Κυράννα
η κυριώνυμος και πάγκαλος νύμφη του Χριστού κατήγετο από εν χωρίον της
Θεσσαλονίκης καλούμενον Αβυσσώκα. Ήτο δε τέκνον Χριστιανών γονέων, ωραιοτάτη
και διήγε ζωήν σεμνήν και σώφρονα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος την εφθόνησε δια
τας αρετάς της και μη δυνάμενος να την μολύνη με αισχρούς λογισμούς και ατόπους
πράξεις κρυφίως, εύρεν όργανον της κακίας του ένα Αγαρηνόν Γενίτσαρον, όστις
ήτο εις το χωρίον εισπράκτωρ των αυθεντικών εισοδημάτων. Ούτος ετρώθη από
σατανικόν έρωτα προς την κόρην και ήρχισεν, ο μιαρός, να την κολακεύη με
διαφόρους τρόπους, δια να την φέρη εις τον σκοπόν του· αλλ’ η παρθένος δεν τον
εδέχετο ουδόλως, εκείνος δε της υπέσχετο να της δώση όσα χρήματα θέλει και να
της κάμη πολύτιμα φορέματα, εάν δεχθή, ει δε μη, απειλούσε να την βασανίση
σκληρώς και τελευταίον να την θανατώση. Η δε κόρη, έχουσα όλον της τον πόθον
εις τον Χριστόν, δεν εφρόντιζεν ουδόλως ούτε δια τα χαρίσματα και τας
υποσχέσεις του, ούτε δια τας απειλάς του. Ιδών λοιπόν εκείνος ότι δεν
επιτυγχάνει τον σκοπόν του, συμφωνεί με άλλους Γενιτσάρους του ιδίου τάγματος,
και αρπάσαντες έξαφνα την κόρην την έφεραν εις τον κριτήν της Θεσσαλονίκης,
ψευδομαρτυρούντες, ότι είπε δήθεν εκείνη, ότι θα τον πάρη δι’ άνδρα και θα έλθη
εις την πίστιν των. Παρηκολούθουν δε τα γενόμενα και οι γονείς της κόρης, αλλά
δειλιάσαντες από τας απειλάς των τυράννων εκρύβησαν. Εκεί λοιπόν οι Τούρκοι
έκαμαν πολλά εις την παρθένον, δια να την φέρουν εις τον σκοπόν των, πότε με
κολακείας και υποσχέσεις και πότε με απειλάς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα εστάθη
απτόητος, μόνον δε ένα λόγον είπε προς αυτούς· «Εγώ είμαι Χριστιανή και Νυμφίον
έχω τον Κύριόν μου Ιησούν Χριστόν, εις τον οποίον προσφέρω ως προίκα την
παρθενίαν μου, αυτόν επόθησα και ποθώ εκ νεότητός μου, δια δε την αγάπην του
είμαι έτοιμη να χύσω και το αίμα μου, ίνα αξιωθώ να τον απολαύσω· ηκούσατε
λοιπόν την απόκρισίν μου. Άλλον λόγον μη προσμένετε να σας ειπώ». Ταύτα ειπούσα
εσιώπησε και δεν ηθέλησε πλέον να αποκριθή εις όσα κατόπιν την ηρώτων· αλλά κλίνασα
κάτω την κεφαλήν ίστατο με πολλήν σεμνότητα ως να εντρέπετο να βλέπη εις τα
πρόσωπα των ανδρών, προσηύχετο δε μόνον νοερώς και παρεκάλει τον Νυμφίον της
Χριστόν να την ενδυναμώση έως τέλους. Την ώραν εκείνην εγέμισεν η καρδία της
από αγαλλίασιν και χαράν πνευματικήν και φανταζομένη νοερώς τον γλυκύτατον
Χριστόν, της εφαίνετο ως να ήτο εντός του Παραδείσου, λησμονούσα δε όλα τα
λυπηρά της παρούσης ζωής, επεθύμει να λάβη, το συντομώτερον, τον υπέρ Χριστού
θάνατον. Ιδόντες λοιπόν εκείνοι το αμετάθετον της γνώμης και την φαιδρότητα του
προσώπου της, κατησχύνθησαν και την έστειλαν εις την φυλακήν, εγκλείσαντες
