπός τις νάνος, ηλίθιος, τραυλός, κακόμορφος και πάσχων
τον νουν, ονόματι Δένδερις, τον οποίον είχεν ο βασιλεύς και οι περί αυτόν δι’
αντικείμενον γέλωτος και διασκεδάσεως. Ως τοιούτος δε είχε την ελευθερίαν να
εισέρχεται πανταχού ανεμποδίστως και εις αυτούς ακόμη τους βασιλικούς θαλάμους.
Έτυχε λοιπόν ποτε να εισέλθη εις τον θάλαμον της βασιλίσσης εις ώραν κατά την
οποίαν η Θεοδώρα προσηύχετο και ησπάζετο τας αγίας Εικόνας. Ο δε κακόμορφος και
ηλίθιος εκείνος εστάθη έμπροσθεν αυτής με ανοικτόν στόμα και την ηρώτησε·
«Μάννα τι τα»; Αύτη δε η μακαρία αφελώς, δια να μη δώση καμμίαν υποψίαν,
απεκρίθη· «Αυτά είναι τα καλά νινία μου». Έπειτα από αρκετήν ώραν εξελθών ο
Δένδερις μετέβη προς τον βασιλέα, τον οποίον εύρε γευματίζοντα. Τότε τον
ηρώτησεν ο βασιλεύς που ήτο και από πού έρχεται, ο δε Δένδερις απεκρίθη, ότι
ήτο εις την Μάννα, όπως συνήθιζε να ονομάζη την βασίλισσαν. Τότε του λέγει ο
πολυπράγμων Θεόφιλος· «Τι σου είπε και τι σου έδωσεν η Μάννα»; Απεκρίθη ο
Δένδερις· «Έχει καλά νινία». Λέγει ο Θεόφιλος· «Και τι τα κάμνει»; Τότε ο
Δένδερις, φέρων την χείρα εις το στόμα και ασπαζόμενος αυτήν, λέγει· «Να μα». Εξεμάνη
τότε ο Θεόφιλος υποπτευθείς ότι η βασίλισσα προσκυνεί κρυφίως τας αγίας Εικόνας
και ευθύς μεταβάς εις τον κοιτώνα της βασιλίσσης εξημμένος και κοχλάζων υπό
θυμού λέγει προς αυτήν· «Δεν αισχύνεσαι, βασίλισσα συ και γυνή ανεπτυγμένη, ν’
απειθής εις τα βασιλικά θεσπίσματα και να καταδέχησαι να προσκυνής ως θεούς τα
ξύλα και τα είδωλα και συ και η μήτηρ σου»; Ταύτα η μακαρία Θεοδώρα ακούσασα
εταράχθη μεν προς ολίγον, αλλά καταστείλασα ευθύς την ταραχήν, υπεκρίθη
αφελέστατα άγνοιαν και απαθέστατα αποταθείσα ερωτά· «Καλέ Αύγουστε, τι έχεις;
Ουδέν γνωρίζω εξ όσων λέγεις· ειπέ μου, ποίος σου είπεν, ότι εγώ προσκυνώ τας
Εικόνας»; Λέγει ο Θεόφιλος· «Ο Δένδερις». Τότε η Θεοδώρα μειδιάσασα και
υποκριθείσα παντελή άγνοιαν απεκρίθη αφελώς· «Ω τον ηλίθιον και κακόμορφον
ανδράριον, όταν ο Δένδερις ήλθεν, ω βασιλεύ, ήμην έμπροσθεν του καθρέπτου και
εκτένιζον την κόμην μου. Ιδών δε αυτός το σώμα μου εις τον καθρέπτην, ηρώτησε·
«Μάννα τι τα»; Εγώ δε είπον· «Είναι το νινίον μου». Καταστήλας τότε ο Θεόφιλος
την αγανάκτησιν, απεκάλει μεμωρωμένον τον ηλίθιον Δένδεριν. Ούτω δια της
αξιοθαυμάστου ταύτης απαντήσεως διέφυγε τον κίνδυνον. Άλλοτε πάλιν παραλαβούσα
η Θεοδώρα τας θυγατέρας της Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν, Πουλχερίαν και Μαρίαν,
μετέβη μετ’ αυτών εις την μητέρα της Θεοκτίστην. Εκεί δε η ευλαβής γυνή
εξαγαγούσα μικράς τινας Εικόνας, τας οποίας είχε κεκρυμμένας, έθετεν αυτάς επί
τας κεφαλάς των κορασίων και επί του στόματος δια να τας ασπασθώσιν. Έλεγε δε
ότι αυτά είναι τα καλά νινία, τα οποία πρέπει να αγαπώσι και να ασπάζωνται.
Είπε δε εις τα μεγαλύτερα εξ αυτών να μη είπωσι τίποτε εις τον πατέρα αυτών.
Ότε δε εκείνα επανήλθον εις τον πατέρα των και τα ηρώτησε, τι είπε και έδωκεν
εις αυτά η μάμμη των, τα μεν τρία μεγαλύτερα εσιώπων, το δε προτελευταίον, η
Πουλχερία, η οποία μόλις ήρχιζε να ψελλίζη, είπεν ότι τους έδειξε τα νινία.
Θυμωθείς τότε ο Θεόφιλος απηγόρευσε να βλέπωσι συνεχώς τα μικρά την μάμμην των.
Τοιουτοτρόπως και την φοράν αυτήν διεφύλαξεν η Χάρις του Θεού άτρωτον την
Θεοδώραν. Υπό τοιαύτας συνθήκας
έζησεν η Θεοδώρα επί δώδεκα έτη μετά του συζύγου της Θεοφίλου. Και επί τέλους
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου. Η οργή του Θεού κατέφθασε τον θεόργιστον Θεόφιλον
και ησθένησε δεινώς εκ δυσεντερίας, τόσον ώστε εκινδύνευεν εις θάνατον. Τότε
ήνοιξε το στόμα αυτού, και εστέκετο ανοικτόν τόσον πολύ, ώστε εφαίνοντο και
αυτά τα σπλάγχνα του. Εις το ελεεινόν τούτο θέαμα πικρώς θλιβομένη η βασίλισσα
Θεοδώρα, μόλις την ήρπασεν ολίγος ύπνος, βλέπει εν οράματι την άχραντον
Θεοτόκον με το προαιώνιον Θείον Βρέφος εις τας αγκάλας της περικυκλωμένην από
λαμπροφανείς Αγγέλους, συγχρόνως δε βλέπει και τον άνδρα της Θεόφιλον δερόμενον
και ονειδιζόμενον υπ’ αυτών. Εξυπνήσασα η βασίλισσα είδεν, ότι ο Θεόφιλος
ολίγον τι αναπνεύσας εξεβόησεν· «Αλλοίμονον εις εμέ τον άθλιον, ότι δια τας
αγίας Εικόνας με δέρουσι». Τότε ανασύρασα η Θεοδώρα την Εικόνα της Θεοτόκου,
την οποίαν είχε κεκρυμμένην, έβαλεν αυτήν επάνω του Θεοφίλου και παρεκάλει μετά
δακρύων την Υπερένδοξον Δέσποιναν να συγχωρήση και να φωτίση τον Θεόφιλον. Εις
τοιαύτην δε κατάστασιν εκείνος ευρισκόμενος, ιδών ένα από τους περιεστώτας,
έχοντα ανηρτημένην εγκόλπιον Εικόνα, ήπλωσε την χείρα του και αρπάσας αυτήν την
κατεφίλει, παρευθύς δε το στόμα εκείνο, το οποίον τοσούτον κατά των αγίων
Εικόνων εμαίνετο και ο λάρυγξ, όστις τοσούτον είχεν ανοιχθή, έστρεψαν εις την
φυσικήν των κατάστασιν και ανεκουφίσθη από την μεγίστην εκείνην παίδευσιν, η
οποία τον κατετυράννει. Εκβαλούσα τότε η βασίλισσα τας σεπτάς και αγίας
Εικόνας, τας οποίας είχε κεκλεισμένας μέσα εις τα ιδικά της κιβώτια, έπεισε τον
Θεόφιλον να τας τιμά και να τας ασπάζεται με όλην του την ψυχήν· μετ’ ολίγον δε
ετελείωσε ούτος και την ζωήν, ομολογών ότι πρέπει να τιμώμεν και να ασπαζώμεθα
τας αγίας Εικόνας. Μετά τον θάνατον του Θεοφίλου ανεκηρύχθη βασιλεύς ο υιός του
Μιχαήλ, τριετής μόλις την ηλικίαν, επετρόπευε δε αυτόν η μήτηρ του βασίλισσα
Θεοδώρα. Παρευθύς τότε έστειλε προστάγματα πανταχού να απολυθούν άπαντες όσοι
δια τας αγίας Εικόνας ευρίσκονται εις εξορίας και φυλακάς, και να έχουν πάσαν
ελευθερίαν και άνεσιν. Συγχρόνως συνεκάλεσε Σύνοδον Ιεράν, ήτις κατεβίβασε μεν
από τον Πατριαρχικόν θρόνον τον Εικονομάχον Ιωάννην Ζ΄ τον και Ιαννήν
αποκαλούμενον, όστις μαντειάρχης και δαιμονάρχης μάλλον ήτο άξιος να ονομάζεται
ή Πατριάρχης, ανεβίβασε δε τον υπεράξιον του Πατριαρχικού θρόνου Ομολογητήν του
Χριστού Άγιον Μεθόδιον, όστις πολλά είχε πάθει πρότερον υπέρ των αγίων Εικόνων,
υπέρ των οποίων και εις τάφον είχε κατακλεισθή ζων, ο του ουρανού άξιος
οικιστής. Εν συνεχεία η Σύνοδος αύτη εκύρωσε μεν τας αποφάσεις της εν έτει ψπζ΄
(787) συγκροτηθείσης εν Νικαία το δεύτερον Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου,
κατεδίκασε δε και ανεθεμάτισε τους Εικονομάχους και λοιπούς αιρετικούς. Αφού
ταύτα απεφάσισεν η Σύνοδος, συνήχθησαν εις τον Ναόν της Αγίας Σοφίας άπαντες οι
επιζώντες Άγιοι Πατέρες, Επίσκοποι, Ιερείς και Μοναχοί, οι οποίοι είχον κατά
πολλά βασανισθή από τους Εικονομάχους, και όλος ο λαός με επικεφαλής την
βασίλισσαν Θεοδώραν και τον υιόν της βασιλέα Μιχαήλ, λαβόντες εις τας χείρας
των τας αγίας Εικόνας, μετά κηρών, θυμιαμάτων και λαμπάδων ετέλεσαν μετά πάσης
λαμπρότητος και μεγαλοπρεπείας ιεράν λιτανείαν και αποκατέστησαν εις τους Ναούς
τας αγίας Εικόνας, ήτο δε τότε η ιθ΄ (19η) Φεβρουαρίου του έτους
ωμβ΄ (842), ημέρα Κυριακή, πρώτη των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Έκτοτε
εθεσπίσθη όπως το ιερόν αυτό γεγονός εορτάζεται κατ’ έτος μετά πάσης
λαμπρότητος κατά την πρώτην Κυριακήν των Νηστειών, η οποία και από του
γεγονότος τούτου ωνομάσθη Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ούτως επολιτεύθη εις εαυτήν
και ούτως ωφέλησε την Εκκλησίαν η ευσεβεστάτη βασίλισσα Θεοδώρα, μισθόν λαβούσα
παρά Κυρίου τον άφθαρτον της Ομολογίας στέφανον, όμως δια να λάβη μεγαλύτερον
τον μισθόν και δια να καταισχυνθή έτι περισσότερον ο αντίδικος ημών διάβολος,
παρεχώρησεν ο Θεός και εδοκιμάσθη και μετά ταύτα σκληρώς η περικλεής αύτη
βασίλισσα. Διότι και ο υιός της Μιχαήλ και ο αδελφός της Βάρδας μεγάλως έθλιβον
αυτήν καθ’ ημέραν, μάλιστα δε ο Βάρδας, όστις είχε τότε καταστή πανίσχυρος, και
ο οποίος ήτο τόσον διεφθαρμένος και ραδιούργος, ώστε και αυτήν την προστάτιδά
του και αδελφήν του βασίλισσαν ερραδιούργει, και τον ανήλικον βασιλέα ανεψιόν
του ωδήγει εις την διαφθοράν δια να τον καταστήση υποχείριόν του. Διέβαλε δε
εις αυτόν συχνά την μητέρα του, η οποία μεγάλως ηγωνίζετο να σωφρονίση αυτόν. Η
επίδρασις του Βάρδα υπήρξε τοιαύτη, ώστε πριν έτι ενηλικιωθή καλώς ο Μιχαήλ, εν
έτει ωνστ΄ (856) εξώρισεν από τα βασίλεια την μητέρα του βασίλισσαν Θεοδώραν
και τας τέσσαρας αδελφάς του Θέκλαν, Άνναν, Αναστασίαν και Πουλχερίαν, τας
οποίας, αφού κατά την προσταγήν του εκούρευσαν Μοναχάς, ενέκλεισεν εις την
Μονήν των Γαστρίων, εις την οποίαν και παρέμειναν έγκλειστοι μέχρι του θανάτου
των. Εκοιμήθη δε η μακαρία Θεοδώρα την ια΄ (11ην) Φεβρουαρίου του
έτους ωξζ΄ (867). Τοιουτοτρόπως η αξιομακάριστος Θεοδώρα έπιε μέχρι τέλους το
πικρόν ποτήριον, το οποίον της προσέφεραν ο υιός και ο αδελφός αυτής. Αλλ’ αυτή
μεν αντημείφθη πλουσίως παρά Κυρίου και εδοξάσθη εν ουρανώ και επί γης, εκείνοι
δε δεν ήργησαν να εύρουν αντάξιον της κακίας των θάνατον, διότι ο μεν Βάρδας
εδολοφονήθη τελικώς, κατά προσταγήν του Μιχαήλ, εν έτει ωξστ΄ (866), ο δε
Μιχαήλ εδολοφονήθη υπό Βασιλείου του Μακεδόνος εν έτει ωξζ΄ (867). Και εκείνων
μεν τα λείψανα ατίμως υπό των φονέων διεπομπεύθησαν, της δε μακαρίας Θεοδώρας
το αγιώτατον λείψανον εδόξασεν ο Θεός μετά θάνατον, διότι, ανακομιδής
γενομένης, ευρέθη ακέραιον και αλώβητον, μυρίπνουν ευωδίαν αποπνέον και ιάματα
βρύον. Το πολύτιμον τούτο κειμήλιον προς της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό
των Τούρκων μετεφέρθη ακέραιον εις Κέρκυραν, αποθησαυρίζει δε ήδη τούτο εις
τους κόλπους αυτού ο εν Κερκύρα Μητροπολιτικός Ναός της Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης.
