Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΕ΄ (25η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΡΗΓΙΝΟΥ Επισκόπου Σκοπέλου, ξίφει τελειωθέντος.

Ρηγίνος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών έζησεν ότε εβασίλευον οι υιοί του θεοστέπτου και πρώτου βασιλέως των Ορθοδόξων Χριστιανών Αγίου Κωνσταντίνου, ο μεν Κωνστάντιος της βασιλίδος των πόλεων Κωνσταντινουπόλεως ή Νέας Ρώμης, ο δε Κώνστας της παλαιάς Ρώμης· η δε βλαστήσασα αυτόν παλαιά πατρίς υπήρχεν η Ελλάς, η ευγενεστάτη και σοφωτέρα χώρα της οικουμένης, εκ πόλεως Λεβαδείας. Οι γεννήτορες αυτού ήσαν ευσεβείς και πιστοί, τον Θεόν φοβούμενοι και πολιτευόμενοι εν οσιότητι και δικαιοσύνη, οι οποίοι, αφού το τέκνον των αυτό, ο Ρηγίνος, ηυξήθη και ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν γραμμάτων, παρέδωκαν αυτό εις την μάθησιν. Αγχίνους δε ων ο παις, εις ολίγον καιρόν έμαθε πάσαν επιστήμην και σοφίαν, όχι μόνον την Ελληνικήν, αλλά και την Εκκλησιαστικήν, έχων σύντροφον και συμβοηθόν την καθαράν πολιτείαν, την εγκράτειαν και την άσκησιν· διότι εκ νεαράς ηλικίας και εξ απαλών ονύχων ηγάπησε την ασκητικήν ζωήν και σκληραγωγίαν, την οποίαν ήσκει με νηστείας, αγρυπνίας και χαμαικοιτίας ταλαιπωρών και καταδαμάζων την σάρκα αυτού, ίνα λαμπρύνη την ψυχήν του και ποιήση αυτήν οίκον της Αγίας Τριάδος. Όθεν ο Θεός, βλέπων τον πολύν πόθον και τον έρωτα, τον οποίον είχεν εις αυτόν, τον αντήμειψε με διάφορα χαρίσματα και τον ηξίωσε να ποιή θαύματα δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, το οποίον ενώκησεν εις αυτόν και τον έκαμε περιβόητον και θαυμαστόν εις τας νήσους των Κυκλάδων και εις πάσαν την Ελλάδα· διότι ούτω αντιδοξάζει ο Θεός τους δοξάζοντας Αυτόν δια των θεαρέστων έργων και δια της καθαράς πολιτείας. Αλλ’ επειδή, κατά το Ευαγγελικόν λόγιον, «ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη» (Ματθ. ε: 14), ούτω ουδέ του Αγίου Ρηγίνου η αρετή ηδύνατο να κρυβή, διότι ο λύχνος εζήτει το φως, δια να λάμψη εις όλην την οικουμένην, προς ωφέλειαν όλων των ανθρώπων. Λοιπόν τι γίνεται; Μεταλλάττει τον βίον ο των Σκοπέλων Αρχιερεύς και, ψήφω Θεού και ανθρώπων, λαμβάνει την επισκοπικήν καθέδραν και προστασίαν ο Άγιος Ρηγίνος. Πάνδημος δε χαρά εγένετο επί τη αναβάσει αυτού εις τον θρόνον και συντρέχουσι τα πλήθη των Χριστιανών, άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, πλούσιοι και πένητες, δια να αγιασθώσι και ευλογηθώσιν υπό του νέου Αρχιερέως και να ιατρευθώσιν οι υπό νόσων και διαφόρων ασθενειών κατεχόμενοι, δια της ενοικούσης εις τον Άγιον θείας Χάριτος. Και οι μεν φιλόσοφοι ευφημούσαν τον φιλόσοφον Άγιον, τον άξιον της Αρχιερωσύνης, οι δε Ιερείς και ο Κλήρος τον επαινούσαν ως άξιον και ισάγγελον αυτών ποιμένα, άπαν δε το πλήθος του λαού, με επαίνους και ύμνους, προέπεμπον αυτόν εις τον θρόνον του, χαίροντες και αγαλλόμενοι διότι ηξιώθησαν να απολάβουν τοιούτου εναρέτου και σοφού ποιμένος. Οι αμαρτωλοί ηυφράνθησαν διότι εύρον τον προστάτην αυτών και διορθωτήν· οι πτωχοί επαρηγορήθησαν διότι απέκτησαν θησαυρόν τον Άγιον, και όσοι ήσαν εις θλίψεις και στενοχωρίας έλαβον παραμυθίαν, πιστεύοντες ότι η του Αγίου πρόνοια θέλει διασκεδάσει τας θλίψεις αυτών. Επειδή δε τότε, ότε ο Άγιος αρχιεράτευεν, επεκράτει ακόμη η του θεηλάτου Αρείου λυσσώδης αίρεσις, σύγχυσις δε, ταραχή και σάλος μέγας ήτο εις την Αγίαν του Θεού Εκκλησίαν, διωρίσθη πάλιν από τους βασιλείς να συνέλθη και νέα Σύνοδος, διότι είχε πρότερον συγκροτηθή η Αγία Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, ήτις συνηθροίσθη εις την Νίκαιαν κατά του Αρείου, αύτη δε συνήλθε τώρα εις τα μέρη του Ιλλυρικού, εις την Σαρδικήν (Σαρδική· ρωμαϊκόν φρούριον της αρχαίας Δακίας, εις την θέσιν της σημερινής πρωτευούσης της Βουλγαρίας. Το όνομα Σόφια έλαβε κατά τον ΙΔ΄ -14ον αιώνα εκ του εν αυτή Ναού της Αγίας Σοφίας. Η Σύνοδος περί ης ενταύθα γίνεται λόγος συνεκλήθη υπό των βασιλέων Κωνσταντίου και Κώνσταντος εν έτει 343, εξέδωκε δε αύτη 20 Κανόνας, οίτινες ευρίσκονται εν τω «Πηδαλίω»). Και εκ μέρους μεν των Ορθοδόξων ήσαν πλείονες των τριακοσίων Αρχιερείς, από δε των του Αρείου φρονούντων εβδομήκοντα, μεταξύ δε των Ορθοδόξων διέπρεπε και ούτος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ρηγίνος· είχον δε οι της του Αρείου αιρέσεως προεστώτες τον δυσσεβή Ευσέβιον, τον Ισχύραν, όστις ήρπασε την ιερωσύνην αυτοθελήτως, τον Γρηγόριον, τον Γεώργιον, ως και τινας σκύμνους λεαίνης, οι οποίοι, τον Υιόν διαιρούντες από της ουσίας του Πατρός, ετερούσιον έλεγον· ομοίως και το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον το θείον Σύμβολον ανεκήρυττεν αναφανδόν ομοούσιον τω Πατρί και Υιώ, αυτοί έλεγον ετερούσιον. Ο δε του Χριστού τω όντι πιστός ποιμήν και ευσεβής λάτρης Ρηγίνος, δια των θείων και Ευαγγελικών ρημάτων και των Γραφικών αποδείξεων και δια της σοφίας των λόγων αυτού, καταβροντήσας αυτούς και κατά κράτος νικήσας, εδίωξε της του Χριστού ποίμνης, οίτινες, μη δυνάμενοι να υποφέρουν την αισχύνην, έφυγον από την Σύνοδον. Ο δε Άγιος Ρηγίνος μετά των άλλων Πατέρων παραμείνας εις την Σύνοδον επεκύρωσαν και εβεβαίωσαν το θείον Σύμβολον της Πίστεως και τον Υιόν του Θεού ομοούσιον τω Πατρί και τω Πνεύματι τρανώς τοις πάσιν ανεκήρυξαν. Τούτων δε ούτω γενομένων, έκαστος των της Συνόδου επανήλθεν εις την ιδίαν Επισκοπήν ως και ο Άγιος Ρηγίνος, όστις νικητής και τροπαιούχος κατέλαβε τον θρόνον αυτού και η παρουσία αυτού εγένετο πρόξενος χαράς και ευφροσύνης εις άπαν το ποίμνιον αυτού και εις πάντας τους μακράν και τους εγγύς και ήτο ειρήνη εις την του Θεού Εκκλησίαν. Αλλ’ επειδή είναι αδύνατον να μη συμβώσι σκάνδαλα, πάλιν η του Χριστού Εκκλησία, φθόνω του αρχεκάκου και μισοκάλου διαβόλου υπό των απίστων ταράττεται, όπως η θάλασσα υπό μεγάλου κλύδωνος, διώκεται σφοδρώς και γίνεται διωγμός μέγας κατά των Χριστιανών, παρά του βασιλέως Ιουλιανού του Παραβάτου, όντος κατά την θρησκείαν ειδωλολάτρου και των δαιμόνων προσκυνητού· έφθασε δε ο διωγμός εις πάσαν πόλιν και χώραν και εις αυτάς τας νήσους των Κυκλάδων, εις τας οποίας παραγενόμενος ο της Ελλάδος ηγεμών μετά βαρείας δυνάμεως, εποίει πολλήν εξέτασιν εις τους εις αυτάς κατοικούντας ευσεβείς Χριστιανούς, και πολλούς μεν εφυλάκιζε, πολλούς δε απανθρώπως εφόνευεν. Ευρών λοιπόν ο ηγεμών τον Άγιον Ρηγίνον αρχηγόν και ποιμένα του Χριστωνύμου λαού, εκράτησεν αυτόν και μη δυνάμενος ούτε με κολακείας, ούτε με φοβερισμούς να τον καταπείση να αρνηθή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, επεχείρησε με δεινάς και αφορήτους τιμωρίας να τον μεταβάλη, αλλά ματαίως. Διότι ο Άγιος, όπως ο χρυσός εις την κάμινον και ο λίαν πεπυρωμένος σίδηρος, όταν τον κτυπήσωμεν επάνω εις τον άκμονα εκπέμπει σπινθήρας, ούτω και αυτός εξέλαμψεν εις τας βασάνους, ο δε ηγεμών εσκέπτετο, ότι αν καταπείση τον Άγιον να θυσιάση εις τα είδωλα, θέλει ακολουθήσει και όλον το πλήθος των Χριστιανών, δια τούτο δε τον ετυράννει με πολλών ειδών βάσανα. Αφ’ ου όμως είδεν, ότι δεν κατορθώνει τίποτε, αλλά αντιθέτως οι Χριστιανοί, βλέποντες τον ποιμένα των ότι υποφέρει με ανδρείαν τας βασάνους, στερεούνται περισσότερον εις την πίστιν, επρόσταξε να τον αποκεφαλίσωσι και ούτως απέτεμον την Αγίαν αυτού κεφαλήν. Και η μεν Αγία αυτού ψυχή ανήλθεν εις τους ουρανούς και συνευφραίνεται μετά των Αγίων Αγγέλων ως Ισάγγελος, των Ασκητών ως Συνασκητής, των Ιεραρχών ως Συνιεράρχης και των Μαρτύρων ως Συμμάρτυς, παρισταμένη ενώπιον του θρόνου της μεγαλωσύνης του Θεού και πρεσβεύουσα αδιαλείπτως υπέρ πάντων των μετ’ ευλαβείας επιτελούντων την ιεράν αυτού μνήμην, το δε πάντιμον αυτού και πολύαθλον σώμα μετεκομίσθη εις την νήσον Κύπρον, και εκείθεν, προ πέντε ετών από την σήμερον σταλείς παρά της γερουσίας των Σκοπέλων ο Χατζή Κωνσταντίνος, ο ύστερον μετονομασθείς δια του Μοναχικού Σχήματος Καλλίνικος, έφερε μέρη τινά εκ του Άγίου  αυτού λειψάνου εις την Σκόπελον, άτινα απετέθησαν εν τω σεβασμίω Μοναστηρίω του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, όπου ευρίσκονται έκτοτε φυλαττόμενα και ευλαβώς τιμώμενα ή μάλλον ειπείν αυτά φυλάττουσιν από παντός κακού την νήσον Σκόπελον. Ούτος είναι με βραχυλογίαν ο Βίος του Αγίου Ρηγίνου, ευλογημένοι Χριστιανοί, αύτη η πολιτεία του θεοφόρου τούτου Πατρός ημών· αυτόν λοιπόν ας μιμηθώμεν, αυτόν ας ακολουθήσωμεν, δια να τον έχωμεν βοηθόν εις τας ανάγκας μας, παρηγορητήν εις τας θλίψεις, ιατρόν εις τας ασθενείας μας. Και, απλώς ειπείν, καθώς όσοι ήσαν εις τον καιρόν εις τον οποίον έζησε και κατοικούσαν εις την νήσον ταύτην, εις την οποίαν, θεία Χάριτι, κατοικούμεν και ημείς σήμερον, τον είχον υπερασπιστήν και υπέρμαχον, ούτω να τον έχομεν και ημείς, και καθώς όταν έζη εβοηθούσε και επεμελείτο ο Άγιος την Επισκοπήν και επαρχίαν ταύτην και ηγάπα τους κατοικούντας εις αυτήν, ως φιλόστοργος Πατήρ τα ίδια τέκνα, ούτω και νυν μετά θάνατον την βοηθεί και την επιμελείται και μας αγαπά ως πνευματικά του τέκνα, διότι ο Άγιος ζη και υπάρχει εις αιώνα τον άπαντα, καθώς ο σοφός Σολομών λέγει· «Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι» (Σοφ. Σολ. ε:16). Ας ευφρανθώμεν λοιπόν σήμερον εις την Αγίαν του μνήμην, ας εορτάσωμεν, ας πανηγυρίσωμεν, όχι όμως με χορούς και άσεμνα και άπρεπα παιχνίδια και ξεφαντώματα, τα οποία αρμόζουν εις τους απίστους και ασεβείς και με τα οποία ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τον διάβολον, αλλά με ύμνους, με δοξολογίας, με ψαλμωδίας και άλλα σεμνά και θεάρεστα έργα, τα οποία αρμόζουσιν εις ημάς τους Ορθοδόξους και ευσεβείς και με τα οποία ευφραίνομεν και χαροποιούμεν τον Άγιον, ο οποίος ίσταται υπεράνω ημών αοράτως. Και δι’ όσους μεν ήλθον και συνηθροίσθησαν ενταύθα δια να πανηγυρίσουν, καθώς οι άπιστοι και ασεβείς, λειπείται, θλίβεται και τους αποστρέφεται. Δια όσους δε ήλθον δια να τον δοξολογήσουν, δια να προσκυνήσουν τον τάφον και τα Άγια αυτού λείψανα και να πανηγυρίσουν σεμνώς και θεαρέστως, χαίρεται, ευφραίνεται και τους ευλογεί, παρακαλών τον Θεόν να τους χαρίση τα αιτήματά των. Και εδώ μεν εις τούτον τον κόσμον να τους αξιώση να διέλθουν ζωήν ειρηνικήν και ευτυχισμένην, εις δε τον άλλον να τους κάμη μετόχους και κοινωνούς των αιωνίων αγαθών της ουρανίου του Βασιλείας, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ Ιησού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΕ΄ (25η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ του εν Δριζιπάρω της Θράκης.

Αλέξανδρος ο Άγιος Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού και του ηγεμόνος Τιβεριανού εν έτει τ΄ (300), κατήγετο δε εκ της πόλεως Καρθαγένης ή κατ’ άλλους εκ Ποτιόλων. Συλληφθείς δε υπό του ηγεμόνος Τιβεριανού και παρακινηθείς να θυσιάση εις τα είδωλα, όχι μόνον δεν επείσθη, αλλά και εξύβρισε σφόδρα τον ηγεμόνα· όθεν αναρτάται από τα άκρα των χειρών, εκ δε των ποδών του κρεμάται πέτρα βαρεία, έπειτα κρεμασθείς πάλιν δέρεται και ξεσχίζεται. Κατόπιν ωδηγήθη εις την Μαρκιανούπολιν και εκεί καίεται εις το πρόσωπον με λαμπάδα ανημμένην· είτα εφέρθη εις Δριζίπαρον της Θράκης και εκεί απεκεφαλίσθη, λαβών ούτω, ο αοίδιμος, του Μαρτυρίου τον στέφανον. 

Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2017

Τη ΚΕ΄ (25η) του Σεπτεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΤΑΡΑΣΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.

Tαράσιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη από γονείς ευγενείς και αξιωματούχους, οι οποίοι, καταγόμενοι από σειράν πατρικίων, εχρημάτισαν και αυτοί πατρίκιοι· και ο μεν πατήρ αυτού, Γεώργιος ονόματι, ανελθών μέχρι των θρόνων του κριτηρίου, απένειμεν εξ ίσου εις όλους, αδωροδοκήτως και αφιλοπροσώπως, το δίκαιον· η δε μήτηρ αυτού Ευκρατία ήτο πολύ θεοσεβής και ανέτρεφε τον υιόν της εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, παραγγέλλουσα δε καθ’ εκάστην εις αυτόν να μη έχη καμμίαν συναναστροφήν με τους ατάκτους παίδας, αλλά να συναναστρέφηται με εναρέτους άνδρας, τον προσέφερεν εις τον κοινόν σεβασμόν, διότι, διάγων πολιτείαν σεμνήν και ενάρετον, εκρίνετο παρ’ όλων άξιος ευλαβείας και πάσης τιμής, ώστε ανήλθεν εις το αξίωμα των υπάτων, έγινε δηλαδή ύπατος, εκλεγείς και πρώτος μυστικοσύμβουλος, ήτοι πρώτος γραμματικός των μυστικών του βασιλέως, λάμπων ως αστήρ μέσα εις τα βασίλεια. Ανεδείχθη δε τοιούτος ο Άγιος, διότι επλουτίσθη από τα θεία μαθήματα, την Παλαιάν και Νέαν Γραφήν και τα συγγράμματα των θείων Πατέρων, αλλά και από την έξω σοφίαν απεταμίευσεν εις εαυτόν τα καλύτερα μαθήματα. Και τα μεν θεία διδάγματα εμελέτα νύκτα και ημέραν και εποτίζετο με τα νάματα της θείας διδασκαλίας, δια να καρποφορήση καρπούς λογικούς εις καιρόν αρμόδιον και να προκόψη εις τας αρετάς, από δε τα εξωτερικά μαθήματα εθησαύρισε με πολλήν προσοχήν εις την ψυχήν του ό,τι του ήτο χρήσιμον, δια να διορθώνη το στρεβλόν και βαρβαρικόν και εκμάθη πλήρως την γλώσσαν του. Αφ’ ου λοιπόν τοιουτοτρόπως επρόκοψε δια μέσου των εσωτερικών και εξωτερικών μαθημάτων με το μέσον της ευσεβείας και της καθαράς συνειδήσεως, αφιέρωσεν όλον τον εαυτόν του εις τον Θεόν, ελθών εις έξιν πνευματικής τελειώσεως· και αν και ευρίσκετο ακόμη εις την τάξιν των κοσμικών, όμως, με κόσμιον και εύτακτον σχήμα απεμάκρυνε τον εαυτόν του από τον κοσμικόν περισπασμόν, στολίζων δε την ψυχήν του με εκείνα όπου ήσαν ευάρεστα εις τον Θεόν, έγινε και προ της Ιερωσύνης σκεύος ιερόν και εκλεκτόν του Θεού, ώστε δι’ εκείνον, όστις ήτο ακόμη μεταξύ των λαϊκών, προμηνυόμενος ως ποιμήν λογικών προβάτων, ήλπιζον ότι μέλλει να αναδειχθή Οικουμενικός Πατριάρχης και με την λαμπρότητά του να φωτίση όλον τον κόσμον. Διασκορπίζων  δε όλον το σκότος των αιρετικών, να επαναφέρη το φως της Ορθοδόξου Πίστεως εις την Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως. Και η ελπίς αύτη των πολλών δεν απεδείχθη ψευδής, διότι πολύ συντόμως απέλαβον το ποθούμενον. Ότε λοιπόν ήτο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Παύλος Δ΄ ο Κύπριος (780-784), εις εποχήν καθ’ ην επεκράτει ακόμη η αίρεσις των Εικονομάχων και παρ’ όλον ότι οι πρώτοι της αιρέσεως, ήτοι Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος και Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος, είχον αφήσει προ ολίγου την βασιλείαν και την πρόσκαιρον ζωήν και είχον απέλθει εις τα εκείθεν δικαιωτήρια, όμως και μετά τον θάνατόν των άφησαν το δηλητήριον της Εικονομαχίας εις την Εκκλησίαν. Δια τούτο πολύ ελυπείτο ο Πατριάρχης ανησυχών, διότι δεν είχεν ουδένα συνεργάτην να του δώση χείρα βοηθείας εις την διόρθωσιν της Πίστεως, επειδή όλοι σχεδόν είχον κλίνει εις την Εικονομαχίαν. Όθεν, πεσών εις ασθένειαν δεινήν και κινδυνεύων να αποθάνη, ανεχώρησε κρυφίως από το Πατριαρχείον και μετέβη εις το Μοναστήριον το λεγόμενον του Φλώρου, όπου παρευθύς εξεδύθη τα αρχιερατικά σημεία και ενεδύθη το σχήμα των Μοναχών. Τούτο ακούσασα η ευσεβεστάτη Ειρήνη, η βασίλισσα, εταράχθη πολύ και επήγε μαζί με τον Κωνσταντίνον, τον υιόν της, εις το ρηθέν Μοναστήριον· καθώς δε είδον τον Πατριάρχην ενδεδυμένον με το ταπεινόν σχήμα των Μοναχών ελυπήθησαν και τον ηρώτησαν δια ποίαν αιτίαν ανεχώρησεν από τον θρόνον και έγινε Μοναχός. Ο δε μακάριος Παύλος απεκρίθη· «Ω θείοι βασιλείς, πρώτον αίτιον όπου με ηνάγκασε να κάμω τούτο είναι η αιφνιδία ασθένεια, η οποία μου συνέβη, και με απειλεί με θάνατον· δεύτερον είναι η ακοσμία της Εκκλησίας, η οποία στερείται τόσον καιρόν τον στολισμόν  των Αγίων Εικόνων, και πάσχει τόσον πολύ από την πολυχρόνιον κακοδοξίαν της Εικονομαχίας, ούτως ώστε απέκτησε πληγήν ανίατον· τρίτον δε αίτιον είναι η συγκατάθεσις, την οποίαν έκαμα εγγράφως εις την αίρεσιν, διότι δεν ημπόρεσα να αποφύγω το κακόν αυτό, αλλά και με την γλώσσαν μου ωμολόγησα την αίρεσιν και με την χείρα μου υπέγραψα εις αυτήν, τούτο δε είναι εκείνο το οποίον μου καταπληγώνει την ψυχήν». «Βλέπω επίσης ότι οι Χριστιανοί των τεσσάρων άλλων Αποστολικών  θρόνων, Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, φυλάττουν απαρασάλευτον την Αγίαν Πίστιν των και μένουν στερεοί εις την Ορθοδοξίαν, όθεν δεν επικοινωνούν με την ιδικήν μας Εκκλησίαν της Κωνσταντινουπόλεως και αποδιώκουν τους Χριστιανούς της Εκκλησίας ταύτης, ως ξένους της ποίμνης του Χριστού· δια τούτο δεν ηθέλησα πλέον να είμαι ποιμήν αιρετικής φατρίας προτιμήσας καλύτερα να κατοικήσω εις τον τάφον, παρά να γίνω υπόδικος εις τα αναθέματα των τεσσάρων Αποστολικών θρόνων. Αλλ’ επειδή ο Θεός έδωκεν εις την εξουσίαν σας το βασίλειον και όλον το Χριστιανικόν ποίμνιον είναι υποστατικόν σας, μη παραβλέπετε την σκυθρωπότητα και την ακοσμίαν της Μητρός σας Εκκλησίας, αλλά σπουδάσατε να την στολίσετε πάλιν με τον παλαιόν στολισμόν των Αγίων Εικόνων και μη ανέχεσθε πλέον να ευρίσκηται εις την Εκκλησίαν του Χριστού το μίασμα αυτό της Εικονομαχίας. Έχετε εις τα βασιλικά σας παλάτια άνδρα θαυμάσιον και πάνσοφον, όστις είναι ικανός να στερεώση πάλιν την Ορθοδοξίαν». Οι δε βασιλείς, αφού ηρώτησαν αυτόν ποίος είναι, απεκρίθη ο Πατριάρχης· «Είναι ο Ταράσιος ο πρώτος γραμματικός των μυστικών της βασιλείας σας· εκείνος είναι άξιος να προστατεύση την Μεγάλην Εκκλησίαν και με την λογικήν ράβδον να διώξη από την μάνδρα του Χριστού την φλυαρίαν των αιρέσεων και να ποιμάνη θεαρέστως το θεοφιλές ποίμνιον». Τότε οι βασιλείς, επιστρέψαντες εις τα βασίλεια, εκοινολόγησαν εις την Σύγκλητον τον λόγον του μακαρίου Παύλου και όλοι συμφωνούντες τον εβεβαίωσαν, διότι εγνώριζαν τον Ταράσιον, ότι έλαμπε κατά πάντα περισσότερον από όλους και ήτο άξιος να λάβη την ποιμαντικήν αξίαν. Παρευθύς οι βασιλείς εκάλεσαν τον μέγαν Ταράσιον και του το είπον, παρακινούντες αυτόν με πολλούς και διαφόρους τρόπους να αναδεχθή την προστασίαν ταύτην, δια να στερεωθή δι’ αυτού πάλιν η Ορθοδοξία και να εξαλειφθή το ανόμημα της Εικονομαχίας από την Εκκλησίαν του Χριστού. Ακούων ταύτα ο Ταράσιος εταράχθη πολύ και στοχαζόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να αποφύγη την πρόσκλησιν και την ψήφον των βασιλέων και της Ιεράς Συγκλήτου είπε· «Δεν είναι δυνατόν, θειότατοι βασιλείς, να καταπαύση η μεγάλη επίθεσις της Εικονομαχίας, η οποία εσάλευσεν εκ θεμελίων την Εκκλησίαν του Χριστού και να λάμψη η Ορθοδοξία με άλλον τρόπον, παρά μόνον εάν επινεύση άνωθεν ο Θεός εις την καρδίαν σας και προθυμοποιηθήτε δια πάσης σπουδής να συναχθή Σύνοδος Οικουμενική και να ανακαινισθούν τα οροθέσια και οι Κανόνες των Ιερών Συνόδων, ίνα λάμψουν τα δόγματα της αληθινής Πίστεως· εάν γίνη τούτο, όλοι οι Ορθόδοξοι θέλουν συντρέξει και την ιδίαν των ζωήν θέλουν δώσει δια την στερέωσιν της Ορθοδοξίας». Ταύτα και άλλα τοιαύτα λέγων, προ των βασιλέων, εζήτησε να συναθροισθή και ο κοινός λαός, δια να ίδη την γνώμην των. Αφ’ ου λοιπόν, δια βασιλικής προσταγής, συνήχθη όλη η πόλις και όλον το Ιερατείον εις το βασιλικόν παλάτιον, ήρχισεν ο θείος Ταράσιος να τους ομιλή, αποδεικνύων ότι τα αξίωμα της Αρχιερωσύνης είναι μεγάλον και υψηλόν και ότι αυτός δεν είναι ικανός να αναβή εις αυτό το μεγαλείον, διότι εξ αρχής περιεπλέχθη εις τα κοσμικά αξιώματα, είναι μέσα εις τας φροντίδας του κόσμου και δεν γνωρίζει καλώς τα Εκκλησιαστικά πράγματα, επειδή εκείνος, όπου θέλει να αναβή εις αυτόν τον βαθμόν, πρέπει πρώτον να εκμάθη καλώς τους Εκκλησιαστικούς Νόμους και τα Ευαγγελικά και Αποστολικά διδάγματα, δια να ηξεύρη να οδηγή τα λογικά πρόβατα του Χριστού εις οδόν σωτηρίας και μόνον τότε δύναται να αποφασίση και να αναβή εις αυτό το υψηλόν αξίωμα. Αλλ’ επειδή οι θεοσεβέστατοι βασιλείς επέμειναν να δεχθώ την διακονίαν ταύτην, αν και δεν έβαλα ποτέ εις τον νουν μου τούτο, ούτε εφρόντισα καμμίαν φοράν δια το τοιούτον αξίωμα, δια τούτο κοινολογώ την γνώμην μου και εις σας τον εκλεκτόν λαόν του Θεού· και εάν θέλητε να υποκύψω εγώ εις τον ζυγόν της μεγίστης ταύτης διακονίας, πρέπει να υποκλίνητε και σεις εις την παράδοσιν της Οικουμενικής Πίστεως και ν’ ακολουθήσετε τους θείους Πατέρας και τας Αγίας Έξ Οικουμενικάς Συνόδους και να δεχθήτε εκείνα όπου διωρίσθησαν από αυτάς· διότι εκείνοι όπου υπακούουσιν εις αυτάς, αξιώνονται της Βασιλείας των ουρανών και απολαμβάνουν μισθούς αθανάτους».  Εδέχθη λοιπόν ο λαός τους λόγους του αοιδίμου Ταρασίου, ως φωνήν Αγγέλου και υπεσχέθησαν όλοι ομοφώνως, ότι θέλουν ακολουθήσει ως πρόβατα αυτόν, δια να τους οδηγή ως ποιμήν και ότι θέλουν πεισθή κατά πάντα εις εκείνα τα οποία είναι ευάρεστα εις τον Θεόν και εις αυτόν. Τότε εδέχθη τας ψήφους ο θείος Ταράσιος και εχειροτονήθη κατά τάξιν Αναγνώστης, Υποδιάκονος, Διάκονος, Ιερεύς και Αρχιερεύς· και ανέβη εις το ύψος του Πατριαρχικού Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως εν έτει ψπδ΄ (784). Αφ’ ου δε έλαβε φως επάνω εις το φως, προσέθετε και αρετάς επάνω εις τας αρετάς και επολλαπλασίαζε με υπερβολικήν προκοπήν το ιερώτατον τάλαντον, ήτοι το χάρισμα το οποίον έλαβε. Διότι, υπάρχων παιδιόθεν γεγυμνασμένος εις την εγκράτειαν, τόσην ολίγην τροφήν έτρωγεν, όσον δια να κρατή την ζωήν, αποφεύγων τον χορτασμόν και μη πειθόμενος παντελώς εις το να φάγη τίποτε προς ηδονήν. Την δε αγρυπνίαν την έκαμε συγκάτοικον δια να μελετά τας Θείας Γραφάς, αποδιώκων τον ύπνον ωσάν ένα ανωφελή και αχρείον δούλον, όταν δε το εκαλούσεν η χρεία τον επρόσταζε και επήγαινε. Κανείς υπηρέτης δεν είδε ποτέ τον Άγιον να πέση εις κρεββάτι ή επάνω εις μαλακά στρώματα· κανείς δεν έπιασε με τας χείρας του ποτέ το ένδυμά του και την ζώνην του, τα οποία άφηνε εις την κοίτην εις την οποίαν εκοιμάτο, δια να τα προευτρεπίση· κανείς δεν έβγαλε ποτέ τα υποδήματά του από τους πόδας του, αλλά αυτός μόνος υπηρετείτο εις κάθε χρείαν του σώματος, θέλων από θείον ζήλον να μιμηθή και εις τούτο τον διδάσκαλόν του Χριστόν, ο οποίος είπεν· «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Ματθ. κ:28), δεικνύων ούτω εις τους μαθητάς του τον τύπον της ταπεινώσεως. Εις την προσευχήν δε τόσον επρόσεχεν ο Άγιος, ώστε ύψωνε τον νουν του εις τον ουρανόν και συνωμιλούσε με μόνον τον Θεόν· και δεν υπήρχε καιρός ευκαιρίας, κατά τον οποίον να μη εγονάτιζεν ο Άγιος εις το έδαφος της γης έχων τας χείρας του υψωμένας εις τον ουρανόν και αναμένων άνωθεν θείαν έλλαμψιν. Την ταπείνωσιν δε τόσον την εσεβάσθη και την ηγάπησεν, ώστε όχι μόνον αυτός επρόκοψεν εις αυτήν, αλλά και άλλους πολλούς παρεκίνησε να ταπεινωθούν με το ιδικόν του παράδειγμα. Διότι πολλούς Κληρικούς, οι οποίοι είχον ζώνας χρυσάς και εφορούσαν μεταξωτά και πολυποίκιλα ενδύματα, τους έκαμε και εζώνοντο με ζώνας πλεγμένας από νήματα αιγών και εφορούσαν ενδύματα υφασμένα από όμοια νήματα, χωρίς κανένα καλλωπισμόν, αλλά σεμνά και πρέποντα εις εκείνους όπου προαιρούνται να δουλεύουν τον Θεόν, υποσχόμενοι ταπείνωσιν. Την παρθενίαν δε και την σύντροφόν της σωφροσύνην, αι οποίαι προξενούν τον αγιασμόν, τας ωνάμασεν αδελφάς, δια μέσου δε αυτών απεδίωκε τους αισχρούς και σαρκίνους λογισμούς και ηφάνισε τα πάθη της ατιμίας, στεφανωθείς εκ Θεού τον στέφανον της απαθείας. Την ευσπλαγχνίαν δε και την ελεημοσύνην μετέδιδε τόσον πλουσιοπαρόχως εις τους πτωχούς και με τόσην ιλαρότητα, ώστε υπερέβη όλους τους ελεήμονας και έγινε νέος Ιωσήφ, δίδων εις τους πτωχούς όλα τα χρειαζόμενα και φιλεύων καθ’ εκάστην ημέραν τους πεινασμένους και τους ξένους· τούτο μαρτυρούν μέχρις εσχάτων αι οικίαι τας οποίας είχεν ο Άγιος ορίσει δια τους ξένους και πτωχούς αδελφούς μας. Αλλά και εις άλλους ενδεείς είχε διωρισμένον να τους δίδη ελεημοσύνην καθ’ έκαστον μήνα, σημειώνων εις κατάστιχα ενός εκάστου το όνομα. Την δε ελεημοσύνην την οποίαν εμοίραζε καθ’ εκάστην ημέραν με την πλουσιοπάροχον χείρα του εις τους πτωχούς ποίος ήθελε δυνηθή να την μετρήση, αφού ήτο περισσότερηαπό την άμμον της θαλάσσης; Ούτος ο μακάριος διώρισεν ακόμη να προσκαλώνται οι νεόφερτοι ξένοι, οι ανάπηροι, χωλοί (κουτσοί), και όλοι οι πτωχοί και ρακένδυτοι, οι οποίοι ήσαν εις διαφόρους τόπους της πόλεως, δια να τους ελεή πλουσιοπαρόχως καθ’ όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν, έως την φωτοφόρον του Χριστού Ανάστασιν. Εν καιρώ δε χειμώνος ηγόραζεν ενδύματα και σκεπάσματα μάλλινα και χονδρά και τα εμοίραζεν εις εκείνους, οι οποίοι είχον ξεσχισμένα και παλαιά ενδύματα και με αυτά τους προεφύλαττεν από τα δριμύτατα ψύχη του χειμώνος. Κατά δε την λαμπράν ημέραν της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μετά την τελείωσιν της θείας Λειτουργίας, επήγαινεν ευθύς εις τον τόπον τον καλούμενον Παλαιόν Βασιλικόν Ανάκτορον και εκεί έκαμνε μεγάλην φιλοξενίαν εις τους πτωχούς, τους οποίους, καθίζων εις την τράπεζαν, υπηρέτει ο ίδιος, προσφέρων τον οίνον με τας ιδίας του χείρας· αφ’ ου δε ετελείωνεν αυτήν την υπηρεσίαν, επήγαινεν