Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΘΕΟΔΟΤΟΥ και ΗΣΥΧΙΟΥ, και της Αγίας Μάρτυρος ΑΣΚΛΗΠΙΟΔΟΤΗΣ.

Μάξιμος, Θεόδοτος, Ησύχιος και Ασκληπιοδότη οι Άγιοι Μάρτυρες, παρασταθέντες εις τον ηγεμόνα και μη πεισθέντες να αρνηθώσι τον Χριστόν, πολλάς τιμωρίας έπαθον. Και πρώτον μεν εκρεμάσθησαν επί ξύλου και εξέσθησαν με ονύχια σιδηρά, έπειτα μεταφέρονται από πόλεως εις πόλιν και μετά ταύτα δίδονται εις τα θηρία, ίνα τους φάγωσι. Διεφυλάχθησαν όμως αβλαβείς υπό της θείας Χάριτος. Ομοίως και η Αγία Ασκληπιοδότη ριφθείσα κατά γης ετανύσθη επί ξύλου, είτα δε εδέθη εις ταύρον. Μετά δε ταύτα όλοι ομού λιθοβολούνται και σύρονται εις τόπους αλσώδεις και δυσβάτους και τελευταίον αποκεφαλίζονται και ούτως οι μακάριοι λαμβάνουσι τους στεφάνους της αθλήσεως. 

Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Τη ΙΘ΄ (19η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΑΡΧΙΠΠΟΥ.

Άρχιππος ο Άγιος Απόστολος ήτο μαθητής του Αποστόλου Παύλου, υπό του οποίου επαινείται και συστρατιώτης αυτού ονομάζεται, εις δε τας προς Φιλήμονα και προς Κολασσαείς επιστολάς γράφει περί αυτού· «Είπατε Αρχίππω· βλέπε την διακονίαν ην παρέλαβες εν Κυρίω, ίνα αυτήν πληροίς» (Κολ. δ: 17). Ούτος λοιπόν ευρισκόμενος εις τας Κολασσάς πόλιν της Φρυγίας, εκήρυττε τον λόγον του Ευαγγελίου μετά του Αγίου Φιλήμονος. Οι εκεί όμως ειδωλολάτραι ώρμησαν κατ’ αυτών και συλλαβόντες τον Απόστολον τούτον τον έφερον εις τον ηγεμόνα Ανδροκλήν. Μη πεισθείς δε να θυσιάση εις το είδωλον το καλούμενον Μηνάν, ερρίφθη εντός λάκκου και μέχρις οσφύος εχώσθη, εκεντήθη είτα με βελόνας υπό παίδων και τελευταίον λιθοβοληθείς ετελειώθη και έλαβε παρά Κυρίου τον του Μαρτυρίου αμάραντον στέφανον. 

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΓΑΠΗΤΟΥ, Επισκόπου Συναού, του Ομολογητού και θαυματουργού.

Αγαπητός ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου του κατά τα έτη τη΄ - τκγ΄ (308-323) βασιλεύσαντος καταγόμενος εκ της Καππαδοκίας, υιός γονέων Χριστιανών. Όταν δε ήτο νέος την ηλικίαν, επήγεν εις εν των εκεί Μοναστηρίων, εις το οποίον ευρίσκοντο χίλιοι περίπου Μοναχοί, εξ ων συλλέξας διαφόρους αρετάς, ως η μέλισσα συλλέγει το μέλι από τα διάφορα άνθη, έγινε δόκιμος εργάτης των εντολών του Κυρίου και κατεδαπάνα το σώμα του με νηστείαν, αγρυπνίαν και εγκράτειαν· διότι εν διαστήματι ογδοήκοντα ολοκλήρων ημερών έτρωγε μόνον φλοιούς των λουπιναρίων και στάκτην αντί άρτου, αλλά και τον ύπνον ενίκησε καθόσον είναι δυνατόν εις τον άνθρωπον. Ούτος ο Όσιος ήτο εύχρηστος και επιτήδειος εις τας υπηρεσίας των αδελφών του Μοναστηρίου, όλους δε τους Μοναχούς ωνόμαζε κυρίους του και ως δεσπότας αυτούς ενόμιζεν· όθεν, αξιωθείς να λάβη παρά Θεού την Χάριν των θαυμάτων, δια μόνης της προσευχής του εφόνευσε δράκοντα και ιάτρευσε παρθένον ταλαιπωρουμένην υπό ασθενείας, ένεκα δε τούτου ηγαπάτο παρά πάντων και εθαυμάζετο. Μαθών ο βασιλεύς Λικίνιος περί του Αγίου τούτου, ότι είναι ανδρείος εις το σώμα, έλαβεν αυτόν αν και άκοντα και τον συνηρίθμησε με τους στρατιώτας του. Ο δε Άγιος, και εκεί ευρισκόμενος, δεν ημέλει τους ασκητικούς αγώνας, αλλά και τας στρατιωτικάς υπηρεσίας εξετέλει ανελλιπώς και τας συνήθεις κόπους της ασκήσεως ηκολούθει· όχι δε μόνον τας των ανθρώπων ανιάτους και θανατηφόρους ασθενείας ιάτρευεν ο αοίδιμος, αλλά και τας των ίππων και βοών και παντός άλλου ζώου, δια μόνης της επιφανείας και παρουσίας του. Επειδή δε κατ’ εκείνον τον καιρόν είδεν ο Άγιος ούτος αυστηρώς τιμωρουμένους, δια την πίστιν του Χριστού,  τους του Χριστού καλλινίκους Μάρτυρας, Βικτωρίνον, Δωρόθεον, Θεόδουλον και Αγρίππαν, ηθέλησε και αυτός να γίνη κοινωνός του Μαρτυρίου των· όθεν, αφ’ ου εκείνοι αποκεφαλισθέντες ετελειώθησαν και έλαβον τους στεφάνους της αθλήσεως, τότε ούτος ο μακάριος Αγαπητός εκτυπήθη μεν με ακόντιον, διεφυλάχθη όμως αβλαβής δια σωτηρίαν πολλών. Όταν δε ο Λικίνιος έπαυσε να ζη, ο δε Μέγας Κωνσταντίνος ανέλαβεν όλην την βασιλείαν των Ρωμαίων, συνέβη το ακόλουθον γεγονός: Υπηρέτης τις του βασιλέως εις υπηρεσίας χρήσιμος, εδαιμονίσθη υπό πνεύματος ακαθάρτου, εφώναζε δε και εκάλει κατ’ όνομα τον Άγιον τούτον Αγαπητόν. Όθεν ο βασιλεύς έφερεν τούτον εις το παλάτιον και άμα ούτος προσηυχήθη, εδιώχθη ο δαίμων και έλαβεν ο δούλος την ιατρείαν του· ο δε Άγιος άλλην χάριν δεν εζήτησε παρά του βασιλέως, ειμή να απαλλαχθή της στρατιωτικής υπηρεσίας και να υπάγη εις την αγαπημένην του ησυχίαν, ο δε βασιλεύς συγκατένευσεν εις τούτο πάραυτα. Αφ’ ου δε επέστρεψεν ο Άγιος εις την ησυχίαν του, ο Επίσκοπος της πόλεως Συναού, ήτις κοινώς Συνάου ονομάζεται και ευρίσκεται εις την μεγάλην Φρυγίαν μεσόγειος, κατά το τέλος της Βιθυνίας, απέχουσα τεσσαράκοντα μίλια της Νικαίας και τετιμημένη με θρόνον Επισκόπου υπό τον Ιεραπόλεως Μητροπολίτην, έλαβε τον Άγιον τούτον και άκοντα εχειροτόνησεν αυτόν Ιερέα· αφ’ ου δε μετ’ ολίγον ετελεύτησεν, εχειροτονήθη ο μέγας ούτος Αγαπητός Επίσκοπος Συναού, με ψήφον του Θεού, του κλήρου και όλου του λαού. Άμα ως ο Άγιος εγένετο Αρχιερεύς, εποίει έτι μεγαλύτερα θαύματα, ηξιώθη δε και προφητικού χαρίσματος. Και προς καθαράν απόδειξιν των λεγομένων πρέπει να αναφέρωμεν προφητείας τινάς και θαυματουργίας, τας οποίας ο Άγιος εποίησε. Γυνή τις, ακούσασα περί του Αγίου τούτου και επιθυμούσα να λάβη την ευλογίαν του, επήγε προς αυτόν· βλέπων δε αυτήν ο Άγιος της είπε πάντα όσα έπραξε παιδιόθεν και νουθετήσας αυτήν και ωφελήσας, την απέστειλε· και Διάκονον ευρισκόμενον εις την Ηράκλειαν της Θράκης και ελθόντα προς αυτόν ευλογίας χάριν, τον ήλεγξεν ο Άγιος, ότι έφθειρε παρθένον τινά. Δαμιανού δε του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Σιλανδέων (είναι δε η Σίλανδος πόλις ευρισκομένη εν Λυδία) ηφάνιζε τους αγρούς παραρρέων τον χειμώνα ποταμός. Ο δε Άγιος Αγαπητός, δια προσευχής του, έδωκεν άλλην στροφήν εις το ρεύμα του ποταμού και ούτως έμειναν αβλαβείς οι αγροί του Επισκόπου. Και άλλα πολλά εποίησεν ο Άγιος θαύματα, τα οποία περιέχει η κατ’ αυτόν ιστορία, όντα περισσότερα των εκατόν· διότι ούτος και δια μόνης της σκιάς του σώματός του και δια μόνου του λόγου του ιάτρευσεν ανίατα πάθη. Καλώς λοιπόν και θεοφιλώς πολιτευσάμενος και πλήρης ημερών γενόμενος, ανεπαύθη εν Κυρίω. 

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΛΕΟΝΤΟΣ και ΠΑΡΗΓΟΡΙΟΥ, αθλησάντων εν Πατάροις της Λυκίας.

Λέων και Παρηγόριος οι Άγιοι Μάρτυρες ήσαν εις τα Πάταρα της Λυκίας κατά τον καιρόν των τυράννων ειδωλολατρών. Επειδή δε ωμολόγουν παρρησία τον Χριστόν συνελήφθησαν υπ’ αυτών και ο μεν μακάριος Παρηγόριος τιμωρηθείς με πολλά είδη βασάνων, έλαβε τον του Μαρτυρίου άφθαρτον στέφανον, τελειωθείς εν Χριστώ· ο δε αοίδιμος Λέων, μείνας μόνος, δεν υπέφερε τον χωρισμόν του Μάρτυρος Παρηγορίου και επειδή αυτός δεν επέτυχε τον αυτόν του Μαρτυρίου στέφανον, πικρώς ανεστέναζε και εθρήνει· ελθών δε εις τον τόπον, όπου ήτο ενταφιασμένον το λείψανον του Αγίου Παρηγορίου, εδάκρυε και εγκαρδίως εφλέγετο υπό του πόθου του Μαρτυρίου. Έπειτα, απελθών εκείθεν, επορεύθη αλλαχού, ένθα εγίνετο πανήγυρις των ειδωλολατρών· βλέπων δε εκεί λύχνους και κηρία, τα οποία έδιδον πολύ φως, έλαβεν αυτά δια των ιδίων χειρών του και τα συνέτριψε και ρίψας κατά γης τα κατεπάτησε. Κρατηθείς λοιπόν παρέστη εις τον άρχοντα της πόλεως και ερωτηθείς, ανεκήρυξε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· διο εδάρη δυνατά με βούνευρα· ο δε του Χριστού Αθλητής υπέφερε ταύτα μετά τοσαύτης χαράς, ως αν έπασχεν άλλος και όχι αυτός. Έπειτα δερόμενος εσύρθη βιαίως επί κρημνώδους και δυσβάτου ξηροποτάμου, λαβών δε άδειαν προσηυχήθη και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού και έλαβε τον ποθούμενον στέφανον του Μαρτυρίου. Οι δε δήμιοι έρριψαν το λείψανόν του εις την φάραγγα και ανεχώρησαν. 