Δια τας αρετάς της ταύτας η μεν μήτηρ ημών Αγία Εκκλησία ανεκήρυξε την Θεοδώραν
Αγίαν, εορταζομένης της μνήμης της κατά την σήμερον ια΄ (11ην)
Φεβρουαρίου· ημείς δε εκλιπαρούμεν την Αγίαν Αυτής μεγαλειότητα ή την μεγάλην
Αυτής Αγιότητα, ίνα πρεσβεύη αενάως προς Κύριον υπέρ της Αγίας Ορθοδοξίας, την
οποίαν υπερήσπισε και εκράτυνεν. Αυτής αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ημών
ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017
Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017
Βλάσιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού
Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου
άθλησις του Αγίου Ιερομάρτυρος ΒΛΑΣΙΟΥ Επισκόπου γενομένου Σεβαστείας και της
εν Χριστώ συνοδείας αυτού.
Βλάσιος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού ήκμασε κατά τους χρόνους
Λικινίου του βασιλέως του κατά τα έτη τη΄ -
τκγ΄(308-323) βασιλεύσαντος, ήτο δε Επίσκοπος της εν Αρμενία Σεβαστείας.
Αλλά και πριν να μαρτυρήση και πριν ακόμη γίνη ούτος Επίσκοπος του Χριστού είχε
πολιτείαν θαυμαστήν και αξιέπαινον, διότι ήτο και αυτός ως ο μέγας Ιώβ, άκακος,
άμεμπτος, αληθινός και θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος.
Επειδή λοιπόν το καλόν και η αρετή επαινείται και από όλους τιμάται, εψήφισαν
αυτόν Επίσκοπον της Σεβαστείας· εκείνος δε αγαπών την ησυχίαν και το να σχολάζη
κατά μόνας εις τον Θεόν, επήγεν εις όρος τι, Άργαιον λεγόμενον, και εγκλεισθείς
εις σπήλαιον εκεί ευρισκόμενον προσέφερεν εις τον Θεόν καθαράς και αθορύβους
τας ευχάς και τοσούτον τον ηγάπων και ηυλαβούντο, όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά
και αυτά τα θηρία δια την πολλήν του αρετήν, ώστε ήρχοντο προς αυτόν και δεν
ήθελον να αναχωρήσωσιν, εάν δεν έβαλε την χείρα του επάνω εις αυτά να τα
ευλογήση. Κατ’ εκείνον λοιπόν τον καιρόν έστειλεν ο ηγεμών Αγρικόλας κυνηγούς
εις το όρος δια να κυνηγήσουν άγρια ζώα· ελθόντες δε ούτοι και εις το σπήλαιον
και ιδόντες συνηθροισμένον τόσον πλήθος ζώων, εθαύμαζον και ηπόρουν και ελθόντες
πλησιέστερον είδον και τον Άγιον εκεί προσευχόμενον· ταύτα ιδόντες εκείνοι
επέστρεψαν ευθύς εις τον ηγεμόνα και του ανήγγειλαν το γεγονός. Ο δε ηγεμών
έστειλε παρευθύς αυτούς ομού με άλλους στρατιώτας να συλλάβουν τον Άγιον και
όσους άλλους Χριστιανούς εύρουν. Φθάσαντες δε οι απεσταλμένοι εύρον τον Άγιον
πάλιν προσευχόμενον και του είπον· «Έξελθε, ο ηγεμών σε καλεί». Τούτους ιδών ο
θείος Βλάσιος δεν εταράχθη, δεν εδειλίασεν, ούτε ελυπήθη καθόλου, αλλά εχάρη
κατά πολλά και είπε προς αυτούς ηρέμως· «Ελάτε, τέκνα, ας υπάγωμεν μαζί, διότι
σήμερον με ενεθυμήθη ο Θεός και μου εφανέρωσε ταύτην την νύκτα την έλευσίν
σας». Ενώ λοιπόν εβάδιζον καθ’ οδόν, πολλοί Έλληνες βλέποντες την πραότητα του
Αγίου επέστρεφον εις θεογνωσίαν, εβοήθουν δε προς τούτο και αι άγιαι αυτού
ευχαί. Ιατρεύοντο δε και οι ασθενείς, όχι μόνον άνθρωποι, αλλά και ζώα διάφορα.
Κατ’ αυτάς δε τας ημέρας συνέβη και το εξής: εις υιός μονογενής γυναικός τινος,
ενώ έτρωγεν οψάριον, εκάθισεν εις τον λαιμόν του άκανθα και παρευθύς έμεινεν
άφωνος· η δε μήτηρ του, τούτο ιδούσα, επληγώθη από την λύπην της περισσότερον
από τον υιόν της και μαθούσα τα θαύματα του Αγίου, επήγε προς αυτόν και του
έλεγε μεγαλοφώνως να την λυπηθή, διότι εντός ολίγου έμελλε να αποθάνη ο υιός
της. Ο δε Άγιος ευσπλαγχνισθείς αυτήν προσηυχήθη λέγων· «Ο Θεός ο εισακούων
τους εν αληθεία επικαλουμένους αυτόν, επάκουσόν μου και την εμπαγείσαν εις τον
παίδα άκανθαν έκβαλε δια της θείας σου δυνάμεως και δος εις αυτόν ταχέως την
θεραπείαν του· και εις το εξής, αν ήθελε συμβή ή εις ανθρώπους ή εις ζώα κανέν
τοιούτον κακόν και επικαλεσθή το όνομά σου, λέγων· «Ο Θεός, δια πρεσβειών του
δούλου σου Βλασίου, βοήθησον, χάρισαι εις αυτούς ταχέως την ιατρείαν εις δόξαν
του μεγάλου σου Ονόματος». Ταύτα ειπόντος του Αγίου ευθύς έγινεν υγιές και
χωρίς πόνον το παιδίον, η δε μήτηρ του ελησμόνησε την προτέραν της λύπην από
την άμετρον χαράν της. Ήτο δε ο Άγιος και άριστος ιατρός και εις πολλούς τόπους
περίφημος. Άξιον διηγήσεως είναι και το ιλαρώτατον τούτο· γυναικός τινος χήρας
και πτωχής ήρπασεν ο λύκος ένα χοίρον, τον οποίον και μόνον είχε δια πλούτον
της· έδραμε λοιπόν και αυτή εις τον Άγιον εκεί εις τον δρόμον όπου τον έφερον
οι στρατιώται και έκλαιε την συμφοράν της. Ο δε Άγιος υπομειδιάσας είπε προς
αυτήν· «Μη λυπείσαι, ω γύναι, και τώρα, εντός ολίγου, θα σου τον φέρη γερόν». Ο
λύκος λοιπόν ευθύς έχασε το φυσικόν του ιδίωμα και επιστρέψας τον χοίρον τον
έδωκεν εις την γυναίκα. Φθάσας δε ο Άγιος εις την Σεβάστειαν, ευθύς, κατά
προσταγήν του ηγεμόνος, τον εφυλάκισαν. Κατά δε την επομένην ημέραν καθήσας ο
ηγεμών εις το κριτήριον, επρόσταξε και έφεραν τον Άγιον, ήρχισε δε πρώτον να
του ομιλή με πραότητα και προσποιητήν φιλίαν λέγων· «Χαίροις, Βλάσιε, φίλε των
μεγάλων θεών». Λέγει ο Μάρτυς· «Χαίροις και συ, κράτιστε ηγεμών, πλην μη
ονομάζης θεούς τους δαίμονας· γνώριζε δε ότι όσοι τιμώσιν αυτούς, θα
φλογίζονται ομού μετ’ αυτών εις το αιώνιον πυρ». Ταύτα ακούσας ο κριτής εθυμώθη
και επρόσταξε να δείρουν τον Άγιον με ραβδία χοντρα. Ο δε Άγιος ραβδιζόμενος
είπε· «Μη νομίζης, αναίσθητε, ότι ανθρώπιναι τιμωρίαι και δυνάμεις ημπορούν να
νικήσουν την αγάπην και δύναμιν του Χριστού, όστις μου ελαφρύνει τους πόνους».