αυτήν εις τα σίδηρα. Ο δε Γενίτσαρος εκείνος, φλεγόμενος ακόμη από τον
δαιμονικόν έρωτα, επήγεν εις ένα μεγάλον αγάν της πόλεως, Αλή εφένδην ονομαζόμενον,
έχοντα το αξίωμα του μπέη και τον παρεκάλεσε να προστάξη τον δεσμοφύλακα να τον
αφήνη να εισέρχεται εις την φυλακήν, όταν θέλη, όπερ και εγένετο. Επήγαινε
λοιπόν ο μιαρός καθ’ εκάστην ώραν και της έκαμνε πολλάς τυραννίας, με πείσμα, ή
να την φέρη εις το θέλημά του, ή να την θανατώση. Δεν έφθανε δε μόνον αυτός,
αλλά έπαιρνε μαζί του και άλλους ομοίους του Γενιτσάρους, δια να την τιμωρούν
σκληρώς. Αλλ’ η μακαρία Κυράννα, όταν τους έβλεπεν, έκυπτε κάτω την κεφαλήν,
εσκέπαζε το πρόσωπόν της και σταυρώνουσα τας χείρας της, ούτε ποσώς τους
εκύτταζεν, ούτε τους απεκρίνετο· εκείνοι δε οι αλιτήριοι πρώτον ήρχιζαν να
παρακινούν την Αγίαν με κολακείας και υποσχέσεις, ύστερον δε βλέποντες, ότι ήτο
στερεά και ασάλευτος, ήρχιζαν τας παιδείας. Ο εις την εκτύπα με ξύλον, ο άλλος
με μάχαιραν, άλλος με λακτίσματα και άλλος με γρόνθους, έως ότου την άφηναν ως
νεκράν, αναχωρούντες κατόπιν, δια να έχη καιρόν να αναζή και πάλιν να την
παιδεύουν. Και ταύτα μεν έκαμναν εκείνοι την ημέραν· τας δε νύκτας ο δεσμοφύλαξ
την εκρέμα από τας μασχάλας, αν και είχε τας χείρας της αλυσοδεμένας, αρπάζων
δε ό,τι ξύλον εύρισκε, την έδερνεν άσπλαγχνα, έως ότου εκουράζετο. Τότε την
άφηνε κρεμαμένην και εκτεθειμένην εις το ψύχος του χειμώνος. Εις δε Χριστιανός,
όστις ήτο θεατής, εφύλαττε τον καιρόν και όταν αντελαμβάνετο ότι επερνούσεν ο
θυμός του δεσμοφύλακος, επήγαινε και τον παρεκάλει ζητών την άδειάν του να την
καταβιβάση, όταν δε εκείνος του επέτρεπε την κατεβίβαζεν. Η δε Αγία είχε τόσην
υπομονήν, ησυχίαν και σιωπήν, ώστε εφαίνετο ότι άλλη πάσχει και όχι εκείνη,
όλος δε ο νους και η προσοχή της ευρίσκετο εις τους ουρανούς. Κατά την εποχήν
εκείνην ήσαν εις την φυλακήν και άλλοι φυλακισμένοι Χριστιανοί, Εβραίοι και
μερικαί Τούρκισσαι, δι’ ατίμους πράξεις, αίτινες ήλεγχον τον δεσμοφύλακα ως άσπλαγχνον
και ως μη φοβούμενον τον Θεόν, επειδή τυραννεί κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν
γυναίκα, η οποία δεν έσφαλεν. Αλλά και ο Χριστιανός εκείνος δεν έπαυε, πότε με
το καλόν, πότε επειδή είχε θάρρος, με μετρίους ελέγχους να του ενθυμίζη την
κρίσιν του Θεού και να προσπαθή να τον καταπραϋνη λέγων προς αυτόν, να μη
παιδεύη την Αγίαν. Αλλ’ ο σατανάς εσκλήρυνε πολύ την καρδίαν του και όσον οι
άλλοι τον παρεκάλουν, τόσον περισσότερον την εβασάνιζεν εκείνος. Οι δε
Γενίτσαροι, πηγαίνοντες πολλάκις δια να την τιμωρούν, άφηναν τας τιμωρίας και
προσεπάθουν να της δώσουν να φάγη, δια να μη αποθάνη και πότε της έδιδαν
σταφίδας πότε φοίνικας· της δε Αγίας μη δεχομένης παντελώς φαγητόν, εκείνοι
προσεπάθουν δια της βίας να της ανοίξουν το στόμα, χωρίς να το κατορθώνουν.
