Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΝ

Ξενιτευμένος ορθόδοξος χριστιανός, με άγχος στην ψυχήν, επανήλθε στην πατρώαν γην της Ελλάδος, ύστερα από δεκαετή παραμονήν εις την Δύσιν, όπου εσπούδαζε φιλοσοφίαν. Του συνέστησαν κάποιον μοναχόν—Γέροντα ασκητήν του Αγίου Όρους δια να εύρη λύσιν εις τα προβλήματά του, που δεν του την έδιδε η φιλοσοφία. Με τον φιλόσοφον αυτόν συνηντήθην εις το ασκητήριον του Γέροντος αυτού μετά τας αγίας εορτάς της θεοφανείας εν ανθρώποις. Ο ασκητής ήτο παλαιός φίλος, τιμώμενος δια την αγιότητα του βίου του και την ένθεον σοφίαν του. Καταγράφω και παραδίδω τον διάλογον πιστώς, όπως τον απετύπωσα σε σημειώσεις και όπως διεξήχθη μέσα στην βαθείαν σιωπήν της ερήμου του Άθω, σε δύο διαστήματα, την νύκτα και την αυγήν, με το φως της κανδήλας μόνον.                 

 –Γέροντα, είμαι γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίας, απελπισίαν δι’ όλα. Συνεχώς σκέπτομαι. Η σκέψις μου κανένα πρόβλημα δεν μου λύει. Τα προβλήματά μου είναι προσωπικά, αλλά με απασχολούν και γενικώτερα, άλλα μεταφυσικού περιεχομένου και άλλα εγκοσμίου. Σεις ημπορείτε να με βοηθήσετε;                                                            

