Θεοδώρα η Οσία ήτο κατά τους χρόνους Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου του πατρός Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ψιζ΄ - ψμα΄ (717 – 741), καταγομένη από γένος λαμπρόν και περιφανές, θυγάτηρ πατρός μεν Θεοφίλου, πατρικίου το αξίωμα, μητρός δε Θεοδώρας. Η μήτηρ της δε αύτη επί πολλά έτη ούσα στείρα και περίλυπος δια την στείρωσιν, παρεκάλει τον Θεόν και την Υπεραγίαν Θεοτόκον να της χαρίση τέκνον, εισήκουσε δε ο Θεός τής δεήσεώς της και έδωκεν εις αυτήν την χάριν, την οποίαν εζήτει, δια της Αγίας Άννης της μητρός της Θεοτόκου. Εγέννησε λοιπόν την Οσίαν ταύτην Θεοδώραν, η οποία όταν έφθασεν εις ηλικίαν τινά ωδηγήθη εις τον Ναόν της Αγίας Άννης και αφιερώθη εις το Μοναστήριον αυτής, το λεγόμενον Ριγίδιον, ως θεϊκόν τι αφιέρωμα· όθεν θεοσεβώς και ευτάκτως ωδηγείτο υπό της Ηγουμένης και εδιδάσκετο τα ιερά γράμματα.
Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη
Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021
Τη Λ΄ (30η) Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Οσιομάρτυρος ΑΝΥΣΙΑΣ της εν Θεσσαλονίκη.
Ανυσία η Αγία του Χριστού Οσιομάρτυς ήκμασε κατά τους χρόνους Μαξιμιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 286 – 305 καταγομένη εκ Θεσσαλονίκης, θυγάτηρ γονέων ευσεβών και πολύ πλουσίων, μετά τον θάνατον των οποίων έζη η Αγία κατ’ ιδίαν ησυχάζουσα και ευαρεστούσα τον Θεόν δια της πληρώσεως των θείων εντολών. Ταύτην την Αγίαν πορευομένην ποτέ εις την Εκκλησίαν, κατά το σύνηθες, απήντησε στρατιώτης τις ειδωλολάτρης και συλλαβών αυτήν την έσυρεν εις τους βωμούς των ειδώλων αναγκάζων αυτήν να θυσιάση εις τους δαίμονας. Επειδή δε η Αγία ωμολόγησε Θεόν τον Χριστόν και έπτυσεν εις το πρόσωπον του μιαρού εκείνου, ωργίσθη ο αλιτήριος και διεπέρασε την πλευράν της Αγίας δια του ξίφους του, λαβούσης ούτω της μακαρίας Ανυσίας τον αμάραντον του Μαρτυρίου στέφανον.
Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021
Τη ΚΘ’ (29η) Δεκεμβρίου, ο Όσιος Πατήρ ημών ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ, Ηγούμενος της Μονής των Ακοιμήτων, εν ειρήνη τελειούται.
Μάρκελλος ο θείος και θαυμάσιος Πατήρ ημών ήκμασε κατά το δεύτερον ήμυσι του Ε΄ μετά Χριστόν αιώνος. Πατρίς του ήτο η Απάμεια της Συρίας, η παρά τον Ορόντην, εις την οποίαν εγεννήθη από γονείς πλουσίους και ευγενείς, έμεινε δε ορφανός από πατέρα εκ νεαράς ηλικίας. Όμως δεν έκλινεν εις ατόπους ηδονάς, ούτε εξώδευε τον πατρικόν πλούτον εις σαρκικάς επιθυμίας, καθώς έχουν οι νέοι συνήθειαν. Αλλά πρώτον μεν απήλθεν εις Αντιόχειαν να μάθη γράμματα και επιτυχών εμπείρου και μαθηματικού διδασκάλου, έμαθεν εις ολίγον καιρόν την έξω παιδείαν όχι δια να έχη εις αυτήν το τέλος του, αλλά δια ν’ απολαύση δι’ αυτής την του Θεού σοφίαν την ψυχωφελή και σωτήριον.
Τη ΚΘ’ (29η) Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΑΔΔΑΙΟΥ του Ομολογητού.