Αλλά και οι εν τη φυλακή Χριστιανοί πολύ την παρεκάλουν να φάγη ολίγον, η δε
Μάρτυς ουδόλως επείθετο να γευθή τι· διότι είχεν εντός της καρδίας της την
φλόγα της αγάπης του Κυρίου της και Νυμφίου Χριστού, όστις την έτρεφε και την
ενεδυνάμωνε. Την εβδόμην ημέραν επήγαν πάλιν οι Γενίτσαροι και την ετυράννουν
σφοδρώς· όθεν, ζήλω κινούμενος ο ρηθείς
Χριστιανός, ήρχισε να ελέγχη αυστηρά τον δεσμοφύλακα και να τον απειλή, ότι
έχει να τον καταγγείλη εις τον πασάν, πως αφήνει και έρχονται απ’ έξω άνθρωποι
και τιμωρούν τους φυλακισμένους, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του νόμου των,
άλλην δε φοράν τοιούτον τι δεν έγινεν· αλλά και αι Τούρκισσαι εκείναι πολύ τον
ύβρισαν, λέγουσαι αυτόν άπιστον και φονέα και ηθέλησαν να φωνάξουν δυνατά. Εις
ολίγην ώραν έφθασαν πάλιν οι Γενίτσαροι δια να την τιμωρήσουν, αλλ’ ο
δεσμοφύλαξ δεν τους άφησε. Τότε εκείνοι επήγαν ευθύς και παρεπονέθησαν εις τον
Αλήμπεην, όστις εκάλεσε το εσπέρας τον δεσμοφύλακα και τον ύβρισε δια την
παρακοήν του εις εκείνο όπου τον επρόσταξεν. Εκείνος τότε επέστρεψε πολύ
θυμωμένος και αρπάσας την Αγίαν την εκρέμασε, λαβών δε μίαν σχίζαν ξυλίνην πολύ
μεγάλην, η οποία έτυχε να είναι εκεί και κρατών αυτήν με τας δύο χείρας του,
εκτύπα επάνω εις την Αγίαν, όπου έφθανε, χωρίς ευσπλαγχνίαν, τόσον, ώστε
ήρχισαν οι φυλακισμένοι να φωνάζουν· και αι Τούρκισσαι εκείναι ακόμη εφώναζον
μεγαλοφώνως. Βλέπων δε την ταραχήν ο κατάρατος, την άφησε κρεμαμένην και επήγεν
εις το δωμάτιόν του πολύ ταραγμένος, με μεγάλην σύγχυσιν και είπεν εις εκείνον
τον Χριστιανόν να του βράση καφέ δια να πίη. Ενώ δε έβραζε τον καφέ ο
Χριστιανός, ήρχισε πάλιν ήμερα να τον ονειδίζη δια την ασπλαγχνίαν την οποίαν
έδειξε, τόσον ώστε τον έκαμε και έπεσε πρηνής και έκλαιεν, ή από τον έλεγχον
της συνειδήσεώς του, ή από εντροπήν. Καθ’ ον δε καιρόν η Αγία ήτο ακόμη
κρεμαμένη, ω του θαύματος! Αίφνης έλαμψε φως μέγα εις την φυλακήν, καταβαίνον
άνωθεν, από την σκεπήν, ως αστραπή, το οποίον περικυκλώσαν το σώμα της Μάρτυρος
εξεχύθη εις όλην την φυλακήν και εφώτιζεν αυτήν, ως να εισήρχετο εντός αυτής
όλος ο ήλιος αν και ήτο Τετάρτη ή Πέμπτη ώρα της νυκτός. Και οι μεν Χριστιανοί
εφώναζον «Κύριε, ελέησον», οι δε Εβραίοι έπεσον χαμαί, δια να μη βλέπουν το φως·
και αι Τούρκισσαι εφώναζον· «Ωχ! Ωχ! Το κρίμα της πτωχής ρωμαίας μας έφθασε και
έπεσεν αστραπή να μας καύση». Τότε ο δεσμοφύλαξ, τρέμων όλος εκ του φόβου του,
είπεν εις τον Χριστιανόν να ξεκρεμάση την Αγίαν. Μεταβάς όθεν ο Χριστιανός
εύρεν αυτήν τετελειωμένην, το δε φως εχάθη και έμεινε μία άρρητος ευωδία επί
ώραν πολλήν. Λαβών λοιπόν ο Χριστιανός εκείνος τα κλειδία από τον δεσμοφύλακα,
ήνοιξε τα σίδηρα και λύσας τας χείρας της συνέστειλε με σέβας και ευλάβειαν το
άγιον αυτής λείψανον και ανάψας φώτα και θυμιάσας εκάθητο πλησίον, προσμένων με
χαράν την ημέραν και δοξάζων τον Θεόν όπου τον ηξίωσε να ιδή τοιαύτα θαυμάσια
και να ψηλαφήση και να περιποιηθή μαρτυρικόν λείψανον. Το πρωϊ διεδόθη εις την
πόλιν η φήμη της τελειώσεως της Αγίας και η εμφάνισις του αγίου Φωτός. Και οι
μεν Αγαρηνοί καταισχυνθέντες εσιώπων και έδωκαν άδειαν εις τους Χριστιανούς να
πάρουν το λείψανον και να το κάμουν ως επιθυμούν, οι δε Χριστιανοί ηυφράνθησαν
και πολλοί έδραμον εις την φυλακήν, λαβόντες δε το άγιον λείψανον με ευλάβειαν
το ενεταφίασαν έξω της πόλεως, εκεί όπου ενεταφιάζοντο και των λοιπών
Χριστιανών τα λείψανα· τα δε φορέματα της Αγίας διεμοίρασαν μεταξύ των πολλοί
Χριστιανοί δι’ αγιασμόν και σωτηρίαν των.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017
Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη των Οσίων Γυναικών ΜΑΡΑΝΑΣ και ΚΥΡΑΣ.