--Εγώ όχι, απήντησε ο ασκητής. Ο Θεός ναι.     
 –Αφού θα ομιλώ με σας πως θα βοηθήση ο Θεός;                                                                                   --Αυτό ίσως το καταλάβετε αργότερα. Τώρα τι θέλετε να σας είπω;                                                         --Γέροντα, σας εξέθεσα την κατάστασίν μου. Ευρίσκομαι παγιδευμένος από τον ίδιον τον εαυτόν μου, από την σκέψιν μου. Υπάρχει διέξοδος από το χάος μου;                          
--Είσθε παγιδευμένος, είπεν ο Γέροντας. Εάν θελήσετε υπάρχει διέξοδος. Εάν δεν θελήσετε δεν υπάρχει.                                                                                                                          
 –Πως είναι δυνατόν να μη θέλω, αφού διήνυσα τόσα χιλιόμετρα να έλθω εδώ, ακριβώς γιατί ζητώ διέξοδον;                                                                                                                      
--Θέλετε ναι, αλλά το ζήτημα είναι αν θέλετε όσον απαιτείται, δια ν’ απαλλαγήτε από το χάος σας. Λοιπόν, είσθε γεμάτος ερωτήματα, αμφιβολίας, απελπισίαν δι’ όλα. Το λάθος ευρίσκεται εις το ότι σκέπτεσθε. Σταματήστε να σκέπτεσθε και όλα θα φύγουν.                                                                     
–Η σκέψις είναι κακόν, Γέροντα;                                                                                                                   --Η σκέψις, το σκέπτεσθαι, είναι θείον δώρον. Αποτελεί την ευγενεστέραν λειτουργίαν της θεοπλάστου ψυχής. Όταν όμως η ψυχή είναι κακοποιημένη από τα πάθη, τότε η σκέψις είναι μία ανάλογος προς τα πάθη εκδήλωσις. Είναι μία σκέψις αρρωστημένη και φυσικά προκαλούσα συνεχώς αναπάντητα ερωτήματα, αλύτους απορίας, προβλήματα, απελπισίαν και χάος ψυχικόν. –Πως όμως, Γέροντα, άνθρωποι εμπαθέστατοι δεν αισθάνονται αυτά που αισθάνομαι εγώ;         
 --Διότι δεν σκέπτονται σαν κι’ εσάς. Σκέπτονται, βεβαίως, αλλά τόσον και τέτοια πράγματα, ώστε να μη φθάνουν στο ιδικόν σας σημείον, διότι προτιμούν τας αυταπάτας.    
–Ώστε να παύσω να σκέπτωμαι τα θέματα που μου προκαλούν το άγχος;                                         
--Καμμία σωστή σκέψις δεν προκαλεί άγχος. Αντιθέτως πηγάζει ευεξίαν ψυχικήν, χαράν, ελευθερίαν και υπό τινας προϋποθέσεις, γεννά υψηλάς καταστάσεις. Και συγκεκριμένως, ποία σκέψις σας προκαλεί στενοχωρίαν και άγχος;                                                                                           --Γέροντα, ενδιέτριψα περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια εις την φιλοσοφίαν και είναι τόσες οι απαντήσεις που δίδει σε μεταφυσικά θέματα, ώστε να μη δύναμαι να πάρω μίαν θέσιν. Που ευρίσκεται η αλήθεια; Εξ άλλου με συγκλονίζουν ένα πλήθος θεμάτων, όπως σας είπα, σε εθνικήν και παγκόσμια κλίμακα. Σκέπτομαι που πηγαίνει αυτός ο κόσμος και πως ημπορεί να εύρη δικαίωσιν. Σεις, Γέροντα, πως τα βλέπετε αυτά;                                                                                --Όχι μόνον δεν θα εύρετε την αλήθειαν, αδελφέ, με τα μέσα που διαθέτετε, αλλά και αν σας είπω ποία είναι η αλήθεια, που ελευθερώνει, πάλιν δεν θα την εννοήσετε, εφ’ όσον θα διατελήτε υπό την επίδρασιν φιλοσοφικών μεθόδων και των ανθρωπίνων παθών. Απόδειξις, ότι παρά τας εναγωνίους προσπαθείας σας, έχετε περιέλθει εις αγχώδη κατάστασιν. Και θα σας είπω αμέσως, ότι καμμία φιλοσοφία δεν λυτρώνει τον άνθρωπον, διότι εκτός ότι είναι αδύνατος η γνώσις της αληθείας δια της φιλοσοφίας, αλλά και μέσα στην φύσιν της υπάρχει η αμφιβολία. Μόνον δια της πίστεως, αγαπητέ, δυνάμεθα να ίδωμεν καθολικώς και μέσα εις το φως της αληθείας τα πράγματα, υπό την όρασιν της οποίας λυτρούμεθα.                                                                                 –Γέροντα, είπεν ο φιλόσοφος, επιθυμώ να πληροφορηθώ πως είναι δυνατόν να βλέπη κανείς εκτεταμένην και πολύμορφον αθλιότητα και να μη θλίβεται βαθύτατα;              
 --Να σας απαντήσω. Εάν δεν υπήρχεν άλλος κόσμος από τον κοινόν παραδεκτόν και εάν δεν εβλέπαμε τον κοινώς παραδεκτόν κόσμον με τα μάτια της Ορθοδόξου πίστεως, ασφαλώς θα απελπιζώμεθα. Και εξηγούμαι. Ένας που δεν βλέπει παρά μόνον τον αισθητόν κόσμον και σκέπτεται χωρίς πίστιν εις τον Θεόν, εάν δεν συμβαίνει να έχη φυσικώς μέσα του και την αίσθησιν του δικαίου, του καλού, της φιλανθρωπίας, είναι βέβαιον, ότι θα δημιουργούσε στην ψυχήν του δυστυχίαν. Αν μάλιστα συνέβαινε αυτός να ηγωνίζετο και δια την επικράτησιν του δικαίου και του καλού, η δυστυχία του δεν θα είχε τέλος, διότι θα έβλεπε την ιστορίαν να επαναλαμβάνη εαυτήν, οι κόποι του να χάνωνται και η απογοήτευσις να παίρνει την θέσιν των ελπίδων του. Ο Ορθόδοξος πιστός όμως έχει άλλα κριτήρια. Δεν βλέπει τον παρόντα κόσμον με την ηθικήν αταξίαν του, ειμή υπό το πρίσμα της πίστεώς του εις Θεόν αγαθόν, εν Ιησού Χριστώ. Κι’ έτσι όχι μόνον ερμηνεύει τον κόσμον σωστά, αλλά γνωρίζων την δομήν και την ποιότητά του δεν παρασύρεται από την φαντασίαν. Δηλαδή γνωρίζει τα όρια του εφικτού από του ανεφίκτου. Και ακόμη, επειδή ο χώρος του ανεφίκτου καταλαμβάνει το μείζον της ζωής, δεν δαπανά ματαίως τον πολυτιμώτατον χρόνον του και τας θειοτάτας δυνάμεις της ψυχής του εις την θήρευσιν χιμαιρών, όπως συμβαίνει με πολλούς και αξιολόγους μάλιστα ανθρώπους.                      –Παρακαλώ, Γέροντα, ποιες είναι οι χίμαιρες αυτές κατά την γνώμην σας, ποια είναι η δομή και η ποιότης του κόσμου και ποια είναι τα όρια του εφικτού από του ανεφίκτου, που αναφέρατε;            --Χίμαιρες εις την βάσιν των δεν είναι, αλλά αποβαίνουν χίμαιρες, όχι μόνον από αυτήν την δομήν του κόσμου, αλλά και από τον τρόπον με τον οποίον θηρεύονται και ακόμη εις τον βαθμόν που επιζητούνται. Και αυτές είναι η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ισότης, η ευτυχία και όλα αυτά που ο κόσμος ονομάζει ιδανικά και τιμά ως βάσεις κοινωνικάς.                       –Γέροντα, σας ομολογώ, ότι φιλοσοφώ χρόνια πολλά επί των αξιών αυτών της ζωής και δύναμαι να είπω πως ακόμη δεν κατώρθωσα να σταθεροποιήσω τα συμπεράσματά μου. Φρονώ όμως, ότι αξίζει να αγωνισθή κανείς δια την επικράτησίν των.                                                                –Με κάνετε να γελάσω, φίλτατε, με την τόσον διαδεδομένην αυτήν παραπλάνησιν. Βεβαίως έχομεν ιστορίαν του λεγομένου πολιτισμού, η οποία μαρτυρεί προόδους τόσον του ατόμου, όσον και των κοινωνιών. Όπως προανέφερα, θεωρώ χιμαίρας τα «ιδανικά» αυτά, διότι στερούνται υποστάσεως εις την περιοχήν που τοποθετούνται. Δηλαδή ενώ αυτά έχουν αναφοράν εις την φύσιν της ανθρωπίνης ψυχής, που ζητεί και δικαιοσύνην και ελευθερίαν και ισότητα και ειρήνην και επομένως αποτελούν κοινάς υποστατικάς εμπειρίας, ως δέον, όμως απουσιάζουν από τας ψυχάς ως εμπειρίαι και καταστάσεις. Τούτο όμως δεν εμποδίζει τα πλήθη των ουτοπιστών να θέλουν τας εξωτερικάς μορφάς των, ως ένα νόμισμα άνευ αντικρύσματος. Γι’ αυτό νομίζω, ότι η δίψα των αξιών αυτών από τα πλήθη, που εσωτερικώς τας στερούνται, αποτελεί τεκμήριον μεταφυσικών πόθων, που έχασαν τον προσανατολισμόν των και στρέφονται εκεί που δεν υπάρχουν.                                                                                                             
–Και φρονείτε, Γέροντα, ότι οι άνθρωποι πρέπει να παραιτηθούν της προσπαθείας των δια την βελτίωσιν των κοινωνικών θεσμών;                                                                          
