Γοργονία η μακαρία Μήτηρ ημών, η αδελφή του Αγίου Γρηγορίου του
Θεολόγου, πατρίδα είχε την Ναζιανζόν της Καισαρείας, καθώς και ο αδελφός της
θείος Γρηγόριος· και ο μεν πατήρ αυτής ωνομάζετο και αυτός Γρηγόριος, η δε
μήτηρ της Νόννα, ήτις ήτο Χριστιανή εκ γονέων και προγόνων· ο πατήρ αυτής ήτο
από γονείς ειδωλολάτρας και αυτός ο ίδιος έμεινεν ικανόν καιρόν εις την πλάνην
της ειδωλολατρίας, αλλά η ευλογημένη Νόννα η σύζυγός του μετεχειρίσθη πολλούς
τρόπους, έως ότου τον έφερεν εις την Χριστιανικήν ευσέβειαν· διότι ήτο άνθρωπος
αγαθής προαιρέσεως και προτού ακόμη γνωρίση την αλήθειαν και δι’ αυτό δεν
αφήκεν ο Θεός αφώτιστον μίαν τοιαύτην αγαθήν ψυχήν. Μετά δε το Βάπτισμα τόσον
διέλαμψεν εις τας αρετάς ο Γρηγόριος, ο πατήρ δηλαδή, ώστε εχειροτονήθη και
Επίσκοπος της πατρίδος του Ναζιανζού. Η δε αξιοθαύμαστος Νόννα τόσην προσοχήν
είχεν εις τα θεία και τόσην ευλάβειαν, ώστε, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος,
ο υιός της, ποτέ δεν εγύρισε την ράχιν της από το ανατολικόν μέρος της
Εκκλησίας, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, ποτέ δεν έπτυσε κάτω εις το έδαφος του
Ναού, ποτέ δεν ωμίλησε μέσα εις την Εκκλησίαν εις τον καιρόν της Ακολουθίας ή
εις άλλον καιρόν, μόνον έξω της Εκκλησίας, όταν ήτο μεγάλη ανάγκη να ομιλήση.
Και τι να λέγω τα κατά μέρος; Φθάνει να είπω τούτο μόνον, ότι με το παράδειγμα
των αρετών της και με τας προσευχάς, τας οποίας έκαμνε προς τον Θεόν ημέρας και
νυκτός, ηδυνήθη να μεταβάλη τον άνδρα της, ως προείπομεν, από την ασέβειαν εις
την ευσέβειαν. Γεννηθείσα λοιπόν και ανατραφείσα η Αγία Γοργονία από τοιαύτην
αγίαν μητέρα και έχουσα τοιούτον πατέρα και διδάσκαλον, τι ήτο φυσικόν να γίνη;
Να γίνη, βέβαια, ομοία εις την αρετήν με αυτούς· να γίνη άλλη Νόννα, εις την
προς τον Θεόν ευλάβειαν, ως και πράγματι έγινε· διότι, αν και την υπάνδρευσαν
με νόμιμον και τίμιον γάμον, εν τούτοις τόσον εξεπέρασεν όλας τας άλλας
γυναίκας του καιρού της εις την σωφροσύνην, δια να μη είπω ότι εξεπέρασε και
τας παλαιάς εκείνας, όπου επαινούνται μεγάλως δια την σωφροσύνην των, εις
τρόπον ώστε αυτή έσμιξε με τον γάμον το καλόν της παρθενίας, δείξασα εις όλους,
ότι ούτε η παρθενία μόνη ενώνει τον άνθρωπον με τον Θεόν, ούτε πάλιν η
υπανδρεία τον δεσμεύει με τον κόσμον και τον χωρίζει από τον Θεόν· δια τούτο
ούτε ο γάμος πρέπει να είναι παντελώς φευκτός από τους ανθρώπους, ούτε η
παρθενία όλως διόλου επαινετή· αλλά ο νους είναι όστις επιστατεί καλώς εις τον
γάμον και εις την παρθενίαν και αυτός ή ενώνει τον άνθρωπον με τον Θεόν, ή τον
δεσμεύει με τον κόσμον και τον χωρίζει από τον Θεόν· διότι αυτή η αοίδιμος δεν
εχωρίσθη από τον Θεόν με το να υπανδρευθή, ουδέ με το να είχε κεφαλήν τον άνδρα
της έπεται ότι δεν ήτο ηνωμένη με την πρώτην κεφαλήν, τον Χριστόν· αλλά
υπηρέτησεν ολίγον εις τον κόσμον και εις την φύσιν, κατά τον νόμον της σαρκός,
τον οποίον ο Θεός διώρισεν, όλον δε τον εαυτόν της τον αφιέρωσεν εις τον Θεόν.
Το κάλλιστον δε και σεμνότατον κατόρθωμα αυτής ήτο, ότι και τον άνδρα της
έφερεν εις την ιδικήν της αγαθήν γνώμην, μη έχουσα αυτόν αυθέντην άτοπον, αλλά
σύμβολον αγαθόν εις όλα τα θεάρεστα έργα· και τον καρπόν της κοιλίας της, δηλαδή
τα τέκνα της και τα τέκνα των τέκνων της τα ανέδειξε καρπόν του Αγίου
Πνεύματος, με τας ψυχωφελείς νουθεσίας της και με το καλόν της παράδειγμα,
δείξασα ούτω τον γάμον επαινετόν και ευαρεστήσασα εις τον Θεόν δια των αρετών
της, καίτοι ήλθεν εις γάμον, διότι από τον γάμον της εκαρποφόρησε την καλήν
καρποφορίαν, τα τέκνα της. Ο σοφός Σολομών εις το βιβλίον των Παροιμιών επαινεί
την γυναίκα εκείνην, η οποία κάθηται και ησυχάζει μέσα εις το σπίτι της και
αγαπά τον άνδρα της και καταγίνεται εις το έργον της και άλλα πολλά λέγει προς
έπαινον της τιμίας και σώφρονος γυναικός· και μάλιστα δια περισσότερον αυτής
έπαινον την αντεξετάζει και την συγκρίνει με εκείνην την άτιμον και ακράτητον
γυναίκα, όπου γυρίζει εδώ και εκεί μέσα εις τους δρόμους και με πορνικά σχήματα
και λόγια βλάπτει τας ψυχάς, όχι μόνον των ατίμων αλλά και των τιμίων ανθρώπων.
Αυτά όμως τα οποία λέγει ο Σολομών, δια να επαινέση την σώφρονα και τιμίαν
γυναίκα, είναι μικρά και ευτελή προς έπαινον της τιμιωτάτης και σωφρονεστάτης
Γοργονίας· επειδή, ποία άλλη ήτο αξία να τιμάται δια την σεμνότητα και
κοσμιότητά της, καθώς αυτή; Και με όλον τούτο, ποία άλλη ησύχαζε τόσον μέσα εις
τον οίκον της και δεν εφαίνετο έξω, αλλ’ ήτο αθεώρητος εις τους άνδρας, ωσάν
αυτή; Ποία άλλη είχε τους οφθαλμούς της τόσον σωφρονισμένους και εμποδισμένους
από τας ατάκτους θεωρίας; Ποία άλλη είχε τον γέλωτα αυτής τόσον σεμνόν και
ήσυχον ωσάν αυτήν, η οποία, μόλις εμειδία κάποτε, όταν μόνον ήτο ανάγκη; Αλλά
και την ακοήν της τόσον καθαράν την εφύλαττεν, ώστε την είχε κεκλεισμένην μεν
εις όλα τα μάταια και αργά λόγια, ανοικτήν δε εις όλα τα θεία και σωτηριώδη·
ούτε την γλώσσαν είχεν ακράτητον, ωσάν αι πολλαί γυναίκες, αλλά είχε τον νουν
επάνω εις αυτήν, ωσάν επιστάτην, εις το να λέγη μόνον τα αρέσκοντα εις τον Θεόν
και είχε τάξιν διωρισμένην εις τα χείλη της, εις το να μη λαλούν ποτέ κανένα
μάταιον ή ανωφελές. Η αξιοθαύμαστος Γοργονία δεν εστολίζετο με χρυσούς
στολισμούς, δεν εκαλλώπιζε την τιμίαν της κεφαλήν με ξανθάς πλεξούδας, δεν
ενέδυε το σώμα της με ακριβά και πολυέξοδα φορέματα, ούτε το ελάμπρυνε με
μαργαριτάρια και διαμάντια, ούτε με καλλυντικά και ψιμμύθια εσκέπασε ποτέ το
πρόσωπόν της, καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες αναίσχυντοι, αι οποίαι,
εναντιούμεναι εις το έργον της θείας δημιουργίας, σκεπάζουν το πρόσωπόν των, το
οποίον είναι πλάσμα Θεού, με χρώματα και αλείμματα και δεν ευχαριστούνται αι
ανόητοι εις το πρόσωπον με το οποίον έπλασεν αυτάς ο Θεός, αλλά θέλουν να το
κάμνουν καλλίτερον, καταμολύνουσαι με τον τρόπον τούτον την εικόνα του Θεού.