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Τη ΙΗ΄ (18η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΛΕΟΝΤΟΣ Πάπα Ρώμης.

Λέων ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου Β΄ του Μικρού και των διαδόχων αυτού Μαρκιανού και Λέοντος, δια δε την υπερβολικήν αυτού σωφροσύνην και καθαρότητα και δια το ειλικρινές και άμεμπτον της ζωής του εχειροτονήθη υπό της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος Επίσκοπος της παλαιάς Ρώμης εν έτει υμ΄ (440). Οσίως δε και ορθοδόξως ποιμάνας το εαυτού ποίμνιον, ηφάνισε καθ’ ολοκληρίαν τας των αιρετικών Μανιχαίων και Πελαγιανών βλασφημίας εν Ιταλία. Ήτο δε ο μακάριος Λέων και κατά τον καιρόν της Αγίας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου των εξακοσίων τριάκοντα Πατέρων, ήτις συνεκροτήθη εν Χαλκηδόνι εν έτει υνα΄ (451) και η οποία, ακολουθούσα εις την διδασκαλίαν του Αγίου τούτου Λέοντος, του Αγίου Φλαβιανού και άλλων της Ορθοδοξίας προμάχων, πολλά μεν εξέθετο και εδογμάτισε περί της Ορθοδόξου Πίστεως, κατά κράτος δε ανέτρεψε τα δόγματα των αιρετικών εκείνων, οίτινες εφλυάρουν μίαν φύσιν και μίαν ενέργειαν και θέλησιν εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού του Θεού ημών. Επειδή δε οι θεοστυγείς εκείνοι εμάχοντο κατά της αληθείας και εσπούδαζον να ανασκευάσωσι τα των θείων Πατέρων θεόπνευστα δόγματα, τούτου ένεκα ο μακάριος Λέων, καμφθείς υπό της παρακλήσεως, την οποίαν απηύθυναν προς αυτόν όλοι οι Πατέρες, μετεχειρίσθη επί πολλάς ημέρας νηστείαν, αγρυπνίαν και προσευχήν· όθεν, εμπνευσθείς υπό του ζωοποιού Πνεύματος, εγγράφως εξέθετο και ώρισε δια τα τότε ζητούμενα. Ανεκήρυξε δε καθαρώς δύο φύσεις και δύο ενεργείας και θελήσεις επί Χριστού του Θεού ημών και ταύτα έστειλε δι’ επιστολής προς τον αοίδιμον Πατριάρχην Φλαβιανόν, ταύτην δε την επιστολήν δεξάμενον το πλήθος των εν τη Χαλκηδόνι συνηθροισμένων Αγίων Πατέρων των συγκροτούντων την Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον, εθεώρησε ταύτην ως στήλην Ορθοδοξίας και επίστευσεν, ότι αυτή εξήλθεν ως εκ στόματος του Θεού· όθεν, επικυρώσασα ταύτην η Αγία εκείνη Σύνοδος, αντέστη με περισσότερον θάρρος εναντίον του πλήθους των τε Μονοφυσιτών και των Μονοθελητών και διέλυσε τας πολυπλόκους τούτων μηχανορραφίας. Και η μεν Αγία εκείνη Σύνοδος μετά ταύτα διελύθη, ο δε θεσπέσιος Λέων, μείνας έτι εν τη παρούση ζωή μέχρι του έτους υοα΄ (471) και ως φωστήρ δια των αρετών διαλάμψας, εις γήρας βαθύ προς Κύριον εξεδήμησε. 

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Του Αγίου Νεομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Βυζαντίου

Τη αυτή ημέρα ΙΖ΄ (17ην) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Νεομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Βυζαντίου, του εν Μυτιλήνη μαρτυρήσαντος κατά το έτος 1795 και αγχόνη τελειωθέντος.                                                                                         

Θεόδωρος ο ένθερμος της Ορθοδόξου πίστεως Νεομάρτυς και Αθλητής του Χριστού προθυμότατος, κατήγετο εκ του Νεοχωρίου του Βυζαντίου, εγεννήθη δε κατά το έτος αψοδ΄ (1774) επί της βασιλείας του Σουλτάν Μαχμούτ. Οι γονείς αυτού ήσαν ευσεβέστατοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και ο μεν πατήρ του ωνομάζετο Χατζή Αναστάσιος, η δε μήτηρ του Σμαραγδή. Εφαίνετο δε εις τούτον ως άνωθεν προωρισμένον το όνομα Θεόδωρος, διότι η μεγάλη προς τα θεία θερμότης του τον εφώτιζεν, ώστε από μικρόν παιδίον να είναι προσηλωμένος εις τον φόβον του Θεού και εις τα ιερά γράμματα, τα οποία και έμαθεν· έμαθε δε και την ζωγραφικήν τέχνην από ευσεβή τινα Χριστιανόν με τον οποίον ειργάζετο εις τα βασιλικά παλάτια. Βλέπων δε ο μισόκαλος διάβολος την προς τα θεία σταθεράν πίστιν και αφοσίωσίν του και αυξανομένην καθημερινώς την αρετήν του και εδραιουμένην εις την θείαν επίγνωσιν και μη υποφέρων και την καθημερινήν προσευχήν και κανονικήν νηστείαν του, εφθόνησε και ήρχισε να ρίπτη εις την αγαθήν καρδίαν αυτού σπόρον φιληδονίας και μετατροπήν επιγνώσεως και να στρέφη την προσοχήν του προς εκείνας τας αγαρηνάς σωματικάς τρυφάς, δόξας και πολυτελείας, τας οποίας ο μισόκαλος ούτος παρέστησεν ως δόλον επιγνώσεως· ως άνθρωπος δε απατηθείς, έπεσεν εις την παγίδα αυτού του αποστάτου διαβόλου και σκοτισθείς τον νουν, ηρνήθη, φευ! Τον Ιησούν Χριστόν και εδέχθη το βδελυρόν εκείνο της θρησκείας του Μωάμεθ σύμβολον, ήτοι την ψευδοπεριτομήν της ακροβυστίας και ως τοιούτος έμενεν εις τα βασιλικά παλάτια τρία έτη, όπου εδιδάσκετο τας βδελυράς και απατηλάς μυθολογίας, τας οποίας εκείνος ο πλάνος επενόησε. Συγχρόνως έλαβε και βασιλικάς δόξας, τιμάς, πλούτη μεγάλα και οφφίκια· όθεν δεν ήτο πλέον μικράς τάξεως άνθρωπος, αλλ’ εις των ενδόξων και μεγάλης τιμής ανθρώπων του βασιλικού παλατίου· ήλπιζε δε, με την πρόοδον του καιρού, εις ανώτερον μέλλον φθερτόν, αντί της ζώσης και αθανάτου ζωής. Μετά πάροδον τριών ετών έπεσεν εις την Πόλιν πανώλης ακόμη και εις αυτά τα παλάτια του Σουλτάνου και καθημερινώς έβλεπεν ότι απέθνησκον αδιακρίτως πάσης τάξεως άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και πένητες, όθεν εκυριεύθη από φόβον. Συνήλθε λοιπόν εις τον εαυτόν του και εσυλλογίσθη το κακόν της αρνήσεως· και τότε ερριζώθη εις την καρδίαν αυτού ο φόβος του Θεού. Όθεν ηρνήθη ευθύς όλας εκείνας τας μεγάλας τιμάς και δόξας της των Αγαρηνών θρησκείας και την εξουσίαν της βασιλείας των και έκλινεν εις μετάνοιαν, επιμόνως δε και με διακαή πόθον εζήτει τρόπον να φύγη. Ο φόβος ούτος εδόθη παρά Θεού ως μέσον μετανοίας κατά την προφητικήν ρήσιν· «Μη θελήσει θελήσω τον θάνατον του ανόμου, λέγει Κύριος, ως το αποστρέψαι αυτόν εκ της οδού της πονηράς, και ζην αυτόν» (Ιεζεκ. ιη: 23), και την αποστολικήν τοιαύτην· «Τούτο γαρ καλόν και αποδεκτόν ενώπιον του Σωτήρος ημών Θεού, ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. Β: 3-4). Διότι, δια να καταφρονήση όλας εκείνας τας μεγάλας τιμάς και δόξας, τα πλούτη και τας πολυτελείς τρυφάς και την βασιλικήν εξουσίαν και δια να θραύση εκείνους τους διττούς δεσμούς της αρνητικής ομολογίας του και αποφασίση άλλην αμετάτρεπτον ομολογίαν μετανοίας, ήτο ανάγκη να δοθή εν τοιούτον μέσον άνωθεν και μία ουράνιος και πολύ δραστηρία δύναμις, δια της οποίας να καταβάλη και νικήση τας δυσκαταμαχήτους δυνάμεις του αποστάτου διαβόλου και θραύση γενναίως τα δεσμά εκείνα της ψευδοπεριτομής του, επειδή δεν ήτο δυνατόν, απλώς και ως έτυχε, να έλθη μόνος εις τοιαύτην μετάνοιαν, ούτε άλλος άνθρωπος ηδύνατο να τον καταπείση να αποσπασθή απ’ εκείνην την σατανικήν ματαιότητα των προσκαίρων και φθαρτών αγαθών. Λοιπόν, σεληνόφωτόν τινα νύκτα απεπειράθη ν’ αποσπασθή από τους αθλίους εκείνους Αγαρηνούς· αλλ’ η φυγή αυτού εματαιώθη και δεν έγινε κατ’ ευδοκίαν Θεού. Διότι αποφασίσας να αναχωρήση έπεσεν από μέρος τι υψηλόν, δια να δυνηθή να φύγη· επειδή όμως ηκούσθη ο κτύπος, έτρεξαν παρευθύς τινές των εκεί Αγαρηνών και ευρόντες αυτόν τον επανέφεραν εντός του παλατίου. Μετά πάροδον ολίγων ημερών ανεκοίνωσε τον σκοπόν του εις Χριστιανόν τινα, γουναράν το επάγγελμα, όστις εσύχναζεν εκεί και τον παρεκάλεσε να του δώση ναυτικήν τινα ενδυμασίαν, δια νατην φορέση και να φύγη. Όταν δε χωρίς να αντιληφθή κανείς έλαβε την στολήν, εζήτει έκτοτε ευκαιρίαν να φύγη. Ενώ λοιπόν ημέραν τινά έτρωγον οι Αγαρηνοί, οίτινες τον εγνώριζον, έκαμε τον σταυρόν του, επήρε τα ενδύματά του και επήγεν εις τόπον παράμερον, εκεί εξεδύθη τα λαμπρά ενδύματα και τας γούνας τας οποίας εφόρει και εφόρεσε τα Χριστιανικά, εμαύρισε το πρόσωπόν του, έδεσε το μέτωπόν του με εν λερωμένον μανδήλιον και επήρεν εις τον ώμον του μίαν στάμναν· ποιήσας δε εις τον εαυτόν του το σημείον του Σταυρού, εξήλθεν από εκείνον τον κατηραμένον οίκον, επέρασεν εμπρός από τους φύλακας της αυλής, κατέβη εις την θάλασσαν και εισελθών εις πλοίον μικρόν επήγεν εις την οικίαν θείας του τινός. Ύστερον από ολίγας ημέρας, χρισθείς ο καλός Θεόδωρος δι’ αγίου Μύρου, ανεχώρησεν εκείθεν με πολλούς κόπους και φόβους και κατέφυγεν εις Χίον, όπου έμεινεν ημέρας τινάς πλησίον πνευματικού τινος πατρός. Αναγινώσκων δε κατανυκτικά βιβλία και τα Μαρτύρια των Αγίων και πολύ περισσότερον των Νέων Μαρτύρων, ήλθεν εις αμετάτρεπτον απόφασιν μετανοίας και εστέναζε δια το κακόν της αρνήσεώς του· ακολούθως εξωμολογήθη δις και τρις με γενικήν και λεπτομερή εξομολόγησιν όλας τας αμαρτίας, τας οποίας έπραξεν ως άνθρωπος