Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

Τη αυτή ημέρα Δ΄ (4η) Αυγούστου, μνήμη της Οσίας μητρός ημών και Μάρτυρος ΕΥΔΟΚΙΑΣ, και της ανακομιδής των λειψάνων αυτής.

Ευδοκία η του Χριστού Αγία Μάρτυς κατήγετο εκ της Ανατολής, αλλ’ αιχμαλωτισθείσα υπό των Περσών μετήχθη εις την Περσίαν, επειδή δε ήτο εξησκημένη εις την θείαν Γραφήν, εδίδασκεν όλους τους αιχμαλώτους· όθεν έγινε γνωστή και φίλη εις τας γυναίκας των Περσών, πολλάς δε εξ αυτών ωδήγησεν εις την θεογνωσίαν. Δια τούτο διεβλήθη εις τους κριτάς και εδάρη με βούνευρα· έπειτα ερρίφθη εν τη φυλακή και έμεινεν εκεί μήνας δύο. Μετά ταύτα πάλιν εκρίθη, επειδή δε ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, εδάρη τόσον δυνατά με ράβδους από κλάδους ροδής πλήρεις ακανθών, ώστε αι μεν σάρκες αυτής ανέλυσαν και έπεσαν χαμαί, οι δε δέροντες αυτήν εβάφησαν κόκκινοι εκ των αιμάτων της· είτα έρριψαν πάλιν αυτήν εις την φυλακήν. Αφού δε παρήλθον εξ μήνες, έκριναν αυτήν εκ τρίτου, και σχίσαντες καλάμους ισομέτρους με το μέγεθος του σώματός της, εξέδυσαν αυτήν και γυμνήν την περιετύλιξαν με τους καλάμους· έπειτα σφίγξαντες τους καλάμους με σχοινίον λεπτόν, ούτως ώστε να εμπηχθώσιν εις τας σάρκας του σώματός της, και σύραντες με βίαν ανά εν καλάμιον, έσυρον και ανέσπων ομού και τας σάρκας της, και επομένως προυξένησαν οι απάνθρωποι εις την Μάρτυρα πόνους σκληρούς και δριμυτάτους. Μετά ταύτα εκρέμασαν την Αγίαν και δέσαντες σφιγκτά το σώμα της όλον με σχοινία, συνέτριψαν όλα τα οστά της· όταν δε είδον αυτήν ημιθανή και άλαλον, απέκοψαν την αγίαν αυτής κεφαλήν, και ούτως η αρρενόφρων απήλθε στεφανοφόρος εις τα ουράνια. Ύστερον ανεκομίσθη το άγιον αυτής λείψανον βρύον ιάματα εις τους μετά πίστεως προστρέχοντας εις αυτό. 

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Τη Δ΄ (4η) του αυτού μηνός Αυγούστου, μνήμη των επτά Παίδων των εν Εφέσω, ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΥ, ΕΞΑΚΟΥΣΤΩΔΙΑΝΟΥ, ΙΑΜΒΛΙΧΟΥ, ΜΑΡΤΙΝΙΑΝΟΥ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΑΝΤΩΝΙΝΟΥ και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.