Εγνώριζε και εκείνη η μακαρία πολλούς εξωτερικούς στολισμούς, όμως κανένα εξ
αυτών δεν ήθελε, ειμή ένα και μόνον: τον στολισμόν της ψυχής με τα καλά
Χριστιανικά ήθη και τας αρετάς· μίαν κοκκινάδα του προσώπου αγαπούσεν, εκείνην
η οποία ανθεί εις τα πρόσωπα των σεμνών και τιμίων γυναικών από την εντροπήν
και ευλάβειαν· μίαν λευκότητα και ασπράδα ήθελεν, εκείνην η οποία γίνεται από
την εγκράτειαν και νηστείαν· τα δε βαψίματα του προσώπου και την προσωρινήν και
πλαστήν ευμορφίαν την άφηνε δι’ εκείνας, αι οποίαι γυρίζουν μέσα εις τους
δρόμους χωρίς εντροπήν και δεν αγαπούν την ωραιότητα της ψυχής, αλλά του
σώματος. Τοιαύτη λοιπόν ήτο η θεία Γοργονία. Την δε φρόνησιν και την γνώσιν και
την ευσέβειαν και την πίστιν, την οποίαν είχεν εις τον Θεόν η μακαρία Γοργονία,
ποίος λόγος δύναται να παραστήση αξίως; Ούτε είναι δυνατόν να ευρεθούν πολλά
παραδείγματα της φρονήσεως και της ευσεβείας της, έξω από εκείνα των σαρκικών
και πνευματικών γονέων της, εις τους οποίους αποβλέπουσα η αείμνηστος εμιμείτο
και κατώρθωνε την ίσην και ομοίαν αρετήν με εκείνους. Διότι τόση ήτο η οξύτης
και αγχίνοια του νοός της, ώστε την είχαν, όλοι γενικώς, σύμβουλον εις τας
ανάγκας των, όχι μόνον οι συγγενείς και συμπατριώται, αλλά και οι ξένοι, νόμον
δε άλυτον και απαράβατον είχαν όλοι τας φρονίμους συμβουλάς της. Κατά δε την
ευσέβειαν και ευλάβειαν ήτο θαυμαστή και ασύγκριτος· διότι ποίος άλλος εστόλισε
τόσον τους Ιερούς Ναούς με τα αφιερώματά του, καθώς η μακαρία Γοργονία; Ή,
καλύτερα να ειπώ, τις άλλος ετίμησε τόσον πολύ τους Ιερείς του Θεού; Τις άλλος
εδέχετο εις τον οίκον του με περισσοτέραν δεξίωσιν και ευλάβειαν τους κατά Θεόν
ζώντας και εναρέτους; Τις άλλος έδειξε συμπαθεστέραν και ευσπλαγχνικωτέραν
ψυχήν εις τους πάσχοντας; Ποίος άλλος εβοήθησε περισσότερον τους πτωχούς με τας
ελεημοσύνας του; Δια την Αγίαν αρμόζει να είπη τις εκείνα, τα οποία έλεγεν ο
δίκαιος Ιώβ δια τον εαυτόν του, διότι και ο ιδικός της οίκος ήτο ανοικτός και
έτοιμος εις φιλοξενίαν, καθώς ήτο και ο οίκος του Ιώβ· έξω από τον οίκον της
ουδείς ξένος έμεινε ποτέ, επειδή και αυτή, καθώς ο Ιώβ, ήτο οφθαλμός των
τυφλών, πους των χωλαινόντων, μήτηρ των ορφανών και αληθινήν μέριμναν και
μεγάλην ευσπλαγχνίαν εδείκνυεν εις τας χήρας γυναίκας· ο οίκος της λοιπόν ήτο
κοινόν καταφύγιον εις τους πτωχούς· τα υπάρχοντά της ήσαν κοινά εις τους
έχοντας ανάγκην, «εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησιν» (Ψαλμ. ρια΄ 9), δια να μένη η
δικαιοσύνη της εις τον αιώνα, με πολλάς δε ευεργεσίας εδεξιώθη τον Χριστόν, δια
μέσου πολλών, οι οποίοι έλαβον τας προσφοράς της ευσπλαγχνίας της. Και το
καλύτερον από όλα ήτο, ότι δεν τα έκαμνε φανερά και δι’ επίδειξιν, αλλά κρυφά,
όσον ηδύνατο, δια να μη τα βλέπουν οι άνθρωποι, ειμή μόνος ο τα κρυπτά βλέπων
Θεός. Όλα τα πράγματά της τα ήρπασεν από τον κοσμοκράτορα διάβολον και τα
έφερεν εις τας ασφαλείς αποθήκας του ουρανού, δια μέσου της ελεημοσύνης, την
οποίαν έδιδεν εις τους πτωχούς· εις την γην δεν άφησεν ουδέν άλλο, έξω από το
σώμα της. Πλούτον δε μέγαν άφησεν εις τα τέκνα της το καλόν παράδειγμα εις τα
καλά και θεάρεστα, ίνα ταύτην και εκείνα μιμούμενα φιλοτιμηθούν εις την άσκησιν
της αγαθοεργίας. Συνήθειαν έχουν πολλοί άνθρωποι, και όταν ακόμη κάμνουν κανένα
καλόν, να πίπτουν συγχρόνως εις άλλο κακόν. Επί παραδείγματι, όταν δίδουν
ελεημοσύνας εις τους πτωχούς, αδιαφορούν πλέον και επιδίδονται εις τας τρυφάς
και τας απολαύσεις του σώματος οι ανόητοι, ωσάν να ήτο ικανή η ελεημοσύνη μόνη
να τους σώση, χωρίς τας άλλας αρετάς, ωσάν να ηγόρασαν τρόπον τινά τας τρυφάς
με την ελεημοσύνην, την οποίαν έδωκαν. Δεν έπραττεν όμως κατ’ αυτόν τον τρόπον
η αξιομακάριστος Γοργονία, αλλά κοντά εις την ελεημοσύνην είχε και την
νηστείαν, κοντά εις την ευσπλαγχνίαν και την προς τους πτωχούς συμπάθειαν,
εταπείνωνε και το σώμα της με την εγκράτειαν, κατεγίνετο δε πάντοτε εις την
ανάγνωσιν των θείων Γραφών· αγρυπνούσεν εις τας προσευχάς, άλλοτε μεν ισταμένη
ορθή, άλλοτε δε κλίνουσα τα γόνατα εις την γην και με καρδίαν συντετριμμένην
και τεταπεινωμένην και θερμά δάκρυα ανύψωνεν εις τον Θεόν μαζί με την προσευχήν
και τον νουν της και εκεί τον είχεν ασάλευτον· εις αυτά δε όλα όχι μόνον
υπερέβαλλε τας γυναίκας, αλλά και τους άνδρας, τόσον ώστε εφαίνετο ανωτέρα των
άλλων. Τας αρετάς τας οποίας είχαν άλλοι, τας εμιμείτο και αυτή η μακαρία και
τας επραγματοποίει, άλλων δε πάλιν αρετών εγένετο η ιδία παράδειγμα άξιον προς
μίμησιν· και άλλο μεν καλόν εφεύρεν αυτή η ιδία, άλλο δε το οποίον έμαθεν από
άλλους το έκαμνεν αυτή με περισσοτέραν τελειότητα, αφ’ ό,τι το εδιδάχθη·
τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν όλας τας αρετάς με τόσην άκραν τελειότητα, όσην δεν
κατώρθωσαν άλλοι μίαν μόνην αρετήν μετρίως. Διότι ποίον από τα κατορθώματα της
Αγίας δεν είναι αξιοθαύμαστον; Το φόρεμα και το σώμα της το λερωμένον και
άπλυτον, όπου έλαμπεν μόνον από την αρετήν; Ή η ψυχή της, ήτις διετήρει το σώμα
σχεδόν χωρίς τροφήν ωσάν άϋλον; Ή δια να ειπώ καλύτερα, το σώμα εκείνο όπου
εβιάσθη να νεκρωθή και προ του χωρισμού, δια να λάβη ελευθερίαν η ψυχή και να
μην εμποδίζεται από τας αισθήσεις; Ή αι άγρυπνοι νύκτες και η ψαλμωδία και η
στάσις όπου ήρχιζεν από ημέραν και ετελείωνεν εις την άλλην ημέραν; Ή η χαμαικοιτία,
ήτις ετράχυνε παρά φύσιν την απαλότητα των μελών της; Ή αι πηγαί των δακρύων,
όπου εσπείροντο από θλίψιν, δια να θερίσουν με αγαλλίασιν τους καρπούς; Ή η
νυκτερινή βοή, η οποία ανήρχετο υπεράνω των νεφελών και έφθανεν έως τον
ουρανόν; Ή η θερμότης του πνεύματός της, όπου δεν υπελόγιζε παντελώς ούτε τους
κόπους τους νυκτερινούς, ούτε τας ψυχρότητας του αέρος, ούτε το παράκαιρον της
νυκτός, δια την επιθυμίαν προς την προσευχήν; Ή η γυναικεία φύσις, η οποία
ενίκησε την ανδρικήν, δια να αγωνισθή τον κοινόν αγώνα της σωτηρίας, ίνα
φανερώση ότι η διαφορά των ανδρών από τας γυναίκας είναι κατά το σώμα μόνον και
όχι κατά την ψυχήν; Ή η εγκράτεια της Αγίας, ήτις ενίκησε την πικράν γεύσιν της
προμήτορος Εύας, την αμαρτίαν, τον πλάνον όφιν, τον διάβολον και τον θάνατον; Ή
η ζωοποιός νέκρωσίς της, η τιμήσασα την μέχρι δούλου μορφής ταπείνωσιν του
Χριστού και τα πάθη Του; Πως είναι δυνατόν να αριθμήση τις όλα τα κατορθώματα
της μακαρίας Γοργονίας; Αλλά καλόν είναι να προσθέσωμεν εις την διήγησιν των
αρετών της και τας αντιδόσεις και τους μισθούς, τους οποίους έλαβε παρά Θεού,
του δικαίου μισθαποδότου, όταν ήτο ακόμη ζωντανή εις την παρούσαν ζωήν. Εκάθητο
μίαν φοράν η Αγία επάνω εις άμαξαν, την οποίαν έσυρον ημίονοι, και καθώς
επήγαιναν εις τον δρόμον, δεν γνωρίζω πως, εξηγριώθησαν αι ημίονοι έξαφνα και
έτρεξαν με τόσην ορμήν, ώστε ανετράπη η άμαξα και εκρημνίσθη η Αγία· πλην δεν
έμεινεν εις τον τόπον εις τον οποίον έπεσεν, αλλά περιεπλέχθη εις την άμαξαν
και ομού με αυτήν εσύρετο από τας ημιόνους τόσον, ώστε κατεκόπησαν τα μέλη του
σώματός της και κατασυνετρίβησαν τα οστά της· και τούτο το συμβεβηκός
επροξένησε μεγάλον σκάνδαλον εις τους απίστους, πως τάχα άφησεν ο Θεός μίαν
τοιαύτην Αγίαν γυναίκα να πάθη τοιούτον κακόν. Αύτη δε η μακαρία, με όλον ότι