Αφού είπε ταύτα ο Άγιος, τον έστειλε πάλιν εις την φυλακήν ο άρχων. Μαθούσα δε
η ευσεβής εκείνη και πτωχή χήρα τους αγώνας του Αγίου, και θέλουσα να δείξη
ευχαριστίαν και να τον τιμήση, έσφαξε τον χοίρον, τον οποίον της έφερεν οπίσω ο
λύκος δια προσταγής του Αγίου· ψήσασα δε την κεφαλήν και τους πόδας, λαβούσα δε
και όσπρια και οπωρικά ήλθεν εις την φυλακήν χωρίς να φοβηθή τους φύλακας·
μάλιστα δε, επειδή είχε νυκτώσει, ήναψε και κηρία, και προσπεσούσα εις τους
πόδας του Αγίου τον παρεκάλει να φάγη εκ των προσκομισθέντων. Ο δε Άγιος
υπακούσας εις την γυναίκα και ευχαριστήσας αυτήν έφαγεν εκ των φαγητών και την
ηυλόγησε δια την καλήν της προαίρεσιν. Είτα είπε προς αυτήν· «Ούτω εόρταζέ με
κάθε χρόνον και ελπίζω εις τον Θεόν ότιδεν θέλει λείψει η αγαθωσύνη του από τον
οίκον σου· και όστις άλλος σε μιμηθή, θέλει λαμβάνει και εκείνος μεγάλην
ευλογίαν πάντοτε εκ Θεού». Αφού δε η μακαρία εκείνη χήρα έλαβε ταύτην την καλήν
εντολήν και ευλογίαν παρά του Αγίου ανεχώρησε δια τον οίκον της. Ο δε ηγεμών
έφερε πάλιν τον Μάρτυρα εις το κριτήριον και του λέγει· «Θυσιάζεις, Βλάσιε, εις
τους θεούς ή θέλεις να θανατωθής»; Ο Μάρτυς είπεν· «Όστις έχει γνώσιν δεν
θυσιάζει εις θεούς, κατεσκευασμένους από χείρας ανθρώπων». Ταύτα ειπόντος του
Μάρτυρος τον εκρέμασαν ευθύς εις ξύλον και εξέσχιζον τας πλευράς του· όμως και
ούτω βασανιζόμενος ουδόλως επτοήθη, αλλ’ έλεγεν· «Εγώ δεν φοβούμαι τας κολάσεις
σου, επειδή αποβλέπω εις τας αιωνίους ανταποδόσεις». Αφού δε τον κατεβίβασαν
από το ξύλον, τον έστειλαν πάλιν εις την φυλακήν· ηκολούθουν δε εις τον δρόμον
επτά γυναίκες ευσεβείς και ενάρετοι και ηλείφοντο με σταγόνας εκ των αιμάτων
του Αγίου θεωρούσαι αυτάς πολυτιμοτέρας από το καλλίτερον μύρον· δια τούτο
έλαβον και τον μισθόν της πίστεως αυτών και έγιναν εις αυτάς αιτία να λάβουν
τον στέφανον του Μαρτυρίου, διότι ευθύς συνελήφθησαν ως Χριστιαναί. Επρόσταξε
δε αυτάς ο κριτής να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, εκείναι δε αι ευλογημέναι
ετεχνεύθησαν τέχνην και γνώσιν σοφωτάτην, λέγουσαι· «Ανίσως και θέλης να
θυσιάσωμεν, βάλε εις σάκκον τους θεούς και σφράγισέ τους, έπειτα άφες μας να
υπάγωμεν εις την λίμνην, η οποία είναι εδώ πλησίον, και αφ’ ου νιφθώμεν και
καθαρισθώμεν να τους προσκυνήσωμεν». Επείσθη λοιπόν ο ηγεμών και έκαμε κατά τον
λόγων των· φθάσασαι δε εκείναι εις την λίμνην έρριψαν τα είδωλα εις το βάθος
της λίμνης, λέγουσαι· «Ούτω σας πρέπει, επειδή σεις εγίνατε αίτιοι να πέσουν
πολλοί εις τον βυθόν της απωλείας». Τούτο μαθών ο ηγεμών εξηγριώθη σφόδρα και
επρόσταξε να φέρουν τας γυναίκας ενώπιόν του, τούτου δε γενομένου λέγει προς
αυτάς· «Διατί μετεχειρίσθητε δόλον κατά των θεών»; Εκείναι του είπον· «Ο
αληθινός Θεός δεν φοβείται ποτέ από δόλους». Τότε ο ηγεμών επρόσταξε και ήναψαν
κάμινον εντός της οποίας ανέλυσε μόλυβον, έφερον δε και σιδηρά κτένια, από δε
το άλλο μέρος έφερον φορέματα λαμπρά και έλεγεν εις αυτάς να εκλέξουν εν από τα
δύο, ή να θυσιάσουν δια να τιμηθούν, ή να θανατωθούν με επώδυνον θάνατον. Μία
δε από αυτάς, μήτηρ δύο παίδων, αρπάσασα το λαμπρόν φόρεμα, το έρριψεν εις την
κάμινον και το κατέκαυσε, τα δε δύο τέκνα της έλεγον· «Μη μας αφήσης να χαθώμεν
εις την γην ταύτην, αλλά καθώς μας έθρεψας με το μητρικόν σου γάλα, ούτω
πλούτισόν μας από Βασιλείαν ουρανών». Ο
δε ηγεμών τότε μεν επρόσταξε και κρεμάσαντες αυτάς τας εξέσχιζον με τα σιδηρά
κτένια, θαύμα δε τότε ηκολούθησε, διότι αντί αίματος έρρεε γάλα και εφαίνοντο
λαμπραί ωσάν τας χιόνας. Επειδή Άγγελοι Θεού κατελθόντες ιάτρευον τα κοπτόμενα
μέλη των και έλεγον προς αυτάς· «Μη φοβείσθε· διότι ο καλός εργάτης δεν πρέπει
μόνον να αρχίζη, αλλά και να τελειώση το έργον δια να λάβη και τέλειον τον
μισθόν του κόπου του· ούτω πρέπει και σεις να τελειώσετε καλώς τους αγώνας σας,
δια να επιτύχετε και της αιωνίου ζωής παρά Θεού». Τότε ο ηγεμών κατεβίβασεν
αυτάς από το ξύλον και δια προσταγής του τας έρριψαν εις την κάμινον,
ηκολούθησε δε πάλιν θαύμα όμοιον του θαύματος των Αγίων Τριών Παίδων· διότι και
η φλόγα εσβέσθη και αυταί εξήλθον αβλαβείς από την κάμινον. Η πονηρά όμως ψυχή
του ηγεμόνος βλέπουσα ταύτα έλεγε το γενόμενον μαγείαν και τας επρόσταξε πάλιν
να θυσιάσωσιν· εκείναι δε του είπον· «Μη πλανάσαι, διότι ημείς εισήχθημεν πλέον
εις την Βασιλείαν των ουρανών». Θυμωθείς λοιπόν ο ηγεμών επρόσταξε να τας
αποκεφαλίσωσι και φθάσασαι εις τον τόπον του Μαρτυρίου προσηυχήθησαν αι Άγιαι,
λέγουσαι· «Κύριε Βασιλεύ, δεόμεθά σου, συναρίθμησόν μας με την Πρωτομάρτυρά σου
Θέκλαν δια των ιερών ευχών του Ιερωτάτου Πατρός ημών Βλασίου, ο οποίος έγινεν
οδηγός μας προς την άθλησιν ταύτην και εις την απόλαυσιν της αιωνίου ζωής».
Ούτω δε εκείνων προσευχομένων, ήλθον και τα δύο τέκνα προς την μητέρα των
λέγοντα· «Οι στέφανοί σας είναι τώρα έτοιμοι παρά του επουρανίου Βασιλέως,
παραδώσατε λοιπόν και ημάς εις τον Αθλητήν του Χριστού Βλάσιον». Και τούτο μεν
ούτως έγινεν· ο δε δήμιος βιαζόμενος έκοψε τας κεφαλάς των Αγίων γυναικών,
καρπόν ούσας αληθώς του θείου Βλασίου και καύχημα της ημετέρας πίστεως. Τότε
λοιπόν έφεραν από την φυλακήν εις το κριτήριον και τον θείον Βλάσιον, εις τον
οποίον είπεν ο ηγεμών· «Θυσιάζεις, Βλάσιε, ή όχι»; Ο δε Άγιος είπε· «Ποίος,
έχων γνώσιν, ήθελε καταδεχθή να προσκυνή τοιαύτα βδελύγματα»; Ο ηγεμών είπεν·
«Ανίσως και σε ρίψω εις την λίμνην, ημπορεί ο Θεός σου να σε φυλάξη»; Και ο
Άγιος είπε προς αυτόν· «Δοκίμασε να εννοήσης». Τότε ο ηγεμών επρόσταξε και
έρριψαν τον Άγιον εις την λίμνην. Εκείνος δε ποιήσας το σημείον του Τιμίου
Σταυρού εκάθητο αβλαβής επάνω των υδάτων ως επί ξηράς και έλεγεν εις τους
παρεστώτας Έλληνας· «Αν έχουν και οι θεοί σας καμμίαν δύναμιν, εισέλθετε και
σεις να ίδωμεν». Ακούσαντες δε οι ανόητοι εκείνοι και υπερήφανοι επήδησαν εντός
της λίμνης, εξήκοντα οκτώ άνδρες, και ευθύς οι άθλιοι επνίγησαν. Άγγελος δε
Κυρίου καταβάς, εχαιρέτησε τον Άγιον κατά πολλά περιχαρώς και ιλαρώς και του
λέγει· «Έξελθε και λάβε τον ητοιμασμένον σοι παρά Χριστού στέφανον». Ο Μάρτυς
τότε εξήλθε περιπατών επί των υδάτων ωσάν εις στερεάν γην, έλαμπε δε το
πρόσωπόν του ώσπερ τον ήλιον. Ο δε ηγεμών πάλιν του είπεν· «Διατί, Βλάσιε, δεν
θυσιάζεις εις τους θεούς»; Και ο Άγιος του λέγει· «Εγώ είμαι δούλος του Χριστού
και δεν προσκυνώ δαίμονας». Απελπισθείς λοιπόν ο ηγεμών απεφάσισε λέγων ούτω·
«Επειδή ο Βλάσιος ούτε εις εμέ επείσθη ούτε εις την προσταγήν του βασιλέως,
έπνιξε δε και τους εξήκοντα οκτώ στρατιώτας, προστάζω να τον αποκεφαλίσωσιν
ομού με τα δύο παιδία». Ως ήκουσεν ο Άγιος την απόφασιν, προσηυχήθη προς Κύριον
λέγων· «Κύριε ο Θεός των Δυνάμεων, επάκουσόν μου του δούλου σου και δος την
βοήθειάν σου εις όποιον με επικαλεσθή, ή εις ασθένειαν, ή εις πάσαν άλλην
ανάγκην προς δόξαν του Αγίου Ονόματός σου». Τοιαύτα εκείνος ηύξατο, ο δε Θεός
επήκουσε της δεήσεώς του· παραλαβών δε ο δήμιος τον Άγιον από το κριτήριον ομού
με τα δύο βρέφη τους ωδήγησεν εις τον τόπον του Μαρτυρίου και εκεί έκοψε τας
ιεράς κεφαλάς αυτών επάνω εις μίαν πέτραν, ένδοθεν του τείχους της Σεβαστείας.
Και τότε μεν πιστοί τινες, ως ηδυνήθησαν, έθαψαν το τίμιον αυτού σώμα μετά των
παίδων. Ύστερον δε γυνή τις ευσεβής και φιλόθεος επεμελήθη και εκόσμησε τον
τάφον των. Μαθούσα δε και η ευσεβής εκείνη χήρα και γραία την τελείωσιν του
Αγίου, δεν ελησμόνησε την παραγγελίαν αυτού και κάθε χρόνον τον εώρταζεν.