Μαράνα και Κύρα αι Άγιαι γυναίκες είχον πατρίδα την Βέρροιαν της Συρίας,
έζων δε κατά τους χρόνους του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393-458), ήσαν δε
αμφότεραι περιφανούς και εξόχου καταγωγής, η δε ανατροφή των ήτο ομοία με το
γένος των. Αύται όμως αι αοίδιμοι, καταφρονήσασαι την λαμπρότητα του γένους και
όλα τα τερπνά και χαροποιά της ζωής ταύτης, έκτισαν έξω της πόλεως μικρόν
περιτείχισμα και εισελθούσαι εντός αυτού έφραξαν την θύραν με λίθους και πηλόν.
Βλέπουσαι αυτάς τας δύο αι υπηρέτριαι αυτών, ηθέλησαν και αυταί να ζήσωσι
παρομοίαν ζωήν. Διέταξαν λοιπόν αυτάς αι τούτων δέσποιναι να κτίσωσιν έξω του
ιδικού των περιτειχίσματος μικρόν κελλίον και εκεί να αγωνίζωνται· έβλεπον δε
εκ τινος παραθύρου τα υπό των υπηρετριών των τελούμενα και τας παρεκίνουν να
προσεύχωνται συχνότερον, θερμαίνουσαι αυτάς εις τον έρωτα του Θεού ακόμη περισσότερον.
Αύται αι μακάριαι, η Μαράνα και η Κύρα, δεν είχον οίκον, ούτε καλύβην, αλλ’
ήσαν χωρίς στέγην και σκέπασμα· υπομένουσαι δε βροχάς και χιόνας κατά τον
χειμώνα και το καύμα του ηλίου κατά το θέρος, ενόμιζον, ότι απολαμβάνουσι
πολλήν ευφροσύνην. Την τροφήν των ελάμβανον εκ τινος μικράς θυρίδος και εκείθεν
συνωμίλουν μόνον με γυναίκας, όσας ήρχοντο προς αυτάς, κατά μόνην την
Πεντηκοστήν. Κατά δε τον λοιπόν καιρόν ησύχαζον και δεν ωμίλουν. Αλλά και όταν
εδέχοντο τας γυναίκας, μόνη η Μαράνα ωμίλει προς αυτάς, της δε Κύρας ουδείς
ουδέποτε ήκουσε την φωνήν. Εφόρουν δε και σίδηρα πολλά και βαρέα εις το σώμα
των, ώστε η Κύρα, έχουσα σώμα ασθενέστερον, ένεκα του μεγάλου βάρους των
σιδήρων έκυπτε χαμαί, χωρίς να δύναται να ανορθώση το σώμα της, τα δε φορέματά
των ήσαν τόσον μακρά, ώστε εκάλυπτον καλώς όχι μόνον όλον το σώμα, αλλά και
τους πόδας των. Με τοιαύτην ζωήν πολιτευόμεναι αι μακάριαι διήλθον τεσσαράκοντα
δύο έτη, διαρκούσης δε της ζωής των, τρεις φοράς ενήστευσαν ημέρας
τεσσαράκοντα, ως ο θεόπτης Προφήτης Μωϋσής και ο Θεσβίτης Ηλίας και τρεις φοράς
ενήστευσαν επί τρεις εβδομάδας καθώς ενήστευσεν ο Προφήτης Δανιήλ. Επιθυμήσασαι
δε ποτε να ίδωσι τους Ιερούς Τόπους των σωτηρίων Παθών και της Αναστάσεως του
Κυρίου, κατήλθον εις Ιεροσόλυμα και κατά την οδοιπορίαν δεν έφαγον ουδόλως
τροφήν, τότε δε μόνον έφαγον, αφ’ ου προσεκύνησαν τους Αγίους Τόπους. Αλλ’ ουδέ
κατά την επάνοδόν των έφαγον καθ’ οδόν, αν και, ίνα διανύση τις το μεταξύ
Βερροίας της Συρίας και Ιεροσολύμων διάστημα, πρέπει να δαπανήση όχι ολιγώτερον
των είκοσι ημερών. Επειδή δε επεθύμησαν να ίδωσι και τον εν Ισαυρία Ναόν της
Αγίας Πρωτομάρτυρος Θέκλης, ίνα δια της εκείνου θεωρίας ανάψωσιν εις τας
καρδίας αυτών το πυρ της του Θεού αγάπης, μετέβησαν εκεί και επέστρεψαν χωρίς
να γευθώσιν ουδέν φαγητόν· τοσούτον κατέφλεξε τας μακαρίας ο έρως του νοητού
Νυμφίου Χριστού! Με τοιαύτην λοιπόν ενάρετον πολιτείαν στολίσασαι αι τρισόλβιαι