καθ’ όλην την ζωήν του, χωρίς να λησμονήση καμμίαν και συγχρόνως εκοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, ήρχισε δε να ποθή και να επιζητή το Μαρτύριον. Επειδή δε ήκουε και το γενναίον Μαρτύριον και τας αριστείας του προ αυτού μαρτυρήσαντος Αγίου Πολυδώρου, ηύξανε καθημερινώς η προς την μετάνοιαν κατάνυξίς του και ο πόθος του Μαρτυρίου. Τότε ηύξησαν οι λογισμοί και οι πειρασμοί του μισοκάκου διαβόλου και αφ’ ενός εκ τούτου στενοχωρούμενος, αφ’ ετέρου δε εκ του πόθου του Μαρτυρίου φλεγόμενος, επεθύμει πότε να ευρεθή τρόπος να τελειώση το ποθούμενόν του και απαλλαχθή της κοσμικής ματαιότητος. Συνεργούντος λοιπόν του Θεού, ευρέθη ζηλωτής τις αδελφός, όστις τον συμπαρέλαβε και τον μετέφερεν εις τόπον παράμερον και εκεί διέμενον και εδέοντο του Θεού, κοινώς και κατ’ ιδίαν, δια να οδηγήση αυτούς εις το Άγιον αυτού θέλημα· ο δε αδελφός, κινούμενος από αγάπην, συνέθεσε δι’ αυτόν τη ευχήν ταύτην· Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ιατρός της αθλίας μου ψυχής, μη βδελύξη με τον αμαρτωλόν, αλλ’ ενδυνάμωσον την ασθενή και πεπωρωμένην καρδίαν μου, θέρμανον αυτήν εις τον έρωτα υπέρ του Μαρτυρίου, ίνα ως ηρνήθην Σε, τον πλάστην μου και ευεργέτην, χωρίς να με βιάση τις και εγενόμην δούλος του μιαρού διαβόλου και παίγνιον των δαιμόνων και υπέκυψα εις την εξουσίαν, υποταγήν και θέλησιν αυτών, ούτω πάλιν, δια της Σης Χάριτος και της ανυπερβλήτου μακροθυμίας, δι’ ης βοηθούμενος διέφυγον τας παγίδας αυτών, αξιώσης με, τον ελεεινόν και ανάξιον, της κλήσεως των Χριστιανών και της αιωνίου μακαριότητός σου· μη με βδελύξη τον ταπεινόν σου δούλον, μονογενές Υιέ του Θεού, αλλά παράλαβέ με εν τω χορώ των Μαρτύρων σου και αξίωσόν με τυχείν αφέσεως παρ’ αυτών». Μετά την ευχήν ταύτην επεκαλείτο την βοήθειαν και μεσιτείαν της Υπεραγίας Θεοτόκου, των Αγίων Μαρτύρων και ιδίως του Αγίου Μάρτυρος Πολυδώρου· αυτήν την ευχήν εδέχθη ο Αθλητής ούτος ως βοηθητικόν μέσον και όπλον ακαταμάχητον της μαρτυρικής κλήσεώς του και αυτήν έλεγε συχνά με μεγάλην και κατανυκτικήν ευλάβειαν, συχνότερα δε έλεγεν· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αρνητήν σου, οδήγησόν με και φώτισόν με εις οδόν μετανοίας· ζήτησόν με τον πεπλανημένον, ως το απολωλός πρόβατον, μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία σου και δέξαι με ως τον ληστήν, ως την πόρνην και ως τον άσωτον υιόν και κατάταξόν με εν ταις σκηναίς των Δικαίων». Αυταί αι ευχαί έδωσαν μεγάλην κατάνυξιν εις την καρδίαν του Μάρτυρος και ένθερμον αφοσίωσιν εις τον πόθον του Μαρτυρίου τόσον, ώστε εζήτει επιμόνως και έλεγεν εις εκείνον τον ζηλωτήν αδελφόν· «Πάτερ, να ετοιμασθώμεν, διότι είναι καιρός πλέον να υπάγωμεν δια την υπόθεσίν μας». Εις αυτήν την φλογεράν κατάνυξιν και απόφασιν ευρισκομένου του Μάρτυρος έφθασε και ο πρώτος του πνευματικός πατήρ και αφ’ ου του έκαμαν πολλάς και ποικίλας δοκιμασίας και οι δύο και είδον ακλόνητον και στερεάν την γνώμην του, απεφάσισαν την οδόν του Μαρτυρίου· και ο μεν ζηλωτής αδελφός να συντροφεύση τον Μάρτυρα μέχρι της Μυτιλήνης και να τον παρηγορή κατά την οδόν, ο δε πνευματικός του, αφ’ ου τους συνεβούλευσε τα δέοντα και τους απέστειλεν, έμεινεν εις την Χίον. Κατά την νύκτα όμως εκείνην, ο ευλογημένος Θεόδωρος εδοκίμασε μέγαν αγώνα λογισμών ακαθαρσίας και βλασφημίας και συχνά εξύπνα την νύκτα τον αδελφόν και του έλεγεν· «Αχ, Γέροντά μου, τι να κάμω; Δεν με λυπείσαι τον δυστυχή, με έφαγον οι λογισμοί, τον ταλαίπωρον». Εκείνος τον παρηγόρει όσον ηδύνατο. Αλλ’ ο Μάρτυς πάλιν του έλεγεν· «Άγιε μου Γέροντα, ας υπάγωμεν το γρηγορώτερον δια να ελευθερωθώ από τον σατανάν, διότι με κατατρώγει τον δυστυχή· θέλω να υπάγω εις τον Χριστόν μου, να υπάγω το ταχύτερον»! Έως δε να φθάσουν εις την Μυτιλήνην το σώμα του ευλογημένου Θεοδώρου από την αδυναμίαν ανέλυσεν. Όταν δε έφθασαν, εισήλθον εις το πλοίον δύο Αγαρηνοί και τους εφόβισαν πολύ, μετ’ ολίγην όμως ώραν έφυγον χωρίς να τους πειράξωσι. Τότε ο Μάρτυς λέγει προς τον αδελφόν· «Γέροντά μου, δεν είναι συμφέρον εις εμέ να καθήσω περισσότερον εντός του πλοίου, αλλά να εξέλθωμεν και να κάμωμεν την εργασίαν μας». Αμέσως τότε παρεμέρισαν ολίγον και ετοιμάσαντες μετέλαβεν τον Μάρτυρα τα θεία Μυστήρια με πολλήν κατάνυξιν και ευλάβειαν. Έπειτα όταν εκάθισαν να φάγωσιν ολίγην τροφήν, του είπεν ο αδελφός· «Φάγε ολίγον, υιέ μου Θεόδωρε». Ο δε κλαίων έφαγεν ολίγον λέγων· «Δεν δύναμαι να φάγω, διότι έκλεισεν ο λαιμός μου· να υπάγωμεν εις την οδόν μας, διότι έχω μεγάλην βάσανον εις την ψυχήν· δεν είναι καιρός να περιμένω πλέον, πρέπει να πάρωμεν τα αναγκαία ενδύματα και να απομακρυνθώμεν ολίγον παράμερα να τα φορέσω και να υπάγω εις τον δρόμον μου». Εις τόπον λοιπόν αρμόδιον ενεδύθη ο Μάρτυς τα ενδύματα των Αγαρηνών, ο αδελφός δε δια να θυλακώση το ένδυμά του εκάθησεν εις την γην· και ο Μάρτυς κλαίων και φιλών τας σεβασμίας χείρας του, έλεγεν· «Ευχαριστώ σοι, Άγιε Γέροντα, ο Θεός να πληρώση τους κόπους σου, εγώ ο αμαρτωλός δεν είμαι άξιος». Ο δε αδελφός με δάκρυα έλεγεν· «Αδελφέ μου Θεόδωρε, μήπως σου ήλθεν εις την καρδίαν καμμία δειλία»; Ο Μάρτυς απεκρίθη· «Ουχί, Πάτερ, αλλά λυπούμαι δια τον χωρισμόν σου». Εναγκαλιζόμενος δε αυτόν και καταφιλών και βρέχων τους πόδας του αδελφού με δάκρυα έλεγεν· «Άγιοι πόδες, οι οποίοι εκοπιάσατε δι’ εμέ». Ο δε αδελφός του έλεγε· «Παύσε, Θεόδωρε, εγώ έχω χρέος να σε αγαπώ, καθώς και συ ηγάπησας τον Χριστόν και δια την αγάπην του παραδίδεις τον εαυτόν σου εις θάνατον». Ο Μάρτυς του λέγει· «Εάν με αγαπάς, θέλω, μετά τον θάνατόν μου, να υπάγης να συναντήσης τους γονείς μου και να τους παρηγορήσης, καθώς παρηγόρησας και τους γονείς του Αγίου Πολυδώρου, διότι πολύ τους ελύπησα και πονεί η ψυχή μου δι’ αυτούς. Να προσκυνήσης δε και τον ιατρόν της ψυχής μου και πολλά να τον ευχαριστήσης· να ασπασθής και τον αδελφόν, ο οποίος μας υπηρέτησε». Ταύτα ακούων ο αδελφός και βλέπων το ιλαρόν αυτού πρόσωπον και τους οφθαλμούς του γέμοντας δακρύων, έκλαυσε και αυτός τότε και εναγκαλισάμενος τον Μάρτυρα και καταφιλήσας την μαρτυρικήν του κεφαλήν, του είπε· «Πορεύου, υιέ μου, την ποθουμένην οδόν σου και ο Κύριος έσται μετά σου ενισχύων σε». Και ούτως ανεχώρησεν ο Μάρτυς· αλλ’ ο αδελφός, επόνεσεν η ψυχή του και είπε· «Θεόδωρε, μήπως θέλεις τίποτε από εμέ»; Ο Μάρτυς του είπεν· «Όχι». Του λέγει ο αδελφός· «Καλότυχος και μακάριος είσαι, Θεόδωρε· ύπαγε εις οδόν ειρήνης, στρατιώτα του Χριστού· μου φαίνεται κατά αλήθειαν, ότι βλέπω τους Αγίους Μάρτυρας να σε συνοδεύουν». Τότε απεχαιρετίσθησαν και δακρυρροούντες εχωρίσθησαν. Μετά τέσσαρας ημέρας της εν Μυτιλήνη διαμονής του ο Μοναχός απήντησε δύο Χριστιανούς ερχομένους από το φρούριον και αφ' ο’ τους ηρώτησε, του είπον· «Πάτερ, σήμερον είδομεν ένα νέον, καλούμενον Θεόδωρον, όστις εμαρτύρησε δια την πίστιν του Χριστού μας· εκρέματο εις την αγχόνην και όλον το πλήθος των ανθρώπων έφριξε και εθαύμασε την ανδρείαν και σταθεράν πίστιν αυτού του νέου· ήτο εις την ηλικίαν έως είκοσι ετών». Ο δε ζηλωτής αδελφός από την χαράν του εδάκρυσε και όταν τον ηρώτησαν τους απεκρίθη· «Πράγμα ήκουσα, όπερ δεν το ήλπιζα εις τοιούτον καιρόν, ότε επλάτυνεν η κακία, να γίνονται δια τον Χριστόν Μάρτυρες». Τότε αυτοί ήρχισαν να διηγούνται εν προς εν τα μαρτύρια του Μάρτυρος Θεοδώρου. Ο καλός ούτος αδελφός μαθών ταύτα, επήγε κατά την ιδίαν ταύτην νύκτα εις το φρούριον και είδε το ιερόν μαρτυρικόν σώμα του Μάρτυρος Θεοδώρου κρεμασμένον ακόμη εις τον τόπον της καταδίκης ολόγυμνον, με τόσα μαρτυρικά στίγματα καταπληγωμένον και με τόσην Χάριν της Αγιότητος εστολισμένον και διαλάμπον, ώστε πάντες οι Χριστιανοί βλέποντες αυτό εξίσταντο και εθαύμαζον λέγοντες· «Είναι παρόμοιον κατά το είδος και την σεβασμιότητα με την Αποκαθήλωσιν του Δεσπότου Χριστού». Επήγαινον δε παρρησία νέοι και γέροντες και έκοπτον από το υποκάμισον αυτού τεμάχια, τα έβαφαν εις το αίμα του και τα ελάμβανον χάριν ευλαβείας. Τα καθέκαστα δε του Μαρτυρίου του, κατά την διήγησιν των εκεί παρόντων δύο Χριστιανών, είναι τα ακόλουθα. Την Πέμπτην ημέραν της πρώτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής παρουσιάσθη ο Μάρτυς Θεόδωρος εις τον κριτήν της Μυτιλήνης και τον ηρώτησεν, εάν αυτός είναι ο κριτής του τόπου· ο δε απεκρίθη· «Εγώ είμαι». Ο Μάρτυς του είπε θαρραλέως· «Εγώ είμαι ο Ορθόδοξος Χριστιανός Θεόδωρος, όστις προ δέκα ετών αποπλανηθείς εδέχθην και έλαβον την κίβδηλον και