Εσυνήθισαν δε και πολλοί άλλοι εις τούτο μιμηθέντες αυτήν και εώρταζον τον
Άγιον λαμπρώς, πάντες δε απελάμβανον τας ευλογίας και τας αντιδόσεις
πλουσιοπαρόχως. Εμαρτύρησε δε ο θείος Βλάσιος εις την πόλιν Σεβάστειαν, όταν
εις αυτήν ηγεμόνευεν, ως είπομεν, ο Αγρικόλας, από τον οποίον και το μαρτυρικόν
τέλος και τον δια Χριστόν θάνατον υπέφερε. Και νυν μεν εν ουρανοίς απολαμβάνει
την εν Χριστώ ζωήν δια παντός ευφραινόμενος, χαρίζων εις όλους εκείνους, οι
οποίοι τον επικαλούνται μετά πίστεως, σωτηρίαν ψυχής τα και σώματος εις δόξαν
του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί
και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10Η) Φεβρουαρίου, διήγησις φρικωδεστάτου θαύματος περί ΥΠΑΚΟΗΣ προς τους γονείς και σεβασμού της ιεράς ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.
Κατά τας ημέρας του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου, του βασιλεύσαντος κατά
τα έτη 379-395, ήτο εις την Κωνσταντινούπολιν άνθρωπός τις ενάρετος εις την
πολιτείαν και πλούσιος κατά πολλά εις την νεότητα, έχων υιόν μονογενή ονόματι
Θεόφιλον. Εις δε το γήρας αυτού επτώχευσε πολύ και μη έχων τα αναγκαία του
σώματος, είπε προς τον υιόν αυτού· «Τέκνον μου, ιδού, καθώς βλέπεις, εγώ είμαι
αδύνατος και πτωχός, τόσον ώστε δεν έχω πώς να αντεπεξέλθω εις τας ανάγκας της
ζωής. Λοιπόν θέλω να σε παρακαλέσω να μου κάμης μίαν χάριν δια να σωθώ και εγώ
ο ταπεινός εις το γήρας μου και συ πάλιν να αξιωθής, δια την υπακοήν σου, της
ουρανίου μακαριότητος». Ο δε απεκρίνατο· «Λέγε μοι, πάτερ, ό,τι ορίσης και εγώ
δεν θέλω παρακούσει τας εντολάς σου». Τότε ο γέρων λέγει προς τον υιόν του· «Ο
μακάριος Αβραάμ είχεν ένα υιόν εξ επαγγελίας και επήγεν εις το βουνόν να τον
σφάξη, εκείνος δε ο ευλογημένος δεν έστρεψεν οπίσω, αλλά και τα ξύλα εβάσταζε
μετά χαράς και μετά προθυμίας ηκολούθει τον πατέρα του. Όχι δε μόνον ούτος,
αλλά και άλλοι πολλοί υπήκουσαν τους πατέρας των και δεν εζημιώθησαν. Ούτω κάμε
και συ, υιέ μου παμφίλτατε, υπάκουσον την εντολήν μου και ελπίζω εις τον
φιλάνθρωπον Θεόν, ότι δεν θέλεις λυπηθή δι’ αυτό». Λέγει προς αυτόν ο Θεόφιλος·
«Μήπως θέλεις και συ να με θανατώσης»; Εκείνος δε απεκρίνατο· «Μη γένοιτο,
τέκνον, να πράξω τοιαύτην ανομίαν. Αλλά μίαν εντολήν ποίησον και καταδέξου να
σε πωλήσω ως δούλον μου, να πορευθώ εις το γήρας μου, δια να μη περιέρχωμαι ως
πένης και άπορος ζητών ελεημοσύνην και ο ελεήμων Θεός θέλει κάμει έλεος εις σε
δια την καλωσύνην σου ταύτην, να σου δώση πλούτον άπειρον εις τούτον τον κόσμον
και την ψυχήν σου να αναπαύση εις τους κόλπους του Αβραάμ. Έτι δε και δευτέραν
εντολήν μου φύλαξον έως την ώραν του θανάτου σου. Οιανδήποτε υπηρεσίαν και αν
έχης και όπου να σε στείλη ο αυθέντης σου, ενθυμού να πηγαίνης πρότερον εις την
αγίαν ιερουργίαν, όταν είναι καιρός, έπειτα πάλιν πήγαινε εις την εργασίαν σου
μετά την απόλυσιν της Εκκλησίας. Ομοίως έχε εις την Παναγίαν πολλήν ευλάβειαν.
Εάν κάμης ούτως, θέλει σε λυτρώσει ο Κύριος από μέγαν και αφόρητον κλύδωνα».Ο
δε υιός απεκρίνατο μετά προθυμίας· «Ως θέλεις, πάτερ μου, ποίησον». Κατά την
επομένην ημέραν επώλησεν ο πατήρ, όστις ωνομάζετο Ιουλιανός, τον υιόν του εις
πατρίκιον τινα, άρχοντα του παλατίου, Κωνσταντίνον ονόματι, όστις ηγάπησε τον
νέον πάρα πολύ δια την μεγάλην του υπακοή, την σωφροσύνην, την ταπείνωσιν, την
ωραιότητα του προσώπου, την γνώσιν του και δια τα γράμματα τα οποία εγνώριζε
και τον είχε πάντοτε εις την συνοδείαν αυτού και την τράπεζάν του, διότι τον
υπηρέτει επιμελώς. Εν μια δε των ημερών, απερχόμενος εις τα βασίλεια ο αυθέντης
του, ελησμόνησε τον χαρτοφύλακά του, εις τον οποίον είχε τους βασιλικούς
ορισμούς. Έστειλε λοιπόν τον Θεόφιλον να δράμη ταχέως να του τον φέρη. Ο δε
νέος έτρεχεν ως ηδύνατο. Εισελθών δε εις το δωμάτιον του πατρικίου θαρρετά,
ήρπασε τον χαρτοφύλακα. Την ώραν δε εκείνην εκείτετο εις την κλίνην η γυνή του
πατρικίου με ένα δούλον της και εμοιχεύετο. Ο δε νέος, από την βίαν του, δεν
τους αντελήφθη. Εκείνοι όμως οι άθλιοι, οι οποίοι έκαμναν την αμαρτίαν,
εμελέτησαν κατ’ αυτού κενά και μάταια. Ελθών δε ο πατρίκιος, είπε προς αυτόν η
γυνή του· «Δια τούτο ηγόρασες τον δούλον αυτόν, δια να έλθη εις την κλίνην να
με μοιχεύση ο αναίσχυντος; Και αν δεν ήθελα φωνάξει να με βοηθήση ο δείνα,
έπαιρνε την τιμήν μου ο ασεβέστατος· μήπως είμαι εγώ από άτυχον γένος και με
κατεφρόνησες; Εις την ευχήν των γονέων μου και την σωτηρίαν της ψυχής μου, σε
προειδοποιώ ότι, εάν αύριον δεν ίδω την κεφαλήν αυτού του αυθάδους και
παντόλμου δούλου κομμένην, δεν σταματώ πλέον μίαν ώραν εις την οικίαν σου, αλλά
χωρίζομαι από σε και λαμβάνω την προίκα μου». Ταύτα ακούσας ο πατρίκιος εθυμώθη
κατά του δούλου και της υπεσχέθη να κάμη το θέλημά της εξ αποφάσεως. Την
επαύριον συνηντήθη εις το παλάτιον με τον έπαρχον και του λέγει· «Αύριον το
πρωϊ θα σου στείλω ένα δούλον μου και ως έλθει κόψε την κεφαλήν του, βάλε την
εις ένα σάκκον, βούλωσέ την και να μου την στείλεις». Ο δε έπαρχος απεκρίνατο·
«Εγώ δεν κάμνω άδικον κρίσιν, μόνον ας μαρτυρήσουν τρεις άνθρωποι γραφικώς, ότι
είναι άξιος θανάτου, και τότε να τον φονεύσω». Τότε ο πατρίκιος είπεν ενώπιον
τριών μαρτύρων την κατηγορίαν, λέγων· «Δούλον νέον ηγόρασα και αυτός ο άθλιος
εδυνάστευ την κυρίαν του να κοιμηθή μετ’ αυτής». Ταύτα ειπών έγραψε τον θάνατον
αυτού δια της ιδίας του χειρός και τότε εδέχθη ο έπαρχος να τον θανατώση. Όταν
δε εξημέρωσεν, εκάλεσεν ο πατρίκιος τον ανεύθυνον, λέγων προς αυτόν· «Άπελθε
εις τον έπαρχον και ειπέ του ότι τον χαιρετώ και να μου στείλη απόκρισιν».
Απερχόμενος λοιπόν ο καλός δούλος επέρασεν από Ναόν τινα της Υπεραγίας
Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τον οποίον ελειτούργουν και ανεγίνωσκον τον
Απόστολον. Τότε ενεθυμήθη την πατρικήν παραγγελίαν και εισελθών εις την Εκκλησίαν
έμεινεν έως την απόλυσιν. Ο δε κάκιστος δούλος, όστις εμοίχευε την πατρικίαν,
βλέπων, ότι ήργησε να στείλη την κεφαλήν ο έπαρχος, είπε προς τον πατρίκιον·
«Υπάγω εγώ να την φέρω, εάν ορίζης». Ο δε πατρίκιος είπε προς αυτόν· «Άπελθε».
Έδραμε λοιπόν τρέχων ο κακός δούλος, ωσάν να έμελλε να λάβη θησαυρόν πολύτιμον
και φθάσας εις την οικίαν του επάρχου εισελθών εχαιρέτησεν αυτόν εξ ονόματος
του πατρικίου. Εκεί όμως εστέκετο κρυφίως ο δήμιος με την ακονισμένην σπάθην
και έκοψε την κεφαλήν αυτού πάραυτα, την οποίαν έβαλαν εις λεκάνην και
πλύναντες αυτήν ετύλιξαν εις μανδήλιον και την έβαλαν εις σάκκον, όταν δε
ήθελον να σφραγίσουν τον σάκκον, ιδού έφθασε και ο πιστός και άδολος δούλος,
όστις πρότερον ελειτουργήθη, και χαιρετήσας τον έπαρχον έλαβε παρ’ αυτού την
κεφαλήν σφραγισμένην εις τον σάκκον, μη γνωρίζων τι περιέχει εντός αυτού. Όταν
δε ούτος επήγεν εις τον πατρίκιον και τον είδον όλοι, εθαύμασαν και μάλιστα η
κυρία του, διότι ενώ τον έστειλε δια να του κόψουν την κεφαλήν αυτός επέστρεψε
ζων. Ερωτήσαντες δε αυτόν τι εκράτει, απεκρίθη λέγων· «Καθώς παρήγγειλες, κύριέ
μου, εχαιρέτησα τον έπαρχον και ευθύς μου έδωκεν αυτό το πράγμα να σου φέρω,
αλλά δεν γνωρίζω τι έχει μέσα». Λαβόντες τότε αυτό οι υπηρέται και
αποσφραγίσαντες, εύρον την κεφαλήν του μοιχού. Η δε μοιχαλίς ετρόμαξε και
έμεινεν άλαλος ώραν πολλήν. Έπειτα, αφ’ ου συνήλθεν ο νους της, κατενόησε την
δικαίαν απόφασιν του Θεού. Και φοβηθείσα μήπως πάθη τα όμοια και αυτή ως κακού
αίτιος, έκλαυσεν εξ όλης καρδίας και ωμολόγησε παρρησία την ανομίαν της, λέγουσα·
«Εγώ, αυθέντη μου, η αθλία και ταλαίπωρος, είμαι η αφορμή του κακού και
φοβούμαι μήπως πάθω κατά τα έργα μου. Ότι «ου γαρ εστι κρυπτόν», κατά την του
Κυρίου φωνήν, «ο ου φανερόν γενήσεται» (Λουκ. η: 17). Εγώ, κύριέ μου, έκαμνα
την πονηράν αμαρτίαν με τον φονευθέντα δούλον επί τρεις και ήμισυ σήμερον χρόνους, και δεν το εγνώριζες.
