Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Αλέξ. Παπαδιαμάντης ---- ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ



 Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα.
Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι* τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.
Τὴν Σινιώραν, ὡραίαν νέαν, λεπτοφυῆ, λευκοτάτην, τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ἔρωτα. Ἤδη εἶχε συζήσει μαζί της ὑπὲρ τὰ εἴκοσι πέντε ἔτη, καὶ εἶχεν ἀποκτήσει τέσσαρας υἱοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρας. Ἀλλὰ τώρα, εἰς τὸν οὐδὸν τοῦ γήρατος, δὲν συνέζη πλέον μαζί της.
Εἶχε χωρίσει ἅπαξ ἤδη, ἀφοῦ ἐγεννήθησαν τὰ τέσσαρα πρῶτα παιδία, δύο υἱοὶ καὶ δύο θυγατέρες· ὁ πρῶτος οὗτος χωρισμὸς διήρκεσεν ἐπί τινας μῆνας. Εἶτα ἐπῆλθε συνδιαλλαγὴ καὶ συμβίωσις πάλιν. Τότε ἐγεννήθησαν ἄλλα δύο τέκνα, υἱὸς καὶ θυγάτριον. Εἶτα ἐπῆλθε δεύτερος χωρισμός, ὑπὲρ τὸ ἔτος διαρκέσας. Μετὰ τὸν χωρισμόν, δευτέρα συνδιαλλαγη. Τότε ἐγεννήθη ὁ τελευταῖος υἱός. Ἀκολούθως ἐπῆλθε μακρὸς χωρισμὸς μεταξὺ τῶν συζύγων. Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμός, μετὰ πολλὰς ἀγόνους ἀποπείρας συνδιαλλαγῆς, διήρκει ἤδη ἀπὸ τριῶν ἐτῶν καὶ ἡμίσεος. Δὲν ἦτο πλέον φόβος νὰ γεννηθοῦν ἄλλα τέκνα. Ἡ Σινιώρα ἦτον ὑπερτεσσαρακοντοῦτις ἤδη.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τῆς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 186… ἐκάθητο μόνος, ὁλομόναχος, ἔξω τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ προαύλιον, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει, ἐκάπνιζε τὸ τσιμπούκι του, κ᾿ ἐρρέμβαζεν. Ὁ καπνὸς ἀπὸ τὸν λουλὰν ἀνέθρῳσκε καὶ ἀνέβαινεν εἰς κυανοῦς κύκλους εἰς τὸ κενόν, καὶ οἱ λογισμοὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφαίνοντο νὰ παρακολουθοῦν τοὺς κύκλους τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ χάνωνται μετ᾿ αὐτῶν εἰς τὸ ἀχανές, τὸ ἄπειρον. Τί ἐσκέπτετο;
Βεβαίως, τὴν σύζυγόν του, μὲ τὴν ὁποίαν ἦσαν εἰς διάστασιν, καὶ τὰ τέκνα του, τὰ ὁποῖα σπανίως ἔβλεπεν. Ἐσχάτως τοῦ εἶχον παρουσιασθῆ, πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι. Ὁ Φραγκούλας ἦτο μεγαλοκτηματίας. Εἶχε παμπόλλους ἐλαιῶνας, ἀμπέλια ἀρκετά, καὶ χωράφια ἀμέτρητα. Μόνον ἀπὸ τὸν ἀντίσπορον τῶν χωραφίων ἠμποροῦσε νὰ μὴν ἀγοράζῃ ψωμὶ δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους, αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Οἱ δὲ ἐλαιῶνες, ὅταν ἐκαρποφόρουν, ἔδιδον ἀρκετὸν εἰσόδημα. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν εἰργάζετο ποτὲ μόνος του, τὰ ἔξοδα «τὸν ἔτρωγαν»! Εἶτα αὐξανομένης τῆς οἰκογενείας, συνηυξάνοντο καὶ αἱ ἀνάγκαι. Καὶ ὅσον ηὔξανον τὰ ἔξοδα, τόσον τὰ ἔσοδα ἠλαττοῦντο. Ἦλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», ἀφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Εἶτα, διὰ πρώτην φοράν, ἔλαβεν ἀνάγκην μικρῶν δανείων. Δὲν ἐφαντάζετο ποτὲ ὅτι μία μικρὰ κάμπη ἀρκεῖ διὰ νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον φυτείαν. Ἀπηυθύνθη εἰς ἕνα τοκογλύφον τοῦ τόπου.
Οἱ τοιοῦτοι ἦσαν ἄνθρωποι «φερτοί», ἀπ᾿ ἔξω, καὶ ὅταν κατέφυγον εἰς τὸν τόπον, ἐν ὥρᾳ συμφορᾶς καὶ ἀνεμοζάλης, κατὰ τὴν Μεγάλην Ἐπανάστασιν ἢ κατὰ τὰ ἄλλα κινήματα τὰ πρὸ αὐτῆς, ἀρχομένης τῆς ἑκατονταετηρίδος, κανεὶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν καὶ σημασίαν εἰς αὐτούς.
Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ οἱ ἐντόπιοι εἶχον ἀποκλειστικὴν προσήλωσιν εἰς τὰ κτήματα, οὗτοι, οἱ ἐπήλυδες, ὡς πράττουσιν ὅλοι οἱ φύσει καὶ θέσει Ἑβραῖοι, ἔδωκαν ὅλην τὴν σημασίαν καὶ τὴν προσοχήν των εἰς τὰ χρήματα. Ἤνοιξαν ἐργαστήρια, μαγαζεῖα, κ᾿ ἐμπορεύοντο, κ᾿ ἐχρηματίζοντο. Εἶτα ἦλθεν ὥρα, ὅπως καὶ τώρα καὶ πάντοτε συμβαίνει, ὁπότε οἱ ἐντόπιοι ἔλαβον ἀνάγκην τῶν χρημάτων, καὶ τότε ἤρχισαν νὰ ὑποθηκεύουν τὰ κτήματα. Ἑωσότου παρῆλθε μία γενεά, ἢ μία καὶ ἡμίσεια, καὶ τὰ χρήματα ἐπέστρεψαν εἰς τοὺς δανειστάς, συμπαραλαβόντα μεθ᾿ ἑαυτῶν καὶ τὰ κτήματα.
Ἕως τότε δὲν εἶχε συλλογισθῆ τοιαῦτα πράγματα ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας, οὔτε τὸν ἔμελε ποτέ του περὶ χρημάτων. Ἀλλ᾿ ἐπ᾿ ἐσχάτων, εἶχε λάβει ἀνάγκην καὶ δευτέρου καὶ τρίτου δανείου, καὶ οἱ δανεισταὶ προθύμως τοῦ ἔδιδαν, ἀλλ᾿ ἀπῄτουν νὰ τοὺς καθιστᾷ ὑπέγγυα τὰ καλύτερα κτήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἕκαστον εἶχε, κατ᾿ αὐτὸν ἐκτιμητήν, δεκαπλασίαν ἀξίαν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανειζομένου. Πλὴν φεῦ! αὐτὸς δὲν ἦτο ὁ μόνος καημός του…
Ὁ Φραγκούλης Φραγκούλας δὲν ἐφόρει πλέον τὸ ὡραῖόν του μαῦρον φέσι, τὸ τουνεζιάνικον· ἔφερεν οἰκιακὸν μαῦρον σκοῦφον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀλλ᾿ εὑρίσκετο σήμερον εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐὰν τὸν συνηντῶμεν τὴν προτεραίαν εἰς τὴν ἀγοράν, κάτω εἰς τὴν πολίχνην, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι εἶχε βάψει μαῦρον τὸ φέσι του… Εἶχε πρόσφατον πένθος.
*
* *
«Ἄχ! Τό ᾽χασα, τὸ καημένο μ᾿, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!»
Ὁ γερο-Φραγκούλης ἐστέναξε, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ στενάξῃ. Τὸ καλύτερον κοράσιόν του, τὸ τρίτον, τὸ μικρότερον, δεκατετραετὲς μόλις τὴν ἡλικίαν ―τὸ ὁποῖον εἶχε γεννηθῆ κατά τι διάλειμμα ἔρωτος μεταξὺ δύο χωρισμῶν― τοῦ εἶχεν ἀποθάνει πρὸ ὀλίγων μηνῶν…
Καὶ αὐτὸς ἦλθεν εἰς τὴν Παναγίαν, διὰ νὰ κλαύσῃ καὶ νὰ πῇ τὸν πόνον του. Ἦτον κτῆμά του ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Τὸ ἐκκλησίδιον ἦτον εὐπρεπέστατον, ὡραῖα στολισμένον καὶ εἶχε καλὰς εἰκόνας, καὶ μάλιστα τὴν φερώνυμον, τὴν γλυκεῖαν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, σκαλιστὸν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον καὶ μανουάλια ὀρειχάλκινα, κανδήλια ἀργυρᾶ. Ἔφερε πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης μαζί του τὴν βαρεῖαν ὑπερμεγέθη κλεῖδα τῆς δρυΐνης θύρας τῆς στερεᾶς, καὶ δὲν ἔλειπε συχνὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Παναγίαν του· ἱερόσυλος εὐτυχῶς κανεὶς ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀναφανῆ εἰς τὰ μέρη αὐτά.
Ἦτον ἡ προπαραμονὴ τῆς ἑορτῆς, ὅτε θὰ ἐτελεῖτο πανήγυρις εἰς τὸν ναΐσκον, τιμώμενον ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Κοιμήσεως. Θὰ ἤρχοντο ἀπὸ τὸν τόπον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἄτομα, δωδεκάδες τινὲς προσκυνητῶν καὶ πανηγυριστῶν, καὶ ὁ παπα-Νικόλας, ὁ συμπέθερός του. Εἰς τὸν παπα-Νικόλαν ὁ Φραγκούλας ἔδιδε διὰ τὸν κόπον του ἓν τάλληρον, περιπλέον δὲ εἰσέπραττεν ὁ παπὰς διὰ λογαριασμόν του τὰς δεκάρας, ὅσας ἔδιδαν αἱ γυναῖκες «διὰ νὰ γράψουν τὰ ὀνόματα» ἢ τὰ «ψυχοχάρτια».
Ὅλα τ᾿ ἄλλα, προσφοράς, ἀρτοκλασίας, πώλησιν κηρίων, κτλ. τὰ εἰσέπραττεν ὁ Φραγκούλας ὡς εἰσόδημα ἰδικόν του…
Καὶ τώρα τοὺς ἐπερίμενε νὰ ἔλθουν πάλιν… καὶ ἀνελογίζετο πῶς ἄλλοτε, ὅταν ἦτον νέος ἀκόμη, μετὰ τὸν πρῶτον χωρισμὸν ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ἡ πανήγυρις αὐτὴ τῆς Παναγίας τῆς Κοιμήσεως ἔγινεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἐπέλθῃ συνδιαλλαγὴ μετὰ τῆς γυναικός του. Κατόπιν τῆς συνδιαλλαγῆς ἐκείνης ἐγεννήθη ὁ τρίτος υἱός, καὶ τὸ Κουμπώ, τὸ θυγάτριον τὸ ὁποῖον ἐθρήνει τώρα ὁ γερο-Φραγκούλας…