Ο Μαξιμιλιανός και οι έτεροι συν αυτώ Άγιοι Παίδες ήκμασαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σνβ΄ (252), αφού δε διεμοίρασαν εις τους πτωχούς όλην αυτών την περιουσίαν εισήλθον εντός σπηλαίου και εκρύβησαν· παρακαλέσαντες δε τον Θεόν να λυθώσιν από του δεσμού του σώματος και να μη παραδοθώσιν εις τον βασιλέα Δέκιον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν. Όταν δε ο βασιλεύς Δέκιος επανήλθεν εις την Έφεσον, εζήτησεν αυτούς ίνα ελθόντες θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, και μαθών ότι απέθανον εν τω σπηλαίω, προσέταξε να εμφράξωσι την είσοδον αυτού. Έκτοτε λοιπόν παρήλθον εκατόν ενενήκοντα τέσσαρα έτη μέχρι του τριακοστού ογδόου έτους της βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού, ήτοι εν έτει υμς΄ (446). Τότε παρουσιάσθη μία νέα αίρεσις, μη παραδεχομένη την των νεκρών ανάστασιν. Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος, βλέπων τεταραγμένην την Εκκλησίαν του Θεού, καθό πλανηθέντων εις την αίρεσιν ταύτην πολλών Επισκόπων, ηπόρει περί του πρακτέου· όθεν ενδυθείς κιλίκιον (τρίχινον σάκκον δηλαδή) εκάθισε κατά γης και εθρήνει, παρακαλών τον Θεόν να του φανερώση τον τρόπον της διαλύσεως της αιρέσεως ταύτης. Δεν παρέβλεψε δε ο Κύριος τα δάκτυά του, αλλ’ επήκουσεν αυτού ούτω πως. Ο κύριος του όρους εκείνου, ένθα έκειτο το σπήλαιον των Αγίων επτά Παίδων, ηθέλησε κατ’ εκείνον τον καιρόν να κατασκευάση μάνδραν του ποιμνίου του, και ενώ εκύλιε λίθους εκ του σπηλαίου δια την οικοδομήν της μάνδρας, ηνοίχθη η θύρα του σπηλαίου, και κατά προσταγήν Θεού ανέστησαν οι εν τω σπηλαίω αποθανόντες επτά Παίδες, και συνωμίλουν μεταξύ των ως να είχον κοιμηθή την προηγουμένην ημέραν χωρίς τελείως να αλλοιωθώσιν τα σώματά των, ούτε αυτά τα ενδύματά των να φθαρώσι ποσώς εκ της φυσικής νοτίδος και υγρότητος του σπηλαίου. Αναστηθέντες δε ενεθυμούντο ότι ο βασιλεύς Δέκιος ζητεί να τους βασανίση· όθεν συνδιελέγοντο περί τούτου. Ο δε Μαξιμιλιανός έλεγεν εις τους άλλους· «Εάν, αδελφοί, συλληφθώμεν υπό του Δεκίου, ας σταθώμεν γενναίοι και μη προδώσωμεν την ευγένειαν της πίστεώς μας· συ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, ύπαγε να αγοράσης άρτον, και αγόρασον περισσότερον, επειδή χθες το εσπέρας ηγόρασας ολίγον, και δια τούτο εκοιμήθημεν σχεδόν πεινώντες, μάθε δε και τι βουλεύεται ο Δέκιος περί ημών». Ελθών λοιπόν ο Ιάμβλιχος εις την πόλιν της Εφέσου, είδε το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις την θύραν και εθαύμασεν. Βλέπων δε αυτό και εις άλλους τόπους, και θεωρών τας οικοδομάς παρηλλαγμένας και τους ανθρώπους διαφορετικούς, ενόμιζεν ότι βλέπει όραμα ή ότι ήλθεν εις έκστασιν· μεταβάς δε εις τα αρτοπωλεία ηγόρασεν άρτους, και όταν έδωκε τα χρήματα και έσπευδε να επανέλθη εις το σπήλαιον, είδε τους αρτοπώλας, οι οποίοι εδείκνυον εις αλλήλους τα