Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Γνήσια Ορθοδοξη Φωνη

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Ορθόδοξος Τύπος (αριθ. φύλλου: 2027)

Ἔχουμε ἀγανακτήσει ἀπὸ τὶς οἰκουμενιστικὲς πρωτοβουλίες τοῦ Πατριάρχου καὶ ἰδίως ἀπὸ τὶς συμπροσευχές του μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀλλόθρησκους. Γι᾽ αὐτὸν πιὰ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ποὺ ἀπαγορεύουν τὶς συμπροσευχὲς δὲν ἰσχύουν. Τοὺς κατήργησε μὲ τὴν πρακτική του. Ὅμως τοὺς Κανόνες, ποὺ ἀναφέρονται στὶς δικαιοδοσίες του καὶ τὰ προνόμιά του τοὺς τηρεῖ μὲ κάθε σχολαστικότητα καὶ ὅποιος τοὺς παραβαίνει τιμωρεῖται αὐστηρῶς. Ἀλήθεια, ἀκούστηκε ποτὲ ἀντιοικουμενιστικὸς λόγος στὴν Ἐκκλησία τῆς Κρήτης, στὰ Δωδεκάνησα καὶ στὴ διασπορά; Οὔτε ἀκούστηκε οὔτε θὰ ἀκουστεῖ. Ἀλλὰ μήπως καὶ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὰ πράγματα εἶναι διαφορετικά; Ἀκούστηκε ποτὲ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμος νὰ πεῖ τὸ παραμικρό; Οὔτε πρόκειται νὰ ἀκουστεῖ. Τὸ ἀντίθετο γίνεται. Ἀφήνει τοὺς δυὸ τρεῖς οἰκουμενιστὲς μητροπολίτες νὰ θορυβοῦν καὶ νὰ σκανδαλίζουν τὸν πιστὸ λαό. Ὁ ἴδιος μένει προκλητικὰ ἀπαθὴς μπροστὰ στὸ μέγιστο κίνδυνο τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ.

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Ομιλία εις τον σεισμόν. Του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Απόδειξις της δυνάμεως και φιλανθρωπίας του Θεού. Τα αίτια του σεισμού.


Είδετε Θεού δύναμιν, είδετε Θεού φιλανθρωπίαν; Δύναμιν, διότι ετίναξε δια σεισμού την οικουμένην· φιλανθρωπίαν, διότι ενώ έπιπτε την εστερέωσε· μάλλον δε και εις το εν και εις το άλλο δύναμιν και φιλανθρωπίαν. Διότι και το ότι την εστερέωσε μαρτυρεί δύναμιν, και το ότι την έσεισε φιλανθρωπίαν· Διότι έσεισε την γην, και (δια φόβου) εστήριξε την οικουμένην, διότι ενώ έμελλε να πίπτη (εκ φιλανθρωπίας), την ανήγειρεν. Αλλ΄ ο μεν σεισμός παρήλθεν, ο δε φόβος ας μένη· ο σάλος εκείνος εξέλιπε ταχέως, η δε ευσέβεια ας μη παρέλθη· τρεις ημέρας εκάμαμεν λιτανείας, αλλ΄ ας μη καταλύσωμεν κατόπιν την ιεράν προθυμίαν μας· ερραθυμήσαμεν, και εκαλέσαμεν εναντίον μας τον σεισμόν· εδείξαμεν δραστηριότητα και ενδιαφέρον και απεκρούσαμεν την οργήν· Ας μη ραθυμήσωμεν πάλιν, δια να μη επισύρωμεν πάλιν την οργήν και την τιμωρίαν. Διότι «δεν θέλει ο Θεός τον θάνατον του αμαρτωλού, όσον το να επιστρέψη αυτός και να ζη» (Ιεζεκ. 33: 11). Είδετε το φθαρτόν του ανθρωπίνου γένους; Όταν έγινεν ο σεισμός διελογιζόμην κατ΄ εμαυτόν λέγων· που είναι αι αρπαγαί; Που αι πλεονεξίαι; Που αι κατατυραννήσεις; Που αι αλαζονείαι; Που αι δυναστείαι; που αι καταπιέσεις, που αι λεηλασίαι των φτωχών; Που αι υπερηφάνειαι των πλουσίων; Που των αρχόντων αι δυναστείαι; Που αι απειλαί; που οι φόβοι; Μία στιγμή χρονική και ευκολώτερον από αράχνης ιστόν διεσπώντο όλα· όλα εκείνα παρελύοντο, και θρήνος πολύς ήτο, και όλοι εις την εκκλησίαν έτρεχον. Αναλογισθήτε, αν απεφάσιζεν ο Θεός, όλα να καταρρίψη, τι ηθέλομεν πάθει. Ταύτα δε λέγω, δια να διατηρήται ακμαίος εντός σας ο φόβος των όσα έγιναν, και την διάνοιαν όλων να στηρίζη. Έκαμε τον σεισμόν, αλλά δεν εκρήμνισε· διότι εάν ήθελε να κρημνίση, δεν θα έκαμε σεισμόν· αλλ΄ επειδή δεν ήθελε, προέλαβεν ως κήρυξ ο σεισμός, προαναγγέλων εις όλους την οργήν του Θεού, ώστε βελτιούμενοι δια του φόβου να αποκρούσωμεν την δια των πραγμάτων τιμωρίαν… Την εσπέραν εκείνην του σεισμού όλοι μεν οι άλλοι δια τον σεισμόν εφοβούντο, εγώ δια την αιτίαν του σεισμού. Εννοήσατε τι είπον; Οι μεν άλλοι εφοβούντο μήπως κρημνισθή η πόλις, και αποθάνωσιν· εγώ δε φοβούμαι, διότι ο Δεσπότης οργίζεται εναντίον ημών· διότι δεν είναι κακόν το να αποθάνη τις, αλλά κακόν είναι το να ερεθίση τον Δεσπότην. Ώστε δεν εφοβούμην δια τον σεισμόν, αλλά δια την αιτίαν του σεισμού, διότι αιτία του σεισμού είναι η οργή του Θεού, της δε οργής αίτιον αι αμαρτίαι ημών. Ποτέ μη φοβήσαι κόλασιν, αλλά την αμαρτίαν, την μητέρα της κολάσεως. Σείεται η πόλις; Και τι σημαίνει τούτο; Αλλ΄ η διάνοιά σου ας μη σαλευθή. Επειδή και εις τα νοσήματα και τα τραύματα δεν θρηνούμεν εκείνους, οι οποίοι δύνανται να θεραπευθώσιν, αλλά τους πάσχοντας ανιάτους νόσους. Ό,τι δε είναι νόσος και τραύμα, το αυτό είναι και αμαρτία· ό,τι είναι τομή και φάρμακον, το αυτό είναι και τιμωρία… 