βδελυράν οθωμανικήν θρησκείαν σας· ήδη δε ήλθον να την αποδώσω και αναλάβω την ιδίαν μου πίστιν». Ευθύς δε εξέβαλε το σαρίκιον, το οποίον έφερεν εις την κεφαλήν του, έρριψε τούτο ενώπιον του κριτού, και εξέσχισε τα πράσινα περικαλύμματα αυτού, καταπατήσας αυτά πολλάκις προς περιφρόνησιν, εξουθένωσιν και αποστροφήν της θρησκείας αυτού. Ο κριτής εκπλαγής και βλέπων την τοσαύτην παρρησίαν αυτού του νέου ηρώτησε τους παρεστώτας· «Τις είναι ούτος»; Αυτοί δε είπον, ότι είναι φρενοβλαβής· ακούσας δε τούτο ο Μάρτυς είπεν εις τον κριτήν· «Δεν είμαι φρενοβλαβής, αλλ’ έχω σώας τας φρένας· και είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος. Χριστιανός εγεννήθην και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Ιδού είδες και ήκουσες και έμαθες ότι είμαι Χριστιανός και ότι αρνούμαι την θρησκείαν σας· λοιπόν επιτέλεσον το ταχύτερον παν το οποίον σκέπτεσαι προς τιμωρίαν μου και είμαι έτοιμος να υπομείνω πάσαν απόφασίν σου, με την δύναμιν του Χριστού μου». Οργισθέντες τότε οι παρεστώτες επίσημοι Οθωμανοί απέστειλαν αυτόν εις την οικίαν του δεσμοφύλακος ωθούντες και μαστίζοντες αυτόν ανηλεώς· αλλ’ ούτος εις ουδέν λογιζόμενος τας τυραννίας, ωμολόγει εις τους καθ’ οδόν συναντωμένους Χριστιανούς, ότι είναι Χριστιανός και ως τοιούτος εζήτει συγχώρησιν. Ότε δε έφθασαν εις την οικίαν του δεσμοφύλακος, παρευθύς έβαλον αυτόν εις την φυλακήν και εδέσμευσαν τους πόδας αυτού, εις δε τον λαιμόν έθεσαν βαρείαν άλυσον και εισήρχοντο εντός της φυλακής οι Οθωμανοί και τον εμάστιζον χλευάζοντες αυτόν ως τρελλόν. Εις πάντας δε ωμολόγει ότι είναι Χριστιανός και έχει υγιείς και σώας τας φρένας. Την επιούσαν, ημέραν Παρασκευήν της αυτής εβδομάδος, ώραν έκτην της μεσημβρίας, έφερον τον Μάρτυρα τυραννικώς προς εξέτασιν και ηρώτων αν ήλθεν εις τον νουν του, του υπέσχοντο δε δώρα πολλά και μεγάλα και ό,τι άλλο πολύτιμον θέλει, αρκεί να έλθη εις την θρησκείαν των. Ο δε Μάρτυς απήντησεν ούτω· «Και τον νουν μου έχω υγιά και την ομολογίαν μου σταθεράν και αμετάτρεπτον· σεις είσθε μωροί και χωρίς νουν. Τι με πειράζετε και με δοκιμάζετε, ενώ ενώπιόν σας μέμφομαι και βλασφημώ την πίστιν σας; Αφήνετε σεις την πίστιν σας και γίνεσθε Χριστιανοί; Λοιπόν πως ν’ αφήσω εγώ την του ηλίου φαεινοτέραν και αγίαν πίστιν του Χριστού μου και να έλθω εις την ιδικήν σας την σκοτεινήν και άνομον, οι οποίοι κάμνετε την ημέραν νύκτα και την νύκτα ημέραν και την νηστείαν σας πολυφαγίαν καθώς κάμετε εις το ραμαζάνι σας; Αλλά και εγώ ηπατήθην και έγινα Τούρκος, τώρα όμως αντιληφθείς την απάτην και την πλάνην, εις την οποίαν υπέπεσα, μετεμελήθην και ομολογώ ότι είμαι Χριστιανός· αποστρέφομαι την πίστιν σας και τον προφήτην σας, και όλους σας, και δια την αγάπην του Χριστού μου προσφέρω την ζωήν μου και καταφρονώ τα πάντα· τι με φυλάττετε και δεν με φονεύετε»; Τότε ο κριτής, ο διοικητής των γενιτσάρων και όλοι οι εκεί παρόντες εφώναζον· «Βγάλτε αυτόν έξω να μη μας κολάση». Ούτω δε δια πολλών λακτισμάτων και μαστιγώσεων έφερον τον Μάρτυρα εις την φυλακήν, και έβαλον αυτόν εις τα δεσμά. Ότε δε εδέσμευον τον Μάρτυρα του έδωσαν τριακοσίας μαστιγώσεις εις τους πόδας, άφησαν δε τας θύρας της φυλακής ανοικτάς, ίνα πας Οθωμανός εισέρχεται και μαστιγώνη αυτόν. Εισήρχοντο λοιπόν οι βουλόμενοι και εμαστίγωνον τον Μάρτυρα, δέκα πέντε δε άλλοι Οθωμανοί συγχρόνως εμαστίγωνον τούτον εκατέρωθεν του σώματός του και τον εκύλιον ως άφωνον ασκόν. Υπομένων δε ταύτα πάντα γενναίως και σιωπηλώς ο Άγιος του Χριστού Μάρτυς δεν έλεγεν άλλο, ειμή· «Χριστιανός είμαι». Έπειτα τον έβαλαν να καθήση, αλλά και καθημένου έδιδον εις αυτόν πολλούς ραβδισμούς, εκείνος δε ο μακάριος έθεσε την δεξιάν παλάμην της χειρός του απί του τραχήλου, όπως τιμωρηθή και το δάκτυλον εκείνο, δια του οποίου εγένετο η κατάδειξις της αρνήσεώς του. Μετά ταύτα έβαλον εις τους κροτάφους της κεφαλής αυτού δύο κεράμους προσδέσαντες αυτούς μετά της κεφαλής δια σχοινίου, το οποίον περιετύλιξαν πέριξ αυτής. Βαλόντες δε ξύλον εις το σχοινίον περιέστρεψαν το ξύλον ως κοχλίαν και εσφίγγετο το σχοινίον τόσον δυνατά, ώστε εξήλθον από τας κόγχας των οι βολβοί των οφθαλμών του, το δε πρόσωπόν του εστρέφετο προς τα οπίσω· αλλ’ ο του Χριστού στρατιώτης επανελάμβανε· «Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός είμαι». Όπως δε οι θηριόγνωμοι Οθωμανοί επιβάλωσιν εις τον Μάρτυρα σιωπήν, έβαλον εις το στόμα του ράβδον και έσφιγγον δυνατά τους οδόντας του· έπειτα σύροντες την ράβδον εξερρίζωναν μερικούς οδόντας του· αφού δε κατέστησαν αυτόν ημιθανή κουρασθέντες αφήκαν αυτόν εις την φυλακήν. Την πρωϊαν του Σαββάτου, μεταβάς Χριστιανός τις υπηρέτης της φυλακής, εύρε τον Μάρτυρα ψάλλοντα το «Τη υπερμάχω». Εζήτησε τότε απ’ αυτόν ο Άγιος μελανοδοχείον και αφού το έλαβεν, έγραψε προς τον Αρχιερέα, όπως του αποστείλη την θείαν δωρεάν, την οποίαν και δια του ιδίου Χριστιανού έλαβεν ο Μάρτυς. Μετά ταύτα εγεύθη και δύο κουταλιές ζυμαρικών, τα οποία εζήτησεν από τον Χριστιανόν και ευχαριστήσας αυτόν είπε· «Δεν είναι τρόπος να έλθη τις εις την φυλακήν δια παρηγορίαν μου»; Τότε ήλθον συγχρόνως αρκετοί Οθωμανοί εις την φυλακήν, οι οποίοι εξετάζοντες τον Μάρτυρα επέφερον πάλιν εις αυτόν πολλά μαρτύρια. Γεώργιος δε τις, Θεσσαλονικεύς, νέος κατά την ηλικίαν, αναγινώσκων πολλάκις τα Μαρτύρια των παλαιών Μαρτύρων, έλεγε κατ’ ιδίαν· «Άραγε είναι αληθή αυτά όλα τα Μαρτύρια; Άραγε υπέμειναν αυτοί οι Μάρτυρες τόσα βάσανα, και μάλιστα ο συνώνυμός μου Γεώργιος»; Απορών δε περί τούτων και ακούσας τας βασάνους του Μάρτυρος Θεοδώρου, είπεν εις τινα φίλον του, ότι επεθύμει να υβρισθή με τινα, ίνα φέρωσιν αυτόν εις την φυλακήν και ίδη τον Μάρτυρα. Μαθόντες τούτο οι δημογέροντες έπεμψαν τον εισπράκτορα του βασιλικού φόρου να ζητήση τον φόρον, διεμήνυσαν δε εις αυτόν να μη πληρώση, ίνα ούτω, εγκλεισθή εις την φυλακήν δια να δυνηθή να ίδη και παρηγορήση τον Μάρτυρα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, εισελθών ο Γεώργιος εις την φυλακήν, εύρεν αρκετούς Οθωμανούς, οίτινες ετυράννουν διαφοροτρόπως τον Μάρτυρα και εξήταζον αυτόν, που διέμεινε τόσα έτη, ο δε Μάρτυς έλεγεν ότι ήτο εις την Αγγλίαν· ο Καλιτζίμπασης, ήτοι ο υπαστυνόμος, του είπεν· «Οι Ιερείς της Αγγλίας σου είπον να υπάγης εκεί, όπου έγινες Οθωμανός, να γίνης πάλιν Χριστιανός»; Ο δε Μάρτυς είπε· «Ναι αυτοί μου είπον». Εκείνος δε αναστενάζων μανιωδώς έλεγεν· «Αν ήτο εις χείρας μου εκείνος ο Ιερεύς, ήθελον εκβάλει από την ράχιν του αρκετάς λωρίδας· τώρα, μιαρέ, πόθεν ήλθες»; Ο δε Μάρτυς απεκρίθη· «Από την θάλασσαν». Τότε εις εξ εκείνων των Οθωμανών εζήτησε να έλθη ο Οθωμανός εκείνος ο οποίος εγνώριζε να βάλη εις την κεφαλήν του Μάρτυρος σχοινίον περιστρεφόμενον, δια να τον αναγκάση να αποκρίνηται την αλήθειαν· ο δε Άγιος έλεγεν εις αυτούς· «Δεν αισχύνεσθε δια τα αίσχη της πίστεώς σας»; Τότε αυτοί έθετον υπό την ρίνα του καπνόν και έλεγον· «Πίε καπνόν, Τσιφούτ εφένδη». Ο δε Άγιος έλεγεν· «Είμαι Χριστιανός εκ κοιλίας μητρός μου, ονομάζομαι Θεόδωρος και αποθνήσκω Χριστιανός». Εις δε εξ αυτών εκπυρώσας καπνοδοχείον έκαιε τον τράχηλον του Αγίου λέγων· «Βλασφημείς την πίστιν»; Ο δε Μάρτυς έλεγε· «Αν δεν θέλητε να βλασφημώ την πίστιν σας μήτε σεις λέγετέ τι περί της ιδικής μου αγίας Πίστεως· το σώμα μου είναι εις την εξουσίαν σας· ποιήσατε αυτό καθώς θέλετε και αν εις τεμάχια διαμελίσητε αυτό, μόλις σας επαρκεί δια να τρώγητε επί μίαν εβδομάδα. Ποιήσατε λοιπόν ό,τι σας είναι αρεστόν και πραγματοποιήσατε το ταχύτερον τον σκοπόν μου, δια να υπάγω εις τον προορισμόν μου». Εκείνοι δε έλεγον εις τον Μάρτυρα κατά την οθωμανικήν διάλεκτον· «Ο αποστείλας σε ενταύθα Ιερεύς δεν σου είπε και περί του τόπου εις τον οποίον θα υπάγη η ψυχή σου»; Ο δε μακάριος Μάρτυς απεκρίθη· «Τούτο δεν δύνασθε σεις να γνωρίζητε». Πλησθέντες τότε θυμού οι τύραννοι εμάστιζον και ηπείλουν τον Μάρτυρα· αλλ’ αυτός γενναίως και απτοήτως εζήτει την ταχυτέραν εκτέλεσιν της απειλής αυτών και την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν μετάβασίν του· και εκείνοι μεν θυμού πληρούμενοι ανεχώρησαν, αυτός δε έμεινε μετά του Γεωργίου, όστις καθήσας πλησίον του εζήτει ευλογίαν και συγγνώμην, καταφιλών τους πόδας του. Ο δε Μάρτυς του είπε· «Συ, αδελφέ, να με ευλογήσης· εγώ ο ταλαίπωρος είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και έχω τόσα κακά επάνω μου· έλα, αδελφέ μου, πλησίον μου». Αφού δε εκείνος εκάθησε