«Τό ᾽χασα τὸ καημένο μου, τὸ εὐάγωγο, τό ᾽χασα!…»
Ὤ, δὲν ἐλυπεῖτο τώρα τόσον πολὺ τὸν ἀπὸ τῆς γυναικός του χωρισμόν ―τὴν ὁποίαν ἄλλως τρυφερῶς ἠγάπα― ὅσον ἐθρήνει τὴν σκληρὰν ἀπώλειαν ἐκείνην τῆς κορασίδος, τὴν ὁποίαν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον ἤλπιζε μόνον νὰ ἐπανεύρῃ… Καὶ κατενύσσετο πολὺ ἡ καρδία του κ᾿ ἐθλίβετο… Καὶ ἀνελογίσθη ὅτι τὸ πάλαι ἐδῶ οἱ χριστιανοί, ὅσοι ἦσαν ὡς αὐτὸς τεθλιμμένοι, εἰς τὸν ναΐσκον αὐτὸν τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας, ἤρχοντο τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ εὕρωσι, διὰ τῆς ἐγκρατείας καὶ τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ ᾄσματος, ἀναψυχὴν καὶ παραμυθίαν… Τὸν παλαιὸν καιρόν, πρὸ τοῦ Εἰκοσιένα, ὅταν τὸ σήμερον ἔρημον καὶ κατηρειπωμένον χωρίον ἐκατοικεῖτο ἀκόμη, ὅλοι οἱ κάτοικοι καὶ τῶν δύο ἐνοριῶν ἤρχοντο εἰς τὸν ναὸν τῆς Πρέκλας, ὅστις ἦτο ἁπλοῦν παρεκκλήσιον, ν᾿ ἀκούσωσι τὰς ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ᾿ ὅλον τὸν Δεκαπενταύγουστον…
Ἄφησεν εἰς τὴν ἄκρην τὸ τσιμπούκι, τὸ ὁποῖον εἶχε σβήσει ἤδη ἀνεπαισθήτως, ἐν μέσῳ τῆς ἀλλοφροσύνης καὶ τῶν ρεμβασμῶν τοῦ καπνιστοῦ, καὶ ἀκουσίως ἤρχισε νὰ ὑποψάλλῃ.
Ἔλεγε τὸν Μέγαν Παρακλητικὸν κανόνα τὸν εἰς τὴν Παναγίαν, ὅπου διεκτραγῳδοῦνται τὰ παθήματα καὶ τὰ βάσανα μιᾶς ψυχῆς, καὶ τὴν σειρὰν ὅλην τῶν κατανυκτικῶν ὕμνων, ὅπου εἷς βασιλεὺς Ἕλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, ἀπὸ Λατίνους καὶ Ἄραβας καὶ τοὺς ἰδικούς του, διεκτραγῳδεῖ πρὸς τὴν Παναγίαν τοὺς ἰδίους πόνους του, καὶ τοὺς διωγμοὺς ὅσους ὑπέφερεν ἀπὸ τὰ στίφη τῶν βαρβάρων, τὰ ὁποῖα ὀνομάζει νέφη.
Εἶτα, κατὰ μικρόν, ἀφοῦ εἶπεν ὅσα τροπάρια ἐνθυμεῖτο ἀπὸ στήθους, ὕψωσεν ἀκουσίως τὴν φωνήν, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ τὸ ἀθάνατον ἐκεῖνο:
«Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε,
Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.
Καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα».
… Καὶ εἶτα προσέτι, παρεκάλει διὰ τοῦ ᾄσματος τὴν Παναγίαν, νὰ εἶναι μεσίτρια πρὸς τὸν Θεόν, «μὴ μοῦ ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων…» Ὤ, αὐτὸ εἶχε τὴν δύναμιν καὶ τὸ προνόμιον νὰ κάμνῃ πολλὰ ζεύγη ὀφθαλμῶν νὰ κλαίωσι τὸν παλαιὸν καιρόν, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἔκλαιον ἀκόμη ἑκούσια δάκρυα ἐκ συναισθήσεως…
Ὁ γερο-Φραγκούλας ἐπίστευε καὶ ἔκλαιεν… Ὤ, ναί, ἦτον ἄνθρωπος ἀσθενής· ἠγάπα καὶ ἡμάρτανε καὶ μετενόει… Ἠγάπα τὴν θρησκείαν, ἠγάπα καὶ τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του, ἐπόθει ἀκόμη τὸν συζυγικὸν βίον, ἐπόθει καὶ τὸν βίον τὸν μοναχικόν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχεν ἀγαπήσει ἐξ ὅλης καρδίας τὴν Σινιωρίτσαν του… καὶ τὴν ἠγάπα ἀκόμη. Ἀλλ᾿ ὅσον τρυφερὸς ἦτο εἰς τὸν ἔρωτα, τόσον εὐεπίφορος εἰς τὸ πεῖσμα, καὶ τόσον γοργὸς εἰς ὀργήν. Ὤ! ἀτέλειαι τῶν ἀνθρώπων.
Τώρα, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους, εἶχε γνωρίσει ἀκόμη καὶ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, τὸ παράπονον τῆς ξεπεσμένης ἀρχοντιᾶς, τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν τοκογλύφων. «Τὸ διάφορο, κεφάλι*! τὸ διάφορο, κεφάλι!» Ἐπὶ τέσσαρας ἐνιαυτοὺς ἦτο ἀφορία, αἱ ἐλαῖαι δὲν ἐκαρποφόρησαν· ὁ καρπὸς εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ ἄγνωστον ἀσθένειαν, διὰ τὰς ἁμαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶχαν κιτρινίσει καὶ μαυρίσει αἱ ἐλαῖαι, καὶ ἦσαν γεμᾶται ἀπὸ βοῦλες, καὶ εἶχαν πέσει ἄκαιρα. Τόσα «ὑποστατικά», τόσα «μούλκια»*, τόσο «βιός», ἀγύριστα* κτήματα, σχεδὸν τσιφλίκια, ἠπειλοῦντο νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων. ― Ἐγέννα ἢ ὄχι ἡ γῆ, ἐκαρποφόρουν ἢ ὄχι τὰ δένδρα, ὁ τόκος δὲν ἔπαυε. Τὰ κεφάλαια «ἔτικτον». Ἔπαυσε νὰ τίκτῃ ἡ γόνιμος (ὅπως λέγει ὁ Ἅγ. Βασίλειος), ἀφοῦ τὰ ἄγονα ἤρχισαν κ᾿ ἐξηκολούθουν νὰ τίκτουν…
Ἀνελογίζετο αὐτά, κ᾿ ἔκλαιεν ἡ ψυχή του. Δὲν ἤλπιζε πλέον, οὔτε ηὔχετο σχεδόν, νὰ ἤρχετο ἡ Σινιωρίτσα αὔριον, εἰς τὴν πανήγυριν, ὅπως ἤρχετο τακτικὰ κάθε χρόνον, ἄλλοτε, ὅταν ἦσαν «μονοιασμένοι» ― ὅπως εἶχεν ἔλθει καὶ ἅπαξ, εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκοντο χωρισμένοι, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν… Τώρα μόνον ἡ ψυχὴ τῆς Κούμπως, τῆς ἀθῴας μικρᾶς παρθένου, εἴθε νὰ παρίστατο ἀοράτως εἰς τὴν πανήγυριν, ἀγαλλομένη.
Ὤ! ἄλλοτε, πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη ἡ Κούμπω ― ναί, ἡ Παναγία εἶχε δωρήσει τὸ ἁβρὸν ἐκεῖνο ἄνθος εἰς τὸν Φραγκούλην καὶ τὴν Σινιώραν, καὶ ἡ Παναγία πάλιν τὸ εἶχε δρέψει καὶ τὸ εἶχεν ἀναλάβει πλησίον της, πρὶν μολυνθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς τῶν ματαίων τοῦ κόσμου… Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εἶχε συμβῆ ὁ πρῶτος χωρισμός, τὸ πρῶτον πεῖσμα, τὸ πρῶτον κάκιωμα μεταξὺ τῶν συζύγων. Καὶ ὁ Φραγκούλης, θυμώδης, ὀξύχολος, δριμύς, εἶχεν ἀναβῆ, ὅπως τώρα, ἀπὸ τὴν πολίχνην τὴν κατοικημένην εἰς τὸ παλαιὸν χωρίον τὸ ἔρημον, τοῦ ὁποίου ἐσώζοντο τότε ἀκόμη ὀλίγισται οἰκίαι, καὶ δὲν ἦτο ἐρείπιον ὅλον, ὅπως σήμερον. Καὶ καθὼς τώρα, εἶχεν ἔλθει δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὸ τῆς ἑορτῆς εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Πρέκλας, ἐκάθητο δὲ εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ναΐσκου κ᾿ ἐκάπνιζε τὸ μακρὸν τσιμπούκι μὲ τὸ ἠλέκτρινον ἐπιστόμιον. Πλὴν τότε τὸ φέσι του ἦτο κατακόκκινον, καὶ τώρα ἐφόρει μαῦρον σκοῦφον… Καὶ τότε ὁ Φραγκούλης ἦτον σαράντα χρόνων, καὶ τώρα ἦτον πενηνταπέντε… Τότε ἔτρεφε πεῖσμα καὶ χολήν, ἀλλ᾿ εἶχε πολὺ περισσότερον καὶ βαθύτερον συζυγικὸν ἔρωτα, καὶ μόνον νύξιν ἤθελεν· ἦτον ἕτοιμος νὰ συγχωρήσῃ· καὶ ν᾿ ἀγαπήσῃ… Ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχει πλέον οὔτε πεῖσμα σχεδὸν οὔτε ὀργήν, ἠγάπα τὴν Σινιώραν, τὴν ἐπόνει, ἀλλ᾿ ἔκλαιε πολὺ περισσότερον διὰ τὸ θυγάτριόν του, τὸ Κουμπώ, «τὸ καημένο, τὸ εὐάγωγο!»
Ἐκείνην τὴν φοράν, ὁ παπα-Νικόλας, ἅμα ἔφθασε τὴν παραμονήν, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος προσκυνητῶν διὰ τὴν πανήγυριν, ἐστάθη πλησίον τῆς θύρας τοῦ ναοῦ, παρὰ τὴν γωνίαν, καὶ τοῦ εἶπε μυστηριωδῶς:
― Θά ᾽χῃς μουσαφιρλίκια, θαρρῶ.
― Τί τρέχει, παπά; ἠρώτησε μειδιῶν ὁ Φραγκούλας, ὅστις ἐμάντευσε πάραυτα.
― Θὰ σοῦ ἔλθῃ τ᾿ ἀσκέρι… Κοίταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα, χωρὶς πείσματα…
Ὁ παπάς, ἀσκέρι λέγων, ἐννοοῦσε προφανῶς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Φραγκούλα· ἀλλὰ τάχα μόνον τὰ παιδία τὰ δύο μεγαλύτερα ἐκ τῶν τεσσάρων; ― καθόσον τὰ ἄλλα δύο τὰ μικρά, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ κουβαληθοῦν εἰς διάστημα τριῶν ὡρῶν ὁδοιπορίας χωρὶς τὴν μητέρα των. Ὁ Φραγκούλης ἠθέλησε νὰ βεβαιωθῇ.
― Θά ᾽ρθῃ μαζὶ κ᾿ ἡ μάννα τους;
― Βέβαια… πιστεύω, εἶπεν ὁ παπάς.
*
* *