εις το Πατριαρχείον και έτρωγεν όχι τρυφηλά και λιπαρά φαγητά, αλλά ευτελή και λιτά ως σύντροφος της νηστείας και εις αυτά ηυχαριστείτο. Ποίος άλλος ιστορείται, ότι ανέβη εις τόσον ύψος ταπεινώσεως ως ο μέγας ούτος Ταράσιος; Ή, ποίος εμιμήθη τοιουτοτρόπος την συγκατάβασιν του Κυρίου; Ουδείς άλλος ως αυτός. Την ησυχίαν δε, αν και ευρίσκετο μέσα εις τας ταραχάς, όχι μόνον την ηγάπησε, αλλά και εις όλους πλουσίως την συνέστησε, και πολλούς απέσπασεν από τον κόσμον και τους ήνωσε με τον Θεόν· ως Πατήρ δε και πρόξενος της οσίας ταύτης εργασίας και ησυχαστικής πολιτείας, έδειξε και αυτούς υιούς της αρετής· τούτο θέλει πιστοποιήσει το ασκητήριον το οποίον με πολλούς κόπους ωκοδόμησεν εις τον Βόσπορον, ολίγον μακράν από την Κωνσταντινούπολιν, από την πατρικήν κληρονομίαν όπου έλαβε, σωζόμενον μέχρι σήμερον και μέσα εις το οποίον εχρημάτισαν δια της ενθέου διδασκαλίας και συνεργίας του άνδρες θαυμάσιοι, στολισμένοι με κάθε είδους αρετήν, από τους οποίους πολλοί εχειροτονήθηκαν ποιμένες λογικών προβάτων και εστόλισαν αξίως το επάγγελμα της Αρχιερωσύνης, γενόμενοι στύλοι ακλινείς της Ορθοδοξίας, καθώς το έδειξαν τα πράγματα κατά την επακολουθήσασαν αίρεσιν της Εικονομαχίας, εναντίον της οποίας πολεμήσαντες ανδρείως υπέμειναν πολλούς κινδύνους, διωγμούς, θλίψεις και ταλαιπωρίας, υψώθησαν δε εις το φως της ουρανίου λαμπρότητος, εις την οποίαν εγνώρισαν και τον διδάσκαλόν των ως αστέρα λάμποντα. Και ταύτα μεν έγιναν ύστερον· ο δε θείος Ταράσιος, γενόμενος τέλειος εις όλας τας αρετάς και προγυμνάζων τον νουν του με την πράξιν, ανέβη εις την θεωρίαν, είχεν όμως και πολλήν επιμέλειαν δια την στερέωσιν της Ορθοδοξίας και εσπούδαζε να έλθουν εις τέλος εκείνα τα οποία του υπεσχέθησαν οι βασιλείς, ήτοι να συναχθή Σύνοδος Οικουμενική και να λάβη πάλιν η Εκκλησία τον στολισμόν των Αγίων Εικόνων. Όθεν, δια της επιμελείας και σπουδής του, εδόθη προσταγή βασιλική και συνεκροτήθη εις την Μητρόπολιν των Νικαέων και υπό την προεδρίαν του Αγίου Ταρασίου η Αγία Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος των τξζ΄ (367), οι οποίοι κατά τας Αποστολικάς και Πατρικάς παραδόσεις απεφάσισαν ομοφώνως την προσκύνησιν των Αγίων Εικόνων και εστόλισαν πάλιν με αυτάς τας Εκκλησίας, Ο περί των Αγίων Εικόνων όρος της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, έχει ως εξής: «Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και επιμελεία παραπλησίως τω τύπω του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, ανατίθεσθαι τας σεπτάς και Αγίας Εικόνας εν ταις Αγίαις του Θεού Εκκλησίαις, και ιεροίς σκεύεσι, και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς (όσω γαρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται, τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν) και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησιν απονέμειν, (ου μη την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη Θεία Φύσει, αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, και τοις Αγίοις Ευαγγελίοις και τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι) και υμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιείσθαι, καθώς και τοις αρχαίοις ευσεβώς είθισται· η γαρ της Εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την Εικόνα προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν». τους δε Εικονομάχους ανεθεμάτισαν· ούτω, με την επιμέλειαν και συνεργείαν του Αγίου, εστερεώθη η Ορθοδοξία. Μετά ταύτα ηγωνίζετο πάλιν, με κόπους πολλούς, εις το να ποιμαίνη το ποίμνιον του Χριστού εις νομάς σωτηρίους και δεν έπαυε να διδάσκη επ’ Εκκλησίας και κατά μόνας στερεώνων όλους σχεδόν, καθ’ εκάστην, με τας θεοπνεύστους διδασκαλίας του εις τα ορθά δόγματα της Εκκλησίας και παραγγέλλων εις αυτούς να φυλάττουν όλας τας εντολάς του Κυρίου. Προ πάντων δε ενομοθέτησε να γίνωνται αι χειροτονίαι όλου του ιερατικού καταλόγου χωρίς καμμίαν δόσιν χρημάτων ή άλλου τινός, αλλά δωρεάν εις τους αξίους, αποβάλλων τελείως την Σιμωνίαν από την Εκκλησίαν του Χριστού. Δεν πρέπει όμως να σιωπήσω και το ακόλουθον κατόρθωμα του Αγίου, επειδή φανερώνει την ευσπλαγχνίαν και την συμπάθειαν όπου είχεν εις τον πλησίον. Μίαν φοράν, εις από τους βασιλικούς άρχοντας, όστις είχε το αξίωμα να κρατή το βασιλικόν ξίφος, εξεταζόμενος από τους βασιλείς δια μεγάλην ποσότητα χρημάτων και ευρισκόμενος υπόδικος εις δεινά και πικρά βάσανα, εκλείσθη εις σκοτεινήν φυλακήν και εστενοχωρήθη παντοιοτρόπως με πολλήν κακοπάθειαν· όθεν, μη έχων καμμίαν ελπίδα, καιροφυλακτεί την νύκτα και όταν απεκοιμήθησαν οι στρατιώται, οι οποίοι τον εφύλαττον, εξελθών κρυφίως από την φυλακήν, προσέδραμεν εις το θείον καταφύγιον, την Μεγάλην Εκκλησίαν και εισελθών εις το Άγιον Βήμα εκράτει τα άκρα της Αγίας Τραπέζης με πολύν φόβον και τρόμον. Όταν οι φύλακες είδον, ότι έφυγεν ο φυλακισμένος, εφοβήθησαν να μη τιμωρηθούν και τρέχοντες επήγαν εις την Μεγάλην Εκκλησίαν. Ιδόντες δε αυτόν, ότι εκράτει την Αγίαν Τράπεζαν, περιεκύκλωσαν όλην την Εκκλησίαν και τον εφύλαττον με μεγάλην προσοχήν, ελπίζοντες ότι η ανάγκη τροφής και των λοιπών αναγκαίων του σώματος θέλει τον βιάσει να έβγη έξω αν και μη θέλων· δια τούτο δεν άφυναν ουδένα απολύτως να πλησιάση εις το Άγιον Βήμα της Εκκλησίας. Ταύτα ακούσας ο Μέγας Ταράσιος ελυπήθη πολύ, στοχαζόμενος ότι η καταφρόνησις των θείων Αγιασμάτων κινεί εις αγανάκτησιν τον Πανάγαθον Θεόν. Ακούσατε δε την αγάπην την οποίαν επέδειξε τότε ο φιλεύσπλαγχνος Πατήρ και θαυμάσατε την σύνεσίν του. Όταν έπρεπε να φάγη ο κατάδικος, έπαιρνεν ο Άγιος με τας ιεράς χείρας του την τροφήν, την οποίαν προητοίμαζεν ο ίδιος δια δεξίωσιν του ανδρός και την επήγαινεν εις το Άγιον Βήμα, υπηρετών αυτόν μόνος εις όλα τα χρειαζόμενα, είτα την άφηνεν εκεί και ανέβαινεν εις το Πατριαρχείον. Όταν δε η φύσις ηνάγκαζεν εκείνον να υπάγη προς σωματικήν του ανάγκην, κατήρχετο ο Άγιος και κρατών αυτόν από την χείρα τον επήγαινεν εις την άφοδον (το ειδικόν προς τούτο μέρος) και αναμένων αυτόν έως ότου εξήρχετο, τον έπιανε πάλιν από την χείρα και τον επήγαινεν εις το Άγιον Βήμα· τούτο δε το έκαμνεν όχι μίαν ή δύο φοράς την ημέραν, αλλά οσάκις ήθελε προσκαλεσθή εις την τοιαύτην υπηρεσίαν από τον κατάδικον. Βλέποντες δε οι στρατιώται, οι οποίοι τον εφύλαττον, την ακούραστον υπηρεσίαν του θείου Πατρός και στοχαζόμενοι ότι δεν ήτο δυνατόν τοιουτοτρόπως να συλλάβωσι τον κατάδικον, τι κάμνουν; Εύρον άλλην κρυφήν θύραν, η οποία επήγαινεν εις την άφοδον και έβαλον εκεί στρατιώτας να καιροφυλακτούν, όταν δε ο ποιμήν έβγαλε κατά την συνήθειαν το πρόβατον του Χριστού από το Άγιον Βήμα και τον επήγεν εις την άφοδον, εισήλθον από την άλλην θύραν εκείνοι όπου παρεφύλαττον και τον άρπαξαν ωσάν λύκοι, σπρώχνοντες δε αυτόν βιαίως τον επήγαν εις τα βασίλεια. Όταν ο Άγιος αντελήφθη την επιβουλήν, ελυπήθη πολύ και θείω ζήλω κινούμενος δεν έχασε καιρόν, αλλά παρευθύς εκίνησε και επήγεν εις τα βασίλεια· μαθόντες δε οι βασιλείς τον ερχομόν του και σκεπτόμενοι ότι η παρουσία του θέλει είναι πεπληρωμένη ζήλου και θέλει τους ελέγξει σκληρά, έκλεισαν τας θύρας και τον άφησαν έξω. Ο θείος Ποιμήν όμως δεν επέστρεψεν άπρακτος, αλλά επετίμησεν όλους κοινώς με κανονικά επιτίμια και τους αφώρισεν από την Κοινωνίαν των Αχράντων Μυστηρίων, εάν τυχόν βλάψωσιν εκείνον ο οποίος κατέφυγεν εις την Εκκλησίαν του Χριστού. Οι δε βασιλείς μένοντες δεδεμένοι με τα επιτίμια του Πατριάρχου και μη δυνάμενοι να απαλλαγούν δεν επαίδευσαν καθόλου τον πταίστην, αλλ’ εξετάσαντες αυτόν με λόγους μόνον δια τα χρήματα εκείνα τα οποία εζήτουν, τον ηλευθέρωσαν, ως αναίτιον. Τοιούτος ήτο ο θεοφόρος Ταράσιος και τοιουτοτρόπως εκυβέρνα τα θεία, δια δε το ποίμνιόν του ευκόλως εκινδύνευε και την ζωήν του. Επειδή δε εγνώριζεν επακριβώς τους εξωτερικούς νόμους, έκρινεν ορθώς και τας διαφοράς και κρίσεις, αι οποίαι συνέβαινον εις το κοινόν και ούτε τον πτωχόν ελεούσεν εις την κρίσιν, ούτε εις τον πλούσιον έκαμνε χάριν, αλλά εφύλαττεν εις όλους την δικαιοσύνην και δεν έδιδε τόπον εις εκείνους οι οποίοι ήθελον να αδικούν τον πλησίον. Ότι δε εφύλαττεν επακριβώς και τους θείους Κανόνας θέλει το μαρτυρήσει το ακόλουθον. Ο βασιλεύς Κωνσταντίνος στ΄ ο Πορφυρογέννητος, ο υιός της Ειρήνης, νέος ων και έχων φρένας νεανικάς, ενόμισεν, ότι εκείνο το οποίον εφαίνετο εύλογον εις αυτόν ήτο νόμος πολύ δικαιότερος από τους εγγράφους νόμους· έχων δε συμβοηθόν την εξουσίαν δια την παράβασιν του Ευαγγελικού Νόμου, εμελέτα να χωρίση την νόμιμον σύζυγόν του και να νυμφευθή άλλην· και τι κάμνει; Πλέκει εν πλάσμα ανάξιον της βασιλείας του· ότι, δηλαδή, η σύζυγός του η βασίλισσα επεχείρησε να τον δηλητηριάση, προσπάθησε δε να το αποδείξη και να καταπείση όλους να το πιστεύσωσι. Διότι ενόμιζεν, ότι κανείς από τους υπηκόους του δεν είναι δυνατόν να μη πιστεύση εις τους λόγους του βασιλέως. Αλλ’ όμως κανείς δεν επίστευσεν εις τούτο, ειμή μόνον όστις ήθελε να κολακεύη τον βασιλέα δια να λάβη παρ’ αυτού δόξαν. Εις λοιπόν από τους τοιούτους άρχοντας της Γερουσίας απεστάλη από τον βασιλέα εις τον Πατριάρχην και διηγήθη λεπτομερώς εις αυτόν όλον το πλάσμα, το οποίον έπλασεν ο βασιλεύς εναντίον της συζύγου του, βεβαιώνων δε αυτό ως αληθινόν, τον εβίαζε να του δώση άδειαν να λάβη δευτέραν σύζυγον. Ο δε θείος Ταράσιος, αναστενάζων εκ βάθους ψυχής, είπε προς αυτόν· «Εάν ο βασιλεύς, καθώς λέγεις, διελογίσθη να χωρίση την νόμιμον σύζυγόν του και να λάβη άλλην, δεν γνωρίζω κατά ποίον τρόπον μέλλει να υποφέρη το κοινόν όνειδος το οποίον έχει να λάβη από τα έθνη. Ή, πως έχει να βιάση τους υπηκόους του να φυλάττουν σωφροσύνην, ή να τιμωρήση εις αυτούς την πορνείαν και την μοιχείαν, εάν αυτός κρατηθή από τας αισχράς παρανομίας; Αλλά και εάν υποθέσωμεν, ότι είναι αληθινόν εκείνο το οποίον προβάλλει ο βασιλεύς δια την σύζυγόν του, και πάλιν έπρεπε να μη ζητή διαζύγιον, επειδή ο Κύριός μας λέγει εις το Ιερόν Ευαγγέλιον· «Ος αν απολύση την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» (Ματθ. ε: 32). Αυτό όμως, το οποίον λέγει, είναι πρόφασις φανερά δια να αθετήση τον τίμιον γάμον και να συμπλεχθή με την αισχρότητα της μοιχείας· όθεν, άκουσον την απόφασίν μου και φανέρωσον αυτήν εις εκείνον όπου σε έστειλε· καλύτερα προκρίνω δεινά βάσανα και θάνατον, παρά να συγκατανεύσω εις ταύτην την παρανομίαν και ας το ακούση και ο βασιλεύς, ότι δεν θέλω καταπεισθή κατ’ ουδένα τρόπον εις ταύτην την απίθανον κατηγορίαν». Ταύτα ακούσας ο απεσταλμένος επήγε και τα ανήγγειλεν εις τον βασιλέα, εκείνος δε έστειλε παρευθύς και εκάλεσε τον Πατριάρχην, νομίζων ότι, όταν έλθη αυτοπροσώπως, θέλει υπακούσει εις την εξουσίαν. Ο μέγας Ταράσιος όμως ελθών εις τον βασιλέα, του είπε πολλάς σωτηριώδεις νουθεσίας, δια να αφήση αυτήν την παρανομίαν· αλλ’ ο βασιλεύς δεν κατεπείσθη και του είπε με αδιαντροπίαν· «Επειδή εγώ έχω αγάπην εις την Αγιωσύνην σου ως εις πατέρα, ανέφερα και πρωτύτερα προς σε εκείνο το οποίον συνέβη εις εμέ και τώρα πάλιν θέλω να σου το φανερώσω καθαρώτερα με το ίδιόν μου στόμα· η σύζυγος, η οποία μου εδόθη από τον Θεόν βοηθός, εφάνη επίβουλος της βασιλείας μου, επειδή δε ο νόμος προστάζει να χωρισθώ απ’ αυτήν, δεν ημπορεί κανείς να αντιταχθή· διότι τα αίτια είναι φανερά και ή θάνατον πρέπει να λάβη, ή, το φιλανθρωπότερον, να διέλθη όλην την ζωήν της με επιτίμια· επειδή το κακόν το οποίον ηθέλησε να κάμη, δεν έμελλε να γίνη εις ποταπόν τινα άνθρωπον, αλλά εις εμέ τον γνήσιον άνδρα της και βασιλέα πιστότατον και φοβερόν εις τα έθνη, το τοιούτον δε κακόν ήθελεν αναστατώσει όλην την οικουμένην. Τι άλλο λοιπόν κακόν φρικτότερον και πλέον επικίνδυνον από αυτό ήθελες να πράξη, αφού με αυτό το οποίον έκαμε δεν έχει τι να απολογηθή; Είναι δε καιρός να σου δείξω και το δηλητήριον, το οποίον είχε κατεσκευασμένον δια να μου δώση, ίνα βεβαιωθή περί τούτου και η Πατρωσύνη σου και χωρίς αναβολήν καιρού να την κάμη να υποκλίνη εις τα Κανονικά επιτίμια και να προκρίνη την ησυχαστικήν ζωήν, εάν θέλη να παραμείνη μετά των ζώντων· διότι το δηλητήριον, το οποίον είχε κατασκευάσει δι’ εμέ, ευρίσκεται εμπρός εις τους οφθαλμούς μου και δεν είναι δυνατόν να την έχω πλέον σύζυγόν μου». Ταύτα λέγων, έκαμε νεύμα εις τους υπηρέτας του και έφερον έμπροσθεν του Πατριάρχου δοχεία υάλινα περιέχοντα το δηλητήριον, το οποίον, ως έλεγεν ο βασιλεύς, ήθελε να του δώση η βασίλισσα, δια να τον θανατώση, ή δια να τον κάμη να γίνη έξω φρενών. Ταύτα ακούσας ο μέγας Ποιμήν είπε· «Μη παρακαλώ, βασιλεύ, μη θέλης να κινηθής εναντίον του θείου Νόμου και να παραβής εκείνα όπου προστάζει· διότι σημείον του βασιλέως είναι το να κάμνη όλα με καθαράν συνείδησιν και να μη συλλογίζεται ουδέν εναντίον του Θεού, ο οποίος του έδωσε τον στέφανον της βασιλείας· επειδή πας τις γνωρίζει, ότι εμεσολάβησε ψεύδος εις αυτά τα οποία λέγονται εναντίον της βασιλίσσης· διότι ποίος δύναται να συγκριθή με την βασιλείαν σου εις την ωραιότητα, εις τρόπον ώστε να δελεασθή η γυνή από το κάλλος εκείνου και να μεταστρέψη εις αυτόν την θερμήν και γνησίαν αγάπην την οποίαν έχει προς σε; Ποίος έχει μεγαλύτερα αξιώματα από την βασιλείαν σου, ώστε να πλανηθή αυτή και να προτιμήση εκείνον καλύτερα από την μεγαλειότητά σου; Ποίος ευδοκίμησεν εις τους πολέμους περισσότερον και υπερέβη την ιδικήν σου ανδρείαν, εις τρόπον ώστε να αγαπηθή περισσότερον εκείνος από την ιδικήν σου βασιλικήν κυριότητα; Δεν είναι κανένα απ’ αυτά. Αλλά είναι πρόφασις και εφεύρημα δια πάσαν κακίαν, τα οποία κηλιδώνουν το σκήπτρον της βασιλείας σου και ζητούν να σε κάμουν περίγελον εις τα έθνη και αξιολύπητον εις τους λαούς. Δια τούτο ημείς δεν αποτολμώμεν να διαλύσωμεν τους νομίμους δεσμούς του βασιλικού γάμου, διότι φοβούμεθα την απόφασιν του Νομοθέτου Θεού· ουδέ ημπορούμεν να πιστεύσωμεν τας κατηγορίας, αι οποίαι λέγονται εναντίον της συζύγου σου, επειδή γνωρίζομεν το πορνικόν γύναιον, προς το οποίον με την πολυκαιρίαν το πάθος ερριζώθη. Ακόμη και τούτο φανερώνω εις την υπέρτιμον βασιλείαν σου έμπροσθεν του Θεού, ότι δεν θέλομεν επιτρέψει πλέον να εισέλθης εις την Αγίαν Τράπεζαν και να μεταλάβης τα Άχραντα Μυστήρια, δια να μην ακούσωμεν την κατάραν εκείνην την οποίαν λέγει ο Θεός προς τους Ιερωμένους· «πατείν την αυλήν μου ου προσθήσεσθε» (Ησαϊας α: 12-13). Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ήναψεν όλος από τον θυμόν και επρόσταξε να έβγη έξω ο Πατριάρχης. Ούτως ανεχώρησεν ο Άγιος νικητής χωρίς πληγάς και Μάρτυς στεφανηφόρος. Και παρευθύς ο βασιλεύς εδίωξεν από τα βασίλεια την νόμιμον σύζυγόν του, εζήτει δε Ιερέα δια να τελέση τον παράνομον εκείνον γάμον. Τα ακόλουθα σιωπώ, ως ανωφελή ( Σημαντικώτατα είναι τα διαδραματισθέντα κατά την περίοδον ταύτην γεγονότα, άπερ αποσιωπά ενταύθα ο ιερός Βιογράφος του Αγίου Ταρασίου, συνετάραξαν δε ταύτα ουχί ολίγον την Βυζαντινήν αυτοκρατορίαν, καθ’ ην μάλιστα εποχήν εκινδύνευεν αύτη εκ των εξωτερικών της εχθρών. Είναι δε ταύτα εν γενικαίς γραμμαίς τα εξής: Το έτος 796 ο αξιοθρήνητος υιός της Ειρήνης Κωνσταντίνος ΣΤ΄ , ο τελευταίος των Ισαύρων, αποπέμψας την νόμιμον σύζυγόν του Μαρίαν την Παφλαγονίαν, την οποίαν και έκειρε βιαίως Μοναχήν, ενυμφεύθη την θαλαμηπόλον της μητρός του Θεοδότην. Τας αθεμίτους ταύτας πράξεις, ως βλέπομεν, ηθέλησε να αποτρέψη ο θείος Ταράσιος, δυστυχώς όμως όχι μόνον δεν εισηκούσθη, αλλ’ ετέθη και υπό περιορισμόν. Ο βασιλεύς επραγματοποίησε τον εναγή σκοπόν του δια τίνος Ιερέως Ιωσήφ, ηπείλησε δε ότι εάν αντιδράση ενεργότερον η Εκκλησία θα επαναφέρη όχι μόνον την Εικονομαχίαν, αλλά και αυτήν την ειδωλολατρίαν. Ο ευσεβής όμως Κληρικός και λαός εξηγέρθη και μάλιστα οι περιώνυμοι Στουδίται Πλάτων ο Ηγούμενος του Σακκουδίωνος και Θεόδωρος ο Στουδίτης, οίτινες αν και ήσαν αμφότεροι συγγενείς της Θεοδότης (και ο Θεόδωρος ήτο ανεψιός του Πλάτωνος), εν τούτοις αυτοί περισσότερον παντός άλλου ήλεγξαν την παρανομίαν, μάλιστα δε και αφώρισαν τους βασιλείς, επί πλέον δε διέκοψαν και το μνημόσυνον του Πατριάρχου Ταρασίου, επειδή ο Ταράσιος δεν αφώρισε τους βασιλείς και δεν είχεν ακόμη τιμωρήσει τον Ιερέα Ιωσήφ. Δια την πράξιν των ταύτην ο με Πλάτων εφυλακίσθη, ο δε Θεόδωρος και οι περί αυτόν εξωρίσθησαν. Το επόμενον όμως έτος ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ συλληφθείς υπό επανασταντησάντων στρατιωτικών ετυφλώθη, η Θεοδότη εξηφανίσθη και είναι άγνωστον τι απέγινε, απέθανε δε, άγνωστον επίσης πως, και το γεννηθέν εκ του Κωνσταντίνου και της Θεοδότης τέκνον ονόματι Λέων και ούτως εξέλιπεν η δυναστεία των Ισαύρων. Τα εγκληματικά ταύτα γεγονότα απέδωσαν οι πλείστοι ιστορικοί εις την μητέρα του Κωνσταντίνου βασίλισσαν Ειρήνην, η οποία και εβασίλευσε μόνη μετά τον Κωνσταντίνον. Αντικειμενικοί όμως σύγχρονοι ιστορικοί ως ο Γεώργιος ο Αμαρτωλός βεβαιούσιν ότι εν αγνοία της βασιλίσσης διεπράχθησαν ταύτα υπό των επαναστατών. Εις τούτο συμφωνεί και ο διαπρεπής Γερμανός ιστορικός συγγραφεύς Hergenrother εις το τρίτομον έργον του «Φώτιος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», εκδοθέν εν έτει1867 και 1869. Αλλά και ο Όσιος Πατήρ ημών Θεόδωρος ο Στουδίτης ο τόσον αυστηρός τιμητής των βασιλικών παρανομιών ουδέποτε ήθελε συγχωρήσει εις την Ειρήνην μίαν τοιαύτην εγκληματικήν ενέργειαν. Τουναντίον ο Θεόδωρος εγκωμιάζει την Ειρήνην. Σημειούμεν προσέτι ότι η συγκλονίσασα την Εκκλησίαν έρις δια τον παράνομον γάμον του Κωνσταντίνου ΣΤ΄ και της Θεοδότης δεν εσταμάτησεν ούτε με τον θάνατον των πρωτουργών αυτής, αλλ’ εσυνέχισε και επί του διαδεχθέντος τον Άγιον Ταράσιον Αγίου Νικηφόρου (806-815), διότι ο θείος Νικηφόρος τη προτροπή του βασιλέως Νικηφόρου συνεχώρησε τον υπό του Αγίου Ταρασίου μεταγενεστέρως τιμωρηθέντα Ιερέα Ιωσήφ, τον τελέσαντα τον παράνομον γάμον, διο και πάλιν ετιμωρήθησαν και εξωρίσθησαν οι Στουδίται.)· τούτο δε μόνον είναι ανάγκη να είπω, ότι ο βασιλεύς, από τότε και εις το εξής υπέβαλε τον Άγιον εις πολλούς πειρασμούς, διορίσας φύλακας αυτού με ονόματα συγκέλλων, ώστε να μην έχη κανείς άδειαν να επισκεφθή τον Πατριάρχην, χωρίς να περάση πρώτον από αυτούς, να συνδιαλέγεται δε επί όσων μόνον ήθελον φανή εύλογα εις αυτούς. Αφήνω την σκληρότητα την οποίαν εδείκνυεν ο βασιλεύς κατ’ εκείνων οι οποίοι ήσαν πλησίον του Πατριάρχου και τον εθεράπευον, τιμωρών και εξορίζων αυτούς αδίκως και παραλόγως, διότι ενόμιζεν ότι με αυτά θέλει του προξενήσει λύπην. Αλλ’ ο Άγιος τα εδέχετο όλα με μεγάλην μακροθυμίαν και καρτεροψυχίαν, ως συμφέροντα, ων ωπλισμένος με τον αδαμάντινον λογισμόν του Ιώβ. Ουδέποτε δε εξήλθεν εκ του στόματος αυτού λόγος μικρόψυχος, αλλά εις όλα τα συμβαίνοντα είχε φρόνημα υψηλόν και αμέτοχον από κάθε κακίαν. Και ταύτα μεν συνέβαινον έως ότου εβασίλευεν ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄, τούτου δε εκθρονισθέντος κατά το έτος 797 έμεινεν ο Άγιος ελεύθερος. Μετά πέντε έτη απέθανε και η Ειρήνη, εβασίλευσε δε ο από Γενικών Νικηφόρος Α΄ εν έτει ωβ΄ (802), όστις πολύ εσέβετο τον Πατριάρχην. Ελευθερωθείς λοιπόν ο Άγιος από τους πειρασμούς και μείνας ατάραχος ηγωνίζετο και πάλιν εις τας συνηθισμένας του αρετάς, μη παύων καθ’ εκάστην από του να ποιμαίνη θεαρέστως το ποίμνιόν του, στερεώνων αυτούς εις την Ορθοδοξίαν και διδάσκων να φυλάττουν τας εντολάς του Θεού και να απέχουν από κάθε κακίαν. Αφού λοιπόν εκυβέρνησεν ο Άγιος μετά τοιούτου ζήλου την Εκκλησίαν επί είκοσι και δύο χρόνους, ησθένησε και αυτός ως άνθρωπος από δεινήν ασθένειαν, φλεγόμενος όμως από τον διάπυρον έρωτα του Θεού, δεν εφρόντιζε παντελώς δια το σώμα, αλλ’ ακουμβών τα στήθη του εις εν ξύλινον τετράποδον, το οποίον είχε τοποθετημένον εμπρός από την Αγίαν Τράπεζαν, ετέλει μετά θέρμης την θείαν Λειτουργίαν, δεν έπαυε δε καθ’ εκάστην από του να εκτελή, με μεγάλην ευλάβειαν, τα θεία Μυστήρια· επειδή δε η ασθένειά του εχειροτέρευσεν, έπεσεν εις το κρεββάτι και τότε έγινεν εν θαύμα παράδοξον και φοβερόν· ήλθεν εις έκστασιν ο Άγιος και εδείκνυε, ότι είχε πόλεμον με τους αόρατους εχθρούς ημών, ηναντιώνετο δε σφοδρώς δια λόγων εις εκείνα τα οποία επρόβαλλον εκείνοι, ψευδώς κατηγορούντες αυτόν, λέγων προς αυτούς ότι δεν έχουν καμμίαν αιτίαν εύλογον να τον εγκαλούν, διότι η συνείδησίς του δεν τον τύπτει δια κανέν έγκλημα, από εκείνα που του λέγουν· κατά αλήθειαν ήτο να θαυμάση κανείς, πως εφύλαξεν ο μακάριος καθαράν κατά πάντα την συνείδησίν του, ώστε να μη ημπορέσουν οι φθονεροί εκείνοι εχθροί να τον αποδείξουν πταίστην ούτε εις το παραμικρόν πταίσιμον. Όταν δε το όργανον της γλώσσης απέκαμεν από την ασθένειαν και δεν ηδύνατο να τους απαντά με λόγια, τους απήντα με τα χείλη, με την χείρα και με το νεύμα του και επιτιμών αυτούς αυστηρότατα τους απεδίωκε με οργήν· και τότε εφάνη με πολλήν πραότητα και με βλέμμα ήσυχον και ατάραχον, καθ’ ην δε στιγμήν εις την Εκκλησίαν έψαλλον τον Εσπερινόν Ύμνον και έλεγον το· «Κλίνον, Κύριε, το ους σου και επάκουσόν μου…» (Ψαλμ. πε΄ 1), εξεδύθη η μακαρία του ψυχή τούτο το δερμάτινον ένδυμα και ανέβη φωτεινή εις τας ουρανίους μονάς. Όταν ηκούσθη ο θάνατος του Αγίου, όλη η Πόλις έκλαιεν απαρηγόρητα και ωδύρετο δια την ορφανίαν του προστάτου και ευεργέτου της· ο δε πιστότατος βασιλεύς Νικηφόρος, πίπτων επάνω εις το στήθος του αοιδίμου νεκρού και σκεπάζων αυτόν με τον βασιλικόν μανδύαν έκαμνε την επιτάφιον θρηνωδίαν, καλών αυτόν Πατέρα, Αρχιερέα, Λύχνον της βασιλείας ακοίμητον, θείον Διδάσκαλον της πολιτείας και οδηγόν εις τα ψυχοσωτήρια, τείχος απροσμάχητον εις τα στρατεύματα, διώκτην των εχθρών ισχυρότατον δια της προς Θεόν δεήσεως αυτού και άλλα πολλά, διότι στοχαζόμενος ζημίαν οικουμενικήν τον θάνατον του Ποιμένος, τι δεν έλεγε και τι δεν έκαμνεν! Οι δε εξουσιασταί και μεγιστάνες του βασιλέως, αναστενάζοντες εκ βαθέων ψυχής και μη δυνάμενοι να υπομείνουν τον χωρισμόν του, νομίζοντες αυτόν στέρησιν πολλών αγαθών, περιεκύκλωνον το άγιον αυτού λείψανον και το κατέβρεχον με κατάπικρα δάκρυα. Αλλά και οι Αρχιερείς και Ιερείς και όλοι οι Εκκλησιαστικοί εθρήνουν με κλαυθμούς και οδυρμούς πολλούς τον ακαταμάχητον προστάτην της Εκκλησίας, τον ψυχωφελέστατον πλουτιστήν των, τον φυτουργόν και γεωργόν πάσης αρετής, τον φυλάξαντα αμόλυντον την Ιερουργίαν, τον καθαρίσαντα κάθε μίασμα αιρέσεως από την Εκκλησίαν του Χριστού, τον απροσωπόληπτον Ιεράρχην, τον αποδείξαντα επικατάρατον το αργύριον της σιμωνίας, τον διάδοχον εις την αρετήν των Αποστόλων, τον σύνθρονον και σύντροφον των Πατριαρχών και Πατέρων, τον ομόφρονα των Αγίων Συνόδων, τον γινόμενον τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώση, κατά τον θείον Παύλον (Α΄ Κορ. θ: 22). Αλλά και ο ευλαβέστατος χορός των Μοναχών έκλαιον τον έμπειρον οδηγόν των και άκρον διδάσκαλον της εγκρατείας και ψάλλοντες μετά δακρύων τους ύμνους προέπεμπον τον Πατέρα εις τους Πατέρας τους εν ασκήσει προλάμψαντας· οι πτωχοί έκλαιον τον δοτήρα· οι τυφλοί τον οφθαλμόν· οι χωλοί την βακτηρίαν· οι ξένοι τον ξενοδόχον· αι χήραι τον προστάτην· οι ορφανοί τον βοηθόν· έτρεχον δε όλοι άνδρες και γυναίκες, παιδία, νέοι και γέροντες, ωσάν ποταμός δια να πλησιάσουν εις το άγιον λείψανον και να απολαύσουν ευλαβώς την ιεράν εκείνην θεωρίαν. Εάν δε ο βασιλεύς δεν εκρατούσε με στιβαράν στρατιωτικήν χείρα την ορμήν του πλήθους, ήθελον κινδυνεύσει εις θάνατον πολλοί, σπρώχνοντες και σπρωχνόμενοι και συνεριζόμενοι μεταξύ των ποίος να προλάβη δια να απολαύση τον ποθούμενον. Εις τας κε΄ (25) λοιπόν του Φεβρουαρίου μηνός του έτους ωστ΄ (806) ενεταφιάσθη εντίμως και ευλαβώς το ένδοξον λείψανον του Αγίου εις το Ιερόν Μοναστήριον, το οποίον ωκοδόμησε, καθώς είπομεν ανωτέρω (Εκεί παρέμεινεν το ιερόν τούτο λείψανον μέχρι του έτους 1018, ότε εκλάπη υπό Βενετών και απεκομίσθη εις Βενετίαν). Είναι δε καιρός να διηγηθώμεν και ολίγα θαύματα από εκείνα τα οποία έγιναν εις τον τάφον του θείου Πατρός. Γυναίκες τινές, αι οποίαι έπασχον από πάθος πολυχρόνιον της αιμορραγίας και εξώδευσαν όλην την περιουσίαν των εις τους ιατρούς και καμμίαν θεραπείαν δεν εύρον, προσέτρεξαν μετά πίστεως εις τον Άγιον· αλλ’ επειδή, κατ’ εντολήν του αοιδίμου Πατρός, δεν ήτο συγκεχωρημένον να έμβουν γυναίκες εις το Μοναστήριον, ενεδύθησαν ανδρικήν στολήν και υποκρινόμεναι ότι είναι ευνούχοι έλαβον την άδειαν και εισήλθον εις το Μοναστήριον· προσπίπτουσαι δε εις τον τάφον του Αγίου, εχρίσθησαν με το έλαιον της κανδήλας, η οποία έκαιεν επάνω εις τον τάφον του και, ω του θαύματος! έλαβον την θεραπείαν παρευθύς και επέστρεψαν υγιείς εις τας κατοικίας των δοξάζουσαι τον Θεόν και ευχαριστούσαι τον Άγιον. Άλλος, όστις ετυφλώθη από τον ένα οφθαλμόν, προσπίπτων εις τον τάφον του Αγίου και χρίων τον οφθαλμόν του με το έλαιον της κανδήλας εκείνης, έλαβεν εις ολίγον καιρόν το φως του και έβλεπε καθαρά και με εκείνον τον οφθαλμόν. Και άλλου τινός η χειρ, η οποία έτρεμεν ακαταπαύστως πολύν καιρόν, με την επίκλησιν του Αγίου και με την χρίσιν του θαυματουργού ελαίου της κανδήλας του τάφου του έπαυσεν από τον τρόμον και αποκατεστάθη υγιής ως και η άλλη. Και άλλους πολλούς δαιμονισμένους ιάτρευσεν ο θείος Ταράσιος, διώκων τα ακάθαρτα πνεύματα και λυτρώνων αυτούς από την βάσανον. Και άλλοι πάλιν, οίτινες ετρόμαξαν από φαντάσματα διαβολικά και έγιναν άλαλοι και κωφοί, προστρέχοντες εις τον τάφον του Αγίου και χριόμενοι με το έλαιον της κανδήλας εκείνης, ηλευθερώθησαν από τας διαβολικάς φαντασίας και ελάλουν πάλιν και ήκουον ως και πρότερον. Άλλος, όστις έπασχεν από ανυποφόρους πόνους εις τα αυτία, αλείφων αυτά με το πανωφελές εκείνο έλαιον της κανδήλας και επικαλούμενος την βοήθειαν του Αγίου, ελυτρώθη από τους πόνους και έλαβε την υγείαν του. Αλλά και εις τους αιρετικούς έδειξε θερμώς και μετά θάνατον τον θείον ζήλον, τον οποίον είχε κατ’ αυτών, διότι, όταν εβασίλευεν ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος, όστις επροστάτευε την αίρεσιν των Εικονομάχων, είδεν εις όραμα, καθώς αυτός το εφανέρωσε με το στόμα του έτι ζων, ότι παρουσιάσθη εις αυτόν ο μέγας Ταράσιος με οργήν αυστηράν και επρόσταξε κάποιον Μιχαήλ το όνομα να τον φονεύση με το ξίφος και ότι ο Μιχαήλ υπακούσας εις την προσταγήν του εφόνευσεν ούτω τον Λέοντα· και ούτως έγινεν. Διότι κατά την εορτήν των Γενεθλίων του Χριστού εφονεύθη ο Λέων ο Αρμένιος από τον Μιχαήλ τον Τραυλόν μέσα εις την Μεγάλην Εκκλησίαν, καθώς του το προείπεν ο μακάριος Ταράσιος. Ου ταις αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, διαφύλαξον την Εκκλησίαν σου ανεπηρέαστον εκ πάσης αιρέσεως, ίνα δοξάζη Σου το Πανάγιον όνομα συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

ΕΓΚΩΜΙΟΝ Επί τη ευρέσει της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου.