πλησίον του, τον ηρώτησεν ο Άγιος πως ονομάζεται, απεκρίθη δε εκείνος ότι ονομάζεται Γεώργιος και ότι ήλθε δια την αγάπην αυτού. Ο Μάρτυς ευχαριστήσας αυτόν είπε· «Καλώς, εποίησες αδελφέ, και ήλθες προς παρηγορίαν μου, διότι καθ’ όλην την νύκτα ήμουν μόνος και κατά σατανικήν συνεργείαν κατέλαβε την καρδίαν μου φόβος πολύς, ώστε μικρόν να υποκύψω εις την απόγνωσιν, διότι οι Αγαρηνοί ως κύνες λυσσώντες ώρμησαν κατ’ επάνω μου». Τότε ο αγαθός Γεώργιος, υπενθυμίσας το Μαρτύριον των εις την κάμινον του πυρός ριφθέντων Αγίων Τριών Παίδων, και τα Μαρτύρια των Μεγαλομαρτύρων Γεωργίου και Δημητρίου, εχαροποίησεν αυτόν· ήρχισε δε τότε ο Άγιος να λέγη την συνηθισμένην του ευχήν περί της οποίας προείπομεν. Έπειτα ερωτά τον Μάρτυρα ο Γεώργιος περί του ονόματος, του τόπου, της καταγωγής και των γονέων του και πόθεν παρεκινήθη εις το Μαρτύριον, απήντησε δε ο Μάρτυς εις όλα τα προλαληθέντα κατ’ ακρίβειαν· και ζητήσας παρ’ αυτού μελανοδοχείον και χάρτην, έγραψε προς τον Αρχιερέα του τόπου, να ειδοποιήση τον εν Χίω πνευματικόν του, συνάμα δε έγραψε και εις τους γονείς του. Εν τω μεταξύ τούτω εξήλθε φήμη, ότι προς εμπαιγμόν του Μάρτυρος πρόκειται να τον πομπεύσωσιν εις την αγοράν, να κόψωσι δε και τους πόδας αυτού εκ των γονάτων. Μαθών δε τούτο ο εκεί τοπάρχης διεμήνυσε προς τον Οθωμανόν δικαστήν λόγους ονειδιστικούς, ως αγνοούντα τον νόμον, ότι παραχρήμα με την έκφρασιν της κατά του Μωάμεθ βλασφημίας, ώφειλε να καταδικάση εις θάνατον τον Μάρτυρα και ουχί να αφήση αυτόν βλασφημούντα. Ταύτα δε μαθών ο δικαστής ανεκάλεσε τούτο. Ταυτοχρόνως εισέρχεται εις την φυλακήν οικείος τις του τοπάρχου και είπε προς τον Μάρτυρα· «Μπρε δεν δίδεις το σαλαβάτι; (τουτέστι, την μαρτυρίαν της μουσουλμανικής θρησκείας), τώρα πρόκειται να σε εκτελέσουν». Αλλ’ ο Μάρτυς υψώσας την κεφαλήν, ύβρισε και αυτόν και το σαλαβάτι και τον Μωάμεθ και την πίστιν των. Έτερος δε τις θυμωθείς έλαβε το όπλον του να κτυπήση τον Μάρτυρα, τον ημπόδισεν όμως άλλος λέγων· «Ουδεμίαν εξουσίαν έχεις συ να τον φονεύσης». Μετ’ αυτούς εισήλθον εις την φυλακήν και άλλοι πολλοί λέγοντες προς τον Μάρτυρα, ότι ήλθεν η τελευταία του ώρα. Ο δε Μάρτυς ευχαριστήσας εδόξασε τον Θεόν και ηρώτησε τον Γεώργιον τι να λέγη· αυτός δε είπε προς αυτόν· «Λέγε το «Μνήσθητί μου Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου» (Λουκ.κγ: 42). Οι δε Αγαρηνοί τότε, ως άγριοι λύκοι, ώρμησαν κατ’ αυτού και ήρχισαν να δένωσι τας μαρτυρικάς χείρας του. Σταθείς τότε ο Μάρτυς απτόητος και τον θάνατον ως ουδέν λογιζόμενος, είπεν εις τους Αγαρηνούς· «Σταθήτε, σταθήτε» · και τότε ποιήσας τρις το σημείον του Σταυρού, έδεσε μόνος τα επιμάνικα του υποκαμίσου του επί του τραχήλου του ωσάν να ητοιμάζετο εις αγώνα πάλης, είτα είπεν εις τους Αγαρηνούς· «Δέσατε τώρα τας χείρας μου». Ότε δε έμελλον να σηκώσωσι τούτον, έσυρε τις την επί του λαιμού αυτού τεθειμένην άλυσον με τόσην βίαν, ώστε μικρόν έλειψε να κοπή ο λαιμός αυτού. Ο Μάρτυς δε, πονέσας ως άνθρωπος, εζήτησε να εκβάλωσι πρώτον τους πόδας του εκ του δεσμοξύλου, τούτου δε γενομένου ανορθωθείς έτρεχεν ο αοίδιμος εις τον τόπον της καταδίκης. Φέροντες δε αυτόν εκεί τον εμαστίγωσαν ανηλεώς και σκληρώς ρίψαντες αυτόν εις την γην ημιθανή. Εγείραντες δε πάλιν τούτον οι ασεβείς, ηρώτων τις είναι και πως ονομάζεται. Εκείνος δε, μόλις αναπνέων εκ των πολλών βασάνων, τους απεκρίνετο ότι είναι Χριστιανός, ονομάζεται Θεόδωρος και Χριστιανός αποθνήσκει. Τότε δε οι ασεβείς ούτοι έσυρον το σχοινίον της αγχόνης, αλλ’ αυτό έσπασε και ο Μάρτυς πεσών κατά γης εκτύπησεν εις το γόνατον, εκ του οποίου έρρευσεν αίμα πολύ· εις τοιαύτην δε κατάστασιν ευρισκόμενον ήγειραν οι ασεβείς Αγαρηνοί και έθεσαν πάλιν επί του λαιμού του το σχοινίον, ούτω δε έλαβεν ο μακάριος τον ποθούμενον του Μαρτυρίου του στέφανον. Το δε αίμα και αφού ενεκρώθη το μαρτυρικόν και αθλητικώτατον εκείνο σώμα έσταζεν επί τρεις ημέρας αδιακόπως εκ του γόνατος. Συνέρρεον δε τότε πανταχόθεν οι Χριστιανοί και πλησιάζοντες μετά μεγίστης ευλαβείας εις το σώμα του Μάρτυρος έκοπτον έκαστος μέρος του χιτώνος αυτού, έβαπτον αυτό εις το μαρτυρικόν αίμα και εφύλαττον αυτό εις τας οικίας των χάριν αγιασμού. Πολλοί δε εξ αυτών εκήρυττον και ωμολόγουν ότι πίνοντες εκ του απονίμματος των μαρτυρικών αιμάτων και εν κατανύξει επικαλούμενοι την αντίληψιν του Αγίου εθεραπεύοντο από διαφόρους ασθενείας. Μετά παρέλευσιν τριών ημερών, λαβόντες οι Χριστιανοί άδειαν παρά της τοπικής εκείνης εξουσίας, έλαβον το μαρτυρικόν λείψανον του Αγίου, υπέρ τους πεντήκοντα άνδρες, και εκήδευσαν αυτό με την προσήκουσαν εκκλησιαστικήν παράταξιν, ενταφιάσαντες αυτό εντός Εκκλησίας τινός κατά το μεσημβρινόν μέρος της πόλεως Μυτιλήνης κειμένης και καλουμένης Παναγίας Χρυσομαλλούσης. Τούτο είναι, ευλογημένοι Χριστιανοί, το φρικτόν και υπερθαύμαστον Μαρτύριον του εν Αγίοις Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Νέου. Τούτο, όστις αναγινώσκει μετ’ ευλαβείας, δεν αμφιβάλλω ότι αισθάνεται μεγάλην κατάνυξιν εν τη καρδία αυτού και θέλει δοξάζει τον εν Αγίοις θαυμαστωθέντα Κύριον· διότι ούτος έδωσε φωτισμόν και δύναμιν εις τον εικοσαετή τούτον νέον να φύγη την πλάνην και το σκότος και να κηρύξη ενώπιον των αλλοπίστων Θεόν αληθινόν τον Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν, να στηλιτεύση δε τον αρχηγόν της πλάνης εκείνων με τόσην γενναιότητα και παρρησίαν. Και τω όντι ο νέος ούτος Μάρτυς, εν ω έδειξε τώρα τοσαύτην θαυμαστήν ανδρείαν και καρτερίαν, ότε κατ’ αρχάς μετεμελήθη δια την άρνησίν του και ήλθεν εις αίσθησιν και ήρχισε να κάμνη ως Χριστιανός τον σταυρόν του και να λέγη ψαλμούς και ευχάς, είχεν ακόμη εις την καρδίαν του τόσον φόβον θανάτου, ώστε όταν ποτέ έκαμνε κρυφίως τον σταυρόν του και τον αντελήφθη τις των απίστων, και του εφώναξε με αγρίαν φωνήν· «Μπρέ, ακόμη Χριστιανός είσαι»; Κατεκυριεύθη από τόσον υπερβολικόν φόβον, ώστε υπέστη ανίατον τι νόσημα. Αλλ’ όμως τις να μη θαυμάση και να μη βοήση μετά του Δαυϊδ το «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού (Ψαλμ ξζ: 36), όταν, αναγινώσκων τους μαρτυρικούς αγώνας του Αγίου Νέου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου, βλέπη ότι αυτός ο τοσούτον δειλός πρότερον, έπειτα αφ΄ου εξήλθεν εκείθεν και απεμακρύνθη σωματικώς από τους ανόμους και εχρίσθη με το Άγιον Μύρον και συνανεστράφη μετά πνευματικών ανδρών, ότι τότε εθερμάνθη ευθύς η καρδία του και ουχί απλώς εθερμάνθη, αλλά φλοξ θείου πυρός ανήφθη εις την ψυχήν του, η οποία τον εβίαζεν ημέραν και νύκτα, καθώς ηκούσατε, να υπάγη όχι δια μιάς αλλά δια μυρίων βασάνων προς τον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν; Τις λοιπόν δεν θέλει ομολογήσει, ότι τον πρώην δειλότατον τούτον νέον θεία δύναμις άνωθεν κατέστησεν έπειτα ανδρειότατον, γενναιότατον και, απλώς ειπείν, ουρανόφρονα και θεόφρονα, ώστε να πάθη προθύμως υπέρ Χριστού όσας τυραννίας οι εχθροί της πίστεως του Χριστού έπραξαν εις αυτόν; Τω όντι, όστις δεν ομολογεί ταύτην την αλήθειαν, ή εχθρός είναι της πίστεως και παντάπασιν άθεος, ή άλογος και εντελώς αναίσθητος. Το αυτό σχεδόν βλέπομεν ότι συνέβη και εις τους Αγίους Αποστόλους και Μαθητάς του Κυρίου κατά το Πάθος αυτού· διότι όντες εισέτι ατελείς και ασθενείς εκυριεύοντο υπό φόβου και άλλοι μεν εγκατέλειπον αυτόν και έφευγον, άλλοι δε τον ηρνήθησαν ως ο Πέτρος· ύστερον όμως, μετά την Ανάστασιν, ότε έλαβον το Πνεύμα το Άγιον και ενεδύθησαν την εξ ύψους δύναμιν κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, ουχί μόνον πάσαν δειλίαν και πάντα φόβον απέβαλον, αλλά μάλιστα και εδίψων τα πάθη και τους διωγμούς και αυτόν τον θάνατον δια την αγάπην του Εσταυρωμένου Διδασκάλου και Σωτήρος αυτών. Λοιπόν, Χριστιανοί αδελφοί, επειδή η πίστις ημών είναι ούτω θεία και θαυμαστή και υπερένδοξος ως βεβαιούται και εκ των μαρτυρίων των υπέρ αυτής αποθνησκόντων, ας φυλάξωμεν αυτήν ασάλευτον και σταθεράν και μέχρι αίματος αν τύχη· ας τιμώμεν αυτήν δια των έργων των αρμοζόντων εις τοιαύτην Πίστιν· ας παρακαλώμεν τους Αγίους Μάρτυρας τους αποθανόντας δι’ αυτήν, εν οις και τον σήμερον εορταζόμενον θείον Θεόδωρον, να πρεσβεύωσιν υπέρ ημών των αναξίων, προς Κύριον, ίνα ελεήση και ημάς τους κατακρίτους και αξιώση να ευαρεστήσωμεν αυτώ δια μετανοίας. Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΙΖ΄ (17ην) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΥΞΙΒΙΟΥ Επισκόπου Σόλων της Κύπρου.