 --Ήδη απήντησα. Αλλά θα επαναλάβω, ότι ο χριστιανισμός δεν ενθαρρύνει τας αυταπάτας, επειδή αξιολογεί την ζωήν εν σχέσει προς την άλλην ζωήν, προς την «ετέραν πόλιν». Η περιοχή της παρούσης ζωής είναι χρονικώς και ποιοτικώς αποπνικτική χωρίς συνάρτησιν της μελλούσης. Δηλαδή η επιδίωξις των «ιδανικών» προσδιορίζεται από την γνώσιν και την μεθοδολογίαν δια την κατάκτησιν της αιωνίου ζωής. Χωρίς λοιπόν την προϋπόθεσιν αυτήν κάθε αγών, και ως γνώσις και ως μέθοδος, διαστρέφει τον άνθρωπον, οπότε κανείς, αντί να αναδεικνύεται ένα ιδανικόν πλάσμα πάσχον υπέρ του καλού, μεταβάλλεται εις ένα ενστικτώδες ον, γεγονός που γίνεται απτόν εις τους έχοντας εκλεπτυσμένην την αίσθησιν, ενώ εις τους πολλούς φαντάζει ως τραγικός ήρως, που δημιουργεί ιστορίαν.                                                            –Λοιπόν, Γέροντα, ποίον το δέον;                                                                                                                 --«Εγγύς σου το ρήμα». Σεις μόνος σας έχετε ήδη απαντήσει κατά τρόπον δραματικόν με το άγχος σας, όπως και ο κόσμος όλος με την τραγωδίαν του, διότι περιωρίσατε την ζωήν εις τον στενώτατον χώρον της φυσικής αισθήσεως και σκέψεως. Και η γη είναι και πλατειά και στενή, είναι και κόλασις και παράδεισος. Είναι στενή και κόλασις όταν ζώμεν μόνον δι’ αυτήν. Και είναι πλατειά και παράδεισος, όταν ζώμεν δια την άλλην, όχι ολιγώτερον πραγματικήν από αυτήν. Αυτή είναι μία σαφής διαχωριστική γραμμή δύο διαφορετικών τρόπων ζωής, που παράγουν ανάλογα αποτελέσματα που καθορίζουν την στάσιν μας, τις σκέψεις μας, τα «ιδεώδη» μας, τας μεθόδους μας, τα συναισθήματά μας, τας εξομολογήσεις μας, τους προσανατολισμούς μας, τις αγάπες και τους έρωτές μας, την ποιότητα των πράξεών μας.                                                            
–Με αυτήν την οξείαν τομήν που εχαράξατε, Γέροντα, οδηγούμεθα εις την διπλήν θεώρησιν των πάντων, άλλοι να βλέπουν έτσι και άλλοι αλλοιώς. Αλλά είναι ορθόν και επιτρεπτόν να διχοτομήσωμεν την ιστορίαν;                                                                                                                       --Και αγνοείτε, φίλτατε, ότι η ιστορία είναι ήδη διχοτομημένη με την είσοδον, εις την ιστορικήν περιοχήν, του υπεριστορικού Θεού, εν τω προσώπω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού; Πως, φιλόσοφος σεις, ερευνητής της ιστορίας του κόσμου, δεν είδατε την πυρίνην διαχωριστικήν γραμμήν εις την ζωήν των ανθρώπων; Πως δεν είδατε τας δύο διαφερούσας ιστορίας με τα ανάλογα χαρακτηριστικά των;                                                                                                                      
--Ώστε η εντεύθεν της πυρίνης διαχωριστικής γραμμής ιστορία με τις αθλιότητές της, αλλά και με τα αθλήματά της είναι άχρηστη; Δηλαδή δεν αξίζει να δρα κανείς υπέρ του συνόλου είτε εθνικόν είναι αυτό είτε υπερεθνικόν; Κι’ ακόμη, Γέροντα, κάποτε ο κόσμος δεν θα τρυγήση τους καρπούς της κοπιώδους πολιτιστικής γεωργίας του;                  
--Εάν, φίλτατε, μέσα εις την εγκόσμιον ιστορίαν υπάρχουν τα «ιδανικά», υπέρ των οποίων γίνονται και οι αγώνες, μη αμφιβάλλετε ότι πρόκειται περί στόχων που δεν ελευθερώνουν τον άνθρωπον. Δια να διαστείλω οξέως τας δύο ιστορίας, την φύσιν των και τας ενεργείας των, θα έπρεπεν να χρησιμοποιήσω μίαν από τας δύο γλώσσας που μου προσφέρονται. Η μία είναι η Θεολογική, την οποίαν, υπό τας παρούσας επιδράσεις σας, είναι πολύ αμφίβολον αν την εννοήσετε. Η άλλη είναι περισσότερον προσιτή εις υμάς είναι η γλώσσα της φιλοσοφίας του Χριστιανισμού, την οποίαν η δυτική σκέψις ιδιαιτέρως  εκαλλιέργησε.                                                   –Ευχαρίστως να ακούσω την δευτέραν γλώσσαν, Γέροντα.                                                                   –Λοιπόν σας αναφέρω ένα κείμενον ενός δυτικού Θεολόγου, σχετικόν με το θέμα μας. «Αυτά είναι τα μεγάλα γεγονότα – τα θεία – του παρόντος κόσμου. Πολύ μεγαλύτερα από τα μεγάλα έργα του στοχασμού ή της επιστήμης, από τις μεγάλες νίκες ή τις μεγάλες επαναστάσεις. Αυτά τα τελευταία αποτελούν την φαινομένην ιστορίαν, αλλά δεν κατέρχονται ως τα βάθη της πραγματικής ιστορίας. Είναι μεγαλεία της νοητικής και της υλικής τάξεως. Αλλά τα μυστήρια του Χριστιανισμού είναι τα μεγαλεία της πνευματικής, της υπερφυσικής αγάπης».                                     –Εις τι συνίστανται αυτά;                                                                                                                                --Ο Ιησούς Χριστός, λέγει ένας Χριστιανός φιλόσοφος, δεν έκανε μεγάλες εφευρέσεις, αλλά ήτο άγιος, άγιος, άγιος· άγιος στους ανθρώπους και φοβερός εις τους δαίμονας. Αυτό δεν το έχομε καταλάβει καλά και γι’ αυτό εντυπωσιαζόμεθα από τα σαρκικά ή διανοητικά μεγαλεία και μεταβάλλομεν εις είδωλα την Επιστήμην, το Χρήμα, την Ιστορίαν, το Κράτος και γενικώς τον Πολιτισμόν.                                                                                                                                                        –Ώστε αρνείται ο Χριστιανισμός τον εγκόσμιον άνθρωπον και τας γηϊνας ανάγκας του, Γέροντα;   --Όχι, αλλά αξιολογεί τον άνθρωπον και τας ανάγκας του εν σχέσει με το έργο του Θεού εις την γην χάριν του ανθρώπου, δηλαδή την θέωσίν του και την έλευσιν της Βασιλείας του Θεού, η οποία θα έλθη ασχέτως με την θέλησιν των ανθρώπων. Και όπως λέγει τις, "η νίκη επραγματώθη. Η Εκκλησία αγωνιζομένη δια να σώση όσους δύναται περισσοτέρους ανθρώπους, ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια. Η νίκη είναι η Ανάσταση του Χριστού. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι συνανέστημεν και ημείς. Δια τούτο πρέπει να αγρυπνώμεν δια να μη εκπέσωμεν τηςΑναστάσεως...".                                                                                                                     –Ώστε, λοιπόν, Γέροντα, ουδαμού υπάρχει σωτηρία και λύτρωσις από το ανθρώπινον πρόβλημα, πλην της Εκκλησίας;                                                                                               
--Να συναγάγετε μόνος σας το συμπέρασμα. Ο κόσμος, φίλτατε, δεν είναι από την φύσιν του κακός. Γίνεται από την διάθεσίν του κακός και εισέρχεται θεληματικά εις την δαιμονικήν περιοχήν, όπου υπάρχει το άγχος της κολάσεως, όσον και αν εξωτερικώς φαίνεται λαμπερός. Και φρονώ, ότι ο κόσμος, μη έχων ζωήν αληθινήν μέσα του, δεν θα αργήση να παρουσιάση και εξωτερικώς την ενδημούσαν στην ψυχήν του νεκρότητα. Και έτσι θα τρυγήση, βεβαίως, τους καρπούς της πολιτιστικής του γεωργίας, που κι’ εσείς περιμένετε.                                                                                  –Εάν, Γέροντα, εδεχόμην αυτά που λέτε ως αληθή, τότε ημπορώ να ερωτήσω εάν υπάρχη καμμία λύσις, εφ’ όσον, βεβαίως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζωμεν μοιρολατρικώς τους κινδύνους που υπαινίσσεσθε;                                                                                                                       --Αναμφιβόλως λύσις υπάρχει. Είναι αυτή που ανέφερα· η Εκκλησία, η οποία ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια. Αυτή είναι η σωστική κιβωτός δι’ ολόκληρον τον κόσμον. Αλλά το πρόβλημα είναι, αν η διακεχυμένη αχλύς, αυτό το γλαύκωμα που επικάθεται εις τους οφθαλμούς των ψυχών, αποδειχθή ασθενέστερον από την δύναμιν της λάμψεως του Θεού, που καλεί εις αλλαγήν του νου, εις μετάνοιαν και σωτηρίαν και θέωσιν, αντί της αυτοκαταστροφής που έρχεται και του αιωνίου ερέβους, που περιμένει όσους δεν έχουν στην ψυχήν των φως.