Ούτος δε ο νέος δούλος είναι καθαρός από εμέ και αμαρτίαν ποσώς δεν έπραξεν,
αλλά αδίκως τον κατηγόρησα η ταλαίπωρος. Διο δίκαιος ο Κύριος και δικαιοσύνας
ηγάπησεν, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού· λοπόν, αυθέντα μου, συγχώρησόν
μοι δια τους οικτιρμούς του Θεού και υπόσχομαι να μη σου πταίσω πλέον από την
σήμερον». Κατέλαβε λοιπόν άπαντας φρίκη και έκστασις και εδόξασαν τον
φιλάνθρωπον Κύριον, ότι ουδέποτε παραβλέπει τον ποιούντα το θέλημα αυτού. Τότε
ο πατρίκιος ηρώτησε τον νέον να είπη πάντα τα κατ’ αυτόν, ήτοι την πολιτείαν
του και τας αρετάς του. τότε αυτός διηγήθη την προτέραν ευγένειαν του πατρός
του, την εσχάτην του πενίαν, την υπακοήν την οποίαν έκαμε να πωληθή ως δούλος
δια να περιθάλψη το γήρας του και την παραγγελίαν, την οποίαν εκείνος του έδωσε
να πηγαίνη εις την ιεράν Λειτουργίαν και τα επίλοιπα. Ο δε πατρίκιος, ταύτα
ακούσας, είχεν πλέον αυτόν ουχί ως δούλον, αλλ’ ως υιόν αυτού γνήσιον
συνεσθίοντα μετ’ αυτού και συναυλιζόμενον. Όχι δε μόνον ταύτα, αλά και
κληρονόμον τον έγραψεν εις όλον τον πλούτον του. Διο και ημείς, αγαπητοί, ας
φοβηθώμεν τα κρίματα του Θεού και ας πηγαίνωμεν τακτικά εις την Εκκλησίαν, ας
ιστάμεθα μετά φόβου και τρόμου μέχρι της απολύσεως, ως εάν εβλέπαμεν και με τους
αισθητούς οφθαλμούς αυτόν τον Δεσπότην Χριστόν, όστις μέλλει να μας κρίνη κατά
την φοβεράν εκείνην ημέραν της κοινής αναστάσεως, και να μη εξερχώμεθα του Ναού
χωρίς να τελειώση η ακολουθία. Ούτε να τολμήση τις να ομιλήση εν αυτή ουδόλως,
διότι όστις εξέρχεται της Εκκλησίας χωρίς ανάγκης μεγάλης, ή είπη τίποτε περί
σωματικών φροντίδων, μιμείται τον Ιούδαν, όστις ηγέρθη από τον δείπνον και
απελθών επρόδωσε τον Χριστόν, ο αχάριστος.
Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2017
Του Οσίου ΖΗΝΩΝΟΣ.
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10η) Φεβρουαρίου, μνήμη του
Οσίου Πατρός ημών ΖΗΝΩΝΟΣ.
Ζήνων ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, υιός
πλουσίων και περιφανών γονέων, ετύγχανε δε διακομιστής των γραμμάτων του
βασιλέως Ουάλεντος, ήτοι ήτο γραμματοφόρος εν έτει τξε΄ (365). Αφ’ ου δε
απέθανεν ο Ουάλης, ευθύς απέρριψε την στρατιωτικήν ζώνην και ευρών τάφον
μεγάλον (πολλούς δε τάφους μεγάλους έχει το βουνόν της Αντιοχείας) εισήλθεν εις
αυτόν και εκαθάριζε την ψυχήν του δια των πόνων της ασκήσεως. Όθεν, τούτου
χάριν, δεν είχε λύχνον ούτε κιβώτιον ούτε τράπεζαν ούτε βιβλίον ούτε στρώμα. Η
στρωμνή του ήτο μία στιβάς από χόρτα και άλλα τινά, τα οποία ήσαν εστρωμένα επί
πετρών· ένδυμα είχεν εν παλαιόν ράσον· η τροφή του ήτο άρτος μικρός, ο οποίος
εδίδετο εις αυτόν ανά δύο ημέρας από ένα φίλον του, το δε ύδωρ το έφερεν από
μακρινόν τόπον ο ίδιος. Από τους ασκητικούς λοιπόν τούτους πόνους έλαβεν ο
αοίδιμος πολλήν Χάριν παρά Θεού. Όθεν, αν και η γενομένη εις εκείνα τα μέρη
καταδρομή των Ισαύρων έβλαψε πολλούς Ασκητάς και Μοναχούς, οι οποίοι
κατεσφάγησαν υπ’ αυτών, τούτον όμως τον Όσιον τελείως δεν ηδυνήθη να βλάψη.
Μάλλον δε ούτος εκείνους έβλαψε, τυφλώσας τους οφθαλμούς των με την προσευχήν
του, ώστε δεν έβλεπον την είσοδον του κελλίου του· δεν έζησε δε μετά ταύτα
πολύν καιρόν, αλλά από τους κόπους της ασκήσεως απήλθε προς απόλαυσιν της άνω
μακαριότητος.
Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Παρθένων ΕΝΝΑΘΑ, ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΗΣ και ΠΑΥΛΟΥ.
Ενναθά, Ουαλεντίνη και Παύλος οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες ηξιώθησαν
των μαρτυρικών στεφάνων εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης· και η μεν παρθένος
Ενναθά κατήγετο από την πόλιν Γάζαν την εν τη Ιουδαία ευρισκομένην, ήτις και
Κωνσταντία ωνομάζετο, η δε Ουαλεντίνη παρθένος ούσα και αυτή κατήγετο από την
Καισάρειαν. Ότε δε εγίνετο ο κατά των Χριστιανών διωγμός, συλληφθείσα η γενναιοτάτη
παρθένος Ενναθά, ωδηγήθη εις τον ηγεμόνα Φιρμιλιανόν, όστις καθήσας εις το
κριτήριον ηρώτησεν αυτήν αν αρνήται τον Χριστόν. Επειδή δε εκείνη δεν επείθετο,
κρεμάται εις ξύλον και καταξεσχίζεται τας πλευράς με ραβδισμούς όχι μίαν φοράν
ή δύο, αλλά πολλάκις. Η δε τιμία Ουαλεντίνη, μη υποφέρουσα να βλέπη την
απανθρωπίαν και θηριότητα, την οποίαν εδείκνυεν ο ηγεμών κατά της παρθένου
Ενναθά παρουσιάσθη και αυτή εις αυτόν και τον ήλεγξε δια την σκληρότητά του.
Παρευθύς τότε επροστάχθη, και αυτή να θυσιάση εις τα είδωλα, διότι είχεν
ετοιμασθή εκεί πλησίον εις το δικαστήριον βωμός. Ότε δε εφέρθη η Αγία πλησίον
εις τον βωμόν, ελάκτισεν αυτόν με τους πόδας της και τον κατεκρήμνισεν ομού με
το πυρ, το οποίον είχεν επάνω. Τότε ο τύραννος, θυμωθείς, έδωκε τόσα βάσανα εις
τα πλευρά της Αγίας, ώστε αδύνατον είναι να τα διηγηθή τις. Απελπισθείς λοιπόν
ο τύραννος και από τας δύο παρθένους, απεφάσισε να θανατώσωσιν αυτάς με πυράν
και ούτως αι μακάριαι Κόραι απέλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου. Μετά ταύτα
εισήλθεν ο Άγιος Παύλος εις τον αγώνα και αφού πρώτον εδοκίμασε διαφόρους
βασάνους και εφυλάχθη αβλαβής από όλους με την Χάριν του Χριστού, κατεδικάσθη
να θανατωθή δια ξίφους· όθεν ευχαριστήσας τον Θεόν και προσευχηθείς δια τους
ομοπίστους, εδέχθη την αποτομήν της τιμίας αυτού κεφαλής και ούτω παρέδωκε την
ψυχήν του εις χείρας Θεού, από τον οποίον και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον.
Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 2017
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Χαράλαμπος
Τη Ι΄ (10η)
του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ.
Χαράλαμπος ο Άγιος Ιερομάρτυς, ο χαριέστατος και λαμπρότατος του Κυρίου
θύτης και Αθλητής, απάσης της Ελλάδος το καύχημα και των πιστών το αγαλλίασμα,
ήτο από την Μαγνησίαν και ιεράτευεν εις αυτήν επί πολλούς χρόνους, μέχρι των
ημερών του ασεβεστάτου βασιλέως Σεβήρου του κατά τα έτη σκβ΄ -- σλη΄ (222-238)
βασιλεύσαντος και Λουκιανού του ηγεμόνος, ότε συλληφθείς υπ’ αυτών υπέστη τον
δια του Μαρτυρίου θάνατον δια την πίστιν και την αγάπην του Χριστού. Και πως,
ακούσατε: Ο παμβασιλεύς και Κύριος ημών Ιησούς Χριστός διδάσκει ημάς εις το
θείον και Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι αν θέλωμεν να ακολουθήσωμεν οπίσω Αυτού πρέπει
να απαρνηθώμεν πρότερον τον εαυτόν μας, να σηκώσωμεν και ημείς επί των ώμων τον
Σταυρόν μας και ούτω να τον ακολουθήσωμεν. Τούτο κατώρθωσαν πολλοί θαυμάσιοι
και αγιώτατοι άνθρωποι, καθώς ήσαν οι Ασκηταί και Ερημίται, οι οποίοι
απηρνούντο τον κόσμον και τα εγκόσμια, τας απολαύσεις του σώματος, τον πλούτον
και την δόξαν και έφευγον εις τας ερημίας, περί ουδενός άλλου φροντίζοντες,
ειμή μόνον περί του πώς να αρέσωσιν εις τον Ποιητήν και Πλάστην των Θεόν.