Αυξίβιος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο από την παλαιάν Ρώμην. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι μεν, αλλά ειδωλολάτραι. Εγέννησαν δε δύο υιούς, τον μακάριον Αυξίβιον και τον Θεμισταγόραν. Ήτο δε ο ευλογημένος Αυξίβιος κατά πολύ χαρίεις και θαυμάσιος, διότι ήτο πράος καθώς ο Μωϋσής, είχε δε και τον λογισμόν σώφρονα, καθώς ο πάγκαλος Ιωσήφ και, δια να μη πολυλγώμεν, ήτο εστολισμένος από όλας τας αρετάς. Ότε ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως, εδόθη από τον πατέρα του εις διδασκάλους και εδιδάχθη όλην την έξω σοφίαν και ότε έφθασεν εις νόμιμον ηλικίαν οι γονείς του ηβουλήθησαν να τον υπανδρεύσωσιν. Ο μακάριος όμως Αυξίβιος, έχων τον νουν ένθεον και τέλειον τον λογισμόν, αντέλεγεν εις τούτο, διότι ήκουσε περί του Χριστού και εμελέτα να γίνη Χριστιανός. Ακούσαντες τούτο οι γονείς του ηγανάκτουν εναντίον του και ο μεν πατήρ του απειλών τον ηνάγκαζε να υπανδρευθή, η δε μήτηρ του κολακεύουσα τον συνεβούλευε να υπακούση εις τούτο. Ιδών λοιπόν ο μακάριος Αυξίβιος την τοιαύτην αυτών προαίρεσιν, ήτις ήτο εναντία εις την ιδικήν του θέλησιν, ηβουλήθη να αναχωρήση κρυφίως από την Ρώμην. Λαβών όθεν σταθεράν απόφασιν, χωρίς να ανακοινώση εις κανένα τίποτε, αφ’ ου παρήλθον ολίγαι ημέραι, έφυγε κρυφίως από τους γονείς του και κατέβη εις τον λιμένα όπου εύρε πλοίον έτοιμον να ταξιδεύση εις την Ανατολήν και αφού αφήκεν όλα τα πάντα έλαβε μόνον ολίγα χρήματα, όσα επήρκουν δια τροφήν, και αναβάς εις το πλοίον ανεχώρησε. Μετ’ ολίγας ημέρας έφθασεν εις χωρίον τι της Κύπρου καλούμενον Λιμνήτην, το οποίον απείχε περί τα τέσσαρα μίλια από της πόλεως των Σόλων. Εις τον τόπον αυτόν ωδήγησεν η θεία Πρόνοια τον μακάριον δια να σωθούν δια μέσου αυτού πολλαί ψυχαί, διότι εκεί εύρεν αυτόν ο Απόστολος Μάρκος ο Ευαγγελιστής, όστις τον ηρώτησεν από ποίαν χώραν είναι και εκείνος του απεκρίθη· «Είμαι από την Ρώμην και ήλθα εδώ δια να γίνω Χριστιανός». Αφού είδεν ο Απόστολος Μάρκος, ότι είχε πόθον εις τον Χριστόν και ότι ήτο πιστός και λόγιος, αφ’ ου τον κατήχησεν αρκετά και τον εδίδαξε τον περί της αληθείας λόγον του Θεού, τον εβάπτισεν εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· μετά δε ταύτα, βαλών επάνω εις την κεφαλήν του τας χείρας του, έδωκεν εις αυτόν την Χάριν του Αγίου Πνεύματος και τον εχειροτόνησεν Επίσκοπον. Αφού δε τον εδίδαξε πως πρέπει να κηρύττη το Ευαγγέλιον του Χριστού, τον απέστειλεν εις την πόλιν των Σόλων, παραγγέλλων εις αυτόν ταύτα· «Επειδή η πόλις είναι πλήρης ειδώλων και οι κάτοικοι αυτής ακόμη δεν εδιδάχθησαν τον λόγον του Θεού, αλλ’ ευρίσκονται εις το σκότος της πλάνης των ειδώλων, να κάμης τούτο όπου σου λέγω· κατ’ αρχάς, όταν υπάγης εκεί, να μη γνωρίζη κανείς ότι είσαι Χριστιανός, αλλ’ υποκρίσου ότι ακολουθείς την θρησκείαν εκείνων· αφού δε παρέλθη ικανός καιρός, άρχισε να συνδιαλέγεσαι μετ’ αυτώ κεκαλυμμένως ως να ομιλής με μωρά βρέφη, και να τρέφης αυτούς, ως δια γάλακτος, με απλουστέραν διδασκαλίαν, έως ότου γίνουν τέλειοι και τότε να λάβουν στερεάν τροφήν, δηλαδή να ακούσουν τελειοτέραν διδασκαλίαν». Αφού λοιπόν ο θείος Απόστολος είπε προς τον Αυξίβιον ταύτα και άλλα τοιαύτα περισσότερα, ασπασάμενος αυτόν, απέλυσεν εν ειρήνη· ευρών δε πλοίον από την Αίγυπτον ο Ευαγγελιστής Μάρκος επεβιβάσθη εις αυτό και ήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν, ένθα εκήρυττε το Ευαγγέλιον, διδάσκων τα περί της Βασιλείας του Θεού. Ο δε μακάριος Αυξίβιος, αναχωρήσας από τον Λιμνήτην, ήλθεν εις τους Σόλους. Πλησίον δε των πυλών της πόλεως, κατά το δυτικόν μέρος, ήτο ναός του ψευδωνύμου θεού των Ελλήνων Διός, εις τον οποίον διέμενεν ιερεύς τις των ειδώλων. Ότε λοιπόν διέβαινεν εκείθεν ο μακάριος Αυξίβιος, ως είδεν αυτόν ο ιερεύς και αντελήφθη ότι ήτο ξένος, τον εκάλεσεν εις την οικίαν του και τον εφιλοξένησε με φιλοφροσύνην. Έμεινε λοιπόν ο Αυξίβιος πλησίον εις αυτόν την ημέραν εκείνην. Κατά δε την επομένην ηρώτησεν ο ιερεύς πόθεν ήτο και δια ποίαν αιτίαν επήγεν εκεί. Ο δε θείος Αυξίβιος του απεκρίθη ότι ήτο από την Ρώμην και θέλων να υπάγη εις την Παλαιστίνην δια τινα υπόθεσιν, κατήντησεν εις τον Λιμνήτην, ότε μαθών περί της πολιτείας ταύτης, ότι είναι καλή η κατοίκησίς της, ήλθε δια να κατοικήση εις αυτήν μετά χαράς· προσέθεσε δε και τα εξής· «Όμως σε παρακαλώ, κύριέ μου, να κάμης έλεος δι’ εμέ, όπως μείνω πλησίον σου μερικάς ημέρας, έως ότου να εύρω τόπον να κατοικήσω». Λέγει δε ο ιερεύς προς αυτόν· ¨Μένε μετ’ εμού υγιαίνων». Έμεινε λοιπόν ο μακάριος Αυξίβιος εις τον τόπον εκείνον ικανόν χρόνον, χωρίς να φανερώση εις κανένα ότι είναι Χριστιανός, αλλ’ υπεκρίνετο, ότι ηκολούθει την θρησκείαν των Ελλήνων, συλλογιζόμενος καθ’ εαυτόν, ότι εάν ο διάβολος μετασχηματίζεται εις Άγγελον φωτός, δια να σύρη εις τον εαυτόν του εκείνους, οι οποίοι πείθονται εις αυτόν και δια μέσου των καλών και ευαρέστων λόγων να τους φέρη από το φως εις το σκότος, καθώς κάμνουν και οι υπηρέται και ακόλουθοι αυτού, πόσω μάλλον ημείς πρέπει να μετασχηματίζωμεν τον εαυτόν μας ως τους ομοιοπαθείς ανθρώπους, δια να τους αφαρπάσωμεν από την εξουσίαν του σκότους και του διαβόλου και να τους μεταφέρωμεν εις το θαυμαστόν φως της επιγνώσεως του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού! Ταύτα δε διανοούμενος και πράττων ο δούλος του Θεού Αυξίβιος, έμεινεν εις τον προειρημένον τόπον. Αφ’ ου παρήλθον ημέραι τινές, λέγει προς τον ιερέα· «Κάτι σπουδαίον έχω να σου είπω, αδελφέ». Ο δε ιερεύς του λέγει· «Ειπέ». Λέγει τότε προς αυτόν· «Διατί λατρεύετε και προσκυνείτε ως θεούς τα είδωλα, τα οποία είναι ξύλα και λίθοι αναίσθητοι, αφού έχοντα στόμα δεν ομιλούν και οφθαλμούς έχοντα δεν βλέπουν και ώτα έχοντα δεν ακούουν, ούτε οσφραίνονται εις τας θυσίας, τας οποίας προσφέρετε εις αυτά. Εκείνον δε τον οποίον σέβονται και πιστεύουν οι Χριστιανοί, αυτός είναι Θεός αληθινός, καθώς ήκουσα από μερικούς Χριστιανούς, διότι και θαύματα έκαμε πολλά, καθώς ακούω και πολλάς δυνάμεις και ιατρείας». Ταύτα ακούσας ο ιερεύς κατενύχθη από τους λόγους του Αυξιβίου και δεν εθυσίαζε πλέον εις τα είδωλα, αλλ’ από τότε και εις το εξής εδιδάσκετο από τον μακάριον Αυξίβιον τα περί της πίστεως του Χριστού. Με τούτον τον τρόπον έμεινεν ικανόν καιρόν εις τον τόπον εκείνον ο θείος Αυξίβιος, μετέβαινε δε κρυφίως εις την πολιτείαν όπου εδίδασκε κεκαλυμμένα και πάλιν ανεχώρει και εξερχόμενος έμενεν εις τον προειρημένον τόπον του ναού του Διός. Ότε λοιπόν διέτριβεν ο Αυξίβιος εις εκείνον τον τόπον, ο Απόστολος Μάρκος εκήρυττεν εις την Αλεξάνδρειαν το Ευαγγέλιον του Χριστού και αφ’ ου επίστευσαν πολλοί και εβαπτίσθησαν, ανεχώρησεν εκείθεν δια να ζητήση τον Απόστολον Παύλον· και ευρών αυτόν και προσκυνήσας τον εδέχθη ο Παύλος μετά χαράς μεγάλης. Ο Απ. Μάρκος τότε του διηγήθη τα περί του Αποστόλου Βαρνάβα και πως ετελείωσε τον δρόμον τον καλόν μαρτυρήσας εις την Σαλαμίνα της Κύπρου. Έμεινε λοιπόν ο Απ. Μάρκος με τον Απ. Παύλον έως τον καιρόν της τελευτής του. Ότε δε έμαθε ο θείος Παύλος τον μαρτυρικόν θάνατον του Απ. Βαρνάβα και ότι δεν ήτο εις την Κύπρον κανείς από τους Αποστόλους, δια να κηρύττη το Ευαγγέλιον του Χριστού, απέστειλε τους Επαφράν και Τυχικόν και άλλους τινάς προς τον Ηρακλείδην, τον Αρχιεπίσκοπον της Κύπρου, γράψας προς αυτόν, όπως καταστήση τον Επαφράν Επίσκοπον εις την