είχε τόσην ανάγκην θεραπείας, δεν ηθέλησε να προσκαλέση ιατρόν εις επίσκεψίν
της, δια να μη ίδη ξένος άνδρας το σώμα της. Αλλ’ είχεν όλην την ελπίδα της εις
τον Θεόν, ο οποίος, κρίμασιν οις οίδε, την άφησε να πάθη και έπειτα να την
ιατρεύση· όθεν και κατά την χρηστήν ελπίδα, την οποίαν είχεν, ούτω συνέβη και
το γεγονός και ιατρεύθη με τελειότητα χωρίς ιατρόν και τρόπον τινά εφάνη, ότι ο
Θεός εσυγχώρησε να πάθη η Αγία ως άνθρωπος δια να ιατρευθή παραδόξως και υπέρ
άνθρωπον, και να δοξασθή με το θαύμα τούτο, το οποίον όλους έκαμε να θαυμάσουν,
μάλιστα δε εκείνους οι οποίοι εσκανδαλίσθησαν πρότερον. Διότι εις όλους διεδόθη
και ηκούσθη το θαύμα τούτο κηρύσσεται και ομού με τα άλλα θαυμάσια του Θεού. Άλλοτε
πάλιν ησθένησεν η Αγία, η δε ασθένειά της ήτο ασυνήθιστος και αλλόκοτος, διότι
είχε μίαν πύρωσιν και καύσιν εξαφνικήν όλου του σώματός της και ήτο ωσάν ένας
βρασμός και άναψις του αίματος. Έπειτα ηκολούθει πάγωσις και ψύχρα του αίματος,
αιμωδίασμα, κιτρινάδα, χαύνωσις του νοός και παράλυσις των μελών του σώματός
της. Το πάθος αυτό ηκολούθει συχνά, ενίοτε δε πολύ συχνά, χωρίς αι τέχναι των
ιατρών να είναι ικαναί εις θεραπείαν του πάθους, αν και έβαλαν όλην αυτών την
επιμέλειαν, ούτε τα πολλά δάκρυα των γονέων της, ούτε αι κοιναί δεήσεις και
παρακλήσεις προς τον Θεόν όλου του πλήθους. Διότι όλων ήτο ωφέλεια η υγεία της
Αγίας, ενώ αντιθέτως ενόμιζαν κοινόν πάθος και βλάβην την ασθένειάν της. Τι
κάμνει λοιπόν η θεία Γοργονία; Αφ’ ου πλέον απηλπίσθη από κάθε άλλην βοήθειαν,
κατέφυγεν εις τον Θεόν τον κοινόν ιατρόν. Ηγέρθη λοιπόν κατά την νύκτα, ότε δεν
ήτο τις να την εμποδίση, επειδή την είχεν αφήσει ολίγον το πάθος και επήγε και
προσέπεσε μετά πίστεως εις το άγιον Θυσιαστήριον επικαλουμένη μεγαλοφώνως εις
βοήθειαν τον Θεόν, τον τιμώμενον επάνω εις αυτό, και ενθυμίζουσα τας δυνάμεις
και τα θαύματα, τα οποία έκαμε κατά διαφόρους καιρούς εις ευεργεσίαν των
ανθρώπων. Τέλος πάντων μιμείται την ευαγγελικήν αιμορροούσαν, η οποία ως
ήγγισεν εις το ένδυμα του Χριστού, εξήρανεν ούτος την πηγήν του αίματος· και τι
κάμνει; Ήγγισε και αυτή την κεφαλήν της εις την Αγίαν Τράπεζαν· και με την
αυτήν φωνήν και τα αυτά δάκρυα, με τα οποία έβρεξεν η πόρνη εκείνη τους πόδας
του Χριστού, έβρεχε και αυτή την Αγίαν Τράπεζαν λέγουσα, ότι δεν θέλει
αναχωρήσει εκείθεν, έως ότου λάβη την υγείαν της. Αλείφουσα έπειτα με τα δάκρυά
της όλον το σώμα της, ω! του θαύματος! παρευθύς έλαβε την υγείαν της και
επέστρεψεν εις τον οίκον της, ελαφρωμένη κατά τε το σώμα και την ψυχήν, αλλά
και κατά το νουν, ως λαβούσα τον μισθόν της ελπίδος της και επιτυχούσα με την
ευρωστίαν της ψυχής την υγείαν του σώματος. Τοιαύτη εστάθη η ζωή της μακαρίας
Γοργονίας. Οποίον δε το τέλος; Επεθύμει τον θάνατον η ευλογημένη, δια την
πολλήν παρρησίαν και το θάρρος, το οποίον είχεν εις τον Χριστόν και δια τούτο
αντί των γηϊνων επροτίμα να είναι μαζί με Αυτόν. Όθεν δεν απέτυχε ταύτης της ενθέου και υψηλής
ελπίδος της. Αλλά τι ακολουθεί; Ακούσατε. Ύστερα από πολλήν αγρυπνίαν, την
οποίαν έκαμε δεομένη περί τούτου προς τον Κύριον, της ήλθεν ύπνος γλυκύτατος
και εκεί εις τον ύπνον βλέπει οπτασίαν, η οποία της εφανέρωνε πότε και ποίαν
ημέραν έμελλε να αποθάνη και να απέλθη προς Κύριον· τούτο δε οικονομεί ο Θεός
εις τους δούλους του τους αγαπώντας Αυτόν, δια να ετοιμάζωνται και να μη
ταραχθώσιν όταν έλθη ο θάνατος έξαφνα. Δεν είχεν όμως ανάγκην η Αγία από
ετοιμασίαν, επειδή προ ολίγου είχε λάβει την κάθαρσιν, δια της τελειώσεως του
Αγίου Βαπτίσματος· ή, να είπωμεν το αληθέστερον, όλη η ζωή της ήτο κάθαρσις και
τελείωσις· διότι, την μεν αναγέννησιν την είχεν εκ της Χάριτος του Αγίου
Πνεύματος, δια μέσου του Αγίου Βαπτίσματος, την δε ασφάλειαν και βεβαιότητα της
σωτηρίας της από τας αρετάς και από τα καλά και θεάρεστα έργα, τα οποία έως
τότε ετέλεσε και επάνω εις τα οποία ωσάν σφραγίδα και τέλος πάντων έβαλε
το Άγιον Βάπτισμα· ένα μόνον της έλειπε
και αυτό επόθει να ετοιμάση και να προσθέση εις όλα της τα καλά· ποίον; Να
βαπτίση και τον άνδρα της, δια να μη μείνη κανένα της πράγμα ατελές, αλλά να
υπάγη κατά πάντα τετελειωμένη εις τον Χριστόν· αυτό εδέετο και εζήτει και δεν
απέτυχε του ζητουμένου, το οποίον έλαβε παρά Θεού του ποιούντος το θέλημα των
φοβουμένων Αυτόν. Αφ’ ου λοιπόν τα είχε πλέον όλα ως τα εφρόντισε και κανένα
δεν έλειπεν από όσα επόθει, επλησίασε δε η διωρισμένη ημέρα του θανάτου της,
τότε ητοιμάσθη προς θάνατον και την προς τον Χριστόν εκδημίαν και ασθενήσασα
έπεσεν εις το κρεββάτι, κατά τους νόμους της φύσεως. Αφού δε παρήγγειλεν εις
τον άνδρα της, εις τα τέκνα της και εις τους φίλους της όσα παραγγέλματα είναι
ακόλουθον να ειπή μία φίλανδρος, φιλότεκνος και φιλάδελφος γυνή, φιλοσοφήσασα
καλώς και διδάξασα δια την ουράνιον πολιτείαν και αφού έκαμεν ωσάν ημέραν
πανηγύρεως, με την εις πάντας διδασκαλίαν της, την τελευταίαν ημέραν της ζωής
της, εκοιμήθη και απήλθεν η μακαρία ψυχή της εις τα ουράνια, κατά μεν τους
χρόνους της ζωής όχι τόσον γραία, διότι ουδέ το ήθελε να ζήση και να ευρίσκεται
πολλούς χρόνους μακράν από τον Κύριον, κατά δε τα καλά και τας αρετάς
πλουτισμένη περισσότερον από άλλους πολλούς, οι οποίοι έφθασαν εις γήρας βαθύ. Αλλά
καλόν είναι και ωφέλιμον να προσθέσωμεν και εκείνο το οποίον ηκολούθησεν εις το
τέλος της. Εκείτετο, καθώς είπομεν, εις το κρεββάτι και ανέπνεε τας τελευταίας
αναπνοάς, γύρω της δε ήσαν πολλοί συγγενείς και ξένοι λυπούμενοι δια τον
χωρισμόν της· και άλλοι μεν επεθύμουν να ακούσουν από αυτήν τίποτε αξιόλογον
δια να το διηγούνται ύστερον, άλλοι δε ήθελαν να είπουν τίποτε αρμόδιον εις
εκείνην την ώραν. Όμως κανείς δεν αποτολμούσεν, αλλά η λύπη και ο πόνος της
καρδίας των ήσαν αθεράπευτα και τα δάκρυά των έτρεχαν, χωρίς να ακούεται φωνή,
διότι δεν τους εφαίνετο εύλογον να τιμούν με θρήνους εκείνην, η οποία εχωρίζετο
από τον κόσμον με τα σημεία της αγιότητος, εστέκοντο δε όλοι με βαθείαν σιωπήν,
ωσάν να ετελείτο θείον τι Μυστήριον· η δε Αγία εκείτετο, κατά το φαινόμενον
ακίνητος, άφωνος και χωρίς πνοήν, ότε ο κοινός ποιμήν, ήτοι ο πατήρ αυτής,
όστις εστέκετο εκεί πλησίον και παρετήρει αυτήν, βλέπων, ότι εκινούσεν ολίγον
τα χείλη της, έβαλεν εκεί το αυτίον του με την ελπίδα, ότι θέλει ακούσει
σπουδαίον τι, και πράγματι ήκουσε την Αγίαν λέγουσαν ένα στίχον από τους
Ψαλμούς του Δαυίδ, αρμόδιον εις εκείνην την ώραν, ήτοι το «Εν ειρήνη επί το
αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω» (Ψαλμ. δ: 9), τούτο δε δεν ήτο άλλο παρά μία
φανερά μαρτυρία και απόδειξις της παρρησίας και της Αγιότητος με την οποίαν η
μακαρία Γοργονία εξεδήμησε και απήλθε προς τον Χριστόν. Ου τω απείρω ελέει, δια
πρεσβειών της Αγίας, αξιωθείημεν και ημείς, οι αμαρτωλοί και κατάκριτοι, αγαθού
και σωτηρίου τέλους, εν μετανοία και εξομολογήσει, ίνα δοξάζωμεν μετά των
σεσωσμένων την άκραν αυτού αγαθότητα, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017
Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΖΕΒΙΝΑ και των μαθητών αυτού και Οσίων Πατέρων ημών ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΥ, ΜΩΥΣΕΩΣ και ΔΑΜΙΑΝΟΥ.