 Αθωνικά άνθη. 

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Υπάρχει λύσις από την λαίλαπα του Οικουμενισμού που έχει παρασύρει σχεδόν τους πάντες, και από τα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η Νέα Τάξις επάνω στο πλανήτη;

 Βεβαίως υπάρχει. Αυτή είναι  η Ορθόδοξος Εκκλησία, η οποία ετοιμάζεται δια να εορτάση τα επινίκεια! Αυτή είναι η σωστική κιβωτός δι’ ολόκληρον τον κόσμον. Αλλά το πρόβλημα είναι, αν η διακεχυμένη αχλύς, αυτό το γλαύκωμα που επικάθεται εις τους οφθαλμούς των ψυχών, αποδειχθή ασθενέστερον από την δύναμιν της λάμψεως του Χριστού, που καλεί εις αλλαγήν του νου, εις μετάνοιαν και σωτηρίαν και θέωσιν, αντί της αυτοκαταστροφής που έρχεται και του αιωνίου ερέβους, που περιμένει όσους δεν έχουν στην ψυχήν των φως.

Οὐδὲν ὠφελοῦμαι !!!

Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἔχω δε κοινωνία και μνημονεύω τους εχθρούς της Κυρίας Θεοτόκου και του Υιού Της,  γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.  καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν ὥστε ὄρη μεθιστάναι, κοινωνώ και μνημονεύω  Βαρθολομαίο, οὐδέν εἰμι.  κἂν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, είμαι δε μέλος της εκκλησίας των οικουμενιστών και ουχί της Εκκλησίας της Αληθείας, οὐδὲν ὠφελοῦμαι.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Ένα επιχείρημα που προβάλλουν οι Αντ-οικουμενιστές είναι το πλήθος των ανθρώπων που ακολουθούν την δικήν τους γραμμή λέγοντας:

 «Τόσοι Αρχιερείς,τόσοι Ιερείς, τόσοι Μοναχοί και λαϊκοί πεπαιδευμένοι και μη, δεν διακόπτουν πνευματική επικοινωνία με τους Οικουμενιστές, όλοι αυτοί επλανήθησαν και μόνο εσείς οι ολίγοι είσθε με την αλήθεια;» Παλαιό το σόφισμα, ανασκευασμένο και απογεγυμνωμένον υφ’ όλων σχεδόν των αγίων Πατέρων μας και της Αγίας Γραφής. Το δυστύχημα δι’ αυτούς που λέγουν όλα αυτά είναι ότι η αλήθεια δεν συμβαδίζει πάντοτε με τους πολλούς, αλλά πολλές φορές με τους ολίγους. Ο ίδιος ο Κύριος μας είπε: «ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η απάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί εισίν οι εισερχόμενοι δι’ αυτής. Ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ: 13). Και εις άλλο σημείο, «Πολλοί γαρ εισί κλητοί ολίγοι δε εκλεκτοί». Οι άγιοι πατέρες μας απαντούσαν ως εξής, όταν οι αιρετικοί προέβαλλον ως επιχείρημα το πλήθος που τους ακολουθούσε: «Πλήθει το ψεύδος κρατύνεις; Έδειξας του δεινού την επίτασιν (ένταση, δυνάμωμα) · όσω γαρ πλείους εν τω κακώ τοσούτω μείζων η συμφορά». «Εμοί πλήθος αιδέσιμον ου το χαίρον καινοτομία, αλλά το φυλάσσον πατρώαν κληρονομίαν» (άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, επιστολή 45). Σε άλλο σημείο λέγει: «Μη θώμεν σκάνδαλον τη Εκκλησία του Θεού, ήτις εστί και εν τρισίν Ορθοδόξοις οριζομένη κατά τους αγίους» (άγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 1049B). O άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής έγραφε: «Ει και πάνυ ολίγοι εν τη Ορθοδοξία και ευσεβεία διανένουσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται». Ο καθ. Γ. Φλωρόφσκυ έγραφε: «Πολύ συχνά το μέτρο της αληθείας είναι η μαρτυρία της μειοψηφίας. Είναι δυνατό να είναι καθολική Εκκλησία το μικρόν ποίμνιο.  Είναι δυνατό να εξαπλωθούν οι αιρετικοί παντού και να καταλήξη η Εκκλησία στο περιθώριο της ιστορίας, ή να αποσυρθεί εις την έρημο. Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη εις την ιστορία και είναι πολύ πιθανόν να συμβή και πάλι». Δεν αποτελούν λοιπόν οι πολλοί την Εκκλησία του Χριστού, αλλά οι την ορθήν και σωτήριον της πίστεως ομολογἰα φυλάσσοντες, όσοι ολίγοι και αν είναι.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