(Εκ του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου «Άπαντα» τομ. β΄ σελ 209, 213 Μιχαήλ και Νικολάου Γαλανού Αθήναι 1900).

Μερικές σκέψεις του αδελφού μας Ιουστίνου, πάνω στην αποτομή της ιεράς κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου


Γράφω , αγαπητέ Silver,  και παρακαλώ την αγάπη σας να με συγχωρέση , αν σας στενοχωρήσω ή σκανδαλήσω με τα λεγόμενά μου. 

Όλοι μας βέβαια ξέρουμε, ότι της φρικτής αποτομής της ιεράς κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου προηγήθηκε ένας πορνικός χορός της Σαλώμης, κόρης της φονικής Ηρωδιάδας και μοιχαλίδας του Ηρώδου. 

Και όπως είναι σε όλους μας γνωστό, ο άνομος αυτός χορός «ήρεσεν» σε όλους τους παρευρισκομένους άρχοντες, πλουσίους, αξιωματούχους, υψηλά ισταμένους στο πλέγμα κοσμικής εξουσίας, και περισσότερο από όλους βεβαίως στον βασιλέα Ηρώδη, εραστή της μητέρας τού κατάλληλα δασκαλεμένου πορνικού κορασίου. 

Μάλιστα τόσο πολύ «ήρεσεν» η λικνιζομένη και εκκολαπτόμενη πόρνη, ώστε ο μοιχός Ηρώδης πάνω στο ηδονικό του παραλήρημα, ξεχνάει την Ηρωδιάδα και υπόσχεται στη κόρη της μέχρι και το μισό του βασίλειο, όλοι μας υποψιαζόμαστε για πια συνέχεια

Η πόρνη θυγατέρα της μοιχαλίδας τα χάνει απο την «επιτυχία» της, δεν ξέρει τι να ζητήση από τον βασιληά και τρέχει στη μητέρα της να ζητήση συμβουλή. Παρακαλώ να προσέξετε έναν φανταστικό διάλογο: 

Mητέρα, ο εραστής σου μου προσφέρει μέχρι και το μισό του βασίλειο. Τι να του ζητήσω; 
To κεφάλι του Προδρόμου. 
- Μα γιατί να του κόψουμε το κεφάλι; Δεν μας φθάνει το μισό βασίλειο; 
- Αν του κόψουμε το κεφάλι , τότε θα έχουμε όλο το βασίλειο μικρή μου. Ο Ηρώδης τότε θα είναι δικός μας. Εμείς από το κρεββάτι του , θα κυβερνάμε το βασίλειο. Όλα θα είναι στα πόδια μας. Μόνο , για να μην μας γελάσει ο Ηρώδης και αποκεφαλίσει κάποιον άλλον, επειδή σέβεται τον Ιωάννη, να ζητήσης το κεφάλι του σε πινάκιο, και να μου το φέρης φρέσκο με τα αίματα, να το δώ με τα μάτια μου.... 