Θαδδαίος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών πρότερον μεν ήτο δούλος του Οσίου Πατρός ημών Θεοδώρου, του λαβόντος δια βασιλικής εξουσίας το Μοναστήριον του Στουδίου και ποιήσαντος αυτό Κοινόβιον, ύστερον δε ηλευθερώθη από της δουλείας και κουρεύσας τας τρίχας της κεφαλής εν τη Μονή του Στουδίου, έγινε Μοναχός. Έκτοτε, μεταχειριζόμενος πολιτείαν θεάρεστον, ηγαπήθη παρ΄ όλων, εσχόλαζεν εις νηστείας και αγρυπνίας πολλάς, ήτο εγκρατής εις τας ομιλίας, είχε προσοχήν εις τους θείους λόγους, μετεχειρίζετο χαμευνίαν, υπακοήν υπερβάλλουσαν και ακτημοσύνην μεγάλην, διότι ουδέν έτερον ο τρισμακάριος εκέκτητο ειμή μόνον εκείνα τα ενδύματα τα οποία εφόρει. Επειδή δε τότε κατά θείαν παραχώρησιν εβασίλευσαν δυσσεβείς και εικονομ΄χοι βασιλείς, ήτοι Μιχαήλ ο Τραυλός εν έτει ωκ΄ (820) και ο τούτου υιός Θεόφιλος εν έτει ωκθ΄ (829), όλοι οι ευσεβείς Επίσκοποι και Ηγούμενοι των Μοναστηρίων, άλλοι μεν εφυλακίζοντο, άλλοι δε εξωρίζοντο, εις δε εξ αυτών ήτο και ο μέγας αγωνιστής Θεόδωρος, ο τούτου του Οσίου Θαδδαίου αυθέντης και Ηγούμενος. Μετέβη δε ποτε μετά του Αγίου Θεοδώρου και ο Όσιος ούτος εις τα ανάκτορα, και υπό θείου ζήλου φλεχθείς ήλεγξε τον δυσσεβή βασιλέα ενώπιον των αρχόντων της συγκλήτου. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν την αγίαν Εικόνα του Σωτήρος και να την θέσουν κατά γης, ο δε Όσιος, αφού δεθή σφιγκτά υπό ρωμαλέων ανδρών, να τεθή επί της αγίας Εικόνος και να κρατήται επ’ αυτής εν ακινησία, εις τρόπον ώστε και χωρίς την θέλησίν του να πατή επάνω εις αυτήν. Τούτου γενομένου, είπεν ο τύραννος προς τον Όσιον· «Βλέπε, ότι κατεπάτησας την Εικόνα του Χριστού σου· λοιπόν συγκατάνευσον εις τους λόγους μας». Τότε ο εν αληθεία πεφωτισμένος την ψυχήν απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ, δυσσεβέστατε και πάσης ακαθαρσίας πεπληρωμένε τύραννε, δεν έπραξα τούτο οικεία βουλήσει, μη γένοιτο! αλλά σύ έκαμες το σχέδιον της ιδικής σου πανουργίας και αδίκου κρίσεως. Προσκυνώ δε εγώ την αγίαν Εικόνα του Χριστού και Θεού μου και κατασπάζομαι αυτήν, προτιμών να αποθάνω δι’ αυτήν προθύμως». Οι λόγοι ούτοι κατήσχυσαν πολύ τον αλιτήριον τύραννον και μάλιστα διότι υβρίσθη υφ’ ενός αγροίκου και Σκύθου κατά το γένος· όθεν προστάσσει να ριφθή ο Όσιος κατά γης έμπροσθέν του και να δέρηται ασπλάγχνως. Τόσον δε πολύ έδειραν τον αοίδιμον με χονδράς ράβδους, ώστε όλοι ενόμισαν ότι απέθανε, διο και έσυραν αυτόν έξω. Έπειτα δέσαντες αυτόν εκ των ποδών, τον έσυραν ως θνησιμαίον και ακάθαρτον δι’ όλης της αγοράς και έρριψαν αυτόν πλησίον εις το τείχος της πόλεως· ελθόντες δε εις πηγήν τινα επλύθησαν, ως ακάθαρτον εγγίσαντες. Ο δε μακάριος Θαδδαίος πάντα τα ανωτέρω ανδρείως και ευχαρίστως υπομείνας, έζησε τρεις ημέρας και μετά ταύτα απήλθε προς Κύριον.
Τη ΚΘ’ (29η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων ΝΗΠΙΩΝ των υπό Ηρώδου αναιρεθέντων, χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων.