Τοιούτοι εστάθησαν και οι σοφώτατοι Διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι ένα
και μόνον σκοπόν είχον, πώς να ωφελήσωσι ψυχάς ανθρώπων, πώς να επιστρέψωσι
τους πεπλανημένους εις τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας, πώς να στερεώσουν τους
πιστούς εις την Ορθοδοξίαν. Δεν εφρόντιζον ούτοι ούτε δι’ ανάπαυσιν του
σώματος, ούτε δια πλούτον και κτήματα, εξαιρέτως δε εστάθησαν τοιούτοι οι
αγιώτατοι Μάρτυρες, οι γενναίοι στρατιώται του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, οι
καλλίνικοι νικηταί της πλάνης και της ασεβείας και αυτού του κοσμοκράτορος
διαβόλου, οι οποίοι όχι μόνον κατεφρόνησαν πλούτη και κτήματα και δόξας, αλλά
και αυτό το ίδιον σώμα των παρέδωσαν εις μυρίας τιμωρίας και βασάνους
ανηκούστους τόσον, ώστε και αυτήν την γλυκυτάτην ζωήν των κατεφρόνησαν και
προέκριναν τον θάνατον. Αυτοί οι Μάρτυρες, βεβαιότατα, απηρνήθησαν τον κόσμον
και τον εαυτόν των, επειδή εστερήθησαν την παρούσαν πολυπόθητον ζωήν και
εσήκωσαν τον Σταυρόν των φυλάξαντες βεβαίαν και στερεάν την Ορθόδοξον πίστιν
και την αγάπην του Χριστού, στοχαζόμενοι ορθώς, ότι δεν είχον ώδε μένουσαν
πόλιν και δια τούτο ολοψύχως επεζήτουν την μέλλουσαν. Τούτου χάριν εδοξάσθησαν
και ετιμήθησαν υπό του Θεού, όχι δε μόνον απολαμβάνουσι νυν την ουράνιον
Βασιλείαν και χαίρουσιν αιωνίως με τον Χριστόν, δια τον οποίον έχυσαν το αίμα
των, αλλ’ ακόμη και απανταχού της Οικουμένης τιμώνται και εορτάζονται και
θέλουσι δοξασθή εις τον αιώνα τον άπαντα. Τοιούτος καλλίνικος και γενναίος
στρατιώτης του Χριστού εστάθη ο σήμερον εορταζόμενος και τιμώμενος, ο Ιερομάρτυς
και Μεγαλομάρτυς Χαράλαμπος, ο οποίος, ως είπομεν, ήτο πρότερον Ιερεύς
εννομώτατος εις την επαρχίαν Μαγνησίας. Μετά δε ταύτα, όταν εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο δυσσεβής Σεβήρος, εις την
Μαγνησίαν ήτο ηγεμών ο απηνής και ανήμερος Λουκιανός, όστις εβασάνιζε πολλούς
Χριστιανούς δια να αρνηθώσι την ευσέβειαν και να προσκυνήσωσι τα αναίσθητα
είδωλα, τότε και ο μακάριος Χαράλαμπος συνελήφθη από τον μιαρόν Λουκιανόν,
όστις πληροφορηθείς, ότι εκεί εις την πόλιν της Μαγνησίας ήτο Ιερεύς των
Χριστιανών ο Χαράλαμπος, όστις εξουθένει τους θεούς, διδάσκων παρρησία τον λαόν
να πιστεύουν εις τον Χριστόν, εθυμώθη και έστειλε στρατιώτας να τον φέρωσι προς
αυτόν. Ιδών δε αυτόν τον ηρώτησε διατί, κατεφρόνει τα είδωλα και τα βασιλικά
δόγματα. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εγώ υπακούω εις τα δίκαια και σωτήρια
προστάγματα του επουρανίου Βασιλέως Χριστού, ο δε Σεβήρος γράφει μάταια και
ασύνετα λόγια, επειδή προστάζει να προσκυνώμεν δια θεούς αναίσθητα και άψυχα
είδωλα και παραδίδει τας ψυχάς σας εις θάνατον· ο Δεσπότης μου όμως Χριστός
δίδει ζωήν αιώνιον και μακαριότητα εις τους δούλους του και όστις επικαλεσθή το
παντοδύναμον αυτού όνομα, φεύγουν οι δαίμονες, τους οποίους προσκυνείτε ως
ανίσχυροι και πάσα ασθένεια ανίατος θεραπεύεται». Λέγει προς αυτόν ο άρχων·
«Άφες την περιττολογίαν, γέρον, και κάμε ως φρόνιμος το συμφέρον σου·
προσκύνησον τους θεούς πριν δοκιμάσης σκληρά βασανιστήρια». Ο δε Άγιος
απεκρίθη· «Εάν δεν βασανισθώμεν εδώ πρόσκαιρα, δεν κληρονομούμεν τα αιώνια
αγαθά». Ταραχθέντες τότε οι άρχοντες έφερον τα δεινότερα κολαστήρια, λέγοντες·
«Θυσίασον εις τους θεούς, κακή κεφαλή». Ο δε Άγιος είπε· «Μη γένοιτο να γίνω
τόσον μωρός και ανόητος, να προσκυνήσω τους αναίσθητους δαίμονας, τους οποίους
σέβεσθε σεις και οι οποίοι φοβούμενοι την δύναμιν του Σταυρού φεύγουσιν απ’
αυτού». Τότε εγύμνωσαν αυτόν και λαβόντες χειράγρας κατεξέσχιζον από κεφαλής
έως ποδών τας σάρκας του· ο δε μακάριος υπομένων γενναίως αυτήν την αβάστακτον
βάσανον και εις όλον το σώμα δεινώς σπαραττόμενος έλεγε· «Ευχαριστώ σας,
αδελφοί, ότι βασανίζοντές μου το σώμα προξενείτε εις την ψυχήν μου, εις τον
μέλλοντα αιώνα, αιωνίαν μακαριότητα». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, οι υπηρέται
εθαύμαζον και έλεγον προς τους άρχοντας· «Την ατιμίαν νομίζει τιμήν ούτος ο
άνθρωπος και την βάσανον άνεσιν· μήπως και είναι αυτός ο Χριστός και ήλθε να
μας δοκιμάση και δια τούτο αι χειράγραι αποστομώνονται και δεν ξεσχίζουσι πλέον
τας σάρκας του»; Ταύτα ακούσας ο παριστάμενος εκεί δουξ εθυμώθη και υβρίζων
τους υπηρέτας, ότι ήσαν αμελείς και αδύνατοι, ήρπασε τας χειράγρας από τας χείρας
αυτών και ήρχισε να ξεσχίζη το σώμα του Αγίου με πολλήν οργήν, ο θεόργιστος·
αλλά, παρευθύς, έφθασεν η θεία δίκη τον άδικον και εκόπησας, ω του θαύματος,
από τους αγκώνας αι χείρες του, κρεμασθείσαι εις το σώμα του Μάρτυρος, αυτός δε
ο δείλαιος έπεσε κατά γης ορυόμενος και κραυγάζων· «Βοήθει μοι, ηγεμών, διότι
μάγος είναι ούτος ο άνθρωπος». Πλησιάσας τότε ο ηγεμών και ιδών τας χείρας του
δουκός κρεμαμένας από το σώμα του Μάρτυρος, έπτυσεν εις το πρόσωπον του Αγίου
και παρευθύς εστράφη το πρόσωπόν του εις τον τράχηλον και έμεινεν ελεεινόν
θέαμα. Τότε ο λαός όλος της πόλεως της Μαγνησίας φοβηθέντες παρεκάλουν τον
δίκαιον λέγοντες· «Απόστρεψον αφ’ ημών την οργήν του Κυρίου, Όσιε· ούτω σε
προστάζει ο Χριστός, να μη αποδίδης κακόν αντί κακού, αλλά να ευεργετής τους
μισούντας σε». Λέγει προς αυτούς ο Άγιος· «Ζη Κύριος ο Θεός μου· δεν είναι
δόλος εις την γλώσσαν μου, αλλά ο Κύριος επαίδευσεν αυτούς ως κακούς, δια να
δώση εις σας ζωήν αιώνιον». Τότε το πλήθος όλον εβόησε προς Κύριον, λέγοντες·
«Μη μας απολέσης, Δέσποτα, αλλά συγχώρησόν μας εις όσα επταίσαμεν». Ούτω δε
πολλοί επίστευσαν. Ο δε δουξ παρεκάλει τον Άγιον, λέγων· «Άγγελε του Θεού και
ουράνιε άνθρωπε, βοήθησόν μοι τον ταλαίπωρον. Ιδού έχεις το βάρος των χειρών
μου επάνω σου και εγώ υποφέρω πόνους και βάσανον· λοιπόν ιάτρευσόν με να
λυτρωθώ από τας οδύνας μου και συ από βάρος και μέριμναν και εάν λάβω την ίασιν
να πιστεύσω εις τον Θεόν σου βέβαια». Τότε προσηυχήθη ο Άγιος λέγων προς
Κύριον· «Ευχαριστούμεν σοι, Δέσποτα, ότι φυλάττεις ημάς πάντοτε· επίβλεψον και
νυν επί την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων σου και λύσον αυτούς από τα δεσμά
εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος». Τότε ήλθε φωνή εκ του ουρανού λέγουσα·
«Χαίροις, Αθλητά Χαράλαμπε, Αγγέλων συνόμιλε και Αποστόλων ομότροπε· επήκουσα
την δέησίν σου και δίδω εις τους ασεβείς την ίασιν». Παρευθύς τότε ιατρεύθησαν
οι τιμωρηθέντες και πιστεύσας ο δουξ εβαπτίσθη εις το όνομα του Πατρός και του
Υιού και του Αγίου Πνεύματος· ο δε ηγεμών έπαυσε τον διωγμόν κατά των
Χριστιανών, έως ότου αναφέρη εις τον βασιλέα τα γενόμενα. Συνήγοντο τότε προς
τον Άγιον όλοι οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των πέριξ και εξομολογούμενοι τας
αμαρτίας αυτών εβαπτίζοντο· πολλά δε θαύματα και ιάματα ετέλει καθ’ εκάστην ο
Άγιος εις τους ασθενείς. Τυφλοί ανέβλεπον, χωλοί επεριπατούσαν, δαίμονες
έφευγον, νεκροί ανασταίνοντο και πάσα νόσος και ασθένεια ιατρεύετο. Ταύτα
βλέπων ο ηγεμών απήλθεν εις τον βασιλέα και του ανηγγειλε δια τον Άγιον άπαντα
τα γενόμενα, ως ανωτέρω είπομεν. Ο δε ασεβής Σεβήρος, ταύτα ακούσας, εθυμώθη
και έλεγε· «Δια τι αμελείτε, θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από την γην
τους ασεβείς εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουσι»; Ταύτα δε ειπών απέστειλεν
ευθύς τριακοσίους στρατιώτας, προστάξας αυτούς να καρφώσουν εις όλην την ράχιν
του Μάρτυρος καρφία, και έπειτα να τον σύρωσιν από την Μαγνησίαν έως την
Αντιόχειαν. Οι δε, απελθόντες, εκάρφωσαν τους ήλους με πολλήν ασπλαγχνίαν εις
όλον το σώμα του Μάρτυρος και δέσαντες αυτόν από την γενειάδα, τον ετραβούσαν
ανηλεώς οι απάνθρωποι. Είτα τον εκάθισαν εμπαικτικώς επάνω εις ίππον, αφού δε
εβάδισαν δέκα πέντε στάδια ελάλησε ταύτα μεγαλοφώνως ο ίππος, λέγων· «Ω
τρισκατάρατοι στρατιώται, υπηρέται του βασιλέως διαβόλου, δεν βλέπετε ότι μαζί
με τούτον τον άνθρωπον είναι ο Θεός και το Πνεύμα το Άγιον; Λύσατέ τον,
σκληροτράχηλοι, δια να λυθήτε και σεις από δεσμά αόρατα». Τότε οι στρατιώται,
φοβηθέντες, τον επήγαν με άνεσιν εις την Αντιόχειαν δια να μη παραβούν το
πρόσταγμα. Ο δε διάβολος μετεσχηματίσθη εις είδος γέροντος και εφάνη εις τον
Σεβήρον, λέγων· «Ουαί μοι, βασιλεύ, εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθεν
εις την πατρίδα μου μάγος τις Χαραλάμπης καλούμενος και μου επήρεν όλους τους
στρατιώτας· όθεν ήλθον να σου το ειπώ, να φυλαχθής μη πάθης όμοιον». Τότε
έφερον ενώπιον αυτού και τον Άγιον και προστάσσει να καρφώσουν σούβλαν μεγάλην εις
το συήθος αυτού, έπειτα να φέρωσι ξύλα και να ανάψωσι πυράν, εις την οποίαν να
καίωσι τον Άγιον έως να ξεψυχήση. Διεπέρασαν λοιπόν την σούβλαν εις τον Άγιον,
και ώραν πολλήν τον κατέκαιον, αλλά ποσώς δεν εβλάβη υπό του πυρός, διότι αυτό
μεν έσβυσεν, οι δε δορυφόροι εκουράσθησαν. Ο δε Άγιος ανέθαλλε και ίστατο ως
ρόδον εύοσμον· όθεν ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον φέρουν πλησίον
του· τούτου δε γενομένου λέγει προς αυτόν προφασιζόμενος· «Ο βασιλεύς των
Σκυθών με έκαμε και σε ύβρισα, αλλά μη μνησικακείς και εις όσα σε ερωτήσω δος
μοι απόκρισιν· και πρώτον ειπέ μου πόσων χρόνων είσαι». Απήντησε τότε ο Άγιος,
ότι ήτο εκατόν δέκα τριών χρόνων. Λέγει δε προς τον Άγιον ο βασιλεύς· «Αφού
τόσους χρόνους έζησας, πως δεν έχεις τόσην γνώσιν να γνωρίσης τους αθανάτους
θεούς, αλλά προσκυνείς τον Χριστόν ως άγνωστος»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Επειδή
τόσους χρόνους έζησα, εγνώρισα την αλήθειαν και προσκυνώ τον όντως Θεόν, τον
παντοδύναμον και οικτίρμονα». Λέγει ο βασιλεύς· «Συ και νεκρούς ημπορείς να
αναστήσης, ως ήκουσα». Εις τούτο απήντησεν ο Άγιος λέγων· «Αυτό μόνον ο
Δεσπότης Χριστός δύναται να το κάμη, και όχι άνθρωπος». Τότε ο βασιλεύς Σεβήρος
επρόσταξε και ήλθεν εκεί εις το μέσον δαιμονιζόμενος τις, όστις ήτο από τον
μισόκαλον εχθρόν τριάκοντα εξ χρόνους βασανιζόμενος. Όταν δε ούτος έφθασε
πλησίον του Αγίου, εφώναζεν ο δαίμων, ως υπό πυρός φλογιζόμενος και δεινώς
οδυνώμενος· «Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης προ καιρού, αλλ’
ειπέ λόγον και εξέρχομαι· και αν προστάζης, θέλω είπει και τον τρόπον και την
αιτίαν δια την οποίαν εισήλθον εις τούτον τον άνθρωπον». Λέγει ο Άγιος· «Ειπέ,
πνεύμα ακάθαρτον». Τότε το πονηρόν δαιμόνιον είπεν· «Ούτος έκλεψε τα πράγματα
του γείτονός του και εφόνευσε τον κληρονόμον του· όθεν ευρών αυτόν εις τοιαύτην
ανομίαν ασχολούμενον εισήλθον εις αυτόν και τον βασανίζω τώρα τριάκοντα και εξ
χρόνους». Τότε τον επετίμησεν ο Άγιος και εξήλθεν ο δαίμων. Ο δε βασιλεύς
εθαύμασε λέγων· «Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, κατ’ αλήθειαν». Και μεθ’
ημέρας τρεις απέθανε νέος τις και λέγει ο βασιλεύς προς τον Άγιον· «Ανάστησον
τον νεκρόν τούτον, εάν δύνασαι». Ποιήσας τότε προσευχήν ο Άγιος ώραν πολλήν,
ανέστη ο νεκρός· όθεν πολλοί από τον όχλον επίστευσαν· ο δε έπαρχος Κρίσπος
είπε προς τον βασιλέα· «Θανάτωσον τούτον τον άνθρωπον, διότι με μαντείας κάμνει
τοιαύτα τερατουργήματα». Ευθύς τότε ο Σεβήρος μεταβαλών γνώμην λέγει προς τον
Μάρτυρα· «Θυσίασον εις τους θεούς, Χαράλαμπες, να απαλλαγής των κολαστηρίων».
Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Όσον με βασανίσης περισσότερον, τόσον μάλλον η ψυχή
μου ευφραίνεται». Τότε, οργισθείς ο βασιλεύς, επρόσταξε να συντρίψουν με λίθους
τας σιαγόνας του και να καύσουν με λαμπάδας το πρόσωπον αυτού και το γένειον.
Το πυρ όμως, ως να είχε λογικήν δύναμιν, πηδήσαν έκαυσε τους περιεστώτας
υπηρέτας. Θαυμάζων εις ταύτα ο βασιλεύς ηρώτα τους άρχοντας τις είναι ο
Χριστός, όστις κάμνει τοιαύτα τερατουργήματα· λέγει ο Κρίσπος όστις ήτο
έπαρχος· «Από αμαρτίαν εγεννήθη εκ γυναικός τινος Μαρίας ονόματι». Ο δε
Αρίσταρχος απεκρίνατο· «Μη βλασφημείς, έπαρχε, διότι συ δεν γνωρίζεις τοιαύτα
μυστήρια». Τότε ο βασιλεύς θυμωθείς υπερμέτρως ώρμησε να πολεμήση τον ουρανόν ο
ανόητος και ρίπτων βέλη εις τον αέρα εβόησε· «Κατάβα, Χριστέ, εις την γην να
πολεμήσωμεν, άλλως θέλω ανέβει εγώ να σε εύρω να χαλάσω το στερέωμα, να σβύσω
τον ήλιον». Τότε γίνεται σεισμός μέγας και φόβος πολύς κατέλαβε πάντας, διότι ο
Κύριος ωργίσθη, ο ουρανός ως δένδρον εσείετο και αι άνω Δυνάμεις δυνατώς
εσαλεύθησαν αστραπαί δε και βρονταί μεγάλαι ηκούοντο. Ευθύς τότε εκρεμάσθησαν
εις τον αέρα ο τε βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος. Εφώναζε δε ο βασιλεύς
προς τον Άγιον, λέγων· «Κύριέ μου Χαράλαμπες, δικαίως έπαθον, δεήθητι του
Κυρίου και Θεού σου να με λυτρώση από την παίδευσιν και να γράψω εις όλας τας
πόλεις να δοξάζωσι το όνομά του». Τότε ήλθεν εκεί και η θυγάτηρ του βασιλέως,
Γαλήνη ονόματι, και λέγει προς αυτόν· «Πίστευσον εις τον Κύριον, να σε λυτρώση
από τα δεσμά ως Οικτίρμων και Πανάγαθος, ότι αυτός ο Χριστός είναι μόνος Θεός
αδιάδοχος». Ταύτα ειπούσα προσεκύνησε τον Άγιον λέγουσα· «Παρακάλεσον τον
Κύριον να λυτρώση τον πατέρα μου από τας οδύνας και εάν μεν πιστεύση μέγα θα
είναι το καλόν, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον συ τον μισθόν σου και θέλει σε
κάμει ο Κύριος τέλειον μετά θάνατον». Προσευξαμένου λοιπόν του Αγίου έπαυσεν η
αγανάκτησις του Θεού· κατέβησαν δε εις την γην ο βασιλεύς με τον έπαρχον και
απελθόντες εις το παλάτιον έκαμαντρεις ημέρας έχοντες κατά νουν τον φόβον του
Θεού και την αγανάκτησιν αυτού. Η δε θυγάτηρ του βασιλέως είδεν όραμα και το
ανέφερε προς τον Άγιον, λέγουσα· «Εφάνη μοι πως ευρέθην εις περιβόλιον
ωραιότατον με δένδρα ευωδέστατα και πηγήν διαυγεστάτην· ήσαν δε εκεί πλησίον ο
πατήρ μου και ο έπαρχος· ο δε φύλαξ του Παραδείσου εδίωξεν αυτούς με πυρίνην
ράβδον, εμέ δε εγείρας έβαλε μετά τιμής εντός αυτού και μου λέγει· «Εις σε
εδόθη η κατοικία αυτή και εις τους ομοίους σου, να συνευφραίνεσθε πάντοτε».
Αυτά είδον και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου ειπής την εξήγησιν». Ο δε Άγιος
απεκρίθη· «Ο κήπος, τον οποίον είδες, είναι ο Παράδεισος των Δικαίων, εις τον
οποίον σε έβαλεν ο Δεσπότης Χριστός, διότι επίστευσας εις αυτόν, τον δε πατέρα
σου και τον έπαρχον εδίωξε, διότι μέλλουν να αποστατήσουν και πάλιν απ’ αυτού
και να μας κακοποιήσουν, οι αχάριστοι». Ούτως είπεν ο Άγιος και μετά ημέρας
τριάκοντα προσεκάλεσεν αυτόν ο βασιλεύς και του λέγει· «Θυσίασον εις τους
θεούς, υπακούων εις την εντολήν μου και τιμών τον εαυτόν σου». Ο δε Άγιος
απεκρίθη· «Τα λόγια σου είναι πικρά και ασύνετα και δεν πρέπει να υποταχθώ εις
αυτά, ως δούλος Θεού και υπήκοος». Οργισθείς τότε ο βασιλεύς επρόσταξε να
βάλουν εις το στόμα του Αγίου χαλινόν ως να ήτο ζώον άλογον και να τον
διαπομπεύσουν εις όλην την πόλιν με πολλήν καταφρόνησιν. Τούτου δε γενομένου
ηύχετο ο Άγιος λέγων· «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πλάσας τον άνθρωπον και
τιμήσας αυτόν κατά την θείαν σου εικόνα και ομοίωσιν, επίβλεψον και ίδε την
μανίαν και τας απειλάς του τυράννου, ότι ταύτα πάσχω δια το όνομά σου το
Άγιον». Η δε Γαλήνη συνεβούλευσεν ώραν πολλήν τον πατέρα της να απέχη από την
αμαρτίαν ταύτην και να πιστεύση εις τον Θεόν αυτόν, τον οποίον ωμολόγησε, δια να
μη κολασθή αιώνια. Αλλ’ αυτός ο ασύνετος ουδέν ωφελήθη, αλλά μάλλον ετράπη εις
το χειρότερον και την επρόσταξε να θυσιάση εις τα είδωλα· αυτή δε η πάνσοφος,
δια να τον εμπαίξη, του υπεσχέθη ότι θα τα προσκυνήση. Απελθούσα λοιπόν η
μακαρία Γαλήνη εις τον ναόν του Διός και του Απόλλωνος είπεν εις τους ιερείς·
«Παρακαλέσατε τους θεούς να δεχθώσι την προσευχήν μου, διότι τους ύβρισα» Οι δε
εβόησαν· «Ο μέγς θεός Ζεύς και ο κραταιός Απόλλων, οι ποιηταί του ουρνού και
της γης, συγχωρήσατε την δέσποιναν Γαλήνην δια την αγάπην του πατρός της». Η δε
μακαρία εκάλεσε τον Δία λέγουσα· «Εάν είσαι θεός, πως δεν γνωρίζεις την γνώμην
μου»; Και παρευθύς έρριψεν αυτόν κάτω και συνετρίβη. Τότε ήρπασε και τον
Απόλλωνα και του λέγει· «Έλα κάτω, καμπούρη, σαπρόγηρε, η απώλεια των
ανθρώπων». Αφού λοιπόν εκρήμνισεν αυτόν και άλλα τριάκοντα τέσσαρα είδωλα,
απήλθον οι ιερείς εις τον βασιλέα λέγοντες· «Τώρα μέλλει να χαθή ο κόσμος και
να σβύση ο ήλιος, ότι οι θεοί μας διερράγησαν και απέθανον, διότι η θυγάτηρ σου
τους εκρήμνισε». Λέγει προς αυτούς ο Σεβήρος· «Εύρετε πεντήκοντα τεχνίτας να
τους αποκαταστήσουν την νύκτα και να τους στήσουν εις τον τόπον των, δια να μη
μας εμπαίζουν οι Γαλιλαίοι, ότι οι θεοί μας συνετρίβησαν». Ούτως εποίησαν και
το πρωϊ είπον εις την Γαλήνην· «Ελθέ, δέσποινα, να ιδής πως οι θεοί
ανεστήθησαν». Η δε απελθούσα και ιδούσα την αναχώνευσιν εγνώρισε την πονηρίαν
και λέγει· «Ας μη αμελήσω να συντρίψω νεωτέρους θεούς». Είτα λέγει προς τα
ξόανα· «Από νεκρών αναστάντες, ως νεκροί πάλιν καταποντίσθητε». Ταύτα ειπούσα εκρημνίσθησαν
άπαντα. Ταύτα πάλιν ακούσας ο βασιλεύς εθυμώθη και λέγει προς την Γαλήνην· «Τι
έκαμες, μιαρωτάτη»; Η δε μακαρία Γαλήνη απεκρίθη· «Επειδή είσθε ανόητοι και
νομίζετε αυτούς θεούς, τους εκρήμνισα και αν έχης και άλλους, πρόθυμος είμαι να
τους κάμω τα όμοια, δια να γνωρίσετε την πλάνην σας και να μη ελπίζετε εις
αυτούς, οι οποίοι δεν δύνανται ούτε σας να ωφελήσωσιν, ούτε τους μισούντας
αυτούς να βλάψωσι». Τότε θυμωθείς ο τύραννος επρόσταξε προς εξευτελισμόν να
παραδώσωσι τον Άγιον εις χήραν τινά γυναίκα, δια να τον φυλάξη εις τον οίκον
της. Καθώς δε επήγεν εκεί ο Άγιος, ευθύς ως ακούμβησε εις στύλον τινά ξηρόν, ω
του θαύματος! παρευθύς εβλάστησεν ο στύλος και έκαμε τόσους κλάδους, ώστε όλον
τον οίκον εσκέπασεν. Η δε γυνή, ιδούσα τοιούτον παράδοξον, προσεκύνησε τον
Άγιον λέγουσα· «Ύπαγε από τον οίκον μου, κύριε, ότι δεν είμαι αξία να είσαι
πλησίον μου». Ο δε Άγιος είπε προς αυτήν· «Μη φοβού, γύναι, αλλά πίστευσον εις
τον Κύριον, όστις είναι Θεός αινετός και εύσπλαγχνος». Κατά δε την επομένην
ημέραν, ιδόντες οι γείτονες της γυναικός τοιούτον δένδρον μεγάλον εντός του
δωματίου αυτής με άνθη και καρπούς, εθαύμασαν και εισελθόντες εις τον οίκον
εύρον τον Άγιον διδάσκοντα και τον ηρώτων, εάν ήτο αυτός ο Χριστός. Ο δε