Ζεβινάς,
Πολυχρόνιος, Μωϋσής και Δαμιανός οι Όσιοι Πατέρες ήσαν και ούτοι εκ της Συρίας,
αναφέρει δε και τούτους ο σύγχρονος αυτών Θεοδώρητος. Και ο μεν θείος Ζεβινάς,
κατασκευάσας επί όρους τινός κελλίον, υπεβάλλετο εν αυτώ εις ασκητικούς αγώνας
μέχρι γήρατος. Υπερέβαλε δε όλους τους Οσίους του καιρού του κατά την υπομονήν,
την οποίαν είχεν εν τη αγία προσευχή, ούτως ώστε, επειδή ένεκα του γήρατος δεν
ηδύνατο να προσεύχηται όρθιος, προσηύχετο και εδοξολόγει τον Θεόν, ο αοίδιμος,
στηριζόμενος επί της βακτηρίας του. Ζήσας όθεν με θαυμασίαν και θεάρεστον ζωήν,
ανεχώρησεν από τον παρόντα βίον και απήλθε προς Κύριον. Ο θείος Πολυχρόνιος
έγινε μαθητής του Οσίου Ζεβινά, τόσον δε πολύ εμιμήθη τας αρετάς του διδασκάλου
του και τόσον καθαρώς ετύπωσεν εις εαυτόν τους χαρακτήρας εκείνου, όσον ούτε
εις τον κηρόν δεν τυπούνται τόσον καλώς ο τύπος του δακτυλιδίου. Διότι το ίδιον
στάσιμον και αδιάλειπτον της εκείνου προσευχής μετεχειρίζετο και ούτος, σίδηρα
όμως δεν ηθέλησε να φορέση καθώς και ο Ζεβινάς, φοβούμενος μήπως η ψυχή του
υπερηφανευθή δια τούτο· αντί όμως των σιδήρων, διέταξε και του έφεραν ρίζαν
δένδρου βαρυτάτην, την οποίαν εφορτώνετο την νύκτα επί των ώμων του και ούτω
φορτωμένος προσηύχετο· αν δε ήθελε κτυπήσει τις εις το κελλίον του, έκρυπτε την
ρίζαν εις απόκρυφον τόπον, ίνα αποφύγη τον έπαινον και την δόξαν των ανθρώπων.
Εκ των τοιούτων αγώνων έλαβε Χάριν των θαυμάτων παρά Θεού ο τρισόλβιος και δια
προσευχής του διέλυσέ ποτε ξηρασίαν και κατεβίβασε βροχήν· και ελαιοδοχείον
κενόν επλήρωσε ελαίου. Ταύτα και άλλα θαυμάσια ποιήσας, προς Κύριον εξεδήμησεν.
Οι δε άλλοι δύο Όσιοι, ο Μωυσής και ο Δαμιανός, εχρημάτισαν και αυτοί μαθηταί
του αυτού θείου Ζεβινά, αλλ’ ο μεν Μωυσής έμεινε μέχρι τέλους πλησίον του Οσίου
Ζεβινά, προσφέρων εις αυτόν, ως εις πατέρα και κύριόν του, πάσαν υπακοήν και
υπηρεσίαν και μορφώνων εις εαυτόν ως εν κατόπτρω την αρετήν, ήτις ήστραπτεν εκ
της ιεράς ψυχής του μακαρίου εκείνου γέροντος, ο δε Δαμιανός, μεταχειρισθείς
πρότερον ως διδάσκαλον της μοναδικής πολιτείας τον Όσιον Πολυχρόνιον, επήγε
κατόπιν εις κώμην τινά εκεί πλησίον, Νιαρά καλουμένην, και ευρών έξωθεν αυτής
μικρόν κελλίον εισήλθεν εις αυτό και μετεχειρίζετο την ιδίαν πολιτείαν του
διδασκάλου του Πολυχρονίου. Ώστε, όστις καλώς εγνώριζεν αφφοτέρους, τον τε
Πολυχρόνιον και τον Δαμιανόν, έπειτα δε έβλεπε μόνον τον Δαμιανόν, ενόμιζεν ότι
βλέπει ομού και τον Πολυχρόνιον και θεωρεί την του Πολυχρονίου ψυχήν, ηνωμένην
με το σώμα του Δαμιανού, επειδή και εις τους δύο έλαμπε η αυτή απλότης, η αυτή
πραότης, η αυτή γλυκύτης της ομιλίας, η αυτή νήψις και προσοχή της ψυχής, η
αυτή κατανόησις του Θεού, ο αυτός κόπος και η αγρυπνία και η τροφή και η
ακτημοσύνη, διότι το κελλίον του Οσίου Δαμιανού άλλο τι δεν περιείχεν, ειμή
φακήν βεβρεγμένην. Τόσην ωφέλειαν απέκτησεν εκ της συναναστροφής του θείου
Πολυχρονίου. Ούτως λοιπόν εναρέτως έως τέλους πολιτευόμενοι οι Άγιοι ούτοι
απήλθον προς Κύριον.
Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2017
Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΙΩΑΝΝΟΥ, ΜΩΗΣΕΩΣ, ΑΝΤΙΟΧΟΥ και ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ.
Ιωάννης, Μωϋσής, Αντίοχος και Αντωνίνος οι Όσιοι Πατέρες ημών ηγωνίζοντο
εις τα όρη της Συρίας κατά τον Ε΄ αιώνα. Και ο μεν Ιωάννης έγινε μαθητής και
γνώριμος του Οσίου Λιμναίου, όστις ησκήτευσεν εις το όρος Τάργαλα, ως
προείπομεν κατά την κβ΄ (22αν) του παρόντος μηνός. Είτα αναβάς εις τινα ράχιν
αυτού ψυχροτάτην, ήτις έκειτο εις το βόρειον μέρος, διήλθεν εκεί εικοσιπέντε
έτη, ασκεπής και άστεγος· η δε τροφή του ήτο άρτος και άλας, εφόρει ένδυμα από
τρίχας αιγός, είχε δε το σώμα του δεδεμένον με βαρύτατα σίδηρα, υπό των οποίων
καταβαρυνόμενος και υπό των ακτίνων του ηλίου καταφλεγόμενος δεν ηθέλησε ποτέ
να έχη, ο γενναίος ούτος αγωνιστής, ουδεμίαν άνεσιν και παρηγορίαν από τας
κακοπαθείας ταύτας. Όθεν και αμυγδαλήν τινα, την οποίαν εφύτευσεν γνώριμός του
πλησίον της κλίνης του, και η οποία μετά καιρόν έγινεν δένδρον σκιερόν, διέταξε
και την έκοψαν, ίνα μη απολαμβάνη εκ της σκιάς της ουδεμίαν ανακούφισιν. Με
τοιούτον λοιπόν τρόπον αγωνιζόμενος ο Όσιος ούτος Ιωάννης προς Κύριον
εξεδήμησεν. Ο δε μακάριος Μωϋσής, μιμηθείς την ζωήν του ρηθέντος Οσίου Ιωάννου,
ανέβη εις τινα κορυφήν ονομαζομένην Ραμά και εκεί ηγωνίζετο ασκητικούς αγώνας.
Ο αοίδιμος πάλιν Αντίοχος, καίτοι γέρων την ηλικίαν, εις μεγάλην άσκησιν
υπεβάλλετο, ομοίως και ο τρισόλβιος Αντωνίνος, όστις, γέρων ων, έκτισε
περιτείχισμα τι εις ερημότατον τόπον και εκεί ηγωνίζετο παρομοίως με τους
νέους. Αμφότεροι δε οι Όσιοι ούτοι έτρωγον την αυτήν με τους νέους τροφήν,
δηλαδή άρτον και άλας, επίσης και το αυτό ποτόν των νέων έπινον, ήτοι το ύδωρ,
το αυτό μετ’ εκείνων τρίχινον ένδυμα εφόρουν και τας αυτάς μετ’ εκείνων
αγρυπνίας και προσευχάς εποίουν. Αλλά δια να είπωμεν εν γενικαίς γραμμαίς και
οι τέσσαρες ούτοι Όσιοι ευρίσκοντο πάντοτε εις πόνους και κόπους, καθ’ όλην την
ημέραν και καθ’ όλην την νύκτα και ούτε η πολυκαιρία της ασκήσεως ούτε το γήρας
ούτε η ασθένεια της φύσεως ωλιγόστευσε την υπομονήν και ανδρείαν των, διότι
είχον εν τη καρδία των ένθεον έρωτα και προθυμίαν να κοπιάζωσι δια τον Θεόν και
να αγωνίζωνται. Όθεν, με τοιούτους αγώνας διελθόντες την ζωήν των, εν ειρήνη
παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.
Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017
Τη ΚΓ΄ (23η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Επισκόπου Σμύρνης.