ΜΙΑ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ουδέποτε άλλοτε υπήρξε τόση σύγχυσις περί Ορθοδοξίας εις τον Ελληνικόν χώρον, όση υπάρχει σήμερον. Ζώμεν εις μίαν χώραν φωτός απλέτου, φωτός υπερφυσικού, όπου ανέτειλεν με τον Χριστιανισμόν και το αγνοούμεν. Επειδή δεν απεκτήσαμεν αίσθησιν δια την γεύσιν των πνευματικών ουσιών, αρνούμεθα να δεχθώμεν και την ύπαρξίν των και την υπεροχήν των. Πολλοί, όταν αναφέρουν την Ελλάδα, εννοούν ένα προχριστιανικόν φως της Αριστοτελικής ή Πλατωνικής φιλοσοφίας ή τους Πυθαγορίους ή την Στοάν και ένα καθαρόν φυσικόν και ακτινοβόλον φως, με το οποίον είναι προικισμένη η μεσημβρινή Πατρίς μας, όπου φωτίζει τα μαρμάρινα μνημεία μας και τας απαραμίλλους φυσικάς καλλονάς της. Ούτε καν υποψία, ότι έχομεν τον κατά παράδοσιν πάμφωτον Ορθόδοξον Χριστιανισμόν, τον οποίον επεξειργάσθη εις όλας του τας μορφάς, ως αλήθειαν, ως κάλλος, ως δόγμα, ως πνευματικότητα, ως υπερούσιον λειτουργικήν ζωήν και ως ρυθμόν τέχνης, η χορεία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας κατ’ ιδίαν και εν Ιεραίς Συνόδοις τη συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και διατί αυτή η τραγική άγνοια των θείων θησαυρών μας; Διότι δεν εζήσαμεν πνευματικώς, δεν επιστεύσαμεν εις τον Χριστόν, όστις μας εφανέρωσε την Αλήθειαν, δεν εφηρμόσαμεν τας θείας Του εντολάς. Και έτσι, δεν άνοιξαν τα μάτια μας δια να ίδωμεν το Άγιον εκείνο και υπερφυσικόν φως, το οποίον περιέλαμψεν όσους επίστευσαν τον Χριστόν και ηγάπησαν την δόξαν και την αγάπην Του. Και εντεύθεν κατατριβόμεθα με μικροχαρή υποκατάστατα, ομιλώμεν με ενθουσιασμόν δια την κλασσικήν φιλοσοφίαν και την τέχνην, δια τον ψευδοπολιτισμόν μας, αλλά περί Ορθοδοξίας ούτε λόγος, επειδή δεν εζήσαμεν εν Χριστώ, δεν ησθάνθημεν την πνευματικήν λύτρωσιν και άπειρον ευδαιμονίαν της εν Χριστώ ζωής. Δια τούτο έχομεν περιέλθη εις αγωνίας και προβληματισμούς και άγχη και απελπιστικόν αδιέξοδον. Από το οποίον δεν θα εξέλθωμεν, εάν δεν προσέλθωμεν εν κλαυθμώ και ταπεινώσει και απλότητι ψυχής προς τον λυτρωτήν του κόσμου Χριστόν. Όχι τον Χριστόν των Λατίνων, που τον απεγύμνωσαν από την υπερβατικότητά του και τον κατέστησαν ένα ψυχρόν ηθικολόγον, ούτε τον Χριστόν των Προτεσταντών, οίτινες τον κατεκρεούργησαν εις τετρακόσια τεμάχια και κάθε αίρεσις τον παρουσιάζει εις τα μέτρα της. Αλλά τον Χριστόν, τον Ορθοδόξως ερμηνευθέντα και βιωθέντα επί δύο χιλιάδες έτη υπό της Εκκλησίας, εκ της οποίας απεκόπησαν και Λατίνοι και Προτεστάνται και ήδη πλανώνται εις το βαθύ σκότος της εγωπαθείας των. Τα ανωτέρω έγραψα ως μικράν εισαγωγήν εις την μικράν ιστορίαν, τόσον όμως περιεκτικήν και τόσον διδακτικήν δι’ ημάς, που ομιλώμεν περί ενώσεως των Εκκλησιών, την οποίαν εκθέτω αμέσως. Γνωστός μου φιλόλογος Γερμανός μοι εδιηγήθη τα εξής: Ευρισκόμην, λέγει, μεταξύ των στρατιωτών της Χιτλερικής εκστρατείας εις Ρωσίαν. Προ της καταρρεύσεως του γερμανικού μετώπου, ανεπαυόμην, μετά από μίαν μάχην, με άλλους συναδέλφους μου, εις ένα σπίτι ρωσικού χωριού. Ένα βράδυ οι συνάδελφοί μου ήρχισαν ένα θορυβώδες τραγούδι. Αίφνης, εμφανίζεται μία νεαρά ρωσίς, εις το σπίτι της οποίας εστεγαζόμεθα, και αφού μας έρριψεν αυστηρόν βλέμμα, έδειξε με τον δάκτυλόν της το εικονοστάσιον και την κανδήλαν που ήτο αναμμένη, ωσάν να μας έλεγε πόσον άτοπον είναι να τραγωδούμεν ενώπιον των ιερών εικόνων… Υπήρξε τόση η κατάπληξίς μου και ο σεβασμός μου δια την ορθόδοξον αυτήν νέαν, με το σταθερόν και ανδρείον φρόνημά της και δια την αδιαφορίαν της, ότι ωμίλει εις τους νικητάς της πατρίδος της, ώστε, μόλις ετελείωσεν ο φρικαλέος εκείνος πόλεμος, εζήτησα αμέσως να πληροφορηθώ τι πιστεύουν οι Ορθόδοξοι και ποίας διαφοράς έχομεν ημείς οι Προτεστάνται με αυτούς. Κατέφυγα εις ένα Ορθόδοξον ιερέα μιάς Κοινότητος εν Γερμανία και τον ερώτησα να με διαφωτίση. Εκείνος, ύστερα από πολλήν σκέψιν, μου απήντησεν ότι … δεν έχομεν διαφοράς σοβαράς και ότι αμφότερα τα δόγματα αντλούν από μίας πηγής!... Παρά την απροσδόκητον αυτήν απάντησιν του ιερέως, ήρχισα να μελετώ βιβλία Ορθόδοξα. Εκεί ανεκάλυψα, όχι απλώς διαφοράς, αλλά χάσματα κυριολεκτικώς. Έβλεπα ότι η Ορθοδοξία ήτο εκθαμβωτικόν φως και ο Προτεσταντισμός βαθύτατον έρεβος. Ότι η Ορθοδοξία, απετέλει αδιάκοπον συνέχειαν της Αποστολικής Διδαχής και ότι ο Προτεσταντισμός ήτο ένα σύνολον ερμηνευτικών πλανών, η αρχή των οποίων υπήρξεν εις την Ρώμην ως Ορθολογισμός. Και ακόμη διεπίστωσα, ότι τόσον ο Παπισμός, όσον και ο Προτεσταντισμός, (περισσότερον ο δεύτερος) δεν λυτρώνουν, δεν ζωοποιούν, δεν ειρηνεύουν την ψυχήν, εν αντιθέσει με την Ορθοδοξίαν, η οποία πρώτον καθαίρει την ψυχήν από των παθών, κατόπιν την φωτίζει και τελευταίον την ενώνει με τον Χριστόν. Αργότερα εδιάβασα την Υμνολογίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας, την «Φιλοκαλίαν» και τους Ασκητικούς Πατέρας και εκολύμβησα εις άπειρον αγαλλίασιν. Η ορθοδοξία είναι έργον Θεού. Ο Ρωμαιοκαθολισμός ήτο έργον Θεού και έγινεν και ανθρώπινον. Ο Προτεσταντισμός από Θεανθρώπινον κλάδον αποκοπείς, εφυλλορρόησεν από σατανικούς ανέμους και τώρα κείται εις φύλλα εξηραμένα, έκαστον των οποίων αντιπροσωπεύει και μίαν Ομολογίαν!...                                                                                                                                                                                                                                 

 …Προ πολλών ετών εζήτησα να εισέλθω στους κόλπους της Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Εκατηχήθην—διότι ουσιαστικώς εγνώριζα την αλήθειαν της Ορθοδοξίας—και εβαπτίσθην δι’ ύδατος και πνεύματος. Και έγινα ένα μέλος του μυστικού Σώματος του Χριστού. Και τώρα, σεσωσμένος τη Χάριτι του Θεού, πληροφορημένος εις την καρδίαν μου «εν Χάριτι», ζω αποξενωμένος από τους ονειδίζοντάς με συγγενείς, αλλά «συμπολίτης των αγίων και οικείος του Θεού», πτωχός καθηγητής εν Ελλάδι, αλλά πλουτίσας εν Χριστώ δύναμαι ευγνωμόνως να αναπέμπω τας προσευχάς μου και να λέγω, μαζύ με τον άγιον Πατέρα μας Συμεών τον Νέον Θεολόγον, προς τον Σωτήρα μου Ιησούν: «Απολαύω της αγάπης σου και της ωραιότητός σου και είμαι πλήρης ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του Ηγαπημένου μου. Όταν βυθίζομαι εις το φως σου, τότε γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν σου. Και τότε αισθάνομαι τον εαυτόν μου πλουσιώτερον από όλους τους πλουσίους, ωραιότερον από όλους τους ωραίους και δυνατώτερον από όλους τους αυτοκράτορας». Και τελειώνω την προσευχήν μου με την αίτησιν, να με αξιώση ώστε να γίνω Μοναχός της Ορθοδόξου αγίας Εκκλησίας μας, δια να αρχίσω από εδώ να αισθάνομαι την μακαριότητα της αιωνίου βιοτής… «Κύριε, συ που μου έδωσες το αιτείν, δος μου και το αιτούμενον, Αμήν». Έτσι ετελείωσεν ο Ιωάννης Γιόρνταν την αφήγησίν του.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΑΥΤΟΣ Ο ΔΥΝΑΜΕΙ ΘΕΟΣ!

