Γεώργιος ο νεοφανής Μάρτυς του Χριστού ήτο από την Σερβίαν, από πόλιν
τινά λεγομένην Κράτοβαν, ευσεβών γονέων υιός Δημητρίου και Σάρρας· όταν δε
έγινε το παιδίον εξ ετών, εδόθη υπό των γονέων του εις μάθησιν των ιερών
γραμμάτων, τα οποία ταχέως έμαθεν· έπειτα έμαθε κατ’ ακρίβειαν και την τέχνην
των χρυσοχόων. Κατά δε τον αυτόν καιρόν απέθανεν ο πατήρ αυτού και έμεινεν
ορφανός· επειδή δε ήτο πολύ ωραίος, εφοβήθη να μένη εις την πατρίδα του, μήπως
τον λάβουν βιαίως εις την αυλήν του τότε Σουλτάνου Βαγιαζήτ· δια τούτο άφησε
την πατρίδα του και επήγεν εις την πόλιν Σοφίαν (η σημερινή πρωτεύουσα της
Βουλγαρίας Σόφια), κατοικήσας εις την οικίαν του ευλαβεστάτου Ιερέως της πόλεως
εκείνης Πέτρου ονομαζομένου, εκεί δε διαμένων ο Μάρτυς μετεχειρίζετο πάσας τας
αρετάς. Βλέπων ο Ιερεύς τον Γεώργιον, ότι τον υπήκουε προθύμως, εδίδασκεν εις
αυτόν την θείαν Γραφήν όσον ηδύνατο.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Παρασκευή 18 Μαΐου 2018
«Ων εν τω παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη».
(1). Ο Θεόφιλος εβασίλευσε κατά τα έτη 829 – 842. Ότε δε ούτος επρόκειτο να
έλθη εις γάμον κατά προτροπήν της μητρός του εστάλησαν εις τα ανάκτορα τα
ωραιότερα κοράσια εξ όλης της αυτοκρατορίας, ίνα εξ αυτών εκλέξη ο Θεόφιλος την
αρέσκουσαν εις αυτόν δια σύζυγον. Τούτου γενομένου μεταξύ των άλλων παρθένων
ήτο και η περικαλλεστάτη και σοφή νεάνις Κασσιανή, εις την οποίαν πρώτον
απέβλεψεν ο Θεόφιλος. Θέλων δε να δοκιμάση την ευφυϊαν εκάστης, λέγει προς την
Κασσιανήν· «Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα», υπονοών την Εύαν. Τότε η σοφωτάτη
Κασσιανή, σεμνώς ερυθριάσασα, απήντησε θαραλλέως· «Αλλά και εκ γυναικός πηγάζει
τα κρείττω», υπονοήσασα την Θεοτόκον. Η τόλμη και η σοφία της Κασσιανής
συνέστειλε τον Θεόφιλον, όστις απομακρυνθείς απ’ αυτής εξέλεξε την σεμνήν
Θεοδώραν, εις ην και προσέφερε το μήλον, ως σύμβολον της εκλογής του. Ούτως η
μεν Θεοδώρα έγινε βασίλισσα, η δε Κασσιανή εγκαταλείψασα την κοσμικήν ζωήν
εγένετο Μοναχή. Εις την Κασσιανήν οφείλεται το δοξαστικόν της Μεγάλης Τετάρτης
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Λέγεται δε ότι όταν συνέθετε
τούτο η Κασσιανή ήτο απόγευμα και ευρίσκετο εις κήπον. Όταν δε είχε φθάσει εις
τους στίχους «αποσμήξω δε τούτους τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις»,
αντιληφθείσα την έλευσιν του Θεοφίλου έσπευσε να κρυβή. Ελθών δε ο Θεόφιλος και
ιδών το ημιτελές ποίημα προσέθηκε την φράσιν: «Ων εν τω παραδείσω, Εύα το
δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Επανελθούσα δε η Κασσιανή
μετά την αναχώρησιν του Θεοφίλου και ιδούσα τους υπό του Θεοφίλου γραφέντας
στίχους αφήκεν αυτούς ως είχον και συνεπλήρωσε το ποίημα. Και τούτο μεν άδεται
εκ παραδόσεως ίσως διότι η φράσις αύτη εκ πρώτης όψεως φαίνεται έξωθεν
παρεισφρήσασα, η δε ερμηνεία των στίχων τούτων έχει ως εξής· «καταφιλήσω τους
αχράντους σου πόδας… ων (των οποίων ποδών Χριστού του Θεού) τον κρότον ακούσασα
η Εύα κατά το δειλινόν εκείνο εν τω Παραδείσω καταληφθείσα υπό φόβου εκρύβη».