νομίσματα, και οι οποίοι στρέφοντες προς αυτόν το βλέμμα έλεγον, ότι αυτός εύρε θησαυρόν, καθότι τα νομίσματα τα οποία έδωκε προς πληρωμήν είχον επάνω τετυπωμένην την εικόνα του προ πολλών ετών βασιλεύσαντος Δεκίου. Τούτο ακούσας ο Ιάμβλιχος ετρόμαξε, και εκ του φόβου δεν ηδύνατο να ομιλήση, νομίζων ότι εγνωρίσθη υπ’ αυτών και μέλλει δι’ αυτών να παραδοθή εις τον βασιλέα Δέκιον. Όθεν παρεκάλει αυτούς λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε και τα χρήματα, λάβετε και τους άρτους σας, πλην αφήσατέ με να αναχωρήσω». Οι δε αρτοπώλαι του έλεγον· «Δείξον μας τον θησαυρόν, τον οποίον εύρες, δος δε και εις ημάς μερίδιον του ευρήματος, ειδεμή θέλομεν σε παραδώσει εις θάνατον». Βλέποντες δε ούτοι τον Άγιον να ίσταται σύννους, έδεσαν άλυσον εις τον λαιμόν του και έσυρον αυτόν εις την αγοράν· απαγαγόντες δε αυτόν εις τον Ανθύπατον της Εφέσου, τον παρέστησαν εις εξέτασιν. Ιδών τούτον ο Ανθύπατος είπε· «Διηγήθητι, ω νεανία, πως εύρες τον θησαυρόν, πόσος είναι, και που υπάρχει». Ο δε Ιάμβλιχος απεκρίνατο, ότι ουδέποτε εύρε τι, αλλ’ ότι το νόμισμα, το οποίον έδωκε, το έχει λάβει παρά των γονέων του, έλεγε δε· «Τι είναι τούτο, όπερ ηκολούθησεν εις εμέ, δεν ηξεύρω». Ο δε Ανθύπατος πάλιν ηρώτησεν αυτόν, εκ ποίας πόλεως είναι. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Εκ ταύτης είμαι, εάν αύτη είναι η Έφεσος». Λέγει ο Ανθύπατος· «Ποίοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθωσι προς ημάς, και όταν αποκαλυφθή η αλήθεια, τότε θέλομεν σε πιστεύσει». Ο Ιάμβλιχος απεκρίθη· «Ο δείνα είναι ο πατήρ μου, ο δείνς είναι ο πάππος μου, και οι δείνα συγγενείς μου». Και ο Ανθύπατος προς αυτόν· «Ξένα και ανυπόστατα είναι τα ονόματα, τα οποία είπες, έξω δε και των λεγομένων κατά την σημερινήν συνήθειαν· όθεν δεν είναι δυνατόν να γίνης πιστευτός». Ο Ιάμβλιχος είπεν· «Εάν συ δεν πιστεύης εμέ λέγοντα την αλήθειαν, εγώ πλέον δεν ηξεύρω τι άλλο να είπω». Ο Ανθύπατος απεκρίθη· «Ασεβέστατε, το νόμισμά σου μαρτυρεί εκ της επιγραφής του, ότι ετυπώθη προ διακοσίων ετών και επέκεινα, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, και συ νεώτερος ων πειράσαι να μας εξαπατήσης»; Τότε ο Ιάμβλιχος πεσών εις τους πόδας των παρευρεθέντων, τους παρεκάλει λέγων· «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, να μοι είπητε, που είναι ο βασιλεύς Δέκιος, ο οποίος ήτο εις την πόλιν ταύτην». Οι δε είπον εις αυτόν· «Κατά τούτους τους χρόνους δεν υπάρχει Δέκιος, επειδή αυτός εβασίλευσε προ πολλών ετών». Και ο Ιάμβλιχος· «Δια τούτο, κύριοί μου, εξεπλάγητε; Αλλ’ όμως ακολουθήσατέ μοι να υπάγωμεν εις το σπήλαιον, και εξ αυτών των σημείων θέλουν διαπιστωθή οι λόγοι μου, διότι εγώ ηξεύρω, ότι εφύγομεν εξ αιτίας του Δεκίου, και ότι χθες ερχόμενος ίνα αγοράσω άρτον, είδον ότι ο Δέκιος εισήλθεν εν τη πόλει ταύτη». Ταύτα μεν είπεν ο Άγιος. Ο δε Επίσκοπος