απεκρίθη· «Δούλος είμαι του Δεσπότου Χριστού, του αληθινού Θεού και με την
Χάριν αυτού ποιώ τα θαυμάσια». Τότε η γυνή εκείνη είπε προς αυτούς την
υπόθεσιν, εγκωνιάζουσα τον Άγιον και πάντες τον επροσκύνησαν, πιστεύσαντες δε
εις τον Χριστόν εβαπτίσθησαν. Κατά δε την άλλην ημέραν ανήγγειλάν τινες εις τον
βασιλέα το τεράστιον αυτό γεγονός και ενώ πάντες εθαύμαζον είπεν ο έπαρχος·
«Πρόσταξε, βασιλεύ, να αποκεφαλίσωσιν αυτόν τον πλάνον μήπως κάμη και άλλα
τοιαύτα τέρατα και πιστεύσωσιν εις τον Χριστόν περισσότεροι». Όθεν έδωκεν ο
βασιλεύς κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, την οποίαν λαβόντες οι δήμιοι
επήραν τον ΄γιον και τον ωδήγησαν εις τον τόπον της καταδίκης, αυτός δε ο
μακάριος πορευόμενος έψαλλε το «Έλεος και κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε»(Ψαλμ. ρ:
1). Φθάσας δε εκεί ο Άγιος και υψώσας προς ουρανόν τας χείρας και τους
οφθαλμούς, ούτω προσηύξατο· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε ο Θεός μου, πάντοτε, ότι
ελεήμων υπάρχεις και φιλάνθρωπος· Συ, παντοδύναμε, επάταξας τον εχθρόν μας
διάβολον και πατάξας τον ΄Αδην ελύτρωσας από τον θάνατον το ανθρώπινον γένος·
μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου». Ταύτα προσευχομένου του Μάρτυρος οι
ουρανοί ηνεώχθησαν και ελθών ο Κύριος μετά πλήθους Αγγέλων λέγει προς αυτόν·
«Ελθέ, προσφιλέστατε και ηγαπημένε μου Χαράλαμπες, όστις δια το όνομά μου
τοσούτον εκακοπάθησας. Ζήτησόν μου οποίαν χαριν θέλεις και θα επκούσω την
δέησίν σου». Τότε ο ευλογημένος Ιερομάρτυς του Χριστού, ο πλούσιος εις αγάπην
προς τον Θεόν, αλλά και προς τον πλησίον, ο επώνυμος της χαράς Χαράλαμπος
απεκρίθη προς τον Κύριον λέγων· «Και το ότι ηξιώθην να ίδω την φοβεράν δόξαν
της παρουσίας σου και τούτο μεγάλον χάρισμα είναι εις εμέ τον ελάχιστον, πλην
επειδή η αγαθότης Σου με προστάζει να σου ζητήσω χάριν, παρακαλώ την Βασιλείν
Σου να μου κάμη ταύτην την χάριν· εις όποιον τόπον ευρεθή τεμάχιον από το
λείψανόν μου και εις όποιν χώραν θέλουν εορτάζουν την μνήμην του Μαρτυρίου μου,
να μη γίνη ποτέ πείνα εις αυτόν, ούτε πανώλης να θανατώνη τους ανθρώπους άωρα,
ούτε πονηρός άνθρωπος να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι εις αυτόν ειρήνη
σταθερά, ψυχών σωτηρία και σωμάτων ίασις, πλησμονή σίτου, οίνου και ελαίου και
αφθονία τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων. Όστις δε έχει και αναγινώσκει
το Μαρτύριόν μου και επικαλείται το όνομά μου, να μη λάβη η ψυχή του κακόν
ουδέποτε, επειδή πάσα σαρξ και αίμα ποίημα είνι των αχράντων χειρών Σου· και
συγχώρησον τας αμαρτίας αυτών, ως αγαθός και φιλάνθρωπος. Φύλαττε δε υγιείς
τους βόας και όλα τα τετράποδα ζώα αυτών δια να γεωργώσι την γην και να
απολαμβάνωσι αφθόνους τους καρπούς και να δοξάζωσι το όνομά Σου». Λέγει προς
αυτόν ο Κύριος· «Να γίνη το θέλημά σου, πιστέ μου δούλε». Και τότε ο μεν Κύριος
απήλθεν εις ουρανούς, ο δε Άγιος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εν ειρήνη
προτού προλάβη να κόψη την κεφαλήν αυτού ο δήμιος. Η δε μακαρία Γαλήνη
ενεταφίασε το άγιον αυτού λείψανον εις θήκην χρυσήν ομού με πολύτιμα μύρα και
αρώματα. Το άγιον τούτο και πανσεβάσμιον λείψανον του Αγίου ενδόξου
Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους διεμοιράσθη πανταχού εις τους Ορθοδόξους Χριστιανούς
χάριν ευλαβείς, αλεξιτήριον υπάρχον των δεινών και ιατρείον άριστον πάσης
ασθενείας. Η δε αγιωτάτη και πάντιμος αυτού Κάρα ευρίσκεται νυν εις το
σεβάσμιον και Ιερόν Μοναστήριον το τιμώμενον επ’ ονόματι του Αγίου
Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, όπερ είναι εις τα Μετέωρα της
Επισκοπής Σταγών, τελεί δε καθ’ εκάστην πάμπολλα και παράδοξα θαύματα. Ιατρεύει
νόσους πολυειδείς των μετά πίστεως και πόθου προσερχομένων, εξαιρέτως δε
φυλάττει αμολύντους και ανεπηρεάστους από την λοιμικήν νόσον της πανώλους
εκείνους, οι οποίοι με πόθον και πίστιν αδίστακτον φέρουν ταύτην την Αγίαν Κάραν
εις τας πόλεις και τας οικίας των και με ευλάβειαν την κατασπάζονται κάμνοντες
πρώτον αγιασμόν. Ούτω δε, τη του Θεού βοηθεία και δια της χάριτος του Αγίου
Μεγαλομάρτυρος Χαραλάμπους, διαφυλάττονται υγιείς και απείρακτοι από την
τοιαύτην ασθένειαν. Ούτω δοξάζει και τιμά ο Θεός εκείνους, οι οποίοι κηρύττουν
παρρησία το Άγιόν Του όνομα ενώπιον ασεβών βασιλέων και απίστων τυράννων και
χύνουν το αίμα των δια την αγάπην του Μονογενούς αυτού Υιού του Κυρίου ημών
Ιησού Χριστού, δοξάζων και μεγαλύνων αυτούς εις τούτον τον κόσμον και δίδων την
Χάριν του εις τα άγια αυτών λείψανα δια να κάμνουν παράδοξα θαύματα. Εις δε τον
άλλον, τον κόσμον τον νοερόν, συναριθμεί αυτούς μετά των Αγίων Αγγέλων και τους
κάμνει συγκληρονόμους της Βασιλείας του, δια να χαίρωσιν αιωνίως εις τους
κόλπους του Πατριάρχου βραάμ, εις τας αιωνίους σκηνάς εν τω αγιωτάτω χορώ των
Πρωτοτόκων, εν τη Βασιλεία των ουρανών, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν,
ευδοκία και Χάριτι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ω πρέπει δόξα, τιμή και
προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν.
Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2017
Οι Άγιοι Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος
Τη αυτή ημέρα Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη των
Αγίων Ιερομαρτύρων ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ Επισκόπου Σικελίας, ΦΙΛΑΓΡΙΟΥ Επισκόπου Κύπρου και
ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΥ Επισκόπου Ταυρομενίας.
Μάρκελλος, Φιλάγριος και Παγκράτιος οι Επίσκοποι εχρημάτισαν μαθηταί του
Αγίου και κορυφαίου Αποστόλου Πέτρου. Ήτο δε ο Άγιος Μάρκελλος κατά σάρκα πατήρ
του Αγίου Παγκρατίου, από της εποχής δε ακόμη κατά την οποίαν ο Κύριος ημών
Ιησούς Χριστός ευρίσκετο σωματικώς επί της γης και εθαυματούργει, ακούσας δι’
Αυτόν και δια τας θαυματουργίας του, έλαβε τον υιόν του Παγκράτιον και επήγε
μετ’ αυτού από την πατρίδα των Αντιόχειαν εις την Ιερουσαλήμ δια να ίδωσι τον
Κύριον, έκτοτε δε ο Παγκράτιος έγινε γνώριμος εις τον Απόστολον Πέτρον. Αφ’ ου
δε ανελήφθη ο Κύριος, ηκολούθη τον κορυφαίον Απόστολον, όθεν και εχειροτονήθη
υπ’ αυτού Επίσκοπος Ταυρομενίου, ήτις ήτο πόλις της Σικελίας, τιμημένη με
θρόνον Επισκόπου και με λιμένα, κοινώς καλουμένη Ταορμίνα, εις την οποίαν και
εκήρυττε το όνομα του Χριστού, ένεκα δε τούτου εφονεύθη κρυφίως από τους
Μοντανιστάς. Ο δε Μάρκελλος, ο κατά σάρκα πατήρ του Παγκρατίου, εχειροτονήθη
Επίσκοπος της Σικελίας και πολλούς των Ελλήνων επιστρέψας προς Κύριον,
ετελειώθη εν ειρήνη. Ομοίως και ο Φιλάγριος γενόμενος Επίσκοπος Κύπρου εδίδασκε
και αυτός και εκήρυττε το όνομα του Κυρίου· όθεν πολλούς υπομείνας πειρασμούς
δια την αληθή πίστιν, προς Κύριον εξεδήμησε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)