Τα Άγια ταύτα Νήπια εθανατώθηκαν υπό του Ηρώδου, ότε ούτος διεπίστωσεν ότι τον ενέπαιξαν οι Μάγοι, εις τους οποίους παρήγγειλε να επιστρέψωσι και να του αναγγείλωσι τα περί του γεννηθέντος Βασιλέως, τον οποίον εμήνυεν εις αυτούς ο Αστήρ, τον οποίον ηκολούθουν, ίνα και αυτός υπάγη να τον προσκυνήση. Επειδή λοιπόν οι Μάγοι δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην, καθώς προσέταξεν αυτούς ο Άγγελος, αλλά δι’ άλλης οδού επανήλθον εις την χώραν των, τότε βλέπων ο Ηρώδης ότι ενεπαίχθη υπό των Μάγων, ωργίσθη και επικράνθη πολύ. Όθεν ενθυμούμενος εκείνο το οποίον είπον οι Μάγοι, ότι δηλαδή ο Αστήρ εφάνη προ χρόνου ολιγωτέρου των δύο ετών, έστειλε τους στρατιώτας του και εφόνευσαν όλα τα εν τη Βηθλεέμ βρέφη, όσα δηλαδή ήσαν ηλικίας κατωτέρας των δύο ετών, νομίζων ο μάταιος, ότι εάν θανατώση άπαντα τα βρέφη, ομού με τα άλλα θέλει θανατωθή βεβαίως και εκείνος, ο οποίος μέλλει να βασιλεύση, και επομένως δεν θέλει τον επιβουλευθή. Εις μάτην όμως εμόχθησεν ο ανόητος, αγνοών, ότι ο άνθρωπος ουδέποτε δύναται να εμποδίση την βουλήν του Θεού. Όθεν εις μεν τα Νήπια επροξένησε την Βασιλείαν των ουρανών, εις εαυτόν δε εγένετο ο άθλιος πρόξενος της αιωνίου κολάσεως.
Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021
Τη ΚΗ΄ (28η) Δεκεμβρίου, ο Όσιος ΣΙΜΩΝ ο Μυροβλύτης, ο κτίτωρ της εν τω Άθω Ιεράς Μονής Σιμωνοπέτρας, εν ειρήνη τελειούται.
Σίμων ο Όσιος Πατήρ ημών πατρίδα ή γονείς ή αδελφούς επί γης ποίους είχε δεν γνωρίζομεν. Εις ουρανούς δε πάντως πατρίδα μεν έχει την πόλιν του Θεού, την χώραν των Αγγέλων, την άνω Ιερουσαλήμ, Πατέρα τον Θεόν, μητέρα δε την Αγίαν Εκκλησίαν, πρότερον μεν την Αγωνιζομένην (την επί γης), εις ην και ανεγεννήθη, νυν δε την εν ουρανώ Θριαμβεύουσαν, την υπό του Αποστόλου καλουμένην «των Πρωτοτόκων» (Εβρ. ιβ: 23), της οποίας υιός γενόμενος έχει επομένως και αδελφούς όλους τους Αγγέλους και Μάρτυρας και Οσίους. Είχε δε και παιδαγωγόν και τέκνα, παιδαγωγόν μεν την Κυρίαν Θεοτόκον, τέκνα δε τους μαθητάς του, οίτινες καλώς τα θεία του ίχνη ηκολούθησαν και κατά πάντα τον άξιον τούτον Πατέρα των και διδάσκαλον εμιμήθησαν.
Τη ΚΗ΄ (28η) Δεκεμβρίου, μνήμη των Αγίων ΔΙΣΜΥΡΙΩΝ, ήτοι είκοσι χιλιάδων, ΜΑΡΤΥΡΩΝ, των εν Νικομηδεία καέντων.
Δισμύριοι όντες τον αριθμόν οι Άγιοι ούτοι Μάρτυρες έλαβον τον στέφανον του Μαρτυρίου κατά το δεύτερον έτος της βασιλείας του ασεβούς Μαξιμιανού, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σπστ΄- τε΄ (286- 305). Τότε επιστρέφων ούτος νικητής από τον κατά των Αιθιόπων πόλεμον, ηθέλησε να θυσιάση εις τα είδωλα δια την νίκην αυτήν· επέμφθησαν λοιπόν από αυτόν γράμματα πανταχού παρακινητικά δια να έλθωσιν όλοι εις την Νικομήδειαν και να προσκυνήσωσι τους θεούς του. Εις την Νικομήδειαν ευρίσκετο τότε ενάρετός τις Επίσκοπος ονόματι Κύριλλος, όστις εκόσμει την επαρχίαν του με τον τρόπον μάλλον ή με τον θρόνον· έκτιζε Μοναστήρια, επεμελείτο τα Ασκητήρια και παν άλλο ψυχωφελές έργον ετέλει ως Ποιμήν αληθέστατος, και δεν εφοβείτο ουδόλως τυράννων ωμότητα, αλλά δια να αρπάση ψυχάς ανθρώπων από τον φάρυγγα του δαίμονος, εισήλθε πολλάκις εις κίνδυνον της ζωής του· όθεν και πολλούς εχειραγώγησε προς ευσέβειαν και από τους συγγενείς τούς εχώρισε, κατά τον δεσποτικόν λόγον τον λέγοντα· «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. ι: 34)· και πάλιν· «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην, και τι θέλω ει ήδη ανήφθη!» (Λουκ. ιβ: 49).