Πολύκαρπος ο ένδοξος Ιερομάρτυς του Χριστού ήτο γέννημα και θρέμμα της
πόλεως Εφέσου, εις την οποίαν εγεννήθη περί το έτος ξη΄ (68) μ.Χ. Οι γονείς του
ήσαν πλουσιώτατοι, αλλ’ ευσεβείς και ελεήμονες· ο πατήρ του ωνομάζετο
Παγκράτιος και η μήτηρ του Θεοδώρα. Τούτους διέβαλον εις τον εξουσιαστήν της
Εφέσου Μαρκίωνα, ότι ήσαν Χριστιανοί· όθεν έστειλεν εκείνος στρατιώτας, οίτινες
τους παρουσίασαν έμπροσθέν του, ήτο δε τότε η Θεοδώρα έγκυος εις τούτον τον
Άγιον. Λέγει δε τότε προς αυτούς ο Μαρκίων· «Διατί δεν υπακούετε σεις εις τους
βασιλικούς ορισμούς, αλλά καταφρονείτε τους μεγάλους θεούς και προσκυνείτε τον
Χριστόν»; Οι γονείς του Αγίου απεκρίθησαν, χωρίς καθόλου να δειλιάσουν· «Ημείς,
ω εξουσιαστά, εδιδάχθημεν από τους Αποστόλους του Κυρίου μας να πιστεύωμεν και
να προσκυνούμεν τον αληθινόν Θεόν, τον Ποιητήν του ουρανού και της γης, τον
Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εις του οποίου το όνομα εβαπτίσθημεν και αυτόν
ομολογούμεν και κηρύττομεν· τα δε άψυχα και αναίσθητα είδωλα, τα οποία έχετε
σεις δια θεούς, ημείς τα αποστρεφόμεθα και τα εξουθενούμεν». Ταύτα ακούσας ο
εξουσιαστής και θυμωθείς σφόδρα επρόσταξε τους στρατιώτας να ρίψωσιν αυτούς
κατά γης και να τους δείρωσι δυνατά· τούτου δε γενομένου τους έβαλον εις την
φυλακήν όπου έμειναν καιρόν πολύν ανεπιμέλητοι από κάθε ανθρωπίνην βοήθειαν,
ταλαιπωρούμενοι με πείναν και δίψαν και κάθε άλλην κακοπάθειαν, εντός δε της
φυλακής εγέννησεν η μακαρία Θεοδώρα τον Άγιον. Ο δε Πανάγαθος Θεός, όστις
γινώσκει τα πάντα προτού να γίνουν, προβλέπων, ότι ο εξουσιαστής μέλλει να
ζητήση το βρέφος, δια να το αναθρέψη και να το διδάξη την ιδικήν του πλάνην,
εξαπέστειλε τον Άγγελον αυτού εις την φυλακήν και πρώτον μεν εθεράπευσε τους
γονείς του βρέφους εκ των πληγών, τας οποίας είχον από τους δαρμούς, κατόπιν δε
τους ενεδυνάμωσε και προείπεν εις αυτούς, ότι ο εξουσιαστής μέλλει να τους
θανατώση και να μη δειλιάσωσι τον υπέρ Χριστού θάνατον, διότι θέλουν στεφανωθή
με τον στέφανον του Μαρτυρίου και να κληρονομήσωσι την ουράνιον Βασιλείαν.
Έπειτα παραλαβών το βρέφος το επήγεν εις γυναίκα τινά χήραν πλουσιωτάτην και
Χριστιανήν, παραγγείλας εις αυτήν να το βαπτίση, να το αναθρέψη με κάθε
επιμέλειαν και να μη το ομολογήση εις ουδένα. Ταύτα δε ειπών έγινεν άφαντος. Ο
δε παράνομος Μαρκίων, ζητών το βρέφος, ηρεύνα με πολλήν επιμονήν ημέρας πολλάς,
αλλά μη ευρίσκων αυτό, ήναψεν όλος από θυμόν και εβασάνιζε σκληρώς τους γονείς
του Αγίου. Τέλος πάντων, βλέπων το αμετάθετον της γνώμης των, ότι κατ’ ουδένα
τρόπον δεν ηρνούντο τον Χριστόν, τους απεφάσισεν εις θάνατον. Όθεν παραλαβόντες
τους Αγίους οι στρατιώται τους ωδήγησαν έξω της Εφέσου επάνω εις εν ύψωμα και
εκεί τους απεκεφάλισαν, άφησαν δε εκεί τα λείψανά των να τα φάγουν τα θηρία·
αλλά ματαίως εκοπίαζεν ο αλιτήριος Μαρκίων, διότι κανέν θηρίον δεν επλησίασεν
εις τα τίμια λείψανα των Αγίων Μαρτύρων· μετά δε ταύτα επήγαν κρυφίως οι
Χριστιανοί και τα ενεταφίασαν μετ’ ευλαβείας, ως έπρεπεν. Η δε ευσεβεστάτη
εκείνη χήρα, εις την οποίαν ωδήγησε το βρέφος ο Άγγελος, το εβάπτισε και το
ωνόμασε Παγκράτιον, εις το όνομα του πατρός του, το ανέτρεφε δε ως γνήσιον
τέκνον της. Όταν ήλθε τούτο εις ηλικίαν δεκτικήν μαθημάτων, το έβαλεν εις το
σχολείον, όπου εις ολίγον καιρόν έμαθεν όλην την Εκκλησιαστικήν Ακολουθίαν·
επειδή δε είχεν εξ αρχής φρονήματα γέροντος δεν κατεγίνετο εις παιδαριώδη
καμώματα, ωσάν τα άλλα παιδία, αλλά συνανεστρέφετο με σοφούς και εναρέτους
άνδρας, γινόμενος ακροατής όλων των καλών και ψυχωφελών διδαγμάτων αυτών και
εμιμείτο τα ένθεα παραδείγματά των, ως υιός δε Μαρτύρων εσπούδαζε με όλην την
προθυμίαν να τους μιμηθή, κατά το δυνατόν, εις την αγάπην του Θεού και κατόπιν
εις όλας τας αρετάς· ηγωνίζετο δε να έχη αγάπην με όλους, ταπείνωσιν,
ιλαρότητα, εγκράτειαν, σωφροσύνην και κάθε είδους αρετήν, αγαπών εξόχως την
ελεημοσύνην· δια τούτο ωνομάσθη Πολύκαρπος. Και ακούσατε να θαυμάσητε. Η
θεοφιλής εκείνη γυνή, η οποία τον ανέθρεψεν, ήτο πολύ πλουσία, ως είπομεν, είχε
δε μεταξύ των άλλων πολλάς αποθήκας γεμάτας από σιτάρι και κάθε είδους καρπόν
της γης, διότι είχε πολλά υποστατικά. Ως ελεήμων δε που ήτο ο μακάριος
Παγκράτιος και πολύ συμπαθητικός, έδιδε πλουσιοπάροχα εις τους πτωχούς, κρυφίως
από την ψυχομητέρα του, έως ότου άδειασεν όλας τας αποθήκας. Εν μιά δεμιαν
ημερών επήγεν η μήτηρ αυτού να βγάλη σιτάρι· και ευρίσκουσα κενάς τας αποθήκας
εθαύμασεν, ηννόησεν όμως ότι ο Παγκράτιος τας εξεκένωσε, διότι εγνώριζε την
αγαθήν του προαίρεσιν, ως και την ευσπλαγχνίαν την οποίαν είχε δια τους πτωχούς.
Εν τούτοις έστρεψε και τον εκοίτταξε με άγριον βλέμμα, αυτός δε, με χαροποιόν
πρόσωπον, είπε προς αυτήν· «Ας υπάγωμεν, κυρία, μαζί εις τας αποθήκας δια να
ίδωμεν». Δεν ηθέλησεν όμως να υπάγη εκείνη, επειδή προ ολίγου τας είδε κενάς.
Τότε επήγε μόνος ο Άγιος, έκαμε προσευχήν εις τον πολυεύσπλαγχνον Θεόν και, ω
του θαύματος! παρευθύς εγέμισαν όλαι αι αποθήκαι από όλους τους καρπούς.