το γένος των γυναικών, γενόμεναι ούτω εις τας άλλας γυναίκας παραδείγματα
αρετής και ασκήσεως, εξεδήμησαν προς ον ηγάπησαν Νυμφίον Χριστόν.
Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο Άγιος Μάρτυς ΝΕΣΤΩΡ σταυρωθείς τελειούται.
Νέστωρ
ο Άγιος Μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου και του ηγεμόνος
Πουπλίου εν έτει σν΄ (250), κατήγετο δε από την Πέργην της Παμφυλίας. Αλλά
επειδή εσέβετο τον Χριστόν, συνελήφθη υπό του άρχοντος Ειρηνάρχου και εφέρθη
εις τον ηγεμόνα. Ομολογήσας λοιπόν ενώπιον αυτού την εις Χριστόν Πίστιν,
εσταυρώθη· όθεν, ευχαριστών τον Θεόν με πολλάς ευχαριστίας και τους Χριστιανούς
στηρίζων εις την Πίστιν, παρέδωκε το πνεύμα και έλαβεν ο αοίδιμος τον στέφανον
του Μαρτυρίου.
Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΡΟΤΕΡΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, καλάμοις οξέσι σφαγέντος.
Προτέριος ο ένδοξος
Ιερομάρτυς ήτο Πρεσβύτερος της εν τη Αλεξανδρεία Εκκλησίας εν έτει υν΄ (450),
κατά τους χρόνους των αοιδίμων βασιλέων Μαρκιανού και Πουλχερίας· ότε δε
συνεκροτήθη η Τετάρτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος εν έτει υνα΄ (451), ανέβη και
αυτός εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των άλλων Αλεξανδρινών Επισκόπων και
Πρεσβυτέρων και πολύ ηγωνίσθη κατά της αιρέσεως των Μονοφυσιτών. Αφ’ ου δε
απέθανεν ο Αλεξανδρείας Απολινάριος, όστις ανήλθεν εις τον επισκοπικόν θρόνον
μετά τον Μονοφυσίτην Διόσκορον τον εν τη Τετάρτη Οικουμενική Συνόδω
καθαιρεθέντα, εδέχθη τον θρόνον της Αλεξανδρείας ο θείος ούτος Προτέριος, προβληθείς
υπό πάσης της Συνόδου. Επειδή δε οι Μονοφυσίται και ακόλουθοι του Ευτυχούς
εποίουν ταραχάς εις την Αλεξάνδρειαν και ηπείλουν ότι θα εμποδίσωσι την
μεταφοράν του σίτου εξ Αλεξανδρείας εις Κωνσταντινούπολιν, δια τούτο ο βασιλεύς
Μαρκιανός διέταξε να μεταφέρωσι τον σίτον εκ του εσωτερικού της Αιγύπτου δια
του Νείλου εις το Πηλούσιον και όχι εις την Αλεξάνδρειαν. Όθεν οι κάτοικοι της
Αλεξανδρείας, βασανιζόμενοι υπό της πείνης, έβαλον μεσίτην εις τον βασιλέα τον
θείον Προτέριον· ο δε βασιλεύς, πεισθείς εις την μεσιτείαν και παράκλησιν του
Αγίου, προσέταξε να μεταφέρεται και πάλιν ο σίτος εις την Αλεξάνδρειαν. Αφ’ ου
δε απέθανεν ο βασιλεύς Μαρκιανός, ο Τιμόθεος ο επονομαζόμενος Αίλουρος, εκλέξας
νύκτα τινά σκοτεινήν και ασέληνον, μετέβη το μεσονύκτιον εις τα κελλία των
Μοναχών, φορών ένδυμα μαύρον, λέγων δε προς αυτούς, ότι είναι Άγγελος του Θεού,
τους παρήγγελλε να χωρισθώσι της κοινωνίας και υποταγής του Προτερίου. Οι δε
Μοναχοί, απλοϊκοί όντες, ηπατήθησαν και επανεστάτησαν κατά του Αρχιερέως των. Ο
δε Προτέριος φοβηθείς έφυγεν, ότε βλέπει τον Προφήτην Ησαϊαν λέγοντα προς αυτόν· «Επίστρεψον και εγώ
αναμένω να σε δεχθώ». Ούτος δε ο λόγος εφανέρωνε τον θάνατον του Προτερίου.