«Εκ σπέρματος όφεως», λέγει ο Ησαϊας, «εξελεύσεται έκγονα ασπίδων, και τα έκγονα αυτών εξελεύσονται όφεις πετάμενοι» (Ησαϊα ιδ:29). Τούτο σημαίνει, ότι από τον όφιν γεννώνται αι ασπίδες και τα γεννήματα αυτών γίνονται όφεις πτερωτοί, αληθής δε βεβαίως ο λόγος του Προφήτου. Ιδού το παράδειγμα ολοφάνερον. Πόθεν γεννάται ο Ηρώδης ούτος, όστις έρριψεν εις την φυλακήν τον Ιωάννην, τέλος δε τον εθανάτωσεν; Από τον πρώτον και τρομερόν εκείνον όφιν, όστις εθανάτωσε τας δεκατέσσαρας χιλιάδας των βρεφών, από τον πρώτον δηλαδή και μέγαν Ηρώδην. Από τον όφιν εκείνον γεννώνται ο Αριστόβουλος και ο Φίλιππος, ως και οι άλλοι όφεις· από το σπέρμα του όφεως εκείνου γεννάται και η θυγάτηρ του Αριστοβούλου Ηρωδιάς. Όφις φαρμακερός ο πρώτος Ηρώδης εναντίον της ανθρωπίνης φύσεως, όφις τοιούτος και ο δεύτερος Ηρώδης, ο υιός του· ιδού και η ασπίδα, η Ηρωδιάς. Θέλεις να ίδης και το θυγάτριον αυτής όμοιον της ασπίδος; Ιδού αυτό, της ασπίδος το γέννημα, πως πετά έμπροσθεν του Ηρώδου, και με το πέταγμα και στριφογύρισμα εκείνο ανοίγοντας το στόμα των, τόσον ο όφις, όσον και η ασπίς και το γέννημα αυτής, κόπτουσι την Κεφαλήν του Ιωάννου. Ω πονηρός όφις! Ω θανατηφόροι ασπίδες! Εις ποίαν φωτοφόρον Κεφαλήν τολμούν να βάλουν τους οδόντας των οι δείλαιοι! Ω! ποίον ακτινοφεγγοβόλον Λύχνον αποτολμούν να σβύσουν. Σβύνουν τον Λύχνον τον φωταυγή, δια να μη θεωρή ο Κόσμος τας κακίας των. Βγάζουν το φως από το μέσον, δια να μη θεωρούνται από τους άλλους αι μοιχείαι των. Βγάζουν την Φωνήν του Λόγου από το μέσον, δια να μη κηρύττη τας παρανομίας των. Όμως τον Λύχνον του Φωτός τον εστερήθησαν εκείνοι καταβάντες εις τον Άδην και όχι ο Κόσμος όλος. Πάλιν είναι Λύχνος του Φωτός, Πρόδρομος του Ηλίου και Φωνή του Λόγου και πάλιν ούτω λέγεται. Διότι που δεν λάμπει; Που δεν ακτινοβολεί; Που δεν κηρύττει ως Φωνή του Υιού και Λόγου του Θεού; Δεν γεννάται από δικαίους δίκαιος, από τον Ζαχαρίαν και την Ελισάβετ; Δεν είναι εκ κοιλίας Μητρός αυτού αγιασμός; Δεν επέρασεν εις την έρημον, όχι απλώς ανθρωπίνην, αλλά σχεδόν Αγγελικήν ζωήν; Δεν ήπλωσε τας χείρας του εις την Κορυφήν του παντός του Κόσμου Δεσπότου και Ποιητού και Πλάστου; Πως λοιπόν ημπορεί τις ποτέ να μου ειπή, ότι δεν συμμετέσχε μιας παντοτεινής ζωής και αιωνίου θεϊκής λάμψεως; Διότι «Υιός δίκαιος», λέγει ο Σολομών, «γεννάται εις ζωήν» (Παρ. ια: 19), διότι γίνεται μιμητής Αγγελικής ζωής, γεννάται εις ζωήν, επειδή αξιώνεται να γίνη Βαπτιστής της Αυτοζωής και να λάβη μέρος απ’ εκείνην την Αυτοζωήν. Λάμπει παντοτεινά ως Πρόδρομος του νοητού Ηλίου, διότι απλώνοντας εις τον νοητόν εκείνον Ήλιον, δίδει προς αυτόν δια παντός τας ηλιοθεοσταλάκτους ακτίνας του ο νοητός εκείνος Ήλιος. Ω! πόσον θεοφεγγοβολεί και ας ενόμιζεν ο ληρώδης ότι τον έσβησεν. Ω! πόσην έλαβεν χάριν από τον Χριστόν, ώστε να καταστή άξιος δια τας αρετάς του να γίνη Βαπτιστής Του! Τις να επαινέση κατ’ αξίαν τον Βαπτιστήν; Τις να πλέξη εγκώμιον αρμόδιον εις τον Πρόδρομον; Εάν ο Χριστός μεταξύ των γεννηθέντων εκ γυναικών μείζονα τον μαρτυρή, τις άλλος ημπορεί περισσότερον; Ώστε, όχι δια να τον ανυψώσωμεν περισσότερον, αλλά δια να μη μας κρίνωσιν οι ανευλαβείς ομιλούντες περί τούτου, θέλομεν αποδείξει τον Ιωάννην πρώτον Φωνήν και Στόμα του Χριστού και δεύτερον, μετά την αποτομήν της Τιμίας του Κεφαλής, επαινετόν και υπερθαύμαστον όχι μόνον από τους φίλους, αλλά και από τους εχθρούς του Χριστού. Ιδού λοιπόν, ότι από το πρώτον αρχόμεθα. Θέλων ο Μέγας και ουράνιος Θεός να φανερώση λεπτομερώς εις πόσην ασύγκριτον αγάπην και τιμήν έχει όλους εκείνους, οι οποίοι δια πολλών κόπων και πόνων και ιδρώτων, δια παντός αγωνιζόμενοι, εξάγουσι τον αμαρτωλόν από το στόμα του Άδου, λέγει δια του Προφήτου Ιερεμίου: Όποιος βγάλη τίμιον άνθρωπον από το ανάξιον στόμα του διαβόλου, θέλει τον κρίνει και τον έχει ωσάν το ιδικόν Του Στόμα. «Εάν εξαγάγης τίμιον από αναξίου, ως το στόμα μου έση» (Ιερ. ιε: 19). Ω έπαινος από τον Θεόν εις εκείνους, όπου δια την σωτηρίαν του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου ανδρείως ηγωνίσθησαν. Ούτος του Θεού ο έπαινος εις Προφήτας και Αποστόλους και Αρχιερείς και Διδασκάλους, οι οποίοι όχι ένα και μόνον τίμιον, αλλά μυρίους και αναριθμήτους, μάλιστα με πολλούς ιδρώτας, από το βέβηλον και ανάξιον στόμα του διαβόλου εξέβαλον! Κατ’ εξοχήν όμως ο έπαινος ούτος αρμόζει εις τον Ιωάννην τον Πρόδρομον. Διότι, εάν είναι φωνή του Υιού του Θεού, καθώς θέλει φανή, φανερόν είναι ότι εις αυτόν αρμόζει εξαιρετικώς να λέγεται και στόμα Αυτού. «Φωνή Κυρίου επί των υδάτων» (Ψαλμ. κη: 3), λέγει ο Δαυϊδ. Και πάλιν ο αυτός· «Φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον, συσσείσει Κύριος την έρημον Κάδης. Φωνή Κυρίου καταρτιζομένη ελάφους» (Ψαλμ. κη: 8-9). Ποία είναι η φωνή αύτη, την οποίαν εννοεί ο Δαυϊδ, όταν λέγη επάνω των υδάτων, όπου καταρτίζει τας ελάφους, όπου σείει την έρημον; Ενθυμήσου την απόκρισιν εκείνην, ήτις εδόθη από τον Ιωάννην εις τους Φαρισαίους ιερείς και λευϊτας, όταν ηρωτάτο από αυτούς ποίος είναι. Μήπως είσαι συ, του έλεγαν, ο Ηλίας; Μήπως είσαι συ ο Προφήτης, ο Μεσσίας; Όχι, τους λέγει, μήτε ο Ηλίας είμαι, αλλά μήτε ο Προφήτης. Και λοιπόν, τι λέγεις περί σεαυτού; Ειπέ μας ποίος είσαι; Και ποίαν τάχα απόκρισιν, τέλος πάντων, έδωκεν εις εκείνους: «Εγώ, φωνή βοώντος εν τη ερήμω» (Ιωάν.  α: 23). Εγώ είμαι η Φωνή του Βοώντος, η Φωνή του Λόγου, η Φωνή του Κυρίου, του Υιού του Θεού, του Ιησού Χριστού. Ακούεις τον Ιωάννην πως ο ίδιος μαρτυρεί τον εαυτόν του; Φωνήν του Κυρίου, του Ιησού Χριστού. Εάν λοιπόν είναι Φωνή του Υιού του Θεού, πως δεν επιβάλλεται κατ’ ανάγκην και δεν αρμόζει κατ’ εξοχήν να λέγεται και Στόμα Αυτού; Η φωνή στόματος, βέβαια, λέγεται φωνή. Αύτη είναι η Φωνή του Κυρίου όπου λέγει ο Δαυϊδ. Ο Ιωάννης δηλαδή· που; Επί των υδάτων του ποταμού Ιορδάνου· διατί; Δια να ετοιμάση προς τον Κύριον με την διδασκαλίαν και νουθεσίαν του πολύν λαόν ευτρεπισμένον. «Ετοιμάσαι Κυρίω λαόν κατεσκευασμένον» (Λουκ. α: 17). Και τι λέγει προς τον λαόν η Φωνή αύτη; «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. γ: 2). Ω φωνή του Κυρίου, ω πως συμπεραίνεται, ότι προς αυτόν κυρίως κατ’ απόλυτον εξαίρεσιν αρμόζει να λέγηται και Στόμα του Χριστού, όπως Φωνή Αυτού ονομάζεται. Πόσους τιμίους ανθρώπους να εξήγαγεν άραγε από το ανάξιον στόμα του διαβόλου; Πόσας ελάφους, δηλαδή ψυχάς, αι οποίαι ποθούσι τόσον τα υψηλά, τας αειρρόους του ουρανού κρήνας, όσον αι έλαφοι τας πηγάς των υδάτων; Πόσους καταρτίσας κατευθύνει και οδηγεί προς την ουράνιον οδόν; Δεν έχουσιν αριθμόν· είναι αναρίθμητοι. Φωνή Κυρίου συσσείοντος έρημον. Τόσον ήτο η Φωνή αύτη ουράνιος. Τόσον εστάθη, λέγω, ο Ιωάννης εις το ύψος της αρετής και της Αγιότητος, ώστε η έρημος εκείνη ωνομάσθη Κάδης, δηλαδή Αγία. Διότι άπειρον πλήθος λαού συνέτρεχον εκεί, προς τον Ιωάννην, δια την Αγιότητά του, συσσεισμόν της ερήμου εννοών ο Δαυϊδ όχι τι άλλο, παρά μόνον την απειροπληθή προς τον Ιωάννην του λαού προσέλευσιν. «Τότε εξεπορεύετο προς αυτόν Ιεροσόλυμα και πάσα η Ιουδαία και πάσα η περίχωρος του Ιορδάνου και εβαπτίζοντο εν τω Ιορδάνη υπ’ αυτού, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών» (Ματθ. γ: 5-6). Ω ασύγκριτος του Ιωάννου αρετή και Αγιότης! Αν είναι Φωνή του Κυρίου, τις ημπορεί να συγκρίνη τοιαύτην του Κυρίου Φωνήν; Φωνή λοιπόν του Κυρίου εστίν ο Ιωάννης. «Αύτη ουν η Φωνή επί των υδάτων των εν τω Ιορδάνη, εν ω εβάπτιζε, κηρύσσων το της μετανοίας Βάπτισμα». Ο μέγας της Εκκλησίας στύλος, ο ουρανοφάντωρ Βασίλειος, εις την ερμηνείαν του κη΄ (28) Ψαλμού λέγει πάλιν· «Την έρημον ουν εκείνην συνέσσεισεν η Φωνή αύτη του Κυρίου τη επιδημία των πανταχόθεν λαών, ήτις δια το μετανοείν τους προσερχομένους προσηγόρευται έρημος Αγία». Αφού λοιπόν Φωνή του Υιού του Θεού ο Ιωάννης λέγεται, άρα και Στόμα Αυτού, εξ ανάγκης, συνάγεται. Ο Ιωάννης μόνος μαρτυρεί τον εαυτόν του Φωνήν του Χριστού· λοιπόν, αξίζει η μαρτυρία του; Ποίος μαρτυρεί τον εαυτόν του ενάρετον και μάλιστα Φωνήν του Χριστού; Άλλοι πρέπει να είναι οι μάρτυρες και άλλος ο μαρτυρούμενς. Ούτως, αι αρεταί του γίνονται μάρτυρες και βεβαιωταί δι’ αυτόν και βεβαιώνουσι τον λόγον όπου είπεν· ότι δηλαδή είναι Φωνή του Χριστού και κατ’ ανάγκην και Στόμα Αυτού, μάλιστα και ο ίδιος ο Χριστός γίνεται μάρτυς αυτού. Και ιδού. Εις πάνδημον της Καισαρείας συνάθροισιν ο Ηρώδης, όστις τον Λύχνον τούτον του Ηλίου ενόμισεν ότι έσβυσεν, ενδεδυμένος με βασιλικήν πορφύραν και καθήμενος εις θρόνον, ωμίλει και εδημηγόρει μεγαλοφώνως εις όλον εκείνον τον λαόν. Ακούοντες δε εκείνοι τον επήνουν λέγοντες προς αυτόν, ότι η φωνή του δεν είναι ανθρωπινή, αλλά Θεού φωνή. Ο Ηρώδης ακούων τοιούτον έπαινον δια τον εαυτόν του εχαίρετο καθ’ υπερβολήν και με χαράν μεγάλην εδέχετο τον λόγον. Παρευθύς όμως ωργίσθη κατ’ αυτού ο Θεός και έξαφνα κατέρχεται ουρανόθεν Άγγελος και ραπίζει τον Ηρώδην με ράπισμα τρομερώτατον. Ούτος δε γίνεται αμέσως σκωληκόβρωτος και παραδίδει την ψυχήν του εις τον άδην. «Ο δε δήμος επεφώνει, Θεού φωνή και ουκ ανθρώπου, παραχρήμα δε επάταξεν αυτόν Άγγελος Κυρίου ανθ’ ων ουκ έδωκε την δόξαν τω Θεώ και γενόμενος σκωληκόβρωτος εξέψυχεν» (Πράξ. ιβ: 22). Ο Ηρώδης λοιπόν, όστις δεν είπε μόνος του, δια τον εαυτόν του, ότι η φωνή του είναι φωνή Θεού, αλλά επειδή ήκουσε τούτο από άλλους και το εδέχθη, κατάντησε σκωληκόβτωτος. Ο δε Ιωάννης μόνος του λέγει τον εαυτόν του Φωνήν του Θεού· και όχι μόνον δεν λαμβάνει καμμίαν τιμωρίαν, αλλ’ απολαμβάνει παρά Χριστού τιμήν και δόξαν ασύγκριτον. Διότι ολίγη δόξα είναι δια τον Ιωάννην να τον θελήση, να τον αγαπήση με την υπερβάλλουσαν αγάπην του και να τον κάμη Βαπτιστήν του Αυτός ο Θεός; Μήπως δεν εδέχθη τας χείρας του Προδρόμου Ιωάννου εις την θείαν του Κορυφήν; Μήπως δεν του εδείχθη παρά του Κυρίου το Πνεύμα το Άγιον, κατερχόμενον ουρανόθεν, ωσεί περιστερά; Ή μήπως δεν τον ηξίωσε να ακούση και την Φωνήν του ιδίου Του Πατρός; Τούτο δεν ήτο απλώς δόξς, τούτο δεν ήτο απλώς τιμή, αλλά έργον θελήσεως του Θεού, δια την άκραν αρετήν και αγιότητα του Ιωάννου, τον οποίον όχι μόνον νους ανθρώπινος, αλλ’ ούτε Αγγελικός δύναται να συγκρίνη ποτέ κατ’ αξίαν. Ώστε, εάν τοιαύτην αγάπην, δόξαν και τιμήν έδειξεν ο Χριστός εις τον Ιωάννην και μάλιστα αφ’ ότου ωνόμασε τον εαυτόν του Φωνήν Θεού, ακολουθεί και συνάγεται αναγκαίως, ότι ο ίδιος ο Χριστός και τα Τρία της Παναγίας Τριάδος Πρόσωπα έγιναν μάρτυρες και εβεβαίωσαν μαρτυρούντες τον λόγον του Ιωάννου αληθέστατον· ότι δηλαδή είναι Φωνή Θεού και βέβαια και Στόμα Αυτού, όπως η φωνή είναι φωνή στόματος. Άλλαι δάφναι ουράνιοι και φοίνικες άφθαρτοι εις χείρας του Ιωάννου, άλλος ούτος στέφανος θεόπλεκτος εις την Αγίαν Κεφαλήν του Ιωάννου, το να βεβαιούν τα Τρία της Τριάδος Πρόσωπα εκείνο που ο Ιωάννης είπε δι’ εαυτόν. Ω Κεφαλή με στέφανον αμάραντον δια παντός στεφανωμένη! Αν εσυγχωρείτο εις τους Αγίους να καυχώνται δια τους ουρανίους φοίνικας, οίτινες, δια τας αρετάς των, εις την Κορυφήν των αναβλαστάνουσι και δια παντός ανθούσιν, άλλος δεν θα είχε να καυχηθή δι’ όσα θα εκαυχάτο ο Πρόδρομος Ιωάννης. Και διατί να μη του συγχωρείται όταν η καύχησίς του γίνεται με θείον ζήλον και αγάπην; Δεν έλεγεν ο θείος Παύλος «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι, ει μη εν τω Σταυρώ του Κυρίου»; (Γαλ. στ: 14). Εάν ο Απόστολος Παύλος εκαυχάτο εν τω Σταυρώ του Κυρίου, διατί να μη καυχάται ο Ιωάννης εν τω Βαπτίσματι του Κυρίου; Δύναται λοιπόν και ο Πρόδρομος Ιωάννης να λέγη ανεμποδίστως, και δι’ αιτίαν μάλιστα ασύγκριτον, μη γένοιτό μοι καυχάσθαι ειμή εν τω Βαπτίσματι του Κυρίου· ειμή εν τω απλώσαι με τας χείρας εις την Κορυφήν του Δεσπότου και Θεού μου. Ειμή διότι είδον το Πνεύμα το Άγιον, ωσεί περιστεράν, καταβαίνον επ’ Αυτόν· ει μη διότι ήκουσα την φωνήν του Ανάρχου Θεού και Πατρός μαρτυρούσαν αυτόν Υιόν αγαπητόν. Ω, με πόσον δίκαιον και με πόσην χαράν ημπορεί πάντοτε να καυχάται δια την αλήθειαν ταύτην! Και αν η αλήθεια λάμπη, πως είναι δυνατόν να μη φαίνωνται αι λάμψεις και αι ακτίνες της; Τόσον δε αι λαμπεραί ακτίνες της θείας Χάριτος εφώτισαν τον Ιωάννην, ώστε όχι μόνον προ της Αποτομής της θείας του Κεφαλής, ότε, ως άλλος μαγνήτης έλκων τον σίδηρον, προσείλκυεν εις την Έρημον του Ιορδάνου τους Εβραίους όλης της Παλαιστίνης, αλλά και μετ’ αυτήν, από το πλήθος των αρετών αυτού εκείνοι κινούμενοι, δεν έπαυσαν να τον θαυμάζουν και να τον επαινούν, επί πλέον δε να διηγούνται ότι δια την αγάπην του προς τον Ιωάννην ο Θεός, οργισθείς κατά του Ηρώδου, θαυματουργών ηφάνισε το μέγα αυτού στράτευμα. Και ήτο θαύμα αναντίρρητον να βλέπη τις τους Εβραίους, οίτινες τόσον εμίσουν, όχι μόνον τον Χριστόν, αλλά και τους φίλους του Αποστόλους, όχι μόνον να μη δεικνύουν μίσος εις τον Ιωάννην, όστις πρώτος φίλος του Χριστού ήτο και ανώτερος των φίλων Εκείνου, αλλά μετά την Αποτομήν της Σεπτής του Κεφαλής και μέχρι σήμερον θαυμάζουν τον Ιωάννην δια την αρετήν του, από δε τους τα ιστορικά των βιβλία συγγράψαντας, φίλος του Θεού θαυμαστός ονομάζεται. Ποίος λοιπόν είναι ούτος, δια τον οποίον τόσον υπερβολικήν ευλάβειαν δεικνύουσιν οι Εβραίοι; Δεν είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, όστις εις την έρημον αντί άρτου έτρωγεν ακρίδας, τους τρυφερούς δηλαδή βλαστούς των φυτών και των σφηκών και αγρίων μελισσών το μέλι, το τόσον πικρόν; Δεν είναι αυτός τον οποίον δια την αρετήν του ολίγον έλειψε να προσκυνήσουν ως Μεσσίαν; Εάν δε τοιαύτην προς αυτόν ευλάβειαν έχουσι, πως δεν ευλαβούνται και τους λόγους του; Πως δεν πείθονται εις όσα τους λέγει δια τον Χριστόν; Δεν είπεν εις αυτούς τόσας φοράς, ότι ήλθεν ο Μεσσίας, ο Αμνός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός; Δεν τον έδειξε μάλιστα εις αυτούς δια του δακτύλου, ειπών· «Ίδε ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του Κόσμου» (Ιωάν. α: 29) και δεν είπε σαφέστατα, ότι Αυτός τον οποίον ωνόμαζεν Αμνόν, είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού; «Καγώ εώρακα και μεμαρτύρηκα ότι ούτός εστιν ο Υιός του Θεού» (Ιωάν.  