Άραγε είνα μακριά απο την αλήθεια ο διάλογος αυτός; 

Είναι άραγε φανταστική η άμεση σχέση πορνείας, μοιχείας με τον φόνο; 

Και είναι άσχετος ο φόνος με το μίσος που γεννάει στην πορνεύουσα ψυχή ο έλεγχος της συνειδήσεως απο την τιμία φωνή του Προδρόμου; 

Πόση κακία και φόβο και πάθος κρύβει μέσα της η αποτρόπαια φωνή της Ηρωδιάδας, αλλά και κάθε πόρνης ή μοιχαλίδας που καταλήγει μέχρι και το παιδί της να οδηγήση στην πορνεία ή και το σπλάγχνο της να σκοτώση με την έκτρωση! 

Ας πάρουμε την σημερινή αποτρόπαια πραγματικότητα της Ελλάδας. 

Πόσες Ηρωδιάδες και Σαλώμες κυκλοφορούν στον κάθε έναν δίπλα μας; 

Ποιά είναι η φυσική κατάληξη της πορνείας και της μοιχείας τους; 

Ο φόνος.... Και μάλιστα τριπλός. 

Γιατί πριν από τον φόνο του Βαπτιστού προηγήθηκε ο φόνος της ψυχής του Ηρώδη και της ψυχής της Σαλώμης. Ο πρώτος φονεύθηκε με την μοιχεία, η δεύτερη με την εξώθησή της στην πορνεία και μάλιστα, από την ίδια της την μάνα. Και γίνονται όλοι τους στο τέλος φονιάδες... 

Έτσι και σήμερα, το αποτρόπαιο έγκλημα συνεχίζεται στην «ορθόδοξη» Ελλάδα μας. Οι Σαλώμες γυμνώνονται και μοιχεύουν και σκοτώνουν. Από την κούνια τους ακόμη, οι μάνες Ηρωδιάδες τις εκπαιδεύουν. Περιοδικά, τηλεόραση, σχολείο, βιβλία, ίντερνετ, μόδα φίλοι, συγγενείς, δάσκαλοι, καθηγητές, όλοι τιμούν την πορνεία και την μοιχεία, τις σύγχρονες θεότητες της σαρκολατρείας. 
Και αν βρεθεί κάποιος χριστιανός να καταγγείλη την γυμνότητα, ξεσηκώνονται οι πορνεύοντες «φιλελεύθεροι ορθόδοξοι» και τον κατηγορούν ότι προσπαθεί να επιβάλη την «μπούργκα».... 

Πόσα όμως ελληνόπουλα αβάπτιστα κάθε χρόνο στέλνει στην μηχανή του κιμά η ακόρεστη πορνεία και η μοιχεία μας; 

Έχουμε σκεφτεί ποτέ ότι η πορνεία και η μοιχεία είναι οι φυσικές μητέρες των φόνων αυτών; 

Πόσες άραγε πυρκαϊές και πόσους καρκίνους δικαίως πρέπει να στείλη ο πανάγαθος Θεός για να ξεπλήνουμε την αμαρτία μας ; 
Kύριε Ιησού Χριστέ δια των πρεσβειών του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου ελέησον και σώσον ημάς τους πόρνους, και μοιχούς αναξίους Έλληνες!

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

Αγάπη και αλήθεια

(Παρατηρήσεις επί της επιστολής του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου)