Τῷ ὄντι, ὅταν ἐβράδιασε καλά, καὶ ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ, ἡ κυρα-Σινιώρα ἦλθε, μαζὶ μὲ τὴν γραῖαν μητέρα της, καὶ μὲ τὰ τέσσαρα παιδιά της, ἐν συνοδίᾳ καὶ ἄλλων προσκυνητριῶν, γειτονισσῶν ἢ συγγενῶν της. Ἀπὸ πολλῶν μηνῶν δὲν εἶχεν ἰδεῖ τὸν σύζυγόν της, ὅστις εἶχε κατοικήσει χωριστά, ― εἰς εὐτελὲς δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, τὸ ὁποῖον ὠνόμαζε «τὸ κελλί του», καὶ ἔζη ἀπὸ μηνῶν ὡς καλόγηρος. Ἐπλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ὁ Φραγκούλης ἵστατο ἐκεῖ, παραπέρα ἀπὸ τὴν θύραν τῆς ἐκκλησίας, κ᾿ ἔκαμνε πὼς ἔβλεπεν ἀλλοῦ, καὶ πὼς ἐπρόσεχεν εἴς τινα ὁμιλίαν περὶ ἀγροτικῶν ὑποθέσεων, μεταξὺ δύο ἢ τριῶν χωρικῶν.
Ἡ Σινιώρα εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, ἐπροσκύνησεν, ἐκόλλησε κηρία, καὶ ἠσπάσθη τὰς εἰκόνας. Εἶτα, μετά τινα ὥραν, ἐξῆλθεν. Ἐπλησίασε συνεσταλμένη, κ᾿ ἐχαιρέτισε τὸν σύζυγόν της. Οὗτος ἔτεινε πρὸς αὐτὴν τὴν χεῖρα, καὶ ἠσπάσθη φιλοστόργως τὰ τέκνα του.
Ἤδη ἐνύκτωνε, καὶ ἐψάλη ὁ Μικρὸς Ἑσπερινός. Ἀκολούθως, μετὰ τὸ λιτὸν σαρακοστιανὸν τὸ ὁποῖον ἔφαγον κατὰ ὁμάδας καθίσαντες οἱ διάφοροι προσκυνηταί, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ τῶν ἐρειπίων, ὁ Φραγκούλης ἡτοίμασεν ἰδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον, πρόχειρον, κατὰ μίμησιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνηθίζονται εἰς τὰ μοναστήρια, καὶ φέρων τρεῖς γύρους περὶ τὸν ναόν, τὸ ἔκρουσε μόνος του, πρῶτον εἰς τροχαϊκὸν ρυθμόν, «τὸν Ἀδάμ, Ἀδάμ, Ἀδάμ!» εἶτα εἰς ἰαμβικόν, «τὸ τάλαντον! τὸ τάλαντον!»
Εὐθὺς τότε, τὰ δύο παιδία τοῦ Φραγκούλα, καὶ πέντε ἢ ἓξ ἄλλοι μικροὶ μοσχομάγκαι, ἀνερριχήθησαν ἐπάνω εἰς τὴν στέγην τοῦ ναοῦ, ἄνωθεν τῆς θύρας, καὶ ἤρχισαν νὰ βαροῦν τρελά, ἀλύπητα, ἀχόρταστα, τὸν μικρὸν μισορραγισμένον κώδωνα, τὸν κρεμάμενον ἀπὸ δύο διχαλωτῶν ξύλων ἐκεῖ ἐπάνω. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς φωνάς, μαλώματα καὶ ἐπιπλήξεις τοῦ Φραγκούλα, τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ τοῦ ψάλτου, καὶ τοῦ Παναγιώτου τῆς Ἀντωνίτσας (ἑνὸς καλοῦ χωρικοῦ, ὅστις δὲν ἐκουράζετο νὰ τρέχῃ εἰς ὅλα τὰ ἐξωκκλήσια, καὶ νὰ κάμνῃ «κουμάντο», ἑωσοῦ ἐπὶ τέλους ἡ Δημαρχία ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς ἰσόβιον ἐπίτροπον ὅλων τῶν ἐξοχικῶν ναῶν), τὰ παιδία μόλις ἔπαυσαν ὀψέποτε νὰ κρούουν τὸν κώδωνα, κ᾿ ἐξεκόλλησαν τέλος ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ ναΐσκου. Ὁ παπα-Νικόλας ἔβαλεν εὐλογητόν, καὶ ἤρχισεν ἡ ἀκολουθία τῆς Ἀγρυπνίας.
Ὁ Φραγκούλας ἦτο τόσον εὐδιάθετος ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, ὥστε ἀπὸ τοῦ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός», τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἀποδείπνου, μέχρι τοῦ «Εἴη τὸ ὄνομα», εἰς τὸ τέλος τῆς Λειτουργίας ―ὅπου ἡ παννυχὶς διήρκεσεν ὀκτὼ ὥρας ἄνευ διαλείμματος― ὅλα τὰ ἔψαλε καὶ τὰ ἀπήγγειλε μόνος του ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ χοροῦ, μόλις ἐπιτρέπων εἰς τὸν κὺρ Δημητρόν, τὸν κάτοχον τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ, νὰ λέγῃ κι αὐτὸς ἀπὸ κανένα τροπαράκι, διὰ νὰ ξενυστάξῃ. Ἔψαλε τὸ «Θεαρχίῳ νεύματι» καὶ εἰς τοὺς ὀκτὼ ἤχους μοναχός του, προφάσει ὅτι ὁ κὺρ Δημητρὸς «δὲν εὕρισκεν εὔκολα τὸν ἦχον», ἤτοι δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβῇ ἀβιάστως καὶ ἄνευ χασμωδίας ἀπὸ ἤχου εἰς ἦχον. Εἰς τὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, μοναχός του ἐδιάβασε τὸ Συναξάρι, καί, χωρὶς νὰ πάρῃ ἀνασασμόν, μοναχός του πάλιν ἤρχισε τὸν Ἑξάψαλμον. Ἔψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Ἀναβαθμοὺς καὶ προκείμενα, εἶτα ὅλον τὸ «Πεποικιλμένη» ἕως τὸ «Συνέστειλε χορός», καὶ ὅλον τὸ «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου» ἕως τὸ «Δέχου παρ᾿ ἡμῶν». Εἶτα ἔψαλεν Αἴνους, Δοξολογίαν, ἐδιάβασεν Ὥρας καὶ Μετάληψιν, πρὸς χάριν ὅλων τῶν ἡτοιμασμένων διὰ τὴν Θείαν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὴν Λειτουργίαν πάλιν ὅλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, τὸ Χερουβικόν, τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι», τὸ Κοινωνικόν, κτλ. κτλ.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνθυμεῖτο ἀκόμη, ὡς νὰ ἦτον χθές, ὁ γερο-Φραγκούλας, καὶ εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη ἔκτοτε. Ἀκόμη καὶ μικρά τινα φαιδρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὴν Λιτήν, μικρὸν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου, κατὰ τὴν ἔξοδον τῆς ἱερᾶς εἰκόνος εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἐπειδὴ αἱ γυναῖκες εἶχαν κολλήσει πολλὰ καὶ χονδρὰ κηρία, τὰ πλεῖστα ἔργα αὐτῶν τῶν ἰδίων χειρομάλακτα, τὰ δὲ κηρία συμπλεκόμενα εἰς δέσμας καὶ περιπλοκάδας ἀπὸ τὸν Παναγιώτην τῆς Ἀντωνίτσας, τὸν πρόθυμον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἱερᾶς πανηγύρεως, εἶχαν λαμπαδιάσει, εἰς μίαν στιγμὴν ὀλίγον ἔλειψε νὰ πάρῃ φωτιὰν τὸ φελόνι τοῦ παπᾶ, εἶτα καὶ τὸ γένειόν του. Τότε ὁ Παναγιώτης τῆς Ἀντωνίτσας, μὴ εὑρίσκων ἄλλο προχειρότερον μέσον, ἥρπαζε τὰς ὀγκώδεις δέσμας τῶν φλεγόντων κηρίων, τὰς ἔφερε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτει δυνατὰ μὲ τὰ τσαρούχια του διὰ νὰ τὰ σβήσῃ. Αἱ γυναῖκες δυσφοροῦσαι ἐγόγγυζον, νὰ μὴν πατῇ τὰ κηριά, γιατὶ εἶναι κρῖμα.
Τότε εἷς τῶν παρεστώτων, υἱὸς πλουσίου τοῦ τόπου, ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες εἰς τὸ ὕστερον κατέστησαν δανεισταὶ τοῦ Φραγκούλα ―καὶ ὅστις ἐλέγετο ὅτι ἐμελέτα εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ βάλῃ κάλπην ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος― ἠκούσθη νὰ λέγῃ ὅτι πρέπει νὰ μάθουν νὰ κάμνουν «οἰκονομία, οἰκονομία στὰ κηριά! ἡ νύχτα μεγαλώνει… ἰσημερία τώρα, κοντεύει… ἔχει νύχτα…»
Ἀλλ᾿ αἱ γυναῖκες, ἐνῷ ἤξευραν, καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅλας τὰς οἰκονομίας τοῦ κόσμου, δὲν ἐννοοῦσαν τί θὰ πῇ «οἰκονομία στὰ κηριά», ἀφοῦ ἅπαξ εἶναι ἀγορασμένα καὶ πληρωμένα, καὶ εἶναι μελετημένα καὶ ταμένα ἐξ ἅπαντος νὰ καοῦν, διὰ τὴν χάριν τῆς Παναγίας. Μία ἀπ᾿ αὐτάς, γερόντισσα, ἀνεπόλησε κάτι τι δι᾿ ἕνα θαῦμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὸ συναξάρι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου ὁ Ἅγιος, εἰς τὴν Σαλονίκην, ἐπέπληξεν αὐστηρῶς τὸν νεωκόρον, ἔχοντα τὴν μανίαν νὰ σβήνῃ μισοκαμένα τὰ κηριά ― καὶ ἡ γερόντισσα ἤρχισε νὰ τὸ διηγῆται χθαμαλῇ τῇ φωνῇ εἰς τὴν πλησίον της: «Ἀδελφὲ Ὀνήσιμε, ἄφες νὰ καοῦν τὰ κηρία, ὅσα προσφέρουν οἱ χριστιανοί, καὶ μὴ ἁμαρτάνῃς…»
Τὴν ἰδίαν ὥραν συνέβη καὶ τοῦτο. Ἐνῷ ὁ παπὰς ἀπήγγελλε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα, ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλης ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστό (διότι ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας, μὲ τὴν γερήν, κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἥρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε καὶ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου), ἔλαβε τὸ θάρρος νὰ τοῦ κάμῃ παρατήρησιν.
― Πιὸ σιγά, πιὸ ταπεινά, κὺρ Φραγκούλη· σιγανώτερα νὰ τὸ λὲς τὸ Κύριε ἐλέησον, γιατὶ δὲν ἀκούονται τὰ ὀνόματα, καὶ θέλουν οἱ γυναῖκες νὰ τ᾿ ἀκοῦνε.
Εἶχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αἱ γυναῖκες ἀπῄτουν νὰ λέγωνται ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, ὅσα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τὸν παπὰν νὰ γράψῃ. Ἐννοοῦσαν νὰ τ᾿ ἀκούῃ κι ὁ Θεὸς κ᾿ ἡ Παναγία κι ὅλος ὁ κόσμος. Ἡ καθεμία ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ «τὰ δικά της τὰ ὀνόματα», καὶ νὰ τ᾿ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἀπηγγέλλοντο ἀραδιαστά. Ἄλλως θὰ εἶχαν παράπονα κατὰ τοῦ παπᾶ, κι ὁ παπὰς ἂν ἤθελε νὰ φάγῃ κι ἄλλοτε, εἰς τὸ μέλλον, προσφορές, ὤφειλε νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ μὲ τὶς ἐνορίτισσες.
Τότε ἡ Ἀργυρή, ἡ πρωτότοκος τοῦ Φραγκούλα, οὖσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθὼς ἔστεκε πλησίον εἰς τὸν πατέρα της, ἐψήλωσεν ὀλίγον διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ οὖς του, καὶ τοῦ λέγει κρυφά:
― Πατέρα, ἄφησε καὶ τὸν μπαρμπα-Δημητρὸ νὰ ψάλῃ «Κύριε ἐλέησον».
Τοῦτο ἦτο ὡς ἔμπνευσις καὶ βοήθημα διὰ τὸν Φραγκούλην. Ἐπειδὴ οὗτος δὲν ἤθελε φανερὰ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν σχεδὸν αὐθάδη παραίνεσιν τοῦ Δημητροῦ, καὶ πάλιν δὲν ἤθελε νὰ δείξῃ ὅτι ἐθύμωσεν, ἐστράφη πρὸς τὸν καλὸν γέροντα, καὶ τοῦ λέγει:
― Πέ, Δημητρό, σαράντα φορὲς τὸ «Κύριε ἐλέησον».
Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἂν καὶ εἶχε γηράσει, δὲν εἶχε μάθει ἀκόμη καλὰ τὰ Τυπικά, καὶ δὲν ἤξευρεν ἀκριβῶς πότε κατὰ τὴν Λιτὴν τὸ Κύριε ἐλέησον λέγεται τρὶς καὶ πότε τεσσαρακοντάκις, ἤρχισε πράγματι νὰ τὸ ψάλλῃ σαράντα φορές, ὥστε ὁ παπὰς ἐβιάσθη ν᾿ ἀπαγγείλῃ ραγδαίως καὶ ἀθρόα τὰ τελευταῖα ὀνόματα, καί, διὰ νὰ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν ψάλτην, ἤρχισε πρὸ τῆς ὥρας νὰ λέγῃ: «…ὑπὲρ τοῦ διαφυλαχθῆναι… ἀπὸ λιμοῦ, λοιμοῦ, σεισμοῦ, καταποντισμοῦ, πυρός, μαχαίρας» καὶ τὰ ἑξῆς.
*
* *
Τέλος, μετὰ τὴν λειτουργίαν, ὁ παπάς, ὁ Φραγκούλας καὶ ἡ οἰκογένειά του, καὶ ὀλίγοι φίλοι, ἐκάθισαν κ᾿ ἔφαγαν ὁμοῦ καὶ ηὐφράνθησαν, καὶ τὴν ἑσπέραν ὁ Φραγκούλης ἐπανήρχετο, εἰρηνικῶς καὶ μὲ ἀγάπην, μετὰ τῆς συζύγου καὶ τῶν τέκνων του, ὑπὸ τὴν οἰκιακὴν στέγην.
Πρὶν παρέλθῃ ἔτος, ἐγεννήθη ἡ Κούμπω. Ἡ κόρη αὕτη, πλάσμα χαριτωμένον καὶ συμπαθές, ἀνετρέφετο καὶ ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο τὸ χάρμα καὶ ἡ παρηγορία τοῦ πατρός της. Δὲν εἶχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, ἀλλὰ κάτι ἄλλο παράδοξον γνώρισμα, οἱονεὶ χαρακτῆρα φρονίμου γυναικὸς εἰς ἡλικίαν παιδίσκης. Ὕστερον, μετὰ χρόνους, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ δεύτερος χωρισμός, ἡ Κούμπω, ὀκταέτις τότε, ἔτρεχε πλησίον τοῦ πατρός της, εἰς τὸ «κελλί του», ὅπου κατῴκει εἰς τὴν ἀνωφερῆ ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, καὶ τὸν ἐγέμιζε περιποιήσεις καὶ τρυφερότητας.
Αὐτὴ μόνη ἐδέχετο προθύμως τοὺς πατρικοὺς χαλινούς, ἐνῷ τὰ ἄλλα τέκνα δὲν ἤρχοντο ποτὲ πλησίον τοῦ πατρός των, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖνος τὴν ὠνόμαζε «τὸ εὐάγωγο». Καθημερινῶς ἔτρεχε νὰ τὸν εὕρῃ, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὸν παρακαλῇ:
―Ἔλα, πατέρα, στὸ σπίτι· μὴ μᾶς ἀφήσῃς, λέγ᾿ ἡ μητέρα, ζωνταρφανά*.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἔτρεξε δρομαία, φαιδρά, καὶ πνευστιῶσα τοῦ εἶπε:
― Τά ᾽μαθες, πατέρα;… Θὰ παντρέψουμε τ᾿ Ἀργυρώ μας… Ἔλα στὸ σπίτι, γιατὶ δὲν εἶναι πρέπο, λέγει ἡ μητέρα, νὰ εἶστε χωρισμένοι ἐσεῖς, ποὺ θὰ παντρευτῇ τ᾿ Ἀργυρώ μας… γιὰ νὰ μὴν κακιώση ὁ γαμπρός!…
Τῷ ὄντι ὁ Φραγκούλας ἐπείσθη, κ᾿ ἐφιλιώθη μὲ τὴν σύζυγόν του. Ἠρραβώνισαν τὴν Ἀργυρώ, εἶτα μετ᾿ ὀλίγους μῆνας τὴν ἐστεφάνωσαν… Εἶτα πάλιν ἐπῆλθε τρίτος χωρισμὸς μεταξὺ τοῦ παλαιοῦ ἀνδρογύνου, καὶ μ᾿ ἕνα γεροντόπαιδον μαζί, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον σχεδὸν συγχρόνως μὲ τὸν γάμον τῆς πρωτοτόκου.
Τότε ἡ Κούμπω, ἥτις εἶχε γίνει δεκατριῶν ἐτῶν, δὲν ἔπαυε νὰ τρέχῃ πλησίον τοῦ πατρός της, καὶ νὰ τὸν παρακινῇ ν᾿ ἀγαπήσῃ μὲ τὴν μητέρα.
Μίαν ἡμέραν, θλιβερὰ τοῦ εἶπε:
― Δὲν θὰ μπορῶ πλέον νά ᾽ρχωμαι οὔτε στὸ κελλί σου, πατέρα. Εἶναι κάτι κακὲς γυναῖκες, ἐκεῖ στὸ μαχαλά, στὸ δρόμο ποὺ περνῶ, καὶ τὶς ἄκουσα ποὺ λέγανε, καθὼς περνοῦσα: «Νά τὸ κορίτσι τῆς Φραγκούλαινας, ποὺ τὴν ἔχει ἀπαρατήσει ὁ ἄντρας της…» Δὲν τὸ βαστῶ πλέον, πατέρα…
Τῷ ὄντι παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι, καὶ ἡ Κούμπω δὲν ἐφάνη εἰς τὸ κελλὶ τοῦ πατρός της. Τὴν τετάρτην ἡμέραν ἦλθε πολὺ ὠχρὰ καὶ μαραμένη, ἐφαίνετο νὰ πάσχῃ.
― Τί ἔχεις, κορίτσι μου; τῆς εἶπεν ὁ πατήρ της.
―Ἂν δὲν ἔλθῃς, πατέρα, τοῦ ἀπήντησεν ἀποτόμως αἴφνης, μὲ παράπονον καὶ μὲ πνιγμένα δάκρυα, νὰ ξεύρῃς, θὰ πεθάνω ἀπ᾿ τὸν καημό μου!…
―Ἔρχομαι, κορίτσι μου, εἶπεν ὁ Φραγκούλης.
Τῷ ὄντι, τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλ᾿ ἡ νεαρὰ κόρη ἔπεσε πράγματι ἀσθενής, καὶ εἶχε δεινὸν πυρετόν. Ὅταν ὁ πατέρας ἦλθε παρὰ τὴν κλίνην της, καὶ τῆς ἀνήγγειλεν ὅτι ἔκαμεν ἀγάπην μὲ τὴν μητέρα της, διὰ νὰ χαρῇ, ἦτον ἀργὰ πλέον. Ἡ τρυφερὰ παιδίσκη ἐμαράνθη ἐξ ἀγνώστου νόσου, καὶ οὔτε φάρμακον οὔτε νοσηλεία ἴσχυσε νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ εἰς τὸν πρόσκαιρον κόσμον. Ἐκοιμήθη χωρὶς ἀγωνίαν καὶ πόνον, ἐξέπνευσεν ὡς πουλί, μὲ τὴν λαλιὰν εἰς τὸ στόμα:
― Πατέρα! πατέρα! στὴν Παναγία νὰ κάμετε μιὰ λειτουργία… μὲ τὴν μητέρα μαζί…
Εἶπε καὶ ἀπέθανε.
Ὁ Φραγκούλης ἔκλαυσεν ἀπαρηγόρητα· ἔκλαυσεν ἀχόρταστα, ὁμοῦ μὲ τὴν σύζυγόν του… Κατόπιν ἀπεσύρθη, κ᾿ ἐξηκολούθησε νὰ κλαίῃ μόνος του, εἰς τὴν ἐρημίαν..
Ὁ τελευταῖος οὗτος χωρισμὸς ἦτον μᾶλλον φιλικὸς καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν τῆς Σινιώρας, ἥτις ἔβλεπεν ὅτι ὁ γέρων σύζυγός της ἐπεθύμει μᾶλλον νὰ γίνῃ μοναχός. Ὁ Φραγκούλης ἐνθυμεῖτο τὴν τελευταίαν σύστασιν τῆς Κούμπως, «μὲ τὴν μητέρα μαζί». Μόνον ἓν παροδικὸν πεῖσμα τοῦ εἶχεν ἔλθει. Τοῦ ἐφάνη ὅτι αἱ ἴδιαι ἀδελφαί της, ἡ ὕπανδρος, καὶ ἡ ἄλλη ἡ δευτερότοκος, δὲν τὴν ἐλυπήθησαν ὅσον ἔπρεπε, δὲν τὴν ἐπένθησαν ὅσον τῆς ἤξιζε, τὴν ἀτυχῆ μικράν, τὴν Κούμπω. Ἔκτοτε ἐξηκολούθει νὰ ζῇ ὁλομόναχος πάλιν, τώρα, «ἐπὶ γήραος οὐδῷ». Καὶ ἐνθυμεῖτο τὸν στίχον τοῦ Ψαλτηρίου: «Μὴ ἀπώσῃ με εἰς καιρὸν γήρως… καὶ ἕως γήρως καὶ πρεσβείου μὴ ἐγκαταλίπῃς με».
Καὶ τὴν ἡμέραν αὐτήν, τὴν παραμονὴν τῆς Κοιμήσεως πάλιν, τὸν εὑρίσκομεν νὰ κάθηται εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου, καὶ νὰ καπνίζῃ μελαγχολικῶς τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν… ἀναλογιζόμενος τόσα ἄλλα καὶ τοὺς ὀχληροὺς δανειστάς του, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶχαν πάρει ἐν τῷ μεταξὺ τὸ καλύτερον κτῆμα· ἕνα ὁλόκληρον βουνόν, ἐλαιῶνα, ἄμπελον, ἀγρὸν μὲ ὀπωροφόρα δένδρα, μὲ βρύσιν, μὲ ρέμα καὶ νερόμυλον … καὶ νὰ ἐκχύνῃ τὰ παράπονά του εἰς θρηνώδεις μελῳδίας πρὸς τὴν Παναγίαν.
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε…»
Κ᾿ ἐπόθει ὁλοψύχως τὸν μοναχικὸν βίον, ὀλίγον ἀργά, κ᾿ ἐπεκαλεῖτο μεγάλῃ τῇ φωνῇ τὸν «Γλυκασμὸν τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων τὴν χαράν», ὅπως ἔλθῃ εἰς αὐτὸν βοηθὸς καὶ σώτειρα·


«ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι,
τῶν αἰωνίων βασάνων…»

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Αθωνικά άνθη --- ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Ο Ιησούς είναι κοινή περιουσία, ως Θεός και άνθρωπος, της Ορθοδοξίας, του Καθολικισμού, του Προτεσταντισμού και όλων των αιρετικών ομάδων των δύο τελευταίων. Αλλά το φως Του, το αϊδιον και άκτιστον, είναι κτήμα και θησαυρός αναφαίρετος μόνον της Ορθοδοξίας. Ο Καθολικισμός το ηρνήθη ως θείαν ενέργειαν, παρούσαν εν τη Εκκλησία, ο Προτεσταντισμός το ηγνόησεν, αι άλλαι αιρετικαί μικροομάδες ουδέποτε το είδον. Η Ορθοδοξία ελλάμπεται εξ αυτού, ανεχωνεύθη μετ’ αυτού, ζη με αυτό. Και εντεύθεν η αβυσσαλέα ειδοποιός διαφορά—συν ταις άλλαις—της παμφώτου αγίας Εκκλησίας μας με τας αιρετιζούσας…


Εάν ανατρέξωμεν εις τα μέσα του δεκάτου τετάρτου αιώνος, θα ίδωμεν το χάσμα, όπερ διήνοιξε το σχίσμα, να ευρύνεται, να γίνεται βαθύτερον και να συνειδητοποιήται μία ιστορική και θεολογική τομή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Και ούτως η μεν Ανατολική Εκκλησία ευρίσκεται εν μυστική συναφεία και μεθέξει με το άγιον φως της Θεότητος του Ιησού, η δε Δυτική, ως αρνούμενη την κατ’ ενέργειαν άμεσον σχέσιν με τον Θεόν, ενεπλάκη «ταις του βίου πραγματείαις» και εγένετο εις εγκόσμιος οργανισμός, μόλις διακρινόμενος από τον «εν τω πονηρώ κείμενον» κόσμον…

Αλλά πέραν της καταδίκης, εις την οποίαν προέβη συνοδικώς η Ορθόδοξος Εκκλησία των δοξασιών του παπισμού, έχομεν πλέον εις την δύσιν ολόκληρον, την κυριαρχίαν του πεπτωκότος ανθρωπίνου λόγου, της φυσικής γνώσεως, μεθ’ όλων των συνεπειών επί του πνευματικού πεδίου.

Εντεύθεν ητόνησεν η διδασκαλία του Ευαγγελίου και των Πατέρων, ο κύκλος των ασκητικών έργων υπεχώρησεν, η καρδία και αι μεταφυσικαί εφέσεις εξηράνθησαν, και γενικώς, το χριστιανικόν βίωμα αντικατεστάθη από ένα νόθον ανθρωπισμόν μεστόν απιστίας και επάρσεως.

Οι Ευρωπαίοι, εν τω μεταξύ, αφέθησαν αποίμαντοι, απληροφόρητοι, λογοκρατούμενοι, και εις τον διάλογον, τον οποίον ανοίγουν με αυτούς ο Παπισμός και ο Προτεσταντισμός, αναδεικνύονται νικηταί, διότι διεξάγεται, κατά το πλείστον, επί λογικού επιπέδου και όχι δια του λόγου του Θεού, όστις υπερβαίνει τον ανθρώπινον λόγον. Ιδού το αποτέλεσμα!...

Εις τον σύγχρονον κόσμον δεσπόζει μία σύγχυσις ιδεών, εν πλήθος φιλοσοφημάτων, εν είδος πνευματικής διαφθοράς, καθολική σχεδόν άρνησις πάσης παραδόσεως και αυθεντικής διδασκαλίας. Εάν εις αυτά προσθέση τις την εκπληκτικήν άνοδον της μορφωτικής και διανοητικής στάθμης, την αναζήτησιν υψηλών προσανατολισμών, την καλλιέργειαν ενός τεχνητού παραδείσου, ένθα πάσα μορφή καλλιτεχνική προσφέρεται ευκόλως προς ικανοποίησιν της άλλα διψώσης ψυχής, θα αντιληφθή πόσον επιτακτική ανακύπτει η ανάγκη, όπως η Ορθόδοξος Εκκλησία ομιλήση δια το Θαβώριον φως.

Μόνον το δυνάμενον να καταυγάση τας καρδίας άκτιστον φως θα διασκεδάση τα ψυχικά ερέβη και θα διαλύση την πλάνην των γοητευουσών συγχρόνων θεωριών. Μόνον μεγάλαι εμπειρίαι θα πείσουν την σύγχρονον ψυχήν του κόσμου, επαιρομένην και μεθύουσαν από τα άθλια υποκατάστατα του όντως μεγάλου και καλού, όπερ κατέχει η Ορθοδοξία.

Φρονούμεν ότι το αίτιον εις το να μη βλέπωμεν διαφοράς μεταξύ Ορθοδοξίας και των έξω αυτής αιρετικών, είναι η απώλεια της αισθήσεως του καταυγάζοντος την Εκκλησίαν του Χριστού Θαβωρίου φωτός. Όσον απομακρυνόμεθα από την λάμψιν του, τόσον τα κριτήριά μας υποχωρούν. Και κατόπιν διαπορούμεν φυσικώτατα: Έχομεν διαφοράς; Ποίας;
Και όντως αι διαφοραί αίρονται, ημών κατερχομένων. Αλλ’ ο κόσμος, οι λαοί, διψούν δια Θεόν. Διψούν δι’ ελευθερίαν ψυχής υπέρ τα σχήματα και τα εγκόσμια ακάθαρτα ύδατα. Πεινούν δια τον ουράνιον άρτον της Ορθοδοξίας. Τα «κεράτια» της Δύσεως δεν είναι τροφή θεοπλάστων ανθρώπων. Είναι τροφή ζώων έστω λογικών. Αλλ’ ο Χριστιανισμός είναί τι πέραν της λογικής, είναι πίστις. Και η προσπέλασις εις την περιοχήν της πίστεως δεν γίνεται δια της λογικής, αλλά δια της καρδίας.

Και η αγία Ορθοδοξία μας αυτήν την οδόν ηκολούθησε, δι’ αυτής εδημιούργησε μίαν μακράν πνευματικήν παράδοσιν, αρχίζουσαν από την καρδίαν, από την «νοεράν προσευχήν» και τον ασκητισμόν της και καταλήγουσαν που; Εις το Θαβώριον φως, εις την όρασιν των ακτίστων ενεργειών του Θεού.
Και αυτήν την οδόν οφείλομεν να καταδείξωμεν εις τον παραπαίοντα σύγχρονον κόσμον. Αι μεγάλαι απάται του διαβόλου και της διεφθαρμένης καρδίας, δεν αποκαλύπτονται δια του πτωχού και περιωρισμένου ανθρωπίνου λόγου. Αποκαλύπτονται μόνον δι’ εκθαμβωτικών ακτινοβολιών. Αυτοί μόνον φωτίζουν τα σκότη, εισέρχονται εις τας καρδίας και, αφού τας καθάρουν, τας καθιστούν ικανάς να ίδουν το Θαβώριον φως, τον σαρκωθέντα Θεόν.

Ιδού ποίον είναι το επιτακτικόν αίτημα των καιρών μας. Και ιδού πως διαγράφεται η αποστολή της Εκκλησίας μας εις την σύγχρονον ανθρωπότητα…

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Ο «Οἰκουμενικὸς» Πατριάρχης:

1ον) διακηρύσσει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν κατέχει ὁλόκληρον τὴν ἀληθείαν τῆς πίστεως ἀλλὰ τμῆμα της,
2ον) ἐπαναφέρει εἰς τὸ προσκήνιον τὴν βλάσφημον θεωρίαν τοῦ Ἀθηναγόρου περὶ ἐπανιδρύσεως τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας (Ἄρα μᾶς λέγει ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν πιστεύομεν καὶ ἀκολουθοῦμεν) σπέρνων τὴν σύγχυσιν εἰς τοὺς πιστοὺς καὶ καταλύων τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας,
3ον) ἀναγνωρίζει τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κρατιδίου τοῦ Βατικανοῦ κανονικὸν ἐπίσκοπον καὶ τὴν «Ἐκκλησίαν» του κανονικὴν καὶ

4ον) υἱοθετεῖ ὅλας τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀθηναγόρου καὶ δι᾽αὐτὸ ἀποδέχεται τὴν διπλωματίαν τῆς ἀγαπολογίας τοῦ Βατικανοῦ εἰς τὴν πορείαν πρὸς τὴν ψευδοένωσιν.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Kυπριανός Χριστοδουλίδης : το "Δυνάμει" και "Ενεργεία".