α: 34). Δεν εμαρτύρησεν ο Ιωάννης, λέγων· «τεθέαμαι το πνεύμα καταβαίνον ωσεί περιστεράν εξ ουρανού και έμεινεν επ’ Αυτόν»; (Ιωάν. α: 32). Αυτούς τους λόγους έλεγεν ο Ιωάννης εις τους Εβραίους, αλλά δεν τους επίστευσαν εκείνοι, και καθ’ εκάστην εζήτουν να λιθοβολήσουν τον Χριστόν ή να τον κατασυντρίψουν. Αλλά και του Ιωάννου τους λόγους εμίσουν, αν και του είχον τόσον σεβασμόν. Τον Ιωάννην υπερβολικώς ευλαβείσθε και τους λόγους του δεν δέχεσθε; Όπως όμως και αν έχουν τα πράγματα, δεν έπαυσαν οι Εβραίοι, από ευλάβειαν παρακινούμενοι, να λέγουν, ότι δι’ αγάπην του Ιωάννου θαυματουργών ο Θεός εξεδικήθη τον Ηρώδην αποδεκατίζων τον στρατόν του. Ω! πόσον από τους εχθρούς του Χριστού επαινείται ο πιστότατος δούλος και θεράπων του Χριστού, ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου. Ω! πόσον και από τους εχθρούς αι λάμψεις των αρετών του Προδρόμου Ιωάννου επαινούνται. Οίδε γαρ και πολέμιος επαινείν ανδρός αρετήν. Μη λογίζεσθε, πως επειδή οι Εβραίοι νομίζουν ότι ο αφανισμός εκείνος του στρατού του Ηρώδου έγινεν ουρανόθεν δι’ αγάπην του Ιωάννου και αισχύνην και τιμωρίαν του Ηρώδου, εγώ θέλω αρνηθή την αλήθειαν ταύτην; Επειδή την είπον ατοί; Αλλά μήπως δεν εθανατώθησαν από το γένος των Εβραίων όλοι οι Προφήται και μ’ όλον τούτο άπαντες οι Εβραίοι ομολογούσιν Αγίους τους Προφήτας; Λοιπόν, επειδή οι Προφήται αποκαλούνται από τους Εβραίους Άγιοι, θα αρνηθώ εγώ την αγιότητα των Προφητών; Διότι λοιπόν είπον οι Εβραίοι τον αφανισμόν εκείνον του στρατού του Ηρώδου ουρανόθεν τιμωρίαν, δι’ αγάπην του Ιωάννου, εγώ θα το αρνηθώ; Ανοίγει πολλάκις ο Θεός των μιαρών ανθρώπων τα βδελυρά στόματα και λέγουν πράγματα, τα οποία αληθώς ο Θεός έκαμε ή μέλλει να κάμη. Ως του Βαλαάμ του μάντεως, όταν έλεγεν ότι μέλλει να ανατείλη άστρον εξ ουρανού. Ως, όταν ο Λάβαν ηυχήθη εις την Ρεβέκκαν να πολλαπλασιασθή το γένος της εις χιλιάδας μυριάδων και ως του Κϊάφα όταν έλεγεν, ότι είναι συμφέρον και ωφέλιμον να αποθάνη εις υπέρ του λαού, δια να μη χαθή όλον το πλήθος. Όλα δε ταύτα έγιναν. Ας είναι λοιπόν το στόμα των Εβραίων και των ιστορικών των βδελυρόν. Εκείνο όπου λέγουν δια τον αφανισμόν του στρατού του Ηρώδου συνάγεται και είναι αληθέστατον. Οι Εβραίοι ομολογούν την ασύγκριτον του Ιωάννου αρετήν. Παραδέχεσαι τούτο; Ναι. Δέξου λοιπόν και όταν λέγουσιν, ότι δι’ αγάπην του Ιωάννου και εις αισχύνην και τιμωρίαν του Ηρώδου επροξένησεν ο Θεός τον αφανισμόν εκείνον εις όλον του Ηρώδου το στράτευμα. Δικαίως. Διότι, τις ήτο αυτός, εις τον οποίον ο Ηρώδης έθεσε φονικήν χείρα; Δεν ήτο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Πρόδρομος, προ του οποίου ο Σωτήρ ημών και ελευθερωτής Χριστός έκλινε την Κεφαλήν; Πως λοιπόν ο Χριστός δεν ήθελε τιμωρήσει τον μιαρόν Ηρώδην δια την κακίαν όπου έδειξε προς τον Βαπτιστήν Του; Πριν ή λάβη όσα έλαβεν ο Χριστός από τους Εβραίους, έλεγεν εις αυτούς, ότι δια την κακωσύνην των δεν θέλει μείνει λίθος επί λίθου εις την Ιερουσαλήμ. Το οποίον και έγινεν εις τον καιρόν Τίτου και Δομετιανού, των βασιλέων της Ρώμης. Έπρεπε λοιπόν να γίνη κατά μέρος και εις τους εχθρούς του Βαπτιστού ποια τις τιμωρία, ως προοίμνιον της όλης των Εβραίων πανωλεθρίας. Συμπεραίνεται λοιπόν αναγκαίως και από την τάξιν και αξίαν του Βαπτιστού και του Βαπτιζομένου, ότι η συμφορά εκείνη η πεσούσα επί του Ηρωδιανού στρατεύματος υπήρξεν ουρανόθεν τιμωρία, προς τιμήν, δόξαν και αγάπην του Ιωάννου και καταισχύνην του Ηρώδου. Διότι και αυτός εις το τέλος τρομερόν από τον Άγγελον έλαβε το ράπισμα και αφού κατήντησε σκωληκόβρωτος παρέδωσεν εις τον Άδην την βρωμερωτάτην αυτού ψυχήν. Ω πόσον ο Θεός αντιδοξάζει τους δοξάζοντας Αυτόν, ω πόσον φρικτώς εκδικείται ως Θεός τιμωρών! Τοιούτος εστάθη λοιπόν ο Ιωάννης, ως συντόμως διηγήθημεν. Τοιούτοι φοίνικες της αρετής, δια των ιδίων ιδρώτων του ποτιζόμενοι, ανεβλάστησαν εις την Σεπτήν Κεφαλήν του. Διο και με αμάραντον στέφανον ευρίσκεται εις τους ουρανούς αιωνίως κεκοσμημένος, πανηγυρίζων μετά των Αγγέλων του Θεού και μετά των εν ουρανοίς συμπανηγυριζόντων, απολαμβάνων με άρρητον χαράν, ως φίλος πιστότατος, Πρόδρομος και Βαπτιστής του Χριστού, των αγαθών εκείνων δια τα οποία ο θείος Παύλος λέγει· «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου, ουκ ανέβη» (Α¨ Κορ. β: 9). Θέλεις λοιπόν και συ να συμπανηγυρίζης με τον Ιωάννην; Μιμήσου τον, κατά το δυνατόν, έστω και κατ’ ελάχιστον. Θέλεις να αξιωθής και συ να συναριθμηθής με όλους τους πανηγυριστάς του ουρανού ως ο Ιωάννης και να απολαμβάνης των αγαθών εκείνων, άτινα εκείνοι εις τον αιώνα απολαμβάνουν; Άκουσον τον Ιωάννην και φύλαττε πάντοτε τον Νόμον του Θεού απαράβατον και ασάλευτον. Μη τρώγης συ ακρίδας και μέλι άγριον, καθώς εκείνος. Μην ενδυθής συ τρίχινα ενδύματα από τρίχας καμήλου, καθώς αυτός. Ούτε ο ίδιος σου λέγει τούτο. Τον Νόμον φύλαττε· τον Νόμον του Θεού απαράβατον· και τούτο θέλει ευχαριστήσει τον Ιωάννην, ούτω δε θέλεις και συ συναριθμηθή με τους πανηγυριστάς του ουρανού. Εφύλαξες έως τώρα τον Νόμον του Θεού; Όχι. Παρέβης τούτον; Ναι. Όχι άλλο. Παραδειγματίσου από τον Ζηλωτήν του Νόμου, τον Ιωάννην. Άφησε από τώρα και εις το εξής την παράβασιν του Νόμου και μετανόησον δια την παράβασιν την οποίαν έκαμες. «Μετανοείτε! Ήγγικε γαρ η Βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. γ:2, αυτόθ. δ:17). Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος σου το λέγει. Ελθέ εις μετάνοιαν. Κάμε έργα άξια της μετανοίας. «Ποιήσατε ουν καρπούς αξίους της μετανοίας» (Ματθ. γ:8, Λουκ. γ:8). Από την μελίρρυτον γλώσσαν του Ιωάννου σου εκφωνείται και τούτο. Αύτη είναι Φωνή και Στόμα του Χριστού και σκοπόν άλλον δε έχει παρά να ετοιμάση λαόν προοριζόμενον δια τον Χριστόν. Ακούεις λοιπόν της Φωνής και του Στόματος του Χριστού, να μετανοήσης και να ετοιμάσης καρπούς αξίους της μετανοίας; Τι λέγεις; Θέλει τάχα σεισθή η καρδία σου από την αγιότητα του Ιωάννου και θέλει μεταμεληθή δια την αμαρτίαν, δια την παράβασιν του Νόμου, ώστε να επιστρέψη εις την αρετήν και να φυλάττη, εις το εξής τουλάχιστον, τον Νόμον; Θέλει τάχα γίνει έλαφος η ψυχή σου και καταρτιζομένη με του Ιωάννου την διδαχήν, να πηδά προς τα άνω και να φαντάζεται τα υψηλά και ουράνια; Πώς να γίνη τούτο, αφού ποτέ δεν αφήνεις την αδικίαν και την πλεονεξίαν; Πως, όπου ποτέ δεν αφήνεις τον φθόνον κατά του αδελφού σου; Πως, όπου ποτέ δεν αφήνεις την πορνείαν; Και προκρίνεις, ειπέ μου, την αδικίαν, την πλεονεξίαν, τον φθόνον κατά του αδελφού σου περισσότερον από τους ψυχωφελείς του Ιωάννου λόγους, τον οποίον μάλιστα φαίνεσαι τάχα και να τιμάς και να πανηγυρίζης; Προτιμάς μίαν Ηρωδιάδα, μίαν πτερωτήν ασπίδα, ένα γέννημα ασπίδος με πήδημα πορνικόν και πλήρες δηλητηρίου, από την συμβουλήν του Ιωάννου; «Ουκ έξεστί σοι» (Ματθ. ιδ:4, Μάρκ. στ :18). Δεν επιτρέπεται, λέγει, και εις σε τώρα, καθώς τότε εις τον Ηρώδην, να έχης την πόρνην· δεν υπακούεις λοιπόν να αφήσης την πορνείαν; Γίνεσαι λοιπόν μιμητής του Ηρώδου; Τι θα μου είπης; Ότι ευλαβείσαι τον Ιωάννην, ότι τον εορτάζεις; Αλλά και ο Ηρώδης ηυλαβείτο τον Ιωάννην και τον εφοβείτο μάλιστα. Αλλά εις τι τον ωφέλησεν η ευλάβεια εκείνη; «Ο γαρ Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην ειδώς αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον… και ηδέως αυτού ήκουεν» (Μάρκ. στ: 20). Ποίαν λοιπόν ωφέλειαν και συ δύνασαι να λάβης από την ευλάβειάν σου προς τον Ιωάννην, όταν πρώτον μεν τον ευλαβείσαι, ύστερον δε παρανομείς; Μιμητής του Ηρώδου δια την παρανομίαν σου. Τι λοιπόν προσμένεις, εάν δεν παύσης να παρανομής και να αμαρτάνης; Να δεχθής ράπισμα Αγγελικόν, να καταφαγωθής ζωντανός από τους σκώληκας και να κατακρημνισθής εις το βάραθρον του Άδου; Και αν δεν σε φάγουν οι σκώληκες εδώ ζωντανόν, θα σε τρώγουν ακαταπαύστως, όταν η ψυχή σου κατέλθη εις τον Άδην. Θα προσφέρης τον εαυτόν σου τροφήν εις τους φοβερούς και βρωμερούς σκώληκας εκεί, και πυρ αιώνιον και ατελεύτητον θα σε κατακαίη. Διότι σου το λέγει ο Ιωάννης· «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Ματθ. γ:10). Ω θρήνοι αδιάκοποι από τους σκώληκας και το πυρ. Ω πόσον τότε θέλεις ελεεινολογεί τον εαυτόν σου δια τας παρανομίας όπου τώρα, εις τον κόσμον τούτον κάμνεις. Και ποίος εκεί θα σε παρηγορήση; Ποίος θα σε βοηθήση; Ο Χριστός; Πως, όπου με τας παρονομίας σου εδώ καταφρονείς την Φωνή Του και τον Ίδιον; Μήπως ελπίζεις να κατέλθη και πάλιν ο Δεσπότης Χριστός εις τον Άδην δια να σε ελευθερώση; Όχι, θα σου απαντήση Εκείνος. Μίαν φοράν μόνον τον ηρώτησεν ο Ιωάννης· «Συ ει ο ερχόμενος…»,  μίαν φοράν του είπεν· «Συ ει ο ερχόμενος, ή έτερον προσδοκώμεν»; (Ματθ. ια: 3, Λουκ. ζ:19). Τι λέγεις, Ιωάννη; Συ τον εβάπτισες, συ είδες το Πνεύμα το Άγιον καταβαίνον και μένον επ’ Αυτόν, συ ήκουσες τον Πατέρα Του να τον μαρτυρή ουρανόθεν Υιόν του, συ δακτυλοδεικτών, τον έδειξες εις τους Εβραίους και με τόσην βεβαιότητα τον εμαρτύρησες εις αυτούς Υιόν Θεού και τώρα ερωτάς Αυτόν, αν είναι Αυτός όπου έρχεται; Δεν τον ερωτώ, λέγει ο Ιωάννης, εάν ήλθε, διότι ήλθε βεβαίως και καμμίαν δεν έχω αμφιβολίαν, ότι είναι Υιός του Θεού. Τον ερωτώ όμως εάν είναι Αυτός ή άλλος. Εγώ δεν είμαι καρδιογνώστης δια να γνωρίζω τα πάντα. Γνωρίζω βέβαια, ότι ο ίδιος είναι Υιός του Θεού· γνωρίζω ότι έχει να ελευθερώση όλους εκείνους τους Δικαίους και τους Προφήτας, οι οποίοι είναι εις τον Άδην. Δεν γνωρίζω όμως, αν Αυτός ο ίδιος έρχεται εις τον Άδην, ή μήπως θέλει στείλει άλλον τινά, ενδυναμώνων τούτον με την Παντοδυναμίαν του, ίνα εξαγάγη από τον Άδην τους εν τω Άδη. Ή μήπως έχει να μας εξαγάγη από εκεί με μόνον τον λόγον του, ως τον τετραήμερον Λάζαρον; Δια τούτο, λέγει ο Ιωάννης, κάμνω εις τον Χριστόν τοιαύτην ερώτησιν· «Συ ει ο ερχόμενος, ή έτερον προσδοκώμεν»; Εύλογος βέβαια ήτο η ερώτησις αύτη του Ιωάννου. Αλλά συ, τι εύλογον αιτίαν έχεις να ερωτάς, αν θα κατέλθη πάλιν εις τον Άδην, αφού γνωρίζεις από τους Προφήτας του Χριστού και τους Αποστόλους, ότι ο Χριστός δεν θέλει λάμψει πλέον εις τον Άδην; Αν λοιπόν συ κατέλθης εκεί, μη ελπίζεις εις άλλο τι, παρά μόνον εις θρήνους, κλαυθμούς και αναστεναγμούς αιωνίους, μέσα εις τους πνιγηρούς καπνούς του Άδου. Λυπήσου λοιπόν τον εαυτόν σου, Χριστιανέ μου. Λυπήσου την ψυχήν σου. Άκουσε τας ψυχωφελείς του Ιωάννου συμβουλάς και νουθεσίας και άφησε τον φθόνον, άφησε την αρπαγήν και την αδικίαν, άφησε την ασπίδα όπου εκτοξεύει δηλητήριον εις την καρδίαν σου και σε κάμνει εχθρόν του Ιωάννου. Συντρόφευσε δε την πανήγυρίν του όχι μόνον με ευλάβειαν, αλλά με αληθινήν μετάνοιαν και καρπούς αξίους της μετανοίας. Κάμε φίλον τον Ιωάννην, όχι μόνον με την πρέπουσαν τιμήν, αλλά και με έργα, τα οποία δύνασαι να πράξης, ακούων τους συμβουλευτικούς και θείους εκείνου λόγους. Έχε τον Ιωάννην, μετά την Παρθένον, παντοτεινόν μεσίτην, διότι αυτός είναι φίλος πιστότατος του Χριστού ως Βαπτιστής και Πρόδρομος Αυτού και ημπορεί βέβαια να μεσιτεύση και να σε συμπεριλάβη με τον Χριστόν. Αλλ’ ω μέγιστε Προφήτα, και των Προφητών απάντων υπέρτατε Βαπτιστά και Πρόδρομε του Κυρίου, Αγιώτατε Ιωάννη, Φωνή και Στόμα του Χριστού και Λύχνε άσβεστε του αιωνίου Φωτός, εις δε την γην και εις τους ουρανούς πάντοτε υπερθαύμαστε, μετ’ ευλαβείας ημείς άπαντες ζητούμεν την μεσιτείαν σου και θερμώς παρακαλούμεν, ίνα δεχθής την ευλαβικήν φωνήν ημών. Προσπίπτομεν δε εις σε και δεόμεθα, Προφήτα του Χριστού Ιωάννη, να μας φωτίζης πάντοτε ως Λύχνος φωταυγής και Πόδρομος του Ηλίου, με τας ακτινοβόλους λάμψεις σου εις την οδόν της αληθείας. Συμφιλίωσε ημάς δια των μεγάλων πρεσβειών σου με τον Σωτήρα και ελευθερωτήν ημών Ιησούν Χριστόν. Αγίασον άπαντας τους την σην εορτήν και πανήγυριν ευλαβώς επιτελούντας, τους την σην την θείαν Κάραν σεμνοπρεπώς, ευλαβώς και τιμίως προσκυνούντας και τους τιμίως, καλώς και θεαρέστως κοπιάζοντας, τέλος δε αξίωσον ημάς άπαντας, δια των σων μεγίστων πρεσβειών να καταστώμεν άξιοι των ουρανίων αγαθών, ίνα συμπανηγυρίζωμεν, μετά τον πρόσκαιρον τούτον βίον, ομού μετά των Αγγέλων του Θεού. Ω, η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Τη ΚΔ΄ (24η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, γέγονεν η πρώτη και Δευτέρα εύρεσις της τιμίας Κεφαλής του Αγίου ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού ΙΩΑΝΝΟΥ.

Η Τιμία αύτη και Αγγέλοις αιδέσιμος του θείου Προδρόμου Κεφαλή πρώτον μεν ευρέθη εν τω οίκω του Ηρώδου, δι’ επιφανείας και αποκαλύψεως του ιδίου Τιμίου Προδρόμου, εις δύο Μοναχούς, οι οποίοι μετέβαινον εις προσκύνησιν του ζωοδόχου Τάφου του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, έλαβε δε ταύτην παρά των Μοναχών εκείνων εις κεραμεύς και την μετέφερεν εις την Έμεσαν· αισθανθείς δε εκείνος, ότι δια της Αγίας Κάρας έλαβεν ευτυχίαν, ετίμα αυτήν εξαιρέτως και όταν έμελλε να αποθάνη, την αφήκεν εις την αδελφήν του, παραγγείλας εις αυτήν να μη την μετατοπίση ούτε να την δείξη εις άλλον, αλλά να την τιμά και να την προσκυνή. Αφ’ ου δε η αδελφή εκείνου απέθανε, έλαβον την Αγίαν Κάραν αλληλοδιαδόχως πολλοί και τέλος κατήντησεν ο πολύτιμος ούτος θησαυρός εις τινα Ιερομόναχον Αρειανόν, Ευστάθιον, ο οποίος εδιώχθη παρά των Ορθοδόξων εκ του σπηλαίου, εις το οποίον κατώκει, διότι απέδιδεν εις την κακόδοξον αίρεσίν του τας ιατρείας, όσας ενήργει η Αγία Κάρα. Έλεγε δηλαδή, ότι η Αγία Κάρα ενεργεί τας ιατρείας διότι αυτός, όστις την κατέχει, είναι Αρειανός· αφ’ ου δε εκείνος ο κακόδοξος εδιώχθη εκείθεν, αφήκε κατά θείαν οικονομίαν την Τιμίαν Κεφαλήν εις το σπήλαιον αυτό εις το οποίον και ευρίσκετο κεκρυμμένη, μέχρι της εποχής Μαρκέλλου τινός Αρχιμανδρίτου και του Επισκόπου Εμέσης Ουρανίου, κατά τους χρόνους Θεοδοσίου του Μικρού εν έτει υλα΄ (431). Τότε λοιπόν πολλοί έλαβον θείας αποκαλύψεις δια την Προδρομικήν ταύτην Κεφαλήν· όθεν ευρέθη αύτη το δεύτερον εντός υδρίας, ήτις μεταφερθείσα εις την Εκκλησίαν υπό του άνω ρηθέντος Επισκόπου Ουρανίου ενήργει διαφόρους ιατρείας και παράδοξα θαύματα. Τελείται δε η της ευρέσεως αυτής Σύναξις και εορτή εις τον αγιώτατον και Προφητικόν Ναόν του Τιμίου Προδρόμου τον ευρισκόμενον εις τόπον ονομαζόμενον Φωρακίου. 