Σεβαστοί Πατέρες,
Εν τω υμετέρω εγκρίτω οργάνω της αγωνιζομένης και αγωνιώσης Ορθοδοξίας,  «Ορθόδοξος Τύπος» (αρ. φύλ.  109/10-10-1969) δημοσιεύεται μακροσκελεστάτη επιστολή του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην. Καίτοι στερούμαι προσόντων, εφαμίλλων προς τον σεβαστόν και εξαίρετον επιστολογράφον, όντα σύμβουλον εξ απορρήτων επισήμων Εκκλησιαστικών ανδρών και πλειστάκις προβληθέντα δια το επισκοπικόν αξίωμα, εν τούτοις αποτολμώ να παρακαλέσω Υμάς, όπως φιλοξενήσητε πενιχράς τινας σκέψεις μου· τούτο δε ουχί προς προβολήν ασήμου και ασημάντου τινός λαϊκού, μη αξιωθέντος παρά του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας ουδέ θέσεως διδασκάλου εν εκπαιδευτικοίς Αυτής Ιδρύμασιν, ως αθεραπεύτου συντηρητικού, αναδίδοντος την οσμήν του λιβάνου, και της κανδήλας των παραδόσεων, αλλά χάριν αυτής ταύτης της Ορθοδοξίας, του προσφιλούς εντρυφήματος των καρδιών μας και της αποκλειστικής ελπίδος σωτηρίας. Συνεταί, πράγματι, αι παραινέσεις, συμπλέκουσαι αριστουργηματικόν δοκίμιον επιστολιμαίας ρητορικής διατριβής. Συνεταί, αλλά άσκοποι και … επικίνδυνοι! Άραγε αγνοεί ο προς ον η επιστολή όσα εν τη επιστολή αναφέρονται; Έχει την γνώμην ο συμπαθής συντάκτης, ότι είναι ο πρώτος, όστις ανακαλεί εις την τάξιν τον προ πολλού ατακτήσαντα; Δεν είναι ο εκλεκτός π. Επιφάνιος εκ των αφελών ή των βραδέως πληροφορουμένων! Γνωρίζει επομένως, ότι πλειστάκις εγράφησαν τοιαύται παραινέσεις υπό τε μετριωτέρων, αλλά και ικανωτέρων τω λόγω. Πλην ο Γέρων του Φαναρίου «ουκ ηβουλήθη συνιέναι». Αι τοιαύται λοιπόν παραινέσεις ου μόνον πίπτουσιν εις το κενόν αλλά και βαρύτατα τραυματίζουν την Ορθόδοξον συνείδησιν. Και ιδού πως! Κατέστη πανορθοδόξως γνωστόν, ότι ο κρίμασιν οις οίδεν Κύριος προκαθήμενος του Φαναρίου και ο τούτου ομόφρων, ο Αμερικής Ιάκωβος π ρ ο  π ο λ λ ο ύ  έπαυσαν να θεωρούν, ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η μόνη κιβωτός σωτηρίας. Έργω δε και λόγω ε υ ρ ί σ κ ο ν τ α ι  εκτός εδάφους Ορθοδοξίας, ως τούτο άλλωστε ομολογεί και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Δια των αιρετικών και πεπλανημένων αυτών δοξασιών α σ φ α λ ώ ς  κρημνίζουν συνειδήσεις και βλασφημούν κατά του Παναγίου Πνεύματος, συστήσαντος και συντηρούντος την Ορθόδοξον Εκκλησίαν! Ερωτώμεν λοιπόν τον επαϊοντα π. Επιφάνιον πως οι Πατέρες συμβουλεύουν να συμπεριφερώμεθα κατά των γυμνή πλέον τη κεφαλή διδασκόντων αιρέσεις; Πως θα ωμίλουν οι Βασίλειοι, οι Αθανάσιοι κατά των αιρετικών; Τι συνιστούν οι θείοι και Ιεροί Κανόνες; Ασφαλώς όχι ρητορικάς επιθέσεις, καλολογίας και παραινέσεις! Μία γλώσσα μόνον απομένει· η γλώσσα των επιτιμίων της Εκκλησίας. Τοιαύται συνεταί παραινέσεις, ενώ υπεγείρουν την θυμηδίαν και τον οίκτον του προς ον αι παραινέσεις, συγκλονίζουν τας συνειδήσεις των πιστών τέκνων της Ορθοδοξίας, τα οποία, επί τέλους, δεν κατανοούν διατί υ π ο χ ρ ε ο ύ ν τ α ι  να αναμένουν «άχρι καιρού» και να μη καταδικάσουν, ως πρέπει, τας διαδιδομένας αιρέσεις, τας πασών των αιρέσεων αιρετικωτέρας! Ερωτούν δε τον επιστολογράφον: Μόνον η ανηθικότης αποκόπτει τον οιουδήποτε βαθμού κληρικόν εκ της Εκκλησίας, ουχί δε και η κατεγνωσμένη και γυμνή τη κεφαλή διακηρυσσομένη αίρεσις; Μόνον ο ηθικός καθαρμός του κλήρου πρέπει να