Πέμπτη 17 Μαΐου 2018
Τη αυτή ημέρα ΙΑ΄ (11η) Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας ΘΕΟΔΩΡΑΣ της βασιλίσσης, της υπερασπισάσης την Ορθοδοξίαν.
Θεοδώρα η μακαρία βασίλισσα ήτο γυνή του βασιλέως Θεοφίλου του
εικονομάχου, όστις απέθανεν εν έτει ωμβ΄ (842), όχι όμως κακόδοξος, καθώς ήτο ο
σύζυγός της, αλλ’ Ορθόδοξος και ευσεβής. Ήτο δε η μακαρία Θεοδώρα θυγάτηρ
επιφανούς ανδρός εκ Παφλαγονίας ονόματι Μαρίνου και μητρός Θεοκτίστης,
ευφυεστάτη και ευσεβεστάτη από της παιδικής της ηλικίας, διο και πάντες την
εσέβοντο και την εθαύμαζον δια τε την πνευματικήν αυτής καλλονήν, αλλά και δια
την αρετήν και αγιότητα αυτής. Υπανδρευθείσα δε η Θεοδώρα τον Θεόφιλον, (1),
καίτοι ούτος είχε πατρόθεν κληρονομήσει την κατά των αγίων Εικόνων λύσσαν, αύτη
όμως μετά της μητρός της Θεοκτίστης και των τέκνων της, τα οποία απέκτησε μετά
του Θεοφίλου, ήτοι του Μιχαήλ και πέντε θυγατέρων, έμενε πιστοτάτη εις την
Αγίαν Ορθοδοξίαν έχουσα κεκρυμμένα εις κιβώτιον, εντός του δωματίου της, τον
Τίμιον Σταυρόν και τας Εικόνας του Χριστού και της Θεοτόκου και τας ησπάζετο
και τας προσεκύνει κατά μόνας κρυφίως την νύκτα, προσευχομένη έμπροσθεν αυτών
και παρακαλούσα τον Θεόν, ίνα κάμη έλεος εις τους Ορθοδόξους.
Τετάρτη 16 Μαΐου 2018
Τη ΙΑ΄ (11η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου άθλησις του Αγίου Ιερομάρτυρος ΒΛΑΣΙΟΥ Επισκόπου γενομένου Σεβαστείας και της εν Χριστώ συνοδείας αυτού.
Βλάσιος ο ένδοξος
Ιερομάρτυς του Χριστού ήκμασε κατά τους χρόνους Λικινίου του βασιλέως του κατά
τα έτη τη΄ - τκγ΄(308-323) βασιλεύσαντος,
ήτο δε Επίσκοπος της εν Αρμενία Σεβαστείας. Αλλά και πριν να μαρτυρήση και πριν
ακόμη γίνη ούτος Επίσκοπος του Χριστού είχε πολιτείαν θαυμαστήν και αξιέπαινον,
διότι ήτο και αυτός ως ο μέγας Ιώβ, άκακος, άμεμπτος, αληθινός και θεοσεβής,
απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος. Επειδή λοιπόν το καλόν και η αρετή
επαινείται και από όλους τιμάται, εψήφισαν αυτόν Επίσκοπον της Σεβαστείας·
εκείνος δε αγαπών την ησυχίαν και το να σχολάζη κατά μόνας εις τον Θεόν, επήγεν
εις όρος τι, Άργαιον λεγόμενον, και εγκλεισθείς εις σπήλαιον εκεί ευρισκόμενον
προσέφερεν εις τον Θεόν καθαράς και αθορύβους τας ευχάς και τοσούτον τον ηγάπων
και ηυλαβούντο, όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και αυτά τα θηρία δια την πολλήν
του αρετήν, ώστε ήρχοντο προς αυτόν και δεν ήθελον να αναχωρήσωσιν, εάν δεν
έβαλε την χείρα του επάνω εις αυτά να τα ευλογήση.