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΔΑΜΙΑΝΟΥ

Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΔΑΜΙΑΝΟΥ του εν τοις ορίοις της κατά τον Άθω Ιεράς Μονής του Εσφιγμένου κατά την τοποθεσίαν της Σαμαρείας ασκήσαντος και εν ειρήνη τελειωθέντος κατά το έτος ασπ΄ (1280).                                                                                                                                   

Δαμιανός ο Όσιος και Θεοφόρος Πατήρ ημών ο Εσφιγμενίτης ποίαν πατρίδα είχε και ποίους γεννήτορας, ο πανδαμάτωρ χρόνος ουδέν υπόμνημα άφησεν εις ημάς. Πιθανόν δε να εσώζοντο τοιαύτα, αλλ’ αι επάλληλοι καταδρομαί, πυρκαϊαί και ερημώσεις, ας κατά καιρούς υπέστη το πολύαθλον τούτο Κοινόβιον του Εσφιγμένου, εξηφάνισαν και απώλεσαν όχι μόνον τα ιερά αυτού κειμήλια και σκεύη της Εκκλησίας, αλλά και διαφόρους κώδικας, χρυσόβουλλα και διάφορα έγγραφα και μένει ήδη απογεγυμνωμένον των τοιούτων. Πιθανόν λοιπόν μετ’ αυτών να συνηφανίσθησαν και τα του Αγίου τούτου υπομνήματα αν, ως είπομεν, εσώζοντο τοιαύτα. Εκ προφορικής όμως παραδόσεως μεταβιβαζομένης από γενεάς εις γενεάν και εκ του Βίου του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Κοσμά του Ζωγραφίτου, μετά του οποίου ο Όσιος Δαμιανός ήτο φίλος στενώτατος, πληροφορούμεθα, ότι ούτος εξ απαλών ονύχων καταλιπών τον κόσμον και τα εν κόσμω, πατρίδα, γεννήτορας, συγγενείς, φίλους και ποθήσας να άρη επί των ώμων αυτού τον ελαφρόν και χρηστόν ζυγόν του Κυρίου, ήλθεν εις το Άγιον Όρος και κατώκησεν εις το ιερόν Κοινόβιον του Εσφιγμένου, υποταχθείς εις τον αυτού Ηγούμενον και την αδελφότητα, διανύσας με τόσην προθυμίαν και ζήλον τον δρόμον της μοναδικής ζωής, ώστε εν διαστήματι ολίγου καιρού υπερέβη άπαντας τους εκεί Μοναχούς και εγένετο τύπος και παράδειγμα αυτών εις την μοναδικήν πολιτείαν. Πάντες εθαύμαζον αυτόν και προς αυτόν ενητένιζον ως επί γνώμονος και κανόνος, ρυθμίζοντες δι’ αυτού την διαγωγήν αυτών. Αλλ’ επειδή ο θείος έρως κατέφλεγε την καρδίαν αυτού και επεθύμει να συνομιλή πάντοτε δια μέσου της προσευχής μετά του ποθουμένου αυτού Θεού και να μη διακόπτεται ένεκα συναναστροφής και θορύβου, τα οποία συμβαίνουν μεταξύ πολλών, δια τούτο επεθύμει να ησυχάζη κατ’ ιδίαν, ίνα επιτύχη του ποθουμένου. Τούτου ένεκα παρεκάλεσε τον Ηγούμενον και λαβών παρ’ αυτού την άδειαν κατώκησεν εις το απέναντι του Κοινοβίου όρος το ονομαζόμενον Σαμάρεια. Αφού λοιπόν ο Όσιος ήλθεν εις την Σαμάρειαν, πρώτον και κύριον μέλημα αυτού υπήρξε να ερευνήση και εύρη πατέρα πνευματικόν και διδάσκαλον της μοναδικής πολιτείας έμπειρον και ευφυή, δια του οποίου να διδαχθή την επιστήμην των επιστημών και τέχνην των τεχνών, την μοναδικήν πολιτείαν· τον οποίον επιτυχών, τη του Θεού βοηθεία κατά τον εγκάρδιον αυτού πόθον, υπετάχθη εις αυτόν ως εις τον Χριστόν, αφιερώσας εις αυτόν την της ψυχής και του σώματος φροντίδα· και δεν έπραξε καθώς πράττουσιν άφρονες τινες, οι οποίοι μόνοι των αναγορεύονται διδάσκαλοι της τοιαύτης ουρανίου και υψηλής επιστήμης και των οποίων το τέλος είναι η πλάνη ή, και αν δεν πλανηθώσι, περνούν όμως τον δίαυλον της ζωής των ανοήτως και ανωφελώς· καθότι οι άνευ οδηγού αρχάριοι, μη δυνάμενοι να διακρίνωσι τας Χάριτας του Παναγίου Πνεύματος από τας φαντασίας του εχθρού, τας προς απάτην των αρχαρίων παρασκευαζομένας παρ’ αυτού, δέχονται αυτάς, φευ! ως εκ θείου Πνεύματος ενεργουμένας· δεν πράττουσιν όμως ούτως οι υπό εμπείρων πνευματικών οδηγούμενοι, διότι αυτοί πολυειδώς και πολυτρόπως πειρασθέντες από των προσβολών του εχθρού, δύνανται τους υπ’ αυτών οδηγουμένους και πειραζομένους υπό του εχθρού να βοηθήσωσι, κατά τον Απόστολον Παύλον, διότι αυτοί πρώτον πειρασθέντες δύνανται «τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. β: 18). Πρέπει δε να μανθάνωμεν και να λαμβάνωμεν παράδειγμα και από τας ανθρωπίνας τέχνας και επιστήμας· διότι, εάν ταύτας με τας χείρας ημών ψηλαφώμεν, με τους οφθαλμούς τας βλέπωμεν και με τα ώτα μας τας ακούωμεν και πάλιν μόνοι μας δεν δυνάμεθα να τας μάθωμεν, αλλά χρειαζόμεθα τεχνίτην και διδάσκαλον, πως δεν είναι μωρόν και ανόητον να φαντάζεται τις ότι δεν χρειάζεται διδάσκαλον εις την πνευματικήν ταύτην τέχνην την δεινοτέραν απασών των τεχνών, η οποία είναι και αόρατος και κεκρυμμένη και θεωρείται από μόνους τους καθαρούς τη καρδία, η δε αμάθεια και απειρία της τέχνης ταύτης ουχί πρόσκαιρον ζημίαν, αλλά ψυχικήν απώλειαν γεννά; Όθεν οδηγούμενος και ποδηγετούμενος παρά του ρηθέντος πνευματικού εκείνου ανδρός εις το πώς να αντιτάσσεται κατά των προσβολών και των διαφόρων παγίδων των παρασκευαζομένων καθ’ ημών υπό του μισανθρώπου διαβόλου, εγένετο άριστος και δοκιμώτατος Μοναχός, αναβάσεις εν τη καρδία αυτού καθ’ εκάστην θέμενος, και αποτυπώσας εις εαυτόν τας του πνευματικού αυτού πατρός αρετάς, ως αποτυπούνται εις τον απαλόν κηρόν αι γραμμαί της σφραγίδος·  δια των αρετών δε αυτών κατήντησεν εις θείον έρωτα, ο οποίος τοσούτον ανακουφίζει το σώμα του αγαπώντος, ώστε όσους αγώνας και κόπους αν κάμνη δεν αισθάνεται κάματον, διότι δίδει πτερά εις την ψυχήν αυτού ο θείος ούτος έρως και όχι μόνον τους περί αρετής γινομένους κόπους εις ουδέν λογίζεται, αλλά και δάκρυα άφθονα καταχέει ενθυμούμενος τον αγαπώμενον γλυκύτατον Ιησούν Χριστόν, κατά τον αββάν Ισαάκ, λέγοντα ούτως· «Έθος γαρ τοις ερωμένοις εκ της μνήμης των αγαπητών εξάπτειν δάκρυα», επειδή δε τοιαύτην είχε και ούτος αγάπην, ουδέποτε υστερείτο εκ των δακρύων. Και ποία γλώσσα δύναται να διηγηθή κατά μέρος τας αρετάς και τα ηρωϊκά παλαίσματα του θαυμασίου τούτου ανδρός; Τις να διηγηθή την ολονύκτιον στάσιν, το αείρροον δάκρυ, τους κατωδύνους στεναγμούς, την τήξιν του σώματος, την ανεξάλειπτον εν μνήμη μελέτην του θανάτου, την προς τον πλησίον και τον Θεόν αγάπην και προ πάντων την απαύστως και αενάως εκ καρδίας βρύουσαν ευχήν, την οποίαν είχεν έργον ακατάπαυστον από νεότητος μέχρι τέλους της ζωής αυτού; Δι’ α και ο Θεός ηγάπησεν αυτόν και εσκήνωσεν εις αυτόν η Χάρις της Παναγίας Τριάδος και εγένετο θείον καταφύγιον των Χαρίτων του Αγίου Πνεύματος, όθεν κατέστη τύπος και απομίμησις του πραοτάτου και ταπεινού την καρδίαν Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ως ελθών εις βάθος ταπεινώσεως της καρδίας. Από δε το εξής διήγημα ας γνωρίση έκαστος εις ποίον μέτρον αρετής έφθασε. Καιρόν τινα, μεταβάς ο Όσιος εις τινα φίλον του Μοναχόν και μη ευρών αυτόν εις το κελλίον του, ανέμενεν αυτόν έως ότου ενύκτωσε και τότε ήλθεν ο Μοναχός και αφού συνωμίλησαν ηθέλησε να αναχωρήση· ο καιρός όμως εσκοτείνιασε και ήρχισε να βρέχη. Ο δε φίλος του δεν τον άφηνε να αναχωρήση, αλλ’ αυτός ο ευλογημένος επειδή είχεν εντολήν από τον μακαρίτην Γέροντά του να μη κοιμάται ποτέ έξω του κελλίου του, δεν ηθέλησε να μείνη και εξεκίνησε να υπάγη, τόσον όμως πολύ εσκοτείνιασε και τόσον ραγδαία βροχή έπιπτεν, ώστε δεν ήξευρε τελείως που ευρίσκετο και που υπάγει· όθεν, μη έχων τι άλλο να πράξη, εβόησε προς τον Κύριον, λέγων· «Κύριε, σώσον με, απόλλυμαι». Ταύτα ειπών, ω του θαύματος! ευρέθη έμπροσθεν του κελλίου του. Επειδή δε ήλθεν η ώρα ν’ αναχωρήση από τον μάταιον τούτον κόσμον και να υπάγη προς τον Χριστόν ανεπαύθη εν Κυρίω· ο δε Θεός θέλων να δοξάση τον δούλον του μετά την κοίμησίν του, τόσην πολλήν και άρρητον ευωδίαν μύρου εδώρησεν εις τον τάφον του τρισμακαρίου επί τεσσαράκοντα ημέρας, ώστε ησθάνοντο αυτήν οι Πατέρες κάτω εις το Μοναστήριον του Εσφιγμένου εις διάστημα ενός μιλίου και περισσότερον, δοξάσας ούτω αυτόν ο Θεός δια την καθαρότητά του και την θεάρεστον πολιτείαν του. Εκοιμήθη δε εν Κυρίω εν έτει ασπ΄ (1280), ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Βασιλείας των ουρανών. Αμην.

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα ΚΓ΄ (23ην) Φεβρουαρίου, η Αγία ΓΟΡΓΟΝΙΑ, η αδελφή Γρηγορίου του Θεολόγου, εν ειρήνη τελειούται.

Γοργονία η μακαρία Μήτηρ ημών, η αδελφή του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, πατρίδα είχε την Ναζιανζόν της Καισαρείας, καθώς και ο αδελφός της θείος Γρηγόριος· και ο μεν πατήρ αυτής ωνομάζετο και αυτός Γρηγόριος, η δε μήτηρ της Νόννα, ήτις ήτο Χριστιανή εκ γονέων και προγόνων· ο πατήρ αυτής ήτο από γονείς ειδωλολάτρας και αυτός ο ίδιος έμεινεν ικανόν καιρόν εις την πλάνην της ειδωλολατρίας, αλλά η ευλογημένη Νόννα η σύζυγός του μετεχειρίσθη πολλούς τρόπους, έως ότου τον έφερεν εις την Χριστιανικήν ευσέβειαν· διότι ήτο άνθρωπος αγαθής προαιρέσεως και προτού ακόμη γνωρίση την αλήθειαν και δι’ αυτό δεν αφήκεν ο Θεός αφώτιστον μίαν τοιαύτην αγαθήν ψυχήν. Μετά δε το Βάπτισμα τόσον διέλαμψεν εις τας αρετάς ο Γρηγόριος, ο πατήρ δηλαδή, ώστε εχειροτονήθη και Επίσκοπος της πατρίδος του Ναζιανζού. Η δε αξιοθαύμαστος Νόννα τόσην προσοχήν είχεν εις τα θεία και τόσην ευλάβειαν, ώστε, καθώς λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος, ο υιός της, ποτέ δεν εγύρισε την ράχιν της από το ανατολικόν μέρος της Εκκλησίας, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, ποτέ δεν έπτυσε κάτω εις το έδαφος του Ναού, ποτέ δεν ωμίλησε μέσα εις την Εκκλησίαν εις τον καιρόν της Ακολουθίας ή εις άλλον καιρόν, μόνον έξω της Εκκλησίας, όταν ήτο μεγάλη ανάγκη να ομιλήση. Και τι να λέγω τα κατά μέρος; Φθάνει να είπω τούτο μόνον, ότι με το παράδειγμα των αρετών της και με τας προσευχάς, τας οποίας έκαμνε προς τον Θεόν ημέρας και νυκτός, ηδυνήθη να μεταβάλη τον άνδρα της, ως προείπομεν, από την ασέβειαν εις την ευσέβειαν. Γεννηθείσα λοιπόν και ανατραφείσα η Αγία Γοργονία από τοιαύτην αγίαν μητέρα και έχουσα τοιούτον πατέρα και διδάσκαλον, τι ήτο φυσικόν να γίνη; Να γίνη, βέβαια, ομοία εις την αρετήν με αυτούς· να γίνη άλλη Νόννα, εις την προς τον Θεόν ευλάβειαν, ως και πράγματι έγινε· διότι, αν και την υπάνδρευσαν με νόμιμον και τίμιον γάμον, εν τούτοις τόσον εξεπέρασεν όλας τας άλλας γυναίκας του καιρού της εις την σωφροσύνην, δια να μη είπω ότι εξεπέρασε και τας παλαιάς εκείνας, όπου επαινούνται μεγάλως δια την σωφροσύνην των, εις τρόπον ώστε αυτή έσμιξε με τον γάμον το καλόν της παρθενίας, δείξασα εις όλους, ότι ούτε η παρθενία μόνη ενώνει τον άνθρωπον με τον Θεόν, ούτε πάλιν η υπανδρεία τον δεσμεύει με τον κόσμον και τον χωρίζει από τον Θεόν· δια τούτο ούτε ο γάμος πρέπει να είναι παντελώς φευκτός από τους ανθρώπους, ούτε η παρθενία όλως διόλου επαινετή· αλλά ο νους είναι όστις επιστατεί καλώς εις τον γάμον και εις την παρθενίαν και αυτός ή ενώνει τον άνθρωπον με τον Θεόν, ή τον δεσμεύει με τον κόσμον και τον χωρίζει από τον Θεόν· διότι αυτή η αοίδιμος δεν εχωρίσθη από τον Θεόν με το να υπανδρευθή, ουδέ με το να είχε κεφαλήν τον άνδρα της έπεται ότι δεν ήτο ηνωμένη με την πρώτην κεφαλήν, τον Χριστόν· αλλά υπηρέτησεν ολίγον εις τον κόσμον και εις την φύσιν, κατά τον νόμον της σαρκός, τον οποίον ο Θεός διώρισεν, όλον δε τον εαυτόν της τον αφιέρωσεν εις τον Θεόν. Το κάλλιστον δε και σεμνότατον κατόρθωμα αυτής ήτο, ότι και τον άνδρα της έφερεν εις την ιδικήν της αγαθήν γνώμην, μη έχουσα αυτόν αυθέντην άτοπον, αλλά σύμβολον αγαθόν εις όλα τα θεάρεστα έργα· και τον καρπόν της κοιλίας της, δηλαδή τα τέκνα της και τα τέκνα των τέκνων της τα ανέδειξε καρπόν του Αγίου Πνεύματος, με τας ψυχωφελείς νουθεσίας της και με το καλόν της παράδειγμα, δείξασα ούτω τον γάμον επαινετόν και ευαρεστήσασα εις τον Θεόν δια των αρετών της, καίτοι ήλθεν εις γάμον, διότι από τον γάμον της εκαρποφόρησε την καλήν καρποφορίαν, τα τέκνα της. Ο σοφός Σολομών εις το βιβλίον των Παροιμιών επαινεί την γυναίκα εκείνην, η οποία κάθηται και ησυχάζει μέσα εις το σπίτι της και αγαπά τον άνδρα της και καταγίνεται εις το έργον της και άλλα πολλά λέγει προς έπαινον της τιμίας και σώφρονος γυναικός· και μάλιστα δια περισσότερον αυτής έπαινον την αντεξετάζει και την συγκρίνει με εκείνην την άτιμον και ακράτητον γυναίκα, όπου γυρίζει εδώ και εκεί μέσα εις τους δρόμους και με πορνικά σχήματα και λόγια βλάπτει τας ψυχάς, όχι μόνον των ατίμων αλλά και των τιμίων ανθρώπων. Αυτά όμως τα οποία λέγει ο Σολομών, δια να επαινέση την σώφρονα και τιμίαν γυναίκα, είναι μικρά και ευτελή προς έπαινον της τιμιωτάτης και σωφρονεστάτης Γοργονίας· επειδή, ποία άλλη ήτο αξία να τιμάται δια την σεμνότητα και κοσμιότητά της, καθώς αυτή; Και με όλον τούτο, ποία άλλη ησύχαζε τόσον μέσα εις τον οίκον της και δεν εφαίνετο έξω, αλλ’ ήτο αθεώρητος εις τους άνδρας, ωσάν αυτή; Ποία άλλη είχε τους οφθαλμούς της τόσον σωφρονισμένους και εμποδισμένους από τας ατάκτους θεωρίας; Ποία άλλη είχε τον γέλωτα αυτής τόσον σεμνόν και ήσυχον ωσάν αυτήν, η οποία, μόλις εμειδία κάποτε, όταν μόνον ήτο ανάγκη; Αλλά και την ακοήν της τόσον καθαράν την εφύλαττεν, ώστε την είχε κεκλεισμένην μεν εις όλα τα μάταια και αργά λόγια, ανοικτήν δε εις όλα τα θεία και σωτηριώδη· ούτε την γλώσσαν είχεν ακράτητον, ωσάν αι πολλαί γυναίκες, αλλά είχε τον νουν επάνω εις αυτήν, ωσάν επιστάτην, εις το να λέγη μόνον τα αρέσκοντα εις τον Θεόν και είχε τάξιν διωρισμένην εις τα χείλη της, εις το να μη λαλούν ποτέ κανένα μάταιον ή ανωφελές. Η αξιοθαύμαστος Γοργονία δεν εστολίζετο με χρυσούς στολισμούς, δεν εκαλλώπιζε την τιμίαν της κεφαλήν με ξανθάς πλεξούδας, δεν ενέδυε το σώμα της με ακριβά και πολυέξοδα φορέματα, ούτε το ελάμπρυνε με μαργαριτάρια και διαμάντια, ούτε με καλλυντικά και ψιμμύθια εσκέπασε ποτέ το πρόσωπόν της, καθώς κάμνουν άλλαι γυναίκες αναίσχυντοι, αι οποίαι, εναντιούμεναι εις το έργον της θείας δημιουργίας, σκεπάζουν το πρόσωπόν των, το οποίον είναι πλάσμα Θεού, με χρώματα και αλείμματα και δεν ευχαριστούνται αι ανόητοι εις το πρόσωπον με το οποίον έπλασεν αυτάς ο Θεός, αλλά θέλουν να το κάμνουν καλλίτερον, καταμολύνουσαι με τον τρόπον τούτον την εικόνα του Θεού. Εγνώριζε και εκείνη η μακαρία πολλούς εξωτερικούς στολισμούς, όμως κανένα εξ αυτών δεν ήθελε, ειμή ένα και μόνον: τον στολισμόν της ψυχής με τα καλά Χριστιανικά ήθη και τας αρετάς· μίαν κοκκινάδα του προσώπου