Επανελθών λοιπόν ο θείος Πατήρ εισήλθε, πιθανώς ίνα κρυβή, εντός της εν
Αλεξανδρεία μεγάλης κολυμβήθρας. Μαθόντες δε τούτο οι ως άνω πλανηθέντες
Μοναχοί και οι λοιποί Μονοφυσίται, έτρεξαν εκεί και κατέσφαξαν με κοπτερούς
καλάμους τον Αρχιερέα του Θεού. (Ο Άγιος Προτέριος Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ίνα διασωθή από τον
Μονοφυσίτην Αίλουρον κατέφυγεν εις την κολυμβήθραν του Βαπτίσματος. Ο δε
Αίλουρος κατώρθωσε να σφάξωσιν αυτόν οι Μονοφυσίται.) Έπειτα, αντ’ αυτού,
εχειροτόνησαν Αρχιερέα τον απατήσαντα αυτούς κακόφρονα Τιμόθεον και
ανεβίβασαν τούτον εις τον θρόνον της
Αλεξανδρείας. Τούτο μαθών ο μετά τον Μαρκιανόν βασιλεύσας Λέων Α΄ ο Μέγας, ο
και Μακέλλης επονομαζόμενος, τον μεν Τιμόθεον υπέβαλεν υπό την εξουσίαν των
Αρχιερέων, ίνα κριθή κανονικώς υπ’ αυτών, οι οποίοι αφού καθήρεσαν αυτόν της
Αρχιερωσύνης, εξώρισαν εις την Γάγγραν, τους δε λαϊκούς, τους συμμετασχόντας
εις τον φόνον του Αγίου Προτερίου, ετιμώρησεν ο βασιλεύς με δαρμούς και με
δήμευσιν των κτημάτων των. Διέταξε δε και εχειροτονήθη άλλος Αρχιερεύς
Ορθόδοξος εις την Αλεξάνδρειαν, ονομαζόμενος Τιμόθεος Σαλοφακιόλιος, ούτω δε κατέπαυσεν
η ταραχή και η επανάστασις αύτη.
Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΗ΄ (28η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Συναθλητού του Αγίου Προκοπίου του Δεκαπολίτου.
Βασίλειος ο Όσιος Πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του Ισαύρου Λέοντος
Γ΄ του Εικονομάχου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ - ψμα΄ (717 – 741), νέος
δε την ηλικίαν έγινε Μοναχός και υπεβάλλετο εις αυστηράν άσκησιν. Πρώτον
λοιπόν, καλώς αγωνισάμενος, αντέστη ύστερον ανδρείως εις τους Εικονομάχους, δια
τον σεβασμόν και την προσκύνησιν των Αγίων Εικόνων. Διο συνελήφθη υπ’ αυτών και
ετιμωρήθη πολύ ο αοίδιμος. Αλλά παρά τας τιμωρίας δεν υπεχώρησεν από την καλήν
ταύτην αντίστασιν, αλλά εκήρυττε την αλήθειαν της Ορθοδοξίας έως θανάτου, έχων
ως συναγωνιστήν και τον θείον Προκόπιον τον Δεκαπολίτην, τον εορταζόμενον κατά
την εικοστήν εβδόμην του παρόντος μηνός Φεβρουαρίου. Τούτου ένεκα και ξεσμούς
παρά των Εικονομάχων έλαβεν εις όλον το σώμα και μάλιστα τον τράχηλον και εις
φυλακήν ερρίφθη. Αφ’ ου δε ο Ίσαυρος Λέων απέθανεν, ηλευθερώθη ο Άγιος εκ της
φυλακής και ηκολούθει πάλιν την προτέραν ασκητικήν πολιτείαν, πολλούς μεν
αμαρτωλούς παρακινών εις την αρετήν δια του λόγου και του παραδείγματός του,
πολλούς δε κακοδόξους επιστρέφων εις την Ορθόδοξον Πίστιν. Με τοιούτον λοιπόν
τρόπον πολιτευσάμενος ο μακάριος, χαίρων και ευχαριστών τον Θεόν απήλθε προς
Κύριον, ον εκ βρέφους ηγάπησεν.
Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, οι Όσιοι Πατέρες ημών ΑΣΚΛΗΠΙΟΣ και ΙΑΚΩΒΟΣ, εν ειρήνη τελειούνται.
Ασκληπιός και Ιάκωβος οι Όσιοι Πατέρες ηγωνίζοντο ασκητικώς εις τας
ερήμους της Συρίας κατά τους χρόνους του Επισκόπου Κύρου Θεοδωρήτου (393- 458).
Και ο μεν Ασκληπιός, ζήσας πρότερον με πολλούς και μηδέν βλαβείς εκ της
συνοδείας, ύστερον μετεχειρίσθη την ασκητικήν και ερημικήν πολιτείαν, όθεν και
διπλών ηξιώθη στεφάνων. Ο δε θείος Ιάκωβος, κεκλεισμένος ων εις μικρόν κελλίον,
πλησίον εις εν χωρίον, Νιμουζάν καλούμενον, δεν ήναπτε φωτίαν, δεν είχε φως
λύχνου, δεν εβλέπετο από ανθρώπους, αλλ’ απεκρίνατο δια μέσου τόπου τινός
πλαγίως εσκαμμένου. Και μολονότι ήτο περισσότερον των ενενήκοντα χρόνων γέρων,
δεν εξήλθεν όμως από το κελλίον εκείνο. Τοιουτοτρόπως έως τέλους αγωνιζόμενοι
οι μακάριοι ηξιώθησαν των ουρανίων στεφάνων της ασκήσεως και συναγάλλονται εις
τους απεράντους αιώνας μετά του Δεσπότου Χριστού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και
προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017
Τη ΚΖ΄ (27η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΘΑΛΕΛΑΙΟΣ, εν ειρήνη τελειούται.
Θαλέλαιος ο Όσιος Πατήρ ημών κατήγετο εκ της Κιλικίας και ήκμασε κατά
τον Ε΄ (5ον) αιώνα· αγαπήσας δε την ασκητικήν ζωήν, επήγεν εις την
πόλιν των Γαβάλων, την νυν Γιβέλ, την εν τη Συρία, απέχουσαν της Λαοδικείας
δεκαοκτώ μίλια, προς νότον. Μακράν δε της πόλεως ταύτης έως είκοσι στάδια, ήτοι
έως δύο και ήμισυ μίλια, ευρών ο Όσιος ούτος τόπον υψηλόν, ένθα υπήρχε ναός
αφιερωμένος εις τους δαίμονας και τιμώμενος με πολλάς θυσίας υπό των
ειδωλολατρών, έκτισεν εκεί μικράν καλύβην. Βλέποντες δε οι δαίμονες την εκεί
άφιξιν του ανθρώπου του Θεού Θαλελαίου, επεδίωκον να θανατώσωσιν αυτόν· αλλά
κατ’ ουδένα τρόπον δεν ηδύναντο, διότι η προς τον Θεόν αδίστακτος πίστις του
Οσίου εφύλαττεν αυτόν, η δε του Θεού Χάρις τον εβοήθει. Μη δυνάμενοι λοιπόν οι
δαίμονες να βλάψωσι τον Όσιον, ωργίσθησαν σφόδρα και ώρμησαν κατά των
πεφυτευμένων δένδρων, εκ των οποίων έξαφνα εξερρίζωσαν πλείονα των πεντακοσίων.