Πάφον και τον Τυχικόν εις την Νεάπολιν και εις εκάστην πόλιν άλλους, να αναζητήση δε εις την πόλιν των Σολίων και Ρωμαίον τινά ονόματι Αυξίβιον, τον οποίον να εγκαταστήση εις τους Σόλους, αλλά να μη τον χειροτονήση Επίσκοπον, διότι είχε χειροτονηθή πρότερον υπό του Αποστόλου Μάρκου. Ευθύς ως έλαβε τα γράμματα του θείου Παύλου ο μακάριος Ηρακλείδης και ανέγνωσεν αυτά, αμέσως, άνευ αργοπορίας, εξετέλεσεν όσα τον επρόσταζεν. Ελθών λοιπόν εις την πόλιν των Σολίων και αναζητήσας εύρε τον μακάριον Αυξίβιον, εις τον τόπον τον αποκαλούμενον του Διός και ασπασάμενοι ο εις τον άλλον λέγει ο μακάριος Ηρακλείδης·  «Τέκνον Αυξίβιε, είμαι απεσταλμένος από τους Αποστόλους του Χριστού να σου είπω: έως πότε θα κρύπτης τον λύχνον υπό τον μόδιον και δεν τον τοποθετής επάνω εις την λυχνίαν του Σταυρού, δια να λάμπη εις τους κατοικούντας εις την πόλιν ταύτην; Έλα λοιπόν, φώτισον τους εσκοτισμένους από την πλάνην των ειδώλων· γενού κήρυξ της μετανοίας. Έως πότε θα κρύπτης το αργύριον, το οποίον έλαβες από τον Κύριόν σου; Κέρδισον εις αυτό επταπλασίονα· αγωνίσου να ακούσης και συ, «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω» (Ματθ. κε: 21). Δεν ήκουσας την θείαν Γραφήν, ήτις λέγει, ότι «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλλιάσει θεριούσι»; (Ψαλμ. ρκε΄ 5). Σπείρον τον λόγον του Θεού εις τον χειμώνα τούτον της ειδωλολατρίας, όστις είναι τώρα εις την πόλιν ταύτην, δια να θερίσης καρπόν πολύν και με αγαλλίασιν της ψυχής και ειρήνην· μη φοβηθής από εκείνους, οι οποίοι φονεύουν το σώμα, αλλά φοβήθητι τον Θεόν, όστις δύναται να απολέση και να κολάση και ψυχήν και σώμα, μέσα εις την γέενναν· διότι αυτός είπεν· «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι: 16). Και πάλιν είπεν· «Και επί ηγεμόνας δε και βασιλείς αχθήσεσθε ένεκεν εμού… Όταν δε παραδώσωσιν υμάς, μη μεριμνήσητε πως ή τι λαλήσητε» (Ματθ. ι: 18-19). Διότι το Άγιον Πνεύμα θέλει διδάξει υμάς εκείνα τα οποία πρέπει να ομιλήσετε. Ταύτα ειπών ο θείος Ηρακλείδης, παραλαβών τον Άγιον Αυξίβιον εισήλθεν εις την πόλιν και ευχηθείς εχάραξεν εις την γην το σχέδιον της Εκκλησίας, ήτις ήτο μικρά μεν κατά το μήκος, μεγάλη δε κατά την Χάριν του Χριστού· έπειτα, διδάξας αυτόν όλον τον Εκκλησιαστικόν κανόνα και την τάξιν καθώς και αυτός εδιδάχθη από τους Αγίους Αποστόλους, παρέδωκεν αυτόν εις τον Κύριον και ασπασάμενος αυτόν επήγεν εις την ιδικήν του πόλιν. Τότε ο μακάριος Αυξίβιος ευθύς, χωρίς αργοπορίαν, ήρχισε να οικοδομή την Εκκλησίαν και ρίψας τον εαυτόν του εις το έδαφος προσηύχετο μετά δακρύων λέγων· «Θεέ Παντοκράτορ, ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτή· ο πλάσας τον άνθρωπον, χουν λαβών από της γης και τιμήσας αυτόν δια της ιδικής σου εικόνος, φθόνω δε του διαβόλου απατηθέντα και νεκρωθέντα δεν απεστράφης εις τέλος, Αγαθέ, αλλά απέστειλας ημίν τον Μονογενή σου Υιόν επί σωτηρία του γένους ημών. Κύριε Ιησού Χριστέ, ο επί του Τιμίου Σταυρού θριαμβεύσας τας αρχάς και τας εξουσίας του διαβόλου· ο δους εις τους Αγίους σου Αποστόλους δύναμιν εξ ύψους και εξουσίαν «του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού» (Λουκ. ι: 19), δυνάμωσον και εμέ τον Σον ικέτην και δος μοι μετά παρρησίας κηρύξαι τον Σον λόγον· έμβαλον, Δέσποτα, τον Σον φόβον εις την καρδίαν του λαού τούτου· φώτισον αυτούς δια της Σης Χάριτος, όπως, επιστρέψαντες εκ της πλάνης του διαβόλου, επιγνώσωνται Σε τον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν. Ενοίκησον, Δέσποτα, το Άγιόν σου Πνεύμα εις τον Άγιον Ναόν τούτον τον οικοδομηθέντα επί τω ονόματί σου τω Αγίω. Εδραίωσον αυτόν ασάλευτον εν τη Ση πίστει, έως της συντελείας του αιώνος· διότι Συ Κύριε είπας· «Επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ιστ: 18). Επίστρεψον, Κύριε, την πλανωμένην ποίμνην σου επί την Αγίαν σου ταύτην μάνδραν, ο ποιμήν ο καλός, ο την ψυχήν σου θεις υπέρ των προβάτων. Έκτεινον την παντοδύναμον δεξιάν σου, τον βραχίονά  σου τον υψηλόν και φοβερόν και, τη βακτηρία του Τιμίου σου Σταυρού, αποδίωξον τον λύκον τον αιμοβόρον εκ της Σης αγέλης, Δέσποτα· τους πλανωμένους επισυνάγαγε, ίνα γένηται μία ποίμνη, εις ποιμήν. Άνοιξον δε καμοί θύραν του λόγου δια της ευσπλαγχνίας σου, εν τω εκτείνειν την χείρα μου εις σημεία και τέρατα, δια του Αγίου ονόματός Σου και του Μονογενούς σου Υιού Ιησού Χριστού, του Κυρίου ημών· μεθ’ ου σοι πρέπει δόξα, τιμή και κράτος συν τω Αγίω και Ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Αφ’ ου ετελείωσε την προσευχήν εσηκώθη από το έδαφος της γης και μεταβάς εις δημόσιον τόπον της πόλεως ήρχισε να διδάσκη τα περί της Βασιλείας του Θεού· συνήχθη δε λαός πολύς εις αυτόν και εδίδασκεν εις αυτούς λέγων· «Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατέ μου και πιστεύσατε εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον οποίον εγώ κηρύττω· διότι αυτός είναι Σωτήρ και Λυτρωτής πάντων των πιστευόντων εις αυτόν· λάβετε φως γνώσεως· υψώσατε τους οφθαλμούς της διανοίας σας· απέχετε από της λατρείας της ψευδωνύμου θρησκείας των ειδώλων και γνωρίσατε τον αληθινόν Θεόν, τον Ποιητήν όλων των όντων τον δυνάμενον να σώση τας ψυχάς ημών». Ταύτα διδάσκων και κηρύττων, παρρησία εις όλους, κατέπεισε πολλούς να αφήσωσι την ματαίαν πλάνην των ειδώλων και να πιστεύσωσιν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, δια μέσου της καλής διδασκαλίας του. Εδόθη δε εις αυτόν και Χάρις από τον Θεόν να ιατρεύη τους ασθενείς και να αποδιώκη τα δαιμόνια· καθ’ εκάστην δε ημέραν ηύξανεν ο λαός, όστις επίστευεν εις τον Κύριον και εβαπτίζοντο εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών. Όσοι δε είχον ασθενείς τους έφερον εις τον ευλογημένον Αυξίβιον και ως έθετεν επάνω εις αυτούς τας χείρας του, τους ιάτρευεν επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ακούσαντες ταύτα οι χωρικοί, οίτινες κατώκουν εις όλα τα περίχωρα, ήρχοντο εις την πόλιν, φέροντες μαζί των όλους τους ασθενείς, τους οποίους πάντας εθεράπευε δια της επικλήσεως της Αγίας και Ζωοποιού Τριάδος και πιστεύοντες εβαπτίζοντο. Ήτο δε και τις από το χωρίον Σαλαποτάμιον, Αυξίβιος και αυτός ονομαζόμενος, ο οποίος, ως ήκουσε περί του μακαρίου Αιξιβίου και της διδασκαλίας του και περί της αρετής του, ήλθε προς αυτόν και έπεσεν εις τους πόδας του παρακαλών αυτόν και λέγων· «Πάτερ, δος μοι την εν Χριστώ σφραγίδα», το Άγιον δηλαδή Βάπτισμα. Αφ’ ου δε τον κατήχησεν ο Άγιος και τον εδίδαξε περί του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τον εβάπτισεν εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Έμεινε δε ο Αυξίβιος ούτος μετά του Αγίου Αυξιβίου καθ’ όλον τον καιρόν της ζωής του, διδασκόμενος από αυτόν, έγινε δε και αυτός θαυμαστός άνθρωπος προκόπτων με την σοφίαν και χάριν του Θεού, ηκολούθει τα ίχνη του καλού διδασκάλου και επορεύετο με τον φόβον του Θεού μιμούμενος κατά πάντα τον διδάσκαλόν του. Εν μια δε των ημερών εξήλθεν ο Αυξίβιος, ο μαθητής του Αγίου, μακράν της χώρας κατά το μέρος της Ανατολής εις τόπον καλούμενον Ταρίχου δια να λάβη ολίγην άνεσιν. Εκεί, υπό την σκιάν δένδρου τινός εκάθησε και αναπεσών εκοιμήθη· και ιδού πλήθος μυρμήκων ήλθον τριγύρω εις την κεφαλήν του και εσχημάτισαν είδος στεφάνου. Τούτο συνέπεσε να ίδη ο Άγιος Αυξίβιος ευρεθείς τότε εκεί· όθεν εθαύμασε και το διεφύλαξεν εις την ψυχήν του εννοήσας, ότι το