Τρίτη 15 Μαΐου 2018
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10Η) Φεβρουαρίου, διήγησις φρικωδεστάτου θαύματος περί ΥΠΑΚΟΗΣ προς τους γονείς και σεβασμού της ιεράς ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ.
Κατά τας ημέρας του βασιλέως Θεοδοσίου
του Μεγάλου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 379-395, ήτο εις την
Κωνσταντινούπολιν άνθρωπός τις ενάρετος εις την πολιτείαν και πλούσιος κατά
πολλά εις την νεότητα, έχων υιόν μονογενή ονόματι Θεόφιλον. Εις δε το γήρας
αυτού επτώχευσε πολύ και μη έχων τα αναγκαία του σώματος, είπε προς τον υιόν
αυτού· «Τέκνον μου, ιδού, καθώς βλέπεις, εγώ είμαι αδύνατος και πτωχός, τόσον
ώστε δεν έχω πώς να αντεπεξέλθω εις τας ανάγκας της ζωής. Λοιπόν θέλω να σε
παρακαλέσω να μου κάμης μίαν χάριν δια να σωθώ και εγώ ο ταπεινός εις το γήρας
μου και συ πάλιν να αξιωθής, δια την υπακοήν σου, της ουρανίου μακαριότητος». Ο
δε απεκρίνατο· «Λέγε μοι, πάτερ, ό,τι ορίσης και εγώ δεν θέλω παρακούσει τας
εντολάς σου». Τότε ο γέρων λέγει προς τον υιόν του· «Ο μακάριος Αβραάμ είχεν
ένα υιόν εξ επαγγελίας και επήγεν εις το βουνόν να τον σφάξη, εκείνος δε ο
ευλογημένος δεν έστρεψεν οπίσω, αλλά και τα ξύλα εβάσταζε μετά χαράς και μετά
προθυμίας ηκολούθει τον πατέρα του. Όχι δε μόνον ούτος, αλλά και άλλοι πολλοί
υπήκουσαν τους πατέρας των και δεν εζημιώθησαν.
Δευτέρα 14 Μαΐου 2018
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΖΗΝΩΝΟΣ.
Ζήνων ο Όσιος Πατήρ
ημών ήτο από την Καισάρειαν της Καππαδοκίας, υιός πλουσίων και περιφανών
γονέων, ετύγχανε δε διακομιστής των γραμμάτων του βασιλέως Ουάλεντος, ήτοι ήτο
γραμματοφόρος εν έτει τξε΄ (365). Αφ’ ου δε απέθανεν ο Ουάλης, ευθύς απέρριψε
την στρατιωτικήν ζώνην και ευρών τάφον μεγάλον (πολλούς δε τάφους μεγάλους έχει
το βουνόν της Αντιοχείας) εισήλθεν εις αυτόν και εκαθάριζε την ψυχήν του δια
των πόνων της ασκήσεως. Όθεν, τούτου χάριν, δεν είχε λύχνον ούτε κιβώτιον ούτε
τράπεζαν ούτε βιβλίον ούτε στρώμα. Η στρωμνή του ήτο μία στιβάς από χόρτα και
άλλα τινά, τα οποία ήσαν εστρωμένα επί πετρών· ένδυμα είχεν εν παλαιόν ράσον· η
τροφή του ήτο άρτος μικρός, ο οποίος εδίδετο εις αυτόν ανά δύο ημέρας από ένα
φίλον του, το δε ύδωρ το έφερεν από μακρινόν τόπον ο ίδιος. Από τους ασκητικούς
λοιπόν τούτους πόνους έλαβεν ο αοίδιμος πολλήν Χάριν παρά Θεού. Όθεν, αν και η
γενομένη εις εκείνα τα μέρη καταδρομή των Ισαύρων έβλαψε πολλούς Ασκητάς και
Μοναχούς, οι οποίοι κατεσφάγησαν υπ’ αυτών, τούτον όμως τον Όσιον τελείως δεν
ηδυνήθη να βλάψη. Μάλλον δε ούτος εκείνους έβλαψε, τυφλώσας τους οφθαλμούς των
με την προσευχήν του, ώστε δεν έβλεπον την είσοδον του κελλίου του· δεν έζησε
δε μετά ταύτα πολύν καιρόν, αλλά από τους κόπους της ασκήσεως απήλθε προς
απόλαυσιν της άνω μακαριότητος.