Επειδή δε και μετά τούτο δεν ηδυνήθησαν να φοβίσωσι τον του Χριστού αγωνιστήν,
εφεύρον, οι αλιτήριοι, άλλα μηχανεύματα· συναχθέντες την νύκτα έκαμνον θρήνους
και ολολυγμούς, δεικνύοντες δε είτα αναμμένας λαμπάδας προσεπάθουν να
ενσπείρωσι φόβον εις την καρδίαν του Οσίου· επειδή δε ο Όσιος κατεφρόνησεν όλας
τας πλεκτάνας των, τούτου ένεκα, αφήσαντες αυτόν οι δαίμονες, ανεχώρησαν. Ο δε
Όσιος, κατασκευάσας δύο τροχούς, έκαστος των οποίων ήτο κατά το μέγεθος δύο
πήχεις, συνήρμοσε και τους δύο με σανίδας, όχι πυκνάς, αλλά αραιάς, καθήσας δε
εν μέσω των τροχών, εκάρφωσε με καρφία τας αραιάς εκείνας σανίδας και εκρέμασε
τον διπλούν εκείνον τροχόν εις τόπον ασκεπή· καθήμενος δε εντός αυτού, μάλλον
δε κρεμάμενος, διήλθε δέκα έτη. Επειδή δε είχε σώμα μέγα, δεν ηδύνατο, όταν
εκάθητο, να εκτείνη προς τα άνω την κεφαλήν του, αλλά έκυπτε πάντοτε και είχε
το πρόσωπον εστηριγμένον επί των γονάτων. Προς τούτον τον Όσιον επήγε ποτέ ο
Κύρου Θεοδώρητος, όστις έγραψε και τον Βίον του, και ηρώτησεν αυτόν δια ποίαν
αιτίαν μετεχειρίζετο τον καινόν εκείνον τρόπον της ασκήσεως. Ο δε Όσιος
απεκρίθη· «Επειδή είμαι υποκείμενος εις πολλάς αμαρτίας, πιστεύω δε ακραδάντως,
ότι είναι αληθείς αι τιμωρίαι εκείναι, τας οποίας απειλεί ο Θεός κατά των
αμαρτωλών, δια τούτο εφεύρον τον καινόν τούτον τρόπον της ζωής, μηχανευόμενος
εις το σώμα μου μετρίας τινάς τιμωρίας εις την παρούσαν ζωήν, ίνα ελαφρώσω το
βάρος των επαπειλουμένων εκείνων τιμωριών της μελλούσης κολάσεως. Χειρότεραι δε
είναι αι τιμωρίαι εκείναι, όχι μόνον κατά το ποσόν, αλλά και κατά το ποιόν,
διότι είναι βίαιαι και ακούσιαι. Ό,τι δήποτε δε είναι βίαιον και χωρίς την
γνώμην του ανθρώπου, αυτό είναι λυπηρότατον. Τουναντίον δε, ό,τι είναι
θεληματικόν και εκούσιον, έστω και εάν είναι κοπιαστικόν και λυπηρόν, είναι
όμως κατώτερον κακόν, διότι ο κόπος εκείνου είναι θεληματικός και όχι βίαιος
και δυναστικός· εάν λοιπόν με τας μικράς αυτάς θλίψεις ολιγοστεύσω τας
μελλούσας μεγάλας τιμωρίας, βεβαίως αποκτώ μέγα κέρδος». Ταύτα ακούσας ο
Θεοδώρητος εθαύμασε πολύ δια την αγχίνοιαν του Οσίου, διότι όχι μόνον ηγωνίζετο
περισσότερον των διωρισμένων και συνήθων εις τους Ασκητάς αγώνων, εφευρίσκων
μόνος άλλους αγώνας μεγαλυτέρους, αλλά, προς τούτοις, εγνώριζε και τας αιτίας
τούτων και ταύτας εις τους άλλους εδίδασκεν. Έλεγον δε οι κατοικούντες εις τα
πέριξ, ότι πολλά θαύματα εποίησεν ο Όσιος ούτος δια της προσευχής του, όχι
μόνον εις τους ανθρώπους, αλλά και εις ζώα, διότι και άνθρωποι και ζώα έλαβον
δι’ αυτού την ιατρείαν εις πολλά πάθη. Εκ τούτου δε του Οσίου παρακινούμενοι οι
τον τόπον εκείνον κατοικούντες Έλληνες αφήκαν την πατρικήν ασέβειαν και το
περικαλύπτον αυτούς σκότος και έλαβον το φως της θεογνωσίας και πίστεως·
τούτους δε μεταχειριζόμενος ο Όσιος ως οδηγούς και συνεργούς, εκρήμνισε τον
εκεί ευρισκόμενον ναόν των δαιμόνων και έκτισεν αυτόν Ναόν Ιερόν εις το όνομα
των καλλινίκων Μαρτύρων. Με τοιούτον λοιπόν τρόπον αγωνισθείς ο μακάριος προς
Κύριον εξεδήμησεν, ον ολοψύχως επόθησε και παρ’ ου προσεκλήθη, ίνα λάβη παρ’
αυτού τον άφθαρτον της ασκήσεως στέφανον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)