Αγαpητέ κύριε Γιαννόπουλε,


Σας ευχαριστώ για το πληροφοριακό υλικό που μου στείλατε. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, όλα αυτά δεν θα υπήρχε λόγος να γραφούν, αν είχε αποσαφηνισθεί το "Δυνάμει" και "Ενεργεία".

Για το συγκεκριμένο θέμα που προέκυψε με την Καινοτομία, το πρώτο (Δυνάμει) δεν σημαίνει "δυνητικά", σημαίνει δυναμικά : εν δυνάμει, κατά δύναμιν, δηλαδή κατά θεωρίαν. Το δεύτερο (Ενεργεία) σημαίνει, όπως λέει και η λέξη, "εν-έργω", δηλαδή εν τη πράξει, κατ΄εφαρμογήν ή έμπρακτα.

Κατόπιν αυτών, δεν μπορεί ποτέ να γίνεται λόγος για "δυνάμει σχίσμα", αφού το σχίσμα πάντοτε έπεται, έμπρακτα φανερώνεται. Και πώς ; θα με ρωτήσετε. Με την αποδοχή και την εφαρμογή, απαντώ, μιας "δυνάμει", ή "εν δυνάμει", πλανεμένης θεωρίας. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν η θεωρία του συνεορτασμού μετά των αιρετικών των εορτών της Χριστιανοσύνης.

Το έργο αυτό ( : καταπολέμηση θεωρητικών πλανών ) επιτέλεσαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι και "η ήρα ξεκαθάρισε από το στάρι". Αποκλείσθηκαν και απορρίφθηκαν όλες οι θεωρίες - διανοήματα ακαθάρτου καρδίας, δυστυχώς ανθρώπων της Εκκλησίας, από τους, αγίω Πνεύματι, λαμπρυνθέντες αγίους και εκκλησιαστικούς πατέρες.

Η θεωρία της Καινοτομίας, όπως έγραψα, δεν ήταν άλλη από τον συνεορτασμό μετά των αιρετικών. Στόχος απώτερος, μετά από δυο Παγκόσμιους Πολέμους, η επικράτηση των σιωνιστών. Γίνεται ήδη σήμερα. Είδαμε άλλωστε την μετακύλιση της Κοινωνίας των Εθνών σε Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με παράπλευρη σύσταση το ΠΣΕ. Την Ορθόδοξη Ρωσία είχαν φροντίσει - σημαντικό ρόλο έπαιξε το αντικληρικαλιστικό μένος των μπολσεβίκων, δυστυχώς, κατόπιν συνδρομής ανάξιων ιεραρχών - να εξουδετερώσουν με τον κομμουνισμό.

Βλέπετε όμως ότι οι σιωνιστές δεν ησυχάζουν. Δεν περίμεναν τη στροφή της Ρωσίας στην Ορθοδοξία - σημειώνω, με όσα στραβά γίνονται - και τώρα ετοιμάζουν τις μηχανές του ολέθρου. Εύχομαι να μη δούμε τη χώρα μας να συμμαχεί μαζί τους προκειμένου να εκλείψει άλλος ένας Σαντάμ, άλλος ένας Μιλόσεβιτς, άλλος ένας Καντάφι, άλλος ένας ... τρομοκράτης. Ο Πούτιν ! Τόσο αδίστακτοι είναι οι σιωνιστές δολοφόνοι, τους οποίους πειθήνια ακολουθούν οι πολιτικοί και οι πνευματικοί μας ηγέτες.

Σκεφθείτε τα αυτά, κύριε Γιαννόπουλε. Καταλάβετε, ότι το νερό που ρίχνετε στο μύλο των σιωνιστών με τις κατηγορίες σας κατά των ΓΟΧ, γινόσαστε όργανό τους (των σιωνιστών). Η βοήθεια που τους δίνετε είναι χωρίς προηγούμενο. Για να το πω λαϊκά και απλά, τους βάζετε βούτυρο στο ψωμί συνεσθίοντας μαζί τους. Με την αντίστροφη λογική σας, θέλετε συνδαιτημόνες να είμαστε εμείς και όχι εσείς.

Κάποιος έκανε λόγο για τη νόσο της θρησκείας. Θα ήταν προτιμότερο να μας είχε μιλήσει για το "σύνδρομο της πατερικής καταδίωξης".
Αυτά, κύριε Γιαννόπουλε και από εμένα Τέλος.
κχ


Εν Χριστώ αδελφέ και αγαπητέ κύριε Κωνσταντίνε,

Στον επίλογο όσων έγραψα και είχατε την ευγενή καλοσύνη να δημοσιεύσετε, θα ήθελα να συμπληρώσω τα κατωτέρω.

Η λοιμική νόσος του σιωνισμού έχει δυο σκέλη με τα οποία προοδεύει. Το ένα είναι να χρησιμοποιεί άτομα με υψηλό δείκτη νοημοσύνης - στην πραγματικότητα πρόκειται περί βλακών - έχουμε την περίπτωση με τους μικρονοϊκούς αριθμομνήμονες - για τις θεωρητικές προτάσεις της. Το έτερο σκέλος είναι να χρησιμοποιεί άτομα χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, που δεν είναι ικανά σε θεωρητικές αναλύσεις και παρακαλώ, μη με κατηγορήσει κανείς ότι με αυτό τάσσομαι υπέρ των ταξικών διακρίσεων.

Τα άτομα αυτά, επειδή αδυνατούν να αρθρώσουν ίδιο λόγο, δηλαδή δεν έχουν την ικανότητα να διατυπώσουν, ή και εκφράσουν, τη γνώμη τους, αρκούνται να επαναλαμβάνουν καταξιωμένες και λογικά αδιαπραγμάτευτες γνωματεύσεις άλλων. Γνωματεύσεις τις οποίες οφείλουμε, και δευτερευόντως, να συνεκτιμούμε. Δηλαδή, ανάλογα με τα συμβαίνοντα της εποχής.

Θέλω με αυτό να πω ότι, δεν ήταν αμέτοχη η περιρρέουσα κοινωνική - οπωσδήποτε και πολιτική - ατμόσφαιρα. Δεν ήταν όμως αιτία προσαρμογής, ώστε να ισχυριστεί κάποιος, οι γνωματεύσεις αυτές είχαν ευκαιριακό ή εποχιακό χαρακτήρα. Ή ακόμη και ιδιοτελή σκοπιμότητα. Ήταν γνωματεύσεις αρχών και αξιών μέσα στα δρώμενα μιας συγκεκριμένης εποχής, τα οποία δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε λεπτομερώς.

θα παρακαλούσα λοιπόν, όποιος τυχόν διαβάσει αυτά που έγραψα, να το λάβει τούτο σοβαρά υπόψη.

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Αθωνικά άνθη -- Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

«Καλόν το άλας· εάν δε και το άλας μωρανθή, εν τίνι αρτυθήσεται;…» Ο Κύριος.