γένος των μυρμήκων φανερώνει την προθυμίαν αγαθών έργων, καθώς τούτο λέγει ο Σολομών· «Ίθι προς τον μύρμηκα, ω οκνηρέ, και ζήλωσον ιδών τας οδούς αυτού» (Παροιμ. στ: 6). Ο δε στέφανος προεμήνυε την αξίαν της αρχιερωσύνης· διότι έμελλεν ο μαθητής να καθήση εις τον θρόνον του διδασκάλου του, εξυπνήσας δε αυτόν εισήλθεν εις την Εκκλησίαν. Ο δε μαθητής υπετάσσετο εις τον διδάσκαλον κατά πάντα και υπηρέτει αυτόν, ως καλός υπηρέτης, όστις δουλεύει εις τον κύριόν του. Ο δε μακάριος Αυξίβιος δεν έπαυεν από του να παρακαλή τον Θεόν νύκτα και ημέραν δια την σωτηρίαν και επιστροφήν του λαού, διδάσκων αυτούς αδιαλείπτως. Και η μεν ποίμνη του Χριστού ηύξανε και επληθύνετο καθ’ ημέραν, η δε ποίμνη του εχθρού εσμικρύνετο ημέρα τη ημέρα και ωλιγόστευεν. Ακούσας ο αδελφός του Αγίου Αυξιβίου, ο Θεμισταγόρας, τα περί του Αγίου, ήλθεν εις τους Σόλους με την γυναίκα του, την μακαρίαν Τιμώ, ήτις ήτο και αυτή θαυμαστή και ενάρετος· αναβάντες δε εις την Εκκλησίαν ησπάσαντο αλλήλους οι αδελφοί και έγινε χαρά μεγάλη κατά την συνάντησιν αυτών, ήσαν δε εις το εξής εις την Επισκοπήν διδασκόμενοι από τον μακάριον Αυξίβιον, όστις και εβάπτισεν αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· εχειροτόνησε δε τον μεν μακάριον Θεμισταγόραν Πρεσβύτερον της Ιεράς Εκκλησίας, την δε γυναίκα του Διάκονον· διότι αφ’ ου έλαβον το Άγιον Βάπτισμα διεχωρίσθησαν απ’ αλλήλων και ήσαν εις το εξής ως αδελφοί φθάσαντες εις απάθειαν. Ήλθε λοιπόν τότε η Χάρις του Θεού εις την πόλιν των Σόλων και σχεδόν όλοι επίστευσαν εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν δια της διδαχής του Αγίου Αυξιβίου, συνεργούντος του Αγίου Πνεύματος. Βλέπων δε ο Άγιος ότι ήτο μικρά η Εκκλησία και δεν εχώρει όλους, ηθέλησε να οικοδομήση μεγαλυτέραν Εκκλησίαν εις το όνομα του Θεού και κλίνας τα γόνατα παρεκάλει τον Κύριον να του εξαποστείλη πάσαν βοήθειαν· εγερθείς δε εχάραξε τον τύπον της Εκκλησίας και με την ευδοκίαν και συνεργίαν του Θεού ωκοδόμησε μέγαν και θαυμαστόν Ναόν, την Μητροπολιτικήν Εκκλησίαν, την οποίαν ηυτρέπισε με πάσαν ευπρέπειαν και την παρέδωκεν, ως εις νυμφίον, εις τον Χριστόν τον Θεόν ημών. Τις λοιπόν να μη θαυμάση και να μη επαινέση τον γενναίον Αθλητήν του Χριστού, όστις μόνος επολέμησε και ενίκησε τον εχθρόν, τον διάβολον δηλαδή, και ήρπασεν από τας χείρας του άρπαγμα μέγα; Διότι ο εχθρός είχεν όλους αυτούς υποτεταγμένους εις την εξουσίαν του, επειδή όταν μετέβη ο Άγιος εις την χώραν των δεν είχεν ούτε ένα Χριστιανόν· δια της Χάριτος όμως του Χριστού τους έκαμεν όλους Χριστιανούς. Αφ’ ου λοιπόν κατώρθωσε καλώς τα πάντα και έγινε κήρυξ της αληθείας και ετίμησε την αρχιερωσύνην επί πεντήκοντα ολοκλήρους χρόνους και έφθασε πλέον εις το τέλος της ζωής του, προσεκάλεσεν όλον τον τίμιον Κλήρον του και είπε προς αυτούς· «Πατέρες, αδελφοί και τέκνα μου ποθητά, ακούσατε με προσοχήν τους λόγους μου. Ιδού εγώ πηγαίνω εις τον δρόμον των Πατέρων μου, καθώς όλοι οι άνθρωποι, οίτινες είναι εις την γην· σεις δε, τέκνα μου, προσέχετε καλώς εις τον εαυτόν σας· ίστασθε στερεοί εις την πίστιν του Χριστού και προσέχετε μη σας πλανέση κανείς με μάταια και επιτηδευμένα λόγια· σεις γνωρίζετε καλώς πόσας θλίψεις υπέμεινα εις την πόλιν ταύτην, νύκτα και ημέραν δεόμενος και παρακαλών τον Θεόν να ανοίξη εις εμέ θύραν λόγου, να φανερώσω παρρησία το μυστήριον του Χριστού και ο αψευδής Θεός δεν παρέβλεψε την δέησίν μου, αλλά με εβοήθησε· και τώρα, αδελφοί μου, σας παραδίδω εις τον Κύριον και εις τον λόγον της Χάριτός του, όστις δύναται να σας οικοδομήση και να σας δώση κληρονομίαν την Βασιλείαν των ουρανών ομού με όλους τους Αγίους. Ίστασθε λοιπόν στερεοί και κρατείτε τας παραδόσεις, τας οποίας παρελάβετε από εμέ και μη αισχυνθήτε να δεχθήτε τον Αρχιερέα, τον οποίον εξέλεξεν ο Θεός από σας, διότι από σας είναι και μαζί σας μένει και σας θεραπεύει δια μέσου του εαυτού του». Αφ’ ου λοιπόν είπε ταύτα και άλλα τοιαύτα περισσότερα, κρατών τον θεοτίμητον  Αυξίβιον, τον μαθητήν του, τον ησπάσθη και λέγει προς αυτόν· «Σε εξέλεξεν ο Θεός Αρχιερέα· συ μέλλεις να ποιμάνης την ποίμνην του Χριστού, την οποίαν επεριποιήθη δια του ιδίου του αίματος». Έπειτα ησπάσθη και ένα έκαστον από τους Κληρικούς του, κατά δε την τρίτην ημέραν ηκούσθη ότι ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Αυξίβιος έχει να αφήση την παρούσαν ζωήν. Συνήχθησαν όθεν όλοι οι Χριστιανοί μετά κλαυθμών και οδυρμών εις την Εκκλησίαν, ασπασάμενος δε ο Άγιος άπαντας παρέδωκε το πνεύμα εις τον Κύριον εν ειρήνη. Αφ’ ου δε τον εκήδευσαν με επιμέλειαν, έλαβον το Άγιον αυτού λείψανον  άνδρες ευλαβείς και το ενεταφίασαν εις την λάρνακα, την οποίαν είχε προητοιμασμένην ο Άγιος, έξωθεν δε ταύτης είχεν επιγραφήν, ήτις έγραφε τα εξής· «Σας ορκίζω εις το Άγιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να μην ξεσκεπάση κανείς την θήκην ταύτην, έως ότου τελευτήση ο αδελφός μου Θεμισταγόρας». Την ημέραν δε εκείνην όπου ενεταφιάσθη το πάντιμον λείψανον του Αγίου, ανέβλυσε πηγάς ιαμάτων· διότι πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν από διαφόρους ασθενείας και από ακάρθατα πνεύματα. Ακόμη δε και εκείνοι, οίτινες κατώκουν εις τα περίχωρα, ακούσαντες τα θαύματα, τα οποία ενεργεί το τίμιον λείψανον του Αγίου δια της θείας Χάριτος, ήρχοντο μετά σπουδής εις την πόλιν άνδρες και γυναίκες και προσπίπτοντες μετά πίστεως εις την λάρνακα του Αγίου εθεραπεύοντο όλοι με την Χάριν του Θεού και του Αγίου. Ακούσαντες δε και οι κάτοικοι της Πάφου, ότι γίνονται ιατρείαι πολλαί δια του Αγίου Αυξιβίου, συναχθέντες τεσσαράκοντα άνδρες, ενοχλούμενοι από ακάθαρτα πνεύματα, ήρχοντο από την Πάφον εις την περιοχήν των Σολίων· και όταν έφθασαν εις απόστασιν δεκαπέντε μιλίων από την πόλιν τους συνήντησεν ο Άγιος Αυξίβιος και αποδιώκων από αυτούς τα ακάθαρτα πνεύματα, τους εθεράπευσεν όλους δια της Χάριτος του Θεού. Ούτοι, ευθύς μόλις εκαθαρίσθησαν από τους ακαθάρτους δαίμονας, ήλθον τρέχοντες εις τους Σόλους και διηγήθησαν όλα τα συμβάντα εις αυτούς εν τη οδώ, κατά την οδοιπορίαν των και όλοι, οι ακούσαντες ταύτα, εδόξασαν τον Θεόν, όστις έδωκε τοιαύτην χάριν εις τον ιδικόν του θεράποντα· εκείνοι δε οίτινες εθεραπεύθησαν, πηγαίνοντες εκεί ένθα ευρίσκετο το άγιον λείψανον, έπεσαν εμπρός εις την θήκην και ευχαριστήσαντες τον Θεόν, όστις εδόξασε τον θεράποντά του, ανεχώρησαν με ειρήνην εις την πατρίδα των την Πάφον. Διά τούτο και οι Πάφιοι εορτάζουν την μνήμην αυτού μετά μεγάλης ευλαβείας μέχρι σήμερον. Ο δε μακάριος Θεμισταγόρας, ιδών τα θαυμάσια, τα οποία εγίνοντο εκεί όπου ήτο το τίμιον λείψανον του Αγίου Αυξιβίου και ότι από της ιεράς αυτού λάρνακος ανέβλυζον αδιαλείπτως, ως από αενάου πηγής, παντοειδείς ιατρείαι, έλεγεν, ότι αυτός δεν ήτο άξιος να ενταφιασθή εις την λάρνακα ομού με τον μακάριον Αυξίβιον· όθεν, εδέσμευσε τους Κληρικούς της Αγίας Εκκλησίας, να μη τολμήση κανείς, μετά την τελευτήν του, να ανοίξη την θήκην του Αγίου, δια να ενταφιάσουν αυτόν, το οποίον και έκαμαν· όθεν έμεινεν εντός αυτής μόνον το ιερόν λείψανον του Αγίου Αυξιβίου. Ήτο δε ο τάφος του Αγίου πηγή ιαμάτων ανελλιπής, εις δόξαν Θεού και εις μνημόσυνον του Αγίου αυτού θεράποντος Αυξιβίου·  ου ταις θείαις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς οι αμαρτωλοί της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.