της Εφέσου, Μαρίνος ονόματι, ακούσας ταύτα, λέγει εις τον Ανθύπατον· «Εγώ νομίζω ότι θαυμαστόν τι έλαβε χώραν εν προκειμένω· όθεν ας τον ακολουθήσωμεν». Ηκολούθησαν λοιπόν αυτόν ο Ανθύπατος και ο Επίσκοπος και πολλοί λαϊκοί, και ότε έφθασαν εις το σπήλαιον, εισήλθε πρώτος ο Ιάμβλιχος εν αυτώ, και έπειτα ο Επίσκοπος, ο οποίος στραφείς εις τα δεξιά μέρη της θύρας του σπηλαίου, είδεν εν κιβώτιον εσφραγισμένον με δύο σφραγίδας, το οποίον οι Χριστιανοί Ρουφίνος και Θεόδωρος, αποσταλέντες μετ’ άλλων υπό του Δεκίου, όπως εμφράξωσι την θύραν, είχον θέσει αυτοί εκεί, γράψαντες οι ίδιοι και τα συναξάρια των Αγίων, και σημειώσαντες τα ονόματά των εις πλάκας εκ μολύβδου. Όταν λοιπόν συνήχθησαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μετά του Ανθυπάτου ήνοιξαν το κιβώτιον, εντός του οποίου ευρόντες τας μολυβδίνας πλάκας, και αναγνώσαντες τα επ’ αυτών γράμματα, εξέστησαν άπαντες· εισελθόντες δε εις το ενδότερον μέρος του σπηλαίου, και ευρόντες τους Αγίους, έπεσον εις τους πόδας αυτών. Έπειτα καθήσαντες ούτοι τους ηρώτων· οι δε Άγιοι διηγήθησαν πρώτον μεν τα αφορώντα αυτούς, ύστερον δε και τα κακουργήματα του βασιλέως Δεκίου. Όθεν εξίσταντο άπαντες και εδόξαζον τον των θαυμασίων Θεόν. Τότε ο Ανθύπατος μετά του Επισκόπου έστειλαν αναφοράν εις τον βασιλέα Θεοδόσιον, και ανήγγειλαν εις αυτόν όλα τα ανωτέρω. Ο δε βασιλεύς, λαβών τα γράμματα, ενεπλήσθη χαράς εκ της τοιαύτης ειδήσεως, και μετά μεγάλης σπουδής ήλθεν εις την Έφεσον· εισελθών δε εν τω σπηλαίω, έπεσεν εις την γην και έπλυνε τους πόδας των Αγίων με τα δάκρυά του, και έχαιρε και ηγαλλιάτο η ψυχή του, ότι δεν παρέβλεψεν ο Κύριος την δέησίν του, αλλ’ έδειξεν εις αυτόν οφθαλμοφανώς την των νεκρών ανάστασιν. Ενώ δε συνωμίλει ο βασιλεύς μετά των Αγίων, ως και οι Επίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, ενύσταξαν ολίγον οι Άγιοι, και ούτως έμπροσθεν πάντων παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού. Τότε ο βασιλεύς έδωκεν άμφια πολύτιμα και χρυσόν και άργυρον ικανόν, και προσέταξε να κατασκευασθώσιν επτά θήκαι, εις τας οποίας να αποτεθώσι τα λείψανα των Αγίων. Κατά την ιδίαν όμως νύκτα εφάνησαν οι Άγιοι εις τον βασιλέα και είπον· «Άφες μας, ω βασιλεύ, εις το σπήλαιον τούτο, εντός του οποίου ανέστημεν». Γενομένης λοιπόν Συνάξεως πολλών Επισκόπων και αρχόντων, κατέθεσεν ο βασιλεύς τα λείψανα των Αγίων εν τη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι δι’ οπτασίας εφανέρωσαν εις αυτόν, και ποιήσας χαρμόσυνον εορτήν, εφιλοξένησε μετά μεγάλης φιλοξενίας τους πτωχούς της Εφέσου και εχαροποίησεν όλον τον λαόν, φιλοτιμήσας αυτόν πολυτελώς και βασιλικώς, ελύτρωσε δε εκ των φυλακών και τους πεφυλακισμένους Επισκόπους, διότι εκήρυττον την ανάστασιν των νεκρών. Ακολούθως έγινε κοινή εορτή εις όλους, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. 