αποτελή πόνον και μέλημα των τέκνων της Ορθοδόξου Εκκλησίας ουχί δε και η πλάνη και αίρεσις; Δύναται να ίδη Θεού πρόσωπον ενάρετος τις και των αγγέλων αγνότερος κληρικός, εφ΄ όσον είναι αιρετικός; Οι θείοι και ιεροί κανόνες μόνον το ήθος ελέγχουν, ουχί δε και την πίστιν; Κρημνίζουν λοιπόν αι παραινέσεις του π. Επιφανίου και τας συνειδήσεις και την Ορθοδοξίαν. Τον παταγώδη δε αυτόν κρημνισμόν δεν επανορθώνει η απειλή «Αν τελικώς προχωρήσητε ακόμη, αν προβήτε εις «ενώσεις», τότε θα ίδητε ποίαν στάσιν θα τηρήση έναντι Υμών η Εκκλησία της Ελλάδος», διότι δεν γνωρίζομεν κατά πόσον ομιλεί ο γράφων, κατ΄ εξουσιοδότησιν της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και διότι γεννάται η απορία: δικαιολογείται ανεκτικότης να προχωρήση έτι περαιτέρω, όταν ήδη εφήρμοσε και αυτό το κοινόν ποτήριον της Θείας Ευχαριστίας, ώστε να μεταλαμβάνουν, τη συστάσει του, από ορθοδόξους ιερείς αιρετικοί χωρίς προηγουμένην ομολογίαν ορθοδόξου πίστεως; Και έπειτα αμφιβάλλει ο π. Επιφάνιος, θιασώτης αυτός της διοικητικής εννοίας της Εκκλησίας, ότι τα πάντα δύνανται να αποτολμηθώσι και να περιβληθώσι με συνοδικόν κύρος, οπόταν ουδείς θα δύναται να διαμαρτυρηθή, διότι όλοι θα «κήδωνται της ειρήνης της Εκκλησίας» και θα «σκέπτωνται τας εξελίξεις και καταλήξεις των σχισμάτων, ως γράφει, δια να δικαιολογήση τους συμπαθείς «αχρικαιρισμούς» του; Καθ΄ ημάς η Αίρεσις αποκόπτει τον τε κληρικόν και πιστόν εκ της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επιβάλλεται λοιπόν μόνον συνοδικός έλεγχος και καταδίκη των θιασωτών και κηρύκων της Αιρέσεως του Οικουμενισμού Οικουμενικού Πατριάρχου και Αμερικής Ιακώβου, Θυατείρων Αθηναγόρου κλπ. Μέχρι δε της τοιαύτης επισήμου εκκλησιαστικής ενεργείας, οι πιστοί, κληρικοί τε και λαϊκοί, δύνανται να κάμωσιν χρήσιν έναντι του Πατριάρχου και των ομοφρόνων Αυτώ, του δικαιώματος, όπερ αναγνωρίζει αυτοίς ο ΙΕ΄ Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, της αποκοπής δηλονότι του Μνημοσύνου και προ Συνοδικής διαγνώμης. Αυτό επιβάλλει η Ορθόδοξος συνείδησις, η ευθύτης και η συνέπεια. Δεν δύναμαι να λέγω: «Παναγιώτατε, είσαι αιρετικός, το οικουμενικόν πνεύμά σου σείει, τον Οίκον, ου εσμέν καθήμενοι, την Ορθόδοξον του Χριστού Εκκλησίαν, αλλά εγώ δεν κόπτω τον Μνημόσυνόν σου άχρι καιρού»! Εάν προσήρχετο εις τον π. Επιφάνιον λαϊκός τις και του έλεγε, ότι φρονεί όσα ο Πατριάρχης διακηρύσσει περί Οικουμενισμού και πανθρησκευτισμού, θα του επέτρεπε να μεταλάβη, εάν δεν ηρνείτο τας πλάνας αυτάς; Η τοιαύτη δε ενέργειά του δεν θα ήτο επιτίμιον, μικρός αφορισμός, α κ ο ι ν ω ν η σ ί α;  Πρόσχωμεν! Πριν ο λαός της Ορθοδοξίας λιθοβολήση κληρικούς και λαϊκούς δια την χλιαράν στάσιν ή διαρρεύση αλλού, λόγω των περιέργων κοκτεϊλισμών μας, ας είπωμεν γυμνήν την αλήθειαν, χωρίς ρητορισμούς. Και η αλήθεια είναι Μία: Πας όστις ευαγγελίζηται ημάς, παρ΄ ο παρελάβομεν, καν Άγγελος εξ ουρανού η, ανάθεμα έστω. Αυτάς τας σκέψεις γεννά εν εμοί η επιστολή του εκλεκτού Αρχιμανδρίτου. Ίσως να μυρίζουν λάδι κανδήλας και λιβάνι! Ίσως να είναι αναχρονιστικά! Δεν γνωρίζω! Ένα μόνον γνωρίζω, ότι η εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία Αλήθεια σταθμίζεται μόνον με την Παράδοσιν και τους Κανόνας και ουχί με ασαφείς ρευστότητας.