Αναμφιβόλως διερχόμεθα μίαν από τας κρισιμωτέρας, ίσως, περιόδους της θρησκευτικής Εκκλησιαστικής και Εθνικής ζωής της Ελληνικής ημών Πατρίδος. Σπανίως η Εκκλησία της Ελλάδος εκλήθη ν’ αντιμετωπίση τοιαύτα και τοσαύτα προβλήματα, οία ανέκυψαν επί των ημερών μας, και γεννηθήσονται εν τη προοπτική του χρόνου, κατά τας αποκαλυπτικάς, ας διερχόμεθα, φάσεις της παγκοσμίου και ειδικώς της Ελληνικής Ιστορίας. Εις ανάγκας, ου τας τυχούσας, περιεπλάκημεν ως Έθνος και Εκκλησία. Έσωθεν ταραχαί, έριδες, αιρέσεις, μάχαι. Έξωθεν κίνδυνοι, απειλαί, ταπεινώσεις. Πανταχόθεν ακαταστασίαι και «συνοχή εθνών εν απορία», εκ του φόβου των επερχομένων δεινών. Ο ευσεβής λαός μας τιτρώσκεται την φιλοτιμίαν εκ των αλλεπαλλήλων εθνικών ταπεινώσεων και των προσγινομένων ύβρεων κατά της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πάσχει, το μεν δια την λύπην του λαού, το δε δια την επιπολάσασαν αμαρτίαν, εξ ης και αι συμφοραί. Ημείς εντεύθεν της δραστηριότητος της Εκκλησίας, ως έξω όντες του κόσμου, ταπεινοί Μοναχοί, αλλά καλοί δέκται της αγωνίας της στρατευομένης Εκκλησίας και του Έθνους, συμπάσχομεν και «εν στεναγμοίς αλαλήτοις» αναφέρομεν τας ικετηρίας ημών προς τον «δυνάμενον σώζειν» ημάς και τον κόσμον.
Δεν μας διαφεύγει, ότι υφίστανται προβλήματα εν τη Εκκλησία, άτινα, ως εξαρτώμενα εκ πολλών παραγόντων, δεν είναι εύκολον να επιλυθούν με οιανδήποτε δραστηριότητα. Γνωρίζομεν, ότι υπάρχουν άλλα τοιαύτα, αγόμενα εις την καλυτέραν δυνατήν λύσιν των. Και άλλα ωσαύτως, τα οποία θα επιλύση μόνον ο παντοδύναμος Θεός. Κατ’ ουσίαν όμως δεν υπάρχουν προβλήματα, αλλά μορφαί κακού, τας οποίας πολεμεί η Εκκλησία και μορφαί αγαθού, τας οποίας επιδιώκει να κατακτήση εντός των πλαισίων της αντικειμενικότητος, την οποίαν προσδιορίζει ο χρόνος και ο χώρος, εν οις λαμβάνει χώραν η στρατεία της Εκκλησίας. Ό,τι αποτελεί τιμήν και καύχησιν εν Κυρίω της Εκκλησίας, είναι ο αγών, ον διεξάγει με πλήρη γνώσιν και σπανίαν διαύγειαν, ότι δεν κάμνει τίποτε πλέον, από ό,τι επιβάλλει αυτή η φύσις της, ως στρατευομένης Εκκλησίας. Επομένως η εμφάνισις των ποικίλων μορφών του κακού και ο κατ’ αυτού αγών, δεν αποτελούν προβλήματα, αλλά γεγονότα εκφραστικά, τόσον της κατ’ άφατον θείαν Οικονομίαν παρουσίας του κακού, όσον και του επιγείου σκοπού της Εκκλησίας. Ουδεμία αμφιβολία υπάρχει, ότι πασών των μορφών του κακού αίτιος μεν είναι ο διάβολος, φορείς δε οι άνθρωποι. Ο μεν διάβολος υποβάλλει αφανώς το κακόν, έχων συνεργόν την υπολειφθείσαν εν τω ανθρώπω αμαρτητικήν κλίσιν, οι δε άνθρωποι καθίστανται εν αγνοία των υπηρέται αυτού. Και τι μεν είναι καλόν είναι γνωστόν, ως επίσης τι είναι κακόν. Ευτυχώς ότι εν τω Χριστιανισμώ δεν διαφερόμεθα περί της ουσίας του καλού και του κακού, ως και περί των τρόπων δι’ ων εμφανίζονται. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, θα ηδυνάμεθα να διακρίνωμεν δύο είδη κακού εν τη Εκκλησία. Εκείνο, όπερ απεργάζεται ο Σατανάς, δια των οργάνων του, και εκείνο, ούτινος φορείς καθίστανται τα «φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας», οι πιστοί, τουτ’ έστιν ο λαός και ο ιερός κλήρος. Εάν ο κλήρος είναι περισσότερον συνδεδεμένος με την φύσιν της Εκκλησίας, ως αποτελών την επίσημον, ούτως ειπείν, έκφρασίν της, αποβαίνει φανερόν το πόσον αι συνέπειαι του αμαρτάνοντος δημοσίως κληρικού είναι πολύ μεγαλύτεραι των τοιούτων του λαϊκού. Άλλο είναι η Εκκλησία, άλλο ο κλήρος και άλλο ο λαός. Δεν πρέπει να γίνεται συσχέτισις της Εκκλησίας με τον κλήρον ή με τον πιστόν του Κυρίου λαόν. Εν τούτοις, η ιδιάζουσα θέσις του κλήρου εν τη Εκκλησία και η πνευματική και η διοικητική εξουσία, την οποίαν κέκτηται, βαρύνουν απείρως τούτον έναντι του Θεού και των πιστών εν τη ενασκήσει των καθηκόντων του. Δεδομένου δε ότι, «φιλεί το υπήκοον εξομοιούσθαι τοις άρχουσι» και ότι ο απλούς λαός δεν δύναται να διαστείλη τον κλήρον από της Εκκλησίας, καθίσταται προφανές πόσον μέγα κακόν δύναται να προκαλέση εις βάρος της Εκκλησίας ο κληρικός, όταν δεν παρέχη εαυτόν προς μίμησιν, ως υπερτέρου τινός υποδείγματος χριστιανικής τελειότητος, αλλ’ αντιθέτως καθίσταται αίτιος σκανδάλων. Επομένως η αγία Εκκλησία μας δεν έχει προβλήματα, ειμή εκείνα μόνον, τα οποία δημιουργούν οι διάκονοι αυτής, όταν απομακρύνωνται από του γνησίου πνεύματός Της. Τότε σχηματίζονται αδιέξοδοι, κοσμικαί αγωνίαι, αιτίαι σκανδάλων, η πίστις ψύγεται, οι πιστοί μεθίστανται από την Εκκλησίαν, ο Επίσκοπος εγκαταλείπεται, διαβολών άκανθαι υποφύονται και παρέπεται εξασθένησις της δυνάμεως της Εκκλησίας. Άπαντα σχεδόν τα προβλήματα συμπυκνούνται εις το πρόσωπον των διακόνων αυτής. Προς αυτούς πρέπει να στραφή το ενδιαφέρον της Εκκλησίας. Προς αυτούς, οίτινες θα αποβούν φορείς δόξης ή καταισχύνης, χαράς ή λύπης, σωτηρίας ή απολείας, διότι ο κόσμος προσβλέπει εις αυτούς, ως προς την Εκκλησίαν, προς αυτόν τον Χριστόν. Το υπόδειγμα της ζωής και της δράσεως και της αγίας αναστροφής των εν Κυρίω διακόνων της Εκκλησίας, έδωκαν ημίν οι άγιοι Απόστολοι ων το έργον εμεγάλυναν οι άγιοι Πατέρες μη καταλείψαντες τον λόγον του Θεού, όταν παρέστη ανάγκη να διακονήσουν τραπέζαις. Αλλ’ αντιθέτως, αναθέσαντες την κατωτέραν ταύτην διακονίαν εις υποδεεστέρους εν τη ιεραρχία της Εκκλησίας, αυτοί προσεκαρτέρουν τη προσευχή και τη διακονία του λόγου.
Η αγιωτάτη ημών Εκκλησία τότε μόνον θα δυνηθή να δικαιώση την αποστολήν αυτής, όταν εξαρθή εις την περιωπήν της Αποστολικής αυτής φύσεως. Όταν εν αυτή αναζήση το πνεύμα της θυσίας. Όταν λαλή προς τον ουρανόν και «ακούωνται φωναί, αστραπαί και βρονταί». Όταν εν ταις θλίψεσιν αυτής επαναλαμβάνη, «Κύριος εμοί βοηθός και ου φοβηθήσομαι τι ποιήσει μοι άνθρωπος». Όταν λέγη με θείαν επιθυμίαν, «εγώ τω νυμφίω μου και ο νυμφίος μου εμοί». Όταν εν τω προσώπω των Αγιωτάτων Αρχιερέων και Πατέρων ημών δύναταί τις να διακρίνη τον Πέτρον, τον Παύλον, τον «υιόν της Παρακλήσεως», τους «υιούς της βροντής», τους θείους Πατέρας του αγίου Βυζαντίου μας, οι οποίοι υπήρξαν μιμηταί του Χριστού εν όλη τη ταπεινώσει αυτού. τότε δεν θα εσκανδαλίζοντο εις την πίστιν οι ασθενείς αδελφοί, δεν θα εδυσχέραινον εν τη πτωχεία, δεν θα εβλασφήμουν επί τη δυστυχία, δεν θα ηγάπων τα ηδέα του βίου, δεν θα έχανον τας ψυχάς των, «υπέρ ων Χριστός απέθανε». Δεν θα είχομεν σατανικά σχίσματα, δεν θα ήνθουν αι παρασυναγωγικαί συναθροίσεις, αι διασπώσαι την ενότητα της Εκκλησίας, δεν θα «εμερίζετο ο Χριστός». Δεν θα εθεωρείτο η πτωχεία δυστύχημα, αλλ’ ευλογία. Δεν θα ωρχείτο η κενόδοξος σπουδή δια κατάληψιν αξιωμάτων, αλλά θα ενεπολιτεύετο η τα ταπεινά φρονούσα αφανής ζωή. Οι χριστιανοί, ως από ζώσας εικόνας, θα εδιδάσκοντο την πτωχείαν, την ταπείνωσιν του Χριστού, την άφατον και απερίγραπτον κένωσίν του. Πάντα θα εγίνοντο δια της Εκκλησίας, πάντα θα ερρυθμίζοντο· οι γήϊνοι θα εγίνοντο ουράνιοι. Εφ’ όσον η Εκκλησία θα εκπροσωπείται από διακόνους κομώντας πλούτω και εγκοσμία δόξη, καμμία προσπάθεια δεν δύναται να αποβή λυσιτελής παρά τω λαώ του Θεού, κανέν κήρυγμα δεν ικανούται να καρποφορήση περί Χριστού και αγάπης και πτωχείας και ταπεινώσεως και αιωνιότητος και θυσίας εν Κυρίω. Περί ποίου πράγματος μας ομιλείτε; Θα ερωτήση ο πιστός του Κυρίου λαός. Ημείς δεν πιστεύομεν τοις κενοίς λόγοις, του παραδείγματος πείθοντος πλείον τούτων.
Η αγιωτάτη ημών Εκκλησία δέον όπως ασχοληθή εμπόνως με το θέμα της κατά Χριστόν συγκροτήσεως των στελεχών της, των εργατών της, των εκπροσώπων της, εκείνων, που κατά διαδοχήν φέρουν το θείον εκείνο εμφύσημα, όπερ έδωκεν ως εξουσίαν τοις αγίοις Αυτού μαθηταίς και Αποστόλοις ο αναστάς Κύριος. Είναι καιρός όπως η Εκκλησία απαλλαγή από τους κοσμικούς επηρεασμούς των κοσμικών διδασκάλων της, διότι εις το σημείον τούτο γίνονται τα άνω κάτω. Η Εκκλησία κατευθυνομένη υπό επιδράσεων λαϊκών στοιχείων εκκοσμικεύεται, δεν προάγεται από δυνάμεως εις δύναμιν, πλανάται εκ της ευθείας προς τα άνω πορείας της, κατέρχεται εις επίπεδα εγκοσμίου διανοητικότητος. Ή ο ιερός κλήρος έχει ιδιάζουσαν από Θεού χάριν προς διδασκαλίαν, προς αγιασμόν και διαποίμανσιν, ή όχι. Ή το πιστεύομεν ή δεν το πιστεύομεν. Έχομεν ανάγκην περισσοτέρας αγιότητος και ολιγωτέρας επιστήμης. Δέον να τιμήσωμεν την καθαράν καρδίαν, τον νουν τον άνωθεν ελλαμπόμενον και την μετρίαν παιδείαν υπέρ την πολυμάθειαν και εμβρίθειαν του απεσκληρυμμένου εν ταις ματαίαις ερεύναις επιστήμονος. Ο Χριστιανισμός είναι υπέρ παν άλλο καρδία. Το φως της πίσρεως και γνώσεως είναι υπόθεσις της καθαρότητος της καρδίας. Ο Σταυρός του Κυρίου εκπέμπει μείζονα σοφίαν από όλας τας σοφίας του κόσμου. Και η Ανάστασις του Θεανθρώπου επισκιάζει όλα τα φώτα των περί Θεού ασχολουμένων επιστημόνων. Η σκέψις μόνη είναι αδύνατον να συλλάβη τον υπέρ την σκέψιν κείμενον χριστιανισμόν. Θα έλθη εποχή, κατά την οποίαν θα αποκαλυφθή η έκτασις του κακού, όπερ εξειργάσθη η παρούσα αφελής γενεά εις βάρος της Εκκλησίας, ανεχθείσης την επιστημοσύνην εις τοσούτον βαθμόν εν τοις κόλποις αυτής, ώστε να εξορισθούν η απλότης της πίστεως, η χαρά, η αγάπη και το εν Κυρίω πένθος, οι χαρακτήρες αυτοί της Ορθοδόξου ζωής και θεωρίας.
Πιστεύομεν ότι γνωρίζει πας τις, ότι διερχόμεθα αυτόχρημα τραγικάς στιγμάς, κατά τας οποίας η Εκκλησία απομένει ως μοναδική ελπίς σωτηρίας. Τούτο οφείλομεν να κάμωμεν συνείδησιν, ότι η αγία Εκκλησία μας δύναται δια των προσευχών της να ανοίξη τους ουρανούς και να καταγάγη τον υετόν του θείου ελέους. Ω, εάν εγνωρίζομεν τας ασταθμήτους δυνατότητας, ας κατέχομεν ως Ορθόδοξος Εκκλησία Χριστού! Η άγνοια αυτή μας κατέστησεν αδυνάτους και περιδεείς, ως εκείνους τους βασιλείς της Αποκαλύψεως προ του φοβερού επτακεφάλου θηρίου εκείνου. Και αυτό το θηρίον υπάρχει σήμερον, και η Εκκλησία – θα το είπωμεν – το προσβλέπει έντρομος, διότι αγνοεί την δύναμίν της. Απόδειξις τούτου είναι αι ένοχοι συγκαταβάσεις προς τους αιρετικούς δια να λάβωμεν τρόφιμα. Παίρνομεν τρόφιμα από τους Προτεστάντας, τους αρνουμένους τον Τριαδικόν Θεόν, τους αρνουμένους την θεότητα του Χριστού και δίδομεν οιονεί την πίστιν. Την πίστιν; Ναι. Διότι επειδή μας διατρέφουν, αποσιωπώμεν τας αντιθέους αιρέσεις των. Δεν τους ελέγχομεν, δεν τους αποκόπτομεν εκ της μεθ’ ημών κοινωνίας, κατά σχετικόν χωρίον του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Δεν καθιστώμεν τον κίνδυνον των αιρέσεων αισθητόν. Τι να ενθυμηθώμεν δια να πεισθώμεν περί του μίσους, όπερ τρέφουν προς ημάς αι Προτεσταντικαί Εκκλησίαι; Την διείσδυσιν εις το κλίμα της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ή την παθητικήν και χαιρέκακον στάσιν των κατά την περίοδον των πληγμάτων, τα οποία υφίστατο το Πατριαρχείον μας, ή την κακεντρεχή εκτόξευσιν του αηδούς σιέλου κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, υπό του γηραιού εκείνου από Κανταβρυγίας κ. Φίσσερ; Η Εκκλησία μας είναι ανάγκη να εξαρθή εις περιωπήν μαρτυρίου, να οικειωθή το πνεύμα των Μαρτύρων, χάριν αυτής της Ορθοδόξου αξιοπρεπείας της. Ικανώς εθλίβημεν δια την ολιγοπιστίαν μας προς τον Κύριον και Θεόν μας, δια τας κολακείας μας προς τους αιρετικούς, υλικού κέρδους χάριν. Δεν φοβούμεθα τας θλίψεις εν Κυρίω. Τας θέλομεν, τας επιζητούμεν, εγκαυχώμεθα δι’ αυτάς. Λυπούμεθα όμως σφόδρα, όταν αι θλίψεις δεν προέρχωνται από την αγάπην του Θεού, δεν στέλλωνται ως «αναπλήρωσις των υστερημάτων του Χριστού», αλλά παραχωρούνται προς παιδαγωγίαν, προς μετάνοιαν, προς επιστροφήν εκ των κακιών ημών. Χαίρομεν διότι εκλήθημεν να πάσχωμεν δι’ αγάπην Χριστού. Τούτο ημετέρα χαρά, τούτο τιμή, τούτο «κατεργάζεται βάρος δόξης», ότι «ημίν εχαρίσθη όχι μόνον το εις Χριστόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν». Τοιούτος ο θείος ημών κλήρος. Αλλά να πάσχωμεν δια Χριστόν, όχι δια τας θυσίας ημών εν τη πίστει, όχι δια τον κακόν ημών βίον, δια τας παραβάσεις και παρανομίας ημών ως Εκκλησίας. «Ποίον γαρ κλέος – λέγει ο Απόστολος Πέτρος – ει αμαρτάνοντες και κολαφιζόμενοι υπομενείτε; Αλλ’ ει αγαθοποιούντες και πάσχοντες υπομενείτε, τούτο χάρις παρά Θεώ».