Προσκαλέσας όθεν την μητέρα του, της είπε μετά χαράς· «Έλα, κυρία μου, εις τας
αποθήκας, δια να ιδής την δύναμιν και την Χάριν του Θεού». Καθώς δε επήγεν η
γυνή και είδε τας αποθήκας γεμάτας από καρπούς και όλα τα δοχεία γεμάτα από
έλαιον και οίνον, εδόξασε μεγαλοφώνως τον πλουσιόδωρον Θεόν και καταφιλούσα τον
ευλογημένον Παγκράτιον, του είπε· «Τέκνον μου αγαπητόν, από της σήμερον δίδε
όσον θέλεις εις τους πτωχούς και πλέον δεν θέλω σε ονομάζει Παγκράτιον, αλλά
Πολύκαρπον». Ούτως επεκράτησε το όνομα αυτό εις τον Άγιον. Έχων λοιπόν την
άδειαν ο μακάριος, εμοίραζε πλουσιοπάροχα εις τους έχοντας ανάγκην τους
καρπούς, αι δε αποθήκαι, θείω ελέει, δεν εξεκενούντο ποτέ· διότι ο Θεός, βλέπων
την αγαθήν γνώμην του Αγίου, επλήθυνε τους καρπούς. Κατ’ εκείνον τον καιρόν
ενέσκηψε πείνα μεγάλη εις την χώραν της Εφέσου. Τότε ο αξιομακάριστος
Πολύκαρπος έδειξε την μεγάλην του ευσπλαγχνίαν και συμπάθειαν, όχι μόνον εις
τους πτωχούς, αλλά και εις τους πλουσίους· διότι πολλοί, αν και είχον πλούτον
πολύν, μη ευρίσκοντες όμως να αγοράσουν τα προς συντήρησιν εκινδύνευον από την
πείναν· εις τούτους έδιδε πλουσιοπαρόχως ο Άγιος· και γενικώς, όλοι όσοι είχον
στενοχωρίαν έλεγον· «Ας υπάγωμεν εις τον ελεήμονα Πολύκαρπον». Όθεν προσέτρεχον
εις αυτόν καθ’ εκάστην ημέραν πλήθος πτωχών και πλουσίων και δεν εδίωκε ποτέ
κανένα με τας χείρας κενάς, αλλά όλους τους εδέχετο με πολλήν ευσπλαγχνίαν,
ευεργετών ένα έκαστον κατά την ανάγκην του. Όταν ο Άγιος έγινεν είκοσι πέντε
ετών, ήκουσεν ότι ο Ιωάννης ο Θεολόγος εκήρυττε το Ευαγγέλιον εις τα άλλα μέρη
της Ασίας και έχων πόθον πολύν να τον απολαύση, έλαβε την άδειαν και την ευχήν
της μητρός του και επήγεν εις τον θείον Ιωάννην, μαζί με τον οποίον ήτο και ο
θεοφόρος Ιγνάτιος και ο μακάριος Βουκόλος. Τούτον ηκολούθησε και ο ευλογημένος
Πολύκαρπος και περιπατών μαζί των από τόπου εις τόπον και από χώρας εις χώραν,
εδοκίμαζε μεγάλας κακοπαθείας, υποφέρων πείναν, δίψαν, γυμνότητα και κάθε άλλην
στενοχωρίαν δια να κηρύττη τον λόγον του Χριστού, ως άλλος Απόστολος. Αφ’ ου
παρήλθεν αρκετός καιρός, ήλθεν ορισμός από τον βασιλέα της Ρώμης Δομετιανόν να
εξορισθή ο θείος Ιωάννης ο Θεολόγος εις την νήσον Πάτμον, επειδή ηκούσθη, ότι
μετέστρεφε τους ειδωλολάτρας εις την πίστιν του Χριστού. Όταν δε επρόκειτο να
υπάγη εις την εξορίαν, εχειροτόνησε τον μακάριον Βουκόλον Αρχιερέα της Σμύρνης,
του έδωκε δε και τον Άγιον Πολύκαρπον να τον έχη συνοδείαν. Ούτως,
αποχαιρετήσας αυτούς ο Απόστολος, επήρε μαζί του τον Πρόχωρον και επήγεν εις
την Πάτμον. Ελθόντες λοιπόν εις την Σμύρνην ο Άγιος Βουκόλος μαζί με τον ιερόν
Πολύκαρπον, τον εχειροτόνησεν Ιερέα, με όλον όπου δεν ήθελε κατ’ ουδένα τρόπον,
προφασιζόμενος ότι δεν είναι άξιος· αλλ’ ο μακάριος Βουκόλος, βλέπων τας αρετάς
του και τα θεία του κατορθώματα, τον ανεβίβασεν ακόμη και εις το αξίωμα του
ορφανοτρόφου· τόσον δε ταπεινόφρων ήτο ο μακάριος, ώστε δεν ηθέλησε ποτέ
καμμίαν προτίμησιν, ούτε εις τας συνάξεις των Ιερέων εκάθητο κατά την τάξιν
του, αλλά πάντοτε εκάθητο κατώτερα απ’ όλους, ωσάν εις ταπεινός άνθρωπος.
Βλέπων όμως ο Θεός την πολλήν του ταπείνωσιν, τον ύψωσε και τον εδόξασε, καθώς
επαγγέλλεται· διότι, προγνωρίσας ο μακάριος Βουκόλος τον θάνατόν του, εσύναξεν
όλους τους Επισκόπους της επαρχίας, όλον τον Κλήρον και πάντας τους Χριστιανούς
και εφανέρωσε τον θάνατόν του, ειπών ότι εξέλεξε διάδοχόν του τον Άγιον
Πολύκαρπον. Τούτον εδέχθησαν μετά μεγάλης χαράς οι Επίσκοποι, οι Κληρικοί και
όλος ο λαός, εχειροτονήθη λοιπόν παρά την θέλησίν του ο Ιερός Πολύκαρπος
Αρχιερεύς της Σμύρνης. Λαβών λοιπόν ο Άγιος το μέγα τούτο και πολύτιμον φορτίον
της Αρχιερωσύνης, εποίμαινε τα λογικά του Χριστού πρόβατα με πολλήν επιμέλειαν
εις νομάς σωτηρίους των θείων εντολών, διδάσκων καθ’ εκάστην τον λόγον του
Ευαγγελίου και τύπος γινόμενος δια των έργων παντός αγαθού. Δεν έπαυε δε νύκτα
και ημέραν να επισκέπτεται το ποίμνιόν του· εδυνάμωνε τους αδυνάτους,
παρηγορούσε τους τεθλιμμένους, εθεράπευε τους ασθενούντας, εκυβέρνα τα ορφανά,
ελεούσε τους πτωχούς και εβοηθούσε όλους τους Χριστιανούς κατά την ανάγκην
εκάστου. Επεμελείτο δε ιδίως πολύ, κρυφά ή φανερά, ως ηδύνατο, τους Μάρτυρας
τους οποίους εβασάνιζαν εκείνον τον καιρόν οι τύραννοι, στερεώνων τούτους εις
την πίστιν του Χριστού και δια να είπωμεν εν συντομία πρεπόντως ωνομάσθη
Πολύκαρπος, διότι δεν έλειψε ποτέ από αυτόν ο ένθεος καρπός, αλλ’ ήτο ως
θαυμάσιος λιμήν αχείμαστος δι’ όλους και μέγα καταφύγιον, όχι δε μόνον εις τους
Χριστιανούς, αλλά και εις τους ειδωλολάτρας, τους οποίους ακαταπαύστως
εδίδασκε, χωρίς καμμίαν δειλίαν, χωρίς κανένα φόβον, επιστρέφων πολλούς εις την
πίστιν του Χριστού. Ετέλει δε και άπειρα θαύματα καθ’ εκάστην, από τα οποία
θέλομεν διηγηθή ολίγα τινά εις πίστωσιν των πολλών. Και ακούσατε. Καιρόν τινά
εξερράγη μεγάλη και φοβερά πυρκαϊά εις την Σμύρνην, και εκαίοντο όχι μόνον μέσα
εις την πόλιν σπίτια και άνθρωποι, αλλά ακόμη και έξω εις τους αγρούς, εις τα
σπαρτά, αμπέλια, δένδρα και ζώα, εκράτησε δε το κακόν αυτό επτά ημερονύκτια. Οι
δε ανόητοι και εσκοτισμένοι ειδωλολάτραι επεκαλούντο εις βοήθειαν τους θεούς
των, αλλά ματαίως εκοπίαζαν οι ταλαίπωροι· διότι όσον εκείνοι παρεκάλουν τα
είδωλα, τόσον ο Θεός ωργίζετο εναντίον των και ηύξανε το πυρ περισσότερον. Όθεν
οι Χριστιανοί προσέδραμον εις τον Άγιον, παρακαλούντες αυτόν να κάμη προσευχήν
προς τον Κύριον δια να καταπαύση το πυρ. Ευσπλαγχνισθείς όθεν ο Άγιος έκαμε
δέησιν εις τον Θεόν, δι’ ό,τι του εζήτησαν, έπειτα, ελέγχων τους ειδωλολάτρας,
ότι αυτά τα κακά προέρχονται από την ασέβειάν των, με το να μη πιστεύουν εις
τον αληθινόν Θεόν, εστράφη προς το πυρ και είπεν· «Εν τω ονόματι του Κυρίου
ημών Ιησού Χριστού, τον οποίον εγώ ο ανάξιος λατρεύω και προσκυνώ, σε προστάζω
να παύσης ευθύς την ώραν ταύτην και να σβεσθής εντελώς». Και, ω του παραδόξου
θαύματος! παρευθύς εσβέσθη τελείως το φοβερόν εκείνο πυρ και ηφανίσθη· οι δε
παρεστώτες θαυμάσαντες εφώναξαν μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».
Τότε πολλοί ειδωλολάτραι επίστευσαν εις τον Χριστόν και εβαπτίσθησαν εις δόξαν
του αληθινού Θεού ημών. Εις δε από τους ειδωλολάτρας, άρχων μέγας, ονόματι
Πετρώνιος, παρακινηθείς από τον πατέρα του διάβολον, όστις φθονεί πάντοτε το
καλόν, έλεγε λόγια βλάσφημα κατά της Πίστεως των Χριστιανών και κατά του Αγίου.
Παρευθύς δε εδαιμονίσθη ούτος και έπεσε κατά γης κυλιόμενος, αφρίζων και
σπαράττων. Βλέποντες δε αυτόν τινές Χριστιανοί τον ελυπήθησαν και παρεκάλεσαν
τον Άγιον να τον ιατρεύση· ούτος δε μιμούμενος τον Δεσπότην Χριστόν,
ηυσπλαγχνίσθη αυτόν και τον εθεράπευσε διπλήν θεραπείαν, διότι επιτιμών το
πονηρόν και ακάθαρτον πνεύμα, το εδίωξεν από τον Πετρώνιον, εκείνον δε εφώτισε
κατά την ψυχήν, ώστε να γνωρίση την δύναμιν την οποίαν έχουν οι δούλοι του
Χριστού, εκ της ευεργεσίας την οποίαν έλαβε. Τότε επίστευσεν εις τον Χριστόν
και εβαπτίσθη μαζί με όλους τους ανθρώπους της οικίας του. Μετά τέσσαρας
χρόνους από της πυρκαϊάς, περί της οποίας είπομεν, ηκολούθησε μεγάλη ανομβρία
εις όλην την περιοχήν της Σμύρνης, ούτως ώστε εκινδύνευαν να αφανισθώσιν όλοι
οι καρποί της γης, ευρίσκοντο δε οι άνθρωποι εις μεγάλην λύπην. Όθεν οι
Χριστιανοί προσέτρεξαν πάλιν εις τον Άγιον και τον παρεκάλεσαν να τους βοηθήση.