Διονύσιος Μπατιστάτος. 
(ήτο νεοημερολογίτης).

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Η Κοίμησις της Θεοτόκου -- του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.

«Σήμερον η Θεοτόκος, ως νοερή και θεοφώτιστη σελήνη, εισέρχεται μαζί με τον ήλιον της δικαιοσύνης εις τον πνευματικόν ουρανόν και χάνεται μεν από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή, αλλά συγχρόνως ανατέλλει και γίνεται ολόλαμπρη από το αξίωμα της αθανασίας που αποκτά. Σήμερον η χρυσοφτιαγμένη από τον Θεόν κιβωτός του αγιάσματος, αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματά Της και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλή προς ανάπαυσιν αιωνίαν… Τώρα λοιπόν η Θεοτόκος, αφού έκλεισε τα αισθητά μάτια Της, ανυψώνει ωσάν αστέρια μεγάλα και λαμπερά, που δεν έδυσαν ακόμα, τους νοητούς για μας οφθαλμούς Της και τους έχει άγρυπνους, για να εξευμενίζη το πρόσωπον του Θεού, χάριν της προστασίας του κόσμου. Τώρα, με την κοίμησίν Της, αφού έκλεισε με την σιωπή τα θεοκίνητα χείλη Της, ανοίγει το στόμα Της δια να πρεσβεύη αδιάκοπα υπέρ όλου του ανθρωπίνου γένους. Τώρα, αφού τα σωματικά και θεοφόρα χέρια Της τα κατέβασε κι΄ αφού απέκτησε την αφθαρσία, τα υψώνει προς τον Δεσπότην Κύριον ικετευτικώς υπέρ ολοκλήρου της ανθρωπότητος».



(Από τον Ε΄ Λόγον του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, απόδοσις εις την νεοελληνικήν υπό Παναγιώτου Θεογνώστου).

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Ο Οικουμενισμός είναι Αίρεσις! Είναι εντελώς ξεκάθαρο. Επί πλέον είναι αίρεσις των αιρέσεων.

Από όλες τις πλάνες που περιλαμβάνει ο ονομαζόμενος  «οικουμενισμός» η πλέον βασική και εμβριθής είναι η πλάνη του, όσον αφορά αυτήν ταύτην την φύσιν της Εκκλησίας. Είναι εκκλησιολογική αίρεσις. Αντίκειται στην ομολογιακή πίστι του συμβόλου της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, διότι ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Το ονομαζόμενο  «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ήδη αυτό τούτο το όνομά του, περιλαμβάνει αυτή την αντιλογία του Ορθοδόξου Χριστιανικού Δόγματος όσον αφορά την Μία Εκκλησία. Στην δε Θεωρία των Κλάδων (ο Οικουμενισμός) ολοκληρωτικά απορρίπτει αυτό το Δόγμα της Μίας Εκκλησίας. Το  «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» προσπαθεί να εκπληρώση αυτή τη βασική απόρριψη δια της πολεμικής τακτικής του «Θρησκευτικού πλουραλισμού».
Η «Ορθόδοξος Εκκλησία» λαμβάνοντας μέρος στις δραστηριότητες του ως άνω αναφερομένου  «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» διακηρύσσει την συμφωνία της με όλες τις διδασκαλίες και δραστηριότητές του. Δι αυτού τούτου του τρόπου γίνεται (η Ορθόδοξος Εκκλησία) μέρος των ψευδών και πλανών του Π.Σ. «Εκκλησιών»  Γίνεται αιρετική στο βαθμό που είναι αυτό τούτο το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών».

Η αίρεσις του Οικουμενισμού εισάγεται ακόμη βαθύτερα εις το σώμα της «Εκκλησίας» δια της συμμετοχής των Ιεραρχών Της, δια των διαφόρων μορφών των λειτουργικών συνεορτασμών, που πραγματοποιούνται υπό των ιδρυμάτων του  «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» εις την πορεία των συνηθησμένων δραστηριοτήτων.

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΑΝΑΜΑΡΤΗΤΟΣ;

Εις το φύλλον της 1ης Ιανουαρίου ε.ε. εδημοσιεύσαμεν το χριστουγεννιάτικον άρθρον του π. Ιουστίνου Πόποβιτς, εις το τέλος του οποίου υπάρχει και η έκφρασις «Αναμάρτητος-Θεοτόκος».


Ο σεβαστός π. Δ. Λαζάρου εκ της Θεσσαλονίκης εις επιστολήν του προς τον «Ο.Τ.» απορεί δια την ως άνω έκφρασιν, θεωρών ότι «τούτο δεν είναι ορθόν», καθ΄ ότι κατά την Αγίαν Γραφήν «πάντες ήμαρτον» και ουδείς αναμάρτητος ει μη μόνον ο Ιησούς Χριστός.