Τη αυτή ημέρα Ι΄ (10η) Φεβρουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και Παρθένων ΕΝΝΑΘΑ, ΟΥΑΛΕΝΤΙΝΗΣ και ΠΑΥΛΟΥ.
Ενναθά, Ουαλεντίνη και Παύλος οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες ηξιώθησαν
των μαρτυρικών στεφάνων εις την Καισάρειαν της Παλαιστίνης· και η μεν παρθένος
Ενναθά κατήγετο από την πόλιν Γάζαν την εν τη Ιουδαία ευρισκομένην, ήτις και
Κωνσταντία ωνομάζετο, η δε Ουαλεντίνη παρθένος ούσα και αυτή κατήγετο από την
Καισάρειαν. Ότε δε εγίνετο ο κατά των Χριστιανών διωγμός, συλληφθείσα η
γενναιοτάτη παρθένος Ενναθά, ωδηγήθη εις τον ηγεμόνα Φιρμιλιανόν, όστις καθήσας
εις το κριτήριον ηρώτησεν αυτήν αν αρνήται τον Χριστόν. Επειδή δε εκείνη δεν
επείθετο, κρεμάται εις ξύλον και καταξεσχίζεται τας πλευράς με ραβδισμούς όχι
μίαν φοράν ή δύο, αλλά πολλάκις. Η δε τιμία Ουαλεντίνη, μη υποφέρουσα να βλέπη
την απανθρωπίαν και θηριότητα, την οποίαν εδείκνυεν ο ηγεμών κατά της παρθένου Ενναθά
παρουσιάσθη και αυτή εις αυτόν και τον ήλεγξε δια την σκληρότητά του. Παρευθύς
τότε επροστάχθη, και αυτή να θυσιάση εις τα είδωλα, διότι είχεν ετοιμασθή εκεί
πλησίον εις το δικαστήριον βωμός. Ότε δε εφέρθη η Αγία πλησίον εις τον βωμόν,
ελάκτισεν αυτόν με τους πόδας της και τον κατεκρήμνισεν ομού με το πυρ, το
οποίον είχεν επάνω. Τότε ο τύραννος, θυμωθείς, έδωκε τόσα βάσανα εις τα πλευρά
της Αγίας, ώστε αδύνατον είναι να τα διηγηθή τις. Απελπισθείς λοιπόν ο τύραννος
και από τας δύο παρθένους, απεφάσισε να θανατώσωσιν αυτάς με πυράν και ούτως αι
μακάριαι Κόραι απέλαβον τους στεφάνους του Μαρτυρίου. Μετά ταύτα εισήλθεν ο
Άγιος Παύλος εις τον αγώνα και αφού πρώτον εδοκίμασε διαφόρους βασάνους και
εφυλάχθη αβλαβής από όλους με την Χάριν του Χριστού, κατεδικάσθη να θανατωθή
δια ξίφους· όθεν ευχαριστήσας τον Θεόν και προσευχηθείς δια τους ομοπίστους,
εδέχθη την αποτομήν της τιμίας αυτού κεφαλής και ούτω παρέδωκε την ψυχήν του
εις χείρας Θεού, από τον οποίον και έλαβε του Μαρτυρίου τον στέφανον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)