Ο δε Άγιος έκαμε τότε δέησιν προς Κύριον και, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ
Βασιλεύ! έβρεξε τόση βροχή, ώστε εδρόσισεν όλους τους καρπούς· έλαβον όθεν
μεγάλην παρηγορίαν οι άνθρωποι, δοξάζοντες τον Θεόν και ευχαριστούντες τον
Άγιον. Αλλ’ επειδή δεν έπαυε και έβρεχεν ακαταπαύστως, πάλιν ο Άγιος με την
προσευχήν του την κατέπαυσε. Από ταύτα τα ολίγα θαύματα του Αγίου, τα οποία
διηγήθημεν, ας γνωρίση πας τις πόσην παρρησίαν είχεν εις τον Θεόν, διότι αρκετά
είναι αυτά να φανερώσουν την αγιότητά του. Ας έλθωμεν λοιπόν εις το προκείμενον
του λόγου, να διηγηθώμεν με βραχυλογίαν και το ένδοξον αυτού Μαρτύριον. Όταν
εβασίλευεν εις την Ρώμην ο Αντωνίνος, εκινήθη μέγας διωγμός κατά της πίστεως
του Χριστού, όλοι δε οι κατά πόλεις εξουσιασταί εβασάνιζαν ανηλεώς τους
Χριστιανούς. Όθεν και ο εξουσιαστής της Σμύρνης έπραττε τα ίδια, τιμωρών
απανθρώπως έως θανάτου όποιον Χριστιανόν εύρισκεν. Ήλθε δε εις τόσην μανίαν ο
επάρατος, ώστε απεφάσισε να ζητήση και τον Άγιον Πολύκαρπον, ως Αρχιερέα των
Χριστιανών. Τούτο ακούσας ο θείος Πολύκαρπος ουδόλως εταράχθη και ήθελε να
μείνη εις την πόλιν. Οι Χριστιανοί όμως, θέλοντες να μη υστερηθούν τοιούτον
άγιον ποιμένα, τον κατέπεισαν δια παντοίων τρόπον να αναχωρήση από την Σμύρνην.
Ούτως ο Άγιος, αν και επόθει το Μαρτύριον, εν τούτοις αποβλέπων περισσότερον
εις το συμφέρον των άλλων, κατά την εντολήν του θείου Αποστόλου Παύλου και όχι
μόνον εις το ιδικόν του, ανεχώρησεν από την Σμύρνην και επήγεν εις εν χωρίον
όχι μακράν από την πόλιν και εκεί διέτριβεν, ουδέν έτερον ποιών παρά
προσευχόμενος νύκτα και ημέραν δι’ όλους τους Χριστιανούς και δι’ όλας τας
Εκκλησίας του Χριστού, τας καθ’ άπασαν την οικουμένην ευρισκομένας. Ημέραν δε
τινά, τρεις ημέρας προτού συλληφθή, προσευχόμενος εκοιμήθη μετά την προσευχήν
του· και τότε είδεν εν οράματι, ότι επήρε φωτιάν το προσκεφάλαιόν του και εκάη.
Εξυπνήσας δε είπε προφητικώς εις εκείνους, οι οποίοι ήσαν μαζί του, ότι
πρόκειται να μεταλλάξη την παρούσαν ζωήν δια του πυρός χάριν της αγάπης του
Χριστού. Επειδή δε οι υπηρέται του εξουσιαστού ανεζήτουν αυτόν με κάθε
επιμέλειαν, εβιάσθη πάλιν από την αγάπην των αδελφών και επήγεν εις άλλο χωρίον·
την ώραν όμως κατά την οποίαν ανεχώρησεν ο Άγιος έφθασαν οι στρατιώται, οι
οποίοι τον εζήτουν, και μη ευρόντες αυτόν εκεί, συνέλαβον δύο παιδία και τα
εβασάνιζαν δια να φανερώσουν που ευρίσκετο ο Άγιος· μη υποφέρον δε το εν
παιδίον τα βάσανα, τον εφανέρωσε. Λαβόντες λοιπόν οι στρατιώται το παιδίον
εκείνο, επήγαν το βράδυ εις το άλλο χωρίον και τον εύρον την ώραν κατά την
οποίαν έπεσε να κοιμηθή επάνω εις ένα ανώγειον υψηλόν, από το οποίον ηδύνατο να
υπάγη εις άλλο σπίτι· αλλά δεν ηθέλησε λέγων· «Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου». Ευθύς
λοιπόν κατήλθεν από το ανώγειον και εδέχθη τους στρατιώτας με ιλαρόν και
χαρούμενον πρόσωπον, ώστε εθαύμασαν εκείνοι την μεγαλοψυχίαν και αφοβίαν του. Ο
δε Άγιος επρόσταξε να ετοιμάσουν τράπεζαν και να τους βάλουν να φάγουν και να
πίουν, τους εζήτησε δε να του δώσουν καιρόν δια να προσευχηθή. Λαβών λοιπόν την
άδειαν ο Άγιος από τους στρατιώτας προσηυχήθη ώραν ικανήν. Έπειτα, φέροντες
ονάριον, τον ανεβίβασαν επ’ αυτού και τον έφεραν εις την πόλιν. Επήγαινε δε ο
Άγιος προθύμως εις το κριτήριον, και όταν εισήρχετο εις αυτό ήλθεν εξ ουρανού
φωνή, ήτις έλεγεν· «Ίσχυε, Πολύκαρπε, και ανδρίζου». Ταύτην την φωνήν πολλοί
Χριστιανοί ήκουσαν, ουδείς όμως είδεν
εκείνον όστις την είπεν. Ερωτήσας λοιπόν ο εξουσιαστής, αν είναι αυτός ο
Πολύκαρπος και ομολογήσας ο Άγιος ότι αυτός ο ίδιος είναι, είπε προς αυτόν να
αρνηθή τον Χριστόν και να τον βλασφημήση· ο δε Άγιος απήντησεν· «Έχω ογδοήκοντα
εξ χρόνους όπου τον δουλεύω, και κανένα κακόν δεν μου έκαμε· πως ημπορώ να
βλασφημήσω τον Βασιλέα μου, τον Σωτήρα και Λυτρωτήν μου»; Ο τύραννος όμως τον
εβίαζε και πάλιν να αρνηθή τον Χριστόν. Τότε ο θείος Πολύκαρπος του λέγει·
«Επειδή προσποιείσαι ότι δεν γνωρίζεις ποίος είμαι και δια τούτο μου λέγεις
ταύτα, άκουσον μετά παρρησίας· Χριστιανός είμαι και τον Χριστόν δεν αρνούμαι,
ει δε θέλης να μάθης τας αληθείας του Χριστιανισμού, δος μοι καιρόν και
ακρόασιν, ίνα σου ομιλήσω». Ο δε κριτής λέγει· «Εάν δεν αρνηθής τον Χριστόν, θα
σε ρίψω εις τα θηρία να σε καταφάγωσιν». Ο Άγιος του απαντά· «Μη αργοπορής,
αλλά ρίψε με εις τα θηρία, διότι εγώ δεν μετακινούμαι από την Πίστιν μου·
μάλιστα θα σου οφείλω μεγάλην χάριν να με μεταφέρης μίαν ώραν ενωρίτερα από την
ψευδή και πολύπονον ταύτην ζωήν, εις την αληθινήν και αθάνατον». Ο κριτής πάλιν
του λέγει· «Επειδή δεν φοβείσαι τα θηρία, θέλω σε κατακαύσει εις το πυρ, εάν
δεν μετανοήσης». Ο δε μέγας Πολύκαρπος λέγει· «Τι με φοβερίζεις με το πυρ, το
οποίον καίει προς ώραν και μετ’ ολίγον σβέννυται; Ή δεν γνωρίζεις το άσβεστον
πυρ της αιωνίου κολάσεως, το οποίον φυλάττεται δια να κατακαίη αιωνίως τους
ασεβείς; Όθεν μη αργοπορής, αλλά κάμε ό,τι θέλεις». Αυτά και άλλα περισσότερα
λέγων ο Άγιος μετά μεγάλου θάρρους και χαράς, έκαμε τον εξουσιαστήν να μείνη
εκστατικός, απορών δε ούτος και μη γνωρίζων τι να πράξη, έστειλε τον κήρυκα εις
το μέσον του σταδίου και εκήρυξε τρεις φοράς, ότι ο Πολύκαρπος ωμολόγησε ότι
είναι Χριστιανός. Τούτο ακούοντες όλον το πλήθος των Ελλήνων και των Εβραίων,
εφώναζον με μεγάλην φωνήν και με θυμόν ακράτητον· «Αυτός είναι ο Πατήρ των
Χριστιανών, ο οποίος διδάσκει τους ανθρώπους να μη προσκυνούν τους θεούς.