Ακολούθως απαντώμεν εις την παράκλησίν του δια την εν προκειμένω γνώμην της εφημερίδος μας:


Κατ΄ αρχήν, δεν αμφιβάλλομεν δια την ορθότητα της Θεοτοκολογίας του π. Ιουστίνου, ενός μεταξύ των πλέον διακεκριμένων δογματολόγων της συγχρόνου Ορθοδοξίας, όστις τον βίον του κατηνάλωσεν εις την έμπρακτον μελέτην της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Όθεν, ας ερμηνεύση ο ίδιος τον εαυτόν του (Βλ. «Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας», τόμος Β΄ σ. 261, σερβιστί): «Είναι σαφές», λέγει ο π. Ιουστίνος, «ότι κατά την Χριστόπνευστον διδασκαλίαν των θεοσόφων Πατέρων, το άσπιλον και αναμάρτητον της Υπεραγίας Θεοτόκου δεν αναφέρεται εις την απουσίαν του προπατορικού αμαρτήματος εν τη ανθρωπίνη φύσει αυτής, αλλ΄ εις την προσωπικήν της σχέσιν προς τον σπίλον και την αμαρτίαν και εις τον αγώνα της και την υπεροχήν επί του σπίλου και της αμαρτίας». Ενταύθα ο π. Ιουστίνος κάμνει διάκρισιν μεταξύ του προπατορικού αμαρτήματος και της προσωπικής αγιότητος της Παναγίας Θεοτόκου. Συμφώνως προς την Πατερικήν διδασκαλίαν, η Παναγία είχε το προπατορικόν αμάρτημα (εξ ου και ο θάνατός της), προσωπικώς δε ήτο όντως πανάμωμος και άσπιλος· μέχρι της συλλήψεως του Κυρίου ένεκα της απείρου αγάπης Της και υπακοής εις το θέλημα του Θεού, μετά δε την σύλληψιν ένεκα της …..(σ.σ. δεν διακρίνεται η γραμμή)… αγίου Πνεύματος και της εν Αυτή παρουσίας του πυρός της Θεότητος. Όπως και των μεγάλων Προφητών του Θεού, των «εν κοιλία μητρός» ηγιασμένων και πεπληρωμένων Πνεύματος Αγίου (Ιερεμ. α΄, 5· Λουκ. α΄, 15), και της Παναγίας η αγιότης αρχίζει «εν κοιλία μητρός». Αύτη αποκορυφούται κατά την στιγμήν της ασπόρου συλλήψεως του Θεού Λόγου και αφθαρτοποιείται εις την Κοίμησιν και Μετάστασίν Της. Η Παναγία υπερέβη την καθαρότητα και την αγιότητα πάντων των προφητών και ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, και εφάνη ούτω, κατά τον Άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, «αξία του Κτίσαντος». Κατά τον αυτόν Πατέρα, η κληρονομία του προπατορικού αμαρτήματος ήτο ανενέργητος μέσα εις Αυτήν, διότι η θέλησίς Της και όλαι αι δυνάμεις της ψυχής Της και του σώματός Της ήσαν «τω Δεσπότη Θεώ προσαναθέμεναι». Ασφαλώς, ουδείς αναμάρτητος, ει μη μόνον ο Θεός. Το «πανάμωμον» και «αναμάρτητον» της Παναγίας είναι αποτέλεσμα της κοινωνίας Της εις την θείαν αναμαρτησίαν, όπως, εξ άλλου, και η καθαρότης και η «αναμαρτισία» του κάθε ανθρώπου, κατά το μέτρον της αρετής εκάστουθ και του προς Θεόν έρωτος αυτού. Όθεν, λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, απευθυνόμενος προς την Παναγίαν: «Μόνη γαρ απάντων τας πάντων ετελείωσας θεωρίας, την κοινήν απάντων υπερβαλλομένη φύσιν τη προς Θεόν συναφεία μη κατά τον απόρρητον μόνον τόκον, αλλά και κατά προηγιασμένην εξ άκρας καθαρότητος προς εκείνον κατά παν αγαθόν κοινωνίαν». Κατά τον αυτόν Πατέρα, η Παναγία είναι «πάσης αρετής έμψυχος εικών, θείων τε και ανθρωπίνων χαρίτων εστία και συνδρομή». Δια την Ορθόδοξον Παράδοσιν και εκκλησιαστικήν συνείδησιν η Παναγία Θεοτόκος είναι αδιανόητος άνευ του Χριστού. Η Ορθόδοξος Πατερική θεολογία δεν γνωρίζει «Μαριολογίαν», γνωρίζει μόνον «Θεοτοκολογίαν». Τούτο δεικνύει και η ορθόδοξος εικών της Παναγίας, η οποία ουδέποτε εικονίζεται άνευ του Χριστού. Αύτη εξελέγη δια τον Χριστόν, ητοιμάσθη δια τον Χριστόν, εγέννησε τον Χριστόν, μακαρίζεται υπό πασών των γενεών δια τον Τόκον Της. Η Ορθόδοξος Εκκλησία, μακαρίζουσα την Παναγίαν, ουδέν άλλο πράττει, ει μη σκιρτά και αιωνίως επαναλαμβάνει, με διαφόρους τρόπους, τους λόγους της Ελισάβετ: «ευλογημένη συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου» (Λουκ. α΄, 42). Μόνον εκείνος, ο οποίος ορθώς θα πιστεύση το ακατάληπτον μυστήριον του Καρπού Της, δηλαδή το μυστήριον της Σαρκώσεως του Λόγου, δύναται να προσφέρη άξιον ύμνον εις την Παναγίαν Μητέρα Αυτού και να εννοήση το υπερβάλλον μέγεθος του μυστηρίου Της. Δια να γίνη «καταγώγιον»της Αγίας Τριάδος και να φέρη «όλην εν μέση ψυχή την άκτιστον Τριάδα, ης εν γαστρί τον Ένα συνείληφε ασπόρως» (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς), δηλαδή να αξιωθή της τιμής, ης δεν ηξιώθη ουδέν των κτιστών όντων, εχρειάζετο, ασφαλώς, να γίνη, όπως και εγένετο, «παναμώμητος» και «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών». Λόγω της προαιρετικής συνεργασίας Της εις την οικονομίαν της σωτηρίας και της εξαιρέτου προσωπικής καθαρότητός Της, ουδέν των κτιστών όντων ανέβη εις τοιούτον ύψος, εις το οποίον ανήλθεν η Θεοτόκος· και προς ουδένα κατέβη ο θεός τόσον εγγύς όσον προς την Θεοτόκον. Ως εκ τούτου, οι Πατέρες την ονομάζουν και «μεθόριον» κτιστής και ακτίστου φύσεως· η εκκλησιαστική υμνολογία την ονομάζει και «μεσίτριαν», ουχί μόνον ως πρεσβεύουσαν υπέρ ημών, αλλά και ως προσφέρουσαν εις ημάς τον Χριστόν ωσάν δώρον και εις τον Χριστόν προσφέρουσαν την ανθρωπίνην φύσιν: «Παντός ανθρωπίνου γένους στάσαμεταξύ, τον μεν Θεόν εποίησεν Υιόν ανθρώπου, υιούς δε Θεού τους ανθρώπους απειργάσατο» (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς). Η λέξις «Θεοτόκος», λοιπόν, συμπεριλαμβάνει εν εαυτή όλον το μυστήριον της Παναγίας και δεικνύει ότι πάσα «η εις Αυτήν τιμή εις τον εξ Αυτής σαρκωθέντα Υιόν ανάγεται» (Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός). Αλλά δηλοί και άλλο τι, ότι δηλαδή η περιφρόνησις Αυτής και η εις Αυτήν πάσα ατιμία και αύτη εις τον εξ Αυτής σαρκωθέντα Υιόν ανάγεται, ως υποκρύπτουσα την άρνησιν της πραγματικότητος της Σαρκώσεως του Λόγου. Ουδόλως τυγχάνει τυχαίον το ότι οι Προτεστάνται δεχόμενοι την Παναγίαν (δήθεν από την αγάπην δια τον Χριστόν), αρνούνται ταυτοχρόνως το Αίμα και το Σώμα του εξ Αυτής τεχθέντος Κυρίου. Μόνον, λοιπόν, υπό το φως της Σαρκώσεως του Κυρίου (η οποία είναι αδιανόητος άνευ της Θεοτόκου, όπως και η Θεοτόκος και η τιμή προς Αυτήν άνευ του εξ Αυτής τεχθέντος Κυρίου), δύναταί τις να κατανοήση ορθώς την δόξαν και την τιμήν την υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις την Παναγίαν προσφερομένην. Η Παναγία ούτε έχει ανάγκην από ψευδή δόξαν (η ρωμαϊκή αίρεσις «της ασπίλου συλλήψεως» και της «ενσωμάτου» -- άνευ προηγηθέντος θανάτου – «αναλήψεως»), ούτε πάλιν δέον να υπάρχη φόβος από της «υπερτιμήσεως» της Παρθένου, εκ μέρους των ακολουθούντων πιστώς το φρόνημα της Εκκλησίας και των θεοφόρων Πατέρων Της.