Oφείλομεν να βιώσωμεν, ως Εκκλησία, την αγωνίαν Χριστού του Εσταυρωμένου, όστις λέγει «έτοιμός ειμι θυσιασθήναι και δια δευτέραν φοράν δια τον άνθρωπον, ον ηγάπησα». Αυτήν την αγωνίαν αναμένει να ίδη βιουμένην ο ευσεβής λαός μας προς παραδειγματισμόν και μίμησιν από τους ιερωτάτους Επισκόπους και Πατέρας της Εκκλησίας. Εγκρατευομένους ως ο Μέγας Βασίλειος, κλαίοντας ως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, νουθετούντας ως ο Χρυσόστομος, πτωχεύοντας ως ο Μέγας Αθανάσιος. Με τρίχινον ράσον, με όψιν κατεσκληκυϊαν, με οφθαλμούς λευκούς από τας αγρυπνίας. Αποστολικούς, πυρ πνέοντας, τοις ταπεινοίς συνεπαγομένους, αγάλματα πάσης αρετής. Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να γνωρίση αυτή εαυτήν· η Εκκλησία των Επισκόπων δεον να γνωρίση τον πλούτον της πνευματικής δόξης της· η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να λάβη πείραν της απείρου δυνάμεώς της. Να συνειδητοποιήση την φρικαλέως τεραστίαν ευθύνην της έναντι Θεού και ανθρώπων. Να βιώση το γεγονός, ότι είναι φορεύς της υπερφυούς Αποστολικής εξουσίας και, το ότι είναι «οικονόμος των μυστηρίων του Χριστού». Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπον η Εκκλησία θα αποβάλη το πνεύμα της δουλείας και δειλίας, το αίσθημα της αδυναμίας και θα οικειωθή την ακαταμάχητον δύναμιν, την οποίαν έλαβεν εν τη Αγία Πεντηκοστή, ώστε εις τα πρόσωπα των αγίων Αρχιερέων να ενσαρκούται η πνευματική εκείνη δύναμις, ην προϋποθέτει το Επισκοπικόν αξίωμα, και να εκφαίνεται ο Ποιμήν ο καλός, όστις «θύει την ψυχήν αυτού υπέρ των προβάτων», διώκων τους λύκους και άρπαγας εκ της θείας του αυλής. Θάρρος, αδελφοί. Ημείς «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν». Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει. Ανάγκη να νικήσωμεν τον κόσμον.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Εφιστούμε την προσοχή σας σε αυτή την ανακοίνωση : «έτι γαρ μικρόν όσον, το προσδοκώμενον ήξει και ου χρονιεί»

Κάθε ορθόδοξος χριστιανός δικαιούται να απαιτήση από τους ταγούς της Ορθοδοξίας συνέπειαν και εντιμότητα. Αυτό είναι δίκαιον να τεθή ως απαίτησις από κάθε σκεπτόμενον άνθρωπο προς τους συνανθρώπους του, που παρουσιάζονται ως εκφραστές των πεποιθήσεών του και της Πίστεώς του. Διότι προτού αναλάβουν τα ηγετικά αξιώματα, προέβησαν εις ομολογίαν συμφωνίας. Εν προκειμένω, οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι και Αρχιερείς, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, δίδουν εκτεταμένην διαβεβαίωσιν ότι θα είναι εις το «Πιστεύω» των και εις την διαποίμανσιν των λογικών προβάτων του Χριστού και εις τον ευαγγελισμόν των ανθρώπων ευθυγραμμισμένοι πλήρως προς την Ορθόδοξη Πίστη. Δεν προσφέρεται το αξίωμα από την Εκκλησίαν, δια να χρησιμοποιηθή δια προσωπικήν ωφέλειαν προβολής, χρηματισμού, ή ως βήμα δια την έκθεσιν φιλοσοφικών αντιλήψεων και θεωριών. Προσφέρεται δια να «ποιήση» ο επίσκοπος «έργον ευαγγελιστού» (Β΄ Τιμ. Δ,5). Και το έργον του ευαγγελιστού προσφέρεται εις την Ορθοδοξίαν με κατεύθυνσιν την σωτηρίαν των ανθρώπων μέσω της Ορθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως, πιστής εφαρμογής των Ιερών Κανόνων, προς τον ενανθρωπίσαντα Κύριον και μέσω των Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της μοναδικής Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Κυρίου μας, με βασικόν και υποχρεωτικόν το Μέγα Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εάν όμως οι Επίσκοποι και Αρχιερείς, αλλάξουν σκέψεις και αντιλήψεις, οφείλουν να έχουν τουλάχιστον την εντιμότητα του συνεργάτου του Αποστόλου Παύλου, του Δημά. Αυτός, ο Δημάς, ως γνωστόν, απεμακρύνθη από κοντά του και μάλιστα πολύ μακράν, όταν διαπίστωσεν ότι έκλινε προς «άλλην αγάπην»… : «Δημάς δε με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα» (Β΄ Τιμ. Δ,10). Η συμπεριφορά του Ιούδα, ο οποίος παρέμεινε εις τον κύκλον των Μαθητών του Κυρίου, διαφωνών μεν αλλά και με σκοπόν την προδοσίαν, συνιστά το τερατώδες πρόσωπον του Άδου, το οποίον και απήλαυσε τελικώς… Εκείνoι οι ηγήτορες οι οποίοι, μετά την χειροτονίαν των και την διαβεβαίωσιν, διαπίστωσαν ότι οι προτεσταντικές, παπικές ή οι Οικουμενιστικές θέσεις είναι γι΄ αυτούς πιο βολικές, ή έστω πιο ορθές, ας αποβάλουν με θάρρος και τιμιότητα την ιδιότητα του Ορθοδόξου Ιεράρχου. Διάφορος αντιμετώπισις του θέματος αυτού, δηλαδή η παραμονή εις την Ορθοδοξίαν με σύγχρονον ζωήν, συμπεριφοράν, ή διακηρύξεις που δεν συμφωνούν με την Ιεράν Παράδοσιν τους Ιερούς Κανόνας και την Ορθόδοξον Πίστιν επί των οποίων βασίζεται πλήρως η Ορθόδοξος θεολογία, τους τοποθετούν εις την τάξιν των αιρετικών. Εκφράζουμε εκ βαθέων την ευχή η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» φωτίση, ενισχύση και κατευθύνη τους αξίους της αποστολής τους Επισκόπους, όπως τιθέμενοι επικεφαλής του πιστού λαού του Θεού απελευθερώσουν την Ορθόδοξο Εκκλησία από το αιρετικό οικουμενιστικο-παπικό καρκίνωμα και την οδηγήσουν δια της αγιοπνευματικής-χαρισματικής οργανώσεως προς την διαρκή Πεντηκοστή, «ίνα εν ενί στόματι και μία καρδία» αναπέμπεται από τον πιστό Ορθόδοξο λαό ο ύμνος και η δοξολογία προς τον εν Τριάδι προσκυνητό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν.

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

«Προκόπτοντες ουδέποτε καταλήξομεν, ου κατά τον παρόντα, ου κατά τον μέλλοντα αιώνα, φωτί φως προσλαμβάνοντες» (αγ. Ιω. Κλίμακος, Λόγ. ΚΣΤ΄, σ.141-142).

Όσοι  αφήσουν σε τούτη τη ζωή τον Κύριο να τους γεμίσει, όσοι γίνονται κατοικητήριά Tου, στο θάνατο, όταν ο κόσμος και οι αισθήσεις λείψουν εντελώς, ζούν την κοινωνία αυτή με τον Χριστό και το Πνεύμα το Άγιο, άμεσα και ανεμπόδιστα. Εκεί σαββατίζουν. Εκεί γεύονται την τέλεια ησυχαστική εμπειρία τους, σαν συνέχεια της επίγειας, σαν ανώτερη βαθμίδα μιας προκοπής που θα ολοκληρωθεί με την Ανάσταση, αλλά ποτέ στον αιώνα δεν θα τελειώσει, αφού ο Θεός είναι άπειρος και η πρόοδος μέσα στη Βασιλεία Του ατελεύτητη.