αγαπούσεν, εκείνην η οποία ανθεί εις τα πρόσωπα των σεμνών και τιμίων γυναικών από την εντροπήν και ευλάβειαν· μίαν λευκότητα και ασπράδα ήθελεν, εκείνην η οποία γίνεται από την εγκράτειαν και νηστείαν· τα δε βαψίματα του προσώπου και την προσωρινήν και πλαστήν ευμορφίαν την άφηνε δι’ εκείνας, αι οποίαι γυρίζουν μέσα εις τους δρόμους χωρίς εντροπήν και δεν αγαπούν την ωραιότητα της ψυχής, αλλά του σώματος. Τοιαύτη λοιπόν ήτο η θεία Γοργονία. Την δε φρόνησιν και την γνώσιν και την ευσέβειαν και την πίστιν, την οποίαν είχεν εις τον Θεόν η μακαρία Γοργονία, ποίος λόγος δύναται να παραστήση αξίως; Ούτε είναι δυνατόν να ευρεθούν πολλά παραδείγματα της φρονήσεως και της ευσεβείας της, έξω από εκείνα των σαρκικών και πνευματικών γονέων της, εις τους οποίους αποβλέπουσα η αείμνηστος εμιμείτο και κατώρθωνε την ίσην και ομοίαν αρετήν με εκείνους. Διότι τόση ήτο η οξύτης και αγχίνοια του νοός της, ώστε την είχαν, όλοι γενικώς, σύμβουλον εις τας ανάγκας των, όχι μόνον οι συγγενείς και συμπατριώται, αλλά και οι ξένοι, νόμον δε άλυτον και απαράβατον είχαν όλοι τας φρονίμους συμβουλάς της. Κατά δε την ευσέβειαν και ευλάβειαν ήτο θαυμαστή και ασύγκριτος· διότι ποίος άλλος εστόλισε τόσον τους Ιερούς Ναούς με τα αφιερώματά του, καθώς η μακαρία Γοργονία; Ή, καλύτερα να ειπώ, τις άλλος ετίμησε τόσον πολύ τους Ιερείς του Θεού; Τις άλλος εδέχετο εις τον οίκον του με περισσοτέραν δεξίωσιν και ευλάβειαν τους κατά Θεόν ζώντας και εναρέτους; Τις άλλος έδειξε συμπαθεστέραν και ευσπλαγχνικωτέραν ψυχήν εις τους πάσχοντας; Ποίος άλλος εβοήθησε περισσότερον τους πτωχούς με τας ελεημοσύνας του; Δια την Αγίαν αρμόζει να είπη τις εκείνα, τα οποία έλεγεν ο δίκαιος Ιώβ δια τον εαυτόν του, διότι και ο ιδικός της οίκος ήτο ανοικτός και έτοιμος εις φιλοξενίαν, καθώς ήτο και ο οίκος του Ιώβ· έξω από τον οίκον της ουδείς ξένος έμεινε ποτέ, επειδή και αυτή, καθώς ο Ιώβ, ήτο οφθαλμός των τυφλών, πους των χωλαινόντων, μήτηρ των ορφανών και αληθινήν μέριμναν και μεγάλην ευσπλαγχνίαν εδείκνυεν εις τας χήρας γυναίκας· ο οίκος της λοιπόν ήτο κοινόν καταφύγιον εις τους πτωχούς· τα υπάρχοντά της ήσαν κοινά εις τους έχοντας ανάγκην, «εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησιν» (Ψαλμ. ρια΄ 9), δια να μένη η δικαιοσύνη της εις τον αιώνα, με πολλάς δε ευεργεσίας εδεξιώθη τον Χριστόν, δια μέσου πολλών, οι οποίοι έλαβον τας προσφοράς της ευσπλαγχνίας της. Και το καλύτερον από όλα ήτο, ότι δεν τα έκαμνε φανερά και δι’ επίδειξιν, αλλά κρυφά, όσον ηδύνατο, δια να μη τα βλέπουν οι άνθρωποι, ειμή μόνος ο τα κρυπτά βλέπων Θεός. Όλα τα πράγματά της τα ήρπασεν από τον κοσμοκράτορα διάβολον και τα έφερεν εις τας ασφαλείς αποθήκας του ουρανού, δια μέσου της ελεημοσύνης, την οποίαν έδιδεν εις τους πτωχούς· εις την γην δεν άφησεν ουδέν άλλο, έξω από το σώμα της. Πλούτον δε μέγαν άφησεν εις τα τέκνα της το καλόν παράδειγμα εις τα καλά και θεάρεστα, ίνα ταύτην και εκείνα μιμούμενα φιλοτιμηθούν εις την άσκησιν της αγαθοεργίας. Συνήθειαν έχουν πολλοί άνθρωποι, και όταν ακόμη κάμνουν κανένα καλόν, να πίπτουν συγχρόνως εις άλλο κακόν. Επί παραδείγματι, όταν δίδουν ελεημοσύνας εις τους πτωχούς, αδιαφορούν πλέον και επιδίδονται εις τας τρυφάς και τας απολαύσεις του σώματος οι ανόητοι, ωσάν να ήτο ικανή η ελεημοσύνη μόνη να τους σώση, χωρίς τας άλλας αρετάς, ωσάν να ηγόρασαν τρόπον τινά τας τρυφάς με την ελεημοσύνην, την οποίαν έδωκαν. Δεν έπραττεν όμως κατ’ αυτόν τον τρόπον η αξιομακάριστος Γοργονία, αλλά κοντά εις την ελεημοσύνην είχε και την νηστείαν, κοντά εις την ευσπλαγχνίαν και την προς τους πτωχούς συμπάθειαν, εταπείνωνε και το σώμα της με την εγκράτειαν, κατεγίνετο δε πάντοτε εις την ανάγνωσιν των θείων Γραφών· αγρυπνούσεν εις τας προσευχάς, άλλοτε μεν ισταμένη ορθή, άλλοτε δε κλίνουσα τα γόνατα εις την γην και με καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην και θερμά δάκρυα ανύψωνεν εις τον Θεόν μαζί με την προσευχήν και τον νουν της και εκεί τον είχεν ασάλευτον· εις αυτά δε όλα όχι μόνον υπερέβαλλε τας γυναίκας, αλλά και τους άνδρας, τόσον ώστε εφαίνετο ανωτέρα των άλλων. Τας αρετάς τας οποίας είχαν άλλοι, τας εμιμείτο και αυτή η μακαρία και τας επραγματοποίει, άλλων δε πάλιν αρετών εγένετο η ιδία παράδειγμα άξιον προς μίμησιν· και άλλο μεν καλόν εφεύρεν αυτή η ιδία, άλλο δε το οποίον έμαθεν από άλλους το έκαμνεν αυτή με περισσοτέραν τελειότητα, αφ’ ό,τι το εδιδάχθη· τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν όλας τας αρετάς με τόσην άκραν τελειότητα, όσην δεν κατώρθωσαν άλλοι μίαν μόνην αρετήν μετρίως. Διότι ποίον από τα κατορθώματα της Αγίας δεν είναι αξιοθαύμαστον; Το φόρεμα και το σώμα της το λερωμένον και άπλυτον, όπου έλαμπεν μόνον από την αρετήν; Ή η ψυχή της, ήτις διετήρει το σώμα σχεδόν χωρίς τροφήν ωσάν άϋλον; Ή δια να ειπώ καλύτερα, το σώμα εκείνο όπου εβιάσθη να νεκρωθή και προ του χωρισμού, δια να λάβη ελευθερίαν η ψυχή και να μην εμποδίζεται από τας αισθήσεις; Ή αι άγρυπνοι νύκτες και η ψαλμωδία και η στάσις όπου ήρχιζεν από ημέραν και ετελείωνεν εις την άλλην ημέραν; Ή η χαμαικοιτία, ήτις ετράχυνε παρά φύσιν την απαλότητα των μελών της; Ή αι πηγαί των δακρύων, όπου εσπείροντο από θλίψιν, δια να θερίσουν με αγαλλίασιν τους καρπούς; Ή η νυκτερινή βοή, η οποία ανήρχετο υπεράνω των νεφελών και έφθανεν έως τον ουρανόν; Ή η θερμότης του πνεύματός της, όπου δεν υπελόγιζε παντελώς ούτε τους κόπους τους νυκτερινούς, ούτε τας ψυχρότητας του αέρος, ούτε το παράκαιρον της νυκτός, δια την επιθυμίαν προς την προσευχήν; Ή η γυναικεία φύσις, η οποία ενίκησε την ανδρικήν, δια να αγωνισθή τον κοινόν αγώνα της σωτηρίας, ίνα φανερώση ότι η διαφορά των ανδρών από τας γυναίκας είναι κατά το σώμα μόνον και όχι κατά την ψυχήν; Ή η εγκράτεια της Αγίας, ήτις ενίκησε την πικράν γεύσιν της προμήτορος Εύας, την αμαρτίαν, τον πλάνον όφιν, τον διάβολον και τον θάνατον; Ή η ζωοποιός νέκρωσίς της, η τιμήσασα την μέχρι δούλου μορφής ταπείνωσιν του Χριστού και τα πάθη Του; Πως είναι δυνατόν να αριθμήση τις όλα τα κατορθώματα της μακαρίας Γοργονίας; Αλλά καλόν είναι να προσθέσωμεν εις την διήγησιν των αρετών της και τας αντιδόσεις και τους μισθούς, τους οποίους έλαβε παρά Θεού, του δικαίου μισθαποδότου, όταν ήτο ακόμη ζωντανή εις την παρούσαν ζωήν. Εκάθητο μίαν φοράν η Αγία επάνω εις άμαξαν, την οποίαν έσυρον ημίονοι, και καθώς επήγαιναν εις τον δρόμον, δεν γνωρίζω πως, εξηγριώθησαν αι ημίονοι έξαφνα και έτρεξαν με τόσην ορμήν, ώστε ανετράπη η άμαξα και εκρημνίσθη η Αγία· πλην δεν έμεινεν εις τον τόπον εις τον οποίον έπεσεν, αλλά περιεπλέχθη εις την άμαξαν και ομού με αυτήν εσύρετο από τας ημιόνους τόσον, ώστε κατεκόπησαν τα μέλη του σώματός της και κατασυνετρίβησαν τα οστά της· και τούτο το συμβεβηκός επροξένησε μεγάλον σκάνδαλον εις τους απίστους, πως τάχα άφησεν ο Θεός μίαν τοιαύτην Αγίαν γυναίκα να πάθη τοιούτον κακόν. Αύτη δε η μακαρία, με όλον ότι είχε τόσην ανάγκην θεραπείας, δεν ηθέλησε να προσκαλέση ιατρόν εις επίσκεψίν της, δια να μη ίδη ξένος άνδρας το σώμα της. Αλλ’ είχεν όλην την ελπίδα της εις τον Θεόν, ο οποίος, κρίμασιν οις οίδε, την άφησε να πάθη και έπειτα να την ιατρεύση· όθεν και κατά την χρηστήν ελπίδα, την οποίαν είχεν, ούτω συνέβη και το γεγονός και ιατρεύθη με τελειότητα χωρίς ιατρόν και τρόπον τινά εφάνη, ότι ο Θεός εσυγχώρησε να πάθη η Αγία ως άνθρωπος δια να ιατρευθή παραδόξως και υπέρ άνθρωπον, και να δοξασθή με το θαύμα τούτο, το οποίον όλους έκαμε να θαυμάσουν, μάλιστα δε εκείνους οι οποίοι εσκανδαλίσθησαν πρότερον. Διότι εις όλους διεδόθη και ηκούσθη το θαύμα τούτο κηρύσσεται και ομού με τα άλλα θαυμάσια του Θεού. Άλλοτε πάλιν ησθένησεν η Αγία, η δε ασθένειά της ήτο ασυνήθιστος και αλλόκοτος, διότι είχε μίαν πύρωσιν και καύσιν εξαφνικήν όλου του σώματός της και ήτο ωσάν ένας βρασμός και άναψις του αίματος. Έπειτα ηκολούθει πάγωσις και ψύχρα του αίματος, αιμωδίασμα, κιτρινάδα, χαύνωσις του νοός και παράλυσις των μελών του σώματός της. Το πάθος αυτό ηκολούθει συχνά, ενίοτε δε πολύ συχνά, χωρίς αι τέχναι των ιατρών να είναι ικαναί εις θεραπείαν του πάθους, αν και έβαλαν όλην αυτών την επιμέλειαν, ούτε τα πολλά δάκρυα των γονέων της, ούτε αι κοιναί δεήσεις και παρακλήσεις προς τον Θεόν όλου του πλήθους. Διότι όλων ήτο ωφέλεια η υγεία της Αγίας, ενώ αντιθέτως ενόμιζαν κοινόν πάθος και βλάβην την ασθένειάν της. Τι κάμνει λοιπόν η θεία Γοργονία; Αφ’ ου πλέον απηλπίσθη από κάθε άλλην βοήθειαν, κατέφυγεν εις τον Θεόν τον κοινόν ιατρόν. Ηγέρθη λοιπόν κατά την νύκτα, ότε δεν ήτο τις να την εμποδίση, επειδή την είχεν αφήσει ολίγον το πάθος και επήγε και προσέπεσε μετά πίστεως εις το άγιον Θυσιαστήριον επικαλουμένη μεγαλοφώνως εις βοήθειαν τον Θεόν, τον τιμώμενον επάνω εις αυτό, και ενθυμίζουσα τας δυνάμεις και τα θαύματα, τα οποία έκαμε κατά διαφόρους καιρούς εις ευεργεσίαν των ανθρώπων. Τέλος πάντων μιμείται την ευαγγελικήν αιμορροούσαν, η οποία ως ήγγισεν εις το ένδυμα του Χριστού, εξήρανεν ούτος την πηγήν του αίματος· και τι κάμνει; Ήγγισε και αυτή την κεφαλήν της εις την Αγίαν Τράπεζαν· και με την αυτήν φωνήν και τα αυτά δάκρυα, με τα οποία έβρεξεν η πόρνη εκείνη τους πόδας του Χριστού, έβρεχε και αυτή την Αγίαν Τράπεζαν λέγουσα, ότι δεν θέλει αναχωρήσει εκείθεν, έως ότου λάβη την υγείαν της. Αλείφουσα έπειτα με τα δάκρυά της όλον το σώμα της, ω! του θαύματος! παρευθύς έλαβε την υγείαν της και επέστρεψεν εις τον οίκον της, ελαφρωμένη κατά τε το σώμα και την ψυχήν, αλλά και κατά το νουν, ως λαβούσα τον μισθόν της ελπίδος της και επιτυχούσα με την ευρωστίαν της ψυχής την υγείαν του σώματος. Τοιαύτη εστάθη η ζωή της μακαρίας Γοργονίας. Οποίον δε το τέλος; Επεθύμει τον θάνατον η ευλογημένη, δια την πολλήν παρρησίαν και το θάρρος, το οποίον είχεν εις τον Χριστόν και δια τούτο αντί των γηϊνων επροτίμα να είναι μαζί με Αυτόν.  Όθεν δεν απέτυχε ταύτης της ενθέου και υψηλής ελπίδος της. Αλλά τι ακολουθεί; Ακούσατε. Ύστερα από πολλήν αγρυπνίαν, την οποίαν έκαμε δεομένη περί τούτου προς τον Κύριον, της ήλθεν ύπνος γλυκύτατος και εκεί εις τον ύπνον βλέπει οπτασίαν, η οποία της εφανέρωνε πότε και ποίαν ημέραν έμελλε να αποθάνη και να απέλθη προς Κύριον· τούτο δε οικονομεί ο Θεός εις τους δούλους του τους αγαπώντας Αυτόν, δια να ετοιμάζωνται και να μη ταραχθώσιν όταν έλθη ο θάνατος έξαφνα. Δεν είχεν όμως ανάγκην η Αγία από ετοιμασίαν, επειδή προ ολίγου είχε λάβει την κάθαρσιν, δια της τελειώσεως του Αγίου Βαπτίσματος· ή, να είπωμεν το αληθέστερον, όλη η ζωή της ήτο κάθαρσις και τελείωσις· διότι, την μεν αναγέννησιν την είχεν εκ της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δια μέσου του Αγίου Βαπτίσματος, την δε ασφάλειαν και βεβαιότητα της σωτηρίας της από τας αρετάς και από τα καλά και θεάρεστα έργα, τα οποία έως τότε ετέλεσε και επάνω εις τα οποία ωσάν σφραγίδα και τέλος πάντων έβαλε το  Άγιον Βάπτισμα· ένα μόνον της έλειπε και αυτό επόθει να ετοιμάση και να προσθέση εις όλα της τα καλά· ποίον; Να βαπτίση και τον άνδρα της, δια να μη μείνη κανένα της πράγμα ατελές, αλλά να υπάγη κατά πάντα τετελειωμένη εις τον Χριστόν· αυτό εδέετο και εζήτει και δεν απέτυχε του ζητουμένου, το οποίον έλαβε παρά Θεού του ποιούντος το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν. Αφ’ ου λοιπόν τα είχε πλέον όλα ως τα εφρόντισε και κανένα δεν έλειπεν από όσα επόθει, επλησίασε δε η διωρισμένη ημέρα του θανάτου της, τότε ητοιμάσθη προς θάνατον και την προς τον Χριστόν εκδημίαν και ασθενήσασα έπεσεν εις το κρεββάτι, κατά τους νόμους της φύσεως. Αφού δε παρήγγειλεν εις τον άνδρα της, εις τα τέκνα της και εις τους φίλους της όσα παραγγέλματα είναι ακόλουθον να ειπή μία φίλανδρος, φιλότεκνος και φιλάδελφος γυνή, φιλοσοφήσασα καλώς και διδάξασα δια την ουράνιον πολιτείαν και αφού έκαμεν ωσάν ημέραν πανηγύρεως, με την εις πάντας διδασκαλίαν της, την τελευταίαν ημέραν της ζωής της, εκοιμήθη και απήλθεν η μακαρία ψυχή της εις τα ουράνια, κατά μεν τους χρόνους της ζωής όχι τόσον γραία, διότι ουδέ το ήθελε να ζήση και να ευρίσκεται πολλούς χρόνους μακράν από τον Κύριον, κατά δε τα καλά και τας αρετάς πλουτισμένη περισσότερον από άλλους πολλούς, οι οποίοι έφθασαν εις γήρας βαθύ. Αλλά καλόν είναι και ωφέλιμον να προσθέσωμεν και εκείνο το οποίον ηκολούθησεν εις το τέλος της. Εκείτετο, καθώς είπομεν, εις το κρεββάτι και ανέπνεε τας τελευταίας αναπνοάς, γύρω της δε ήσαν πολλοί συγγενείς και ξένοι λυπούμενοι δια τον χωρισμόν της· και άλλοι μεν επεθύμουν να ακούσουν από αυτήν τίποτε αξιόλογον δια να το διηγούνται ύστερον, άλλοι δε ήθελαν να είπουν τίποτε αρμόδιον εις εκείνην την ώραν. Όμως κανείς δεν αποτολμούσεν, αλλά η λύπη και ο πόνος της καρδίας των ήσαν αθεράπευτα και τα δάκρυά των έτρεχαν, χωρίς να ακούεται φωνή, διότι δεν τους εφαίνετο εύλογον να τιμούν με θρήνους εκείνην, η οποία εχωρίζετο από τον κόσμον με τα σημεία της αγιότητος, εστέκοντο δε όλοι με βαθείαν σιωπήν, ωσάν να ετελείτο θείον τι Μυστήριον· η δε Αγία εκείτετο, κατά το φαινόμενον ακίνητος, άφωνος και χωρίς πνοήν, ότε ο κοινός ποιμήν, ήτοι ο πατήρ αυτής, όστις εστέκετο εκεί πλησίον και παρετήρει αυτήν, βλέπων, ότι εκινούσεν ολίγον τα χείλη της, έβαλεν εκεί το αυτίον του με την ελπίδα, ότι θέλει ακούσει σπουδαίον τι, και πράγματι ήκουσε την Αγίαν λέγουσαν ένα στίχον από τους Ψαλμούς του Δαυίδ, αρμόδιον εις εκείνην την ώραν, ήτοι το «Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω» (Ψαλμ. δ: 9), τούτο δε δεν ήτο άλλο παρά μία φανερά μαρτυρία και απόδειξις της παρρησίας και της Αγιότητος με την οποίαν η μακαρία Γοργονία εξεδήμησε και απήλθε προς τον Χριστόν. Ου τω απείρω ελέει, δια πρεσβειών της Αγίας, αξιωθείημεν και ημείς, οι αμαρτωλοί και κατάκριτοι, αγαθού και σωτηρίου τέλους, εν μετανοία και εξομολογήσει, ίνα δοξάζωμεν μετά των σεσωσμένων την άκραν αυτού αγαθότητα, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.