Ο Θεός και ο άνθρωπος. Αυτές είναι οι δύο μοναδικές πραγματικότητες. Ο Θεός ως αυτοϋπαρξη και ο άνθρωπος ως ύπαρξη κατά χάριν. Ο Θεός ως κατ’ ουσία Θεός και ο άνθρωπος ως κατά χάριν θεός. Ο Θεός ως ουσία άγνωστος και σχετικά γνωστός από τις ενέργειές Του και ο άνθρωπος γνωστός κατά τις ενέργειές του και άγνωστος κατά τις δυνατότητές του. ο Θεός έχει φυσικές όλες τις τελειότητες και υπερτελειότητες και ο άνθρωπος έχει κατά μετοχή και χάρη κάποιες θείες καταβολές αναλογικές και δυνατότητες ομοιώσεως με τον Θεόν. Είναι πλέον δεδομένο και αμετάβλητο το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού: ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού.                                                

Ο άνθρωπος δεν είναι επομένως ένα ον αυθύπαρκτο, άσχετο, ανεξάρτητο, αυτόνομο. Είναι ένα ον λογικό που από αυτή του τη φύση του ανήκει στον Θεόν, εξαρτάται από τον Θεόν, σχετίζεται με τον Θεόν, συγγενεύει με τον Θεόν. Οι «φυσικές» καταβολές του είναι τάξεως υπερφυσικής, λειτουργούν με αναφορά στον Θεόν. Κάθε παρέκκλιση, κάθε κίνηση του ανθρώπου να αυτονομηθή και να διακόψη τη σχέση του με τον πλάστη και πατέρα του, οδηγεί στην αποπλάνηση και παραμόρφωσή του. Γίνεται ένα τέρας, ένα ον αντινομικό και πλήρες από σύγχυση και δυστυχία.    
                                                                                                                               
 2. Οι πρωτόπλαστοι εσάρκωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα στις σχέσεις τους μεταξύ των και απέναντι του Θεού. Μέσα στην αναμαρτησία, πλέοντες στη χάρι του Θεού και το άκτιστο φως, ζούσαν σε τελεία αρμονία με τη βούληση της πατρικής αγάπης, οδηγούμενοι σταδιακά στην κατά χάρη ομοίωσή τους με τον Θεόν. Όλο τους το είναι ήταν λουσμένο στη θεϊκή χάρη, ο νους ακτινοβόλος από την άκτιστη λάμψη, η καρδιά καθαρή, φλογερή από αγάπη, «πάσχουσα τα θεία» από την ερωτική σχέση της με τον επίσης ερωτικά διακείμενο και «εξιστάμενο» Θεόν. Αυτή λοιπόν η αμοιβαία έλξη αγάπης και έρωτος μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αποτελούσε την «κατά φύση» σχέση, που εξέφραζε και τον προορισμό του ανθρώπου, που πλάστηκε για ευτυχία και θέωση. Υπό το πρίσμα αυτό θεωρούμενος ο άνθρωπος, αναδεικνύεται όντως ως ένας κατά χάριν θεός «δόξη και τιμή εστεφανωμένος», ένας «εν σαρκί περιπολών θεός». Το δε πρωτόκτιστο κάλλος του, η λειτουργία των ψυχοδιανοητικών του δυνάμεων, το πνευματικό του ήθος, οι απαθείς σχέσεις του με τον σύντροφό του, η στάση του απέναντι του κτιστού κόσμου και η ερωτική του φορά προς τον Θεόν και τις άκτιστες ενέργειές Του, όλα αυτά αποτελούν τα μοναδικά και ιερά αρχέτυπα, πρότυπα και υποδείγματα μιμήσεως και οικειώσεως υπό των ανθρώπων.             
3. Ο άνθρωπος, ως ελεύθερον ον, δελεασθείς απατήθηκε από τον «απ’ αρχής ανθρωποκτόνον». Ολόκληρος ο άνθρωπος η ψυχή και το σώμα, αρρώστησε βαρύτατα. Έγινε θνητός, εμπαθής, σκοτεινός. Διέστρεψε τις υιϊκές σχέσεις του με τον Θεόν, έχασε την λάμψη της χάριτος, ο νους έπαψε να βλέπη την δόξα της θεότητος. Οι δυνάμεις της ψυχής άλλαξαν ρυθμό. Το θυμικό έχασε την αρρενωπή κίνηση και αντί να στρέφεται με απαθή τρόπο κατά του κακού, εστράφη κατά του ανθρώπου. Το επιθυμητικό, που ήταν στη διάθεση της αγάπης προς τον Θεόν και τον άνθρωπο, μετεβλήθη σε πηγή φιληδονίας. Και το λογιστικό, που λειτουργούσε μόνο με πνευματικές θεωρίες και προσευχές – αφού ο νους ήταν «επόπτης της αισθητής κτίσεως και μύστης της νοουμένης» -- σκοτεισμένο, θαμπό, τυφλό, υποκείμενο στις εμπαθείς υποβολές του παθητικού μέρους της ψυχής και στις απατηλές προσβολές του διαβόλου, κατήντησε έρμαιο των παθών και των σατανικών φαντασιώσεων. Έτσι ο άνθρωπος, με αφώτιστη συνείδηση και νοσηρή ψυχική αίσθηση, εξελάμβανε το κακό ως καλό, το πικρό ως γλυκύ, το ψεύτικο ως αληθινό και το δαιμονικό ως θείο. Και ενώ η ψυχή, διατηρούσα κάποια λείψανα της θείας ευγενείας της, ορμούσε, από ορμοέμφυτο για ό,τι καλό και αληθινό, συνελάμβανε στη σύγχυσή της τα είδωλά των, σκιές, φαντάσματα και εικόνες, όπου εκένωνε τον ακάθαρτο έρωτά της, εν αγνοία της πλάνης της.               
4. Μέσα σε αυτά τα χαλκεύματα πρέπει να ενταχθούν όλες οι προχριστιανικές θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες, εξαιρέσει της ιουδαϊκής, την οποίαν ως προτύπωση του χριστιανισμού απεκάλυψεν ο Θεός. Και οι διάφορες θρησκείες και οι ποικίλες φιλοσοφίες, ως αναζητήσεις, υπό της πρώτης του Θεού, και υπό των δευτέρων, της αληθείας, αποτελούν μαρτυρίες ενός άλλου κόσμου, που εχάθη και αγωνιωδώς ερευνάται για την επανεύρεσή του. Εάν θ’ αναλύση κανείς την ελληνική φιλοσοφία, θα ανακαλύψη το κάλλος, το φως, τις εφέσεις και τις οράσεις του απτώτου και απλού ανθρώπου σε μια θλιβερά αλλοιωμένη μορφή, σαν μια χαμένη παλαιά ευγένεια, σαν ένα απολεσθέντα παράδεισο. Τι άλλο από αναζήτηση του Θεού, της αληθείας και της μακαριότητος που έχασεν ο άνθρωπος, είναι ο Πυθαγορισμός, ο Πλατωνισμός, ο Στωϊκισμός, ο Νεοπλατωνισμός, ο Αριστοτελισμός; Παντού κανείς ανακαλύπτει την δίψα της ψυχής για τον Θεόν, για την ευτυχία, για την αλήθεια. Δίψα μόνο χωρίς την δυνατότητα ευρέσεως, αφού τα όργανα αναζητήσεως – οι ψυχικές δυνάμεις – έχουν υποστή διαστροφή και ο διάβολος εξουσιαστικά αποπλανούσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό όλες οι φιλοσοφίες περιέχουν στοιχεία αληθείας, αλλ’ όχι αυτή την αλήθεια. Περιέχουν τάσεις μυστικές, αλλά μένουν στη δίψα για να φανερώνεται, ότι κάποτε ο άνθρωπος ανεπαύετο στους κόλπους του Θεού.                                                                             
5. Ο άνθρωπος ήταν αδύνατο να εύρη τον Θεόν. Γι’ αυτό και ο Θεός απεκαλύφθη στον άνθρωπο. Αλλά δεν έφθανε η φανέρωση. Χρειαζότανε και η πρόσληψη του αρρώστου ανθρώπου για να τον θεραπεύση και να τον θεώση. Γι’ αυτό και εσαρκώθη. Σάρκωση, Βάπτιση, Σταύρωση και Ανάσταση, επανέφεραν τον άνθρωπο στο «αρχαίον απλούν» στην προπτωτική κατάσταση. Η ψυχή καθαρίστηκε με το βάπτισμα, απόκτησε με την ενέργεια του αγίου Πνεύματος την πνευματική όραση, την πνευματική γεύση και την πνευματική ακοή, δηλαδή την καθολική αίσθηση, με την οποία η ψυχή «ειδοποιείται» για την ποιότητα όσων προσπίπτουν στην αίσθησή της. Αλλά ενώ στην προπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος είχε απλανή την αίσθηση για την διάκριση των ποιοτήτων και σταθερή, μετά την πτώση συμβαίνει το αντίθετο. Ούτε απλανής είναι η αίσθηση ούτε σταθερή. Έως ότου η ψυχή με πολλούς αγώνες και χρόνους αποκτήσει το απλανές στη διάκριση και τη σταθερότητα, θα πλανάται πολύ ή λίγο και θα κυμαίνεται πολύ ή λίγο. 