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Αν υπάρχει κάτι στη ζωή μας που δεν τιθασσεύεται, αυτό είναι η αέναη κίνηση του χρόνου. Το σήμερα γίνεται χθες εν ριπή οφθαλμού, και το αύριο σήμερα και χθες. Κι εμείς παρασυρόμεθα προς το τέρμα της πορείας μας, εκόντες άκοντες, παρακολουθούντες τα γεγονότα που περνούν από μπροστά μας, χωρίς αναστρέψιμη ελπίδα. Αυτή είναι η μοίρα των θνητών. Κι αλλοίμονο σ' εκείνους που δεν έχουν ακόμη βρη την απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου. Την απάντηση τη δίδει μόνο η χριστιανική πίστη.

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη της Οσίας ΘΕΟΚΛΗΤΟΥΣ της θαυματουργού εν ειρήνη τελειωθείσης.

Θεοκλητώ η Οσία έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοφίλου του μισοχρίστου και εικονομάχου, εν έτει ωκθ΄ (829), κατήγετο δε εκ της τοποθεσίας της καλουμένης των Οπτιμάτων, των γονέων αυτής Κωνσταντίνου και Αναστασίας ονομαζομένων. Αύτη λοιπόν εκ νεαράς ηλικίας ανατραφείσα θεαρέστως, προσείχεν εις εαυτήν· αναγκασθείσα όμως υπό των γονέων της συνεζεύχθη με άνδρα όμοιον με αυτήν εις την αγαθήν γνώμην, ονομαζόμενον Ζαχαρίαν. Αφού δε υπανδρεύθη, εποίει πολλάς και αμετρήτους ελεημοσύνας η μακαρία· επεδόθη μάλιστα εις την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών, και όχι μόνον ανεγίνωσκεν, αλλά και έπραττε συμφώνως προς τα εν αυταίς δια των έργων, παν καλόν και πάσαν αρετήν μεταχειριζομένη. Ειργάζετο δε καθ’ όλην την ημέραν και εβοήθει εις τας χρείας των πτωχών των ερχομένων εις τον οίκόν της· ωσαύτως υπηρέτει και τους ανθρώπους της οικίας της ως εκ της πολλής ταπεινώσεως. Όταν δε έμελλε να απέλθη η αοίδιμος προς Κύριον, τότε προσεκάλεσεν όλους τους φίλους και γνωστούς, και προείπεν εις αυτούς την ημέραν κατά την οποίαν μέλλει να αποθάνη· και τη αληθεία ούτως ηκολούθησε, καθώς η Αγία προείπεν. Όσα δε θαύματα έγιναν μετά την κοίμησιν αυτής δια του αγίου λειψάνου της, δεν δυνάμεθα να τα περιγράψωμεν, επιδιώκοντες την συντομίαν· εν δε μόνον είναι αναγκαίον να διηγηθώμεν, το οποίον, και εάν θέλωμεν, δεν δυνάμεθα να παραλείψωμεν, καθότι το ύψος και μέγεθος αυτού δεν μας αφήνει να το παραδράμωμεν. Οι συγγενείς της Οσίας ταύτης έχουσι συνήθειαν να σηκώνωσι κατ’ έτος το τρισόσιον εκείνο και πάντιμον αυτής λείψανον, το οποίον είναι σώον και ολόκληρον, και ν’ αλλάσσωσι τα ιμάτια τα παλαιά και ενδύωσιν αυτό με νέα, ευτρεπίζουν δε και τας τρίχας της κεφαλής της, αι οποίαι είναι λευκαί, και έπειτα κόπτουσι τους όνυχας των χειρών και των ποδών της, ως αν ήτο ζωντανή και μετά ταύτα λέγουσι το τρισάγιον, και ούτως αποθέτουσι πάλιν το σώμά της εις την θήκην. 

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 3η Αυγούστου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΣΤΕΦΑΝΟΥ Πάπα Ρώμης και των συν αυτώ.

Στέφανος ο Πάπας και Μάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους Δεκίου, Ουαλλερίου και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σν΄ (250). Δια δε τον κατά των Χριστιανών διωγνόν εκρύπτετο εν Ρώμη, και τους προς αυτόν ερχομένους Έλληνας εδίδασκε και κατήχει εις τον Χριστιανισμόν, βαπτίζων αυτούς και χειροτονών εξ αυτών πρεσβυτέρους, διακόνους και αναγνώστας. Τινές τούτων συλληφθέντες ωμολόγησαν, δια παρακινήσεως αυτού, τον Χριστόν και έλαβον του Μαρτυρίου τον στέφανον. Όθεν δια ταύτα εφανερώθη ο μακάριος ούτος εις τον ηγεμόνα· προσαχθείς δε εις τον ναόν του Άρεως και προσευχηθείς, έσεισε τον ναόν και μέρος αυτού εκρήμνισε. Τότε οι μεν στρατιώται φοβηθέντες έφυγον, ο δε Άγιος ανεχώρησε και μετέβη εις τον τάφον της Μάρτυρος Λουκίας, τον ευρισκόμενον εν Καμπανία της Ιταλίας ένθα ετέλει την αναίμακτον θυσίαν. Ύστερον δε ζητήσαντες αυτόν οι στρατιώται και ευρόντες, τον ετιμώρησαν πολύ και τελευταίον τον απεκεφάλισαν, ούτω δε έλαβεν ο αοίδιμος διπλούν τον ομώνυμον στέφανον, και ως Αρχιερεύς, και ως αθλητής Κυρίου. 

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

Τη Γ΄ (3η) του αυτού μηνός Αυγούστου, μνήμη των Οσίων Πατέρων ημών ΔΑΛΜΑΤΟΥ, ΦΑΥΣΤΟΥ και ΙΣΑΚΙΟΥ ή ΙΣΑΑΚΙΟΥ.

