Διόσκορος ο Άγιος Μάρτυς κατήγετο εκ της μεγαλοπόλεως Σμύρνης και δια την του Χριστού πίστιν ωδηγήθη προ του άρχοντος αυτής· όθεν, επειδή εκήρυξεν εαυτόν Χριστιανόν, ερρίφθη εις την φυλακήν. Έπειτα ηρωτήθη και εκ δευτέρου. Επειδή δε επέμενεν εις την αυτήν πίστιν, προσέταξεν ο άρχων και τον απεκεφάλισαν και ούτως έλαβεν ο μακάριος τον στέφανον του Μαρτυρίου.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Δευτέρα 10 Μαΐου 2021
Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, επιτελείται η ανάμνησις των ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ, ήτοι ΕΓΚΑΙΝΙΩΝ, της θεοφυλάκτου και θεομεγαλύντου ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, εξαιρέτως ανακειμένης τη προστασία της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ και παρ’ Αυτής διασωζομένης.
Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο πρώτος των Χριστιανών βασιλεύς, όταν κατέλαβε την πόλιν του Βύζαντος, έκτισεν αυτήν πολύ μεγαλυτέραν από ό,τι ήτο πρότερον και αλλάξας το όνομά της μετωνόμασε ταύτην δια του ιδίου αυτού ονόματος, καλέσας αυτήν, αντί Βυζαντίου, Κωνσταντινούπολιν. Αφού δε ετελείωσεν όλον το τειχόκαστρον, τας οικίας και τας ιεράς Εκκλησίας, αφιέρωσεν αυτήν κατ’ εξαίρετον τρόπον εις την υπερένδοξον ημών Δέσποιναν και αειπάρθενον Θεοτόκον. Ευχαριστών όθεν ο μακάριος τον Θεόν δια το τοιούτον μεγαλοπρεπές έργον, όπερ κατώρθωσεν, ετέλεσε λιτανείαν προεξάρχοντος του τότε Πατριάρχου και ακολουθούντος όλου του Κλήρου και του λαού.
Τη ΙΑ΄ (11η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΜΩΚΙΟΥ.
Μώκιος, ο Άγιος Ιερομάρτυς, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπδ΄ - τε΄ (284-305), οι δε γονείς αυτού, ονομαζόμενοι Ευφράτιος και Ευσταθία, ήσαν ευγενείς και πλούσιοι και κατήγοντο εκ της παλαιάς Ρώμης. Εχρημάτισε δε ο Άγιος ούτος Ιερεύς της εν Αμφιπόλει Εκκλησίας, προσέχων πάντοτε εις το να διδάσκη κηρύττων τον Χριστόν και παραγγέλων εις τους ανθρώπους να απέχωσι της πλάνης των ειδώλων. Ενώ δε ο ανθύπατος Λαοδίκιος προσέφερε θυσίαν εις τον ψευδοθεόν Διόνυσον και οι άλλοι ειδωλολάτραι ήσαν εκεί συνηγμένοι, τότε ο Άγιος Μώκιος μετέβη και εκρήμνισε τον βωμόν. Συλληφθείς ένεκα τούτου, ωμολόγησε τον Χριστόν Θεόν αληθινόν· και πρώτον μεν εκρέμασαν αυτόν, έπειτα δε εξέσχισαν τας μήνιγγας της κεφαλής του, τας σιαγόνας και τας πλευράς του.
Κυριακή 9 Μαΐου 2021
Τη Ι΄ (10η) Μαϊου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ εν ειρήνη τελειούται.
Λαυρέντιος ο Όσιος Πατήρ ημών εγένετο Μοναχός εν τη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Όρους, αλλ’ ένεκα της επικρατούσης τότε εν τω Αγίω Όρει, και κυρίως εν τη Λαύρα, αιρέσεως των Βαρλαάμ και Ακινδύνου ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις την επαρχίαν Βόλου, εις το χωρίον Άγιος Λαυρέντιος, όπου επεδόθη εις οικοδομήν Ιερού Μοναστηρίου. Εβασίλευε δε τότε ο ευσεβέστατος βασιλεύς Αλέξιος ο Κομνηνός, όστις και έστειλεν εις τον Όσιον χρυσόβουλλον, ως και το απαιτούμενον χρυσίον και ιερά σκεύη, προς οικοδομήν του Ναού, όστις συνεπληρώθη εις τους 6886 χρόνους από Αδάμ, από δε Χριστού 1378. Ο ίδιος Όσιος Λαυρέντιος ίδρυσε και Σκήτην επ’ ονόματι της Μεταμορφώσεως του Χριστού και του Προφήτου Ηλιού.
Τη Ι΄ (10η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΗΣΥΧΙΟΥ του Ομολογητού.