Πρέπει λοιπόν να τον καύσωμεν εις το πυρ ζωντανόν». Παρευθύς λοιπόν εσύναξαν
από τα εργαστήρια και από τα λουτρά ξύλα και φρύγανα. Μάλιστα δε οι Εβραίοι
έτρεχον με μεγάλην προθυμίαν, καθώς το έχουν συνήθειαν να υπηρετούν τους
τυράννους ολοψύχως, εκ του μίσους το οποίον έχουν, οι κατάρατοι, κατά του
Χριστού και όλων των Χριστιανών. Όταν δε ητοιμάσθη η πυρά εξεδύθη ο Άγιος τα
ενδύματά του, έλυσε την ζώνην του και έπεσεν εις την πυράν μόνος του· ημποδίσθη
όμως προς ολίγον από τους Χριστιανούς, οι οποίοι συνέτρεχαν με μεγάλην σπουδήν,
αγωνιζόμενοι ποίος να πρωτοασπασθή το άγιον σώμα του. Έπειτα ήλθον οι
στρατιώται να τον καρφώσουν, ώστε να μην κινήται καιόμενος, καθώς εσυνήθιζον να
κάμνουν εις όλους τους καταδικαζομένους εις τον δια πυρός θάνατον· ο δε Άγιος
τους είπεν· «Αφήσετέ με ακάρφωτον και εκείνος ο οποίος μου δίδει την δύναμιν να
υπομείνω το πυρ, θέλει με ενδυναμώσει να μη κινηθώ παντελώς». Όθεν δεν τον
εκάρφωσαν, αλλά τον έδεσαν με τας χείρας οπίσω και ούτω ως κριός επίσημος εκ
μεγάλου ποιμνίου προσεφέρετο εις τον Θεόν ολοκαύτωμα ευπρόσδεκτον. Ανυψώσας δε
τότε ο Άγιος τους οφθαλμούς του προς τον ουρανόν, προσηυχήθη ούτω. «Κύριε, ο
Θεός ο Παντοκράτωρ, ευχαριστώ σοι, ότι ηξιώσας με τον ανάξιον της ημέρας και
ώρας ταύτης, ίνα συναριθμηθώ και εγώ ομού μετά των Μαρτύρων σου εις ανάστασιν
ζωής αιωνίου, ψυχής τε και σώματος και είθε να προσαχθώ σήμερον έμπροσθέν σου
θυσία ευπρόσδεκτος, καθώς προητοίμασας, προεφανέρωσας και ετελείωσας, ο αψευδής
Θεός· δια ταύτα πάντα σε ευλογώ και σε δοξάζω, συν τω αγαπητώ και μονογενεί σου
Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Αφού ετελείωσε την προσευχήν ο Άγιος εισήλθεν εις την πυράν και, ω του
θαύματος! η φλοξ του πυρός εκείνου εσχημάτισεν είδος θόλου, ως σχηματίζει το
πανί του πλοίου, όταν το φυσά ο άνεμος, περιεκύκλωσε δε το σώμα του Μάρτυρος,
όστις ήτο εις το μέσον της φλογός, όχι ως σάρξ καιομένη αλλά ως χρυσός
πυρούμενος εντός καμίνου χρυσοχόου, εξήρχετο δε εξ αυτού ευωδία άρρητος ωσάν να
εκαίετο θυμίαμα ή άλλο τι πολύτιμον άρωμα. Τέλος πάντων βλέποντες οι άνομοι,
ότι δεν ήτο δυνατόν να καή το σώμα του Αγίου από την πυράν, επρόσταξαν να
πλησιάση εις τον Μάρτυρα εις δήμιος και να τον θανατώση με το ξίφος· τούτου γενομένου, ανεπήδησε πλήθος αίματος το
οποίον έσβυσε τελείως το πυρ προς θαυμασμόν και έκπληξιν του παρισταμένου λαού
δια τα θαυμάσια του Θεού. Ο δε φθονερός και πονηρός διάβολος, γνωρίζων ότι οι
Χριστιανοί επεθύμουν να πάρουν το ιερόν λείψανον του Αγίου προς αγιασμόν, τι
εμεθοδευθη ο κακομήχανος; Παρεκίνησεν άρχοντά τινα και είπεν εις τον
εξουσιαστήν να μη δώση το σώμα του Ιερομάρτυρος εις τους Χριστιανούς, δια να μη
αφήσουν τον Εσταυρωμένον Ιησούν και αρχίσουν να σέβωνται τούτον τον Πολύκαρπον,
το ίδιον έλεγον και οι Εβραίοι και το εβεβαίωναν, εφύλαττον δε τον τόπον δια να
μη το πάρουν κρυφίως οι Χριστιανοί. Ο εκατόνταρχος λοιπόν, ρίψας το άγιον
λείψανον εις το μέσον της πυράς το έκαυσε. Κατόπιν δε οι Χριστιανοί λαβόντες
όσα ιερά λείψανα απέμειναν άθικτα από το πυρ τα ενεταφίασαν ευλαβώς και εντίμως
εις τόπον επίσημον, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή
και προσκύνησις, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017
Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΒΑΡΑΔΑΤΟΥ.
Βαραδάτος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εξ Αντιοχείας· επειδή δε ηγάπησε
την ερημικήν και φιλόσοφον ζωήν, πρώτον μεν εκλείσθη εντός μικρού κελλίου,
εκείθεν δε επήγεν εις εν ύψωμα, το υψηλότερον της περιοχής, και εκεί
κατεσκεύασε κιβώτιον μικρότατον εκ ξύλου, το οποίον δεν εχώρει ούτε αυτό το
σώμα του. Ηναγκάζετο λοιπόν ο αοίδιμος να κύπτη πάντοτε, επειδή το κιβώτιον δεν
είχεν ύψος ανάλογον προς το μέγεθος του σώματός του· ούτε ήτο συνηρμοσμένον
καλώς δια σανίδων, αλλά ήτο χαμηλόν και όμοιον με τας ανοικτάς κιγκλίδας. Ώστε,
ούτε από των βροχών επροστατεύετο ουδόλως, ούτε από τας καυστικάς φλόγας του
ηλίου, αλλά και υπό των δύο προσεβάλλετο ομοίως. Αφ’ ου λοιπόν έζησε τοιαύτην
ταλαιπωρημένην ζωήν επί πολλά έτη εξήλθεν εκ του κιβωτίου πεισθείς εις τας
συμβουλάς του τότε Πατριάρχου Αντιοχείας Θεοδότου (418-427). Πλην, αν και
εξήλθεν εκείθεν, ίστατο όμως αδιακόπως εκτείνων τας χείρας του εις τον ουρανόν
και δοξολογών μεν τον των όλων Θεόν, κεκαλυμμένον δε έχων όλον το σώμα του με
χιτώνα δερμάτινον· μόνον εις την ρίνα και το στόμα του αφήκε μικράν οπήν ίνα
εκείθεν αναπνέη τον κοινόν αέρα. Ταύτας δε όλας τας κακουχίας υπέμεινεν ο
αοίδιμος, μολονότι δεν είχε σώμα υγιές αλλά ασθενές και πάσχον. Υπό του θείου
όμως έρωτος και υπό ζεούσης προθυμίας πυρπολούμενος, εβίαζε το σώμα του να
κοπιάζη εις εκείνα εις τα οποία δεν ηδύνατο να κοπιάζη· καίτοι δε ευρίσκετο εις
αυτό το ύψος της αρετής, είχεν όμως φρόνημα ταπεινόν, διότι εγνώριζεν, ως
φρόνιμος, πόσην βλάβην προξενεί εις τον άνθρωπον το υπερήφανον φρόνημα. Με
τοιούτον λοιπόν τρόπον διελθών την ζωήν του ο τρισμακάριστος, εν ειρήνη προς
Κύριον εξεδήμησε.
Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017
Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ και ΛΙΜΝΑΙΟΥ.
Θαλάσσιος και Λιμναίος οι Όσιοι Πατέρες ημών ήκμασαν εν Συρία επί των
ημερών του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393-458) όστις έγραψε και τον Βίον
αυτών. Και ο μεν εις εκ των δύο τούτων Οσίων, ο Θαλάσσιος, κτίσας ασκητήριον
επί μικρού όρους άνωθεν χωρίου τινός της Κύρου, ονομαζομένου Τιλλίμας,
υπερέβαλεν όλους τους τότε Οσίους κατά την απλότητα του ήθους και κατά το
ταπεινόν φρόνημα. Ο δε έτερος, ο Λιμναίος, όστις ήτο τότε πολύ νέος κατά την
ηλικίαν, υπεραγαπών την ασκητικήν ζωήν, επήγε προς τον ανωτέρω μέγαν Θαλάσσιον,
και διδαχθείς παρ’ αυτού τα της ασκητικής πολιτείας μαθήματα, επήγεν έπειτα
προς τον αοίδιμον Όσιον Μάρωνα. Τούτου του Μάρωνος μιμηθείς την ζωήν ο θείος
Λιμναίος, ηγάπησε να διέλθη τον βίον του χωρίς στέγην και σκέπασμα· όθεν,
αναβάς επί της κορυφής όρους τινός, άνωθεν του χωρίου του ονομαζομένου Τέργαλα,
έζη εκεί ασκητικώς, χωρίς να κτίση καλύβην, αλλά περιφράξας εαυτόν μόνον με
περιτείχισμα εκ ξηρολίθων, το οποίον είχε στέγην τον ουρανόν. Εκ των τοιούτων
λοιπόν αγώνων έλαβε Χάριν παρά Θεού ο μακάριος να διώκη δαιμόνια και να ιατρεύη
ασθενείας. Περιπατών δε ποτε, εδαγκάθη υπό όφεως και δια μόνης της προσευχής
του έμεινεν αβλαβής και ελυτρώθη εκ του θανάτου· άλλοτε δε, προσβληθείς υπό
κολικής (η οποία είναι πάθος της κοιλίας δεινόν και δυσκολοθεράπευτον, ήτοι ο
κοινώς λεγόμενος κώλικας), έλαβε την υγείαν του με την επίκλησιν του θείου
Ονόματος. Ούτος ο Όσιος, συναθροίσας όλους τους τυφλούς όσοι ηναγκάζοντο να
ζητώσιν ελεημοσύνην και κτίσας τόσα κελλία, όσοι ήσαν και οι τυφλοί,
ετοποθέτησεν αυτούς εντός των κελλίων, αυτός δε τους εχορήγει την αναγκαίαν
τροφήν, την οποίαν ωκονόμει από τους Χριστιανούς, όσοι προσήρχοντο προς αυτόν
χάριν ευλογίας. Βιώσας λοιπόν επί τριακονταοκτώ έτη ασκεπής ο αοίδιμος, εν
ειρήνη παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας του Θεού.
Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017
Τη ΚΒ΄ (22α) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ εν τω Παυλοπετρίω.
Αθανάσιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγεννήθη εν Κωνσταντινουπόλει υπό ευλαβών
και πλουσιωτάτων γονέων· επειδή δε εκ νεαράς ηλικίας υπήρξεν ευλαβής επόθησε να
ενδυθή το Μοναχικόν σχήμα. Μεταβάς λοιπόν εις την εν τω κόλπω της Νικομηδείας
Μονήν του Παυλοπετρίου, έγινεν εκεί Μοναχός. Τόσον δε υψώθη, ο αοίδιμος, εις
τας αρετάς και τόσον διεδόθη η φήμη του, ώστε έγινε γνωστός και εις τους βασιλείς.
Συνεδέθη δε και μετά των Οσίων Θεοδώρου του Στουδίτου, και Ιωάννου της Μονής
των Καθαρών, μετά των οποίων συνειργάσθη δια την αναστήλωσιν των Αγίων Εικόνων.
Κατά δε τους χρόνους Λέοντος του Εικονομάχου, κατηγορηθείς ότι σέβεται τας
αχράντους Εικόνας, έλαβε διαφόρους βασάνους και εδοκίμασε πικροτάτας εξορίας
και βαρείας θλίψεις· όθεν, μένων σταθερός και μέχρι τέλους διατηρών την
Ορθοδοξίαν, απήλθε χαίρων προς Κύριον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)