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Εἶναι δυνατόν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος πού προειδοποίησε τους Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν παπικῶν και φιλοπαπικῶν ἐπί Βέκκου λέγοντας ὅτι «ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου», νά συμμετεῖχε ἐγκρίνοντας τήν ἐνθρόνιση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Υἱοῦ Της;

ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ καί πρωτάκουστα, «αἰσχύνης γέμοντα», ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς εἶναι ὅσα ἐτελέσθησαν κατά τήν ἐνθρόνιση τοῦ νέου πάπα Φραγκίσκου Α’, προεξάρχοντος δυστυχῶς τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου Α’, μετά τῆς συνοδείας ἐκπροσώπων τῶν αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ὄχι, δέν ἦταν ἐκεῖ παροῦσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία τῶν μεγάλων ὁμολογητῶν τῆς πίστεως ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ: Τοῦ Μ.Φωτίου, τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς, τῶν ἐπί τοῦ λατινόφρονος πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου μαρτυρησάντων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, τῶν ὁσιομαρτύρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καντάρας τῆς Κύπρου, τῶν ἐν τοῖς χρόνοις ἡμῶν σφαγιασθέντων Σέρβων Ὀρθοδόξων ἀπό τούς «Καθολικούς» Οὐστάσι τῇ ὑποκινήσει τοῦ καρδιναλίου, καί τώρα «ἁγίου» τῶν Παπικῶν, Στέπινατς.
 Εἶναι δυνατόν οἱ σφαγιασθέντες «ὥσπερ ἄρνες» ἀπό τούς παπικούς νά ἔστειλαν ἐκπροσώπους, χαίροντες ἐπί τῇ ἐνθρονίσει τοῦ σφαγέως των; Εἶναι δυνατόν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος πού προειδοποίησε τους Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν παπικῶν και φιλοπαπικῶν ἐπί Βέκκου λέγοντας ὅτι «ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ μου», νά συμμετεῖχε ἐγκρίνοντας τήν ἐνθρόνιση τῶν ἐχθρῶν τοῦ Υἱοῦ Της, χωρίς μέχρι τώρα ἐπί χίλια ἔτη ἀπό τοῦ σχίσματος νά ὑπάρξη ἴχνος μετανοίας;