Ησύχιος ο Όσιος Πατήρ ημών και Ομολογητής κατήγετο εκ της εν Γαλατία πόλεως Άνδραπα, ήτο δε αγαθός και πράος. Καθώς δε το όνομά του ήτο Ησύχιος, ούτω, φερωνύμως, είχεν ήσυχον και την πολιτείαν αυτού. Παρακαλέσας λοιπόν τον Κύριον να δείξη εις αυτόν τόπον όπου να ησυχάση και να ευαρεστήση τω Θεώ, προσετάχθη, δια θεϊκής αποκαλύψεως, ίνα καταβή εις τα μέρη της θαλάσσης και κατοικήση εις όρος τι ονομαζόμενον Μαϊωνος. Όθεν, εκεί μεταβάς, διέτριψεν επί έτη πολλά. Έπειτα, αναχωρήσας μετέβη εις το εκεί πλησίον ύδωρ, ένθα κτίσας μικράν Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου Ανδρέου, διήνυσε καλώς το υπόλοιπον της ζωής του, εν υπομονή και ασκήσει, τελέσας δε και πολλά θαυμάσια, εξεδήμησε προς Κύριον.
Τη Ι΄ (10η) Μαϊου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων και αυταδέλφων ΑΛΦΕΙΟΥ, ΦΙΛΑΔΕΛΦΟΥ και ΚΥΠΡΙΝΟΥ.
Αλφειός, Φιλάδελφος και Κυπρίνος οι Άγιοι Μάρτυρες κατήγοντο εκ της χώρας της καλουμένης των Βασκόνων, εκ πόλεως Πρεφακτών, ευγενείς κατά το γένος και πλούσιοι, υιοί του άρχοντος της πόλεως Βιταλίου, ανατραφέντες εν τη ευσεβεία και εν τη μελέτη των θείων Γραφών, δια της διδασκαλίας Ονησίμου τινός, αγιωτάτου ανδρός, κηρύττοντος τον Χριστόν. Ούτοι λοιπόν, αφού ηρωτήθησαν υπό του Ανηγγελίωνος, όστις εστάλη εκ της Ρώμης με γράμματα βασιλικά, απεστάλησαν παρ’ εκείνου εις την Ρώμην προς τον Λικίνιον. Ο Λικίνιος έστειλεν αυτούς εις τον Βαλεριανόν, ίνα τους εξετάση, ο δε Βαλεριανός έστειλεν αυτούς προς τον ηγεμόνα Διομήδην και ο Διομήδης απέστειλεν αυτούς προς τον Τέρτυλλον, όστις ήτο ηγεμών της Σικελίας. Υφ’ ενός εκάστου λοιπόν των ανωτέρω ηγεμόνων εδοκίμασαν οι Άγιοι διάφορα είδη βασάνων. Τόσον δε ήσαν αι βάσανοι εκείναι σκληραί και αφόρητοι, ώστε μίαν μόνον εκ τούτων αν άλλος ήθελε δοκιμάσει, ασφαλώς ήθελεν αποκάμει ή μάλλον θα απέθνησκεν εξ αυτής. Τελευταίον δε έλαβον, οι αοίδιμοι, παρά Τερτύλλου το τέλος του Μαρτυρίου. Και ο μεν Αλφειός απεκεφαλίσθη, ο δε Φιλάδελφος ηπλώθη επί πεπυρωμένης εσχάρας και ο Κυπρίνος ετέθη επί πεπυρωμένου τηγανίου και ούτως ανήλθον και οι τρεις ούτοι Άγιοι νικηφόροι εις τους ουρανούς.
Τη Ι΄ (10η) Μαϊου μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΣΙΜΩΝΟΣ του Ζηλωτού.
Σίμων ο Άγιος Απόστολος είναι ο ίδιος εκείνος όστις και Ναθαναήλ ονομάζεται, καταγόμενος εκ Κανά της Γαλιλαίας, λέγεται δε ότι ούτος ήτο και ο νυμφίος του εν Κανά γάμου, εις τον οποίον προσκληθείς ο Κύριος μετά των μαθητών Αυτού μετέβαλε το ύδωρ εις οίνον. Όθεν, ιδών ο Σίμων το θαύμα τούτο, αφήκε νύμφην και γάμον και οικίαν και ηκολούθησε τω Χριστώ, τω φίλω και θαυματουργώ και νυμφαγωγώ και Νυμφίω των καθαρών ψυχών. Επειδή δε ο Άγιος Σίμων ήτο εις εκ των Εβδομήκοντα Μαθητών και Αποστόλων του Χριστού, ευρίσκετο μετά των λοιπών Αποστόλων εν τω υπερώω, ένθα επλήσθη εκ της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, όταν επεδήμησεν εν είδει πυρίνων γλωσσών κατά την ημέραν της Αγίας Πεντηκοστής. Περιελθών λοιπόν ούτος μετά ταύτα, ως Απόστολος, πλείστα μέρη της οικουμένης, απεκάλυπτε πανταχού την πλάνην της πολυθεϊας. Διήλθε δε όλην την Μαυριτανίαν και τας χώρας της Αφρικής, κηρύττων τον Χριστόν. Κατόπιν, ελθών και εις την Αγγλίαν και πολλούς απίστους φωτίσας δια του φωτός του Ευαγγελίου, εσταυρώθη υπό των ειδωλολατρών και τελειωθείς ενεταφιάσθη εκεί. Ζηλωτής δε ωνομάσθη, διότι είχε ζήλον πολύν, δηλαδή αγάπην, θερμήν και υοερβάλλουσαν, προς τον Παντοκράτορα Θεόν.