Δαλμάτος, Φαύστος και Ισάκιος οι Όσιοι Πατέρες ήκμασαν κατά τον Δ΄ αιώνα. Εκ τούτων, ο μεν Δαλμάτος ήτο στρατιώτης εις το δεύτερον στρατιωτικόν σχολείον, κατά τους χρόνους του βασιλέως Θεοδοσίου του Μεγάλου, εν έτει τοθ΄ (379) ζων ευσεβώς και θεαρέστως· ύστερον δε εγκαταλείψας γυναίκα, τέκνα και όλα τα κοσμικά πράγματα, και παραλαβών μεθ΄εαυτού μόνον τον υιόν του Φαύστον, επήγεν εις τον Άγιον Ισαάκιον, και εκεί γενόμενος Μοναχός έφθασεν εις βαθμόν αρετής. Ο δε θαυμαστός ούτος Ισάκιος κατώκησεν εις την έρημον και ησυχίαν, από της νεαράς του ηλικίας μεταχειριζόμενος παν είδος αρετής, και διότι ήτο εστολισμένος με ζωήν ενάρετον, δια τούτο και ο λόγος του ήτο λαμπρότατος. Όταν δε ο βασιλεύς Ουάλης ο Αρειανός εξήλθεν όπως πολεμήση τους Σκύθας και Γότθους, προσελθών εις αυτόν ο Ισάκιος τω είπεν· «Άνοιξον, ω βασιλεύ, τας Εκκλησίας εις τους Ορθοδόξους, και θέλεις νικήσει εις τον πόλεμον». Ο δε βασιλεύς όχι μόνον δεν επείθετο, αλλά μάλιστα οργισθείς είπεν εις τον Όσιον· «Όταν επανέλθω εκ του πολέμου, θέλω σε τιμωρήσει δια τους λόγους σου τούτους». Ο δε Όσιος είπεν· «Εάν συ επανέλθης εκ του πολέμου, δεν ελάλησεν εις εμέ Κύριος ο Θεός, διότι θα συνάψης μεν μάχην, αλλά θα φύγης έμπροσθεν των εχθρών σου, και μέλλεις να κατακαής ζων». Τούτο δε και έγινε, διότι κλεισθείς ούτος εις αχυρώνα, εκεί κατεκάη. Ούτος λοιπόν ο Όσιος, μέλλων να απέλθη προς Κύριον, κατέστησεν Ηγούμενον του Μοναστηρίου τον Δαλμάτον, όταν ήτο Πατριάρχης εις την Κωνσταντινούπολιν ο Άγιος Αττικός. Ο δε Όσιος Δαλμάτος διαπρέψας εν τη ασκήσει, έμεινε νήστις τεσσαράκοντα ημέρας, και εις άλλας τόσας ήλθεν εις έκστασιν· όθεν έγινεν αιδέσιμος και σεβάσμιος εις τε τους βασιλείς και την Σύγκλητον, ως και εις τους Αγίους Πατέρας τους εν Εφέσω συνελθόντας κατά την τρίτην Σύνοδον εν έτει υλα΄ (431), οι οποίοι εψήφισαν αυτόν Αρχιμανδρίτην, και τους μεταγενεστέρους αυτού διώρισαν παντοτεινούς εξουσιαστάς του Μοναστηρίου του. Εις ταύτα διαπρέψας ο αοίδιμος, προς Κύριον εξεδήμησε, και κατετέθη εις το Μοναστήριον αυτού. 

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Τη αυτή ημέρα 2α Αυγούστου, η εύρεσις των λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων ΜΑΞΙΜΟΥ, ΔΑΔΑ και ΚΥΝΤΙΛΛΙΑΝΟΥ.

Μάξιμος, Δάδας και Καντιλλιανός οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν κατά τους χρόνους των βασιλέων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού εν έτει 296 εις πόλιν καλουμένην Δορύστολον, εν τη χώρα της δευτέρας Μοισίας· παρασταθέντες δε εις τον ύπατον Ταρκύνιον, και μη θελήσαντες να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα εδάρησαν, και έπειτα οδηγηθέντες εις τόπον καλούμενον Οζοβίαν, εκεί απεκεφαλίσθησαν κατά την δεκάτην τρίτην του Απριλίου. Εκρύπτοντο λοιπόν τα λείψανα τούτων επί πολύν χρόνον· ύστερον δε απεκαλύφθησαν ταύτα δια θείου Αγγέλου, κατά την δευτέραν ταύτην του Αυγούστου μηνός, τα οποία και μέχρι σήμερον ευρίσκονται εις τον οίκον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τόπον λεγόμενον του Βιγλεντίου, όπου και η τούτων γίνεται Σύναξις και εορτή.